Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Πώς δύο μεγάλοι Έλληνες έφεραν τον Όμηρο ξανά κοντά μας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

«Την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», αναγνωρίζει ο Πλάτων στην Πολιτεία του, παρότι γενικά δεν τρέφει και τα καλύτερα αισθήματα για την ποίηση. Στην αρχαιότητα η λέξη ποιητής, χωρίς ονομαστικό προσδιορισμό, δήλωνε έναν και μόνον: τον Όμηρο, από την πλούσια τράπεζα του οποίου δεν σιτίστηκαν μονάχα οι τραγικοί, όπως υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης, αλλά αναρίθμητοι ποιητές όλων των εποχών και πολλών γλωσσών. Μέχρι τις μέρες μας. Και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, τα ψίχουλα του Ομήρου, όποιος (ή όποιοι) κι αν ήταν, όπου κι αν γεννήθηκε, όποτε κι αν έζησε, θα παραμείνουν τράπεζα πλουσιοπάροχη.
Ο πατριάρχης της ποίησης, αυτός που, εν αντιθέσει με τον Ησίοδο, δεν μερίμνησε να ενσωματώσει αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έπη του, ακολουθώντας ως προς αυτό το ήθος των ανώνυμων ποιητών της προφορικής επικής παράδοσης, στην οποία και στηρίχτηκε, παραμένει ο μέγας διδάσκαλος. Η Δασκαλόπετρά του δεν βρίσκεται μόνο στη Χίο· είναι παντού. Οι 15.693 εξάμετροι στίχοι της Ιλιάδας και οι 12.109 της Οδύσσειας μεταφράζονται και ξαναμεταφράζονται, μελετώνται και ξαναμελετώνται, με νέα εργαλεία και οπτικές κάθε φορά, με νέες μεθόδους και νέα πορίσματα. Ένας πλούτος ανεξάντλητος, που, παρότι οριστικός και τελεσίδικος χιλιετίες τώρα, αφότου καταγράφτηκε, έχει τη μαγική ικανότητα να αυτοανανεώνεται.
Στη μακρά ιστορία των εγχειρημάτων που ανέλαβαν Έλληνες λογοτέχνες και φιλόλογοι να μεταφέρουν τα δύο ομηρικά έπη στη νεοελληνική γλώσσα, ξεχωριστή θέση έχει η από κοινού μεταφραστική αναμέτρηση με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη και του Ι.Θ. Κακριδή. Ένας βαθύνους φιλόλογος, δεινός ομηριστής, όπως πιστοποιούν τα ομηρόθεμα συγγράμματά του (Ομηρικές έρευνες, Ομηρικά θέματα, Το μήνυμα του Ομήρου κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα γνώστης και μελετητής της νεοελληνικής γραμματείας, ιδιαίτερα της δημοτικής, και ένας καταξιωμένος ποιητής και πεζογράφος, λάτρης της ανώνυμης λαϊκής ποίησης, που είχε ήδη δημοσιεύσει τη δική του Οδύσεια, το 1938, όπου ανιστορεί έμμετρα, με τερπνή φαντασία, σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, τα πάθη και τις αναζητήσεις του Οδυσσέα μετά τη μνηστηροφονία, συνασπίζονται για να μετακενώσουν στη νεοελληνική γλώσσα τα έπη του Ομήρου.
Μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;
Καζαντζάκης και Κακριδής βρέθηκαν πάρα πολύ κοντά από τα πρώτα χρόνια της βαριάς δεκαετίας του 1940, μετά δε το τέλος του πολέμου η σχέση τους απέκτησε και θεσμική υπόσταση. Ως μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων από τις κατοχικές δυνάμεις του Αξονα συνεπισκέφθηκαν πολλούς τόπους μαρτυρίου ανά την Ελλάδα, μοιράστηκαν τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες σκέψεις, συγχρωτίστηκαν επί μακρόν και συντονίστηκαν εις βάθος. Συμπορευόμενοι έως τον θάνατο του λογοτέχνη, το 1957, τήρησαν πιστά το μεταφραστικό τους πρόγραμμα και ακύρωσαν έμπρακτα το έωλο έτσι κι αλλιώς δίλημμα «μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;». Ο Κακριδής, που για τις ανάγκες των δοκιμίων του μετέφραζε και ο ίδιος, σποραδικά, αρχαιοελληνικά κείμενα, μετέφερε σε πεζό λόγο τους ομηρικούς στίχους, παραμένοντας εξαιρετικά κοντά στο πρωτότυπο, και ο Καζαντζάκης, εμπειρότατος τεχνίτης του ρυθμικού λόγου, συνάρμοζε σε στίχους την απόδοση του Κακριδή. Καζαντζάκης και Κακριδής επέλεξαν να ανα-μορφώσουν τα ομηρικά ποιήματα σε δεκαεπτασύλλαβο στίχο, με την προσδοκία ότι έτσι, με τη στιχουργική επέκταση κατά δύο συλλαβές, θα μειώνονταν όσο το δυνατόν περισσότερο οι απώλειες εικόνων ή αναφορών του πρωτοτύπου, που επέρχονται σχεδόν μοιραία όταν από τον πυκνότατο αρχαιοελληνικό λόγο μεταβαίνουμε στον αναλυτικό νεοελληνικό.
Θυμάται και ιστορεί ο Κακριδής, στο κείμενό του «Το χρονικό μιας συνεργασίας», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τεύχος 779 του Δεκεμβρίου του 1959, που ήταν αφιερωμένο στον Καζαντζάκη:
«Ο φοβερός χειμώνας του 1942. Γενάρης μήνας, αν θυμούμαι καλά. Πηγαίνοντας να ιδώ τον κ. [Γεώργιο] Παπανδρέου –τα βάσανα της Δίκης των Τόνων έχουν αρχίσει– βρίσκω τον Νίκο Καζαντζάκη στο γραφείο του πολιτικού. Είναι η δεύτερη φορά που τον βλέπω στη ζωή μου. Καθώς φεύγουμε έπειτα μαζί, στο κεφαλόσκαλο ακόμα, μου μιλεί για το σχέδιό του να μεταφράσει την Ιλιάδα του Ομήρου· πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είχε έρθει να ζητήσει και τη γνώμη του κ. Παπανδρέου. Με παρακαλεί να τον βοηθήσω δανείζοντάς του στην Αίγινα που μένει λίγα βιβλία σχετικά με την ομηρική γλώσσα, τον κόσμο του επικού και το ομηρικό ζήτημα.
Του στέλνω όσα έχω πρόχειρα στη βιβλιοθήκη μου· δεν περνούν πολλές μέρες και μου τα γυρίζει – αργότερα θα βεβαιώνομαι συχνά πόσο καλά τα μελέτησε. Μου γυρεύει και άλλα· η επαφή γίνεται όλο και πιο στενή, ώσπου στις 28 του Μάρτη παίρνω από την Αίγινα το ακόλουθο γράμμα:
“Αγαπητέ φίλε!
το τέλειο θα ’ταν να κάναμε μαζί τη μετάφραση της Ιλιάδας· έργο ζωής που ταιριάζει, είμαι βέβαιος, και στους δυο μας· μπορεί να βαστάξει χρόνια, κανένας δε μας βιάζει· αν δέχεστε. Σας παρακαλώ μου το γράφετε, για ν’ αρχίσω να ετοιμάζουμαι κι έτσι, όταν θ’ αρχίσει η συνεργασία, να μην ντροπιαστώ μπροστά Σας. Ο,τι γράφετε τόσο καλά αντηχάει μέσα μου, που θαρρώ η συνεργασία αυτή θα ’ναι άρτια.
Δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω στην Αθήνα και θα Σας δω· η ελπίδα να ’ρθετε εδώ σπίτι μου είναι, δυστυχώς, πολύ αβέβαιη. […] Σκεφτείτε κι αποφασίσετε· χρόνια λαχτάριζα μια μετάφραση της Ιλιάδας· μα δεν τολμούσα. Μαζί Σας, είμαι έτοιμος.
Δικός Σας
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ”».
Διστάζει στην αρχή ο Κακριδής, «όμως πάλι», γράφει, «πώς ν’ αρνηθείς έναν τέτοιο συνεργάτη για ένα τέτοιο έργο – ένα έργο μάλιστα που του έχεις αφιερώσει τις περισσότερες και καλύτερες δημιουργικές σου ώρες; Ο Θεός βοηθός! Η απόφαση παίρνεται, μια απόφαση που ύστερα από δώδεκα χρόνων δουλειά θα μου δώσει την τιμή να βάλω τ’ όνομά μου στον τίτλο της μεταφρασμένης Ιλιάδας δίπλα σ’ ένα από τα πιο τιμημένα φιλολογικά ονόματα της σύγχρονης Ελλάδας – και του κόσμου όλου».
Τον Ιούνιο του 1942 ο Κακριδής περνάει λίγες μέρες στην Αίγινα, στο σπίτι του Καζαντζάκη. «Χαρουπόμελο, ένα κομμάτι ψωμί και πού και πού κανένα ψάρι η τροφή μας. Ξυπνάμε στις έξι το πρωί και δουλεύουμε ώσπου να νυχτώσει, για να βάλουμε τα θεμέλια». «Την πρώτη γραφή», συνεχίζει ο Κακριδής, «θα τη δώσει ο Καζαντζάκης, έτσι έχουμε κανονίσει· εγώ δε θα κάνω άλλο από το να καταγράφω τις διαφωνίες μου. Αυτό θα πει –κάτι που δεν το υποψιαζόμουν στην αρχή– πως θα γεμίσω κάπου δύο χιλιάδες σελίδες σημειώματα, προτού μυηθώ σιγά σιγά στα μυστικά του θαυμαστού δεκαεπτασύλλαβου και αποτολμήσω κι εγώ να χύνω στίχους, χωρίς να μένω στην αρνητική κριτική μόνο. Για την ώρα όμως της δουλειάς το βάρος θα το σηκώσει ο Καζαντζάκης μόνος. Δουλεύει νύχτα μέρα, παρατώντας κάθε άλλη έγνοια. Από τα γράμματα που παίρνω παρακολουθώ το δρόμο του. Και μόνο που τον ακούω λαχανιάζω, όχι όμως κι ο Καζαντζάκης. Τον έχει πιάσει η ιερή μανία της δουλειάς».
Πρώτη γραφή, λοιπόν, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη. Έλεγχος πάνω στον έλεγχο. Και συζητήσεις πολλές και πολύωρες. Για το μέτρο, τον τόνο, την απόδοση των ονομάτων, την απόδοση του ενός ή του άλλου πολυσύλλαβου αρχαίου επιθέτου όχι περιφραστικά αλλά με κάποιο σύγχρονο πολυσύλλαβο, που είτε αντλείται από δημοτικά τραγούδια («σ’ ένα δημοτικό τραγούδι», γράφει ο Κακριδής, «θ’ ανακαλύψουμε την πιστή απόδοση του “λευκώλενος Ήρη”: “κρουσταλλοβραχιονάτε μου”») είτε είναι νεόπλαστο, καζαντζακικό, που ενίοτε ηχεί περισσότερο «ιδιωματικό» από τα καθαυτό ιδιωματικά, τα λαϊκά, γιατί πρόκειται για αυστηρώς προσωπική δημιουργία στη μανιέρα της δημοτικής ποίησης.
Το μεταφραστικό σκεπτικό των δύο συνεργατών προσδιορίζεται με σαφήνεια στον πρόλογό τους στη μετάφραση της Ιλιάδας (1955), όπου έθιγαν το πρόβλημα του γλωσσικού εκσυγχρονισμού, σταθμίζοντας με αγαπητική αυστηρότητα τις προηγούμενες μεταφραστικές δοκιμές και υποδεικνύοντας τα όριά τους:
«Το ελληνικό κοινό, αυτό που δεν μπορεί να χαρεί την Ιλιάδα στο πρωτότυπο, την έχει γνωρίσει από τη μετάφραση του Αλέξαντρου Πάλλη – η μετάφραση του Πολυλά, με πολλή ευγένεια στο λόγο, μα ψυχρή και αλύγιστη, έχει πολύ πιο λίγο βοηθήσει τους Έλληνες να γνωρίσουν τον Όμηρο. Του Πάλλη η Ιλιάδα εκδόθηκε στα 1904, και στάθηκε ένα από τα πιο σημαντικά έργα της εποχής· και σήμερα ακόμα κρατάει όλη της την αξία. Από τότε όμως πέρασε μισός αιώνας· στο διάστημα αυτό η γνώση της ομηρικής ζωής και γλώσσας πλήθυνε, και η νεοελληνική γλώσσα δουλεύτηκε πιο πολύ και μελετήθηκε καλύτερα. Ήταν λοιπόν καιρός να δοκιμαστεί άλλη μια φορά η δύναμη και η ομορφιά της πάνω στο ακατάλυτο κλασικό κείμενο».
«Στον αγώνα που καταπιάστηκαν ο Καζαντζάκης και ο Κακριδής κατέβηκαν πάνοπλοι», γράφει στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας ο Θρασύβουλος Σταύρου, εξαιρετικός ενδογλωσσικός μεταφραστής ο ίδιος. «Η ποιητική απόδοση που έκαμαν είναι θεμελιωμένη σε σοβαρή, σε βαθιά μελέτη του ομηρικού λόγου και του ομηρικού κόσμου. Σε κάθε φράση το αισθάνεσαι, το βλέπεις, πως οι νέοι μεταφραστές κινούνται μέσα στον ομηρικό χώρο με άνεση και σιγουριά. Και η δική τους σιγουριά περνά και στην ψυχή του αναγνώστη, που έχει την ευχαρίστηση να αισθάνεται πως αυτό που διαβάζει είναι αλήθεια Όμηρος. Από τη στενή γνωριμιά των μεταφραστών με το κείμενο και από την εξοικείωσή τους μ’ αυτό πηγάζει χωρίς άλλο, πρώτ’ απ’ όλα, το σταθερό βάδισμα του δικού τους λόγου και η καθαρότητα της έκφρασής τους. Όλα εδώ είναι φωτεινά και ξάστερα, πραγματικά ομηρικά».
Πρωτότυπη και πρωτοφανής –εκτός από αγαστή– η συνεργασία των δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων του νεοελληνικού πνευματικού βίου, που με το ποικίλο έργο τους σφράγισαν τα γράμματά μας, υπήρξε φιλολογικά τολμηρή και καινοτόμα, πνευματικά ερεθιστική και εντέλει εξαιρετικά αποτελεσματική: ένας σταθμός, από τον οποίο όφειλαν να περάσουν υποχρεωτικά όλοι οι μεταφραστές που ακολούθησαν, όποια μεταφραστική φόρμα ή τεχνοτροπία κι αν επέλεγαν, ακόμα κι αν σκόπευαν να ακολουθήσουν διαφορετική κατεύθυνση από την κατεύθυνση του διδύμου.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Πάνος Λαζαράτος: «Βρες 5 λεπτά την ημέρα και μην κάνεις τίποτα»


«Πολύ συχνά το κράτος είναι εχθρός του πολίτη. Σπάνια είναι πραγματικός φίλος του». Ο Πάνος Λαζαράτος έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του απέναντι από το κράτος, όπως λέει, προσπαθώντας να βοηθήσει «τον πολίτη να αντέξει τον παραλογισμό». Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ και δικηγόρος με περισσότερες από χίλιες δίκες τον χρόνο, έχει βρεθεί στο επίκεντρο μερικών από τις πιο ηχηρές δικαστικές μάχες των τελευταίων ετών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών καναλιών το 2017, μια υπόθεση που χαρακτηρίζει «μεγάλη» και «αρκετά σκοτεινή». Όπως περιγράφει, η μάχη δεν δόθηκε μόνο στις δικαστικές αίθουσες. «Μπόρεσα και πήρα το υλικό από τις κάμερες» και η δημοσιοποίησή του, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε στην ακύρωση του διαγωνισμού από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Μάλιστα, η πεποίθησή του είναι ξεκάθαρη: «Δεν ήταν πραγματικός διαγωνισμός. Ήταν διαγωνισμός για τα μάτια του κόσμου».
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση ανοίγει σε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι πολίτες παύουν να εμπιστεύονται τους θεσμούς; Ο Π. Λαζαράτος μιλά για «αυξημένη κρίση» του Κράτους Δικαίου, μια κρίση «πολυεπίπεδη» που μπορεί να έρχεται «από την τεχνητή νοημοσύνη και το Facebook μέχρι τα πεζοδρόμια και την κακή λειτουργία των θεσμών».
Όταν τον ρωτάμε τι θα άλλαζε στο ελληνικό κράτος, αν είχε ένα μαγικό ραβδί, η απάντησή του είναι άμεση: «Θα ήθελα την απόλυτα ανεξάρτητη Δικαιοσύνη».
Η κουβέντα φτάνει στην Τεχνητή Νοημοσύνη, οπότε η προειδοποίησή του γίνεται ακόμα πιο προσωπική: «Τους εαυτούς μας έχουμε να φοβόμαστε». Μιλά για την εξουσία, τις δικαστικές διαμάχες, την αδιαφορία των πολιτών και τον «φόβο μη μπλέξεις», αλλά και για την καλλιτεχνική του πλευρά, το θέατρο και το τραγούδι. Και κάπου εκεί η συζήτηση μετακινείται από τις αίθουσες των δικαστηρίων σε κάτι πολύ πιο εσωτερικό: την αυτογνωσία. «Βρες πέντε λεπτά μέσα στην ημέρα, πήγαινε σε ένα δωμάτιο και μην κάνεις τίποτα. Τίποτα συνειδητά. Κοίτα το κενό».

ΠΗΓΗ: Podcasts

Ο άγιος Φραγκίσκος, οδηγός της ανθρωπότητας

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Φέτος σε όλο τον δυτικό κόσμο εορτάζονται, με πλήθος εκδηλώσεις, θρησκευτικές ή ακαδημαϊκές, τα 800 χρόνια από την κοίμηση του αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης, τη νύχτα της 3ης προς την 4η Οκτωβρίου 1226. Στην Ελλάδα δεν το έχουμε μάλλον πάρει είδηση, και ας τον μυθιστόρησε ο διασημότερος πεζογράφος μας (Ο Φτωχούλης του Θεού). Πολλές είναι και οι εκδόσεις ή επανεκδόσεις σχετικών βιβλίων που έγιναν με αυτήν την επετειακή αφορμή, άλλων αυστηρά επιστημονικών και άλλων στην κατηγορία των ψυχωφελών. Από τα πρώτα ξεχωρίζω το βιβλίο του Sylvain Piron, François et ses frères. Biographie collective de François d’ Assise (Éditions la Tempête, 2026), το οποίο συνιστώ ασμένως σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Ο άγιος Φραγκίσκος (1181 ή 1182-1226) είναι ο άγιος της Καθολικής Εκκλησίας με την οικουμενικότερη αποδοχή, τον αναγνωρίζουν και τον τιμούν χριστιανοί όλων των ομολογιών, πιστοί άλλων θρησκειών και άθεοι, ένας οδηγός της ανθρωπότητας, όπως τον αποκαλεί ο σπουδαίος ιστορικός Ζακ Λε Γκοφ στη βιογραφία του (Jacques le Goff, Saint François d’ Assise, folio, σ. 117). Ο Νίτσε θεωρούσε ότι ήταν ο μόνος αληθινός μαθητής του Χριστού. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν ήταν μεγάλος θεολόγος, συγγραφέας ή οτιδήποτε άλλο, με μια μικρή συντροφιά δίπλα του, άλλαξε τον ρου της ιστορίας στη Δύση. Η δύναμή του βρισκόταν στο ότι πήρε πολύ σοβαρά το Ευαγγέλιο και αποφάσισε να το τηρήσει. Ακολούθησε πιστά τον Χριστό, έζησε χριστικά, εξού και του δωρίστηκαν τα στίγματα του Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου 1224, ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, κάτι που μέχρι το τέλος της ζωής του προσπάθησε με διάφορους τρόπους να κρατήσει κρυφό.
Η μεταστροφή του αγίου Φραγκίσκου δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά κρατάει καιρό, είναι ουσιαστικά μια πορεία, με διάφορα επεισόδια (βλ. Jacques le Goff, François d’ Assise, ό.π., σ. 60). Αποφασιστικό πάντως γεγονός αυτής της πορείας μεταστροφής είναι, όπως εξηγεί ο ίδιος ο άγιος στις πρώτες αράδες της βαρυσήμαντης Διαθήκης του, η συνάντησή του με τους λεπρούς. Ο ασπασμός του λεπρού μια μέρα του 1205 θα μεταμορφώσει οριστικά τη ζωή του και συνακόλουθα τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων άλλων ανθρώπων.
Το κέντρο της ζωής και της διδασκαλίας του αγίου Φραγκίσκου ήταν η αποστέρηση του εαυτού από κάθε αγαθό, η απογύμνωση, και με την κυριολεκτική ακόμη σημασία της λέξης, η απόλυτη πτωχεία. Ο Φραγκίσκος και η παρέα του θεώρησαν ότι οι εντολές του Ευαγγελίου απευθύνονται σε αυτούς τους ίδιους προσωπικά και θέλησαν να τις εφαρμόσουν κατά γράμμα: μηδέν αίρετε εις την οδόν, μήτε ράβδους μήτε πήραν μήτε άρτον μήτε αργύριον μήτε ανά δύο χιτώνας έχειν (Λκ 9:3). Έτσι ακριβώς έζησαν και πορεύτηκαν μέσα στον κόσμο, μονοχίτωνες και ανυπόδητοι επαίτες. Το κρίσιμο σημείο σε αυτή την πρόταση βιοτής είναι το αργύριον, τα λεφτά. Ο άγιος Φραγκίσκος στον Κανόνα του 1221, αυτόν που δεν έλαβε την παπική βούλα (Regula non bullata), στο όγδοο άρθρο («Quod fratres non recipiant pecuniam»), όρισε να μη δέχονται χρήματα για κανέναν λόγο, ούτε για να αγοράσουν ρούχα ούτε για να αγοράσουν βιβλία ούτε ως αμοιβή για την εργασία τους, με μόνη εξαίρεση αν πρόκειται να καλύψουν με αυτά τις ανάγκες άρρωστου αδελφού. Προτρέπει τους συνοδοιπόρους του να μην αποδίδουν στα χρήματα μεγαλύτερη αξία και χρησιμότητα από ό,τι στα χαλίκια, και συμπληρώνει πως όποιος δεν το πιστεύει αυτό σημαίνει ότι τον έχει τυφλώσει ο διάβολος. Αν κάποιος αδελφός παραβιάσει την εντολή και δεχτεί χρήματα, που δεν είναι για τις ανάγκες ασθενών, αυτός είναι ψευδάδελφος, κλέφτης και ληστής, Ιούδας. Η άρνηση των χρημάτων είναι απόλυτη. Οι fratres minores δεν πρέπει να πιάνουν χρήματα στα χέρια τους, αυτό θα αποτελεί το θεμελιακό διακριτικό γνώρισμά τους. Ποια η σημασία αυτής απόλυτης άρνησης και καταδίκης των χρημάτων; Είναι άραγε μόνο η ακριβής τήρηση του Ευαγγελίου και η προσήλωση στην παραδοσιακή ακτημοσύνη των μοναχών; Ασφαλώς ναι, αλλά είναι και κάτι καινούργιο, συνδεδεμένο με την εποχή. Βρισκόμαστε στον 13ο αιώνα, όταν αρχίζει να αναπτύσσεται η χρηματική οικονομία, που επιτρέπει τη μεγάλη συσσώρευση αγαθών, πολλαπλάσιων από τις πραγματικές ανάγκες αυτών που τα σωρεύουν. Σε αυτήν ακριβώς τη νέα οικονομική πραγματικότητα αποτελεί αντίδραση η απόλυτη άρνηση του χρήματος από τον άγιο Φραγκίσκο. Από την ιστορία του φραγκισκανισμού γνωρίζουμε πως οι μαθητές, μετά τον θάνατο του αγίου, διχάστηκαν πάνω στο ζήτημα αυτό ακριβώς. Το χρήμα πάντα διχάζει.
Υπάρχει ωστόσο στη διδασκαλία του και κάτι που δεν διχάζει, αλλά συναντάει τη γενική αποδοχή, η αγάπη του αγίου Φραγκίσκου για τον κόσμο και τα πλάσματά του, όπως την έζησε στη ζωή του -οι βιογράφοι του έχουν διασώσει πολλά σχετικά περιστατικά- και την εξέφρασε συγκλονιστικά στο Άσμα στον αδερφό Ήλιο, δοξολογική προσευχή αγάπης για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τον άνεμο, τα σύννεφα, τον νερό, τη φωτιά, τη γη και τους καρπούς της. Αυτό το ποίημα γραμμένο στα ιταλικά της Ούμπριας (και όχι στα λατινικά), που ο Ερνέστος Ρενάν το θεωρούσε το ωραιότερο θρησκευτικό δημιούργημα μετά τα Ευαγγέλια, ο Φραγκίσκος το έγραψε την άνοιξη του 1225, σε μια καλύβα, άρρωστος και εξαντλημένος. Οι δύο τελευταίες στροφές γράφτηκαν αργότερα, η τελευταία μάλιστα, όπου δοξάζει τον Θεό για τον αδελφό μας τον Θάνατο, γράφτηκε λίγο πριν πεθάνει και ο ίδιος. Η προσευχή αυτή αποτελεί έκφραση χαράς για το γεγονός πως υπάρχουν γύρω μας τα πλάσματα του Θεού, όλα ανεξαιρέτως, ήμερα και άγρια. Ο χριστιανισμός του Φραγκίσκου είναι απολύτως ένας χριστιανισμός αγάπης και χαράς, που για να μπορέσει ωστόσο να υπάρξει πραγματικά προϋποθέτει την ελευθερία της πτωχείας. Το Άσμα στον αδερφό Ήλιο συνδέεται άρρηκτα με την καταδίκη του χρήματος!
Για όποιον θα ενδιαφερόταν ενδεχομένως να εισέλθει λίγο στο πνεύμα του αγίου Φραγκίσκου, θα πρότεινα ως πρώτο βήμα να αναζητήσει και να δει την αριστουργηματική ταινία του Ρομπέρτο Ροσελλίνι, με τη συνεργασία του Φελλίνι στο σενάριο, Francesco, giullare di Dio (1950).

ΠΗΓΕΣ:

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Χασάπη γράμματα! – Η σφαλιάρα του PISA

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ


«Τα δεδομένα που παρουσίασε το περιοδικό Economist για την πτώση των επιδόσεων των μαθητών είναι συγκλονιστικά. Κάτι πάει πολύ στραβά στην ανατροφή των παιδιών και στα σχολεία σε όλη την Ευρώπη. Οι οθόνες προφανώς παίζουν ρόλο, αλλά ειδικά η πτώση της Ελλάδας είναι δραματική…», Καθηγητής Παύλος Ελευθεριάδης.

Αυτό είναι το μέγιστο ζήτημα της χώρας, μεγαλύτερο και από το δημογραφικό: Το δράμα της παιδείας μας. Το ότι πατώνουμε σε όλα τα διεθνή τεστ γνώσεων και εκπαιδευτικών θεσμών. Η προϊούσα εξηλιθίωση των νεότερων γενεών εξ αιτίας του αβδηριτισμού και της ακηδίας των μεγαλύτερων. Εξαιτίας κυρίως της μετριοκρατίας, της θεοποίησης της ήσσονος προσπάθειας και της έλλειψης κριτικής σκέψης. Της εμπράγματης υποβάθμισης της γνώσης υπέρ του πλούτου και του χρήματος (o πρωθυπουργός θα έλεγε “εμπράματης”, από την λέξη “πραμάτεια”).
Σήμερα η ελληνική κοινωνία υπολογίζει μόνο τους προγλωσσικούς φραγκάτους με τους απαίδευτους μπράβους. Από την άλλη, αδιάφοροι, παθητικοί γονείς, ακατάΟι δάσκαλοι είναι υποβαθμισμένοι και ταπεινωμένοι. λληλοι, ανεκπαίδευτοι, κατά τύχη δάσκαλοι και ένα άθλιο, πολιτικό σύστημα που δαπανά τα λιγότερα για την παιδεία, ενώ εργαλειοποεί την εκπαίδευση, εξορίζοντας τις τέχνες από τα σχολεία. Δηλαδή εξορίζει την αυτενέργεια και την έκφραση. Την πιο αυθόρμητη και άμεση δημιουργικότητα.
Η παιδεία στα άδεια αμφιθέατρα
Επίσης, όπως έχω πει πολλές φορές, τα ΑΕΙ έχουν φτιαχτεί για τους καθηγητές κι όχι για τους φοιτητές. Δεκάδες είναι τα αντιπαραγωγικά τμήματα που έχουν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις, με εκατοντάδες τους διδάσκοντες που δεν έχουν ουσιαστικό αντικείμενο και φοιτητές. Οι οποίοι φοιτητές απεργούν σεμνοπρεπώς… Που θα πει ότι η συντριπτική πλειονότητα ΔΕΝ πάει στα μαθήματα. Και ξέρετε γιατί; Διότι δεν έχει κανένα κίνητρο και κανένα λόγο να πάει. Γιατί έχουμε ως κοινωνία αποτύχει. Και γιατί οι νέοι ξέρουν καλά ότι δεν έχουν μέλλον σ’ αυτό τον τόπο της οικογενειοκρατίας, των κομματικών φέουδων και των φαλκιδευμένων θεσμών.
Δηλαδή, καταγγέλλω ότι το 90% των μαθημάτων γίνεται σε σχεδόν άδεια (!) αμφιθέατρα ή αίθουσες. Με ελάχιστους ή μηδενικούς ακροατές. Αλλά ποιός διδάσκων θα αποδεχθεί την αποτυχία του; Αφού όλο το σύστημα δουλεύει για την συγκάλυψη των μετριοτήτων; Από την άλλη, μοιράζονται “ταχυδρομικά” χιλιάδες χιλιάδων πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε το κέντρο της γνώσης διεθνώς!
Όμως, όλα αυτά τα “χαρτιά” δεν αφήνουν κανένα ουσιαστικό αποτύπωμα στην έρευνα, ούτε και συνδέονται με την αγορά εργασίας. Αν δεν με πιστεύετε, πείτε μου ποιά είναι σήμερα η ρηξικέλευθη, ελληνική παρουσία παγκόσμια: Στην ιατρική, στην κοινωνιολογία, στα μαθηματικά, στη χημεία, στην φυσική, στη φιλολογία και την αρχαία γραμματεία (!), στα ηλεκτρονικά;
Τελευταίοι οι Έλληνες στην Ευρώπη
Διαβάζουμε: «Οι Έλληνες μαθητές βγήκαν τελευταίοι στο διαγωνισμό “PISA” ανάμεσα σε 91 χώρες, ενώ τέσσερις μαθητές στους δέκα, δεν κατανοούν τι διαβάζουν. Δεν αντιλαμβάνονται ελληνικά». Είναι και ο καρκίνος του φροντιστηρίου που έχει διαλύσει τη λυκειακή εκπαίδευση και που, εδώ και μισόν αιώνα, κυριαρχεί όντας ουσιαστικά ένα ιδιωτικό σχολείο μέσα στο σχολείο. Εξ απαλών ονύχων… Για τα ιδιωτικά ΑΕΙ και τον κομπραδόρικο τρόπο που έχουν στηθεί εν Ελλάδι, μιλήσαμε κι άλλη φορά.
Όθεν τα αποτελέσματα θα είναι όλο και πιο αρνητικά. Προσέξτε τους υπουργούς Παιδείας των κυβερνήσεων Μητσοτάκη: Κεραμέως, Πιερρακάκης… την τελευταία την ξεχνάω. Υπηρέτησε πάντως η ίδια στη ιδιωτική εκπαίδευση ως καθηγήτρια αγγλικών. Έχει, ό,τι κι αν πεις, εμπειρία.

ΠΗΓΗ: SLpress

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

«Μηδέν άγαν» - «Παν μέτρον άριστον»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου δεν είναι ευχάριστη είδηση. Όμως, αυτό που επί πολλές ημέρες γίνεται με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ξεπερνά τα όρια της παράνοιας και της παράκρουσης· δείχνει πως μία δημόσια και δημοφιλής προσωπικότητα, σε αντίθεση με μια άγνωστη, μετατρέπει τον ελληνικό λαό σε έρμαιο των ΜΜΕ.
Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: ο αδόκητος θάνατος των δύο σμηναγών της πολεμικής αεροπορίας στο δυστύχημα της Τανάγρας και ο θάνατος του Μαζωνάκη γέρνουν την πλάστιγγα της τηλεθέασης υπέρ του δεύτερου και θέτουν το εξής βασανιστικό ερώτημα: δύο ρόλοι, δύο υποδείγματα ανθρώπων του καιρού μας: ποιο υπερισχύει;
Η υπερβολή, πάντοτε, ήταν ένα από τα πιο έντονα και διαχρονικά χαρακτηριστικά της ψυχοσύνθεσης του ελληνικού λαού. Μαζί με το πάθος γέννησαν τα ρητά με διαχρονικό νόημα: «μηδέν άγαν» (ένα από τα αρχαία δελφικά παραγγέλματα) και «παν μέτρον άριστον» (Κλεόβουλος Λίνδιος)· ρητά για την αναζήτηση του μέτρου, όχι σαν αυτό να είναι μια αυτονόητη κατάσταση, αλλά μια διαρκής και συνειδητή προσπάθεια να τιθασευτεί η παρορμητική φύση του ανθρώπου.
Στα τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός μας, η ελληνική τηλεόραση παίζει το παιχνίδι των πολιτικών μας για αποπροσανατολισμό του από αυτά. Κρατικά και ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, στα πρωινάδικα, τα μεσημεριανάδικα και σε νυχτερινά σόου χαμηλότατου πνευματικού επιπέδου, με τον θάνατο του Μαζωνάκη, για ακόμη μία φορά έγιναν πολλαπλασιαστές της τάσης του Έλληνα πολίτη για υπερβολή.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: educartoon.gr

Σαν να 'ρχεσαι από το μέλλον...

 

ΠΗΓΗ: Bill Evans

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Το σχολείο... σύστημα

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Την πρώτη μέρα στο σχολείο, ο τηλεοπτικός φακός πέφτει πάνω σε μαθητές τάξεων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στην ερώτηση της δημοσιογράφου σε μικρούς μαθητές αν τους αρέσει το σχολείο, η απάντηση είναι αποστομωτική: ΟΧΙ. Ενώ στους μαθητές Λυκείου, ιδιαίτερα της τελευταίας τάξης, για το πως θα προετοιμαστούν για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, κι εδώ η απάντηση είναι αποστομωτική: ΑΓΧΟΣ και ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ. Αναρωτιέμαι αν ποτέ αυτές οι απαντήσεις έχουν απασχολήσει εκπαιδευτικούς και γονείς. Κι εδώ τίθενται καίρια ερωτήματα: Ποια βοήθεια προσφέρει το σχολείο στους μαθητές για να βρουν νόημα και σκοπό στη ζωή τους; Κι εδώ η απάντηση είναι: καμιά. Οι σκοποί που μπαίνουν στα εισαγωγικά κεφάλαια των διδακτικών βιβλίων αγνοούνται συστηματικά στην πράξη από τους εκπαιδευτικούς. Μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η δομή του σχολείου αντιστρατεύεται κάθε ανώτερο σκοπό, τα δε διδακτικά βιβλία, παρά τις πολλές αλλαγές που τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σε αυτά, δεν διδάσκονται έχοντας ως βάση ανώτερους σκοπούς. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα παρακάμπτει ή αγνοεί τα απλά, αλλά σημαντικά ερωτήματα των μαθητών: Γιατί ζω; Τι σημαίνει να είσαι, να γίνεσαι άνθρωπος; Γιατί μορφώνομαι; Σε αυτά τα ερωτήματα, δυστυχώς, οι μαθητές μας αφήνονται αβοήθητοι.


Περικλής Λύτρας, Το κοριτσάκι στην αυλή. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: paletaart – Χρώμα & Φώς