Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία και Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία και Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

«Ο Διάβολος στο Celluloid: Εξορκισμοί, Πνευματικός Κόσμος και άλλα Άνθη του Κακού στις ταινίες Υπερφυσικού Τρόμου» ~ Δημήτρης Ουλής

Διαβάζω συχνά βιβλία και άρθρα του Δημήτρη Ουλή. Η θεολογική γλώσσα, η κοινωνική ανθρωπολογία, η φιλοσοφία, η τέχνη, η σύγχρονη κουλτούρα και η πραγματικότητα, με τα οποία καταπιάνεται στα βιβλία του ο κ. Ουλής στον άξονα του σύγχρονου θεολογικού λόγου, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία να αναμετρηθεί μαζί του χωρίς στερεότυπα. Τρανταχτό παράδειγμα το βιβλίο του «Ο Διάβολος στο Celluloid: Εξορκισμοί, Πνευματικός Κόσμος και άλλα Άνθη του Κακού στις ταινίες Υπερφυσικού Τρόμου» που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Αρμός. Πρόκειται για μια εκτενή μελέτη 470 σελίδων, η οποία αποτελεί καρπό πολυετούς έρευνας και προσωπικής αγάπης του συγγραφέα για το σινεμά τρόμου. 
Θρησκειολογία και ένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος μπορεί να λειτουργήσουν ως έναυσμα για ένα γόνιμο διάλογο πάνω στις έννοιες: Θεός, Εκκλησία, πίστη, μεταφυσική αγωνία και στον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ποπ κουλτούρα αποτυπώνει αυτούς τους προβληματισμούς; Νομίζω πως ΝΑΙ! Α.Ι.Κ.


ΠΗΓΗ: Θεού γεώργιον

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Ο Συμεών Στυλίτης του Μπουνιουέλ

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η πρώτη φορά πού έμαθα ότι ο Μπουνιουέλ (1900-1983) είχε γυρίσει ταινία με τίτλο «Ο Σίμων της ερήμου» ήταν από το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του «Σύγχρονου Κινηματογράφου» (Σεπτέμβριος 1969), του περιοδικού που μας έμαθε σινεμά στα εφηβικά και πρώτα νεανικά μας χρόνια. Όλο το εξώφυλλο το κάλυπτε μια εικόνα της ταινίας, για την οποία ωστόσο δεν γινόταν λόγος στο τεύχος. Την ίδια την ταινία την είδα μία δεκαετία αργότερα στο Παρίσι. Την ξαναείδα φέτος το καλοκαίρι, που παίχτηκε για πολύ λίγο.
Ο «Σίμων της ερήμου» (1965), η τελευταία ταινία που γύρισε ο Μπουνιουέλ στο Μεξικό, είναι μικρής διάρκειας (42΄), γιατί, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, αναγκάστηκε από τον παραγωγό, λόγω οικονομικών προβλημάτων, να παραλείψει το μισό σενάριο. Το έργο του Μπουνιουέλ που δήλωνε, χωρίς να θεωρεί ότι αντιφάσκει, «Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος» («Η τελευταία μου πνοή», μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, 2024, σ. 247, όπου και θα παραπέμπω εφεξής), είναι γεμάτο χριστιανισμό. Μια ταινία όμως για τον Άγιο Συμεών τον Στυλίτη (η μνήμη του άγεται την 1η Σεπτεμβρίου) δεν είναι και κάτι τόσο αναμενόμενο, ακόμη και από τον Μπουνιουέλ (ένα ποίημα από τον Καβάφη είναι μάλλον περισσότερο). Στην ταυτότητα της ταινίας, όπως παρουσιάζεται στη φιλμογραφία του (σ. 374), διαβάζουμε ότι βασίστηκε σε ένα θέμα του Λόρκα, αφού προηγουμένως μας έχει διηγηθεί ο ίδιος (σ. 340) ότι ο Λόρκα του είχε δώσει να διαβάσει τα «Χρυσά αναγνώσματα», γελώντας με τα περιττώματα του Συμεών πάνω στον στύλο. Στο περί ου ο λόγος βιβλίο όμως, τα «Legenda aurea» (1264) του Δομινικανού Ιακώβου του Βοραγινού, δεν γίνεται αναφορά για τον Συμεών. Ο Μπουνιουέλ δεν θυμάται καλά, αλλά όπως και να ‘χει αρκούσε τάχα για αυτή του την απόφαση μια συζήτηση με τον Λόρκα, τριάντα τόσα χρόνια νωρίτερα;

Το σενάριο

Είχα πάντα την απορία σε ποιες πηγές άραγε βασίστηκε ο Μπουνιουέλ για το σενάριο; Στην ημιαυτοβιογραφία του βρίσκεται η άκρη του νήματος για την απάντηση στην απορία: στην Public Library of New York (αυτή είναι η Βιβλιοθήκη της 42ης Οδού) αναζήτησε, μας λέει, ένα βιβλίο του Φεστιζιέρ, αλλά το είχε προσώρας ζητήσει άλλος αναγνώστης (σ. 340). Το βιβλίο του A. J. Festugière που έψαχνε και χωρίς αμφιβολία διάβασε είναι το «Antioche païenne et chrétienne. Libanius, Chrysostome et les moines de Syrie» (Bibliothèque des Écoles Françaises d’ Athènes et de Rome, De Boccard, Παρίσι 1959). Δεν ξέρω αν διάβασε και κάτι άλλο, το βιβλίο πάντως του π. Φεστιζιέρ περιείχε ό,τι του χρειαζόταν: αναλυτική παρουσίαση των τριών αρχαίων Βίων (ελληνικών και συριακού) και κυρίως μετάφραση στα γαλλικά των δύο ελληνικών, του Βίου του αυτόπτου Θεοδωρήτου Κύρου (σσ. 388- 401) και του μαθητή του Αντωνίου (σσ. 493-506).
Ο Μπουνιουέλ θαυμάζει τον Συμεών («την εκπληκτική προσωπικότητα του Οσίου Συμεών του Στυλίτη», σ. 340) και μένει κατά βάσιν πιστός στους αρχαίους Βίους, όπως τους διάβασε στον Φεστιζιέρ, ενίοτε όμως τροποποιεί ορισμένα περιστατικά τους ή προσθέτει άλλα που δεν υπάρχουν σε αυτούς, υπάρχουν όμως σε άλλους, και γενικά είναι σύμφωνα με το πνεύμα του αρχαίου μοναχισμού. Μένει πιστός όταν αφηγείται τη μετακίνηση του Συμεών από χαμηλότερο στύλο –το βιτριολικό χιούμορ του Μπουνιουέλ βάζει έναν κληρικό να λέει ότι έμεινε εκεί 666 μέρες– σε άλλον ψηλότερο ή όταν αφηγείται την προσέλευση πλήθους πιστών κάτω από τον στύλο και τα θαύματα του αγίου (τα οποία μάλλον δεν εκτιμούν οι ευεργετηθέντες). Σύμφωνα με όλους τους αρχαίους Βίους, ο Συμεών δίδασκε τα πλήθη πάνω από τον στύλο και υπερασπιζόταν την Εκκλησία έναντι των εθνικών και των αιρετικών, όπως τον βλέπουμε να κάνει και στην ταινία. Κάτω από τον στύλο του θα ακουστούν κραυγές υπέρ ή κατά της αποκαταστάσεως, της θείας υποστάσεως, του Νεστορίου! Τροποποιεί το περιστατικό με τη μάνα του Συμεών, η οποία σύμφωνα με τους Βίους πήγε πράγματι κάτω από τον στύλο, αλλά δεν έστησε καλύβα εκεί, μα πέθανε την ίδια μέρα που έφτασε. Η άρνηση της ιεροσύνης αποτελεί κανόνα για τους αρχαίους ασκητές, ενώ η σύσταση της αποπομπής του αγένειου μοναχού από το μοναστήρι ανήκει στα οριζόμενα. Το κύριο μέρος της ταινίας καταλαμβάνουν οι δαιμονικοί σαρκικοί πειρασμοί, κάτι που δεν ιστορούν οι Βίοι του Συμεών, αλλά υπάρχει σε εκατοντάδες άλλους. Ο πόλεμος των μοναχών κατά της σαρκικής απόλαυσης, κυρίως της σεξουαλικής, αποτελεί κύριο στοιχείο σύνολης της ασκητικής γραμματείας, που είναι ακριβώς μια γραμματεία μάχης.

Μεταξύ ουρανού και γης

Με πλάνα που τον δείχνουν διαρκώς μεταξύ ουρανού και γης, ο Συμεών παρουσιάζεται στην ταινία, όπως ήταν και στη ζωή του, πολύ πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα, κρατάει όμως εδώ και τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά: ονειρεύεται ότι ξαπλώνει στα γόνατα της μάνας του, ξεχνάει τα λόγια της προσευχής. Γενικά πάντως η ταινία αποτελεί πιστή εξιστόρηση της ζωής ενός ακραίου ερημίτη, σύμφωνα με τους Βίους του και το πνεύμα του αρχαίου αναχωρητικού μοναχισμού. Τα πράγματα παίρνουν ξαφνικά και απότομα άλλη τροπή και γίνονται αινιγματικά στο τέλος της ταινίας. Η τελευταία μεταμόρφωση του πνεύματος του Κακού, με τη μορφή γυναίκας, μεταφέρει τον Σίμωνα σε ένα νάιτ κλαμπ της Νέας Υόρκης, όπου νέοι και νέες χορεύουν ξέφρενα, σε κατάσταση ντελίριου. Ο χορός λέγεται «ραδιενεργή σάρκα». Ο Σίμων παρακολουθεί ήρεμος και αμέτοχος, σχεδόν θλιμμένος, καπνίζοντας τη πίπα του και πίνοντας. Θέλει να γυρίσει πίσω στον στύλο, αλλά η γυναίκα-Σατανάς του λέει ότι δεν μπορεί να το κάνει γιατί εκεί βρίσκεται πια άλλος. Στο ευαγγελικό «ύπαγε οπίσω μου» που της λέει, εκείνη του απαντάει «ύπαγε πέραν», ultra, και ότι πρέπει να αντέξει έως το τέλος. Ο άγιος, αυτός που δεν ξέρει τη διάκριση ανάμεσα στο εμόν και το σον, δεν έχει άραγε θέση στον σύγχρονο κόσμο, είναι εντελώς ανήμπορος να συναντηθεί και να αναμετρηθεί μαζί του, και το μόνο που του απομένει είναι να μην ταυτίζεται πλήρως με αυτόν και να τον παρατηρεί αμέτοχος; Ο άγιος είναι αναγκαστικά φυγόκοσμος; Μήπως έχει δίκιο το Πνεύμα του κακού ότι ο άγιος πρέπει να προχωρήσει πέραν και να αντέξει; Πέραν, προς τα πού; Και τι είναι αυτό που πρέπει να αντέξει; Σοβαρά ερωτήματα, στα οποία το βιαστικό τέλος της ταινίας δεν μας επιτρέπει να δώσουμε σίγουρες απαντήσεις. Τόσο το καλύτερο.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

Ενεστώς ο Θεός... στην ποίηση...

ΑΝΤΡΕΪ

Το μέλλον κι οι χρόνοι του καταργούν τον Θεό. Ή ενεστώς ο Θεός ή αλλιώς ένας θρύλος, μια φήμη. Δεν υπάρχουν ποιήματα είπες, πατέρα. Κι όμως, έγραφες. Δεν έπαψες να γράφεις.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Όχι. Δεν έπαψα. Και δεν θα πάψω. Και νεκρός θα ονειρεύομαι. Και νεκρός θα γράφω. Με πρώτη μου ύλη μια πέτρα, ένα ξυλαράκι. Τα νύχια μου βέβαια. Και το χώμα. Την πλατύτερη πλάκα γραφής που μπορεί να ελπίζει ο θνητός, να ποθεί. Το ίδιο όνειρο πάντα θα γράφω...


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. (2022). Ο Χριστός στα χιόνια. Εφτά νύχτες στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι. Αθήνα: Άγρα, σ. 12.

Βιβλιοπαρουσίαση του Αντώνη Κωτίδη, Ομότιμου Καθηγητή Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ εδώ: Η αγωνία του ποιητή στον κόσμο του Αντρέι Ταρκόφσκι

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

«Μα τη Μεγαλόχαρη, παρακινήθηκα να κοιτάξω πίσω μου για να ιδώ με ποιον τρίτο μιλάτε». Τα «ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΚΟΡΜΙΑ» και η ΑΝΟΙΞΗ της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ· Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Την Άνοιξη του 1956, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, με αφορμή την ανάγνωση του ...Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (ή Ημερολόγιον Καταστρώματος Γ΄), κατηγορεί τον Γιώργο Σεφέρη για «αισθητικό αυτοσκοπό»,[1] παρόμοιο με αυτόν που η ανθρωπότητα γνώρισε κατά την περίοδο δύο «παραπλανημένων», περιορισμένων και ασήμαντων εποχών, «τη στερνή κλασική περίοδο και τα τελευταία πεντακόσια περίπου χρόνια στην Ευρώπη».[2]


Το θέμα μου εδώ δεν είναι να εξετάσω τούτη τη διαμάχη -το έχω κάνει με τρόπο αναλυτικό ακριβώς είκοσι χρόνια πριν, στο βιβλίο μου Κάλλος το Άγιον. Προλεγόμενα στη Φιλόκαλη Αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004. Αυτό που με επαναφέρει σε αυτή τη συζήτηση, είναι η απάντηση του Σεφέρη, η οποία ξεκινά με την έκφραση της έκπληξής του προς τον Λορεντζάτο, αλλά και τον Φίλιππο Σέρραρντ, που φαίνεται να συμφωνεί με τις παρατηρήσεις του Λορεντζάτου στον Σεφέρη. Μια έκπληξη, η οποία διατυπώνεται με τις λέξεις του τίτλου αυτής της παρέμβασής μου, «Μα τη Μεγαλόχαρη, παρακινήθηκα να κοιτάξω πίσω μου για να ιδώ με ποιον τρίτο μιλάτε» [3]. Και τούτο διότι, ο Βουρλιώτης ποιητής, μοιάζει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του στην περιγραφή και ερμηνεία του Λορεντζάτου. Γι’ αυτό και προχωρά στην κατάθεση επιστημολογικού πλαισίου, προκειμένου οι σοβαρές συζητήσεις, καθώς λέγει, να μη γίνονται με «αποφθέγματα» και γενικεύσεις, δηλαδή στο ποδάρι[4], αλλά με κριτική διάνοια, προσοχή, τιμιότητα και αυστηρότητα. Στοιχεία που θα επιτρέπουν να αναγνωρίζει ο κάθε συνομιλητής τον εαυτό του στα επιχειρήματα και τις απόψεις του άλλου.
Εδώ και λίγες μέρες «γυροφέρνει» την πόλη μας η «Άνοιξη»[5]. Μια Άνοιξη, που παρόλες τις απαισιοδοξίες, τους μηδενισμούς και ένα πρώτο αρνητικό ξάφνιασμα, φαίνεται πως υπόσχεται «πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη»[6]. Με τούτο δεν θέλω να υποτιμήσω τον πόνο και την πίκρα, τη θλίψη και τον θυμό των ανθρώπων, την αίσθηση της προσβολής, αλλά και την αίσθηση καταστρατήγησης της Δημοκρατίας, που γέννησε η πρώτη ανάγνωση των επιστολών που αντάλλαξαν, με αφορμή την αφίσα του ντοκιμαντέρ της Eλίνας Ψύκου, «Αδέσποτα κορμιά», ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, με τη Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, κ. Ελίζ Ζαλαντό.
Θέλω απλά και μόνο να περάσω πέρα από το «προφανές» και τις βεβαιότητες που αυτό κουβαλά, διότι μια τέτοια αυτοπαράδοση στη συνήθεια της εύκολης κρίσης δεν επιτρέπει τη διάκριση του καρπού από το τσόφλι, αλλά και πέρα από την ευκολία με την οποία φορτώνουμε τους ανθρώπους με προθέσεις, τις οποίες οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν. Και τούτο, διότι όπως λέγει η ποιητική φωνή, η βάρκα σαν την φορτώσεις με προθέσεις βουλιάζει[7].
Έχω, λοιπόν, την βαθιά πεποίθηση πως βρισκόμαστε ενώπιον δύο καλών και ουσιαστικών, όσων αφορά το περιεχόμενό τους επιστολών, που προέρχονται από τη γραφίδα ανθρώπων με ποιότητα, ήθος και ευθύνη. Βέβαια, οι πράξεις των ανθρώπων και τα δημιουργήματά τους, στην προκειμένη περίπτωση οι επιστολές, κρίνονται πάντοτε στη συνάφειά τους. Κρίνονται, δηλαδή, εντός της μήτρας που τις γεννά και εξάπαντος όχι έξω από αυτήν. Οφείλουμε, δηλαδή, να δούμε πότε γράφονται, γιατί γράφονται και ποιο το υπόβαθρό τους. Εάν τις βγάλουμε από το πλαίσιό τους είναι εύκολο να παρεξηγηθούν, να παρερμηνευθούν και ως εκ τούτου να ακυρωθούν.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με ερμηνευτικές προσπάθειες που ανακαλύπτουν στις επιστολές του Μητροπολίτη Φιλόθεου και της κ. Ζαλαντό την κήρυξη ενός ιερού πολέμου και την αλαζονική και απρεπή παρέμβαση στα εκκλησιαστικά πράγματα με την διδακτική ανάπτυξη θεολογικών θέσεων αντίστοιχα, θεωρώ πως και οι δύο περνούν τα σύνορα που κάποιοι θέτουν, προκειμένου, όπως διηγείται κινηματογραφικά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, να φτάσουν στο σπίτι και κατά συνέπεια στον εαυτό[8]. Να φτάσουν σε ένα ανανεωμένο μαζί που θα συμπεριλαμβάνει την ετερότητά τους. Ναι, οφείλουμε να το πούμε ξεκάθαρα. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς ανθρώπους, που υπηρετούν δύο διαφορετικούς θεσμούς -την Εκκλησία και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου-, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική στοχοθεσία.
Διαφορετικότητες, όμως, που μπορούν και εξάπαντος οφείλουν να διαλεχθούν για χάρη του ανθρώπου και της κοινωνίας, για χάρη μιας ζωής μαζί, όπου ο καθένας θα πλουτίζει από την ετερότητα του άλλου. Έτσι ώστε να μπορούμε να υποστηρίζουμε εν τέλει μαζί με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη της Μητέρας Θεσσαλονίκης, πως «[…] το εγώ μου είν’ ένας άλλος […] Τόσοι άλλοι είμαι εγώ»[9]. Βέβαια, μια τέτοια κατανόηση αφήνει δυσαρεστημένους όλους εκείνους που είδαν στις επιστολές κήρυξη ιερών πολέμων, αποστομωτικές απαντήσεις και σύγκρουση μέχρις εσχάτων.
Υπάρχουν, βέβαια και οι άλλοι που έψεξαν τον Παναγιώτατο για χλιαρότητα στην αντίδρασή του, για δειλία και οικουμενισμό, διότι δεν έβαλε το μαχαίρι στο στόμα πηγαίνοντας στη μάχη, δεν γέμισε πλατείες -τούτες και την φασιστική λειτουργία τους την κατήγγειλε expresis verbis και αμέσως με άλλη δημόσια επιστολή του, αλλά και συνεντεύξεις στα ΜΜΕ-, αλλά και την κ. Ζαλαντό, διότι υπήρξε πολύ ευγενική στην απάντησή της, δεν τόλμησε να τα πει έξω από τα δόντια και τελικά δεν έβαλε τον Μητροπολίτη στη θέση του. Δυστυχώς για όλους αυτούς, ο διάλογος δεν έγινε αρένα, δεν χύθηκε αίμα, δεν βιάστηκαν συνειδήσεις, δεν φτάσαμε στην πνευματική και φυσική εξόντωση υποκειμένων, δεν κατασπαράχθηκαν κορμιά.
Δυστυχώς γι’ αυτούς, η κ. Ζαλαντό και ο Μητροπολίτης κ. Φιλόθεος είναι δυο ωραίοι άνθρωποι, δυο ευγενείς άνθρωποι με βαθιά αίσθηση της ευθύνης και του χρέους. Και εάν η κ. Ζαλαντό εργάζεται χρόνια στη Θεσσαλονίκη και το σπουδαίο έργο της είναι γνωστό, ο Παναγιώτατος κατάφερε σε εκατό μόλις μέρες να κερδίσει με τις πράξεις του και την παρουσία του τον σεβασμό, τη συμπάθεια και την αγάπη των Θεσσαλονικέων.
Αυτή είναι προφανώς και η ανάγνωση μιας τρίτης κατηγορίας συμπολιτών μας και όχι μόνον, οι οποίοι εις πείσμα της διαίρεσης και του αυτοερωτισμού γιόρτασαν και συνεχίζουν να γιορτάζουν την ανάσταση του πραγματικού διαλόγου και την Άνοιξη της Θεσσαλονίκης που αυτός ο διάλογος υπόσχεται. Ένα αεράκι πολιτισμού αύρας λεπτής φυσάει στην πόλη, το επ’ εμοί μια διαίσθηση με γεμίζει, πως οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου θα κάνουν τη Θεσσαλονίκη μας ξανά όμορφη, αλλιώς ωραία. Άλλωστε, το λέει και ο Νιόνιος, πως «Μέρες καλύτερες θα ΄ρθούν, το λέει το ένστικτό μου, / αυτό το κάτι μέσα μου, το εντελώς δικό μου. /Χαράζουνε τα πρόσωπα, τα βλέμματα γλυκαίνουν / γιατί ταλαιπωρήθηκαν και τώρα το μαθαίνουν. / Κι αυτοί που μας πληγώσανε, καθώς το φως τελειώνει, / αισθάνονται τη μοναξιά που Έλληνες ενώνει»[10].

Υ.Γ. Η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ είναι έτοιμη να συμβάλλει σε μια ευρύτερη συζήτηση του θέματος της σχέσης ιερού και τέχνης σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της πόλης μας, αλλά και κάθε άλλου φορέα της Θεσσαλονίκης.

[1] Γράμματα Σεφέρη - Λορεντζάτου (1948-1968), επιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1990, σ. 153, 205.
[2] Γράμματα Σεφέρη - Λορεντζάτου, σ. 153.
[3] Γράμματα Σεφέρη - Λορεντζάτου, σ. 205.
[4] Γράμματα Σεφέρη - Λορεντζάτου, σ. 205.
[5] Κ. Δημουλά, Μεσιτείες, Το Λίγο του Κόσμου, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000, σ.138.
[6] Μ. Χατζιδάκις, Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, εκδ. Columbia, Αθήνα 1962. Όπως σημειώνει στο προλογικό του δίσκου ο Μάνος Χατζιδάκις, η φράση αποτελεί δάνειο από τον Τόμας Έλιοτ, «Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας / Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας / Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας / Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές…», T. S. Eliot, Έρημη Χώρα, μτφρ. Γ. Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1936, σ. 12.
[7] «Πες “βάρκα”, που βουλιάζει αν την παραφορτώσεις με προθέσεις», Κική Δημουλά, Η περιφραστική πέτρα, Το Λίγο του Κόσμου, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2000, σ. 203.
[8] «Περάσαμε τα σύνορα και είμαστε ακόμα εδώ […] Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;», Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού, Arena Films, Vega Film, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Αθήνα 1991· «Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να φτάσουμε στους εαυτούς μας;», με αφορμή Το Λιβάδι που Δακρύζει.
[9] Ν. Γ. Πεντζίκη, Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66.
[10] Δ. Σαββόπουλος, Μη πετάξεις τίποτα, εκδ. Plydor, Αθήνα 1994.

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Ποιά Θεολογία;

«Μια θεολογία “αυτιστική”, που δεν συναντιέται με τίποτε και με κανέναν, που δεν ενδιαφέρεται να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα σε αντιτιθέμενους πόλους και δεν φιλοδοξεί να αποκριθεί στα ερωτήματα που θέτει ενώπιόν της η εκάστοτε περίσταση είναι, το λιγότερο, μια θεολογία ανάξια του oνόματός της».

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΥΛΗΣ. (2015). «Το Θυσιαζόμενο Πρόσωπο. Μία απόπειρα θεολογικής ανάγνωσης της Θυσίας του Andrei Tarkovsky». Θεολογία. 86: 328.


Φωτό από τη μεγαλειώδη ταινία Θυσία, ενός από τους μεγαλύτερος ποιητές της Έβδομης Τέχνης, του Αντρέι Ταρκόφσκι.