Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.
Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.
Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική Μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.
Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:
Ψάχνω να βρω σημάδιαΕίχα θαρρώ φυλάξειΚάτι απομεινάριαΚάτι ωραία φτερά.
Η μουσικότητα, με κυκλική επιστροφή της τονικής, το υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και μετατροπής κοινών λέξεων σε σύμβολα, η απόσταξη των ιστορικών γεγονότων, όλα έχουν ως κέντρο τον άνθρωπο. Χωρίς τον άνθρωπο, το παν μεταβάλλεται σε κοσμικό χάος. Στο βόρειο κλίμα που προσχωρεί συνειδητά ο ποιητής, μοιάζει ν’ απεκδύεται το ιωνικό φως της καταγωγής του. Ο γαλλικός συμβολισμός, η εσωστρέφεια, ο εσωτερικός μονόλογος, η υπαρξιστική αντίληψη ζωής όχι μόνο ως φιλοσοφείν αλλά και ως μέθοδος και ως γλώσσα φωτισμού του εσωτερικού του κόσμου, δείχνουν πως έχει πλέον στραφεί αλλού. Όμως μέσα από τις εικόνες ενός ρημαγμένου, άδειου και πλήρως παραδομένου στη φθορά κόσμου, όπου περιφέρονται οι σκιές του παρελθόντος κι όπου υπάρχουν ατελή πολλά από τα θέματα των ώριμων συλλογών του, ο ποιητής διατηρεί πάντα τη συνείδηση της προσωπικής του ύπαρξης, όσο και αν αυτή γίνεται ασαφής ή έρμαιο της τύχης. Απευθυνόμενος εις εαυτόν, στο όριο αυτοσυμβουλής και απόφασης, αναγγέλλει «να μην πάψω ποτέ να είμαι», ενώ την ίδια στιγμή παρατηρεί: «Κι όμως δεν είμαι παρά ένας άλλος/ Που σκύβει μέσα στα μάτια μου/ Μ’ ένα βλέμμα που τρυπάει» (Κυμοθόη V). Βιώνει τον ζόφο αλλά δεν παύει να ελπίζει: «Ένα κομμάτι ουρανός ένα πουλί στο παράθυρο/ Σε γνωρίζω τρυφερό χαμόγελο του Θεού μου/ Εξαίσιο μήνυμα από φως καινούργια μέρα» (Άνοιξη).
Η πνευματική ενάργεια, η εσωτερικότητα, η διαρκής επώδυνη αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας, που συναντούμε και στη δεύτερη συλλογή του το 1947 (Άνθρωποι και Πουλιά), παρ’ όλες τις ψυχολογικές ή αισθητικές μετατοπίσεις, θα είναι αταλάντευτης συνέπειας. Εξ αρχής ο Θέμελης, όταν άλλοι παραδίδονται στην αυταπάτη (λυρική, ερωτική ή πολιτική), βρίσκεται σε αναζήτηση του εσχάτου νοήματος. Εγχείρημα αγωνιώδες που συνάπτει τη μεταφυσική του με τον πόνο της ύπαρξης και τείνει σε επίμονη και περιαλγή ερμηνεία του προσώπου («Αναζητώ έναν ήλιο/ Ένα σβησμένο πρόσωπο/ Μέσα σ’ όλες τις νύχτες» – Πώς μπορείς), πριν κατασκηνώσει οριστικά στον χώρο του Μυστικού, με την «Ύπαρξη βλέφαρο ανοιχτό επάνω στα πράγματα» (Άγαλμα).
Από συλλογή σε συλλογή, η ποίηση του Θέμελη θα εξυψώνεται με τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς να παραμερίζει το λυρικό αίσθημα. Κι αν στις δύο πρώτες συλλογές δεσπόζει η ατομική ψυχή, η στροφή στις δύο επόμενες (1948: Ο γυρισμός, 1949: Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες) σε έναν συλλογικό χώρο, όχι για να υμνηθεί η «χιλιοτραγουδισμένη δόξα» αλλά για να γίνει σαφές πως υπάρχει ακόμη και στη θλίψη και στον θάνατο ένα άλλο φως, δίνει μιαν έξοχη απεικόνιση του άλλου ελληνικού τρόπου που κοντέψαμε να ξεχάσουμε παρασυρμένοι από τη δοξολογία του κτιστού φωτός:
Αγναντεύοντας τ᾽ αδύναμα περιστέρια που δεν μπορούν να σηκωθούν πολύ ψηλάΚι αφήνουν άσπρους παραδαρμούς πάνω στους κίονεςΣτα χιόνια των Καρυάτιδων που κρύβουν ωραίους αιώνεςΣτους θείους λαιμούς οπού κρατούνε κάνιστρα αετώνΠου ψάλλουν την εντέλεια κ᾽ υμνούν το φως μες σε γαλήνια τόξαΔροσίζοντας πότε πότε το στήθος τους μες στους αφρούς του ΑιγαίουΓια να πάρουν κουράγιο και να σηκώνουν τη διαύγειαΚαι τα στιλπνά κοιμητήρια που κρύβουν ζωντανές αγάπες κι άφθαρτους έρωτεςΠεθαμένους μα αθάνατους, θαμμένους μα ξυπνητούς σ’ όλα τα φώτα(Έβδομη Ραψωδία)
Αισθάνομαι την ανάγκη να σταθώ περισσότερο εδώ στην Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες, ίσως γιατί συντρίβει μιαν ορισμένη παρανόηση κριτικών (από τον Καραντώνη ως τον Κορδάτο κι από τον Βαρίκα ως τον Αργυρίου) που ταύτισαν τον Θέμελη με την αγωνία της ατομικής ψυχής κι έφτασαν να γράψουν πως στεκόταν μακριά από τη συλλογική αγωνία. Ο Γ. Θέμελης μιλώντας σ’ αυτή τη συλλογή για τον Καραϊσκάκη, τον Διάκο, τον Κάλβο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, σε μια εξαίσια εναλλαγή οραματισμού και λυρικής ορμής, όπου ανασταίνονται μορφές περήφανες μέσα στον ίδιο τους τον θάνατο, μορφές οικείες και αναγκαίες για την αναπνοή της μαχόμενης Ελλάδας καταμεσής της δεκαετίας του αίματος, ζητά τον γυρισμό στην ακεραιότητα του ανθρώπου και στις σολωμικές ρίζες του Γένους. Στρεφόμενος στον Ύμνο εις την ελευθερίαν του Σολωμού υποστηρίζει την ανανέωση του νεοελληνικού μύθου. Διότι ξέρει πως ό,τι λείπει στην εποχή μας είναι ο μύθος, το ηθικό μεγαλείο. Συγχρόνως, με το έξοχο Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου, που τον βλέπει να έρχεται πικρός κι αλύγιστος ένα «φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν/ Μέσ’ του χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια», αφομοιώνει μοναδικά το αισθητικό και ηθικό ιδανικό του μεγάλου Ζακύνθιου, το Υψηλό και την Αρετή. Αν ο Καρυωτάκης διαλέγεται μορφικά με τον Κάλβο στο γνωστό «Εις Ανδρέαν Κάλβον», ο Θέμελης ενσωματώνει σε ελεύθερο στίχο λέξεις, φράσεις και μετρικά σχήματα δημιουργώντας με λυρική τόλμη ανάλογη της καλβικής θερμοκρασία ηρωικής ατμόσφαιρας.
Έχοντας σε όλη του τη ζωή γευτεί την κλασική παιδεία, ο Θέμελης βρήκε τον τρόπο αντίστασης με αναγωγή στους ήρωες- σύμβολα των εθνικών μας αγώνων, παρακάμπτοντας κάθε βιογραφική χρήση. Η Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες είναι μια ομολογία πίστης στο Πρόσωπο που θα καταστεί πλέον κεντρική έννοια στην ποίησή του. Στον Γυρισμό είχε ζητήσει από τους πεθαμένους προγόνους «να μας γεννήσουν άλλη μια φορά αληθινούς». Εδώ θαρρείς και θέλει να εξηγήσει πώς εννοεί αυτό το «αληθινούς», παρουσιάζοντάς μας τα πρότυπα. Πρόσωπα ιδεατά που βρήκαν την οριστική μορφή τους στην ένταση του Αγώνα, πρόσωπα αρράγιστα, που επισφραγίζουν τη συνέπειά τους με τη θυσία και δίνουν σάρκα και οστά στη χαμένη ελληνική ιδέα.
Πάντοτε από κάτι που χάθηκε ξεκινάει ο Θέμελης και θέλει αυτό που έχει χαθεί, να το ιδεί ξανά να γυρίζει και να ξανακερδίζει τον αρχικό του πλούτο. Η ψυχή του συγκεντρώνεται στη μάχη κατά του απωλεσθέντος, είτε σαν ατομικός θάνατος παρουσιάζεται αυτό, είτε σαν ιστορική ήττα. Ο Θέμελης δεν είναι αποκλειστικά τραγωδός της ατομικής ψυχής που συντρίβεται ή απελευθερώνεται υπαρκτικά, όπως κάποιοι υποστήριξαν. Όταν έπρεπε ήταν και πρωτοψάλτης της συλλογικής ψυχής. Η βαθύτερη λειτουργία της λυρικής φωνής, εσωτερική περιπέτεια μιας ψυχής που αναπλάθεται με την ιστορία στο σήμερα, φωτίζουν αυτόν τον ποιητή που επιθυμούσε το σκοτάδι («Ας σταματήση ο ήλιος…»), όπου τα πράγματα γίνονται κρυφά μα αληθινά. Ο Θέμελης, ήδη από το Προοίμιο της Ωδής, αρνείται τον ρόλο του ποιητή που ψάλλει τη ζωή των φαινομένων.
Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιώνΤ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.
Θέλει ν’ ακούσει (και να πει και σε μας) «τι λένε τα μεγάλα δέντρα/ τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια./ Κ’ η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντήλια». Θέλει ως μυστικός να αναγνωρίζει και να διερμηνεύει την εσωτερική τάξη των πραγμάτων· όχι την εξωτερική ιστορία αλλά την εσωτερική δράση, αυτήν που δημιουργεί την ιστορία, την ιστορία ηρωικών ψυχών, των «μεγάλων δέντρων». Την περιπέτεια τελικά ενός Λαού. Και για τούτο, η Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες μπορεί να σταθεί ισάξια πλάι στο Άξιον Εστί του Ελύτη, τη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, τον Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου.
Ώριμος πλέον τη δεκαετία του 1950, αποδεχόμενος την απουσία και ότι «ίσως το ανύπαρκτο είναι το υπαρκτό στην ανθισμένη του πληρότητα» (Ακολουθία), ο Θέμελης θα μας δώσει στις Συνομιλίες μια από τις πιο έξοχες αποτυπώσεις της Θεσσαλονίκης («Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,/ Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,/ Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία./ Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός./ Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος./ Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους […] Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις/ Να σβήνεις και να χάνεσαι./ Να περπατείς και να βουλιάζεις/ Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχείς σαν τις καμπάνες» (Τοπίο Ι), αλλά και το θεμέλιο της ποιητικής του: το ποίημα Ερημία:
Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα.Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυροΝα βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή,Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψηΜαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.Τα όνειρα, που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.
Ναι λοιπόν. Τα πράγματα υπάρχουν μόνο μέσω ημών. Εμείς τα σώζουμε όπως αυτά μας σώζουν. Όσο πιο κοντά πλησιάζουμε «την ωραιότητα της ύπαρξης», το Πρόσωπο, τόσο τελειότερα υπάρχουμε – κι εμείς και τα πράγματα. Όσο απομακρυνόμαστε από την ύπαρξη και το πρόσωπο, όσο βυθιζόμαστε στο σκοτάδι και την «απουσία», τόσο βουλιάζουμε μαζί τους στην ανυπαρξία. Λίγα χρόνια αργότερα, στο ποίημα De rerum natura (στη συλλογή Το πρόσωπο και το είδωλο, 1959) θα γίνει σχετικά ακόμη πιο σαφής:
Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα η γη,Ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη.Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο ουρανός.Σχήματα χωρίς φως και δίχως μια φωνήΝα τα ονομάσει, δίχως αιωνιότητα.Για να προχωρήσει ακόμη περισσότερο:Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θάταν,Πράγμα χωρίς όνομα και δίχως λάμψη.Τι σάρκα θάπαιρνε για να φανείΧωρίς σάρκα πάνω στη γη, τί πρόσωποΧωρίς το ανθρώπινο πρόσωπο.[…]Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ὁ θάνατος.
Σαν να ακούγονται οι τόνοι του Ρίλκε από Το βιβλίο των Ωρών («Όταν πεθάνω, Θεέ μου, τί θα κάνεις;»), του Μάιστερ Έκκαρτ, του μεγάλου μυστικού («Αν δεν υπήρχα κι ο Θεός δεν θα υπήρχε») ή του Άγγελου Σιλέσιου όταν επαναλαμβάνει με διαφορετικά λόγια: «Ξέρω πως ο Θεός δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε στιγμή χωρίς εμένα. Αν αφανιζόμουν, θα ξεψυχούσε από απόγνωση». Όλα, ακόμη κι ο Θεός και ο ίδιος ο θάνατος εξαρτούν, τελικά, την ύπαρξή τους από την ατομική ή τη συλλογική ανθρώπινη ψυχή. Αν ανάμεσα στα φαινόμενα της φύσης ο Πεντζίκης κατακλύζεται από ένα αίσθημα «παρουσίας», ο Θέμελης επιβαρύνεται από ένα αίσθημα «απουσίας». Αν ο Πεντζίκης νιώθει ασφαλής στον κρυμμένο εγωκεντρισμό του, ο Θέμελης ζητά στο εγώ που εξομολογείται τη λύτρωσή του. Ο Πεντζίκης αναδέχεται τα πράγματα ως αποκαλύψεις του Θεού. Ο Θέμελης αγωνίζεται να συσχετίσει τα πράγματα με τη συνείδηση και να κατανοήσει τον εαυτό του, ώστε να κατανοήσει και πώς
ωραία είναι τα πράγματα, ωραία κι όταν πεθαίνουν,(Σαν σε βαθύ καθρέφτη ονείρων απατηλότερα),Γιατί πεθαίνουν, γιατί θ’ αναστηθούνΜαζί μας, γιατί πεθαίνουν το δικό μας θάνατο,Είναι ωραία: διηγούνται τη δόξα μας.(Δενδρόκηπος IV).
Με αυτή την οξεία εσωτερικότητα και την υπαρξιακή κατεύθυνση της λύπης, αν και οικειώθηκε τα νεωτερικά σχήματα, ο Γ. Θέμελης παρέμεινε βαθύτατα τραγικός, δηλαδή ελληνικός. Μπορεί σε όλο το έργο του να ενεδρεύει ο θάνατος και η απουσία, τούτο όμως δεν είναι ακύρωση αλλά τουναντίον πύκνωση και άστραμμα της ζωής. Ίωνας του Αιγαίου πάντα (αρκεί να θυμηθούμε το φως της Ραψωδίας στη θάλασσα του Αιγαίου), ο Θέμελης δεν διαλύεται μέσα στον ατμώδη αόριστο χώρο. Καταφάσκει τελικά στη στερεότητα και κοσμιότητα του κτιστού. Είναι κατ’ εξοχήν εμπράγματος και αισθητηριακός. Θέλει να δει με τα μάτια του τον Θεό:
Να σε χορτάσουν, Θεέ μου, θέλουνΔίχως καθρέφτισμα και συγνεφιά.Θέλουν τα μάτια να σε δουν,Τα χέρια μου να σε κρατήσουν.Κατάματα, κατάσαρκα.(Βλέπουν τα μάτια και δε βλέπουν,Τρέμουν τα χείλη και σφαλούν)Αν είσαι αγέρας σήκωσέ με,Αν είσαι φως, πυρπόλησέ με.Αν είσαι θάνατος, θανάτωσέ με(Μιλώ καθώς μιλούν οι ερωτευμένοι)(Φωτοσκιάσεις VII).
Την ίδια στιγμή δεν παύει να αγαπά τη θλίψη, να λατρεύει τη γη:
Εμένα η αγιότητά μου είναι η φωτεινή ματαιότητα,Αγγελικότητά μου η έκπαγλη πλάνη.Δε θέλωΝα ’μαι σαν τα σκουλήκια ή τα ποτάμια.Δε θέλω να ’μαι ένας γυμνός νεκρός ή ένας Άγγελος.(Φωτοσκιάσεις XI).
Αυτή η άγια θλίψη του Θέμελη, με τα χρόνια ανάγεται σε προφητική θέαση, υπερβαίνει την ατομική του περιπέτεια. Και γι’ αυτό οι παραπάνω στίχοι πρέπει ίσως να συνδεθούν με κάποιους άλλους, της Ελληνικής Γης:
Γη, που σε σκάβουν τα κοιμητήρια του καιρού και τ’ ανέμου,Με το παντοτινό φθινόπωρο των ερειπίων, το κλίμα της αφθαρσίας.Τα παιδιά, τα νέα παιδιά σου, είναι γεμάτα θάνατο,Σκιά θανάτου, και μπορούν και παίρνουν τα ίχνη του δίχως να τρέμουν,Με μιαν υπόκωφη βοή που πολλαπλασιάζει το βήμα τους σε άπειρες κρύπτεςΚι είν’ η καρδιά τους σαν ένα νησί από λωτούς και πικροδάφνες κι αλλοτινά πουλιά που ταξιδεύειΚαι το χαμόγελό τους ένας παλιός σπασμένος καθρέφτης που θυμάται.Αιώνια παιδιά, σώματα ελαφρά με τη φτενή τη σάρκα,Και με τις διάφανες ψυχές π’ ανάβουν με το τίποτα.Ποιο αδυσώπητο φτερό, ποιο μάτι σάς έχει χτυπήσειΚι έχετε πίσω σας πλήθος σκιές, σπίτια μικρά, τάφους απλόχωρους,Και γύρω γύρω θάλασσα και χρόνο, χρόνο και θάλασσα και μακρινό ουρανό.
Αυτές οι διάφανες ψυχές δεσπόζουν και σε μια επόμενη συλλογή, στο Δίχτυ των Ψυχών (1965), όπου ο Θέμελης θα παρουσιάσει σ’ ένα πυκνό ποίημα, με την ένταση που ξέρει να δίνει στον λόγο του, τη βαθύτερη αλήθεια της ερωτικής αναζήτησης. Ο έρωτας που υποκαίει, πέρα από το πρόσωπο του Άλλου, κρύβει την ανάγκη να βρούμε αυτό που μας λείπει για να είμαστε ολοκληρωμένη ύπαρξη.
Αν σε γυρεύω, σ’ έχω ανάγκηΕίσαι αυτό που μου λείπει.Το πιο ακριβό, το πιο θανάσιμο.Το μισό μου στήθος, το μισό μου πρόσωπο,Η μια αδειανή πλευρά μου, η μια φτερούγα μου,Η ανοιχτή πληγή μου, η σάρκα μου η λειψή.Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο,Το εγώ – το εσύ, μοίρασαν το αίμαΑπό τη ρίζα μου, από τη γέννησή μου.Δεν μπορώ να ζήσω ή να πεθάνωμισό κορμί, μισό κομμένο όνειρο.Γυρεύω τ’ άλλο στήθος, τ’ άλλο πρόσωπο…(Το εγώ – το εσύ).
Αν οι στίχοι σάς θύμισαν ένα τραγούδι, δεν κάνατε λάθος. Και είναι εκπληκτικό, αλλά και δείγμα της υψηλής ποίησης, πώς ένα ποίημα που μπορεί να γίνει λαϊκό τραγούδι από τον Κουγιουμτζή, την ίδια στιγμή να λειτουργεί ως δραματική μεταφορά σε στίχους του γνωστού μύθου που αναφέρεται από τον Πλάτωνα στο Συμπόσιο, πώς ο Δίας χώρισε τους ανδρόγυνους ανθρώπους που από τότε αναζητούν το έτερόν τους ήμισυ αφού ο άνθρωπος ως ήμισυ όντος, «μισό κορμί», ανολοκλήρωτο, θα ζητά πάντα να ακεραιωθεί.
Με συναίσθηση της κατάστασης απόλυτης υπαρκτικής ένδειας («Είμαι ζήτημα γύμνιας» θα πει στον Δενδρόκηπο – κατ’ αντιπαραβολή ίσως με το σεφερικό «είμαι ζήτημα φωτός») και ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει σκοπό «να πει και να ορίσει το ανείπωτο σε μια γλώσσα εξαρθρωμένη στην υπηρεσία του τίποτα» (Ars Poetica, Προοίμιο), ο Γ. Θέμελης θα κληροδοτήσει στα Βιβλικά του, την ορμήνια πως «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει απ’ την ψυχή του […] Την ψυχή μονάχα κοίταζε και σώζε,/ Την σεαυτού ψυχήν, τ’ άλλα μην τα κοιτάς». Στοιχειοθετώντας ειδικά στις τελευταίες του συλλογές μια ιδιαίτερη σχέση του Θεού με τον Άνθρωπο ως ζήτημα πνευματικής ολοκλήρωσης (αρχίζοντας λίγο πριν την άρνησή Του και σταματώντας λίγο πριν την πλήρη κατάφασή Του), ουδέποτε αποποιήθηκε την ιερότητα του ενθάδε, την επίγεια παρουσία μας. Έτσι επίπονα θα φθάσει σε κείνη την αισθητική και μεταφυσική ωριμότητα που μόνον η ασάφεια και το άπειρο της Θεσσαλονίκης μπορεί να χαρίζει. «Συγχωρείστε μου την ενοχλητική εισβολή του Απίθανου», θα γράψει στα Βιβλικά. Αλλά, (συνεχίζω τα λόγια του) «δεν είναι δυνατόν να γυρίσουμε πίσω. Είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε, ν’ ανοίξουμε δρόμο προς άλλη διέξοδο, προς έναν άλλο Παράδεισο, όχι εκείνο των Πρωτοπλάστων, αλλά ας πούμε, στη Βασιλεία των Ουρανών, για να συνεχίσω ως το τέλος τη χριστιανική φρασεολογία. Ο Εωσφόρος, θαρρώ, εξαπατώντας, γελάστηκε κι ο ίδιος, όταν είπε: “ωσεί θεοί έσεσθε”. Μας χρειάζεται ανάσταση, όχι επιστροφή».
Κανένας άλλος, σε όλη τη γενιά του, δεν περιέγραψε όπως ο Γ. Θέμελης την εσωτερική δαντικότητα του τοπίου της Θεσσαλονίκης, αλλά και τη δίψα της σωτηριολογικής έξαρσης, την αγωνία χωρίς λύτρωση αλλά και τη θεία χάρη που γνωρίζουμε πως υπάρχει αλλά δεν τη ζούμε. Αυτή είναι ίσως η χαρακτηριστική ουσία της λεγόμενης Σχολής της Θεσσαλονίκης: «Είμαστε από μέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε», ο μέγας του στίχος. Αυτή η διαρκής αμφιβολία, η απαισιοδοξία που εξωτερικά μεν είναι δικαιολογημένη αλλά εσωτερικά αβάσιμη, αυτή η απουσία της ελπίδας μετά από μια καταστροφή που δεν ήταν αναγκαία. Στο παιγνίδι της τύχης με την αναγκαιότητα, το Μοιραίο που μπαίνει από την πόρτα όταν η θεία χάρη βγαίνει από το παράθυρο, είναι ένα κλειδί που η κόρη του, η Ελένη Κιτσοπούλου, μάς χάρισε με τις μελέτες και τη θαυμαστή της διαίσθηση να εντάξει τον πατέρα της ανάμεσα στους δύο μεγάλους πόλους των ελληνικών γραμμάτων, τον Παπαδιαμάντη από τη μία μεριά, που είναι η Πίστη και τον Καβάφη από την άλλη, που είναι η Απόγνωση.
Ο Γιώργος Θέμελης πέθανε τα ξημερώματα του Σαββάτου του Λαζάρου, στις 17 Απριλίου 1976, την ημέρα της ανάστασης του ανθρώπου. Λίγο πριν τον θάνατό του, σε ένα όραμα του νησιού του, έγραφε πως ήταν έτοιμος, να ψάλει, όπως παιδί, μαζί με τον πρωτοψάλτη θάνατο πλέον, το άσμα που πλάι στο ψαλτήρι ψιθύριζε. Έχοντας αναμετρηθεί γενναία με την απειλή του μηδενισμού του Όντος σε ολόκληρη τη ζωή του, υπήρξε στη γενιά του ο πιο υψηλόφρων κομιστής μιας μαρτυρίας. Η ποιητική μαρτυρία είναι τόσο περισσότερο καθολική όσο πιο προσωπικά βιώνεται. Αυτή η ζώσα αντινομία συνιστά τη μόνη καθολικότητα του ατόμου που αρνείται την αδιάφορη καθολικότητα του κόσμου. Αυτό δεν κατάλαβαν οι κριτικοί που τον θεώρησαν ατομοκεντρικό.
Ο αληθινός ποιητής είναι πάντοτε ένας μάρτυρας. Έρχεται στον κόσμο για να μαρτυρήσει την αλήθεια αλλά και να μαρτυρήσει γι’ αυτήν. Να γνωριστείς με έναν τέτοιο ποιητή ισοδυναμεί με δοκιμασία. Διότι τέτοιοι ποιητές δεν ζητούν τη σκέψη, αλλά την ψυχή σου. Σε αρπάζουν κρυφά σε ώρα ανύποπτη. Ο Γιώργος Θέμελης μετά από πενήντα χρόνια είναι πάντα εδώ και συναρπάζει όσους δεν αρκούνται στην τυπική αισθητική αλλά έχουν ψυχή που διψάει για νόημα.
ΠΗΓΗ: ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ


