Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστική Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστική Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Κριτήρια Εκκλησιαστικής Ζωγραφικής

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Θα συνεχίσουμε, όπως είχαμε υποσχεθεί (Η Καθημερινή, 1 Μαρτίου 2026), τη συζήτηση για την εκκλησιαστική ζωγραφική στην εποχή μας. Θα πιάσω το νήμα από το τέλος του προηγούμενου άρθρου, όπου έγραφα ότι «αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί». Ναι, αλλά ποιος θα το κρίνει αυτό; Και με τι κριτήρια; Αν πάρουμε ως αφετηρία την τεράστιας σημασίας συζήτηση που έγινε κατά την περίοδο της Έριδας των εικόνων, η Εκκλησία δεν όρισε τότε κριτήρια τεχνοτροπικά. Έκρινε ότι χωρίς εικόνες τίθεται υπό αμφισβήτηση η διδασκαλία της και πιο συγκεκριμένα το θεμελιώδες δόγμα της Ενσάρκωσης, δεν συζήτησε όμως ζητήματα τεχνοτροπίας, δεν αποφάσισε ένα συγκεκριμένο εκκλησιαστικό ύφος. Με μια λέξη, δεν υπάρχει Ορθόδοξη αισθητική!
Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσφεύγουμε σε κριτήρια αισθητικής ποιότητας για την εκκλησιαστική ζωγραφική. Ειδικά στην εποχή μας, όταν η τέχνη της Εκκλησίας έχει αποσυνδεθεί από την κοσμική τέχνη, από την τέχνη που δημιουργείται γύρω της, και οι σημαντικοί ζωγράφοι δεν ζωγραφίζουν πια εκκλησίες, πρέπει περισσότερο από άλλοτε να προσφεύγουμε σε τέτοια κριτήρια. Τα αισθητικά κριτήρια ωστόσο δεν αρκούν για να θεωρηθεί ένα έργο εκκλησιαστικό και να μπει σε μια εκκλησία, για να υπηρετήσει την κοινή λατρεία του Θεού. Οι εκκλησίες δεν είναι γκαλερί ούτε πινακοθήκες, και οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι φιλότεχνοι που κάνουν την κυριακάτικη βόλτα τους στα μουσεία, για να δουν τις νέες εκθέσεις.
Είναι απολύτως απαραίτητα και τα θεολογικά κριτήρια, με πρώτο και κυριότερο να εικονίζεται ο Ιησούς ως Χριστός, κάτι που κρίνεται κατεξοχήν στην παράσταση της Σταύρωσης. Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό δεν είναι ένας άνθρωπος που πεθαίνει, δεν γίνεται ποτέ πτώμα, είναι «κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός». Αυτό το κατόρθωσε μοναδικά η βυζαντινή τέχνη! Υπάρχουν πάμπολλα έργα σπουδαίων ζωγράφων, αληθινά αριστουργήματα, στα οποία ο εσταυρωμένος ή νεκρός Ιησούς εικονίζεται ως αποκρουστικό πτώμα. Με δυο λόγια, αισθητική αξία και εκκλησιαστικότητα δεν ταυτίζονται. Θα φέρω ένα παράδειγμα από τη σύγχρονη τέχνη και θα επικαλεστώ πάλι τον Μαριταίν, με τον οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτηση στο προηγούμενο κείμενο. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Αλμπέρ Σερβάς (Albert Servaes, 1883-1966), βαθιά πιστός Καθολικός (αλλά με αμαρτωλό πολιτικό βίο: ήταν χιτλερικός), ζωγράφισε το 1919 το γνωστό Καθολικό θέμα «Ο δρόμος του Σταυρού», με τις δεκατέσσερις στάσεις. Το 1921 το Βατικανό απαγορεύει την τοποθέτηση του έργου μέσα σε εκκλησίες. Ο Μαριταίν εκτιμάει και θαυμάζει το συγκεκριμένο έργο του Σερβάς, αναγνωρίζει ότι προκάλεσε μεγάλη θρησκευτική συγκίνηση, ακόμη και μεταστροφές, αλλά συμφωνεί με την απαγόρευση της Καθολικής Εκκλησίας. Το επιχείρημά του είναι ότι αποδίδει το πάθος του Χριστού ως ανθρώπινο, και όχι ως εκούσια θυσία του Υιού του Θεού («Quelques réflexions sur l’ art religieux», 1924, Jacques et Raïssa Maritain, Oeuvres Complètes, I, 1986, σ. 720-721). Η ιστορία με το έργο αυτό του Σερβάς είχε και συνέχεια αλλά δεν θα τη συζητήσουμε εδώ.
Αν συμφωνήσουμε ότι είναι απαραίτητος αυτός ο συνδυασμός αισθητικών και θεολογικών κριτηρίων, για να θεωρηθεί ένα έργο λειτουργικό (liturgical) και εκκλησιαστικό, παραμένει το ερώτημα ποιος θα το κρίνει αυτό. Ο Μαριταίν δέχεται ότι αυτό το αποφασίζει η ιεραρχία της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική ιεραρχία (ή γραφειοκρατία) ενδιαφέρεται πρωτίστως να λύσει το ζήτημα διοικητικά και όχι να συζητήσει επί της ουσίας το ζήτημα. Προσωπικά πιστεύω ότι το λειτουργικό ή εκκλησιαστικό χρίσμα σε ένα έργο το δίνει η κοινότητα των πιστών, ο εκκλησιαζόμενος λαός. Αναγνωρίζω ότι το κριτήριο αυτό είναι γενικό και χαλαρό, επιτρέπει όμως μεγαλύτερη ελευθερία και ευρυχωρία. Με το κριτήριο αυτό, μια μη «βυζαντινή», για τα καθ’ ημάς ισχύοντα, ή και μια κακότεχνη εικόνα μπροστά στην οποία προσευχήθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που την ασπάστηκαν με προσδοκία, γίνεται εξ αυτού και μόνο του λόγου εκκλησιαστική, καλεί σε προσευχή και εμπνέει κατάνυξη. Η εικόνα της Παναγίας της Τήνου, όπου καλά καλά δεν φαίνεται το εικονιζόμενο πρόσωπο, είναι ή δεν είναι εκκλησιαστική και λειτουργική τέχνη; Ασφαλώς και είναι. Οι προσευχές των ανθρώπων που εναπόθεσαν σε αυτήν τα βάσανα και τις παρακλήσεις τους την κατέστησαν κατεξοχήν κατανυκτική εικόνα. Αντίθετα, για να φέρω και ένα παράδειγμα από τη δική μας επικαιρότητα, τα έργα του Δημήτρη Μυταρά στο παραθαλάσσιο ναΰδριο της Παναγίας της Καταφυγιώτισσας δεν θα γίνουν ποτέ εκκλησιαστικά, γιατί κανείς πιστός δεν μπορεί να προσευχηθεί ενώπιόν τους. Ο π. Κουτυριέ, για τον οποίο ο λόγος στην προηγούμενη επιφυλλίδα, είναι πολύ πιθανό να τα δεχόταν. Η άποψή του ότι μόνο η μοντέρνα τέχνη των αληθινών ζωγράφων μπορεί να είναι αυθεντικά εκκλησιαστική τον οδηγούσε σε έναν αισθητικό ελιτισμό, αδιαφορώντας για το βίωμα των απλών πιστών. Επίσης περιφρονούσε άδικα την εκκλησιαστική τέχνη των ναών του 19ου αιώνα, που δεν ήταν ωστόσο, όπως πίστευε, όλη συλλήβδην για τα σκουπίδια (βλ. πρόχειρα τον πρόσφατο συλλογικό τόμο Peindre dans les églises parisiennes au XIXe siècle, Snoeck, Γάνδη 2024).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι κατεξοχήν Εκκλησία εικόνων, η επικράτηση μιας αντιγραφικής τέχνης έχει αποξενώσει εδώ και πολλά χρόνια τους καλούς ζωγράφους από την εικονογράφηση των ναών. Η λύση πάντως δεν είναι ο Μυταράς. Είναι ελπιδοφόρο ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια αθόρυβη αντίδραση σε αυτή τη νεκρή τέχνη της ξεπατικωτούρας.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η σχέση μοντέρνας τέχνης και Εκκλησίας

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Ο Εσταυρωμένος στον ναό της Παναγίας του Ασί φιλοτεχνήθηκε από τη γλύπτρια Ζερμέν Ρισιέ το 1950, όμως τοποθετήθηκε οριστικά στη θέση του το 1969, εξαιτίας των αντιδράσεων ζηλωτών Καθολικών που χαρακτήριζαν το έργο «βλάσφημο», άποψη που είχε ενστερνιστεί και η Αγία Εδρα. (Φωτογραφία: Shutterstock).

Την περσινή χρονιά (13 Ιουνίου – 20 Σεπτεμβρίου 2025) πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό έκθεση ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Παύλος ΣΤ΄ και Ζακ Μαριταίν: η ανανέωση της ιερής τέχνης στη Γαλλία και Ιταλία (1945-1973)», με έργα των Ρουώ, Ματίς, Σαγκάλ, Σεβερίνι, Κόνγκντον, Ντενί, Μπερνάρ. Η έκθεση έχει πίσω της μακρά ιστορία. Το καλοκαίρι του 1924 ο ιερέας Τζιοβάννι Μπαττίστα Μοντίνι βρέθηκε για ένα μήνα στη Γαλλία, όπου είχε τη μεγάλη τύχη να γνωρίσει τον Μαριταίν, ο οποίος θα τον μυήσει στη μοντέρνα ζωγραφική. Η αισθητική και πνευματική συγκίνηση του εικοσιεπτάχρονου ιερέα (και μελλοντικού πάπα Παύλου ΣΤ΄) υπήρξε ισχυρή και αποδείχτηκε σταθερή και διαρκής, όπως διαρκής και σταθερός θα αποδειχτεί και ο πνευματικός δεσμός του με τον Μαριταίν (υπήρξε και ένας από τους πρώτους μεταφραστές έργων του στα ιταλικά). Τα χρονολογικά όρια της έκθεσης έχουν τη σημασία τους: το 1945 ο Μαριταίν ορίστηκε πρέσβης της Γαλλίας στην Αγία Έδρα και τον Ιούνιο του 1973 εγκαινιάστηκε στα Μουσεία του Βατικανού η Συλλογή Μοντέρνας Θρησκευτικής Τέχνης, με χίλια έργα αρχικά, η οποία σήμερα ξεπερνάει τις δέκα χιλιάδες. Η συνάντηση αυτή και η σχέση Μαριταίν και πάπα Παύλου ΣΤ΄ έπαιξε τον ρόλο της στη συμφιλίωση της Καθολικής Εκκλησίας με τη μοντέρνα ζωγραφική.
Ο μεγάλος πρωταγωνιστής πάντως αυτής της συμφιλίωσης υπήρξε ο δομινικανός Marie-Alain Couturier (1897-1954), ζωγράφος ο ίδιος, που διετέλεσε μεταξύ άλλων και συνδιευθυντής, σε δύο περιόδους, μαζί με τον επίσης δομινικανό Pie Regamey, του περιοδικού L’ Art sacré (1935-1969, με διαλείμματα). Ο π. Κουτυριέ πίστευε ότι η Εκκλησία δεν έπρεπε να μείνει έξω από το τεράστιο κίνημα της μοντέρνας τέχνης, ότι έπρεπε να έρθει σε επαφή μαζί του και να επανασυνδεθεί επιτέλους με τους μεγάλους δημιουργούς της εποχής. Τα κακόγουστα εμπορικά προϊόντα της σουλπικιανής θρησκευτικής παραγωγής, που είχαν γεμίσει τους Καθολικούς ναούς και τα Καθολικά ιδρύματα, τα θεωρούσε ντροπή και προσβολή της Εκκλησίας. Ο π. Κουτυριέ προσπάθησε να πραγματοποιήσει το όραμά του σε κάποιους επαρχιακούς ναούς της Γαλλίας, (Ασσύ/Assy, Βανς/Vence, Ωντινκούρ/Audincourt, Ρονσάν/Ronchamp). Θα πούμε δυο λόγια, για τις ανάγκες της συζήτησης, για την εικονογράφηση της εκκλησίας της Παναγίας, στο οροπέδιο του Ασσύ, μέσα στο σανατόριο του Σανσελλεμόζ/Sancellemoz, που έγινε με την αμέριστη συνδρομή του αββά Jean Devény. Την εκκλησία αυτή, εσωτερικά και εξωτερικά, κοσμούν έργα των Λεζέ, Ρουώ, Μποννάρ, Λυρσά, Σαγκάλ, Ματίς, Μπρακ, Λίπσιτς και άλλων. Από όλους αυτούς μόνο ο Ρουώ ήταν πιστός Καθολικός, ενώ ο Σαγκάλ και ο Λίπσιτς ήταν Εβραίοι, οι δε Λεζέ, Μπρακ και Λυρσά άθεοι ή κομμουνιστές, κάτι για το οποίο ο π. Κουτυριέ δέχτηκε σφοδρή κριτική. Έμεινε αμετακίνητος: δεν αναζητούσε πιστούς αλλά καλούς ζωγράφους, και πίστευε ότι ο καλός ζωγράφος είναι κυριολεκτικά εμπνευσμένος, οδηγείται δηλαδή από το Πνεύμα, το οποίο όπου θέλει πνει. Η εκκλησία αυτή απέκτησε παγκόσμια ακτινοβολία, και ο π. Κουτυριέ εξηγούσε ικανοποιημένος ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι τα έργα είναι αριστουργήματα, αλλά στο ότι γεννήθηκαν από τη σωστή ιδέα πως για να κρατηθεί στη ζωή η χριστιανική τέχνη, πρέπει, σε κάθε γενιά, η Εκκλησία να απευθύνεται στους σπουδαίους ζωγράφους που δημιουργούν γύρω της, γιατί η τέχνη ζει μοναχά από τους εν ζωή δημιουργούς της.
Ο ναός του Ασσύ πάντως θα μείνει στην εικαστική ιστορία του 20ού αιώνα, όχι τόσο για τα έργα των σπουδαίων ζωγράφων του, όσο για τον Εσταυρωμένο της γλύπτριας Germaine Richier (1902-1959). Ο π. Κουτυριέ της παράγγειλε το έργο, μαζί με τον π. Ντεβενύ, για να τοποθετηθεί στο ιερό, πίσω από την Τράπεζα, όπως και πράγματι έγινε, τον Ιούλιο του 1950, ενόψει των εγκαινίων του ναού. Στις αρχές του 1951 Καθολικοί ζηλωτές σηκώνουν πόλεμο κατά του έργου της Ρισιέ, το καταγγέλλουν ως βλάσφημο -χωρίς να το έχουν δει-, οι αντιδράσεις σιγά σιγά διογκώνονται, η Ρώμη και ο πάπας Πίος ΙΒ΄ συντάσσονται μαζί τους και το έργο αποσύρεται από τη εκκλησία στις 4 Απριλίου 1951. Δεν θα εξιστορήσουμε όλη την περιπέτεια του Εσταυρωμένου της Ρισιέ (βλ. σχετικά το βιβλίο της Laurence Durieu, Le Christ interdit, Fage, 2025), θα σημειώσουμε μόνο ότι ο Εσταυρωμένος επέστρεψε στη θέση του το Πάσχα του 1969, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια μετά την αφαίρεσή του (και δέκα μετά τον θάνατο της γλύπτριας).
Παρά τις προσπάθειες του Μαριταίν και κυρίως του Κουτυριέ, που πάντως δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, η συμφιλίωση της μοντέρνας ζωγραφικής με την Εκκλησία ήταν δύσκολη – και παραμένει. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μοντέρνα τέχνη μπορεί, όσο και οποιαδήποτε άλλη, να είναι χριστιανική, να εκφράζει το πνεύμα του χριστιανισμού. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι και εκκλησιαστική. Τι είναι αυτό που καθιστά ένα χριστιανικό έργο εκκλησιαστικό, τι το κάνει εικόνα (την αναστήλωση των οποίων πανηγυρίζουμε σήμερα); Η τεχνοτροπία του; Ασφαλώς όχι. Το θέμα του; Οπωσδήποτε, αλλά όχι αποκλειστικά. Η πίστη του δημιουργού του; Ούτε. Αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι δηλαδή προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί. Ερήμην της αισθητικής αξίας του; Και ακόμη: ένα έργο, που με μια απόφαση κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων μπήκε σε έναν ναό, έγινε αυτομάτως εκκλησιαστική τέχνη; Ανάγκη να συνεχίσουμε τη συζήτηση.

ΠΗΓΕΣ: