Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ποιος θα κερδίσει τον λαχνό του μέλλοντος;

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

Στο όνομα της Δύσης
Εδώ και χρόνια, έχοντας μετατοπιστεί ως πολιτισμός στην ασφυκτική πρωτοκαθεδρία του παρόντος, στον παροντισμό για τον οποίο μίλησε εκτενώς ο ιστορικός Φρανσουά Αρτόγκ και πολύ πριν από αυτόν, στον «τώρα-χρόνο» [jetzt-zeit] όπως τον είχε βαφτίσει στη δική του γερμανική ο Xάιντεγκερ, για κάποιο καιρό, λοιπόν, είχαμε εναποθέσει τα σχετικά με το μέλλον στην επιστημονική φαντασία. Το «φανταστικό» ήταν η γραμματολογική και κινηματογραφική επικράτεια των μελλοντικών μας μεταμορφώσεων. Καθώς έχαναν έδαφος οι όποιες αφηγήσεις για ένα άλλο μέλλον σε μια διαφορετική κοινωνία (ήδη δεν κυκλοφορούσε στην αγορά η ιδέα περί «νέου ανθρώπου»), θα λέγαμε πως το μέλλον γινόταν σχεδόν αδιάφορο. Εννοώ, ως αντικείμενο ελπίδας, χρονότοπος εκπλήρωσης κάποιας ιστορικής παρακαταθήκης και συλλογικού πεπρωμένου. Στον αιώνα που διανύουμε θα έρθουν ωστόσο οι ανησυχίες για το κλίμα και πλέον με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις σχετικές μετασχηματιστικές εικασίες / βεβαιότητες, θα δούμε να ανακάμπτει ένα κάποιο ενδιαφέρον για το μέλλον. Κυρίως όμως σε team ερευνητών, σε μικρούς κύκλους ανήσυχων ακτιβιστών για το κλίμα και, από την άλλη πλευρά, σε αυτό το τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας που έχει αναλάβει εργολαβικά την επαύξηση του homo και μαζί τον έξυπνο σχεδιασμό του μέλλοντός μας. Στο μεταξύ, με ραγδαίους ρυθμούς έχει γιγαντωθεί ένας τεχνο-προφητικός λόγος που φτάνει ως την υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης από ένα νέο υβριδικό είδος. Όλες οι εκδοχές περί μετα-ανθρωπισμού δείχνουν συνεπαρμένες από το ζήτημα του μέλλοντος, το οποίο, από πολλές άλλες απόψεις, αφήνει αδιάφορο τον λαϊκό κόσμο και τους ανθρώπους που δίνουν τις καθημερινές μάχες. Παραδόξως, δηλαδή, το μέλλον φαίνεται να προκαλεί ενθουσιασμό μόνο ή κυρίως ως μη αποκλειστικά ανθρώπινο, ως μέλλον που θα δει τη μερική ακύρωση ή τον ανασχηματισμό της ανθρωπότητας.
Ο σφετερισμός της ρητορικής για το μέλλον από τους διάφορους τεχνο-προφήτες, έχει επίσης μια επιπλέον συνέπεια: το να αναρωτιόμαστε για το μέλλον γίνεται αγχωτική και άβολη υπόθεση. Αρκετές περιπλοκές έχει το παρόν μας, γιατί να βάζουμε στο κεφάλι μας μελλοντικά προβλήματα; Ακόμα και οι εικοσάχρονοι, που, λογικά, θα έπρεπε να τους αγγίζει περισσότερο το άνοιγμα στο μέλλον, αντιγράφουν ή καταναλώνουν αποσπάσματα από παλαιότερες ζωές και εμπειρίες. Τι άλλο είναι αυτή η ακμάζουσα εξορυκτική βιομηχανία με αντικείμενο εικόνες, λόγια, ιστορίες από τις δυο, τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα;
Οι περισσότεροι πάντως –και οι νεότεροι– φαίνονται πλήρως απορροφημένοι-ες στη μηχανική εκάστης μέρας, στον στενό ορίζοντα μιας σεζόν, μιας επόμενης προθεσμίας. Έστω και αν το μέλλον εξακολουθεί να πωλείται ως μελλοντολογικό θρίλερ, έχει κάτι το υποτονικό και το κουραστικό όπως αυτές οι μέτριες ταινίες που βλέπει κανείς νυσταγμένα στην τηλεόραση του τουριστικού λεωφορείου ή στο σαλόνι ενός πλοίου.

❧

Ας μιλήσουμε όμως όχι για την υποκειμενική διαίσθηση και σημασία του μέλλοντα χρόνου όσο για τη στρατηγική του θέαση. Αφήνοντας στην άκρη την υπαρξιακή του συρρίκνωση ή τις δυσφορίες που παράγει, μπορούμε να δούμε πως το μέλλον της ανθρωπότητας έχει επανέλθει σε μια ορισμένη δημόσια συζήτηση. Έχει ξανακερδίσει ένα αφηγηματικό ενδιαφέρον, κατά έναν τρόπο, ιδίως μέσα από την αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις άλλες μετασχηματιστικές τεχνολογίες. Οι δημοφιλείς story-tellers της Καταστροφής (τύπου Χαράρι) ή οι ζοφεροί επιχειρηματίες-φιλόσοφοι (τύπου Κέρτις Γιάρβιν) εξαγγέλλουν άλματα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η προαναγγελία αλλαγών στην πολιτική, ψυχο-νοητική και έως τη βιολογική βάση τoυ homo sapiens sapiens έχει γίνει δημοφιλές ανάγνωσμα σε κάθε ιστότοπο, έντυπο, τικ τοκ γωνία του πλανήτη. Δεν είναι πια το παλαιό «φανταστικό» όσο ένα νέο μικτό είδος, αυτό των ρεαλιστικών ουτοπικών εφαρμογών και σχεδίων, κάτι μεταξύ ιδεολογικής προβολής και εξελισσόμενου πειράματος.
Το ερώτημα είναι όμως ποιες εκδοχές πιθανού μέλλοντος απομένουν που να μην είναι απλώς αυτό που θα ήθελε ο καθένας ή καθεμία να αποτελέσει το «επιθυμητό». Αν παραμερίσουμε τις ιδεολογικές και ηθικοπολιτικές προαιρέσεις μας, έχουμε το θάρρος να περιγράψουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε ή εικάζουμε; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μια συζήτηση για το «πού πάμε» έχει ως προϋπόθεση τη διάκριση ανάμεσα στα μέλλοντα που θα ήθελε κανείς να ισχύσουν και να εμπνεύσουν και στα σενάρια μέλλοντος που εμφανίζονται στον ορίζοντα της πραγματικής τάσης, της μεγάλης πιθανότητας να «συμβούν».
Διακρίνω δυο κύριες κατευθύνσεις που τη μία την θεωρώ τελείως ανεπαρκή και την άλλη απεχθή. Θα προσπαθήσω να περιγράψω με λίγα λόγια την ανταγωνιστική τους συνύπαρξη. Τις βλέπω τώρα ως δυο εκδοχές που ερίζουν για τις τύχες και την προοπτική αυτού που ονομάζουμε Δύση.
Δυο οράματα
Το πρώτο όραμα επιδιώκει κυρίως την αποκατάσταση μιας τραυματισμένης κανονικότητας. Θα το λέγαμε, όραμα επούλωσης με στοιχεία παλινόρθωσης.
Το δεύτερο όραμα προσβλέπει σημαντικές στροφές και επιτάχυνση μεταβολών, σχισμάτων και αποκολλήσεων. Είναι ένα όραμα ριζοσπαστικά αντιδραστικό, με στοιχεία επινόησης.
Εισάγουν έτσι δυο αποκλίνουσες στρατηγικές για τη χάραξη του οδικού χάρτη της Δύσης και ευρύτερα του σύγχρονου πολιτισμού.
Το ένα όραμα είναι μια βούληση για εξομάλυνση. Θέλει την ενσωμάτωση των τεχνολογικών, γεωπολιτικών και πολιτισμικών μεταβολών που επιταχύνονται σε μια πιο πολυμερή, διαδικαστική βάση με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές (ΗΠΑ, Κίνα, αναδυόμενες οικονομίες του Νότου). Ονειρεύεται, αν μπορούμε να μιλήσουμε περί ονείρων για δυνάμεις που τρέφονται από έναν φιλελεύθερο πραγματισμό, μια απο-εξτρεμοποίηση των πνευμάτων, την καταλλαγή των άγριων δυναμικών απόσχισης που διαχέονται σε τμήματα των ελίτ, στις κοινωνίες, στα κρατικά και υποκρατικά συστήματα. Η βούληση για εξομάλυνση φέρει μαζί της το παλαιό ιδεώδες μιας τάξης υπό διαπραγμάτευση, μιας negotiated order. Ιδεωδώς, νοσταλγεί τους δύο «σοβαρούς» παίκτες των μεταπολεμικών συμβιβασμών: μία προοδευτική-συμπεριληπτική και μια συντηρητική-προστατευτική παράταξη με αντίστοιχη κατανομή αρμοδιοτήτων, ρόλων και κοινωνικών ακροατηρίων. Συνοδεύεται ακόμα από μια γενική προσδοκία μετριασμού των εντάσεων στην πολυπολιτισμικότητα, στον εθνικισμό, στην «απληστία» (greed), στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτή η βούληση εξομάλυνσης παραδόξως μπορεί να συνενώνει παίκτες από τον ευρωπαϊκό κορμό, την Κίνα, την Ινδία και άλλους. Να συνενώνει «δημοκρατικούς» και «αντιδημοκρατικούς» παράγοντες. Μιλώντας εναλλάξ τη γλώσσα του ελεύθερου εμπορίου, της επικοινωνίας και των συναινετικών πολιτικών.
Η εξομαλυντική θέαση έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο όραμα Δύσης: με εκείνη τη βούληση που επιδιώκει την τάξη μέσω της αταξίας, την αναδόμηση του κόσμου μέσα από επεισόδια πρόκλησης, ρηξικέλευθες μετατοπίσεις και πραξικοπήματα σε επίπεδο ιδεών και εφαρμογής.
Είναι μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε πως αυτή η λογική της επιμελημένης αταξίας αφορά απλώς τον Τραμπ ή μια ομάδα κοντινών πολιτικών προσώπων του τραμπικού γαλαξία σε άλλες χώρες. Αντιθέτως, αυτό το όραμα παράγεται από αντικειμενικούς παράγοντες όχι μόνο ή απλώς από υποκειμενικές διαταραχές οπτικής και αντίληψης. Έτσι, η βούληση για «μπαχαλοποίηση» όλων των συμβολαίων βρίσκεται πολύ κοντά στο πνεύμα ενός καπιταλισμού με στοιχεία μηδενισμού και εξτρεμισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη κίνηση απόσχισης από τη φιλελεύθερη αστική κανονικότητα για χάρη μιας νέας ιεραρχικής κατανομής ρόλων και θέσεων. Μεταφράζει, πάνω από όλα, μια διάθεση ρήξης με τον ιδεολογικό άξονα της ισότητας που υπήρξε δημιούργημα των ιστορικών κόσμων οι οποίοι γεννήθηκαν στη διαλεκτική του 1789, του 1917 και των 1968 (το οποίο ήταν επίσης ένα σχεδόν παγκόσμιο γεγονός, από το Μεξικό μέχρι το Παρίσι και την Πράγα, για να μην πούμε και το Πεκίνο).

❧
Οι δυο βουλήσεις ορίζουν, καθεμία, μια προτιμητέα ή επιλέξιμη Δύση
Είτε μια Δύση πιο διαλογική, με αναδιάταξη των συσχετισμών δύναμης στα φύλα, στις φυλές, στις εθνοπολιτισμικές ομάδες (λιγότερο όμως ως προς τις ταξικές ανισότητες, οι οποίες και παραμένουν κάτι μάλλον ακατανόητο για τον φιλελευθερισμό).
Είτε μια Δύση η οποία διεκδικεί ξανά την πολιτική, τεχνολογική και οικονομική της υπεροχή ως αγγλοαμερικανικός, κατά τεκμήριο λευκός και φυσικά καπιταλιστικός αστερισμός.
Στην πρώτη Δύση η ηγεμονία ανατίθεται σε σύνθετες διαπραγματεύσεις κλασικού τύπου, από όπου δεν απουσιάζει προφανώς η κρατική αυθαιρεσία, η αποδοχή της πορείας προς την πολεμική οικονομία μαζί με τρομαχτικές αναβολές σε κάπως πιο αποφασιστικά μέτρα για το κλίμα ή για ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, είναι η γνωστή μας ευρω-κανονιστική Δύση, μια μυθοπραγματική οντότητα ανάμεσα στα συμφέροντα, σε κληρονομημένες ιδέες και στην αναβλητικότητα κάθε γραφειοκρατικού σχηματισμού.
Στη δεύτερη Δύση η ηγεμονία εκβιάζεται με έκτακτες επιθετικές κινήσεις στο εσωτερικό (προτεραιότητα της ασφάλειας, αυταρχικά μέτρα, κάθετες επεμβάσεις στα ΜΜΕ κ.λπ.) και στο εξωτερικό, σε σχέση, για παράδειγμα, με την Κίνα και διαφόρους εχθρούς ή ενοχλητικούς παίκτες όπως τώρα με το Ιράν.
Αυτές οι δυο Δύσεις συμβιώνουν με όρους αστάθειας και άγχους για το αν το διεθνές σύστημα θα σταθεροποιηθεί κάπως ή αν θα μεγεθυνθούν οι αποκλίσεις και οι στιγμές ασυνεννοησίας. Έχει νόημα, τέλος, να φανταστούμε τους συνασπισμούς που ελκύονται από τις δύο βουλήσεις / οράματα.
Ένας χώρος υπέρ της εξομάλυνσης έχει μαζί του την κόπωση των πολιτών από τις ποικίλες αβεβαιότητες, καθώς και τον βιωματικό συντηρητισμό των μεγαλύτερων ηλικιών που, μην ξεχνάμε, στις δυτικές χώρες έχουν πολύ σημαντικό δημογραφικό, άρα και πολιτικό βάρος. Στο ιδεώδες της εξομάλυνσης συμπίπτουν, με διαφορετικά κίνητρα και ιδιοτέλειες, κυβερνώσες ελίτ χωρών του Νότου, η Κίνα και φυσικά ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο όραμα για εξομάλυνση και για ανάκτηση της κανονικότητας συρρέουν, τέλος, όλες οι ιδεολογίες που βρίσκονται σε αποδρομή ή εξασθένιση: ο κεντρώος φιλελευθερισμός, ο σοσιαλδημοκρατικός ορθολογισμός, η φιλελεύθερη ή ηπίως συντηρητική λογιοσύνη. Από εδώ κρέμονται επίσης συμφέροντα, θεσμοί και τελετουργικά που συνδέθηκαν με παλαιότερες μορφές της αστικής και καπιταλιστικής κοινωνίας.
Πλέον όμως οι δυνάμεις που ωθούν σε μια νέα τάξη μέσω της αναταραχής και της πρόκλησης έχουν πιο καλή αντιστοίχιση με το σημερινό ανώμαλο πεδίο των νέων πραγματικοτήτων. Η «ιδεολογία» τους είναι πιο μέσα στις πραγματικές αποδιαρθρώσεις των συμβολικών και πολιτικών αρχιτεκτονικών που γνωρίσαμε ως άνθρωποι του εικοστού αιώνα. Αντανακλούν έναν θρυμματισμένο κόσμο όπου η ισχύς, η απόλαυση, η διαφθορά και η ικανότητα καταστροφής θα μπορούν να ανθίσουν και να γίνουν εργαλεία βέλτιστης απόδοσης για τους ικανότερους και πιο γρήγορους παίκτες. Είναι επίσης ένας χώρος όπου συνενώνεται εκ νέου –όπως στον ιστορικό φασισμό– ο αντιδιανοουμενισμός και η αποθέωση της επιχειρησιακής και αποτελεσματικής βίας που ασκείται σε μεγάλη κλίμακα και μπορεί να στραφεί σε κάθε δυνατό πόρο, φυσικό ή ψυχικό και συνειδησιακό.

❧

Ποια από τις δυο «προτάσεις πολιτισμού» θα κατισχύσει; Η πρώτη Δύση κουβαλά ακόμα πάνω της έγχαρτες και αναλογικές μνήμες αν και αποδέχεται και ενθαρρύνει ιδεολογικά τα ψηφιακά άλματα. Μπορεί και συσπειρώνει έναν βαθμό ορθολογισμού και κανονιστικής δυτικοφροσύνης με προοδευτικούς τόνους και ανοίγματα. Στρέφεται όμως πλέον, από φόβο ή εκλογικές αγωνίες, σε έναν αντι-μεταναστευτικό και ασφαλειοκεντρικό λόγο, χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει τη φιλελεύθερη ρητορική για τα δικαιώματα και τα λεγόμενα rules based σενάρια μιας επαναρυθμισμένης τάξης. Διακατέχεται από πανικό διότι έχει διευκολύνει τους μηδενιστές της «νέας τάξης» πιστεύοντας πως θα περιοριστούν στη δυσφορία του ηττημένου «λαϊκισμού» και ότι με τη μετάβαση σε νέες μορφές Δύσης θα μπορέσει να αποφύγει τα σοκ και τις διασπάσεις.
Η άλλη, πάλι, Δύση, αγγίζει κάποιες βαθύτερες χορδές. Δεν διστάζει να φτάσει ως τον πόλεμο για να δοκιμάσει την υπεροχή της, να εξορύξει τα υλικά που χρειάζεται, να δείξει τον εχθρό και να διαφημίσει το όραμα μιας ελευθερίας δίχως ισότητα, μια ελευθερία διαθέσιμη για πράξεις ηγεμονικής βίας και καταστροφής.
Φαίνεται ότι αυτή η μηδενιστική Δύση έχει ένα ρεύμα με το μέρος της. Προσελκύει τις πιο φανατικές, φιλόδοξες και ακόρεστες δυνάμεις του δεσπόζοντος τεχνοοικονομικού συστήματος, πράγμα που δεν θέλουν να το καταλάβουν οι κανονιστικοί φιλελεύθεροι και όσοι συντηρητικοί αντιδρούν ηθικά ή αισθητικά στις νεοφασιστικές τάσεις.
Θα έλεγα ότι αν επανέλθει η Δύση της βούλησης για εξομάλυνση θα πάρει κάποια αναβολή το τέλος του πλανήτη ή, έστω, μπορεί να λειανθούν κάπως ορισμένες από τις αναπόδραστες, μεγάλες κρίσεις του μέλλοντος. Ο εξομαλυντικός γραφειοκρατικός λόγος προσφέρει κάποια αγορά χρόνου και λίγη ηρεμία, σαν αυτή μιας εύθραυστης ανακωχής, μιας εφήμερης κατάπαυσης του πυρός.
Με τη Δύση η οποία δεν έχει πρόβλημα με την επιτάχυνση των ρήξεων –για να επανασχεδιάσει τον κόσμο– θα έλθει πιο κοντά μας η ανθρωπιστική, η περιβαλλοντική και η πολιτική καταστροφή. Η ταχύτερη αποσύνθεση του οίκου και του δήμου, των φυσικών και των πολιτικών μας κοινωνιών. Διότι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, το μέλλον αυτής της μηδενιστικής Δύσης παράγει το μη μέλλον των υπολοίπων.
Μια πιθανή λύση θα ήταν η έξοδός μας τόσο από την ανεπαρκή υποκρισία όσο και από τον επιταχυντικό μηδενισμό, από αυτή τη Δύση που επιδιώκει να ανακυκλώσει τον οικείο της εαυτό (σκεπάζοντας τα δεινά και τις ευθύνες της) και από την άλλη Δύση που διεκδικεί, δίχως να κρύβεται, μια νέα αυτοκρατορική υπεροχή. Είπαμε όμως πως αυτή την παράκαμψη του στυγνού διλήμματος, δεν την επιβραβεύουν οι λογής «δημοσκοπήσεις», η τρέχουσα πολιτική και πνευματική διάθεση των εκλογικών πλειοψηφιών. Το όριο, ενδεχομένως, κάθε λόγου για τα μελλοντικά πράγματα είναι το πως διάγει και κατοικεί κανείς στο παρόν. Αυτό όμως είναι θέμα για ένα άλλο αφιέρωμα.

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Η ήττα της Δύσης

Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΚΟΡΟΒΙΝΗ


Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις ενός Γάλλου ανθρωπολόγου, δημογράφου και κοινωνιολόγου της θρησκείας, του Εμμανουέλ Τοντ. Ως πηγές χρησιμοποιούνται ένα βιβλίο του και μια συνέντευξή του. Το βιβλίο του που μεταφράσθηκε στα ελληνικά το 2003 φέρει τον τίτλο «Μετά την Αυτοκρατορία» (Εκδόσεις Κριτική) και καταδεικνύει την παρακμή της Αμερικής από τότε, όταν όλοι σχεδόν έκαναν λόγο για την μονοκρατορία της μόνης εναπομείνασας υπερδύναμης, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η συνέντευξη του έχει δοθεί στην εφημερίδα Le Figaro, στις 12 Ιανουαρίου 2024 και αναφέρεται στο πρόσφατα εκδοθέν και μη μεταφρασμένο ακόμη βιβλίο του υπό τον τίτλο «Η ήττα της Δύσης».
Το έργο του Τοντ είναι ενταγμένο στην λεγόμενη ανθρωπολογική στροφή που σημειώθηκε στην Γαλλία μετά την αμπώτιδα του Μάη του 1968 και την επακόλουθη κρίση του Μαρξισμού. Η στροφή αυτή σηματοδότησε την προσπάθεια να αντιμετωπισθεί ο διάχυτος πεσιμισμός και η αποπολιτικοποίηση της περιόδου και να υψωθεί ένα ανάχωμα απέναντι στην πολύ δημοφιλέστερη μεταμοντέρνα αποδόμηση. Μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων ήταν μια βαθύτερη, ανθρωπολογική πλέον, ερμηνεία της πολιτικής και των κοινωνικών σχέσεων.

***

Στο έργο του «Μετά την Αυτοκρατορία» ο Τοντ τοποθετείται κατ’ αρχήν απέναντι στις δυο κύριες και συγκρουόμενες μεταξύ τους προσεγγίσεις για το μέλλον του κόσμου μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Γίνεται λόγος για το «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα και την «Σύγκρουση των Πολιτισμών» του Χάντινγκτον.
Για τον Φουκουγιάμα, μετά την πρόσφατη νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας επί του κομμουνισμού και την παλιότερη επί του ναζισμού, ο πλανήτης οδηγείται προς την οικουμενικοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και την διαρκή ειρήνη. Ο Χάντινγκτον θεωρεί αντίθετα ότι την σύγκρουση των ιδεολογιών που χαρακτήρισε τον 20ο αιώνα, θα την διαδεχθεί η σύγκρουση των πολιτισμών τον 21ο αιώνα, με πυρήνα του κάθε πολιτισμού μια διαφορετική θρησκεία.
Ο Τοντ που κλίνει προς την μεριά του Φουκουγιάμα, παρά τις όποιες αντιρρήσεις του για την αφέλεια του εγελιανισμού του Αμερικανού στοχαστή, κατακεραυνώνει τον Χάντινγκτον και δίνει μια διαφορετική, όπως θα δούμε, ερμηνεία για τον βαρύνοντα ρόλο της θρησκείας στις μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις. Ο Τοντ, λοιπόν, στο πόνημα του «Μετά την Αυτοκρατορία» θεωρεί ότι η διάδοση της γραφής και της ανάγνωσης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης καθώς και η μείωση των γεννήσεων αποτελούν αξιόπιστους και αυτόνομους από άλλες παραμέτρους δείκτες, που καταδεικνύουν την μη αντιστρεπτή πορεία του πλανήτη προς τον εκσυγχρονισμό και την μετάβαση του προς την νεωτερικότητα.
Η εκσυγχρονιστική διαδιαδικασία, κατά τον Τοντ, δεν προωθείται χωρίς αναταράξεις. Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, για παράδειγμα, είναι μια ιδεολογία μετάβασης που εκφράζει την αγωνία του μουσουλμανικού κόσμου για την αποκοπή από τις ρίζες του στην πορεία του προς τον εκσυγχρονισμό. Ο ρόλος της θρησκείας είναι λοιπόν επικουρικός στο «Μετά την Αυτοκρατορία», αλλά αλλάζει κατά πολύ δυο δεκαετίες αργότερα στο «Η ήττα της Δύσης», όπως θα φανεί.
Η ποικιλία τώρα των πολιτικών συστημάτων των κοινωνιών που εκσυγχρονίζονται και η μη ταύτισή τους κατ’ ανάγκην με την φιλελεύθερη δημοκρατία κατά τον Γάλλο ανθρωπολόγο συνδέεται με το διαφορετικό ανθρωπολογικό υπέδαφός τους, τις διαφορετικές κυρίως οικογενειακές δομές της παράδοσής τους. Υπάρχουν πέντε τύποι οικογενειακών δομών. Ο αγγλοσαξωνικός, ο ρωσικός, ο γαλλικός, ο γερμανικός και ο μουσουλμανικός. Ο κινεζικός είναι παραλλαγή του ρωσικού. Οι παράμετροι του μαζικού αλφαβητισμού και της μείωσης των γεννήσεων διεθνώς καθώς και η χρήση των τύπων οικογενειακών δομών «γειώνουν» ανθρωπολογικά τον «ιπτάμενο» εγελιανισμό του Φουκουγιάμα.
Σε έναν κόσμο, εν πάση περιπτώσει, που σταθεροποιείται δημογραφικά και προοδεύει πολιτισμικά με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, συνεχίζει ο Τοντ στο «Μετά την Αυτοκρατορία», οι ΗΠΑ ως παγκόσμιος χωροφύλακας τείνουν να γίνουν άχρηστες για τον πλανήτη την ίδια στιγμή που από την δεκαετία του 1970 γίνονται ολοένα και πιο εξαρτημένες οικονομικά από αυτόν.¨
Πράγματι ήδη από την δεκαετία του 1970 η Αμερική εκφυλίζεται σταδιακά σε μαζικό εισαγωγέα πλειάδας προϊόντων, σε έναν οικουμενικό κεϋνσιανό καταναλωτή. Όλα αυτά στα πλαίσια μιας παγκόσμιας οικονομίας που χαρακτηρίζεται από μείωση της ζήτησης λόγω της συμπίεσης των μισθών και της έκρηξης των κερδών. Η Αμερική παράγει χρήμα δανειζόμενη και επίσης τυπώνοντάς το, οι υπόλοιποι παράγουν προϊόντα που καταναλώνονται κατά κύριο λόγο στις ελλειμματικές ΗΠΑ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αμερική μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου επιδίδεται σε έναν «θεατρικό μικρομιλιταρισμό» διαλέγοντας, όπως τονίζει ο Τοντ, πολέμους με αδύναμους αντιπάλους όπως το Ιράκ για να πείσει τους κύριους ανταγωνιστές της, την Ρωσία, την Ευρώπη, και την Ιαπωνία για την ισχύ της.
Το «Μετά την Αυτοκρατορία» κλείνει με μια πρόβλεψη πιθανής χειραφέτησης της Ευρώπης από την Αμερική και συνεργασίας της με μια ανανεωμένη αλλά όχι στρατιωτικά απειλητική Ρωσία. Σε αυτό το κατά τα άλλα ενδιαφέρον πόνημα υποβαθμίζεται ο ρόλος της θρησκείας ως θεμελιώδους πυλώνα του πολιτισμού. Στο πρόσφατα εκδοθέν έργο του «Η ήττα της Δύσης» η θέση της θρησκείας αναβαθμίζεται και ο ρόλος της διαφοροποιείται.

***

Η ήττα της Δύσης αποδίδεται στην έκλειψη του προτεσταντισμού κυρίως αν και αναφέρονται και δυο άλλα αίτια. Υπάρχουν κατά τον Τοντ τρεις φάσεις στην ζωή του προτεσταντισμού: Η ενεργός πίστη, το «στάδιο ζόμπι» και το «στάδιο μηδέν», ή έκλειψη του δηλαδή. Στον προτεσταντικό κόσμο (την Αμερική, την Αγγλία, την Γερμανία και την Σκανδιναβία) στην περίοδο που η θρησκευτική αυτή πίστη ήταν ενεργός, όπως έδειξε ο Μαξ Βέμπερ, ο φόβος καταδίκης στην κόλαση και η ανάγκη να ανιχνευθούν ενδείξεις σωτηρίας οδήγησε στην ανάπτυξη αυστηρού εργασιακού ήθους και στην οικοδόμηση ισχυρής ατομικότητας. Παράλληλα η αναζήτηση άμεσης και χωρίς την διαμεσολάβηση του ιερατείου πρόσβασης στην Βίβλο κατέστησε αναγκαία την μαζική εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης.
Ανάμεσα στην έκλειψη και την ενεργό παρουσία της θρησκευτικής πίστης παρεμβάλλεται κατά τον Τοντ μια ενδιάμεση φάση, το «στάδιο ζόμπι», όπου η πίστη φθίνει αλλά παραμένει ισχυρή η προτεσταντική ηθική. Στην Αμερική το «στάδιο ζόμπι» κρατάει από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και την προεδρία Αϊζενχάουερ. Η Αμερική σ’ αυτό το διάστημα διατηρούσε όλες τις αξίες του προτεσταντισμού -την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, την εργασιακή ηθική και την ομαλή ένταξη του ατόμου στην κοινότητα- με την πίστη όμως να υποχωρεί και να διαβρώνεται.
Ασφαλής δείκτης κατά τον Γάλλο ανθρωπολόγο του περάσματος στο τρίτο στάδιο, το «στάδιο μηδέν», όπου εκλείπει πλέον τόσο η μεταφυσική όσο και η ηθική της πίστης, είναι η υιοθέτηση από τις κυβερνήσεις του γάμου των ομοφύλων και προπαντός οι προσπάθειες των διεμφυλικών ατόμων για τις λεγόμενες φυλομεταβάσεις, καθώς κάτι τέτοιο συνιστά κατά τον Τοντ άρνηση της πραγματικότητας, δηλαδή μια μορφή ακραίου μηδενισμού (εκτός βέβαια αν προϋπάρχουν ανατομικά προβλήματα).
Η φθορά τώρα της θρησκείας και της κοινωνικής ηθικής στην Αμερική αλλά και στην υπόλοιπη Δύση συνδυάσθηκε με ένα δεύτερο αίτιο παρακμής, την οικονομική αποδυνάμωση έναντι άλλων δυνάμεων (Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας κ.λπ.).Η παγκοσμιοποίηση και οι απανωτές κρίσεις των τελευταίων ετών κατέστησαν την Δύση στο σύνολό της -χωρίς εξαιρέσεις πια όπως στο «Μετά την Αυτοκρατορία»- ανίκανη για παράδειγμα να κατασκευάσει τα όπλα και τα πολεμοφόδια τα αναγκαία για την Ουκρανία. Οι Δυτικοί έστειλαν τους Ουκρανούς σχετικά αόπλους στην αποτυχημένη αντεπίθεση τους του καλοκαιριού του 2023.
Το τρίτο αίτιο, πέραν της έκλειψης του προτεσταντισμού και της οικονομικής αποδυνάμωσης, που σχετίζεται με την ήττα της Δύσης είναι η συστράτευση των περισσοτέρων χωρών του κόσμου με την Ρωσία. Ο Παγκόσμιος Νότος, ιδίως, όταν διαπίστωσε ότι η Ρωσία άντεξε το πρώτο σοκ των κυρώσεων κράτησε στάση τουλάχιστον ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στην Ρωσία. Οι επιφυλάξεις της Ρωσίας απέναντι στις υπερβολές των δικαιωματιστών έπαιξαν και αυτές τον ρόλο τους, λειτουργώντας σαν η κατ’ εξοχήν ήπια ισχύς της Μόσχας.
Ο Τοντ έχει δίκιο να επισημαίνει ότι η νεωτερικότητα αργοπεθαίνει στα παλαιά της κέντρα ενώ βρίσκει νέα ζωή στην περιφέρεια του πλανήτη. Εκεί η διαδικασία εκσυγχρονισμού και εξατομίκευσης προσλαμβάνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνδυαζόμενη με τις ντόπιες ανθεκτικές παραδόσεις. Αλλά κάποτε θα έρθει και η σειρά της περιφέρειας να αναρωτηθεί αν υπάρχει το πέρα από το άτομο.

«Στο μπαλκόνι» (1956). Εικαστική κατασκευή του, Άγγλου σερ, Peter Thomas Blake.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Ο άλλος εαυτός

«Ο άπορος είναι το alter ego του εύπορου, ο αλλοδαπός είναι το alter ego του ημεδαπού. Το να είσαι alter ego σημαίνει να λειτουργείς σαν κάδος απορριμμάτων όπου σωρεύονται όλα τα ανείπωτα κακά προαισθήματα, οι άφατοι φόβοι, οι κρυφές αυτοϋποτιμήσεις και ενοχές που φοβόμαστε πολύ και δεν θέλουμε να σκεφτόμαστε. Το να είσαι alter ego σημαίνει να λειτουργείς σαν δημόσια έκθεση του πλέον μύχιου ιδιωτικού, σαν εσώτερος δαίμονας που πρέπει δημοσίως να εξορκιστεί, ένα ομοίωμα που μπορούμε να πυρπολήσουμε μαζί με όλα όσα δεν μπορούμε να απωθήσουμε. Το alter ego είναι το σκοτεινό και δυσοίωνο φόντο όπου μπορεί να λάμψει το αποκαθαρμένο εγώ».


ZYGMUNT BAUMAN. (2002). Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφρ. Γεώργιος – Ίκαρος Μπαμπασάκης. Αθήνα: Ψυχογιός, σσ. 179-180.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

«… να ελπίζεις πέραν κάθε ελπίδας…»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Διάβασα τη Σεροτονίνη του Μισέλ Ουελμπέκ, στον καιρό της πανδημίας, όταν ο φόβος και η απελπισία του Κορονοϊού είχε κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας εκτός, βέβαια, των αντιεμβολιαστών, των γνωστών ψεκασμένων. Προχθές, σε γραφικό ταβερνάκι, με ξαδέρφια που, λόγω δουλειάς, έχουν σχέση με την ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική, η συζήτηση ήρθε στη Σεροτονίνη του Ουελμπέκ και στη εξέγερση των Γάλλων αγροτών με τα «κίτρινα γιλέκα», κίνημα που, δυστυχώς, κι αυτό ηττήθηκε, όπως και πολλά άλλα στη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική περιρρέουσα πραγματικότητα. 
Όμως, πέρα από την άριστη πλοκή της υπόθεσης του μυθιστορήματος για τις ευρωπαϊκές αγροτικές ποσοστώσεις, εκείνο που, εδώ, θέλω να επισημάνω είναι το εξής:  όσες κι όσοι έχουν διαβάσει τη Σεροτονίνη θα έχουν, πιστεύω, διαπιστώσει πως ο Ουελμπέκ, ως ένας σύγχρονος μηδενιστής συγγραφέας, αναζητά το Θεό με εξαιρετική λογοτεχνική μαστοριά: απελπισία, ελπίδα, αβεβαιότητα και αναζήτηση της πίστης συνυπάρχουν. Γράφει: 
«Δεν ήλπιζα τίποτα, συνειδητοποιούσα απόλυτα πως δεν είχα τίποτα να ελπίζω, η ανάλυσή μου για την κατάσταση μου φαινόταν πλήρης και βέβαιη. Υπάρχουν ορισμένες ζώνες του ανθρώπινου ψυχισμού που παραμένουν άγνωστες, επειδή έχουν εξερευνηθεί ελάχιστα, επειδή ευτυχώς είναι λίγοι εκείνοι που βρέθηκαν αναγκασμένοι να τις εξερευνήσουν, και όσοι το έκαναν δεν διατήρησαν κατά κανόνα αρκετά τα λογικά τους για να δώσουν μια αποδεκτή περιγραφή τους. Οι ζώνες αυτές δεν μπορούν να προσεγγιστούν παρά μόνο με τη χρήση παράδοξων, ακόμα και παράλογων διατυπώσεων, από τις οποίες η έκφραση να ελπίζεις πέραν κάθε ελπίδας είναι η μόνη που μου έρχεται στ’ αλήθεια κατά νου. Δεν είναι σαν τη νύχτα, είναι πολύ χειρότερα· και μολονότι προσωπικά δεν είχα την τύχη να ζήσω αυτή την εμπειρία, έχω την εντύπωση πως ακόμα κι όταν βυθίζεσαι στην αληθινή νύχτα, την πολική νύχτα, αυτή που κρατά έξι μήνες συνεχόμενα, παραμένει η έννοια ή η ανάμνηση του ήλιου. Εγώ είχα μπει σε μια νύχτα χωρίς τέλος, ωστόσο παρέμεινε βαθιά μέσα μου κάτι, που λιγότερο από ελπίδα, ας πούμε αβεβαιότητα. Θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε πως ακόμα κι όταν κανείς έχει χάσει προσωπικά το παιχνίδι, όταν έχει παίξει το τελευταίο του χαρτί, παραμένει σε κάποιους –όχι σε όλους, όχι σε όλους- η ιδέα πως κάτι στον ουρανό θ’ αναλάβει ξανά δράση, θ’ αποφασίσει αυθαίρετα να κάνει μια νέα μοιρασιά, να ξαναρίξει τα ζάρια, και τούτο, ακόμα κι όταν δεν έχει νιώσει ποτέ κανείς, σε καμιά στιγμή της ζωής του, ούτε την παρέμβαση ούτε καν την παρουσία οποιασδήποτε θεότητας, ακόμα κι όταν έχει επίγνωση πως δεν αξίζει ιδιαιτέρως την παρέμβαση μιας ευμενούς θεότητας, ακόμα κι όταν αντιλαμβάνεται, βλέποντας τη συσσώρευση λαθών και αμαρτιών που αποτελεί τη ζωή του, πως το αξίζει λιγότερο απ’ τον καθένα».
Στη Σεροτονίνη ο Ουελμπέκ προχωρά ακόμα πιο πέρα από την αναζήτηση μιας οποιασδήποτε θεότητας. Καυτηριάζει τη μεταχριστιανική Ευρώπη και τον μεταμοντέρνο Ευρωπαίο άνθρωπο. Εξού και η χριστιανική ελπίδα και προσδοκία είναι πραγματική όσο ποτέ άλλοτε. Οι δύο τελευταίες σελίδες της Σεροτονίνης είναι άκρως αποκαλυπτικές. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος διερωτάται και απαντά ταυτόχρονα:
«υποκύψαμε σε ψευδαισθήσεις ατομικής ελευθερίας, ζωής με ανοιχτούς ορίζοντες, με απεριόριστες δυνατότητες; Μπορεί, ήταν στο πνεύμα της εποχής αυτές οι ιδέες· δεν τις τυποποιήσαμε, δεν μας άρεσε αυτό· αρκεστήκαμε να συμμορφωθούμε, να τις αφήσουμε να μας καταστρέψουν· και μετά, για πολύ, πολύ καιρό, να μας κάνουν να υποφέρουμε».
Ο Ουελμπέκ μας θυμίζει ότι το μεγάλο πεδίο αναζήτησης του Θεού διανοίγεται μπροστά μας όταν: 
«ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια».
»Και καταλαβαίνω, σήμερα, την οπτική του Χριστού, την επανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστά στην σκληρότητα των καρδιών: έχουν όλα τα σημάδια και δεν τα λαμβάνουν υπόψη. Πρέπει στ’ αλήθεια να δώσω τη ζωή μου κι από πάνω γι’ αυτούς τους βρομιάρηδες; Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνω τόσο ξεκάθαρος; 
»Φαίνεται πως ναι»[*].

Κι άλλοτε έχω υποστηρίξει ότι, ο μυθιστορηματικός Ουελμπέκ είναι προφητικός, επίκαιρος αλλά και ιδιαίτερα οξύς στην κριτική του για ζητήματα που ταλανίζουν σήμερα τον ευρωπαϊκό πολιτισμό όπως, λόγου χάριν, τα ηθικά ζητήματα της καύσης των νεκρών και της ευθανασίας, στο εξαιρετικό μυθιστόρημά του Ο χάρτης και η επικράτεια, μτφρ. Λίνα Σιπηνάτου, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2010.

[*]Τα αποσπάσματα στις σελίδες 278 & 316. Η Σεροτονίνη, σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2019.

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Αβεβαιότητες και βεβαιότητες της ετερότητας

«Πάντα ρεί. Στη φύση, στην κοινωνία, στις συνειδήσεις. Μαζί με τα έμβια όντα, τα προϊόντα του νου μεταλλάσσονται συνεχώς. Είτε κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος είτε υπακούοντας σε αόρατες νομοτέλειες, οι λέξεις, οι σημασίες και τα ερωτήματα κινούνται ακατάπαυστα. Επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τους ρυθμούς τους. Προχωρούν. Οπισθοχωρούν. Επιχειρούν απρόβλεπτα άλματα κατά μήκος διαδρομών που δεν έχουν απόληξη ή προορισμό. Από την άποψη αυτή η “ιστορική επιλογή” των ιδεών δεν διαφέρει από τη φυσική επιλογή των ειδών. Ως προϊόντα μιας συνεχούς διαπάλης ανάμεσα σε αντίθετες δυνάμεις, οι μεταλλάξεις των ιδεών θα αποκρυσταλλωθούν μόνο εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Στην εξελικτική τους πορεία προς το άγνωστο η αντοχή των νοημάτων στο χρόνο δεν μπορεί να είναι προδιαγεγραμμένη. Την ίδια στιγμή που το ήδη υφιστάμενο τείνει να αναπαράγεται ως ακέραιο και αναλλοίωτο, το νέο καλείται να υπερνικήσει τις δυνάμεις της αδράνειας, τις “κοινωνιολογικές βαρύτητες” και τους εσωτερικευμένους νοηματικούς αυτοματισμούς που ενεργοποιούνται στους κόλπους όλων των σημασιακών τάξεων. Κανένα σύστημα νοημάτων και αξιών δεν ανατρέπεται αυτοβούλως. Σε διαρκή εγρήγορση οι κατεστημένες ιδέες τείνουν πάντα να αμύνονται ενάντια σε κάθε επίβουλο εισβολέα, ενώ οι νεογέννητες, σαν σπερματοζωάρια, ψάχνουν τα αβγά που θα τις γονιμοποιήσουν.
»Οι ιστορικές μορφές αυτής της εγρήγορσης δεν είναι όμως πάντα ίδιες. Κάθε κοινωνία εκτρέφει τις δικές της αντιστάσεις και τους δικούς της τρόπους χειρισμού των “καινών δαιμονίων”. Από την άποψη αυτή το κύριο χαρακτηριστικό που διακρίνει την εποχή μας από όλες τις προηγούμενες είναι οι τρόποι αντιμετώπισης αυτού που κάθε φορά ορίζεται ως νέο. Όλο και περισσότερο, οι τρέχοντες νοηματικοί αυτοματισμοί υπονομεύονται, οι ιδεολογικές σταθερές αποδυναμώνονται και οι βεβαιότητες αποκαθηλώνονται δίχως έκδηλες αντιστάσεις. Μέσα σε μια νύχτα, ολόκληρα συστήματα ιδεών μπορούν πια να αποδομούνται και να αναδομούνται. Σαν κακέκτυπα του Αρτούρ Ρεμπώ, οι άνευ όρων ζηλωτές του “εκσυγχρονισμού”, της “επικαιροποίησης” και της “καινοτομίας” (που δεν περιορίζεται φυσικά στα προϊόντα της επιστήμης και της τεχνολογίας) αναγορεύουν το νέο σε φετίχ ενάντια στους εσωρικευμένους ψυχαναγκασμούς της “αιώνιας επανάληψης του ίδιου”. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, οι καινούργιες ιδέες αυτοπροτάσσονται πλέον ipso jure ως υπερέχουσες των παλαιών. Οι λέξεις δεν καλούνται να υποτάξουν τις δυνάμεις της αλλαγής, αλλά υποτάσσονται σ’ αυτές. Στο εξής οι όροι πρόσβασης στο ως αληθές ισχύον φαίνεται να προικίζονται με τη δική τους ιδιότυπη “πολιτική ορθότητα”.
»Στις μέρες μας, πολλές κοινωνικές και ιδεολογικές δυσαρμονίες όχι μόνο δεν θα παταχθούν, αλλά αντίθετα θα εκλογικευτούν ή ακόμα και θα εξιδανικευτούν. Το τέλος των “μεγάλων αφηγήσεων” [σύμφωνα με την έκφραση του Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ], που χαρακτηρίζει το μετανεωτερικό κόσμο, φαίνεται να συνοδεύεται από ένα αντίστοιχο τέλος των “μεγάλων ολιστικών αποκλεισμών”.
»Φαίνεται […] πως η ιστορία δεν τελείωσε με τις ειρωνείες της. Όλα συμβαίνουν ως εάν το μείζον ιστορικό τίμημα της πρόσφατης εμπέδωσης της πολιτιστικής ανεκτικότητας είναι, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες, η επικρατέστερη μιας ευρύτερης, αποστασιοποιημένης και ηθικοποιημένης κοινωνικής αναλγησίας. Ακόμα λοιπόν και αν το δικαίωμα στη διαφορά και η διερεύνηση και κατοχύρωση των συλλογικών εγγυήσεων και των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν βρίσκονται σε λογική αντίθεση αλλά σε ιστορική σύγκρουση μεταξύ τους, τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα παραμένουν ανοικτά και περίπλοκα. Δεν έχουμε βέβαια τη δυνατότητα να τα λύσουμε. Ίσως όμως μπορούμε να ιχνηλατήσουμε τα σκοτεινά μονοπάτια μιας νέας κατανόησης. Αναφέρομαι σε όλους εκείνους τους αντιφατικούς ιστορικούς παράγοντες που οριοθετούν τις τρέχουσες διαδικασίες. Όπως το κατανοείν έτσι και το περιγράφειν συμβάλλουν στο γίγνεσθαι και παράγουν ιστορία».


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (2010). Η επινόηση της ετερότητας. «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 15-16, 66, 156.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

50 χρόνια Diamond Dogs: Ήταν ο Ντέιβιντ Μπόουι προφήτης;

Του ΓΙΩΡΓΗ - ΒΥΡΩΝΑ ΔΑΒΟΥ


Μοιάζει τόσο παράδοξο, όμως 50 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το άλμπουμ Diamond Dogs του Ντέιβιντ Μπόουι (1947-2016) εάν κυκλοφορούσε πάλι σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να παρομοιασθεί ως ένα ευαίσθητο αντηχείο της εποχής μας.
Ο πιο δημοφιλής δίσκος εκείνου του καλοκαιριού του 1974 κι ένα από τα πιο γνωστά άλμπουμ του αξεπέραστου αυτού καλλιτέχνη, εξακολουθεί, επιχειρώντας μία τολμηρή τομή, να μας δίνει -πέρα από τις εκλεπτυσμένες και πρωτοποριακές, ακόμη και τώρα, μουσικές του δημιουργίες- μία αδρή κοινωνιολογική εικόνα του καιρού του, των προβλημάτων του κόσμου της εποχής.
Προβλήματα, συγκρούσεις, αδιέξοδα, μεροληψίες και «ταξικό μίσος» (κάθε είδους), που δυστυχώς, φαίνονται να είναι τα ίδια και στις μέρες μας -έστω και εάν σήμερα τα φαινόμενα τούτα αναδύονται μπροστά μας σάμπως μέσα από ένα ανεστραμμένο είδωλο. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα είναι οι σχετικές ομοιότητες, που ένας εμμονικός της θεωρίας των κύκλων στην Ιστορία και θαυμαστής του Μπόουι θα διατεινόταν ότι ο αείμνηστος μεγαλοφυής καλλιτέχνης ήταν και μένει ένας μεγάλος προφήτης. Και ίσως αυτή η ερμηνεία της προσωπικότητας και του έργου του Μπόουι να μην ήταν και απόλυτα αδικαιολόγητη.
Ακούγοντας το άλμπουμ, που έφθασε στην κορυφή των βρετανικών charts και ήταν και το πρώτο που έφτασε στο Top 5 των ΗΠΑ, που συγκερνά το σκοτεινό και το σαρκαστικό, την παρακμή και τον τρόμο, το υπερφυσικό και το εμπειρικό, το σνομπ και το περιθωριακό, σε ένα αξεπέραστο μείγμα από μουσικές που συνδυάζουν διαφορετικά μουσικά στοιχεία με πρωτοποριακό τρόπο, είναι σα να διαβάζεις εκείνες τις αλληγορικές, αλλόκοτες, προφητείες των μυστικών και των πεσιμιστών στοχαστών του μέλλοντος. Εξάλλου και η αρχική ιδέα για τη σύνθεση του τρίτου άλμπουμ του Μπόουι διαπνέεται από αυτό το πνεύμα της μεταιχμιακής αμφιβολίας που γεννά τέτοιου είδους στοχασμούς και έργα. Σχεδιασμένο σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Μπόουι μετά την επιτυχία του κύκλου του Ziggy Stardust, διάνυε μία μετέωρη φάση, γεμάτη αβεβαιότητα ως προς την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η καριέρα του. Το Diamond Dogs είναι ο καρπός της συγχώνευσης διαφόρων ατέλειωτων έργων και ανεκπλήρωτων ιδεών του Μπόουι: ένα μιούζικαλ για τον χαρακτήρα του Ziggy Stardust, μια προσαρμογή του μυθιστορήματος «1984» του Τζορτζ Όργουελ και μια αστική αποκαλυπτική ιστορία βασισμένη στα γραπτά του Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Δηλαδή ένα κράμα από δυστοπικές μελλοντολογίες, που βασίζονταν στα γραπτά δύο από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς του είδους, οι οποίοι εντούτοις ήσαν παράλληλα κι από τους πλέον διαπρύσιους υποστηρικτές της προσωπικής ελευθερίας, της απελευθέρωσης από τα ιδεολογικά δεσμά και την ηθικολογία που διαιωνίζει την υποτέλεια του καθημερινού ανθρώπου και του πολίτη στις σκοτεινές επιδιώξεις μίας εξουσίας, που βασίζεται στην ψυχική και διανοητική υποδούλωση της μάζας. Το Diamond Dogs είναι ένας δίσκος που είναι φανερό πως αντλεί την έμπνευσή του από ένα πολύ καλλιεργημένο λογοτεχνικό υπόστρωμα, με συνεκτική γραμμή την ελευθερία της σκέψης και της δράσης του υποκειμένου.
Το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο φαίνεται να εμπνέει και μέσα στο οποίο κινείται το Diamond Dogs έχει πολλά από τα μεταιχμιακά και παρακμιακά χαρακτηριστικά που και σήμερα θα το έκαναν δημοφιλές. Το 1974 είναι η εποχή όπου η Βρετανία, (και σε ευρύτερο πλαίσιο η Ευρώπη) έχοντας περάσει μία πολύ σύντομη εποχή ευμάρειας, των ουτοπικών 30 Glorieuses, των πρώτων ένδοξων, μεταπολεμικών χρόνων, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, βιώνει μια φάση βίαιης ριζοσπαστικοποίησης εκείνων των φαινομένων που στην προηγούμενη 10ετία φάνταζαν ελπιδοφόρα και τώρα παράδερναν μέσα στα αδιέξοδα που είχαν δημιουργήσει ο εξιδανικευμένος αυθορμητισμός και ο υποκειμενισμός, που τα εμπόδιζε να συγκροτήσουν μία καθολικευμένη εναλλακτική κοινωνική λύση. Τα κοινωνικά κινήματα, που ναι μεν πρόσφεραν νέα πνοή, αρχικά, με την αλυσιτελή τους αυτοαναφορικότητα και γενικότητα, ενίσχυαν ταυτόχρονα και την αντιδραστικότητα, προαναγγέλλοντας στα μέσα του ‘70 εκείνη τη μετατόπιση που θα χαρακτήριζε την τελευταία περίοδο των κοινωνικών δεσμεύσεων στην ισοπέδωση της δεκαετίας του ‘80.

1974, μια δύσκολη χρονιά

Ιδιαίτερα για την Αγγλία, το 1974 ήταν δύσκολη χρονιά. Η οικονομία παρέπαιε λόγω της ενεργειακής κρίσης, που είχε οδηγήσει την συντηρητική κυβέρνηση του Έντουαρντ Χιθ να θεσπίσει την εργασιακή εβδομάδα των 3 ημερών, για να εξοικονομηθεί θέρμανση και ενέργεια. Η ανεργία και η μείωση των μισθών, η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων έπλητταν τον πληθυσμό, ενώ τα πράγματα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο η παρατεταμένη απεργία των ανθρακωρύχων. Αλλά το κύριο πρόβλημα την εποχή εκείνη ήταν η γενικευμένη ανασφάλεια, που η κλιμάκωση των βομβιστικών επιθέσεων του IRA και η εξέγερση στη Βόρειο Ιρλανδία, καλλιεργούσε σε όλο το μήκος και πλάτος της κοινωνίας με τα τυφλά της χτυπήματα. Από τις βομβιστικές επιθέσεις δεν είχε γλιτώσει ούτε καν το Γουεστμίνστερ (Βουλή των Κοινοτήτων), που τον Ιούνιο του ‘74 βίωσε μία έκρηξη βόμβας στη βόρειο πτέρυγά του. Η έκρυθμη κατάσταση αναβίωσε τότε και τη συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Ήταν επίσης η χρονιά που ο θάνατος του φοιτητή Κέβιν Γκέιτλι στη διάρκεια διαδήλωσης στο Λονδίνο, στην πλατεία Red Lion, προκάλεσε επίσης μεγάλο σάλο, καθώς ήταν το πρώτο θύμα σε διαδήλωση στο βρετανικό έδαφος από το 1939. Ήταν η χρονιά που, έστω και με μόλις 3 έδρες πλειοψηφία οι Εργατικοί του Χάουαρντ Γουίλσον, που είχε να αντιμετωπίσει -όπως κι ο επίγονός του Στάρμερ σήμερα- το πρόβλημα με την Ευρώπη, αποδεχόμενος να μεθοδεύσει το δημοψήφισμα για την παραμονή στην τότε ΕΟΚ, που μόλις στο προηγούμενο έτος είχε ενταχθεί η Βρετανία και ήδη πολλοί συντηρητικοί διέδιδαν ψευδώς πως σε εκείνη οφειλόταν η απώλεια 500.000 θέσεων εργασίας. Στο δημοψήφισμα τότε είχε επικρατήσει το «ναι» και η Βρετανία παρέτεινε την ταραχώδη σχέση της με την Ενωμένη Ευρώπη μέχρι την τελική έξοδό της μία εικοσαετία αργότερα.
Η βαθιά απαισιοδοξία και ο γενικευμένος μηδενισμός που ρίζωσε βαθιά στην κοινωνία το ‘74, θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος στην ανέλπιδη παθητική και αυτοκαταστροφική έξαρση του πανκ λίγα χρόνια αργότερα. Όμως το 1974 είναι η χρονιά του Glam Rock και της φανταχτερής φαντασμαγορίας της παγιέτας στα κοστούμια των Abba, που θα κέρδιζαν τη Eurovision με το Waterloo, την ώρα που το χίπικο κίνημα με τι δική του καλειδοσκοπική φαντασμαγορία ουσιαστικά ξεψυχούσε. Ο Μπόουι με την κριτική του ματιά ήδη από το 1974 είχε συλλάβει τις αντινομίες της βρετανικής κοινωνίας εν κρίσει και σκιαγράφησε εύγλωττα τις κακουχίες και την απόγνωση της αστικής ζωής που ο ιδεαλισμός των χίπις του ‘60 είχε στηλιτεύσει, αλλά δεν κατόρθωσε να αλλάξει. Το Diamond Dogs είναι ένα μουσικό και στιχουργικό, υποβλητικό, ταξίδι σε υποβαθμισμένες βιομηχανικές περιοχές, μισοάδεια βικτωριανά κτίρια, προαστιακά δωμάτια γεμάτα αμφεταμίνες και γυμνά σώματα, πεζοδρόμια γεμάτα με ανθρώπους που αναζητούν ταυτότητα -ακόμα και σεξουαλική- και κυρίως κίνητρο για να ζήσουν ζωντανά συναισθήματα.
Ο Μπόουι, το έχει αποδείξει άλλωστε, θέλοντας να καθορίσει τους όρους και τις συναρτήσεις των ανθρώπινων παθών και πεποιθήσεων, όχι απλά μόνο μέσα στην καθορισμένη ιστορική στιγμή ,αλλά και μέσα στην εξέλιξη της κοινωνίας στα διάφορα στάδιά της, απαγγέλλει την κρίση του πάνω ακριβώς στην εσωτερική τους αξία. Σμιλεύει τα «προπλάσματα», που θα έλεγε και ο μεγάλος ιστορικός Πάουλσεν, της ιστορικής και κοινωνικής της εικόνας και με τις διάφορες περσόνες που επινοούσε συμπύκνωνε τα χαρακτηριστικά της, τις ιδιαιτερότητες, τις αιχμές της κρίσης της, της αποσύνθεσής της και την ελπίδα μίας υπέρβασης ακριβώς τη στιγμή της αυτο-συνείδησης της παρακμής.
Το ίδιο το άλμπουμ είναι άλλωστε ενδεικτικό αυτής της παρακμιακής παράνοιας, του κιτς και του εκλεκτικισμού της. Ξεκινώντας από το ίδιο το εξώφυλλο του άλμπουμ, εμπνευσμένο από τις εικόνες των τσίρκων του Coney Island και τις εικόνες των ανθρώπων-φρικιών. Είναι μάλιστα έργο του Βέλγου καλλιτέχνη Guy Peellaert (που είχε σχεδιάσει επίσης το εξώφυλλο του It’s Only Rock ‘n’ Roll των Rolling Stones). Εκεί ο Μπόουι ποζάρει σαν ένα απόκοσμο πλάσμα στα μισά του δρόμου μεταξύ ανθρώπου και σκύλου, μια «βλάσφημη» επανερμηνεία των κενταύρων της ελληνικής μυθολογίας, που στην επανερμηνεία της του 1974 η πάλη με τους θεούς του Ολύμπου είναι μία πάλη για επιβίωση μέσα στους κάδους των σκουπιδιών. Οι άνθρωποι φρικιά του Μπόουι είναι όλοι εκείνοι οι «διαφορετικοί» κάθε είδους, όσοι αποζητούν μία ‘ταυτότητα’ και που η κοινωνία -ακόμη και σήμερα- απορρίπτει, είτε πρόκειται για ξένους, νέους, ΛΟΑΤΚΙ+ ή «ταξικούς αντιπάλους».


«Θα έλθει μία μέρα που οι άνθρωποι ‘φρικιά’ θα βρουν δικαίωση στον κόσμο;».

Ωστόσο, η έμπνευση του εξωφύλλου από τον κόσμο του τσίρκου δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία του Μπόουι. Είχε ξαναχρησιμοποιηθεί το 1972, με το εύγλωττο φωτογραφικό κολάζ του Exile on Main Street των Rolling Stones. Ένα άλμπουμ αφιερωμένο και αυτό στη «διαφορετικότητα», που έδινε φωνή σε εκείνους που η κοινωνία περιθωριοποιούσε, περιέπαιζε ή εκμεταλλευόταν γιατί ακριβώς επέκλιναν από τη σαθρή και επιφανειακή κανονικότητά της. Δύο χρόνια αργότερα ο Μπόουι ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, εμβαθύνοντας στη δύσκολη κοινωνική κατάσταση των ομοφυλόφιλων, των τρανσέξουαλ και όσων γενικότερα δεν ταιριάζουν στην κρατούσα αντίληψη για τα φύλα ή την κοινωνική συμπεριφορά. Εξάλλου, η σεξουαλική μεταφορά βρίσκεται ακριβώς στη φιγούρα ανθρώπου-σκύλου στο εξώφυλλο, την πόζα του οποίου ο Μπόουι εμπνεύσθηκε από μία παρόμοια φωτογραφία του 1926 της Ζοζεφίν Μπέικερ (άλλης μίας καλλιτέχνιδας που με ειρωνικό τρόπο διέρρηξε τα στεγανά και σόκαρε τη δεκαετία του ‘20 και ‘30).
Το ερώτημα που διέπει το άλμπουμ είναι «θα έλθει μία μέρα που οι άνθρωποι ‘φρικιά’ θα βρουν δικαίωση στον κόσμο τούτο;». Η δυσοίωνη και ασφυκτική ατμόσφαιρα του άλμπουμ γίνεται αμέσως αντιληπτή από το εναρκτήριο κομμάτι, το Future Legend, που βυθίζει τον ακροατή σε ένα δυσοίωνο πέπλο, αυτό της Πεινασμένης Πόλης, όπου η επιβίωση γίνεται πόλεμος στη Χρονιά των Diamond Dogs, όπου «αυτό δεν είναι Ροκ ν’ Ρολ, είναι Γενοκτονία». Μία δυστοπία, όπου ο χομπσιανός bellum omnium contra omnes έχει αποκατασταθεί χωρίς έλεος για τον αδύναμο, χωρίς ένα κοινωνικό συμβόλαιο και υπόσχεση ασφάλειας. Η ίδια ατμόσφαιρα διαχέεται από το φασματικό τρίπτυχο των εννέα λεπτών που αποτελείται από τα τραγούδια Sweet Thing, Candidate, Sweet Thing (Reprise), όπου αφηγούνται συναισθηματικά φορτισμένες περιπέτειες ανδρικής πορνείας. Είναι τα τραγούδια τούτα μία διακειμενική παρατήρηση, που η αφήγησή της παραπέμπει και συναισθηματικά και εικονολογικά σε ορισμένους πίνακες του Jean-Michel Basquiat (πολύ περισσότερο από τις εξυμνητικές φωτογραφίες του R. Mapplethorpe ή τη συμβατική ποπίστικη απεικόνιση του K. Haring), που προέρχονται από τις ίδιες, τραυματικές στην αρχική τους βίωση, εμπειρίες. Αλλά και στη συνέχεια, το 1984 και το Big Brother στιγματίζουν μια κοινωνία που καταπιέζει την ελεύθερη σκέψη με την επιβολή της τεχνολογίας σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και τον ηθικολογικό αυτο-ευνουχισμό της πολιτικής ορθότητας. Ο Μπόουϊ θέτει το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων σε ένα απάνθρωπο και ισοπεδωτικό τεχνολογικό μέλλον, το οποίο υποβιβάζει το υποκείμενο είτε σε ανδρείκελο, είτε σε μια κανιβαλική και λιμπιντινική μηχανή, που θα έλεγε και ο Ζυλ Ντελέζ. Είναι ίσως το τραγούδι που συνοψίζει το βαθύτερο περιεχόμενο κι αποτελεί τη χεγκελιανή υπέρβαση και σύμβαση όλων των αρνητικοτήτων στο Diamond Dogs είναι αναμφισβήτητα το Rebel Rebel: ένα τραγούδι που είναι ένας φόρος τιμής στην παραφορά της υποστασιακής (κι υπαρξιακής) περιδίνισης και τον μηδενισμό της λιμπιντινικής ελευθερίας. Αλλά και εξάρτησης της στιγμιαίας απόλαυσης (του «θέλεις περισσότερα, αλλά τα θέλεις τώρα»), που σε κάνει να αποζητείς την ένταση και τη διάρκεια που ουδέποτε θα κορέσεις. Είναι ένας ύμνος στην επιδειξιμανία μίας εποχής, που εκφράζεται ακόμη και με την επιτηδευμένη αυτοκαταστροφή (του ‘your face is a mess’), η οποία υποτίθεται πως εμβολίζει τον καθωσπρεπισμό, αλλά που στην ουσία -αφήνει να διαφανεί ο Μπόουι- τροφοδοτεί την εμπορευματοποιημένη, εκτεχνικευμένη, «κοινωνία του θεάματος» και δημιουργεί (ας στοχασθεί κάποιος τους επιγόνους του Glam κινήματος, από τον Φρέντι Μέρκιουρι και τους Queen ίσαμε τη Lady Gaga) μια καλά οργανωμένη παγκόσμια αγορά, που εκμεταλλεύεται την εικόνα της «διαφορετικότητας» σε όλες τις εκφάνσεις της.
Το Diamond Dogs σε κάθε περίπτωση είναι ένα πειραματικό άλμπουμ, με κύριο στοιχείο την εκλεκτικιστική συναρμογή πολλών μουσικών στυλ: ίσως ένας προάγγελος των σημερινών samplings από διάφορα τραγούδια. Με τη διαφορά πως η φανκ και η σόουλ, η ροκ όπερα, τα τραγούδια στυλ Frank Sinatra και μιούζικαλ, έως συνθέσεις που θυμίζουν τις concrete δημιουργίες του Karlheinz Stockhausen, στο άλμπουμ του Μπόουι δεν είναι ένα συγκριτικό αποτέλεσμα από γνωστές, επιτυχημένες κι αναγνωρίσιμες μελωδίες, αλλά αποτελούν αυτοτελείς συνθέσεις που απλά το ύφος τους ενισχύει την εννοιολογική τους στόχευση. Πάντως ως τέκνο της εποχής του, το Diamond Dogs αποτελεί ένα δεινό δείγμα του glam rock: κάποιος το αντιμετωπίζει σάμπως μία θεατρική παράσταση, φαντάζεται τούτο το μείγμα λόγου, μουσικής, κίνησης πάνω στη σκηνή και κυρίως, γιατί το άλμπουμ αναπαράγει την εξερεύνηση του Μπόουι σε εκείνο το δαντο-παζολινικό transumanar (e organizzar), το ξεπέρασμα της ανθρώπινης υπόστασης σε μία νέα μορφή. Αυτό που μεταφέρει και υπονοεί ο Μπόουι, σαν σημερινή αναβίωση του μύθου του Γλαύκου, που ακριβώς βρίσκοντας τον επίγειο παράδεισο μακριά από την ανθρώπινη τεχνική διαστροφή, ερωτεύεται τη Σκύλλα, που αποκρούοντας τον (κανονικό) έρωτά του μεταμορφώνεται στο πλάσμα εκείνο που μοιάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης στο εξώφυλλό του, με το κάτω μέρος του σώματός της σε μία αγέλη σκύλων. Transumanata η Σκύλλα από την Κίρκη, από την ίδια μάγισσα που μετέτρεπε τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια, αναδεικνύει τη διττή ουσία της επιθυμίας: συνάμα συναρπαστικής και τερατώδους, αλλά πάντα συνταρακτικής, ακόμη κι όταν είναι αποτρόπαια (ως διαστροφή).
Είναι το όραμα του Μπόουι, που ήδη είχε ξεκινήσει με τον Ziggy, σκόπιμα διφορούμενο, ανδρόγυνο, μηδενιστικό, παρανοϊκό, για να εξερευνήσει περίπλοκα ζητήματα ταυτότητας και εξουσίας. Σαν τον παχινιδιάρη σκύλο Diamond του Νεύτωνα, που ρίχνοντας το κερί έκαψε τις σημειώσεις από τα πειράματα 20 χρόνων, ο Μπόουι καίει τα προηγούμενα προσωπεία του, καυτηριάζει την κοινωνική πραγματικότητα και τις φενάκες ή τις αυταπάτες της, καταγγέλλει τις πλαστές εξαγγελίες της «απόλαυσης», που Σαρτρικά είναι «ο θάνατος της επιθυμίας». Αυτή τη θανατερή, επίκαιρη απόλαυση, σαν λίμπιντο και θάνατο, διαρκή πόλεμο και δυστοπική «βούληση για δύναμη» καταγγέλλει στο Diamond Dogs ο Μπόουι κι εάν κάτι κάνει το άλμπουμ τούτο επίκαιρο στη Βρετανία, αλλά και στον κόσμο του σήμερα, είναι το αδιάψευστο ιστορικό γεγονός πως παρά την τεχνική εξέλιξη, η ψυχική και συναισθηματική πρόοδος του ανθρώπου, όσο και εάν το όραμα των μεγάλων στοχαστών πίστευε στην ορθολογική του βελτίωση ή στο υπαρξιακό transumanar, έχει παραμείνει στην προλογική επικράτεια του homus hominis lupus (ή στην περίπτωσή μας canis).


Ο Γιώργης - Βύρων Δάβος εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός Τέχνης και διδάσκει Αισθητική στην Ακαδημία της Μπρέρα (Μιλάνου) και Κοινωνιογλωσσολογία και Λογική Φιλοσοφία της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βίγο (Ισπανία), ενώ στον ελεύθερο χρόνο του… γράφει.

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Ο λαϊκισμός της μετανεωτερικής αφήγησης με αφορμή την ομοφυλοφιλία και τα παρεπόμενα της

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Το ζήτημα του νέου νομοσχεδίου για τα ομόφυλα ζευγάρια έχει σηκώσει πολλή συζήτηση και έχει διχάσει σε σημαντικό βαθμό. Μία διάσταση αυτού του προβληματισμού την οποία δεν θα συναντήσει κανείς εύκολα είναι αυτή της μετανεωτερικής έννοιας του έρωτα και της οικογένειας, κάτι που αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τα φύλα. Το έσχατο επιχείρημα των «συγκρατημένων» της υπεράσπισης των ομοφυλοφιλικών πρακτικών οικογενειακού βίου και των συμβάσεων που ακολουθούν είναι ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, η οικογένεια έχει μεταβληθεί στη σημερινή εποχή και η πολιτειακή παρέμβαση θα πρέπει να «επικαιροποιήσει» θεσμικά και τυπικά αυτή τη μεταβολή. Αν προσέξει κανείς θα δει ότι ακόμα και η κυβερνητική νομοθετική επιχειρηματολογία εστιάζει στη συμπόρευση νομικού πλαισίου και κοινωνικής πραγματικότητας. Η εύκολη ένσταση σε αυτό είναι ότι εκλαμβάνει (και θέλει να μας πείσει) τους ανεμόμυλους ως γίγαντες. Πώς και από πότε η ανάγκη «τακτοποίησης» των ομόφυλων ζευγαριών είναι ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα, δεν καταλαβαίνει κανείς. Μάλιστα, αυτός ο πολιτικός σουρρεαλισμός οδηγεί αναπόφευκτα σε σκέψεις περί συνωμοσιών κάποιων φιλελεύθερων καταναλωτικών ελίτ, οι οποίες κάτι επιδιώκουν και θα το αποκαλύψει η Ιστορία.
Ας δούμε λίγο λοιπόν τη σημερινή συνθήκη. «Η διαστροφή (perversion) κατέχει σημαντική θέση τόσο για τον Φουκώ όσο και για τον Ντελέζ, καθώς την βλέπουν ως έναν τρόπο ριζικής αμφισβήτησης της αστικής κοινωνικής τάξης που χαρακτηριζόταν από την "Οιδιπόδεια οικογένεια" της φροϋδικής ερμηνείας. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του Λακάν και του Φουκώ: ο πρώτος έκανε τη διαστροφή μια καθολική δομή προσωπικότητας, όπου η ομοφυλοφιλία ήταν η πιο αγνή ενσάρκωση, ενώ ο δεύτερος ευνόησε τη μελέτη συγκεκριμένων πρακτικών διεστραμμένης σεξουαλικότητας χωρίς να ανησυχεί μήπως τις εντάξει σε κάποια συγκεκριμένη δομή. ή κατηγορία. Για τον Λακάν, ο ομοφυλόφιλος είναι ένα παράδειγμα εξαιρετικής διαστροφής στον πολιτισμό, ενώ για τον Φουκώ ο ομοφυλόφιλος είναι μια φιγούρα που πρέπει να ξεφύγει, με μια ανατρεπτική ή εφευρετική πρακτική, από την εξευτελιστική ταμπέλα που του έχει βάλει ο κανονιστικός λόγος. Βλέπει κανείς πώς η θέση του Λακάν διαφέρει ριζικά από αυτή των ομοφοβικών γιατρών και ερευνητών. Ο Λακάν συνδέει την ομοφυλοφιλία (τόσο γυναικεία όσο και ανδρική) με τη διαστροφή, αλλά απορρίπτει κάθε είδους μεροληπτική στάση. Στη συζήτησή του, η αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας ως διαστροφής δεν οδηγεί ούτε σε μισαλλοδοξία ούτε σε διαχωρισμό. Και ο Λακάν, για τους ίδιους λόγους, δεν καταδίκασε τους ομοφοβικούς […] Επειδή ο Λακάν θεωρούσε την ομοφυλοφιλία διαστροφή, πίστευε ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν ήταν "θεραπεύσιμοι". Διακρίνει τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, την οποία τοποθετεί κοντά στην υστερία και τη σεξουαλική αντιπαλότητα, από την ανδρική ομοφυλοφιλία, στην οποία βρίσκει τις βάσεις του κοινωνικού δεσμού» (Roudinesco & Pommier, 2001).
Η διαστροφή, ας μείνουμε στον Λακάν, δεν έχει την απαξιωτική- επιτιμητική σημασία που συνήθως έχουμε όλοι μας. H διαστροφή δεν είναι μία παράβαση των νόμων ή της τάξης του καλού, αλλά συνιστά τη βασική δομή σύστασης του ανθρώπινου πολιτισμού. Το διεστραμμένο υποκείμενο έχει υποστεί αλλοτρίωση (alienation) αλλά αποκηρύσσει τον ευνουχισμό (castration), υποφέρει από υπερβολική χαρά (jouissance) και έχει τη μια βασική πεποίθηση ότι ο νόμος και οι κοινωνικοί κανόνες είναι δόλιοι στη χειρότερη περίπτωση και αδύναμοι στην καλύτερη. Θα έλεγε κανείς ότι το διεστραμμένο υποκείμενο είναι στην πρωτοκαθεδρία της ουσιαστικής κριτικής του κατεστημένου πολιτισμού και μάλιστα θέλει να τον υπερβεί. Λακανική «αποθέωση» της ομοφυλοφιλίας ως δομής;
Η ψυχανάλυση του Λακάν σκοπεύει στο «επέκεινα» της φαλλικής απόλαυσης που ανοίγει την οδό της «Αγνωσίας» για την απόλαυση του Άλλου. Προσπαθεί (μέσα από μία δυτική οπτική) να υπερβεί τα στενά, ορθολογιστικά, ωφελιμιστικά και υποκριτικά όρια της κοινωνικής σύμβασης. Είμαστε στα αξιολογικά κατάλοιπα της αμφισβήτησης του δυτικού παραδείγματος. Δεν είναι τυχαίο που οι λακανιανοί αρέσκονται στην ερωτική λογοτεχνία των τροβαδούρων του 12ου αιώνα, που τους βλέπουν και ερμηνεύουν ως ουσιαστικά (όχι τυπικά) ομοφυλόφιλους, διότι απορρίπτουν μέσα από την τέχνη τους τη συγκεκριμένη γυναίκα για μία ιδεατή εικόνα της, η οποία δεν υπάρχει πουθενά (Julien, 1993). Τους αρέσουν επίσης οι μυστικοί του ύστερου Μεσαίωνα και κυρίως οι γυναίκες (όπως για παράδειγμα η Hildegard von Bingen) που ανοίγονται στην απόλαυση του Όντως Άλλου. Πίσω από αυτά λανθάνει ο πόθος του δυτικού ανθρώπου να υπερβεί την κατάρα του διαχωρισμού των φύλων μέσω του ανοίγματος σε μία εντελώς άλλη απόλαυση. Η οντολογία πονηρά μπαίνει στη συζήτηση και τον προβληματισμό. Αφήνω τον αναγνώστη, στ5ο σημείο αυτό, να διερωτηθεί για τη διαφορά της Ορθόδοξης αντίληψης περί φύλων (πως η Παναγία υπερβαίνει την ανθρώπινη φθαρτότητα χωρίς να εγκαταλείπει την αφετηρία του φύλου και χωρίς να γίνεται μία ιδεατή Κυρία των Ουρανών)
Αυτή η ψυχαναλυτική θεώρηση των πραγμάτων θα εκ-χυδαϊστεί. Ό ίδιος ο Λακάν θα σχολιάσει αρνητικά την τάση των ομοφυλόφιλων να θέλουν να ακολουθούν πιστά τις συμβάσεις των ετεροφυλόφιλων, τις συμβάσεις μίας αστικής υποκριτικής κοινωνικής ηθικής. Προέβλεπε τη μαζική άλωση αυτής της αγωνίας που εκείνος εξέφρασε. Ο λαϊκισμός της μετανεοτερικής πώλησης και ο φονταμενταλισμός της παίρνει επιλεκτικά σημεία και όψεις αυτών των προβληματισμών και, ως κολάζ, τα εκθέτει, επικαλούμενος την επιστήμη και την αλήθεια της εποχής. Ανάγει το ζήτημα της ψυχικής υπέρβασης των φύλων σε μία ακόμη διεκδίκηση δικαιώματος και έτσι ευνουχίζει πολιτικά και κοινωνικά την ίδια την ομοφυλοφιλία.

ΠΗΓΕΣ

Elisabeth Roudinesco & François Pommier, (2001). “OTHER” SEXUALITIES – I”. Psychoanalysis and Homosexuality: Reflections on the Perverse Desire, Insult and the Paternal function. https://www.journal-psychoanalysis.eu/articles/other-sexualities-i-psychoanalysis-and-homosexuality-reflections-on-the-perverse-desire-insult-and-the-paternal-function/ 
Philippe Julien. (1993). Για την Πατρότητα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Κυριάκου Κατζουράκη.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός μεταξύ προνεωτερικών δεσμεύσεων, νεωτερικών προκλήσεων και μετανεωτερικής συνάφειας

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Στα Μελισσάτικα του Βόλου, στο Συνεδριακό Κέντρο «Θεσσαλία», θα πραγματοποιηθεί το Συνέδριο «Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός μεταξύ προνεωτερικών δεσμεύσεων, νεωτερικών προκλήσεων και μετανεωτερικής συνάφειας» από τις 19 ως τις 22 Οκτωβρίου 2023. Το Συνέδριο διοργανώνεται από την Έδρα Θρησκειολογίας (τομέας Ορθόδοξου Χριστιανισμού) της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ερφούρτης (Γερμανία) και την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου.
Το Συνέδριο είναι ανοικτό για το κοινό, είτε με φυσική παρουσία, είτε διαδικτυακά μέσω της πλατφόρμας Zoom.
Η γλώσσα του Συνεδρίου είναι αγγλική (δεν θα υπάρχει μετάφραση).
Το Συνέδριο φιλοδοξεί να ρίξει φως σε ερωτήματα όπως η πολύπλευρη σχέση της Ορθοδοξίας με τη νεωτερικότητα, ο ενδεχόμενος συντηρητισμός της και η έμφαση στην παράδοση ως ένα δεσμευτικό κανονιστικό παρελθόν, η δυνατότητα της Ορθοδοξίας να ανταποκριθεί στις σημερινές προκλήσεις αλλά και η πρόσφατη σχετικοποίηση παλαιοτέρων αφηγημάτων στο πλαίσιο της μετα-νεωτερικότητας, που αποκαλύπτει νέες προοπτικές για τη σημασία της Ορθοδοξίας σήμερα και αυξάνει το γόητρό της διεθνώς.
Το πρόγραμμα του Συνεδρίου είναι διαθέσιμο εδώ (στα αγγλικά): https://www.acadimia.org/images/pdf_doc_more/2023/programs/orthodoxy_pre_post_modern_program_only.pdf
Το φυλλάδιο με το πρόγραμμα, τα βιογραφικά των συνέδρων και τις περιλήψεις των εισηγήσεων είναι διαθέσιμο εδώ (στα αγγλικά): https://www.acadimia.org/images/pdf_doc_more/2023/programs/orthodoxy_pre_post_modern_booklet.pdf
Οι σύνδεσμοι για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση είναι:
Η αρχική, λεπτομερής ανακοίνωση του σκεπτικού του Συνεδρίου είναι διαθέσιμη εδώ

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Στελέχη της εκπαίδευσης: στελέχη των «τυπικών προσόντων». Φεύ!

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Από τον επιθεωρητή στον σχολικό σύμβουλο[*], από τον σχολικό σύμβουλο στον συντονιστή εκπαιδευτικού έργου, από τον συντονιστή εκπαιδευτικού έργου στον σχολικό σύμβουλο… Από το έναν διευθυντή σχολικής μονάδας στον άλλο διευθυντή σχολικής μονάδας, από τον άλλο διευθυντή σχολικής μονάδας στον επόμενο διευθυντή σχολικής μονάδας, που συνήθως είναι το ίδιο πρόσωπο - τα ίδια πρόσωπα και πάει λέγοντας, χρόνια τώρα…
Θέσεις ευθύνης είναι οι σχολικοί σύμβουλοι, οι διευθυντές σχολικών μονάδων, οι διευθυντές πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι περιφερειακοί διευθυντές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο τρόπος που επιλέγονται από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, δείχνει τον πολιορκητικό κριό της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής, του εκάστοτε κόμματος που κυβερνά την πολύπαθη πατρίδα μας, κατεπάνω στην εκπαίδευση. Με την απογοήτευση και την απελπισία στα πρόσωπα πολλών εκπαιδευτικών πως, τίποτα δεν αλλάζει στον εκπαιδευτικό διοικητικό μηχανισμό, με τη διαπίστωση ότι αυτός, στην κυριολεξία, περνά παρατεταμένη κρίση, με τις θέσεις ευθύνης να είναι προσωποπαγείς και να στηρίζονται μόνο στα τυπικά προσόντα. Ζούμε στην εποχή των «τυπικών προσόντων». Φεύ! Η αξιολόγηση της προσωπικότητας του υποψηφίου όταν διεκδικεί μια θέση ευθύνης να αφήνεται σε επιτροπές που με την εκμαυλιστική ρητορική τους νομίζουν πως όλα γίνονται αξιοκρατικά. Όμως, αυτή η ρητορική μπάζει από όλες τις μπάντες με την αναξιοκρατία της. Την αναξιοκρατία όχι μόνο των ημερών μας αλλά και παλαιότερων καιρών. Πολλοί θα θυμούνται τι «μαγειρέματα» γίνονταν πριν ολίγα χρόνια, με την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων μέσα από τους συλλόγους διδασκόντων.
Θα συνταιριάξω εδώ δύο σημαντικούς κατ’ εμέ φιλοσόφους. Κι αυτό γιατί η εκπαίδευση και στο ζήτημα του διοικητικού μηχανισμού της εξαρτάται άμεσα από την πολιτική. Ο πολύς Μοντεσκιέ έλεγε για τους πολιτικούς ότι είναι «πληρωμένοι πράκτορες των χρηματιστών». Κι ο Γάλλος φιλόσοφος - δύο αιώνες μετά τον Μοντεσκιέ - Ζαν Κλωντ Μισεά, με οξύτατο τρόπο καταγγέλλει ότι το σχολείο έχει καταντήσει ένα «μεγάλο πάρκο σχολικών ατραξιόν». Οι «αξιολογητές», λοιπόν, των στελεχών ευθύνης στην εκπαίδευση, στηριζόμενοι στις επιλογές των εκάστοτε πολιτικών του ΥΠΑΙΘ, αξιολογούν μόνο τα «τυπικά προσόντα» του υποψηφίου για μια θέση ευθύνης· ορέγονται ένα σχολείο - εκσυγχρονισμένο το λένε - το οποίο, όμως, «δεν θα είναι ποτέ ικανό να συναγωνιστεί ούτε μια στιγμή τη σπινθηροβόλα, πανταχού παρούσα και αδιάκοπα ανανεούμενη νεανική κουλτούρα».
Όλα θυσιάζονται στο βωμό της καριέρας - πολλά από τα στελέχη της εκπαίδευσης είναι καριερίστες - με τα θεμέλια της εκπαίδευσης να διασαλεύονται επικίνδυνα. Προσδοκία όχι τον καλύτερο αλλά κάθε αποτροπή του μετρίου ή του χειρότερου, που με καλπασμό θεριεύει. Αυτή, δυστυχώς, είναι η εικόνα όταν έρχεται η στιγμή να γίνει επιλογή στελεχών στην εκπαίδευση. Στελέχη δημιουργήματα κλώνων, πιστοί αναμεταδότες μιας «φιλοσοφίας της παιδείας», που μετατρέπει το σχολείο και τη γνώση από αλήθεια που οφείλει να είναι σε χρήση, σχολείου αυστηρά προσκολλημένου στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας, σχολείο υποχείριο του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της μετανεωτερικότητας. Ελπιδοφόρο το πρόταγμα, εκατό σχεδόν χρόνια πριν: «Κλείστε τα σχολειά για να χτίσουμε καινούργια». Το ‘λεγε ο Μίλτος Κουντουράς. Αλλά ποιος σήμερα διαβάζει Μίλτο Κουντουρά; Ανησυχητικό, πράγματι, το ερώτημα.

[*] Φράγκος, Π. Χρήστος. (1986). «Από τον Επιθεωρητή στον Σχολικό Σύμβουλο». Στο Επίκαιρα Θέματα Παιδείας. Αθήνα: Gutenberg, σσ. 145-152.

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Όταν ο πλοηγός είναι χακαρισμένος και ο δρόμος για την Ορθοδοξία περνά μόνο μέσα από τη Ρωσία

Του πρωτοπρ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΘΕΡΜΟΥ


«Φυσικά προσπαθούσε να κρύψει το σακατεμένο χέρι του /
έτσι κρατούσε πάντα μια σημαία».
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ. (1990). «Ιδεολόγος», στο: Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου. Αθήνα: Κέδρος, σ. 112.

Εδώ και πολλά χρόνια πλανάτο μια ανησυχητική αίσθηση σχετικά με τις μεταστροφές Αμερικανών Προτεσταντών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ενώ δεν έπαψαν μεταξύ αυτών να υπάρχουν και διαμάντια, συχνά συναντούσε κανείς πιστούς οι οποίοι υιοθετούσαν υπερσυντηρητικές απόψεις, ενίοτε και φονταμενταλιστικές. Άλλοτε η τάση γινόταν εμφανής αμέσως μετά τη μεταστροφή, ενώ άλλοτε χρειάζονταν χρόνια μέχρι την σταδιακή μετακίνηση σε ακραίες θέσεις.
Το φαινόμενο της θρησκευτικής μεταστροφής είναι πολυεπίπεδο και τα κίνητρα ενίοτε ασυνείδητα. Η ψυχολογική (ενίοτε και ψυχιατρική) μελέτη του είναι περισσότερο από απαραίτητη, είναι επείγουσα. Εγγίζει την ουσία και το μέλλον της Εκκλησίας.
Αρχίζει να γίνεται πλέον φανερό πως οι προσδοκίες πολλών Αμερικανών Προτεσταντών που μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία διέπονται από κάποιο βαθμό αυταπάτης. Χαμένοι μέσα σε έναν ωκεανό φιλελεύθερων Χριστιανικών ομολογιών (που μερικές φορές αναρωτιέσαι γιατί να λέγονται πια Χριστιανικές), υφιστάμενοι την ραγδαία εκκοσμίκευση της κοινωνίας η οποία έχει ξεφύγει από την κλασική νεωτερική έννοια και απέκτησε την προκλητικότητα της Μετανεωτερικότητας, ίσως και παρερμηνεύοντες το επίθετο «ορθόδοξη», καταλήγουν να προσέρχονται στην Ορθοδοξία με την ελπίδα ότι αποτελεί το τέλος της ιστορίας.
Με αυτό εννοώ ότι χαρακτηρίζονται από την ψυχική ανάγκη να σταματήσει κάθε αναθεώρηση, κάθε κριτική, κάθε εξερεύνηση, διεργασίες που τόσο πολύ ευθύνονται στη Δύση για την αποδόμηση του Χριστιανισμού. Επιτέλους βρέθηκε ο ασάλευτος βράχος, το σταθερό σημείο αναφοράς. Ανυποψίαστοι για το τιτάνιο και διαρκές διακόνημα της ερμηνευτικής βιώνουν σαν καταστροφή κάθε διάλογο με τον Διαφωτισμό και τα παρεπόμενά του.
Έτσι, όμως, καταντούν να παίρνουν την μεταφορά του Χριστού ως ασφαλούς «πέτρας» και ακρογωνιαίου λίθου και να την τοποθετούν στην ανθρώπινη πραγματικότητα της Εκκλησίας. Εκλαμβάνουν, με άλλα λόγια, ως ήσυχο λιμάνι την κατάπαυση κάθε διανοητικής θεολογικής δραστηριότητας, την οριστική απάντηση όλων των αποριών, εν ολίγοις την θετικιστική αποδελτίωση της αλήθειας.
Σπουδαία διανοητικά μεγέθη, όπως ο κορυφαίος βιοηθικός θεολόγος Τρίσταμ Έγκελχαρντ, Ορθόδοξος από το 1991, δεν απέφυγαν το σύνδρομο του Προτεστάντη μεταστραφέντος (βλ. κριτική μου στο βιβλίο του «Μετά Θεόν», στο τεύχος 163 του περιοδικού Σύναξη). Αφού προβεί σε εμπεριστατωμένη κριτική του εκκοσμικευμένου κόσμου, όταν επιχειρεί να πάρει θέση ως Ορθόδοξος η απογοήτευση είναι βαθειά.
Είναι άλλο πράγμα η επίγνωση του τραύματος από την αμαρτία και την πλάνη, επίγνωση η οποία εύλογα μπορεί και οφείλει να οδηγήσει σε θρησκευτική μεταστροφή, και εντελώς άλλο η αίσθηση τραύματος η οποία πηγάζει από τη συνάντηση με τις παρεκκλίσεις και ιδιοτροπίες της Ιστορίας. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο ψυχισμός αναζητά την καινούργια κοινότητα ακριβώς για να βρει καταφύγιο από την Ιστορία!
Υπό αυτές τις συνθήκες μικρή είναι η απόσταση από το να καταστήσουν την ηθική κεντρικό κριτήριο. Ο κουρασμένος ψυχισμός αδυνατεί να σκεφθή οντολογικά, πολλώ μάλλον όταν η ιθαγενής Αμερικανική κουλτούρα είναι πραγματιστική, δηλαδή ξένη προς την οντολογία. Έχοντας ενσωματώσει το κριτήριο της αποτελεσματικότητας οι μεταστρεφόμενοι ρέπουν προς τις αξίες, συνεπώς εύκολα εξαπατώνται από τα φαινόμενα. Και έτσι φθάσαμε στην σκανδαλώδη περίπτωση της φιλορωσικής Αμερικανικής Ορθόδοξης κοινότητας!
Η καθηγήτρια της θρησκευτικής ανθρωπολογίας Sarah Riccardi - Swartz εξέδωσε ένα αποκαλυπτικό βιβλίο γύρω από ένα σοκαριστικό ζήτημα, σχετικά με μια ομάδα Προτεσταντών οι οποίοι έγιναν δεκτοί στην «Υπερόριο Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία» (ROCOR). Διαθέτουν ένα μοναστήρι και κάποιους κληρικούς και λαϊκούς[1]. Για το ίδιο θέμα η συγγραφέας μίλησε και στο συνέδριο που οργάνωσε η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου τον Ιούνιο του 2022.
Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο αλλά άκουσα την ομιλία της και διάβασα αρκετά κείμενα που περιγράφουν τα γεγονότα. Εντελώς περιληπτικά, οι νεόφυτοι αυτοί πιστοί ερμηνεύουν το Ορθόδοξο ιδεώδες μέσω Ρωσίας! Τιμούν την δολοφονημένη τσαρική οικογένεια, απορρίπτουν την οικουμενική κίνηση και ενστερνίζονται τον απομονωτισμό, αντιπαραθέτουν δε προνεωτερικές αξίες (ανδρική κυριαρχία, καχυποψία προς την Δημοκρατία, απέχθεια προς τη Νεωτερικότητα) στην λαίλαπα του σχετικισμού και του μηδενισμού. Με την πάροδο του χρόνου τούς γοήτευσε η ρητορική του Πούτιν περί των παραδοσιακών αξιών, σε σημείο που να τον θεωρούν τον μόνο Χριστιανό ηγέτη που απέμεινε στον κόσμο.
Πολιτικά πολλοί εξ αυτών είναι τραμπικοί, με αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, ενώ υιοθετούν και θεωρίες συνωμοσίας. Εν ολίγοις, πράττουν ό,τι όλοι οι φονταμενταλιστές οι οποίοι απολυτοποιούν το κτιστό και εκλαμβάνουν το πολιτισμικό ως θεολογικό, με πρόσθετη διακόσμηση τον πολιτικό χρωματισμό. Εννοείται ότι τυχόν περαιτέρω διάδοση και επέκταση του φαινομένου θα δυσφημήσει την Ορθοδοξία διεθνώς.
Αυτό που καθιστά τρομακτικό και εξοργιστικό το φαινόμενο είναι ότι όλα αυτά διαδραματίζονται εν μέσω ενός πολέμου, όχι απλά άδικου, αλλά βλάσφημου (βλ. τις δηλώσεις του πατριάρχη Κύριλλου ότι θα πάνε στον Παράδεισο όσοι Ρώσοι στρατιώτες σκοτωθούν). Το να χρησιμοποιείται ο μύθος της «αγίας Ρωσίας» ως κίνητρο για να γίνει κάποιος Ορθόδοξος ξεπερνά οποιαδήποτε καλόπιστη διάθεση ανοχής και συνιστά λόγο να διερωτηθούμε αν ανήκουμε στην ίδια Εκκλησία.
Με πολλή θλίψη και χωρίς να υποτιμώ στο ελάχιστο την υπαρξιακή αναζήτηση αυτών των αδελφών μας, θα ισχυριστώ ότι κατέληξαν σε μια διαστροφική λύση. Και τούτο διότι, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δεν πρόκειται για αναζήτηση του Χριστού, αλλά των αξιών. Επίκεντρο γίνονται οι παραδοσιακές αξίες σε αντιπαράθεση με την εκκοσμικευμένη εκμηδένιση των αξιών. Όταν το θεμέλιο τεθεί εσφαλμένα, τότε ο άνθρωπος τυφλώνεται απέναντι σε φαινόμενα όπως ο κραυγαλέος και επιθετικός εθνικισμός, αποκτά δε ανοσία απέναντι σε μορφές εκκοσμίκευσης που φέρουν θρησκευτικό μανδύα, όπως η σημερινή Ρωσική ιδεολογία.
Στον βαθμό που οι αξίες αυτονομηθούν και αποσυνδεθούν από το πρόσωπο του Χριστού, ανοίγει ο δρόμος για τον ψυχολογισμό. Η θρησκευτική μεταστροφή είναι έτσι κι αλλιώς μια ψυχολογική περιπέτεια, αλλά έχει διαφορά όταν και οι στόχοι της εκπίπτουν σε πρωτίστως ψυχολογικούς: ηρεμία, ασφάλεια, σαφήνεια. Αυτά πρέπει να αποτελούν επιθυμητά παράπλευρα κέρδη αλλά όχι τους πρωτογενείς σκοπούς.
Ακόμη χειρότερα, για ορισμένους το κίνητρο περιλαμβάνει πιο φτηνά ψυχολογικά επιτεύγματα: επανάκτηση του τραυματισμένου ανδρισμού, ανωτερότητα ως προς τη γυναίκα, επανόρθωση της αυτοεκτίμησης. (Όποιος διαφωνεί ή δεν καταλαβαίνει ας διαβάσει εδώ). Η φιλορωσική Ορθόδοξη μεταστροφή είναι κατά βάση ένα ανδρικό φαινόμενο, εκδίκηση απέναντι στον εκθηλυσμό της μεταμοντέρνας κοινωνίας. Αλλά αφού συνεχίζουμε μέσα στην Εκκλησία την ανδρική πρωτοκαθεδρία, καλά να πάθουμε! Εδώ είδαν φως και μπήκαν…
Φαινόμενα υπερόριας εξαγωγής της Ρωσικής παθολογίας, όπως αυτά, χρειάζεται να αξιοποιηθούν από τους απανταχού Ορθόδοξους ηγέτες και θεολόγους, αφ’ ενός μεν για να απομονωθεί ακόμη περισσότερο η εκτροχιασμένη Ρωσική Εκκλησία μέχρι να συνέλθει και να μετανοήσει, αφ’ ετέρου δε για να προβούν σε αυτοκριτική εμβάθυνση των εν γένει προϋποθέσεων και στάσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες αποδεικνύεται όλο και πιο πολύ ότι λειτουργούν ως θερμοκήπιο σκοταδιστικών και ανελεύθερων τάσεων. Όταν το πνευματικό gps μάς προδίδει τότε είναι η ώρα να αναλογισθούμε ποιος ακριβώς είναι ο προορισμός τον οποίο έχουμε εισαγάγει…
Η κινούμενη άμμος της Μετανεωτερικότητας απαιτεί σοβαρή θεολογική αποτίμηση και μαρτυρία, και δεν αντιμετωπίζεται με ψυχολογική και ιδεολογική παλινδρόμηση. Τόσο στον ανθρώπινο οργανισμό όσο και στα σύνολα ανθρώπων αποτελεί φυσικό και ιστορικό νόμο ότι τα συμπτώματα μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία γενικότερης εξυγίανσης.

[1] Στους συνδέσμους αυτούς μπορεί να βρει κάποιος συζητήσεις επί του βιβλίου και επί του φαινομένου:
Ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός είναι ψυχίατρος παιδιών και εφήβων, Καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών.
Το εικαστικό θέμα είναι έργο του Αυστριακού ζωγράφου Egon Schiele με τίτλο «Conversion», 1912 και αποτελεί μέρος ιδιωτικής συλλογής.