H ιστορία της Άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως και η σημασία της για την ελληνική εθνική όσο και για την Ευρωπαϊκή Iστορία αλλά, και ο «θρύλος» της Άλωσης είναι θέματα ευρύτερα γνωστά και μελετημένα. Παρά ταύτα η νέα αυτή επιστροφή στο γεγονός των κοσμοϊστορικών διαστάσεων -έτσι το βίωσαν οι σύγχρονοί του σε Δύση και σε Ανατολή! - δεν είναι περιττή. Όχι μόνον ως μνημόσυνο και θρήνος για το Βυζάντιο, που έσβησε στις 29 Μάϊου 1453, όσο και ως αφετηρία «κάθαρσης της μνήμης» μας για το τί έγινε, γιατί έγινε και τί παραλείφθηκε να γίνει. Άλλωστε μπροστά στο φάσμα της οικονομικής χρεοκοπίας της Ελλάδας, όπου όλοι οι Έλληνες είμαστε θύματα αλλά και όλοι θύτες(!), η αναφορά στα έσχατα του Βυζαντίου οφείλει να είναι ένας βαθύτερος προβληματισμός για το έθνος και για την κοινωνία και κυρίως το μέλλον της κοινωνίας των παιδιών μας, (σ. 509).
[…]
Δεν χρειάζεται λοιπόν να καταφύγουμε στον μύθο της Κερκόπορτας και της προδοσίας για να ερμηνεύσουμε το γεγονός της εκπόρθησης των τειχών. Όπως παρατηρεί ένας από τους σύγχρονους των γεγονότων ιστορικούς της αλώσεως, ο Κριτόβουλος, όλα τα άλλα όπλα που διέθεταν οι Οθωμανοί ήταν τελικά περιττά, «των μηχανών το παν κατεργασμένων» [Ξυγγραφῆς Ἱστοριῶν Πρώτη 31, 3], όλα τα έκαναν οι μηχανές, δηλαδή τα κανόνια. Ήταν η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία των πολέμων που έγινε τέτοιας έκτασης και με τόση καθοριστική επιτυχία χρήση της τεχνολογίας των πυροβόλων. Είχαν λοιπόν οι Οθωμανοί απόλυτη και καταλυτική υπεροπλία.
Αλλά και σε άλλα επίπεδα, πέραν του στρατιωτικού, η κατάσταση για τους Βυζαντινούς δεν ήταν καλύτερη. Καταρχήν υπήρχε εμφανής έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συνοχής, ακόμη και μέσα στην ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια. Τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ, τον Παλαιολόγο και Δραγάση, το δεύτερο επώνυμο το όφειλε στη σερβίδα μητέρα του, ανταγωνίζονταν οι δυο από τους αδελφούς του, ο Δημήτριος και ο Θωμάς, άνδρες φιλόδοξοι και πείσμονες, ο πρώτος ήταν ανθενωτικός και φιλικά διακείμενος προς τους Τούρκους και μετά την άλωση τέθηκε υπό την προστασία του Μωάμεθ του Πορθητού· ο δεύτερος, ο Θωμάς, ήταν φιλενωτικός και μετά την άλωση κατέληξε στη Ρώμη υπό την προστασία του πάπα Πίου Β΄. Οι δυο αδελφοί του βασιλέως είχαν λοιπόν αναλάβει από ένα μέρος της εξουσίας στο Δεσποτάτο του Μορέως, έριζαν όμως διαρκώς μεταξύ τους και ενδιαφέρονταν για τα προσωπικά τους συμφέροντα, ακόμη και σε βάρος της κεντρικής αυτοκρατορικής κυβέρνησης, έτοιμοι για συνεννοήσεις και συμμαχίες, ακόμη και με τον εχθρό. Είχαν μάλιστα παλαιότερα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να ανατρέψουν τον νόμιμο αυτοκράτορα και να καταλάβουν την εξουσία στην πρωτεύουσα με πραξικόπημα. Κανένας από τους δυο δεν προσπάθησε να εισέλθει στην πολιορκούμενη βασιλεύουσα, έστω με λίγους άνδρες της προσωπικής του φρουράς, για να υπερασπισθεί την Πόλη, όταν εκείνη αντιμετώπιζε τον έσχατο κίνδυνο, (σ. 512)
[…]
Αυτό είναι και το σημείο αφετηρίας διαχρονικά σε ώρα μνήμης. Βλέποντας τα πραγματικά γεγονότα με μάτια καθαρά, χωρίς φακούς που ωραιοποιούν το παρελθόν, δηλαδή μέσα από μια διαδικασία «κάθαρσης της μνήμης» μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα, όσο βέβαια διδάσκει η ιστορία, τόσο από τον ηρωισμό των μαρτύρων του γένους όσο και από την αδυναμία και ανικανότητα των πρωταγωνιστών του δράματος να αρθούν πάνω από τα προσωπικά τους συμφέροντα και πάνω από τα τεχνητά αδιέξοδα που έθετε η τραγική συγκυρία, στην οποία είχε περιπέσει το γένος, τα οποία πυροδοτούσαν οι διαφωνίες με τη δυναμική της μοιραίας (αυτό)καταστροφής, (518).
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣ. «Η Άλωση της Πόλης. Μια “έσωθεν” Άλωση;», στο: Academia
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ο αυτοκράτωρ των Ελληνορωμαίων εξέρχεται άτρομος εις την μάχην το 1453 Μαΐου 29».