Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσόστομος Α. Σταμούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσόστομος Α. Σταμούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ: Για τα επεισόδια που σημειώθηκαν κατά τη «ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ» της Θεσσαλονίκης

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η


Όπως είναι γνωστό, και φέτος μεταξύ 27 Μαρτίου και 4 Απριλίου διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη σειρά εκδηλώσεων, με πρωτοβουλία του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, αφιερωμένη στην Πίστη, την Παράδοση και στον Πολιτισμό. Οι εκδηλώσεις αυτές υπό τον τίτλο «Λατρευτική Εβδομάδα», πραγματοποιούνται σε Ιερούς Ναούς και άλλα σημεία της πόλης μας, συνδέοντας τη βυζαντινή κληρονομιά της πόλης με σύγχρονες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, εμπνευσμένης από τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα των ημερών.
Δυστυχώς, μια ομάδα «πιστών», αγνοώντας ή χαλκεύοντας τη διδασκαλία της Εκκλησίας και εμφορούμενοι από την εσφαλμένη πεποίθηση ότι οι ιεροί ναοί «βεβηλώνονται» όταν φιλοξενούν μη λειτουργικά θρησκευτικά ακούσματα και ευρύτερα καλλιτεχνικά δρώμενα, αμαύρωσαν ορισμένες από τις εκδηλώσεις αυτές, με εκφράσεις μίσους και εμπάθειας κατά των διοργανωτών. Μάλιστα, δεν ολιγώρησαν εντός του Ιερού Ναού των Δώδεκα Αποστόλων να εκτοξεύσουν συνθήματα οπαδικής έμπνευσης και σε άλλη περίπτωση να ξεστομίσουν επαίσχυντες ύβρεις εναντίον του μακαριστού συναδέλφου μας Χρυσόστομου Σταμούλη, στη μνήμη του οποίου ήταν αφιερωμένο φέτος το σύνολο των εκδηλώσεων.
Τα μέλη του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, φρονούμε ότι τα θλιβερά αυτά γεγονότα δεν εκφράζουν τη χριστιανική πίστη, δείχνουν έλλειψη εκκλησιαστικού ήθους και σκανδαλίζουν τους συμπολίτες μας που αποζητούν «παρ’ ημίν» λόγο ελπίδας, ενότητας και συμφιλίωσης.
Επιπλέον, θεωρούμε ότι ο Τοπικός Επίσκοπος, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, έχει αποδείξει με πολλούς τρόπους στο διάστημα που διακονεί το ποίμνιο της Θεσσαλονίκης, ότι είναι πρόθυμος να συνομιλήσει με οποιονδήποτε για οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται με την ταυτότητα, το πολίτευμα και την αποστολή της Εκκλησίας στην ιστορία και το παρόν. Θα μπορούσαν λοιπόν οι αυτόκλητοι «σωτήρες της Εκκλησίας» να συζητήσουν μαζί του και να εκφράσουν τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις τους, αντί να ασχημονούν απέναντι στο ευαγγελικό κήρυγμα της αγάπης για κάθε συνάνθρωπο.
Με την παρουσία της στον κόσμο, η Εκκλησία παρηγορεί, αγκαλιάζει, αγιάζει, λυτρώνει, συγχωρεί και προσεύχεται για όλους – ακόμα και κυρίως για τους υβριστές και τους διώκτες της. Φέρει τον Σταυρό του Μαρτυρίου και μαρτυρεί την Αλήθεια «παντί τω αιτούντι», με την πραότητα και την ταπείνωση του ιδρυτή της (Α΄ Πέτρ. 3:15) – και όχι με θορυβώδεις επιδείξεις «ευσέβειας», πνευματικές προγραφές και ύβρεις, που στρεβλώνουν την διδασκαλία της και φανερώνουν φαρισαϊκή έπαρση.

ΠΗΓΕΣ:
Αυτά τα θλιβερά γεγονότα θυμίζουν αντίστοιχα γεγονότα που συνέβησαν στην Ροτόντα, όταν τη Δεύτερα (30 Οκτωβρίου του 1995) «η Ένωση Πολιτών Θεσσαλονίκης είχε προγραμματίσει μια συναυλία αυτοσχεδιαζόμενης τζαζ με έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της στην Ελλάδα, γέννημα θρέμμα της πόλης, τον Σάκη Παπαδημητρίου και μια νέα εκπληκτικής καθαρότητας και μεγέθους φωνή, την Γεωργία Συλλαίου». Τότε, ως υπεύθυνος εκδόσεων, εργαζόμουν στον εκδοτικό οίκο Univrrsity Studio Press, επί της οδού Μελενίκου και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας βάρβαρων επεισοδίων και σπασίματος του πιάνου του Σάκη Παπαδημητρίου. Δύο χρόνια αργότερα (1997), με αφορμή τα παραπάνω γεγονότα, από τον εκδότη του Univrrsity Studio Press, τον αλησμόνητο Ανδρέα Μιχάλη, κυκλοφόρησε το ωραίο βιβλίο: Η Ροτόντα στον «κύκλο με την κιμωλία». Είχα την τύχη και τη χαρά να παρακολουθήσω από κοντά την εν λόγω έκδοση αλλά και την έκδοση δύο βιβλίων του Σάκη Παπαδημητρίου: Εισαγωγή στην Τζαζ & Σκέψεις για τη Σύγχρονη Μουσική και Leonard Bernstein: Τζαζ και Κλασική, "δυτικές συνοικίες", παραπομπές και συνειρμοί Στα Μικροπράγματα, ο Άρης Δημοκίδης γράφει για: εκείνη τη ματ(αι)ωμένη συναυλία Α.Ι.Κ.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Έρωτας... ο ιερός

«Και για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να σημειώσουμε πως το πρόβλημα σε όλη του την έκταση εμφανίζεται από πολύ νωρίς. Ήδη τον 5ο αιώνα ο συγγραφέας των Αρεοπαγιτικών κειμένων ή οποιοσδήποτε άλλος, αναγκάζεται να απευθυνθεί στους Χριστιανούς της εποχής του, λέγοντάς τους ότι δεν πρέπει να φοβηθούν το όνομα του έρωτα, πολύ περισσότερο την εμπειρία του, ούτε βέβαια και όλους εκείνους τους συγχρόνους του διφυείς ηθικιστές, που τον θεωρούσαν πότε υψηλότερο από την αγάπη, μια πραγματικότητα που αφορά μόνο τις σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό, και άρα ασύμβατο με τον κόσμο των ανθρώπων, και πότε υποδεέστερό της και συνεπώς ευτελή και επικίνδυνο για την πορεία συνάντησης με το Θεό. Είναι σαφές πως ένας τέτοιος διπρόσωπος και ταυτόχρονα διφυής ηθικισμός, άκρως επικίνδυνος και ύπουλος με την ενοχοποίηση του έρωτα στόχευε κατευθείαν την καρδιά του Χριστιανισμού και υπέσκαπτε την αλήθεια του. Ο έρωτας έπρεπε πάση θυσία να εξοβελιστεί από τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και από οποιαδήποτε προσπάθεια για ένωσή τους με το Θεό. Με τον τρόπο αυτό και παρά τις προσπάθειες ενός Αρεοπαγίτη ή ενός Ιωάννη της Κλίμακος ο έρωτας, και ας είμαστε ειλικρινείς, ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του Χριστιανισμού. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, ότου τούτη η κατάληξη υπήρξε άμεση και σαφής συνέπεια μιας πορείας που, όπως ήδη έχει επισημανθεί, ξεκίνησε από την υποτίμηση του ανθρώπου, πέρασε στην υποτίμηση του κόσμου και, όπως ελπίζω στη συνέχεια να καταδείξω, κατέληξε στην κατάργηση του ίδιου του Θεού».


ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (2009). «Έρωτος φύσις», στο: Έρως και Θάνατος. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 136-137.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ο Καζαντζάκης του Χρυσόστομου Σταμούλη

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ



Στις μέρες μας εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τα μάτια τους ανοιχτά. Πρόκειται για εκείνους τους ανθρώπους του πνεύματος που κατανικούν την απογοήτευση. Συχνά εποπτεύουν την περιρρέουσα πραγματικότητα και αναρωτιούνται για το που, τελικά, τραβάει ο πολιτισμός μας. Ένας τέτοιος πνευματικός άνθρωπος ήταν ο Χρυσόστομος Σταμούλης, που εφέτος τον Αύγουστο αδόκητα έφυγε από τα ζωή σε ηλικία 61 ετών. Ο Χρυσόστομος έκανε πράξη τη σύζευξη Θεολογίας και Λογοτεχνίας. Όπως και ο αλησμόνητος δάσκαλός του Νίκος Ματσούκας· και δάσκαλος όσων αποφοιτήσαμε από τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Στο συγγραφικό έργο του Χρυσόστομου τα γραπτά του Νίκου Καζαντζάκη κατέχουν σημαντική θέση. Σήμερα, ογδόντα χρόνια (1945) μετά την πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση της Ασκητικής, ο Χρυσόστομος μας έχει αφήσει μια άκρως σημαντική προσέγγισή της. Με θεολογική ματιά εξηγεί γιατί ο υπότιτλός της Salvatores Dei, «τουτέστιν Σωτήρες του Θεού» έχει αναφορά στην πατερική γραμματεία, κυρίως στον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Ένα μελέτημά του, «υστερόγραφο», με τίτλο «Ο άνθρωπος που έσωσε τον Θεό. Ένα σχόλιο στην Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη», στο βιβλίο του «Έρως και Θάνατος» σχολιάζει γιατί στην «κλασική χριστιανική σωτηριολογία», που γνωρίζει «πως τον άνθρωπο τον σώζει ο Θεός», το αντίθετο, ο άνθρωπος θα μπορούσε να σώσει το Θεό, δεν είναι «σκανδαλισμός». Υποστηρίζει ότι, οι «Χαιρετισμοί» του αγίου Κυρίλλου στη Θεοτόκο «ούτε λίγο ούτε πολύ λένε πως η Θεοτόκος αγιάζει την Αγία Τριάδα», συμβάν ξεκάθαρο μιας και ο «αποδιδόμενος από τον Κύριλλο αγιασμός της Τριάδος στη Θεοτόκο, σαφώς και αναφέρεται στο γεγονός της εκ μέρους της υπουργίας της σάρκωσης». Τι γράφει ο άγιος Κύριλλος; Το εξής: «Χαίροις, η τον αχώρητον χωρήσασα εν μήτρα αγία παρθενική· δι’ ης Τριάς αγιάζεται· δι’ ης σταυρός τίμιος ονομάζεται, και προσκυνείται εις πάσαν την οικουμένη…». Εδώ, να σημειώσω κι αυτό που αναφέρει ο Παύλος Ευδοκίμοφ στο βιβλίο του «Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου»: «αν ο Χριστός σώζει τον κόσμο, η Θεοτόκος είναι εκείνη που τον προστατεύει και εισάγει μέσα στην “απανθρωπία” του την τρυφερότητα της χάριτος». 
Για τον Σταμούλη ο Καζαντζάκης δεν είναι ο μόνος λογοτέχνης που έχει διάθεση να δείξει πως ο άνθρωπος σώζει τον Θεό. Την ίδια θέση συναντάμε στους ποιητές Γιώργο Θέμελη και Τάσο Λειβαδίτη. Ο μεγάλος Κρητικός «αποδεικνύει  την τραγικότητα μιας υπάρξεως που παλεύει να σώσει τον Θεό, προκειμένου να σωθεί από αυτόν». Στο ερώτημα που ο Σταμούλης θέτει, «τι έχουμε να αντιπαραθέσουμε εμείς σήμερα σε τούτη τη φλεγόμενη ύπαρξη», απαντά το εξής εκπληκτικό: «εάν τουλάχιστον είμαστε ειλικρινείς και θέλουμε να σώσουμε ότι μπορεί να σωθεί, οφείλουμε τουλάχιστον να πούμε, στεκάμενοι με σεβασμό μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, στο δράμα ενός ολόκληρου πολιτισμού, πως ο Κρητικός δεν πάει να κάνει τον Θεό. Δεν πρόκειται, όπως πολλοί υποστηρίζουν, για μια προσπάθεια κατάληψης της θέσης του Θεού, αλλά για μια αναζήτηση της θέσης του ανθρώπου. Μια πάλη απέναντι στον οποιονδήποτε απάνθρωπο και ως εκ τούτου βέβαιο θεοκεντρισμό, που αφήνοντας τον άνθρωπο έξω από τον φράχτη του Θεού, αγνοεί πως η αληθινή του υπόσταση, εφόσον θέλει να αληθεύει, δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά ανθρώπινη. Ή καλύτερα, λυτρωτικά θεανθρώπινη. Μια υπόσταση ανοικτή στο θαύμα και στην ελπίδα, ανοχύρωτη πόλη μπροστά στην προσδοκία, που παλεύει να πιστέψει ότι: “Στις πιο κρίσιμες στιγμές ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερή τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης”».
Ο Χρυσόστομος Σταμούλης δεν παραβιάζει το αιώνιο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Με φωτισμένη συνείδηση καταθέτει τίμια την πίστη στον Θεό, στον άνθρωπο και στη ζωή. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, η πρώτη κίνηση του ανθρώπου, που έχει συνείδηση της υπάρξεώς του είναι να γνωρίσει και να φιλιωθεί με τον Θεό. Πρόκειται για ερωτική και μεθυστική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, άνοιγμα του εαυτού του προς Αυτόν.  

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης έφυγε από τη ζωή στα 100χρονα από την ίδρυση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

«Θερμότης χωρίς λόγου και επιστήμης». Η συμβολή της πανεπιστημιακής θεολογίας στην αποστολή της Εκκλησίας και ο διάλογος της δημόσιας πλατείας

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ


Το 1925 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το οποίο αποτελούνταν καταρχήν από τέσσερις σχολές: τη Φιλοσοφική, τη Νομική, την Ιατρική και τη Θεολογική. Η λειτουργία της Θεολογικής καθυστέρησε δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, καθώς οι πόρτες στους πρώτους φοιτητές άνοιξαν μόλις την ακαδημαϊκή χρονιά 1941-1942. Οι λόγοι πολλοί. Ανάμεσα σε αυτούς κυριότερος και σημαντικότερος για τη σημερινή μας συζήτηση, η άρνηση πολλών πανεπιστημιακών δασκάλων άλλων ειδικοτήτων, αλλά και κάποιων μελών της Εκκλησίας, να αποδεχτούν τον επιστημονικό χαρακτήρα της θεολογίας. Και τούτο διότι θεωρούσαν ότι η θεολογία συνδέεται πλήρως και αποκλειστικά με την κατήχηση της Εκκλησίας, την ομολογιακή της ταυτότητα και οπωσδήποτε το μυστήριο της πίστης, το οποίο, καθώς πίστευαν, δεν έχει ουδεμία σχέση με την έρευνα και τη γνώση που παράγεται εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Τα χρόνια πέρασαν, η Θεολογική Σχολή λειτούργησε και λειτουργεί παράγοντας ξεχωριστό έργο, εκπαιδεύοντας τους καθηγητές θεολογίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα στελέχη της Εκκλησίας – κληρικούς και λαϊκούς -, αλλά και συμβάλλοντας με το συνολικό της έργο στο διάλογο της θεολογίας με τις επιστήμες, τις τέχνες και τον πολιτισμό στο σύνολό του. Η συζήτηση, βέβαια, για την ταυτότητα των θεολογικών τμημάτων, τα οποία δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά στο κράτος, δεν σταμάτησε ποτέ. Πανεπιστήμιο και Εκκλησία άλλοτε ταυτίζονται και άλλοτε διαιρούνται ολοκληρωτικά. Ο διάλογος έτσι μοιάζει δύσκολος και η πορεία ανηφορική. Οι συγχύσεις πολλές, οι αντιφάσεις περισσότερες.
Και εξηγούμαι. Παράδειγμα πρώτο: ένα πρωινό, πριν από 30 περίπου χρόνια, όντας ακόμη φοιτητής της θεολογίας, προχωρούσα στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου της Θεολογικής μας Σχολής∙ από απέναντι βλέπω να έρχεται ένας συμφοιτητής μου χειρονομώντας και φωνασκώντας. Τι έπαθες, του λέω. Άσε, μου απαντάει, σε αυτή τη Σχολή δεν μπορεί κανείς να σωθεί. Είχε ακούσει κάποια πράγματα από καθηγητή μας σε μια από τις παραδόσεις του, τα οποία του φάνηκαν εντελώς παράξενα – αιρετικά μου είπε -, τα οποία γκρέμιζαν τις βεβαιότητες του για όσα έως εκείνη τη στιγμή γνώριζε, κυρίως μέσα από τον χώρο της ενοριακής του κατήχησης. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το πανεπιστήμιο δεν σώζει, δεν είναι αυτός ο ρόλος του∙ εκείνη που σώζει είναι η Εκκλησία. Το πανεπιστήμιο παρέχει γνώσεις, τις οποίες τα μέλη του αποκτούν μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες που συνδέονται με συγκεκριμένες μεθοδολογίες, που στοχεύουν την ερμηνεία των μνημείων του πολιτισμού, στην δικιά μας περίπτωση των μνημείων του πολιτισμού της Ορθοδοξίας, με τελικό σκοπό, καθώς έλεγε ο Νίκος Ματσούκας, «όχι την ηθικιστική και φρονηματιστική διάπλαση του ανθρώπου, αλλά – και αυτό το σκοπό μπορεί να θέσει η επιστημονική θεολογία – στη μέθεξη ενός πολιτισμού για να κάνει τους ανθρώπους κινητικούς και δημιουργικούς».
Είχα τότε την αίσθηση, την έχω και σήμερα πως με τις σκέψεις μου αυτές δεν τον έπεισα. Οι λόγοι, καθώς πιστεύω, πολλοί. Πρώτος και καλύτερος, η ταύτιση της θεολογικής έρευνας, της επιστημονικής θεολογίας, με την κατήχηση της Εκκλησίας. Δεύτερος, η «αντικειμενική» και μονοδιάστατη θεώρηση της εκκλησιαστικής ιστορίας και θεολογίας και η άρνηση αποδοχής του γεγονότος της ερμηνείας. Τρίτος, η απόλυτη κατάφαση στη βεβαιότητα και η αδυναμία έστω και μιας κάποιας αποδοχής του μυστηρίου της λειτουργικής απορίας, που δίνει νόημα στις διαδικασίες της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας. Μια απορία, η οποία επιτρέπει, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, στη ζωή να ελπίζει στην ερωτική της πλήρωση, τουτέστιν στη μετασκευή της σε μονή εγκατοίκησης του νυμφίου Χριστού. Αναφερόμενος στο θέμα της απορίας ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι γράφει: «Το ν’ απορεί κανείς για τα πάντα είναι φυσικά ανόητο, ενώ το να μην απορεί για τίποτα είναι πολύ πιο κομψό και μάλιστα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, θεωρείται και καθώς πρέπει. Αμφιβάλλω όμως αν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Κατά την γνώμη μου, το να μην απορεί κανείς για τίποτα είναι πολύ πιο ανόητο από το ν’ απορεί για τα πάντα. Κι εκτός αυτού: το να μην απορεί κανείς για τίποτα είναι σχεδόν το ίδιο με το να μην σέβεται τίποτα. Κι ένας ανόητος άνθρωπος είναι ανίκανος να σεβαστεί». Μαζί με αυτά, τέλος, και η σχιζοφρενική διαίρεση γνώσης και εμπειρίας, η οποία εισηγείται εν τέλει μια άλογη «εμπειρική θεολογία» με εμφανή τα σημάδια του φετιχισμού και της ειδωλολατρίας.
Παράδειγμα δεύτερο: Το Τμήμα Θεολογίας, στο οποίο έχω την τιμή και τη χαρά να προεδρεύω για δεύτερη διετία, διοργάνωσε τα τελευταία δύο χρόνια εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια για ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σε όλες μου τις συναντήσεις με τους ιερείς έθετα επίμονα μια πρώτη και βασική ερώτηση: τι σημαίνει το όνομα Χριστός. Ομολογώ, πως σε ποσοστό 90%-95% οι απαντήσεις ήταν προβληματικές. Άλλες κινιόντουσαν προς το νεστοριανισμό, άλλες προς τον μονοφυσιτισμό, άλλες προς τον αρειανισμό και πολλές διαλεγόντουσαν με τα πολυποίκιλα δωμάτια του φαντασιακού. Κάποιος θα έλεγε πως ετούτο το πρόβλημα, ως κατεξοχήν γνωσιολογικό, δεν είναι σημαντικό, καθώς προηγείται η εμπειρία της σχέσης με το πρόσωπο. Οφείλω να ομολογήσω, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η αδυναμία κατανόησης δεν συνιστά μια χωρίς νόημα πραγματικότητα, καθώς αποκαλύπτει τη σταδιακή αλλοίωση του εκκλησιαστικού σώματος, τη σταδιακή απομάκρυνσή του από τον πυρήνα της πίστεως που γνωρίζει ότι η γνώση, εξάπαντος όχι μόνον αυτή, ως μετοχή στην αλήθεια του πράγματος, φωτίζει, πλουτίζει και μεταμορφώνει τον άνθρωπο.
Στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της πανεπιστημιακής θεολογίας. Σκοπός της, η διά της γνώσεως, της έρευνας και της μεθόδου, ανάκτηση της αλήθειας των ονομάτων, που με τη σειρά της οδηγεί στη ψηλάφηση της αλήθειας των πραγμάτων, τουτέστιν στην πραγμάτωση της μετοχής που κάνει τα πράγματα, τα οποία πάντα προηγούνται της επιστήμης και της ερμηνείας, να αληθεύουν. Με άλλα λόγια, η απομαγικοποίηση της «εκκλησιαστικής θεολογίας», η οποία σε πολλές περιπτώσεις, ευτυχώς όχι σε όλες, ως «θερμότης χωρίς λόγου και επιστήμης», καταπώς λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και εξάπαντος ταυτιζόμενη με προσωπικές ιδεολογίες και διαθέσεις που αντλούν ύπαρξη από τη διάθεση ανελεύθερης επιβολής και βίαιης κυριαρχικότητας, οδηγεί σε «πλου της πίστεως ακυβέρνητο». Φαινόμενα που σχετίζονται άμεσα με το τέρας του δογματισμού και την ομογάλακτή του εξουσιαστικότητα. Βέβαια, η αξιολόγηση και το οριστικό ξεδιάλεγμα των αποτελεσμάτων της έρευνας βαραίνει την Εκκλησία. Εκείνη έχει την τελική ευθύνη για την κατήχηση των μελών της και το μπόλιασμά τους στη μυστηριακή της ζωή.
Σήμερα, βέβαια, επικρατούν σε πολλές περιπτώσεις καταστάσεις υποκατάστασης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι σκοπός της δημόσιας θεολογικής εκπαίδευσης είναι η κατήχηση και η ανασύσταση της ομολογιακής ταυτότητας. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε, αλλά ελάχιστοι ομολογούμε, ότι η Εκκλησία είναι πλέον έρημη από κατήχηση. Η «Ορθόδοξη χώρα» είναι η πλέον ακατήχητη χώρα. Γεγονός που διευκολύνει τη μεταφορά της ευθύνης της για την κατήχηση στη δημόσια εκπαίδευση, την ίδια στιγμή, που λαβωμένη από φαινόμενα σύγχυσης, την επικρίνει για την απο-εκκλησιαστικοποίησή της και την ανεπάρκειά της.
Οφείλω να ομολογήσω, πως μια τέτοια άποψη είναι εξολοκλήρου λαθεμένη –τόσο επιστημολογικά, όσο και εκκλησιολογικά– και ως εκ τούτου υπεύθυνη για την ενοχοποίηση της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη μια, αλλά και την συρρίκνωση της αποστολής της Εκκλησίας από την άλλη. Είναι πολλές οι περιπτώσεις σήμερα, που ο όρος ακαδημαϊκός θεολόγος λαμβάνει στο στόμα των επικριτών της πανεπιστημιακής θεολογίας διαστάσεις ύβρεως. Εξ αυτού και η αδυναμία διάκρισης των ουσιωδών που θα επιτρέψουν την πραγματική συνεργασία ακαδημαϊκής θεολογίας και Εκκλησίας στα πλαίσια της αναγκαίας συμβολής των δύο μεγεθών από τα οποία η κοινωνία, η δημόσια πλατεία, αναμένει πολλά. Βέβαια, η απόδοση ευθυνών στην Εκκλησία δεν κάνει μεμιάς ανεύθυνη την πανεπιστημιακή θεολογία, η οποία οφείλει πληρώνοντας τον σκοπό της, να συμβάλλει στην ανάδειξη της οικουμενικής ταυτότητας της Ορθοδοξίας, αλλά και της επιστημονικής της πληρότητας, που ελευθερώνει το σώμα και τις δημιουργικές δυνάμεις που το συγκροτούν. Και για να συμβεί αυτό οφείλει η πανεπιστημιακή θεολογία να κινηθεί πέρα και πάνω από τον στενό ακαδημαϊσμό, ο οποίος πραγματοποιείται ερήμην της ζωής και της κοινωνίας και εισηγείται έτσι μια θεολογία εσωστρεφή, μια θεολογία για τη θεολογία, μια επιστήμη για την επιστήμη, παραδομένη αποκλειστικά στην ιστορία, που δεν αφορά κανέναν παρά μόνον τους θιασώτες της. Κάποιες φορές ούτε και αυτούς. Βέβαια, θα πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι τούτη είναι μία ερμηνεία της ακαδημαϊκότητας∙ εξάπαντος όχι η μόνη, ούτε βέβαια η καλύτερη. Μια ερμηνεία που στηρίζεται προφανώς σε έναν κανόνα. Εντούτοις, ο γνήσιος ακαδημαϊσμός δεν αφίσταται από τη ζωή, ή για να ειπωθεί αλλιώς φτιάχτηκε για τη ζωή. Στην περίπτωση αυτή ακαδημαϊκή και πανεπιστημιακή θεολογία ταυτίζονται. Είναι αλήθεια όμως ότι τον τόνο πάντα, ή σχεδόν πάντα, δίνει η εκτροπή, που κάποτε αποκτά και διαστάσεις κανόνα.
Έτσι, για να είναι κάποιος δίκαιος με τα πράγματα, πρέπει να τονίσει ότι στην πορεία της ιστορίας της σύγχρονης Ορθόδοξης Θεολογίας δεν έλειψαν οι εκτροχιασμοί και οι αλλοτριώσεις. Ίσως να ήταν αυτοί οι εκτροχιασμοί και αυτές οι αλλοτριώσεις που οδήγησαν πολύ σημαντικούς θεολόγους του εικοστού αιώνα σε μια απόλυτα αρνητική κριτική της πανεπιστημιακής - ακαδημαϊκής θεολογίας. Μια κριτική όμως που έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και έφτασε να δαιμονοποιήσει αδιάκριτα κάθε ακαδημαϊκή προσπάθεια, αλλά και να δημιουργήσει φοβίες αξεπέραστες, που έβλαψαν τόσο τη Θεολογία όσο και την Εκκλησία στην Ελλάδα στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. «Αλλά αν η φοβία του ακαδημαϊσμού δεν είναι χωρίς βάση», σημειώνει δηκτικά ο Γιάννης Τσαρούχης, «καταντάει στο τέλος να είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τον χειρότερο ακαδημαϊσμό». Και τούτο διότι τέτοιες φοβίες, τέτοιες ψυχολογικές νευρώσεις, κάνουν τον άνθρωπο να θέλει να βάλει στο γύψο ένα υγιές χέρι με το φόβο ότι αυτό μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να σπάσει, ή να παλεύει να βάλει στο γύψο κάθε υγιές χέρι διότι κάποιο χέρι έχει σπάσει. Έτσι, απέναντι σε τέτοιες πρακτικές και μεθοδεύσεις, το μόνο που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να θέσει τα όρια και να ορίσει τις απαρχές και τα κριτήρια του θεολογείν. «Υπάρχει μια παρεξήγηση με τη λέξη ακαδημία…», σημειώνει και πάλι ο Γιάννης Τσαρούχης, «μια αληθινή ακαδημία σου δίνει τα όπλα να πολεμήσεις, ενώ οι μονομερείς δεξιοτεχνίες μόνο τους ανόητους μπορούν να καταπλήξουν».
Και είναι αυτός ο λόγος, που κάποιες φορές, η Θεολογία θυμίζει κάπως τη γυναίκα του Λωτ. Απειθής και μαζί θυσιασμένη. Απειθής απέναντι στην κλήση της, να ολοκληρώσει τον σκοπό της, να αποτελέσει τώρα και στους αιώνες την κριτική και συνεπώς προφητική φωνή της Εκκλησίας και της ιστορίας. Και θυσιασμένη, στην υπηρεσία της εξουσιαστικότητας, σε κείνη την προσπάθεια, σε κείνη τη στάση, που παλεύει με νύχια και με δόντια να οριοθετήσει και να ελέγξει τις πιο βαθιές ανάγκες του ανθρώπου, τον πυρήνα της ύπαρξής του, την ίδια του τη ζωή.
Δεν χωρά αμφιβολία πως η ερμηνευτική προσπάθεια, αναγκασμένη πολλές φορές από την αγωνία ενός ποιμαντικού επείγοντος, έστρεψε τις περισσότερες φορές τη ματιά της στο χώρο της ηθικής. Είδε, έτσι, στο πρόσωπο της γυναίκας του Λωτ, και της τιμωρητικής μετατροπής της σε στήλη άλατος, ένα αιώνιο «σύμβολον απομαρανθείσης φρενός, και νου προς ηλιθιότητα μεταφοιτάν κειμένου, και εις εσχάτην πως αναισθησίαν εληλακότος». Πρακτική, που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία ανα-κοίνωσης των πραγματικών διαστάσεων της βιβλικής διήγησης, και ως εκ τούτου την ελαχιστοποίηση της δυναμικής που κρύβεται στον εσώτερο πυρήνα της. Και το λέγω τούτο, διότι το μείζον της βιβλικής διήγησης της ιστορίας του Λωτ δεν εξαντλείται με τη χρησιμοποίησή της, δίκην ενός ακόμη παραδείγματος, στη δικαίωση του ηθικού κανόνα: επιθυμία – αμαρτία – θάνατος. Ενός κανόνα άλλωστε, που σε περιπτώσεις ενσυνείδητης ή ασυνείδητης αστοχίας, οδήγησε αδιάκριτα στην ενοχοποίηση της οποιασδήποτε επιθυμίας και στην απουσία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος από την πραγματική ζωή.
Έχω την αίσθηση, πως το σημαντικό της ιστορίας τούτης της δύστυχης γυναίκας, βρίσκεται πέρα από το προφανές, στην κατανόηση της τραγικότητας της, που συνίσταται στην υπαρξιακή της αδυναμία να διακρίνει ποιο είναι το ένα εκείνο πράγμα που αποτελεί την πραγματική της ανάγκη.
Νομίζω, πως θα ’ταν καλύτερο σήμερα, με το δικαίωμα που μας δίνει η επιτακτική ανάγκη νέας νοηματοδότησης της πραγματικότητας, να αντιστρέψουμε τα πράγματα και να πούμε πως η γυναίκα του Λωτ είναι παράδειγμα μιας πηγής που στέρεψε από επιθυμία. Το παράδειγμα μιας γυναίκας που προτίμησε το νεκρό παρελθόν από την αλήθεια του παρόντος. Γεγονός που καταδεικνύει δύο πράγματα· πρώτα την αδυναμία της να υπερβεί το εσωτερικό και μαζί υπαρξιακό της σύνορο, τα Σόδομα όλων των καλότυχων διχασμένων, που παλεύουν να σπάσουν τη βεβαιότητα της έσω ζωής, το νόστο του νόστου, που αγνοεί τα πρόσωπα και τα πράγματα, τα πολύτιμα ενός αδιόρθωτου πάθους, όσο και την αδυναμία του παρόντος να διεκδικήσει το ενδιαφέρον και την ύπαρξη των ανθρώπων μιας ζωής εν κινήσει.
Έχω την αίσθηση πως μια τέτοια ερμηνεία, παρότι ανοχύρωτη πόλη, στα μάτια υπομνηματιστών και «προφητών», του έτσι κι αλλιώς διαμορφωμένου κλειστοφοβικά παρελθόντος, προβαλλόμενη στο χώρο της σύγχρονης θεολογίας, μπορεί να αξιολογηθεί θετικά και να αξιοποιηθεί δημιουργικά.
Δίχως άλλο η άρνηση του παρόντος και η συνακόλουθη απουσία από αυτό συνιστά αμαρτία. Και τούτη την αμαρτία η σύγχρονη θεολογία στην Ελλάδα τη γνωρίζει καλά. Δεν είναι λίγες οι φορές που στο όνομα, για παράδειγμα της παράδοσης, η θεολογία έχασε από τα μάτια της το παρόν, έχασε την ίδια της τη ζωή. Η απείθεια της γυναίκας του Λωτ είναι στ’ αλήθεια μια άρνηση της συμπόρευσης, μια δικαίωση, εξάπαντος όχι πρόσληψη του διχασμού, μια νίκη της απουσίας. Μια αναζήτηση των σπουδαίων και σημαντικών στο παρελθόν, και συνεπώς μια ομοούσια με την αναζήτηση άγνοια, πως τα πολύτιμα είναι πάντα δίπλα μας και εντός μας. Ξεχνούμε, έτσι, πως το παρελθόν έχει νόημα μόνο στην περίπτωση που βρίσκεται μέσα μας, όταν αποτελεί σύμβαση που νοηματοδοτεί το παρόν, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να υπάρξουμε. Ένα τέτοιο παρελθόν, όμως, όπως άλλωστε και το αντίστοιχο μέλλον, σε αντίθεση με ότι συνηθίζουμε να λέμε, ζει στο παρόν και στα πρόσωπα, ζει με τα πρόσωπα, που το σημάδεψαν, γύρω μας και εντός μας. Είναι ένα συνεχές και μονίμως ανανεούμενο παρόν. Μια πραγματοποιημένη εσχατολογία και μια εσχατολογική πραγματικότητα. «Ημείς δε ου χρείαν έχομεν αποδημήσαι διά την βασιλείαν των ουρανών, ούτε περάσαι θάλασσαν διά την αρετήν… Η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστιν· Ουκούν η αρετή του θέλειν ημών μόνου χρείαν έχει· επειδήπερ εν ημίν εστι, και εξ ημών συνίσταται».
Δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως μια τέτοια μαρτυρία είναι συγκλονιστική. Ταυτόχρονα, όμως, και προβληματική, όταν μετατρέπεται σε αργαλειό που υφαίνει εσωστρέφειες και αναστολές, ματαιώσεις και αποδράσεις. Είναι καιρός, νομίζω, να μιλήσουμε χωρίς φόβο και με πάθος. Όλοι το ψιθυρίζουν, αλλά λίγοι το φωνάζουν, πως η θεολογία μας πάσχει σήμερα από σοβαρή ασθένεια· από την ασθένεια της απουσίας του θέλειν, τουτέστιν από το ου θέλειν. Το ίδιο και η Εκκλησία. Πολλές φορές, αμφότερες, είτε μέσα από την επιστροφή στο παρελθόν, είτε μέσα από την απόδραση στο μέλλον, δίνουν την εικόνα μιας απόλυτης εσωστρέφειας, μιας ολοκληρωτικής απουσίας από τη ζωή. Και όταν οι τολμηροί, μαζί και αφελείς, ζητούν μια επιστροφή στην παρουσία, βρίσκονται αντιμέτωποι με κάθε λογής παραδόσεις, βέβαιες και για τούτο νεκρές, που είναι πάντα εκεί, πιστές στη μυστική συνάντηση, για να μεταφέρουν το κέντρο βάρους από τα ουσιώδη στα επουσιώδη, από το παρόν σε κάποιο νεφελώδες και ρητορικό μέλλον, το μέλλον του παρελθόντος, εξάπαντος όχι του παρόντος, από «τα πάντα και εν πάσι», στο τίποτα.
Ίσως, λοιπόν, η ευθύνη της σύγχρονης θεολογίας να είναι ακριβώς αυτή· να ξαναδημιουργήσει την προσδοκία, την επιθυμία της ζωής, όχι απλά της μεταθανάτιας ζωής, αλλά της ζωής πριν τον θάνατο, που είναι τροχιοδεικτική της άλλης ζωής. Μια ζωή επ-ανάστασης, που θα απομακρύνει μεμιάς το βόλεμα και την κλειστότητα στον ψευτόκοσμο που έχει δημιουργηθεί γύρω μας και εντός μας. Μια έκρηξη συμ-πάθειας, ενός λεπτού σιγή και ενός λεπτού μαζί για τον κόσμο που πονά, που τεμαχίζεται, που τσαλακώνεται, από εξουσιαστές και ατάλαντους. Ένας καημός για την καθημερινότητα. Μια άρνηση της σύμβασης. Μια κατάφαση στη χαμένη λαϊκότητα, που προτιμά την «αντάρτικη», «άχρηστη» ελευθερία από την υποκριτική πειθαρχία στην παράδοση. Άλλωστε ας μη μας ξεγελά η κινδυνολογία του αντιφωνητή, που βλέπει παντού και πάντα γκρέμισμα της παράδοσης και εισβολή νεωτερισμών ξένων προς το οικείο σώμα. «Την δύναμη», λέγει ο Τσαρούχης, «να πολεμήσεις την παράδοση σου πάλι η παράδοση σου θα σου τη δώσει». Και δεν χωρά αμφιβολία πως υπαινίσσεται εκείνες τις περιθωριοποιημένες φωνές, τα μεγάλα και κλεισμένα μονοπάτια, γεννήματα του ίδιου σώματος, της ίδιας γης, που τις κατάπιε η ολοκληρωτική μανία του κανόνα. Η διάθεση για αποκλειστικότητα και καθεστωτική, συστημική κυριαρχία. Το βασίλειο της απαγόρευσης. Εκείνο το περίεργο σύννεφο, που χωρίς αμφιβολία σκέπασε τη γη της θεολογίας και έκοψε τη λαλιά της. Ένα σύννεφο, που διεκδικεί απουσία από τα χώματα, από τις θείες φωνές που γεννά η γη. Και τούτο, διότι, καθώς σημειώνει ο ποιητής, «Δεν πονέσαμε ακόμα αρκετά / για να μας αγγίξει ο πόνος του διπλανού μας».
«Ο “επίσκοπος”», σημειώνει στο άκρως ενδιαφέρον βιβλίο της, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, «χτύπησε το χέρι του στο μπράτσο της πολυθρόνας και μου είπε άγρια: “Μοντενέγκρο, να σε πάρει ο δαίμονας, κατανόησε επιτέλους το πρόβλημα! Βρισκόμαστε σε δεινή θέση, για την οποία εσύ, εν τέλει, ευθύνεσαι. Τόσα χρόνια μας συμβούλευες να διδάσκουμε ότι η έρημος είναι απροσπέλαστη και η μόνη έξοδος είναι το λιμάνι. Σε εμπιστευτήκαμε και στηρίξαμε εκεί όλη τη δημαγωγία του άμβωνα. Η υδρία με το ένα στόμιο, η νύχτα με το ένα φεγγάρι, ο ποταμός με τη μία ροή. Τι να πούμε την επόμενη Κυριακή στους πιστούς; Λάθος, παρεξηγήσατε, ο ποταμός πλέει κι αντίστροφα, μα παραλείψαμε να το αναφέρουμε;” Εδώ που τα λέμε δεν είχε άδικο, εγώ τους συμβούλευα για το περιεχόμενο του κηρύγματός τους, αλλά έπαιρνα μυστικές οδηγίες από το Κυβερνείο, δεν αυτοσχεδίαζα. Ο μακαρίτης Βερά απαιτούσε να κρατώ τους αποίκους μακριά από την έρημο και υποχρεώθηκα να επινοήσω νέες παραβολές, να βάλω στο στόμα του Ιησού λόγια που ποτέ δεν τα είπε και να διαστρεβλώσω κατεβατά ολόκληρα της Βίβλου για να συντηρήσω τον τρόμο της ερήμου. Ωρυόμουν απ’ τον άμβωνα πως όποιος διανοηθεί να πατήσει στην άμμο θα τον βουτήξει η τσιμπίδα του Εωσφόρου. Ο νέος Κυβερνήτης έσπαγε αιφνιδιαστικά το ταμπού της ερήμου και με εξέθετε απερίγραπτα. Κατέβασα το κεφάλι».
Βέβαια, για να είναι κανείς δίκαιος με Θεό και ανθρώπους πρέπει να τονίσει, και επανέρχομαι εδώ στον αρχικό μου υπαινιγμό περί θυσίας της γυναίκας του Λωτ στο βωμό μιας κάποιας εξουσιαστικότητας, πως στα πατερικά ερμηνευτικά κείμενα της διήγησης, συναντούμε συχνά πυκνά κάποια ποιμαντικά στρογγυλέματα, που δίχως άλλο, όμως, μέσα από επάρκειες και ανεπάρκειες, επιτρέπουν την επέκταση και την αναγωγή, την τελική νίκη του διχασμού. Άλλωστε, ο διχασμός δεν είναι ένα ψυχολογικό δεκανίκι, μια αναγκαστική μορφή ύπαρξης, αλλά πραγματικότητα που μπορεί να υπερβαθεί, αλήθεια που ζητά να ξεπεραστεί μέσα από τη «βεβαίωση» της παρουσίας. Διχασμός και αμφιβολία, σαν αυτούς που ο Χριστός πέρασε στη Γεθσημανή, δίνουν το μέγεθος, αποκαλύπτουν την αυτογνωσία, μιας ύπαρξης που πάντα αναζητά την άλλη παρουσία, που ξεπερνά τη διαίρεση. Για να φτάσει όμως κάποιος στη «βεβαίωση» της παρουσίας οφείλει να αποδεχτεί το διχασμό, την αλήθειά του, που εξόριστη από την αμεσότητα αποκαλύπτει την εωσφορική μοναξιά και γύμνια. Την κατάφαση δηλαδή σε εκείνη την πραγματικότητα που η απουσία της άφησε τον διάλογο της άσκησης και της ευχαριστίας ανεκπλήρωτο. Την καταφυγή στην αδύναμη δύναμη που επιτρέπει την ποιητική υπέρβαση της εσωστρέφειας, τη ψηλάφηση του άθλου της ανάκρισης που γεννά ανάκραση τρόπου, συνάντηση τίμια.
Ο διχασμένος άνθρωπος δεν προσκυνά την ιδιοφυΐα, δεν ξεπέφτει στην ευφυΐα. Γιατί «η μεγαλύτερη τιμωρία», όπως μας υπενθυμίζει και πάλι η Ζωή Καρέλλη, «είναι η άμβλυνση της οδυνηρής ικανότητάς του ν’ αντιλαμβάνεται την φοβερή εμπειρία του διχασμού του». Κάθε λήθη αυτού του διχασμού μοιάζει να φλογώνει μέσα στον άνθρωπο αυτό που ονομάζουμε απάνθρωπο. Μια σκληρή βεβαιότητα, μια δύναμη, που γεννιέται από τον χωρισμό του μυαλού από το σώμα και του ενθάδε από το επέκεινα, και τον κάνει να ξεχνά πως το κτιστό υπάρχει στ’ αλήθεια όταν βουτά την ύπαρξή του στο άκτιστο…
«Και συ, Καπερναούμ», λέγει ο ευαγγελιστής και δείχνει με μιας το σκάνδαλον που αποδομεί τις βεβαιότητες της έρημης ζωής, «η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση· ότι ει εν Σοδόμοις εγενήθησαν αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν σοι, έμειναν αν μέχρι της σήμερον. πλην λέγω υμίν ότι γη Σοδόμων ανεκτότερον έσται εν ημέρα κρίσεως ή σοι».

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS
Και εδώ: NULA DIES SINE LINEA

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (2016). «Θερμότης χωρίς λόγου και επιστήμης». Η συμβολή της πανεπιστημιακής θεολογίας στην αποστολή της Εκκλησίας και ο διάλογος της δημόσιας πλατείας, στο: Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι. Αθήνα: Αρμός, σσ. 193-207• [οι υπογραμμίσεις με κόκκινο χρώμα είναι δικές μου].

Θεσσαλονίκης Φιλοθέου: Ὁμιλία στήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία τοῦ Καθηγητοῦ Χρυσοστόμου Σταμούλη

Τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ΦΙΛΟΘΕΟΥ


«Εὐτυχῶς δέν φεύγουν ὁλοσχερῶς
οἱ σπουδαῖοι καί οἱ ἀγαπημένοι.
Ὑπάρχουν, καί μπορεῖς νά τούς δεῖς…»

Οἱ στίχοι αὐτοί τῆς ἀείμνηστης ποιήτριας Κικῆς Δημουλᾶ, Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί Πατέρες, τίμιοι Ἄρχοντες, μέλη τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Κοινότητας, φίλοι καί οἰκεῖοι καί ἀγαπητοί ἀδελφοί, περιγράφουν τήν ἐλπιδοφόρα πίκρα πού ὑπάρχει στίς καρδιές ὅλων μας, τούτη τήν ὥρα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ μας πρός τόν μακαριστό ἤδη Καθηγητή Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πᾳνεπιστήμιο τῆς Πόλης μας, συνθέτη καί μουσικό, λατρευτό σύζυγο καί πατέρα, δάσκαλο καί πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, Χρυσόστομο Σταμούλη.

Ἡ συνέχεια τῆς ἐπικήδειας Ὁμιλίας εδώ

Tο άνοιγμα της Θεολογίας στις Τέχνες


ΠΗΓΗ: Απαρχή

[Ταλιμπάν και «Νεοκαθαροί»]

Του ΜΑΝΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Ο θάνατος του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη δεν αποκάλυψε μόνο την πικρή αλήθεια της φθοράς, αλλά και τη σήψη που υποβόσκει σε ένα τμήμα του εκκλησιαστικού σώματος: εκείνη την άμορφη μάζα, που αυτοπροβάλλεται ως «ορθόδοξη συνείδηση» και όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιθετική υποκουλτούρα θρησκευτικού Ταλιμπανισμού. Οι αναρτήσεις μίσους που πλημμύρισαν το Διαδίκτυο μετά την κοίμηση του Καθηγητή δεν είναι τυχαίες. Μαρτυρούν μια βαθιά μισαλλοδοξία που εδρεύει σε ψυχές κλειστές, σε σώματα που ζουν από την καχυποψία, σε μια πίστη που δεν λειτουργεί ως μυστήριο ζωής αλλά ως ιδεολογία ελέγχου και αποκλεισμού.
Αυτή η ομάδα, που ευδοκιμεί σε διαδικτυακά καταγώγια και ραδιοφωνικά παραληρήματα, δεν είναι Ορθοδοξία, είναι η παραμόρφωση της Ορθοδοξίας, το γκροτέσκο είδωλό της. H βία τους είναι διαφανής: δεν κρύβεται σε επιχειρήματα ή σε στοχασμό, αλλά προβάλλεται γυμνή ως ύβρις. Η «καθαρότητα» που ευαγγελίζονται δεν είναι θεολογική, αλλά βιοπολιτική, δεν προέρχεται από το σώμα του Χριστού, αλλά από τη λογική της αγέλης που καταδιώκει τον διαφορετικό.
Ο Σταμούλης υπήρξε θεολόγος της αγάπης, όχι του φόβου. Γι’ αυτό και η επίθεση εναντίον του συνεχίζεται ακόμη και μετά τον θάνατό του: γιατί ενσάρκωνε την απειλή απέναντι σε μια θρησκεία που κατέστη θρησκοληψία. Δεν τους συγχωρείται ότι μίλησε για τον έρωτα ως θεολογικό γεγονός, δεν του συγχωρείται ότι τόλμησε να δει στην Εκκλησία όχι στρατόπεδο ηθικολόγων αλλά σώμα Χριστού, όπου η σάρκα και το πνεύμα συν-υφαίνονται.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό βάρος: η Εκκλησία της Ελλάδος, αν παραμένει σιωπηλή απέναντι σε τέτοια φαινόμενα, γίνεται συνένοχη. Όταν το εκκλησιαστικό πεδίο παραδίδεται σε τέτοιους «θεματοφύλακες» της αγνότητας, τότε χάνει το ίδιο το κέντρο της: το άνοιγμα προς τον άλλο, το σκάνδαλο της Χάριτος. Όσο το μίσος εμφανίζεται με εκκλησιαστική επένδυση, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αποθαρρύνονται να πλησιάσουν τα Μυστήρια. Το ίδιο το Ευαγγέλιο παραμορφώνεται σε όπλο αποκλεισμού.
Και όμως, «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Η Ορθοδοξία δεν είναι οχυρό, αλλά σταυρός. Δεν είναι φίλτρο καθαρότητας, αλλά τραύμα φιλοξενίας. Η φωνή του Σταμούλη, ακόμη και μετά τον θάνατό του, μας υπενθυμίζει πως χωρίς το άνοιγμα στον Άλλον —τον άνθρωπο, τον Θεό, τον έρωτα, τη ζωή— η Εκκλησία καταρρέει σε μια θεσμική παρωδία. Το πένθος του λοιπόν δεν είναι ιδιωτικό, είναι δημόσιο και πολιτικό, γιατί φανερώνει με τρόπο οξύ το ρήγμα ανάμεσα σε εκείνους που κατανοούν την πίστη ως μυστήριο κοινωνίας και σε εκείνους που την καταναλώνουν ως όπλο μίσους.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη: η Ορθοδοξία οφείλει να αποκηρύξει τους Ταλιμπάν που μιλούν στο όνομά της. Αλλιώς θα τους μοιάσει. Και τότε, η Εκκλησία θα χάσει την ικανότητα να παράγει «θετικότητα σχέσης» και θα καταβροχθιστεί από τη δική της αρνητικότητα. Το μυστήριο θα σιωπήσει. Και θα απομείνει μόνο η ηχώ του μίσους.


Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Εις μνήμην ενός αντιστασιακού της ζωής του Χρυσόστομου Σταμούλη

Του π. ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΡΤΗ


Όσοι ζήσαμε τον και με τον καθηγητή Χρυσόστομο Σταμούλη είμαστε σίγουροι για ένα πράγμα. Πως δεν βαρεθήκαμε την ζωή. Αντιθέτως την αγαπήσαμε πιότερο. Γνωρίζοντάς τον καλά από το 1985 μαζί του φτιάχτηκε μία παρέα αντιστασιακών. Αντιστασιακών απέναντι στην μιζέρια, απέναντι στις αγκυλώσεις, στις δολοπλοκίες και ραδιουργίες, στην ακαλαισθησία, στην κάθε είδους στυφή νοοτροπία. Ανθρώπων που σμιλευτήκαμε με το άρωμα και την λαχτάρα μίας αληθινής ενοριακής Εκκλησίας, μέσα από την οποία, εκκλησιαστήκαμε, κοινωνήσαμε, ερωτευτήκαμε, τραγουδήσαμε, συνθέσαμε, κάναμε αδελφικές φιλίες, απωλέσαμε κάποιους, παλέψαμε για την μουσική εντός του χώρου, οραματιστήκαμε, γνωρίσαμε απίστευτους δημιουργούς, δημιουργήσαμε με την σειρά μας, γράψαμε την δική μας ιστορία και εν τέλει θεολογήσαμε την ζωή. Με πιο απλά λόγια, της ρουφήξαμε το μεδούλι. Γι’ αυτό και δεν βαριόμασταν να κάνουμε όλο και κάτι καινούργιο. Κι είναι αλήθεια πως ο Χρυσόστομος είχε πολλές τέτοιες παρέες. Μικρές ή μεγαλύτερες. Και πάντα μπροστάρης. Μόνο όσοι δεν άντεχαν την ανοιχτωσιά του και τα ονείρατά του δεν μπόρεσαν τελικά να συμπορεθούν. Ας όψονται. 
Και καλούμαστε τώρα οι αδελφικοί σου φίλοι να σε βλέπουμε νεκρό. Ημέρες της Παναγίας μας, που τόσο αγάπησες μέσα από τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Που έδυ σου το κάλλος, αδελφέ; Αυτό το Κάλλος το Άγιον, που με λαχτάρα συνέγραψες; Κι ενώ πάντα προτιμούσαμε τον Έρωτα σε σχέση με τον Θάνατο, αυτή την φορά ο δεύτερος μοιάζει νικητής. Τι να γυρεύει άραγε ο καθηγητής σ΄ένα φέρετρο, όπως μία Αλεπού στο παζάρι; Λες, δάσκαλε τελικά να Φάγαμε Ήττα; Όπως και να έχει, τώρα που περνάς στο επέκεινα, φρονώ πως δεν χρειάζεται να προσέχεις το κενό (Mind the Gap). Γιατί απλά όποιος πιστεύει στην Ανάσταση έχει ζωήν αιώνιον. Κι εσύ όχι μόνο την πίστευες αλλά ήσουν και θιασώτης της. Και μάλιστα της Χαλκηδόνιας Ανάστασης, ψυχής τε και σώματι.
Πλέον για την Ιωσηφίνα και τα παιδιά σου, για εμάς που μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε μαζί και για όποιον σε χάρηκε, τα Κρινάκια της Άμμου στην Άφυτο θα γεμίσουν από Αυγουστιάτικη Θλίψη. Οι Γιορτές μας έγιναν Πληγές. Όμως, σε βλέπω να πετάς προς τον ουρανό όπως ο Dion Giouseppe. Τώρα μπορεί να πετάξει ο νέος, καθώς δεν του λείπει ο ουρανός. Τώρα καθώς έχεις Μιλήσει με την Θάλασσα, Βλέπεις και τον Ουρανό που είναι γεμάτος Χρώματα και Αρώματα. Στο Καλό Ψυχή μου. Τώρα που φεύγεις πάρε μαζί σου και τον Χριστό, που πάντα κουβαλούσες.

ΠΗΗΓ: η ευχή

Χρυσόστομος Σταμούλης: Ο μαέστρος της τέχνης του θεολογείν

Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΥ


[...] Με το έργο του πέτυχε το άνοιγμα της θεολογίας στον κόσμο και τις τέχνες. Σε αυτό το πλαίσιο συνδύασε τη θεολογία με την ποίηση, τον κινηματογράφο, τη μουσική. Ο ίδιος ήταν ένας ξεχωριστός μουσικός, μαέστρος, συνθέτης και ποιητής, που συνεργάστηκε με καταξιωμένους μουσικούς και τραγουδιστές (βλ. https://www.youtube.com/@chrysostomosstamoulis9584 και https://antidosis.wordpress.com/ )
Με τη θεολογία και τη μουσική καλλιέργησε το αναστάσιμο φρόνημα και τόνισε την ερωτική ανιδιοτέλεια της εν Χριστώ ζωής. Με το έργο του και τη ζωή του φανέρωσε τον πολιτισμό της σάρκωσης, έναν πολιτισμό οικουμενικό και πανανθώπινο με βάση τις σταθερές του Ευαγγελίου. Έναν πολιτισμό γεμάτο Φως!
Περισσότερα και πιο τεκμηριωμένα θα γράψουν οι νέοι ερευνητές και οι νέες ερευνήτριες που θα ασχοληθούν με το πλούσιο έργο του.
Αναμφίβολά όμως η μαρτυρία του Χρυσόστομου Σταμούλη είναι η τέχνη της θεολογίας και η θεολογία της τέχνης!
Κι ο ίδιος, ένας μαέστρος αυτής της τέχνης!

Η συνέχεια του άρθρου εδώ

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Το αντίο του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Θεοφίλου στον Χρυσόστομο Σταμούλη


Η αδόκητη κοίμηση του Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Χρυσόστομου Σταμούλη, του πολύ αγαπητού φίλου Μάκη, μέλους της τοπικής μας Εκκλησίας και εκλεκτού συνεργάτη μας στο ενοριακό και ευρύτερο ποιμαντικό έργο, μας συγκλονίζει όλους.
Ο Χρυσόστομος άφησε πρόσκαιρα την παρούσα βιοτή, για να πορευτεί γρηγορότερα προς τον Αναστάντα Χριστό και μάλιστα τις μέρες που γιορτάζει η Μητέρα Του και Μάνα μας, η Παναγία Θεοτόκος.
Σε πρόσφατη επικοινωνία του με κοινή μας φίλη έλεγε: «Όλα να ανασταίνονται και όλα να είναι αναστημένα. Και ανάμεσά τους εμείς, χαρούμενοι, γιορτινοί, ν’ ακουμπάμε ο ένας τον άλλον και να πορευόμαστε».
Αυτό το ελπιδοφόρο βίωμα μάς μεταδίδει ο Χρυσόστομος. Κι αυτό θ’ αποτελέσει την μεγαλύτερη παρηγοριά προς την αγαπημένη σύζυγό του Ιωσηφίνα, τα παιδία τους Θανάση και Αλεξάνδρα, τους συγγενείς του, αλλά και τους συναδέλφους, τους μαθητές του και όλους εμάς τους πολυάριθμους φίλους του.
Καλή Ανάσταση Χρυσόστομε! Η Παναγιά να σε οδηγήσει ασφαλώς «εκ γης προς Ουρανόν»!

Ο Θεσσαλονίκης Φιλόθεος

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Άφυτος Χαλκιδικής 1964 – Θεσσαλονίκη 2025)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



«Ύλη αδίδακτη ο θάνατος»

Ο θάνατος απόψε δεν σου μοιάζει
Δεν σου τραβάει μια θάλασσα μπροστά του
Για να τον κυνηγήσεις μες στα σύννεφα
Με τα φτερά του γλάρου να ψηλώσεις
Να τον ακολουθήσεις όταν δύει

Είσαι ο αγέρας και δεν πέφτεις ποτέ
Είσαι ο βράχος που δεν κοιμάται
Και πέρασαν μυριάδες μέλισσες
Είσαι το βλέμμα που δεν παίρνει ύπνο
Και καρτεράει
Κρατώντας ξύπνιο τον ουρανό


Γιώργος Σαραντάρης· από τη συλλογή «Ο θάνατος θα μάθει να πεθαίνει», στο: Στη δόξα των πουλιών. Ίκαρος: Αθήνα 1997, σ. 164.

Ο θεολογικός κόσμος, μεσούντος του Αυγούστου, με βαθύτατη θλίψη πληροφορήθηκε τον αδόκητο θάνατο του Χρυσόστομου Α. Σταμούλη, διακεκριμένου θεολόγου – καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, μουσικού και Άρχοντος της Μ.τ.Χ.Ε. Ο εκλιπών υπήρξε «οτρηρός θεράπων» της Θεολογίας, ακαταπόνητος ως την τελευταία στιγμή το΄΄υ βίου του συγγραφέας, θεολογική προσωπικότητα παγκοσμίως καταξιωμένη, ταλαντούχος μουσικός και ως χαρισματικός πανεπιστημιακός δάσκαλος υπηρέτησε επάξια τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Το κενό που αφήνει είναι δυσαναπλήρωτο. Η συγγραφική του δραστηριότητα είναι πλουσιότατη και αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές θεολόγων.
Ο Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης, βαθύτατα συγκλονισμένος από την απώλεια του εκλεκτού συναδέλφου, ιδρυτικού μέλους και συνεργάτη του, προς τους οικείους του εκφράζει τα θερμά του συλλυπητήρια και με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. θα αφιερώσει στην ιερή μνήμη του την 8η Πανελλήνια Συνάντηση Θεολόγων η οποία θα γίνει στην Αθήνα (5 έως 7 Σεπτεμβρίου), και θα έχει θέμα: «Ιεραποστολή της Εκκλησίας και αποστολή του σχολείου σε διάλογο. Μαρτυρία χθες και σήμερα».

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Πέτρος Παναγιωτόπουλος
Καθηγητής ΑΠΘ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας
Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

ΠΗΓΗ: Θρησκευτική Εκπαίδευση

Το ύστατο χαίρε στον Χρυσόστομο Σταμούλη

Του ΧΑΡΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ


Ο αείμνηστος Kαθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης στην εκδήλωση παρουσίασης 
του βιβλίου του +Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου “Εγρήγορση”, τον Ιούνιο του 2017 στη Λάρισα.

Την περασμένη Δευτέρα το πρωϊ η πληροφορία ότι «έφυγε ο Μάκης» ήταν ένα ισχυρό σοκ. Αρνήθηκα να την πιστέψω ευχόμενος να πρόκειται για «fake news» καθώς το κακό μαντάτο κυκλοφορούσε «από στόμα σε στόμα» χωρίς να έχει υπάρξει ακόμη κάποια διασταυρωμένη ενημέρωση. Δυστυχώς, όμως, κατά τις 10 π.μ. η πληροφορία έγινε είδηση… «Έφυγε ο Καθηγητής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης»… Απίστευτο κι όμως αληθινό! Ο γελαστός Χρυσόστομος, ο ανοιχτόμυαλος καθηγητής και τόσο θαυμάσιος άνθρωπος, που μας έκανε περήφανους ως θεολόγους είχε ξεκινήσει το ταξίδι του για την «Άνω Ιερουσαλήμ».
Στα εξήντα ένα του χρόνια, στην ακμή της θεολογικής του ωριμότητας, ο Χρυσόστομος (Mάκης) Σταμούλης έφυγε ξαφνικά από κοντά μας (σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, λίγο πριν την έναρξη θεολογικού Συνεδρίου στη Ρόδο, αποδόθηκε ο θάνατός του) αφήνοντας πίσω του όχι κενό αλλά πληρότητα. Πληρότητα λόγου που έγινε σάρκα στα βιβλία του, πληρότητα μουσικής που έγινε προσευχή στις συνθέσεις του, πληρότητα αγάπης που έγινε διδασκαλία στις αίθουσες του Αριστοτελείου. Ένας σπάνιος άνθρωπος, ένας σημαντικός θεολόγος που μπορούσε να διαλεχθεί με την εποχή του μέσα από την μουσική, την ποίηση και την τέχνη, έφυγε ξαφνικά από κοντά μας αφήνοντας πίσω του ένα πολύτιμο αποτύπωμα.
Υπήρξε ένας πιο σημαντικούς σύγχρονους θεολογικούς στοχαστές της γενιάς μας, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στην οικουμένη. Μίλησε με θάρρος για την ανθρωπινότητα του Θεού, εναντιώθηκε όσο κανένας στις θρησκευτικές στρεβλώσεις και την εξουσιαστική “θρησκεία” (και πολεμήθηκε λυσσαλέα για αυτό). Ήταν από τους λίγους θεολόγους που ψηλαφούσε ουσιαστικά τη σχέση αισθητικής και θεολογίας, έχοντας κατ᾽ ενώπιον τη φιλοκαλία της Ορθοδοξίας και ως αίτημα να βρει η σύγχρονη Ορθοδοξία τη χαμένη της αυτοσυνειδησία. Για αυτό συναντούμε στις μελέτες του και στη διδασκαλία του, πέρα από κορυφαίους θεολόγους, ασκητές, όπως ο Γέρων Σωφρόνιος του Essex, ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Γέρων Πορφύριος και μορφές της τέχνης, λογοτεχνίας, της ποίησης και της μουσικής, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, η Κική Δημουλά και ο Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης.
Δεν ήταν απλώς Καθηγητής Θεολογίας – ήταν ένας από εκείνους που έκαναν τη θεολογία να μιλάει άλλη γλώσσα. Μια γλώσσα ανθρώπινη, με πάθος, ομορφιά και αναζήτηση. Έλεγε και έγραφε για τη σεξουαλικότητα, τον φονταμενταλισμό, τον έρωτα και τη θρησκευτική υποκρισία με μια καθαρότητα και τόλμη που σπάνια συναντά κανείς στον θεολογικό και (κυρίως) εκκλησιαστικό λόγο. ‘Ηταν ένας από εκείνους τους ακαδημαϊκούς των οποίων η παρουσία δεν καταλάμβανε απλώς το χώρο – τον μεταμόρφωνε. Κουβαλούσε τις σκέψεις του σαν πετραχήλι: με κομψότητα, σοβαρότητα και μια πινελιά μυστηρίου. Τα λόγια του, πάντα σμιλεμένα, ήξεραν πώς να κάνουν τα δόγματα να χορεύουν χωρίς ποτέ να τα προδίδουν. Αγαπούσε πολύ και τη μουσική. Δεν την έβλεπε σαν κάτι ξεχωριστό από τη θεολογία – ήταν κομμάτι του τρόπου που ένιωθε και καταλάβαινε τον κόσμο. Έγραφε τραγούδια, συνέθετε, διηύθυνε χορωδίες, δούλευε με νέους. Ήταν ένας άνθρωπος που έψαχνε το θείο όχι μόνο μέσα στα βιβλία, αλλά και μέσα στις φωνές και τους ήχους. Δεν φοβόταν να ταράξει τα νερά – δεν φοβόταν να είναι αληθινός.
Συνταίριαξε επιστήμη, τέχνη, διδασκαλία και Εκκλησία, σε μια ολότητα με φορέα την ίδια τη μειλίχια προσωπικότητά του και την καλλιεργημένη κοινωνικότητά του, με) τρόπο που εξάπαντος (όπως θα’ λεγε ο δάσκαλός του/μας ο αείμνηστος Νίκος Ματσούκας που τον καμάρωνε ως άξιο διάδοχό του στη Σχολή), έθεσε ιδιαίτερα και καινοφανή κριτήρια για σύγχρονους και επόμενους θεολόγους, όσους αισθάνονται το βάρος των λέξεων και του γεγονότος που ευαγγελίζονται μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Αποπειράθηκε να αλλάξει τον τύπο του θεολόγου και του θεολογείν – στο Πανεπιστήμιο, στην Εκκλησία, στην κοινωνία, αδιαιρέτως και ασυγχύτως. Και σ΄ ένα μεγάλο βαθμό τα κατάφερε! Όταν ερχόταν στη Λάρισα οι ημερίδες που κάναμε για το θρησκευτικό μάθημα άφησαν εποχή. Στο πατάρι του βιβλιοπωλείου το αδιαχώρητο και ο διάλογος των συναδέλφων με το Μάκη χωρίς τέλος. Μας έπαιρνε μεσάνυχτα… Είχε πολλούς φίλους και στη πόλη μας – θεολόγους και όχι μόνο.
Ο πρόωρος θάνατός του Μάκη δεν είναι απλώς μια απουσία. Είναι ένας ίλιγγος. Μια σιωπή απέραντη. Αφήνει πίσω του ένα κενό – αλλά και ένα αποτύπωμα. Απώλεια μεγάλη για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο (γέννημα θρέμμα του οποίου υπήρξε και στο οποίο πολλά πρόσφερε), για την ορθόδοξη θεολογία και για όσους τον αγάπησαν και εφεξής θα τον έχουν στη καρδιά τους. Θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να νιώσει η Θεσσαλονίκη, η πανεπιστημιακή κοινότητα, η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της τι προσέφερε στη θεολογία, ως επιστήμη και, κυρίως, ως στάση ζωής, ο Χρυσόστομος Σταμούλης. Τι κληροδότημα μας αφήνει. Κι αυτό αφορά όλους μας – όχι μόνο τους χιλιάδες φοιτητές του. Καλό ξόδι Μάκη.

* Η εξόδιος ακολουθία για τον Καθηγητή Χρυσόστομο Σταμούλη θα ψαλλεί αύριο Πέμπτη 21 Αυγούστου, στο καθεδρικό ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας (Αγία Σοφία) Θεσσαλονίκης, στις 12:00. Η ταφή θα γίνει στο Κοιμητήριο του Δήμου Θεσσαλονίκης “Αναστάσεως του Κυρίου” (Θέρμη).

ΠΗΓΕΣ:

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης (Άφυτος Χαλκιδικής 1964 – Θεσσαλονίκη 2025)


Αστραπιαία διαδόθηκε η θλιβερή είδηση: πέθανε ο Χρυσόστομος Α. Σταμούλης. Στα χείλη όλων η λέξη: απίστευτο. Πράγματι, αδυνατούμε να το πιστέψουμε. Κι όμως, από σήμερα στην αγκαλιά του Θεού θα βρίσκεται ακόμα ένας άνθρωπος. Φτωχότερη από σήμερα η θεολογική επιστήμη κι ο κόσμος των Γραμμάτων και των Τεχνών. Δυσαναπλήρωτο το κενό. Αιώνια του η μνήμη. Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του. Α.Ι.Κ.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

«Ξεβράκωτοι» στους ιερούς ναούς!

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Το ρεπορτάζ (ORTHODOXIA INFO) λέει πως ο Σεβασμιότατος Δωδώνης Χρυσόστομος άστραψε και βρόντηξε από την ασέβεια πιστών οι οποίοι δεν σεβάστηκαν την ιερότητα του χώρου, κατά τους φετινούς εορτασμούς που πραγματοποιήθηκαν στη Ζάκυνθο, με αφορμή τη μετακομιδή του Σκηνώματος του Αγίου Διονυσίου από τα Στροφάδια, και εισήλθαν στον ναό «ξεβράκωτοι». «Δεν μπορώ να δεχτώ ξεβρακωμένες στο ναό για να προσκυνήσουν τον άγιο», βροντοφώναξε! Βέβαια, δεν είναι ο μόνος ιεράρχης που λοιδορεί πιστούς. Ουκ ολίγοι κληρικοί, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, μη ευπρεπώς ενδεδυμένων προσκυνητών παραληρούν, προσβάλλοντας και στιγματίζοντας μικρά παιδιά, γυναίκες και άνδρες. Σε αρκετούς ιερούς ναούς και σε πολλά ιερά προσκυνήματα, πινακίδια συστήνουν στους πιστούς να μην εισέρχονται με σορτς, ούτε με άσεμνη ενδυμασία· σε υστερόγραφα, μάλιστα, ενημερώνουν πως, πριν μπουν στον ιερό ναό υπάρχουν και ρούχα για να καλύψουν τη «γύμνια» τους.
Στο Σεβασμιότατο συστήνω να διαβάσει τρία ποιήματα του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Παραθέτω τους συνδέσμους. Το ένα μάλιστα είναι σχολιασμένο από τον Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητή στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ.
  • antidosis «Ένα κορίστι με μαγιό / μπήκε στην εκκλησία. Ένα ανέκδοτο ποίημα - αναστεναγμός υπαινικτικός - του Κυριάκου Χαραλαμπίδη». Πάροδος 37 (2010) 4426-4429 [και εδώ: NULA DIES SINE LINEA].
  • Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Ένα ποίημα 
  • Το τρίτο, με τίτλο: «Οίκος και ανοχή» είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό Παλίμψηστον, τχ. 27 (Φθινόπωρο 2011) 24-25.
Το παραθέτω:

Οίκος και Ανοχή

Α΄

-Ο λαίμαργος και πότης Ιησούς
τον είδαν στον αυλόγυρο σαν έμπαινε
κακόφημου οίκου.

-Κράταγε, σου λέω,
μιαν ακριβή λοσιόν και μάλαξε τα πόδια,
έτριψε τα μαλλιά και το λαιμό,
γοφούς και γόνατα και στήθος, όθε
αρμύριζε το δάκρυ, πόρνης.

-Να φανταστείς, καλέ μου, ο Γαλιλαίος
τη φίλησε ο τρελός τρελά στο στόμα,
της σκέπασε τα μάτια και απ’ τα χέρια του
πέσαν του κόσμου τα θαυμαστικά.

-Αμή κι αθέατος ο Θεός Πατήρ
ρωτούσε τί στο διάολο κάνει τούτος
π’ αδειάζει παντελώς τον εαυτό του
από του σώματος την εντροπή.

-Εκείνος ούτε λέξη. Την απόκρυφη
λοφοσειρά ζητοκραυγών του οργώνει
μες σε χωράφι που έβγαινε ουρανός
και τα πολύτιμα ραντίζει μύρα στο κορμί
της πόρνης, γιατί ξέρει πως δε θα ’ναι
αυτή μαζί του ακόμα για πολύ.

Β΄

-Κάτι παράδοξο συμβαίνει εδώ:
Τριάντα χρόνους και οκτώ, σαν παραλυτική,
τον πρόσμενε η πόρνη. Κι η αμοιβή του
όσο ένας καμπινές, κοινώς αφοδευτήριο.

-Αλλά κι αυτός απέπτυσε κάθε του χαλινάρι⸱
ευθύνεται, θαρρώ, και το γυναικοσόι του:
Ταμάρ, η εταίρα του ναού.
Ραχάβ, «μαντάμ» του οίκου ανοχής.
Ρούθ, η πολύζηλη του χηρεμού λαγνεία.
Βηθσαβεέ, η μοιχαλίς⸱ ή μήπως
θα πρέπει να προσθέσουμε και τη Μαρία;

-Μάνα του νόθου γιού της και καρπού
της σύλληψης μ’ αγροίκο στρατιώτη.

-Ο μπασταρδέλος της λοιπόν, πρώτος εμβάς
μετά την ταραχήν του ύδατος, διέρρηξε
αποσπερίς της χαραυγής το θάνατο
και ρήμαξε τους ουρανούς.
Βγάνει και το φουστάνι το λινό
της πόρνης και της φόρεσε χρυσόχαρτο
ή μάλλον ασημόχαρτο στεφάνι
από ατόφια λεν κι ανόθευτη του Διόνυσου
θεσπέσια κληματίδα.

-Κάτω μιαν άνοιξη ένα ποταμάκι
εύφραινε τη Γεθσημανή της Βηθεσδά
με φίδια όλο κεντήματα και πούλιες.

Η πρώτη ανάγνωσή τους, πράγματι, προκαλεί σοκ. Αλλά ο αναγνώστης που έχει καλή γνώση της προσωπικότητας και του έργου του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη, δεν θα δυσκολευθεί να διαπιστώσει ότι και στα τρία ποιήματα είναι αποτυπωμένη η εκκλησιαστική εμπειρία και η «ασκητική ευαισθησία της καθ’ ημάς Ανατολής». Ο ποιητής, ως άλλος «δια Χριστόν σαλός», δυναμιτίζει βεβαιότητες πολλών ηθικολάγνων, εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Δια του λόγου το αληθές παραπέμπω στην ωραία μελέτη της Δήμητρας Δημητρίου: «"Η προτελευταία αλήθεια": Ο μύθος του Χριστού στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη», στο: Γλώσσης Ίμερος. Η ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Κ. Πετρίδης - Δήμητρα Δημητρίου. Αθήνα: Ηρόδοτος 2022, σσ. 341-387 [και εδώ: academia].
Να θυμίσω στον Σεβασμιότατο Χρυσόστομο ότι η ένδυση δεν σχετίζεται μόνο με τη σεξουαλικότητα, γιατί το «ξεβράκωτοι» που ξεστόμισε, είναι προφανές ότι σ’ αυτή αναφέρεται. Βέβαια, η ιεραρχούσα Εκκλησία –κι όχι μόνον αυτή- ποτέ δεν τα πήγε καλά με τη σεξουαλικότητα. Είναι αλλεργική με αυτή. Τη φοβάται. Θα ‘λεγα πως φοβάται και το γυναικείο φύλο. Για πολλούς ιεράρχες της Εκκλησίας η ιερότητα του σώματος είναι μόνον η παρθενία. Η σεξουαλικότητα ταυτίζεται με την κόλαση. Χιλιοδιπιστωμένα όλα αυτά που γράφω...

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ


Αναστάσεως ημέρα και
λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει
και αλλήλους περιπτυξώμεθα.
Είπωμεν, αδελφοί,
και τοις μισούσιν ημάς
συγχωρήσωμεν πάντα
τη Αναστάσει
και ούτω βοήσωμεν
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν
ζωήν χαρισάμενος.
Η συγχώρηση είναι δημιουργία, κίνηση και τέχνη, έξοδος από τον κλειστό εαυτό και είσοδος στον αστερισμό του άλλου, που επιτρέπει την ύπαρξη επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Ένας πυρετός είναι η συγχώρηση και μια αντρειοσύνη, που παλεύει τα σκοτάδια της ηρωοποίησης της μοναξιάς· τα σκοτάδια της αδράνειας και της διαστρέβλωσης, αποτέλεσμα στείρων συναισθηματικών προσποιήσεων που φτάνουν έως και την κόλαση της υποκρισίας. Από τη μια η λεβεντιά, το γύμνωμα του μέσα μας ψεύδους και από την άλλη το ντύσιμο, το χτίσιμο της μεγάλης μας γύμνιας. Από τη μια η δημιουργικότητα και η τέχνη της εξόδου στο φως και από την άλλη η κακοτεχνία της διαίρεσης και η εκβολή στο σκότος της κόλασης. «Φεύγετε ουν τας κακοτεχνίας και ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη», λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και συμπληρώνει, δείχνοντας το δρόμο για το φως: «αλλά πάντες επί το αυτό γίνεσθε εν αμερίστω καρδία», διότι οι μερισμοί είναι «αρχή κακών».
Υπήρχε κάποτε, στα χρόνια του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, ένας όσιος, ο Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, ο οποίος «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτίναξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Τι έκανε, λοιπόν, ο τρελός για τη χάρη του Θεού. Τριγυρνούσε στις ερημιές του Αγίου Όρους, έφτανε κάπου, έφτιαχνε μια καλύβα και μετά από λίγο της έβαζε φωτιά και έφευγε. Πήγαινε παραπέρα και έκανε πάλι τα ίδια, δεύτερη καλύβα και δεύτερη φωτιά και μετά ξανά από την αρχή, εξ ου και Καυσοκαλύβης. Οι άλλοι τον έλεγαν τρελό, μα τούτος, φλεγόμενος από έρωτα για τον Θεό, καίγοντας την καλύβα του, έκαιγε τη βεβαιότητα που αυτή κάθε φορά γεννούσε και ζούσε ως άνθρωπος «πάροικος και παρεπίδημος», άνθρωπος βιβλικός, γεμάτος έρωτα και πίστη. Άλλωστε, «Ο χωρών “χωρείτω”. Τόπος μηδένα φυσιούτω», όπως λέγει και πάλι ο άγιος Ιγνάτιος διότι «το γαρ όλον πίστις και αγάπη, ων ουδέν προκέκριται». Και έχει σημασία αυτό σε μια εποχή που το δικαίωμα -το άγιο κατά τα άλλα δικαίωμα- γεννά απανθρωπία, γεννά διαίρεση και μαρασμό. «Το δίκαιο», γράφει ο άλλος τρελός, ο τρελός της ευθύνης, ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο εξαιρετικό του, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση, «μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω». Το δίκαιο και το δικαίωμα, συγγενείς εξ αίματος, το λιγότερο αδελφοποιτοί. Μαζί και η αυτοδικαίωση, που ακολουθεί την αυτοερωτικότητα και την αυτοϊκανοποίηση, στον τόπο που νομίζω πως έχω, νομίζω πως είμαι, αλλά εν τέλει ούτε έχω, ούτε είμαι. Το δίκαιο και το δικαίωμα, μαζί και η ελευθερία, χωρισμένα από την αγάπη -και το λέγω τούτο, διότι δεν είπε «μείζων δε τούτων η ελευθερία, μήτε το δικαίωμα, μήτε το δίκαιο», ούτε καν η πίστη ή ελπίδα, αλλά «μείζων δε τούτων η αγάπη»-, οδηγούν τον άνθρωπο στο «υπόγειο» της ύπαρξης, όπου τελείται το έγκλημα της αφαίμαξης της αγάπης. Και είναι αυτή η αγάπη που χωράει τα πάντα· που συγχωρεί τα πάντα και τα συγκινεί, που τα κάνει να γεμίζουν από το φως του μαζί. Εκεί όπου ο τόπος μου δεν γίνεται το υπόγειο της φυσίωσης, αλλά ο χώρος της ομοήθειας, που πλατύνεται, συνεχώς πλατύνεταικαι πλαταίνει και χωρά τα αχώρετα, ως άλλη Θεοτόκος.
Ναι, η συγχώρεση είναι ήττα. Μια ήττα που ελπίζει και προσδοκά. Μια ήττα που μπορεί να κραυγάζει πως «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Μια ήττα γεμάτη από αγάπη, σαν τον Χριστό που είναι η αγάπη, η ανάσταση και η ζωή, που ανθίζει μέσα από την καρδιά του Άδη και βγαίνει στο φως κρατώντας από τα χέρια τον Αδάμ και την Εύα όλων των εποχών.
Αυτή την ήττα να μη την αρνηθούμε. Το είπε, άλλωστε και η ποιήτρια.
Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δεν τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξή της.

Αβέβαια ζήσε.
Τίμα την προέλευσή σου.
(Κική Δημουλά).

Δημοσιευθηκε και στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» | Μ. Σάββατο 4 – Κυριακή Πάσχα 5 Μαίου 2024.

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS