Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισίδωρος Ζουργός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισίδωρος Ζουργός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Σχολείο και Πανελλαδικές Εξετάσεις vs Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας

Με την ανακοίνωση της βαθμολογίας των Πανελλαδικών Εξετάσεων, εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς και φροντιστήρια συζητούν για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας: Τι πήγε καλά και τι στραβά στις καλές και κακές βαθμολογίες. Η συζήτηση σχετίζεται μόνο με την αξιολόγηση κι όχι με την ΑΝΑΓΝΩΣΗ λογοτεχνικών βιβλίων, και για να είναι ουσιαστική οφείλει να λάβει υπόψη της δύο βασικά δεδομένα. Πρώτον, έχει σχέση με τον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα και δεύτερον, με το ερώτημα γιατί το σχολείο δεν εμπνέει τους μαθητές να διαβάζουν λογοτεχνία. Αυτό συμβαίνει για τον εξής λόγο: στο σχολείο λείπει το «πανηγύρι» της αγάπης προς τη λογοτεχνία. Οι πρακτικές και τα προγράμματα φιλαναγνωσίας δεν φτάνουν αλλά γίνονται και με λάθος τρόπο. Α.Ι.Κ.
«Τι είναι όμως τα κείμενα λογοτεχνίας, τα ποιήματα, τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα; Αν υποθέσουμε ότι πέρα από τις καλλίγραμμες διατυπώσεις τους, πέρα από τα γοητευτικά τους ματοτσίνορα που ανοιγοκλείνουν με στόχευση την καλαισθησία και υπαινιγμούς, που χαλούν το μακάριο ύπνο μας, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό, ποιο είναι τάχα αυτό; Ίσως, λέω πάλι, τα βιβλία να είναι ταμιευτήρια, οι κουμπαράδες των συγγραφέων τους, οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Αν είναι έτσι, τότε με τα κείμενα γνωρίζουμε κι άλλες ζωές –η δική μας μόνο δεν είναι ποτέ αρκετή- και έτσι με τη βοήθεια των άλλων, με τα μάτια και των άλλων διευρύνεται η δική μας θέαση του κόσμου. Αν είναι έτσι, κείμενα και αναγνώστες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διευρυμένη κοινότητα με εκρηκτικές δυνατότητες ως προς το μέγεθος και την επιρροή της, μια κοινότητα με πολλές ζωές αντάμα, με ζώντες και τεθνεώτες. Ποιος θα ήθελε να λείπει από ένα τέτοιο πανηγύρι;
Μιλάει όμως σήμερα η λογοτεχνία, ποιος άραγε τη διακρίνει παρά τις κυκλώπειες διαστάσεις της και που ταξιδεύει η φωνή της, ποια πουλιά την αρπάζουν στο ράμφος τους και που την πάνε; Σήμερα που η παρουσία γονιών και δασκάλων έγινε πάλι σκιά, σήμερα που ο Γιάνους Κόρτσακ είναι μια ανάμνηση, σήμερα που την επιζητούμε τόσο, που είναι άραγε η φωνή της; Κι όμως αυτή υπάρχει αλλά ως ψίθυρος. Αν τα λόγια της φτάνουν μισά στα αυτιά των παιδιών μας, φταίει ο θόρυβος, φταίνε οι πριονισμένες εξατμίσεις της τηλεόρασης και όλα τα θορυβώδη δίκυκλα του λάιφ στάιλ. Αυτή είναι όμως μια εύκολη και κοινότυπη απάντηση, καθώς η περιδίνηση του ερωτήματος συνεχίζεται.
[…]
Η ανάγνωση της λογοτεχνίας απ’ τους νέους στη χώρα μας είναι απηνώς διωκόμενη από το εκπαιδευτικό σύστημα και κυρίως από το κρεματόριο των εισαγωγικών εξετάσεων και έτσι λαθροβιεί σε χερσότοπους και θίνες. Όταν αναφέρομαι στην ανάγνωση, εννοώ αυτή τη γεμάτη πάθος ελεύθερη βοσκή των βιβλίων που δεν υπαγορεύεται από καμία εξωτερική αναγκαιότατα παρά μόνο από το πάθος της νεότητας να συναντηθεί με το άπαν και το μηδέν της γραφής, καθώς πάντα αυτή μπορεί να φαντάζει στα μάτια τους ένα κλειδωμένο συρτάρι γεμάτο απαντήσεις. Όσο για τη θεσμοθέτηση της ένταξης λογοτεχνικών κειμένων στην ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επιπλέον εφιάλτης στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Μα έτσι, θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος, γνωστοποιούμε σε όλους τους νέους τη λογοτεχνία κι όχι μόνο σε αυτούς που έχουν κάποια έφεση ή επιρροή από το περιβάλλον τους. Σ’ εμένα προσωπικά αυτό το μέτρο θυμίζει τις καλλιτεχνικές παραστάσεις του Νέρωνα, όταν στις αίθουσες όπου τις παρουσίαζε, κλείδωνε πάντα όλες τις πόρνες μην τύχει και φύγει κανείς πριν από τέλος. Η σχέση με τη λογοτεχνία ή θα είναι αβίαστη και ελεύθερη ή δε θα είναι.
Όταν η λογοτεχνία ψιθυρίζει και δεν είναι εξεταστέα ύλη, η γητεία της μετασχηματίζει την όραση. Η νεότητα μέσα απ’ τα μάτια της βλέπει αυτό το οποίο ο περίγυρος της στερεί, την αίσθηση πως η ύπαρξη μπορεί να βιωθεί στα όρια της αλήθειας της, πως ο έρωτας μπορεί να κατακτηθεί, ο κόσμος να ανακτήσει τις μυρωδιές και τα χρώματά του και οι άνθρωποι να ξεδιπλωθούν ως εκεί που φτάνουν τα άκρα και οι ανάσες τους. Όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν μέσα στα σύνορα μιας αναγνωστικής κοινότητας, να κοινοποιούνται, να γίνονται αντικείμενο εξομολόγησης, ίσως όμως και τίποτα από αυτά. Τα βιβλία μπορούν να διασφαλίσουν, αν χρειαστεί, και μια γόνιμη σιωπή, είναι μέσα στη φύσης τους, μια σιωπή που η εφηβεία ιδιαίτερα κάποτε τη χρειάζεται».


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2011). «Η λογοτεχνία ως ψίθυρος», στο: Τάξη + Αταξία: Οι νέοι φωνάζουν. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 131-134.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Για τα «Χάλκινα κατώφλια» του Ισίδωρου Ζουργού

Γράφει ο Δημήτριος Φ. Χαραλάμπους· Καθηγητής Α.Π.Θ.


Μπορεί η ακαδημαϊκή Ιστορία να μην αρέσκεται καθόλου στα «αν», αλλά στον κόσμο του μυθιστορήματος ένα «αν» αρκεί για να πυροδοτήσει τη φαντασία του δημιουργού και να καθορίσει την πλοκή του έργου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού Χάλκινα κατώφλια. Και «αν», λοιπόν, ο Λύκαστος ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο στην πλευρά των Ελλήνων, ποια θα μπορούσε να είναι η έκβαση του Τρωϊκού πολέμου ή το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη;
Όπως προϊδεάζουν τα παραπάνω, το μυθιστόρημα Χάλκινα κατώφλια τοποθετείται χρονικά και θεματικά στον ομηρικό κόσμο. Παρά το γεγονός ότι αυτή η βαθιά βύθιση στον χρόνο δεν συνηθίζεται στη λογοτεχνική παραγωγή των ημερών μας, ο συγγραφέας, χωρίς να κουβαλά τις ‘βαριές πολιτισμικές δεσμεύσεις’ τού αρχαίου κόσμου, επιλέγει τις αδρές γραμμές, τις ομηρικές δοκούς και μέσα σε αυτές εγκιβωτίζει την αφήγησή του, δίνοντας ευρύτατο χώρο στη μυθοπλασία. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο οπισθόφυλλο.
Η λιτότητα στα ιστορικά σκηνικά επιτρέπει στον συγγραφέα να επικεντρώσει όλη την αφηγηματική του δεινότητα σε μια ουσιαστική ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Με πολύ επιδέξιο τρόπο τα φώτα πέφτουν με αξιώσεις βάθους στα δρώντα πρόσωπα, στα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα τους, την ψυχική τους κατάσταση, τις καθημερινές τους συμπεριφορές κ.τ.λ.
Στον πυρήνα της αφήγησης τίθεται ένα κλασικό κοινωνικό θέμα, η σχέση του δούλου και του αφέντη, του ανυπεράσπιστου από τη μια και του φορέα της απόλυτης εξουσίας από την άλλη. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν υπακούει σε μια οριζόντια λογική, αλλά συντίθεται από πολλές ταλαντώσεις, τέτοιας δύναμης και τέτοιου μεγέθους, ώστε οι αυτονόητα οριοθετημένες σχέσεις του χρισμένου βασιλιά και του αναλώσιμου δούλου, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να γίνονται δυσδιάκριτες.
Αν, λοιπόν, τα ομηρικά έπη μας παρέδωσαν έναν βασιλιά Οδυσσέα πολύτροπο, που μηχανεύεται πράγματα, που οδηγεί με το Δούρειο Ίππο στην τελική κατάληψη της Τροίας –και εδώ η πατρότητα της ιδέας δεν πιστώνεται στον Οδυσσέα–, ο Ισίδωρος Ζουργός στο νέο του βιβλίο κατορθώνει να φιλοτεχνήσει έναν εξίσου πολύτροπο δούλο, ο οποίος με τη δύναμη του μυαλού του και τις ‘λοξές’ μεταφυσικές του συλλήψεις καταφέρνει να αντισταθμίσει τη μειονεκτική του θέση και να αναδιατάξει τη σχέση. Αυτός, ακριβώς, ο κεντρικός άξονας ‘παράγει’ ενδιαφέρουσες ιδεολογικές διαστάσεις που δομούν την κυρίαρχη ταυτότητα του μυθιστορήματος.
Ο λόγος του δούλου λειτουργεί σαν νυστέρι που αποδομεί, αμφισβητεί, κραυγάζει για τον ανθρώπινο παραλογισμό, τον πόλεμο, την αδικία. Για να τοποθετήσουμε καλύτερα τα Χάλκινα κατώφλια στο στερέωμα της ιδεολογίας, αρκεί, νομίζω, να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι ο συγγραφέας, ανάμεσα σε τόσους επώνυμους βασιλείς και πολέμαρχους, επιλέγει να βιογραφήσει ένα ανώνυμο και απόλεμο δούλο.
Ο προικισμένος δούλος, αυτός ο άρτιος λογοτεχνικός χαρακτήρας που έχει μάθει από μικρός, όπως αφηγείται, να ξεχωρίζει τα «όντως θαυμαστά από τα απατηλά», είναι ένας επίμονος παρατηρητής της κοσμικής εξουσίας. Με τη δύναμη του μυαλού του αποφλοιώνει το λαμπερό περίβλημα των εκπροσώπων της κοσμικής εξουσίας, τους γειώνει με τη διεισδυτική ματιά του και τους τοποθετεί στις πραγματικές τους ανθρώπινες διαστάσεις: είναι παραδομένοι στα πάθη και τις μικρότητες, μέθυσοι, εγωκεντρικοί, μελαγχολικοί, μωρόπιστοι στους οιωνούς, ευκολόπιστοι στους ψιθύρους, εύθραυστοι.
Τον Λύκαστο, δηλαδή το αφηγηματικό υποκείμενο του μυθιστορήματος, δεν τον συνδέει τίποτα απολύτως με τον Σπάρτακο και την παράδοση των επαναστατών δούλων. Τη δύναμή του δεν την αντλεί από το σώμα του αλλά από το μυαλό και το ευφάνταστό του.
«Εκτός από άλογα τι άλλο ξέρεις», τον ρώτησε ο Οδυσσέας.
«Όλες τις δουλειές του ποδαριού και μιαν ακόμη».
«Ποια δηλαδή;».
«Σκέφτομαι, άρχοντα Οδυσσέα».
Μια όψη της πνευματικής δύναμης του Λύκαστου είναι το ‘χάρισμα’ που έχει να ακούει μεταφυσικές Φωνές ή, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, να τις επινοεί. Οι κόσμοι που φαντασιώνεται είναι τόσο πειστικοί ώστε να αγκιστρώνουν τους ισχυρούς στους σκοπούς του. Αυτά ακριβώς τα –φυσικά ή μεταφυσικά– στοιχεία της πνευματικής του σύστασης τα αξιοποιεί στη μάχη της επιβίωσης και της αλλαγής των όρων της ζωής του, ως δούλου, στην εμπόλεμη αυλή του Οδυσσέα. Χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο όψεις της πνευματικότητάς του ο άσημος δούλος, υπομονετικά και σταδιακά, ξεγλιστρά από τα χέρια του αφέντη και τελικά ο αφέντης πιάνεται στα ξόβεργα του δούλου. Κατά το ταξίδι της επιστροφής με τον Οδυσσέα, κατορθώνει να ανατρέψει πλήρως τη σχέση. Όπως ομολογεί χαρακτηριστικά: «ήμουν δούλος του, στην αρχή τουλάχιστον, κατόπιν μου είναι δύσκολο να ονομάσω τι του ήμουν πραγματικά».
Παράλληλα με την απομυθοποίηση της κοσμικής εξουσίας, ο Λύκαστος αμφισβητεί και τη θεϊκή εξουσία. Όταν βρέθηκε υπηρέτης σε έναν ναό μισούσε την «πληκτική θεά» και παρακαλούσε «το θεό Αξιό», όπως μαρτυρεί, «να φουσκώσει ξαφνικά ένα βράδυ και να πλημμυρίσει το άγαλμα και το βωμό της». Δεν θα χαριστεί όμως και στους εκπροσώπους της θεϊκής εξουσίας. Πηγαίνοντας να συναντήσει τον περιώνυμο μάντη Κάλχα, θα διατυπώσει ευθύβολα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του: «Εγώ αυτούς τους ενδιάμεσους μεταξύ θεών και ανθρώπων δεν τους πολυσυμπαθώ. Κάθονται έξω απ’ τα χάλκινα κατώφλια και κοιτάζουν ικετευτικά στα μάτια τους θεούς για το πότε θα τους δώσουν σημασία, ενώ όταν στέκονται έξω απ’ τις δικές μας πόρτες, ζητιανεύουν φαγώσιμα, χώρια που κάποιες φορές απαιτούν χαλκό ή και χρυσάφι».
Εκτός από τις παραπάνω ιδεολογικές δεσπόζουσες, ο Λύκαστος, στον κατεξοχήν ηρωικό ομηρικό κόσμο, εκπροσωπεί με πλήρη επίγνωση μια αντιπολεμική και αντιηρωική στάση και κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να μην πολεμήσει, να μη σφάξει και να μη σφαχτεί. Είναι ένας άνθρωπος που δεν βλέπει με καλό μάτι ακόμη και τα «σφαχτά των θυσιών», δηλώνει το μίσος του για τον θεό του πολέμου, τον Άρη, και την απέχθειά του για τα όπλα, κάνει λόγο για τη «σιχασιά του πολέμου» και αμφισβητεί επανειλημμένα το «αναθεματισμένο κύδος».
Στον ιδεολογικό κόσμο του μυθιστορήματος χωράει και η έννοια της πατρίδας, ζήτημα για το οποίο ο συγγραφέας χαράζει μια ξεκάθαρη γραμμή πλεύσης. Ο βασιλιάς και ο δούλος του διαγράφουν τις τροχιές της ζωής τους κουβαλώντας διαφορετικά βιώματα από τις πατρίδες τους, αποκτούν κοινά βιώματα από την συνύπαρξή τους στο στρατόπεδο των Αχαιών και διαχωρίζονται στο τέλος οι πορείες τους, γιατί ο καθένας θέλει να καταλήξει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Είτε πρόκειται για την Ιθάκη, το παλάτι και την Πηνελόπη, στην περίπτωση του Οδυσσέα, είτε πρόκειται για το ρόχθο του Αξιού και τα καλάμια στις όχθες του, στην περίπτωση του Λύκαστου, τελικά, πατρίδα των ανθρώπων είναι οι τόποι των παιδικών βιωμάτων, των σπόρων που κουβαλούν. Γι’ αυτό, συνήθως, εκφράζουν την επιθυμία οι μικρές πατρίδες των ριζωμένων βιωμάτων να αποτελέσουν τις εκβολές του βιολογικού τους κύκλου.
Πάντως, το ευφυές αυτό μυθιστόρημα δημιουργεί έντονα την αίσθηση στον αναγνώστη ότι τα όσα ιστορεί ο αξιοθαύμαστος δούλος, που ο Ισίδωρος Ζουργός τον πήρε μικρό παιδί από το χέρι και τον σεργιάνισε, μέχρι που μας τον παρέδωσε σε βαθύ γήρας, δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ομηρικό κόσμο, αλλά σε όλες τις εποχές και σε όλες τις γεωγραφίες. Είναι, με άλλα λόγια, διαχρονικά. Οι ιστορικοί κύκλοι είναι διαπερατοί, το τότε δεν ξεχωρίζει εύκολα από το τώρα, ακόμη και από το αύριο. Ίσως, γιατί οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, οι άνισες κοινωνικές σχέσεις, η αποκτήνωση του ανθρώπου στον πόλεμο ανακυκλώνονται στο χρόνο. Δεν αλλάζουν, δυστυχώς, εύκολα…

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ο ομηρικός κόσμος στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2025). Χάλκινα κατώφλια. Αθήνα: Πατάκη.

Τα «Χάλκινα κατώφλια» είναι μια αφηγηματική ακροβασία, ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Εκεί, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του, παρακολουθούμε σε ιδιωτική προβολή τον πόλεμο της Τροίας και την επιστροφή του Οδυσσέα ιστορημένα αλλιώς. Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί από το ηρωικό ιδεώδες, οι δούλοι και οι δούλες έχουν φωνή και μάτια, ερμηνεύουν και αναδομούν τον κόσμο της ισχύος και της θεϊκής καταγωγής.
Το μυθιστόρημα είναι η αρχή ενός ακόμη μύθου δίπλα στον κυρίαρχο μύθο. Eξιστορεί τι θα μπορούσε να συμβεί, εάν ένα πρόσωπο, επινοημένο από τον συγγραφέα, παρεισέφρεε στο στρατόπεδο των Αχαιών και με τη σταδιακή επιρροή του άλλαζε τη μοίρα του πολέμου και την πορεία του γυρισμού στην Ιθάκη.
Τα «Χάλκινα κατώφλια» μιλούν για τη γειτνίαση των πολιτισμών, για το χάσμα ανάμεσα στους απόκληρους και την κοσμική και θεϊκή εξουσία, για τη σχέση δούλου και αφέντη, όταν αυτή χάνει τους αρμούς της. Είναι μια φανταστική αφήγηση για τα φουσκωμένα πανιά και τους ανοιχτούς ορίζοντες, για την ιαματική παρουσία της γυναίκας σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα και χαλκό. Είναι μια καταγγελτική απεικόνιση της κτηνωδίας του πολέμου, ένα σχόλιο για τις τραγικές ορίζουσες της ανθρώπινης μοίρας, αλλά ενίοτε κι ένα μυθιστόρημα φάρσα, αφού οι εξουσίες, συχνά ανοχύρωτες, έλκουν ρινίσματα παρωδίας και σάτιρας· [από το οπισθόφυλλο].

«ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ περνούσε. Ο Χρόνος, αυτός ο άπιαστος θεός χωρίς σώμα, που οι φαφλατάδες Αχαιοί τον έλεγαν Κρόνο, κι όταν ήθελαν να έχουν οπωσδήποτε μια εικόνα του, τον ζωγράφιζαν σαν ένα τέρας με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια. Συνοδός η κόρη του, η Ανάγκη, φίδι κι αυτή, μαζί οι δυο τους περιελίσσονταν γύρω απ’ το μεγάλο αυγό του κόσμου» (σ. 151).
«Τα μάτια μου αιχμαλωτίζονται στη φωτιά, την παρατηρώ και σκέφτομαι πως ο χρόνος μου τελειώνει. Για να διηγηθώ όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα, θα χρειάζονται μέρες και νύχτες. Στη δική μου ιστορία ο χρόνος της αφήγησης δε μετράει πια ξέχωρα απ’ αυτόν αφού οι ζωές μας κόλλησαν κι έγιναν σιαμαίες ιστορίες. Μόνο οι αοιδοί θα μας ξεκολλήσουν, θα επιλέξουν στιγμές απ’ τα δικά του κατορθώματα και με τη φόρμιγγα στο χέρι θα γυρνάνε πόλεις και χωριά υμνώντας τα ταξίδια του. Η δική μου ιστορία έγινε λόγια χωρίς μουσική, ούτε γραφή έγινε, γιατί κανείς δεν καταπιάστηκε να τη χαράξει σε κεραμίδια μ’ εκείνα τα σημάδια που μοιάζουν μυγοπόδαρα. Με τη γραφή δε συναντήθηκα, ούτε με τη μουσική, μόνο απήγγειλα τα δικά μου λόγια ως χάρισμα στις Αύρες, τις νύμφες που κρύβονταν πίσω από κάθε φύσημα» (σσ. 207-208).

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Όταν διαβάζω Ισίδωρο Ζουργό δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω ποιό από τα βιβλία του είναι πιο καλό

Στην οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1885, ένα άνοστο αστείο, λίγα βλέμματα και κάποια παλιά μυστικά στέκονται αρκετά για να ξεκινήσει μια ερωτική σχέση ανάμεσα σ’ έναν αφελή και ονειροπόλο άνδρα και μια δυναμική γυναίκα. Στην Αθήνα βασιλεύει ο Γεώργιος Α΄, στην Ερμούπολη το εμπόριο και στη Θεσσαλονίκη η ομίχλη.
Οι δυο τους θα ταξιδέψουν στην παλιά Ελλάδα και θα επιστρέψουν στη συνέχεια στους τόπους αυτούς, που χρόνια αργότερα, μέσα από το ζεστό αίμα των πολέμων, θα ονομαστούν Νέες Χώρες.
Το Παλιές και νέες χώρες είναι ένα μυθιστόρημα για τις γυναίκες που ασφυκτιούν από το κοινωνικό περιλαίμιο, για τους αμήχανους άνδρες και τις άφωνες υπηρέτριες στα χρόνια της μπελ επόκ, της εποχής που ονομάστηκε χαρισάμενη από τους έχοντες πλούτο και δύναμη.
Είναι, επίσης, ένα μυθιστόρημα για τους παράκτιους φάρους που φωτίζουν τα σκοτάδια, για την ιερουργία του νερού και της θάλασσας, για τον Ιούλιο Βερν και τα βιβλία του, που εικονοποιούν τις αποκοτιές της φαντασίας, για το ερωτικό ανθρώπινο βλέμμα αλλά και την εξουσιαστική ματιά, για όσα, τέλος, παλιά θριαμβεύουν και για όσα νέα δεν έχουν ακόμη αρθρώσει το όνομά τους· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].


«Τι μαγικό έχει άραγε η νύχτα που όλα τα μεταμορφώνει; Με τον ερχομό του σκοταδιού και τα πρώτα φανάρια, όλα συνηγορούσαν σε μια αναγέννηση.
»Τι μαγικό έχει άραγε η μουσική, που ξυπνά μια κυρία απ’ την τράπουλα, κλείνει σελίδες ενός βιβλίου ή σταματάει τη συζήτηση για το χρηματιστήριο μες στους καπνούς των πούρων;
» Τι μαγικό έχει άραγε ο χορός, ώστε ανασταίνει ακόμα και τους βαριεστημένους; Τι είδους αφέντης είναι ο ρυθμός του, ώστε να υπακούνε όλοι με το πρώτο κέλευσμα; Όλες οι ταλαντώσεις του κορμιού, οι ελικοειδείς κινήσεις, οι περισπωμένες στα ανθρώπινα σώματα τι σαγήνη διαθέτουν; Ποιες νύμφες φέρνουν τελικά τους χορούς το σούρουπο και υποδαυλίζουν τα όνειρα των κοριτσιών και των αντρών τον πόθο;»
«ΚΡΑΤΑΩ ΣΤΟ ΧΕΡΙ την πένα και μ' αυτήν ξύνω τη σελίδα. Το χαρτί είναι η φλούδα της μνήμης, η πένα το ξύνει και φανερώνει τον καρπό. Εκείνη ματώνει κι αφήνει το μελάνι να κυλήσει, το ίχνος της μνήμης. Το θυμάμαι εκείνο το αίμα, πως είναι δυνατόν να το ξεχάσω;  Ήμουν μόνη και νύχτωσε».

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2023). Παλιές και νέες χώρες. Αθήνα: Πατάκη, σσ. 111, 112, 166.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

«Η λογοτεχνία ως ψίθυρος»

«Σε εποχές αταξίας, σε ώρες επιστροφής στους δρόμους και ενίοτε στη βία, αναρωτιέμαι αν έχει σχέση η λογοτεχνία με τα συνθήματα στους τοίχους. Είναι το εικονόπλαστο διαδίκτυο η αρχή ενός τέλους, το οποίο όλοι φοβόμαστε πως είναι αναπότρεπτο; Περιμένουμε τους βαρβάρους να κατηφορίσουν ή όχι· μήπως είναι κι αυτό μια νεύρωση του έτσι κι αλλιώς τραυματισμένου συλλογικού μας ασυνείδητου; Αυτοκτονούν σήμερα οι άνθρωποι με τον τρόπο της Άννας Καρένινα, μπορεί ένα μυθιστόρημα όπως ο Ντέμιαν του Έρμαν Έσσε να γίνει το ευαγγέλιο μιας νεολαίας, όπως συνέβη κάποτε στη Γερμανία; Τα ερωτήματα ατελείωτα, οι απαντήσεις λίγες, ανασφαλείς και αμήχανες».

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2011). «Η λογοτεχνία ως ψίθυρος», στο: Τάξη + Αταξία. Οι νέοι φωνάζουν. Εισαγωγή – Επιμέλεια Μάριος – Κουκουνάρας – Λιάγκης. Αθήνα: Ακρίτας, σ. 135.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Ανεξάντλητη η δημιουργικότητα του Δάσκαλου και συγγραφέα Ισίδωρου Ζουργού


Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού σε μια ερημική ακτή της Προποντίδας ο Σταυράκιος Κλαδάς αναθυμάται τη μακρόχρονη ζωή του. Νοτάριος και αντιγραφέας ο ίδιος όλα του τα χρόνια, έχοντας αντιγράψει εκατοντάδες συγγράμματα αγίων και ελλόγιμων ανδρών, αποφασίζει, ελεύθερος πια, να συντάξει τη δική του χρονογραφία. Η γραφίδα του αφηγείται τη ζωή του, μια ιστορία εφηβικής μοναξιάς και χειρογράφων. μια περιδίνηση σε διανοητικά διλλήματα, διωγμούς, έρωτες και αγωνίες στην αυγή της δυναστείας των Κομνηνών στα τέλη του 11ου αιώνα. Η ζωή των απλών ανθρώπων κατά τη βασιλεία των Ρωμαίων, ο πολιτισμός του λόγου και της εικόνας, μα πάνω απ’ όλα η αφή της μνήμης. Όλη η αγωνία του ανθρώπου σε ένα βιβλίο, που δεν αφηγείται μόνο την αναζήτηση της ουράνιας βασιλείας, αλλά μνημονεύει την επίγεια ζωή και τη χοϊκή ψυχή.
Μέσα από τις σελίδες του κατοπτρίζεται η βυζαντινή αυτοκρατορία την εποχή που πληθαίνουν οι απειλητικές σκιές από Ανατολή και Δύση. Στο μυθιστόρημα τον πρώτο λόγο δεν έχουν οι αυλικές συνομωσίες και οι πολύνεκρες μάχες, αλλά το φως απ’ τα λυχνάρια των αντιγραφέων, που σκύβουν πάνω από τα συναξάρια των αγίων και τις διατριβές των γραμμάτων. Μέσα από τις σελίδες του αναδύονται ο ύπατος των φιλοσόφων Μιχαήλ Ψελλός, ο όσιος Νικήτας Στηθάτος, επώνυμοι δάσκαλοι, λόγιοι, μοναχοί, αγιογράφοι… Όμως στο κέντρο όλων βρίσκεται ο στίχος ενός αινιγματικού ποιήματος και μια γυναίκα, το εσώτερο ρούχο της ψυχής του ήρωα, το ένδυμα που υποκαθιστά το βασανιστικό ράσο.
Το Περί της εαυτού ψυχής είναι ένα εσωτερικό χρονικό για τον τρόπο που ένας αντιγραφέας γίνεται συγγραφέας, ένα μυθιστόρημα οικογένειας, περιπέτειας και ελευθερίας για το άλλο Βυζάντιο. Ένα σύγγραμμα για τη δύναμη της γραφής και της μνήμης, ένα βιβλίο για αυτήν την ορμή που απαιτεί να αγιογραφήσουμε τα όνειρα με την ανάσα μας, να ονοματίσουμε τα πράγματα του κόσμου εξ αρχής με ανάδοχο τη δική μας ψυχή· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

«Όλα αυτά ξεχαρβαλώθηκαν και ρήμαξαν απ’ τη στιγμή που ο εν Χριστώ βασιλιάς Ρωμανός ταπεινώθηκε στο Μάτζικερτ κι άρχισε η μεγάλη υποχώρηση. Σε κείνον τον πόλεμο, όπως κατάλαβα μετά, δε νίκησαν οι Σελτζούκοι παρά το χάος», σ. 25.
«Ποια τύχη ή συγκυρία, ή ποιος του Θεού δάκτυλος έσπρωξε τον Νικήτα Στηθάτο να διαλέξει εμένα από όλους τους αντιγραφείς; Δεν ήταν τίποτε απ’ όλα αυτά, παρά μόνο η ακολουθία ενός λογικού συλλογισμού. Πως θα ήταν ο Ψελλός ευχαριστημένος; Έχοντας ένα ακούραστο νέο γραφιά. Πως δε θα αντιλαμβανόταν ο αντιγραφέας τις αιρετικές κακοδοξίες του; Αν ήταν μικρός και άπειρος στις λεπτές φιλοσοφικές αποχρώσεις, τότε και μόνο τότε δε θα καταλάβαινε», σ. 152.
«Κύριε, βοήθει να στήσω τις λέξεις, για μένα είναι δύσκολο πολύ, καθώς γέρασα κι αυτές γλιστράνε μέσα απ’ τα δάχτυλά μου, άμμος είναι πια οι λέξεις. Χάρισέ μου εσύ τα λόγια, κι εγώ θα τα γράφω. Αν δε μου μιλήσεις εσύ, πω να τα καταφέρω; Η ζωή είναι ένα θαύμα, πώς να τη χωρέσεις σε μια περγαμηνή, πως να κάνεις τα γράμματα σπίτια να την καλοδεχτούν;», σ. 429.
«Κύριε, βοήθει να περισώσω τα σκύβαλα από την ερημάμπελο του βίου μου. Αναρωτιέμαι πάντως για τον τρόπο που η μνήμη και η γραφή καταφέρνουν να τα στριμώχνουν όλα στα δισέλιδα (δηλαδή τα δίστηλα, καθώς στα χειρόγραφα η στήλη ονομάζεται σελίδα) των χειρογράφων. Πως γίνεται οι περιπέτειες των ανθρώπων να μετουσιώνονται σε λέξεις, τι είδους αλχημεία είναι αυτή;», 626.
«Την άνοιξη στη πόλη του Κωνσταντίνου αναμειγνύεται η εαρινή αύρα των θαλασσών της με την αψάδα του νεαρού χόρτου. Κάτω απ’ τη ζέστη του ήλιου οι στέγες αχνίζουν τα μεσημέρια, η υγραμένη γη σχηματίζει την πρώτη κρούστα και οι πέτρες ξαναμυρίζουν πυρίτιο και ασβέστη. Παντού στην πόλη η μούχλα εξαϋλώνεται από το ζεστό φως. Τα παιδιά σκάβουν με μυτερά ξύλα το χώμα στους λαχανόκηπους γυρεύοντας φωλιές από ασπάλακες, ενώ οι γέροι κάθονται στα κατώφλια φορώντας καπέλα από λυγαριά ή ψάθα. Υπάρχουν όμως και γέροι που δεν έχουν αναπαμό», σ. 708.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Γράμμα στον Γιώργο Ιωάννου


«Όπο­τε συλ­λο­γί­ζο­μαι την πό­λη μας, όλο την Αγί­ου Δη­μη­τρί­ου και την Εγνα­τία φέρ­νω στο μυα­λό μου». Γιώρ­γος Ιω­άν­νου, Η πρω­τεύ­ου­σα των προ­σφύ­γων.

Αγα­πη­τέ μου Γιώρ­γο.
Βρή­κα το θάρ­ρος να σου γρά­ψω πα­ρα­βλέ­πο­ντας τα σύ­νο­ρα των δύο κό­σμων μιας κι εσύ κα­τοι­κείς πια σε τό­πους αχαρ­το­γρά­φη­τους, ενώ εγώ δια­μέ­νω ακό­μη στην οδό του πο­λιού­χου Αγί­ου, αυ­τή που οι Οθω­μα­νοί ονό­μα­ζαν οδό Μι­δάτ Πα­σά.
Δεν με θυ­μά­σαι ή μάλ­λον δεν με συ­νά­ντη­σες πο­τέ. Ίσως κά­πο­τε όταν ανέ­βαι­νες στη Θεσ­σα­λο­νί­κη για να επι­σκε­φτείς την αδελ­φή σου με την οποία μέ­να­με δί­πλα και τα πα­ρά­θυ­ρά μας άνοι­γαν το ένα απέ­να­ντι στο άλ­λο, να κοι­τα­χτή­κα­με τυ­χαία κά­που στον με­γά­λο δρό­μο. Πιο πο­λύ γι’ αυ­τόν τον δρό­μο θέ­λω να σου πω, την Αγί­ου Δη­μη­τρί­ου και για την Εγνα­τία βέ­βαια και τα με­τα­ξύ τους κά­θε­τα δρο­μά­κια, που στα χρό­νια σου μύ­ρι­ζαν σι­νά­πια και ζο­χιά, ενώ τώ­ρα ανα­δύ­ε­ται η μυ­ρω­διά του κά­του­ρου απ’ τους δύ­σμοι­ρους σκύ­λους συ­ντρο­φιάς, που αξιώ­νο­νται μια ολι­γό­λε­πτη βόλ­τα στο πε­ζο­δρό­μιο αφού όλη μέ­ρα στρι­φο­γυρ­νά­νε σε στε­νό­χω­ρα δια­με­ρί­σμα­τα. Τα νέα της Αγί­ου Δη­μη­τρί­ου ίσως να μη φτά­νουν εκεί που εί­σαι, μπο­ρεί τα σύν­νε­φα εκεί πά­νω να εί­ναι στε­γα­νά ή οι άγ­γε­λοι να κα­τά­γο­νται από την Αθή­να και να μη πο­λυ­νοιά­ζο­νται.
Σου γρά­φω, λοι­πόν, για να σου πω τα νέα μας τριά­ντα έξι χρό­νια από τό­τε που έφυ­γες, που μας άφη­σες σύ­ξυ­λους, βό­ρειους και νό­τιους, εξαι­τί­ας εκεί­νης της εγ­χεί­ρι­σης του προ­στά­τη, που διό­λου δεν σε προ­στά­τε­ψε. Όπως θυ­μά­σαι, τα μπαλ­κό­νια του με­γά­λου δρό­μου ήταν και τό­τε στε­νά και μί­ζε­ρα, όμως ολό­κλη­ρη η ζωή πια έχει γί­νει στε­νό­χω­ρη και μό­νο τα κά­γκε­λα ψή­λω­σαν. Φα­ντά­ζο­μαι βέ­βαια την έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πό σου, όταν θα δια­βά­ζεις αυ­τό το γράμ­μα, έτοι­μος εί­σαι να μου πεις: Πλα­νά­σαι, αυ­τή η πό­λη πο­τέ δεν ήταν ευρύχω­ρη.
Αγα­πη­τέ μου Γιώρ­γο. Γεν­νή­θη­κες τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα από τον πα­τέ­ρα μου. Πα­ρ’ όλη τη δια­φο­ρά της ηλι­κί­ας μας πή­γα­με στο ίδιο γυ­μνά­σιο, στο 3ο Αρ­ρέ­νων, σε άλ­λο όμως κτή­ριο. εγώ σε εκεί­νο το άχα­ρο νέο κτί­σμα που όταν το εί­δες, φρό­ντι­σες να εκ­φρά­σεις γρα­πτώς τον απο­τρο­πια­σμό σου. Για­τί γκρί­νια­ξες αλή­θεια; Ένα βιο­μη­χα­νι­κό κή­τος αντί­κρι­σες, μια μο­νά­δα πα­ρα­γω­γής απο­φοί­των. Ποιος νοια­ζό­ταν στα τέ­λη της δι­κτα­το­ρί­ας για την κα­λαι­σθη­σία; Κι όμως αυ­τό το κτή­ριο, ύστε­ρα από κά­ποιες απέλ­πι­δες προ­σπά­θειες εξω­ραϊ­σμού του, έχει προ­σθέ­σει στην πι­να­κί­δα του το όνο­μά σου. Υπάρ­χουν ακό­μη άν­θρω­ποι με μνή­μη στα σχο­λεία.
Περ­πα­τή­σα­με στα ίδια πε­ζο­δρό­μια της Αγί­ου Δη­μη­τρί­ου με αρ­κε­τές δε­κα­ε­τί­ες δια­φο­ρά. Θα θυ­μά­σαι το κα­τά­στη­μα με τις κορ­νί­ζες και τους αφε­λείς πί­να­κες λί­γο πριν φτά­σου­με στον με­γά­λο ναό ή το μα­γα­ζί του Μπα­κα­λιού με τα σι­δε­ρι­κά, αυ­τό υπάρ­χει ακό­μα. Πολ­λές φο­ρές προ­φα­σί­ζο­μαι πως χρειά­ζο­μαι κά­τι και μπαί­νω μέ­σα για να ψω­νί­σω, για μια συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή δό­ση νο­σταλ­γί­ας πάω – σε σέ­να μό­νο το εξο­μο­λο­γού­μαι.
Εί­χες γρά­ψει: Η μέ­ση μου, το πα­νω­κόρ­μι μου, όπου και οι μα­στι­γώ­σεις, αντι­στοι­χεί απο­δώ με­ριά μάλ­λον με το Διοι­κη­τή­ριο.
Το με­γά­λο μπου­ρί στη γω­νία απέ­να­ντι από το Διοι­κη­τή­ριο το θυ­μά­σαι; Ήταν από τον φούρ­νο του Ηρα­κλή που έψη­νε ξη­ρούς καρ­πούς και μο­σχο­βο­λού­σε όλη η γει­το­νιά, υπάρ­χουν ακό­μα αυ­τοί οι ξη­ροί καρ­ποί σε άλ­λο κο­ντι­νό κτή­ριο. Πιο δί­πλα η μαρ­μα­ρο­στρω­μέ­νη πλα­τεία, που κομ­μα­τιά­στη­κε στις αρ­χές του ενε­νή­ντα για να γί­νει παρ­κινγκ κι από τό­τε χαί­νει μια με­γά­λη τρύ­πα με πα­ρα­με­λη­μέ­να αρ­χαία. Λέ­νε θα την ξα­να­φτιά­ξουν εκεί­νη την πλα­τεία, με­τα­χρο­νο­λο­γη­μέ­νη ομο­λο­γία μιας αδια­νό­η­της γκά­φας και πε­ρισ­σής ενο­χής. Πολ­λα­πλά κα­τάγ­μα­τα, πό­σους γύ­ψους μπο­ρεί να αντέ­ξει το κα­κο­ποι­η­μέ­νο σώ­μα αυ­τής της πό­λης;
Πριν αρ­χί­σω αυ­τό το γράμ­μα, ξα­νά­πια­σα στα χέ­ρια μου τα πε­ρισ­σό­τε­ρα από τα βι­βλία σου όχι σε ανα­ζή­τη­ση του δι­κού σου ύφους και της αί­σθη­σης που τα δια­τρέ­χει, αυ­τά μέ­νουν ακό­μη μέ­σα μου ζω­ντα­νά, αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο σε ανα­ζή­τη­ση λε­πτο­με­ρειών όπως αυ­τή για το δρο­μά­κι με το όνο­μα του πα­λιού σου λυ­κειάρ­χη, του Βα­σί­λη Χα­τζηαν­δρέ­ου. Για σέ­να ήταν ένα στε­νο­σό­κα­κο νυ­χτε­ρι­νών ερώ­των, για τη δι­κή μου τη γε­νιά ήταν ο δρό­μος για το ασφα­λέ­στε­ρο δί­τερ­μα. Μό­νο εκεί μας άφη­ναν οι μα­νά­δες μας να παί­ξου­με μπά­λα, αφού όλοι οι γύ­ρω δρό­μοι ήταν πια πλημ­μυ­ρι­σμέ­νοι από αυ­το­κί­νη­τα και γι’ αυ­τό επι­κίν­δυ­νοι. Μό­νο εκεί παί­ζα­με και στο Χη­μείο στο πα­νε­πι­στή­μιο απέ­να­ντι, όταν έλει­πε ο βλο­συ­ρός φύ­λα­κας που μας έπαιρ­νε στο κυ­νή­γι.
Στους γύ­ρω δρό­μους, στη Με­λε­νί­κου και στα πα­ρα­κεί­με­να στε­νά έμε­ναν πά­ντα φοι­τη­τές. Τους θυ­μά­μαι, άν­δρες ήταν τό­τε οι πιο πολ­λοί, ανά­με­σά τους αρ­κε­τοί Κύ­πριοι και Λί­βυοι, να φλερ­τά­ρουν όλοι με νε­α­ρές στα δι­πλα­νά μπαλ­κό­νια, και να στή­νουν φάρ­σες. Από τις ανοι­χτές μπαλ­κο­νό­πορ­τες ακού­γο­νταν Ξυ­λού­ρης και Βιο­λά­ρης και στα κά­γκε­λα λιά­ζο­νταν βε­λέν­τζες απλω­μέ­νες, υφα­σμέ­νες οι πιο πολ­λές στα σπί­τια της ελ­λη­νι­κής επαρ­χί­ας. Κά­τω, στα ανή­λια­γα στε­νά, τους έχω ακό­μα ει­κό­να να σέρ­νουν αρ­γά τα πό­δια και να κου­βα­λούν στο ένα χέ­ρι κά­τι θη­ριώ­δη συγ­γράμ­μα­τα και στο άλ­λο να κρα­τούν απ’ τον λαι­μό ένα γυά­λι­νο μπου­κά­λι γά­λα.
Σή­με­ρα περ­πα­τώ­ντας στις ίδιες φοι­τη­τι­κές γει­το­νιές αμέ­σως ανα­γνω­ρί­ζεις όλη την εντα­φια­στι­κή ομοιο­μορ­φία των τε­λευ­ταί­ων χρό­νων. Φω­το­τυ­πί­ες, πιο δί­πλα πλα­στι­κο­ποι­ή­σεις, βι­βλιο­δε­σί­ες και πά­λι φω­το­τυ­πί­ες. Το φα­γη­τό εί­ναι πί­τσα κομ­μά­τι με 0,90 ευ­ρώ ενώ τα τα­βερ­νεία ίδια με­τα­ξύ τους κι απα­ράλ­λα­χτα, με ξι­δό­κρα­σο ενώ ακού­γο­νται σου­ξέ και νε­ο­σκυ­λά­δι­κα. Στις κο­λώ­νες ανα­κοι­νώ­σεις για εκ­δρο­μές - ξε­φα­ντώ­μα­τα στη Μύ­κο­νο και υπαι­νι­κτι­κές αγ­γε­λί­ες για πα­νε­πι­στη­μια­κές ερ­γα­σί­ες, που κά­ποιοι άλ­λοι μπο­ρούν να γρά­ψουν για τον κα­θέ­να ένα­ντι αδράς πλη­ρω­μής... Στα κα­φε­νεία, που έγι­ναν cafe, βλέ­πεις αντι­κρι­στές με­γά­λες οθό­νες για τα ματς, για να μη μπο­ρεί να ξε­φύ­γει το βλέμ­μα από που­θε­νά. Δεν εί­ναι σαν εκεί­νες τις πα­λιές τη­λε­ο­ρά­σεις που ήξε­ρες, που τις έλε­γες χο­ντρο­κώ­λες, τού­τες εί­ναι fit.
Γιώρ­γο μου, να γι­νό­ταν να ’βγαι­νες και σή­με­ρα μια βόλ­τα κα­τά μή­κος του με­γά­λου δρό­μου, απ’ την Ευαγ­γε­λί­στρια ως πέ­ρα δυ­τι­κά στου Κα­φα­ντά­ρη. Θα ένιω­θες μια πρώ­τη δυ­σφο­ρία από τα λερ­ναία τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα κι ύστε­ρα θα κο­ντο­στε­κό­σουν με πε­ριέρ­γεια σ’ εκεί­να τα μα­γα­ζιά με τα στοι­χή­μα­τα, πο­λύ­χρω­μα, με πολ­λές οθό­νες κι αυ­τά, που ολο­έ­να πα­ρα­θέ­τουν αριθ­μούς και οι πε­λά­τες σε ψη­λά σκα­μνιά με μο­λύ­βι στο χέ­ρι να πα­ρα­κο­λου­θούν απορ­ρο­φη­μέ­νοι της τύ­χης τα γυ­ρί­σμα­τα. Χαρ­τί, μο­λύ­βι και φρέ­ντο κα­που­τσί­νο. Εί­ναι αμέ­τρη­τοι πραγ­μα­τι­κά σή­με­ρα οι Φρε­ντο­κα­που­τσί­νοι, τάγ­μα ολό­κλη­ρο. Θα τους βρεις εκτός από τα κα­φέ στα στοι­χη­μα­τά­δι­κα, ακό­μη και στα μπου­γα­τσα­τζί­δι­κα για­τί κι αυ­τά βγά­ζουν κα­ρέ­κλες στο πε­ζο­δρό­μιο. Ψη­λά σκα­μνιά κι αυ­τοί σκαρ­φα­λω­μέ­νοι να ακου­μπά­νε επά­νω σε άβο­λα τρα­πέ­ζια φο­ρώ­ντας βερ­μού­δες και σα­γιο­νά­ρες έτοι­μες να εγκα­τα­λεί­ψουν τα τε­λευ­ταία δά­χτυ­λα. Δεν εί­ναι εκεί­νη η πα­λιά φτώ­χεια, που την ήξε­ρες, Γιώρ­γο, κά­τι άλ­λο χει­ρό­τε­ρο εί­ναι…
Μας φα­ντά­ζο­μαι να περ­πα­τά­με κα­τά μή­κος του με­γά­λου δρό­μου. Εί­χες γρά­ψει κά­πο­τε: Θεέ μου – στεί­λε μια βα­ριά αρ­ρώ­στια για τα αυ­το­κί­νη­τα Δεν έπια­σε κα­μιά σου κα­τά­ρα, ζουν και βα­σι­λεύ­ουν και κα­τα­κυ­ριεύ­ουν τη γη. Η Αγί­ου Δη­μη­τρί­ου εί­ναι ένας πο­τα­μός οχη­μά­των, όχι πια δι­πλής κα­τεύ­θυν­σης, μό­νο αυ­τό άλ­λα­ξε, ένας εί­ναι πια ο ρους που εκ­βάλ­λει με­τά το Καυ­ταν­τζό­γλειο. Τα δέ­ντρα, τα πε­ζο­δρό­μια, ακό­μη και ο με­γά­λος να­ός εί­ναι οι φτω­χοί συγ­γε­νείς των αυ­το­κι­νή­των. Περ­πα­τά­με τώ­ρα στις όχθες αυ­τού του μο­λυ­σμέ­νου πο­τα­μού που βουί­ζει σα να σχη­μα­τί­ζει κά­θε τό­σο κα­ταρ­ρά­χτες.
Θέ­λεις μή­πως να στρί­ψου­με κά­τω αρι­στε­ρά να βγού­με στην πλα­τεία Δι­κα­στη­ρί­ων; Να πε­ρά­σου­με κά­τω απ’ το σπί­τι σας στην Ιου­στι­νια­νού για να δού­με το μπαλ­κό­νι σας; Εκεί απ’ όπου έβλε­πες τα κα­ρα­βά­νια των Εβραί­ων της πό­λης μας να οδεύ­ουν με έναν μπό­γο στην πλά­τη κα­τά το Χιρς κι ύστε­ρα για τα κλει­στά βα­γό­νια του θα­νά­του.
«Τερ­μα­τι­κός σταθ­μός Κρα­κο­βία. Πα­ρα­κα­λεί­σθε πριν αφή­σε­τε την αμα­ξο­στοι­χία να βε­βαιω­θεί­τε πως δεν έχε­τε ξε­χά­σει τις προ­σω­πι­κές σας ενο­χές, αφού γεν­νη­θή­κα­τε σ’ αυ­τή τη φυ­λή κι όχι στην άλ­λη την ανώ­τε­ρη»... Επι­λο­γή πά­νω στην απο­βά­θρα, selection, ομί­χλη, άγρια λυ­κό­σκυ­λα κρα­τη­μέ­να με λου­ρί απ’ τους αν­θρω­πο­φύ­λα­κες κι ύστε­ρα σιω­πή.
Γιώρ­γο, να γυ­ρί­σου­με τώ­ρα την πλά­τη στον Βαρ­δά­ρη που αγά­πη­σες και να πά­με προς την Αγία Σο­φία; Εκεί που έτρω­γες στα κα­το­χι­κά συσ­σί­τια. Θα με ρω­τή­σεις, και με το δί­κιο σου, τι εί­ναι όλες αυ­τές οι λα­μα­ρί­νες πά­νω στην Εγνα­τία. Για το με­τρό εί­ναι, Γιώρ­γο, για ένα που­κά­μι­σο αδεια­νό… Μπο­ρείς να βγά­λεις και μια φω­το­γρα­φία, εστα­ντα­νέ. Δε χρειά­ζε­ται να βια­στείς και του χρό­νου που θα πε­ρά­σου­με εδώ θα τις βρεις, εί­ναι από την επο­χή της αχρη­στο­κρα­τί­ας, κά­ποιες απ’ αυ­τές θα κη­ρυ­χτούν δια­τη­ρη­τέ­ες. Να προ­χω­ρή­σου­με όμως…
Τι, δε θέ­λεις; Εντά­ξει Γιώρ­γο, να στα­μα­τή­σου­με. Κι εγώ να σου πω κου­ρά­στη­κα. Ξέ­ρω, μην απο­φεύ­γεις να με κοι­τά­ξεις, κα­τα­λα­βαί­νω… Πιο πο­λύ από την ίδια τη Σα­λο­νί­κη τις πλη­γές της αγα­πή­σα­με. Γι’ αυ­τό πο­τέ δεν αφή­σα­με να γί­νει μέ­σα μας η απο­κα­θή­λω­ση, δε φο­βό­μα­στε να βλέ­που­με το πλη­για­σμέ­νο σώ­μα.
Κα­λή αντά­μω­ση, Γιώρ­γο. Να μου φι­λή­σεις τους συγ­γρα­φείς μας που εί­ναι μα­ζί σου εκεί πά­νω. Να τους πεις πως αν κά­πο­τε η δη­μο­τι­κή αρ­χή δώ­σει τα ονό­μα­τά τους σε κά­ποιον δρό­μο, εγώ θα σου ξα­να­γρά­ψω. Μάλ­λον αυ­τό θα αρ­γή­σει και ίσως το πι­θα­νό­τε­ρο να μη σου γρά­ψω πο­τέ πια.

Ο γεί­το­νάς σου, Ισί­δω­ρος Ζουρ­γός.

ΠΗΓΗ: χάρτης, 41

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Ανοιχτή βεντάλια το ξαναδιάβασμα βιβλίων

«[...] το μελάνι είναι το μαύρο σπέρμα της νύχτας»· Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα.

«Δοκιμάστε να αυτοσχεδιάσετε και να μιλήσετε μια φανταστική γλώσσα έστω και για τριάντα δευτερόλεπτα χωρίς διακοπή!»· Μίλαν Κούντερα, Η γιορτή της ασημαντότητας.

«Αλλά να, ξαφνικά ο Θεός σαν μια γροθιά, σαν ένα κοφτερό δρεπάνι φως»· Αντονέν Αρτώ, Η μεγάλη μέρα και η μεγάλη νύχτα.


Απόκομμα από παλαιό καλό περιοδικό... των φοιτητικών χρόνων.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Παραμυθία το διάβασμα καλών λογοτεχνικών βιβλίων

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, βιβλίων καλά δουλεμένα, που εμβαθύνουν στο υπόβαθρο ιστορικών γεγονότων και ιδεών, όπως αυτά του Ισίδωρου Ζουργού, για τα οποία λίγο παρακάτω θα πω ολίγα τινά, βιβλία κατά την ταπεινή μου άποψη, που δεν εντάσσονται στην εμπορευματοποίηση της Λογοτεχνίας, φαινόμενο άλλωστε σύνηθες στις μέρες μας, βιβλία εν τέλει, που οδηγούν τον αναγνώστη σε ατραπούς αναζήτησης του νοήματος της ζωής - ως γνωστόν, απαιτεί πρωτίστως, αναγνώστες απαιτητικούς. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε αυτομάτως πέφτουμε στις «αισθητικές επιφάνειες», όπως έλεγε κι ο πολύς Ζήσιμος Λορεντζάτος.
Το διάβασμα καλών, λοιπόν, λογοτεχνικών βιβλίων γίνεται κάθε μέρα του χρόνου, κυρίως, όμως, γίνεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε που ψυχή και σώμα στοχάζεται και ζουν διαφορετικά από το χειμώνα, γέγνοιαστα. Ομολογώ πως έχω διαβάσει όλα τα μέχρι σήμερα βιβλία του συναδέλφου Δασκάλου Ισίδωρου Ζουργού: Στη σκιά της πεταλούδας, Η αηδονόπιτα, Φράουστ, Ανεμώλια, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο και, βέβαια, το τελευταίο του: Λίγες και μια νύχτες.
Εφέτος το καλοκαίρι, μπήκα ξανά στον πειρασμό να τα ξαναπιάσω στο χέρι μου, να τα ξεφυλλίσω, να ξαναδιαβάσω αποσπάσματά τους. Λένε πολλοί πως η δεύτερη ανάγνωση ενός βιβλίου δημιουργεί στον αναγνώστη περισσότερες αισθητικές αξίες, τον πραγματώνει περισσότερο υπαρξιακά και οντολογικά. Καθώς φαίνεται έχουν δίκιο. Διαπιστώνω πως, ο Ισίδωρος Ζουργός είναι σπάνιος συγγραφέας, είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς της γενιάς μου, ο οποίος σέβεται τον αναγνώστη. Αυτό τον τιμά ιδιαίτερα. Κι έχει δίκιο που, στο ερώτημα, αν ο συγγραφέας σήμερα κάνει παραχωρήσεις στην ποιότητα του έργου του χάριν της εμπορικότητας, απαντά: «Ο πραγματικός δημιουργός, ο καλλιτέχνης γενικότερα, δύσκολα το κάνει αυτό. Κι αν ακόμα εμφανιστεί ο πειρασμός και τελικά ενδώσει, έχει να χάσει περισσότερα από όσα να κερδίσει. Το σημαντικό για κάθε συγγραφέα είναι να κάνει πράξη τα οράματά του για τον κόσμο. Οι παραγγελίες στην τέχνη ήταν μοτίβο των προηγούμενων αιώνων και είχαν να κάνουν κυρίως με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Για οποιονδήποτε προσπαθεί σήμερα να συμμορφωθεί με επιταγές της αγοράς έχοντας ταυτόχρονα το όνειρο της τέχνης και όχι μια οποιαδήποτε αφήγηση, νομίζω ότι είναι προδιαγεγραμμένο να αποτύχει. Μπορεί να υπάρξει μια πρώτη ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού, αλλά αργά ή γρήγορα οι αναγνώστες διακρίνουν την ποιότητα και την αλήθεια των κειμένων»· http://www.protagon.gr/apopseis/blogs/syzitisi-me-ton-isidwro-zourgo-27230000000
Αξιολογότατος, λοιπόν, συγγραφέας ο Δάσκαλος και Λογοτέχνης Ισίδωρος Ζουργός. Με συγγραφικό ταλέντο, που δεν προσβάλλει τον αναγνώστη. Διαβάστε τον!