Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2023

+Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816)

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Δεν χωρά αμφιβολία πως το ιστορικό-μας παρελθόν -το άμεσο στην προκειμένη περίπτωση, μιας και θα αναφερθώ σε πρόσωπο που έζησε λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση του 1821- έχει μεγάλες ώρες. Είναι ποτισμένο με μεγάλες πράξεις, με κατορθώματα, με αίμα. Στις 16 Οκτωβρίου 1816, ένα μικρό σε ηλικία παλικαράκι, ο Ιωάννης Σταματελόπουλος, ο επονομαζόμενος Τουρκολέκας, επώνυμo που σχετίζεται με το χωριό που γεννήθηκε, το χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας, αδερφός του γνωστού τουρκοφάγου Νικηταρά, σφαγιάστηκε στη Νεάπολη της Λακωνίας από τους Τούρκους, μαζί με το πατέρα-του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή Ζαχαριά.
Στο συναξάριό του διαβάζουμε τα εξής: «Το 1816 ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα-του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο-της. Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου. Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: "Στον αδελφό-μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα-του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό-του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας-μου. Του ξαναλέγουν: γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό-του. Έγινε από το αίμα-του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια-τους στην Τριπολιτσά". Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Όκτωβρίου 1816 έξω από τον Ιερό Ναό του "Ελκόμενου Χριστού", στην παλαιά Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων. Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα-του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματά τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων-τους. Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών. Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε».


Ο παιδομάρτυρας – νεομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας, εδώ και δύο αιώνες, στη συνείδηση του απλού λαού-μας, είναι ιστορία μυθοποιημένη. Κι αυτό γιατί ο λαός-μας πάντοτε τρεφόταν με μύθους, ζούσε πάνω σε μύθους: οι μύθοι έχουν ρίζες α λ η θ ι ν έ ς, καθημερινά ζυμώνονται με πίστη και αίμα· είναι το αίμα του παιδομάρτυρα – νεομάρτυρα Ιωάννη Τουρκολέκα, που ακόμα καρδιοχτυπά στην εθνική-μας συνείδηση και συνεχίζει να επιζεί! Αιωνία-του η μνήμη.

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Μνήμη Αγίων Ραφαήλ, Ειρήνης και Νικολάου

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Έχουν περάσει επτά ή οκτώ χρόνια από τότε που διάβασα το βιβλίο Το Βυζάντιο έχει ρεπό του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, γιού του «παιζω-γράφου» της συνειρμικής γραφής Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, αυθεντικού Θεσσαλονικιού και Αθωνίτη ταυτόχρονα συγγραφέα. Ο γιός Γαβριήλ, με σπουδές στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία, διορθωτής δοκιμίων, επιμελητής εκδόσεων, μεταφραστής και λεξικογράφος, εβδομήντα χρονώ σήμερα, στα 2013, στον πρώτο τόμο του βιβλίο του Το Βυζάντιο έχει ρεπό (εκδόσεις Αρμός) – μαζί με τον δεύτερο και τρίτο τόμο, που κυκλοφόρησαν στα 2015· ετούτη η τριλογία, όταν κανείς τη διαβάσει νιώθει τη βαριά κληρονομιά του πατέρα «παιζω-γράφου» στο γιό «παιζω-γράφο» - «παιζω-γραφεί» την ιστορία ενός χωρικού της Θερμής, του Δούκα Τσολάκη, τον καιρό της εύρεσης των ιερών λειψάνων των νεομαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, που σήμερα, τρίτη ημέρα του Πάσχα, η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους. Αξίζει κανείς να διαβάσει ετούτη την ιστορία. Ο πρωταγωνιστής Δούκας Τσολάκης, απλός άνθρωπος, στα όσα δια της γραφίδος του Γ. Ν. Πεντζίκη διηγείται, φαίνεται να κρατά το σκοινί της καμπάνας που, κάθε χρόνο, μέρα σαν τη σημερινή καλεί τους πιστούς να λειτουργηθούν στο μοναστήρι των τριών αυτών Λεσβίων αγίων. Απολαύστε την!
«Πριν μισό αιώνα στον λόφο των Καρυών στη Θερμή της Λέσβου, μόλις είχαν ξεθάψει τα οστά των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου και της παρθενομάρτυρος Ειρήνης κι είχαν στήσει πανηγύρι με φαγητά και όργανα.
»Ο χωρικός Δούκας Τσολάκης, που είχε επιστατήσει στην ανοικοδόμηση ενός ναϊδρίου της Παναγίας στον λόφο, άρχισε να κοροϊδεύει τα οστά. Όταν του πρόσφεραν καφέ, ζήτησε και παξιμάδι δείχνοντας ειρωνικά τα λείψανα. Λίγο μετά, ενώ χόρευε, χάθηκε. Όταν τον έψαξε η γυναίκα του γιατί ‘χε νυχτώσει κι έπρεπε να φύγουν, δεν το έβρισκαν πουθενά κι ανησύχησαν. Ήρθε τότε ο δεκατριάχρονος Παναγιώτης Πατάτας απ’ την Αγιάσο· “Τον Δούκα ψάχνετε; Στο λαγκάδι θα τον βρείτε. Το δέρνουν, αλλά ποιος τον δέρνει δεν ξέρω γιατί δεν έβλεπα κανέναν”.
»Έτρεξαν και τον βρήκαν. Πεσμένος μπρούμυτα στα πουρνάρια, κάτω από μιάν ελιά, ο Τσολάκης έκλαιγε, θρηνούσε, έψαλλε το “Χριστός Ανέστη”, και κάθε τόσο έλεγε, ”Ήμαρτον, Παναγιά μου, συχώραμε”. “Βρε Δούκα, μπας και μέθυσες;”, τον ρώτησαν. “Μεθυσμένος δεν είμαι, τιμωρημένος είμαι”, απάντησε ο Τσολάκης, με φωνή που μόλις ακουγόταν και μάτια κλειστά, γεμάτα δάκρυα. “Εκεί που χόρευα, άρχισα να μην ακούω – φώναξα μάλιστα στα όργανα να παίζουν πιο δυνατά. Μετά, μια φωνή μέσα μου λέει “Δούκα, Δούκα, έλα στο λαγκάδι που σε θέλω”. Έβαλα με τον νου μου πως κάποιο ζώο που ‘χα δεμένο λύθηκε και πήγα. Μόλις έφτασα, είδα και κατέβαινε ένας μεγαλόσωμος παπάς αναμαλλιασμένος, με ψαρά γένεια. Το ράσο το είχε ριγμένο στην πλάτη, φορούσε κάτι παπούτσια καλογερικά με τοκά μπρούτζινο. Μ’ έριξε κάτω κι ένιωσα σα να ‘πεσε πάνω μου ολόκληρο βουνό. “Πάτερ, πούθε είσαι και πως σε λένε;”, τον ρωτάω. “Έχεις το θράσος και ρωτάς ακόμη, Δούκα; Τρεις μήνες σας δείχνω θαύματα και σε κανέναν δεν τα λες, και σήμερα κορόιδεψες τα κόκκαλά μου”, απάντησε ο καλόγερος, και στέκεται τώρα δίπλα μου και με κεντάει με τη λόγχη που κόβει ο παπάς το πρόσφορο. Δεν τις βλέπετε τις μασχάλες μου που έχουν γεμίσει αίματα; Γιατί δε με σκουπίζετε;”.
»Ο κόσμος, όμως, γύρω του, δεν έβλεπε κανέναν».


ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (2013). Το Βυζάντιο έχει ρεπό. Τρίοδος. Βιβλίο Πρώτο. Αθήνα: Αρμός, σσ. 88-89.