Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

Στην πυρά τα «νέα Θρησκευτικά» των «Φίλη και Γαβρόγλου»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

«Μπορούμε να φανταστούμε τους γραμματείς και Φαρισσαίους να κραυγάζουν και να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, σαν δημαγωγοί που προσπαθούν να διεγείρουν το πλήθος λαού και να το μεταμορφώσουν στην πλέον κατάπτυστη ανά τους αιώνες ανθρώπινη έκφανση, τον όχλο, την ανθρώπινη μάζα δίχως πρόσωπο. Ο Θεάνθρωπος απαντά με την γνωστή φράση, και παρευθύς βαβούρα κι αναταραχή κοπάζουν, σαν να γαληνεύει το πέλαγος μετά από τρικυμία λογισμών· οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, που έφτασαν σύσσωμοι εν χορώ, αποχωρούν ένας – ένας».

ΓΑΒΡΙΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (2013). Το Βυζάντιο έχει ρεπό. Τρίοδος – Βιβλίο Πρώτο. Αθήνα: Αρμός, σ. 103. 


Ακόμη δεν έχουμε ακούσει τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, στις οποίες, ελπίζω θα συμπεριλαμβάνονται και ζητήματα της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο σύγχρονο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και, δυστυχώς, οι καθ’ έξιν επαγγελματίες παραπληροφορητές και κλακαδόροι μιας θεολογίας των γραμματέων και Φαρισσαίων, όπως παραπάνω γράφει κι ο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, περίκλειστης στο εαυτό της, έχουν επιδοθεί σ’ έναν άνευ προηγουμένου αγώνα και νυχθημερόν χέουν το δηλητήριό τους για κατάργηση των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών (ΝΠΣ) του μαθήματος των Θρησκευτικών (μτΘ)· εκμεταλλευόμενοι τις δύο αποφάσεις (660/2018 και 926/2018) του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οι οποίες ακύρωσαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών επί Υπουργού κ. Νίκου Φίλη, μη περιμένοντας, βέβαια, την έκδοση της νέας απόφασης του ΣτΕ για τις υπουργικές αποφάσεις του απελθόντος Υπουργού Παιδείας κ. Κ. Γαβρόγλου. 
Το θλιβερότερο, όμως, γεγονός είναι ότι ετούτοι οι κλακαδόροι, εξακολουθούν να ψεύδονται και να παραπλανούν. Λένε και γράφουν συνεχώς ότι τα ΝΠΣ, καθ’ ολοκληρίαν τα εμπνεύστηκε και τα εφάρμοσε μόνο η προηγούμενη κυβέρνηση, αποσιωπώντας με ανοίκειο και κουτοπόνηρο θα ΄λεγα τρόπο: α) την πιλοτική εφαρμογή τους από το 2011 και εξής, επί κυβερνήσεων κ. Γ. Παπανδρέου και κ. Α. Σαμαρά – σ’ αυτή μάλιστα και στην επιμόρφωση που τότε έγινε, συμμετείχε ηγετικό στέλεχος της σημερινής κλάκας κρούσης εναντίον των ΝΠΣ, και ω! του θαύματος, εκείνη τη σχολική χρονιά, εκθείαζε τις αλλαγές που γίνονταν στο μτΘ, β) τις αναγκαίες αναθεωρήσεις που όλα αυτά τα χρόνια έχουν γίνει στα ΝΠΣ, σε διάλογο πάντα με την Εκκλησία, και γ) την επίκριση που οι ίδιοι πάντα κύκλοι έκαμαν στα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) του μτΘ, κατά τη δεκαετία 2000-2010, τα οποία σήμερα θεωρούν ότι είναι κατάλληλα, ενώ πριν μια εικοσαετία περίπου με το ίδιο μένος τα πολεμούσαν. Τέτοια υποκρισία! 
Ετούτες οι θλιβερές, πράγματι, πρακτικές για ακόμη μια φορά επαναλαμβάνονται τις τελευταίες ημέρες. Ο σκοπός είναι ένας: το στενό μαρκάρισμα της νέας Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων να απαλλάξει τα ελληνόπουλα από τα «νέα Θρησκευτικά» των «Φίλη και Γαβρόγλου», να στείλει στην πυρά τους «Φακέλους Μαθημάτων» και την επιστροφή στα «παλαιά βιβλία», μέχρις ότου συγγραφούν νέα, όπως υποστηρίζουν, στων οποίων τη συγγραφή διεκδικούν μερίδιο. Ουδείς, ωστόσο, μπορεί να αρνηθεί τη συμμετοχή τους στο διάλογο, ούτε στη συγγραφή των βιβλίων. Φτάνει να πρυτανεύσει η νηφαλιότητα και να ληφθούν υπ’ όψιν βασικά δεδομένα της θεολογικής, παιδαγωγικής και διδακτικής επιστήμης, τα οποία, δυστυχώς, φαίνεται να μην έχουν διάθεση να προσφέρουν. Κι αυτό το λέγω διότι αυτά που γράφονται εναντίον των ΝΠΣ είναι μόνον κραυγές και τσιτάτα. Ένα σεργιάνι κανείς να κάνει σε κείμενα και σχόλια αναγνωστών τους σε blogs και ιστοσελίδες της παραπάνω κλάκας κρούσης, θα διαπιστώσει: μισαλλοδοξία, λογοκρισία, «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», στείρο νομικισμό, μονομέρεια, κλειστότητα, αφορισμούς και πολλά άλλα γραφικά. 
Τώρα, στο ερώτημα που εναγωνίως τίθεται τις τελευταίες ημέρες: τι θα πράξει η νέα Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων για το μτΘ; Έχω την ταπεινή γνώμη και ελπίδα ότι με τη δέουσα προσοχή θα μελετήσει τα ΝΠΣ, θα εκτιμήσει και θα ακούσει νηφάλιες θεολογικές και εκκλησιαστικές φωνές. Ί δ ω μ ε ν.

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Μετά από κάποια χρόνια... ακόμη μια απαιτητική ανάγνωση

«Έπρεπε να γίνω εβδομήντα χρονών για να καταλάβω ότι κανένα μυθιστόρημα δεν τελειώνει ούτε τελειώνεται, δεν τελειούται, ρέει σαν αίμα κι αφήνει πίσω την όποια γραφή του, καλή ή κακή, ανεξίτηλη ή ξέθωρη. Έτσι, η ελπίδα για να τελειώσει ίσως, κάποτε, αυτό το μυθιστόρημα είναι να το συνεχίσει κάποιος άξιος επίγονος, κάποια επίγονη, μακάρι ή μικρή εγγονή Ελένη, στις αρχές πλέον της τρίτης μετά Χριστόν χιλιετίας, ούτως ή άλλως. Το μέχρις εδώ γραφέν τής το χαρίζω με αγάπη»


ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ. (1996). Η ατέλειωτη γραφή του αίματος. Αθήνα: Κέδρος, [αφιέρωση].

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Αν... οι πολιτικοί μας διάβαζαν Παναγιώτη Κονδύλη...

«Στο ιδεολογικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει ορισμένη θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες, και είναι πρόθυμος, αν το κρίνει συμφέρον, να εγκαταλείψει τη θέση που κατέλαβε αρχικά, αν κενωθεί κάποια άλλη. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά το χαρακτηριστικό, για τη νεοελληνική πολιτική, φαινόμενο της συνεχούς μετατόπισης πολιτικών σε διάφορες θέσεις του παραπάνω φάσματος. Πολύ λιγότερο μετατοπίσθηκε η συγκεκριμένη πολιτική πράξη, δηλαδή η άσκηση της πολιτικής ως πελατειακής σχέσης. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε εξίσου έργο των “δεξιών” όσο και των “φιλελεύθερων” ή “δημοκρατικών” κομμάτων, όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν δηλαδή, μ’ αυτήν την πολύ χειροπιαστή έννοια, κόμματα κρατιστικά, ανεξάρτητα απ’ το πώς αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των προγραμματικών τους αρχών»

«Οι κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών γενικά ενίσχυσαν τον χαρακτήρα της χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών. Όμως η ενίσχυση αυτή συντελέσθηκε στη βάση ολότελα νέων καταναλωτικών συνηθειών, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό. Ακριβώς επειδή η ευημερία ήταν, με την ουσιαστική αυτήν έννοια, επισφαλής, το πελατειακό σύστημα επιτάθηκε αντί να συρρικνωθεί σε κοινωνικό επίπεδο. Ήτοι: ο ψηφοφόρος έδινε τώρα την ψήφο του προσδοκώντας πρωταρχικά από μια κομματική παράταξη ότι θα του διασφάλιζε το καταναλωτικό του επίπεδο ή και θα του το ανέβαζε βραχυπρόθεσμα, αδιάφορο με ποια οικονομικά μέσα»

«Στις συνθήκες της διαμορφούμενης εγχώριας (εξαμβλωματικής) μαζικής δημοκρατίας δεν αρκούσε πια ο διορισμός των “ημετέρων”, των οποίων η ανέχεια τους έκανε να αισθάνονται ευγνωμοσύνη για την εύνοια. Εκτός από τον διορισμό, εκτός από τη δανειοδότηση, εκτός από τη μεσολάβηση, το πελατειακό παιχνίδι έπρεπε τώρα να παιχθεί σε επίπεδο όχι μόνο “κλάδων”, αλλά και “μαζών”, στο επίπεδο ψευδιϊδεολογικής δημαγωγίας με την αρωγή των νεοφανών μέσων ενημέρωσης. Ο λαϊκισμός, ο οποίος ενδημεί σε κάθε σύγχρονη μαζική δημοκρατία, συγχωνεύτηκε με τα πατροπαράδοτα κοινωνικά και ψυχολογικά γνωρίσματα του επιχώριου πελατειακού συστήματος, και έτσι προέκυψε μια κατάσταση, στην οποία η δημαγωγία ήταν αναπόδραστη γιατί την επιθυμούσαν ακριβώς εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν, πιστεύοντας ότι, αν την πάρουν στην ονομαστική της αξία, θα μπορέσουν να τη χρησιμοποιήσουν ως γραμμάτιο προς εξόφληση. Καθώς οι πελατειακές ανάγκες έπρεπε τώρα να ικανοποιηθούν σε καταναλωτικό επίπεδο ανώτερο απ’ τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η οποία, όπως είδαμε, ήταν εξαρχής αντιοικονομική, κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική της διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου»


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ. (2011). Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία. Αθήνα: Θεμέλιο, σσ. 30, 60, 61-62.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Ο θεολόγος – παιδαγωγός της ελπίδας Γιάννης Καλδέλλης· υμνητής του Κίρκεγκωρ και του Ντοστογιέφσκι

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

«Κύμα στο μνήμα / κοντά στον ασφόδελο / καρδερίνα τι κλαίεις;», Ιερομονάχου Συμεών. (1994). Συμεών Μνήμα. Αθήνα: Άγρα, χ.α.σ. 

Το πρωινό τηλεφώνημα από τον αγαπητό Στρατή Μπαλάσκα δεν ήταν ευχάριστο. Μηνούσε το θλιβερό μαντάτο θανάτου του κυρ Γιάννη Καλδέλλη, στα 86 χρόνια του. Η πρώτη μου σκέψη: ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του. Όσο, όμως, περνά η μέρα, η σκέψη μου γι’ αυτόν τον τόσο αξιόλογο θεολόγο – παιδαγωγό και ΔΑΣΚΑΛΟ κινείται γύρω από την προσφορά του τόσο στα θεολογικά όσο και στα εκπαιδευτικά πράγματα του μικρού τόπου μας, της Μυτιλήνης και της Λέσβου εν γένει. 


Γνώριζα προσωπικά τον κυρ Γιάννη, περίπου μια εικοσαετία, από τότε που μόνιμα εγκαταστάθηκα εδώ στη Μυτιλήνη. Δύο – τρία στιγμιότυπα αυτής της γνωριμίας αξίζει να τα αναφέρω, έχουν την αξία τους, νομίζω. Είναι η πρώτη οφειλή μου στη μνημόνευσή του, εκεί στην αγκαλιά του Θεού που, από σήμερα, αιώνια πια θα αναπαύεται και θα μεθά από την αγάπη Του, στην αγκαλιά του Σωτήρος της «κτίσεως, της αισθητής και νοουμένης»
Ευτύχησα να έχω τα δύο εγγόνια του μαθητές μου, τον Γιαννάκο και τη Μαριώ, χαρισματικά παιδιά, με ήθος – τώρα σπουδάζουν τις επιστήμες που αγαπούν. Συχνά τους έλεγα να είναι υπερήφανα για τον παππού τους και, μάλιστα, επίμονα πολλές φορές τα παρότρυνα να διαβάσουν ένα από τα βιβλία που έγραψε ο κυρ Γιάννης, εκείνο το βιβλίο, που για τα δεδομένα της παιδαγωγικής επιστήμης αποτελεί ένα άριστο βιβλιογραφικό δεδομένο, για το πώς το σχολείο οφείλει να μην είναι φως που τυφλώνει – ο πλήρης τίτλος: Σχολείο: Φως που τυφλώνει; - εκδόθηκε στην Αθήνα στα 1991, εξαντλημένο σήμερα, αλλά δυστυχώς άγνωστο σε πολλούς ντόπιους και μη ντόπιους δασκάλους και καθηγητές. Ευτύχησα, επίσης, να κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου και τα τρία βιβλία του. Ήδη ανέφερα το ένα. Τα άλλα δύο, που εξ ολοκλήρου ανήκουν στη θεολογική επιστήμη, τολμώ να πω ότι για την εποχή που γράφτηκαν, καίρια την εμπλούτισαν. Κι εξηγούμε τι εννοώ: για έναν θεολόγο καθηγητή, που ζούσε σε μια περιφερειακή πόλη, τη Μυτιλήνη, και δίδασκε το μάθημα των Θρησκευτικών, ήταν παράτολμο κι επικίνδυνο θα ‘λεγα - αφού τότε για τα καλά στην εκκλησιαστική ζωή κυριαρχούσαν οι παραθρησκευτικές οργανώσεις - να γράφει για έναν από τους σπουδαιότερους ήρωες της Θεολογίας του τέλους του 2ου και του δεύτερου μισού του 3ου αιώνα, τον Ωριγένη. Όπως, επίσης, ήταν πρωτοποριακό ένας θεολόγος καθηγητής να συγγράφει ένα βιβλίο για την αγωνία και τον φόβο, σύμφωνα με την ορθόδοξη σκέψη και να διδάσκει ταυτόχρονα στις σχολικές τάξεις γι’ αυτά τα δύο, χρησιμοποιώντας κείμενα όχι μόνον της Αγίας Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Καζαντζάκη, Καρμίρη, Μακράκη, Μπερδιάγιεφ, Ντοστογιέφσκι, Κίρκεγκωρ, Καμύ, Ράσσελ, Σαρτρ, Φρομ, Νίτσε, Κλεμάν. Ευτύχησα, τέλος, να τον συναντώ συχνά, στην είσοδο του Πειραματικού ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης, όπου κατά τη δεκαετία του ’80 υπηρέτησε και ως καθηγητής και ως διευθυντής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το μειλίχιο βλέμμα του και την επωδό - ερώτησή του «πως πάει η νεότερη θεολογία;». Με την απάντησή μου, βέβαια, πάντα συγκεκριμένη: «προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τα χνάρια σας κυρ Γιάννη». Αυτό το λέγω γιατί όσους έχω συναντήσει και είχαν καθηγητή τον κυρ Γιάννη, η εικόνα που εισπράττω είναι πάντα η ίδια: «ξεχωριστός δάσκαλος, μας έμαθε να σκεφτόμαστε, συζητούσε μαζί μας». Κατά το κοινώς λεγόμενο, ως ΔΑΣΚΑΛΟΣ ο κυρ Γιάννης Καλδέλλης «άφησε εποχή», θα μείνει αλησμόνητος για το χαμόγελο και το πρωτοποριακό διδακτικό του έργο. 
Κλείνω ετούτη τη μνημόνευση του κυρ Γιάννη με την εξής επισήμανση: ξεκάθαρα φαίνεται πως το πέρασμά του από τις σχολικές τάξεις, ωφέλησε τη θρησκευτική εκπαίδευση. Θεωρούσε ότι αυτή όφειλε να διέπεται από θεμελιώδεις παραμέτρους, όπως η οικουμενικότητα του Ευαγγελίου, η ιστορικότητα και η καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου, η φιλανθρωπία, η αγάπη, η ελευθερία και η ελπίδα που πλουσιοπάροχα προσφέρει η χριστιανική πίστη, ξεφεύγοντας από τα δεσμά της εσωστρέφειας, διατηρώντας ζωντανή, δυναμική και ενσαρκούμενη τη μαρτυρία της Εκκλησίας προς κάθε άνθρωπο, που άλλη δεν είναι από την εν Χριστώ αγάπη, (Α΄ Κορ. 13, 8-9). 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ 


«Η ελευθερία του ανθρώπου κατά τον Ωριγένη διατηρείται μέσα στον κόσμο της αναγκαιότητας. Πάντοτε στην ιστορία του ανθρώπου συγκρούονται “τα έξωθεν” με τα “εφ’ ημίν” του Ωριγένη, ο άνθρωπος, ο φαινομενικά δούλος των εξωτερικών παρωθήσεων, με την ελευθερία μπορεί να αντιστέκεται στην αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει απόλυτος καταναγκασμός ως προς την εκλογή του καλού ή του κακού. Ο άνθρωπος είναι αυτεξούσιος και οφείλει να αποδεχθεί ως κλήρο το φως της αλήθειας· (Ωριγένη, Εις το κατά Ιωάννην, ΒΕΠΕΣ, τ. 12ος, σ. 361). Γι’ αυτό τιμωρούμαστε “εφ οις αμαρτάνομεν, τιμώμεθα δε εφ’ οις ευ πράττομεν”· (Ωριγένη, Εις το κατά Ιωάννην, ΒΕΠΕΣ, τ. 12ος, σ. 309) […] Η ελευθερία ερμηνεύει και εξηγεί την πτώση του ανθρώπου. Γιατί η αμαρτία, επειδή δεν είναι κάτι το υλικό, δεν έχει τις ρίζες της στην ύλη, αλλά στην ελεύθερη θέληση της ψυχής, η οποία παραδίνεται στον υλικό κόσμο. Και κατά τον Μπερδιάγιεφ “η ελευθερία γενικώς καθίσταται υπεύθυνος του κακού, η ελευθερία, την οποίαν το πλάσμα έλαβε παρά του Πλάστου, και της οποίας έκαμε κατάχρησιν”· (Ν. Μπερδιάγιεφ, Περί του προορισμού του ανθρώπου, μτφρ. Ειρηναίου μητροπολίτου Σάμου, Αθήναι 1950, σ. 58)»

ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΤ. ΚΑΛΔΕΛΛΗ. (1978). Το θεολογικό και φιλοσοφικό σύστημα του Ωριγένη. Μυτιλήνη, σσ. 188, 189. 


«Λέγει ο πατήρ Ζωσιμάς στους Αδελφούς Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκυ: “τι είναι η κόλαση; Και λέω πως είναι το μαρτύριο να μην αγαπά κανείς”». 
«Άνθρωπος και θρησκεία δεν μπορούν να χωρισθούν χωρίς δάκρυα. Η αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου είναι βαθιά και γνήσια». 
«Πίσω απ’ αυτή τη συμπεριφορά των εφήβων, τη χυδαιότητα και τη σκληρότητα κρύβεται πόνος πολύς, πόθος για πληρότητα και για ομορφιά, καλοσύνη, αγάπη, τρυφερότητα, αναγνώριση, εμπιστοσύνη, αφοσίωση, ανάγκη να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους και να την βαθύνουν». 
«Είναι ζωτικός παράγοντας η πίστη. Όχι η ψεύτικη, η τυπική, η με αποχρώσεις φανατισμού… Η πίστη είναι εμπιστοσύνη, εσωτερικό βίωμα ελεύθερο, είναι ενέργημα ολόκληρης της προσωπικότητας του ανθρώπου. Συμμετέχουν σ’ αυτή η βούληση, η γνώση και η συγκίνηση». 
«Η φοβερότερη μορφή αθεΐας είναι η αθεΐα στην πρακτική ζωή. Αυτή τη μορφή αθεΐας συχνά τη συναντάμε ανάμεσα στους κατ’ όνομα χριστιανούς». 
«Άθεοι όπως ο Νίτσε, νιώθουν φρίκη, παγωνιά, αγωνία στο άκουσμα του αγγέλματος του θανάτου». 
«Υπάρχουν και οι γελοιώδεις άθεοι. Είναι εκείνοι οι τύποι που τάχα στο όνομα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, δεν θέλουν να σκύβουν μπροστά σε θεούς και σταυρούς, κι όμως άνετα, όπως παρατηρεί ένας ψυχολόγος, στέκονται προσοχή με κοντό παντελονάκι σε μια προσκοπική τελετή, όπου ένα παιδάκι με γυμνά γόνατα περνάει φέρνοντας ένα λύκο πάνω σε ένα κοντάρι. Ή που πρόθυμα υποκλίνονται μπροστά σε όποιο δικτατορίσκο και γενικότερα στην κρατική εξουσία». 
«Ο έρωτας είναι η συνάντηση του ανεπανάληπτου, του μοναδικού. Αγαπώντας αρχίζει ο άνθρωπος να βλέπει τους συνανθρώπους του ως πρόσωπα, όχι ως ωφέλιμα ή χρηστικά αντικείμενα. Και βοηθά και τους άλλους να νιώθουν έτσι. Γράφει ο Σολζενίτσιν: “Δεν είναι το βιοτικό επίπεδο που κάνει την ευτυχία των ανθρώπων, αλλά οι δεσμοί της καρδιάς”. Ας θυμηθούμε τον “Φάουστ” του Γκαίτε. Η αγάπη της Μαργαρίτας αναγκάζει τον Φάουστ να νιώσει το κακό που της έκανε και να αναφωνήσει “αχ, να μην είχα γεννηθεί”». 
«Η πίστη είναι δρόμος για το Θεό που είναι Αγάπη. Άρα η πίστη είναι το μέσο, ενώ η αγάπη ο σκοπός. Και είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε πως η αγάπη είναι αρχή πνευματική και ουσία της ελευθερίας. Πάντα κάνει αίσθηση, όπως ιδιαίτερα τονίσθηκε στην ενότητα “στραγγαλισμός της αλήθεια και της ελευθερίας”, στους νέους η συνάφεια ελευθερίας και αγάπης. Η αγάπη είναι δώρο της ελευθερίας αλλά και η ελευθερία είναι προσφορά της αγάπης, της αγάπης του Θεού , όπως διδάσκει η Ορθοδοξία». 
«Η πίστη στο Θεό είναι μια εσωτερική εμπειρία, μια διαίσθηση, ένα βίωμα, σαν την αγάπη». 

ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΤ. ΚΑΛΔΕΛΛΗ. (1991). Σχολείο: φως που τυφλώνει; Αθήνα: Βιβλιογονία, σσ., passim. 


«Η εσωτερική ειρήνη είναι απαραίτητη για μια ζωή χωρίς άγχη και φοβίες. Την ζητούμε, αλλά δεν τη βρίσκουμε, λέγει ο Χρυσόστομος, γιατί έχει εκδιωχθεί κι αφού άφησε τη γη αναχώρησε για τον ουρανό. Μπορούμε όμως και πάλι να την επαναφέρουμε, αν θέλουμε, αφού διώξουμε την ανοησία και την αλαζονεία και με το να επιλέξουμε μια ζωή σώφρονα και λιτή. Για να είναι όμως ο άνθρωπος ουσιαστικά ευτυχής, απαλλαγμένος από άγχη και φοβίες, οφείλει να έχει σκοπούς. Γράφει ο Antony Bloom: “Ξαφνικά ανακάλυψα ότι η ευτυχία, αν δε έχει ένα σκοπό, γίνεται ανυπόφορη”». 

ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΤ. ΚΑΛΔΕΛΛΗ. (1998). Η υπέρβαση της αγωνίας, του άγχους και του φόβου κατά την ορθόδοξη σκέψη. Μυτιλήνη: Πορεία, σ. 180.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος για τον Δ. Πικιώνη

«Όταν ο Πικιώνης λέει εδώ: “της ουσίας της ελληνικής” εννοεί κάτι σχετικό με τις Μεγάλες Ουσίες του Σολωμού, le Grandi Sostanze, και όχι τίποτα που έχει να κάνει, έστω από μακριά, με τις διάφορες “ελληνικότητες “ και άλλα τέτοια με τα οποία εμείς σπαταλάμε κάθε τόσο τη σοφία μας. Και όταν λέει: “απαίδευτοι”, εννοεί όχι πως δεν έχομε μόρφωση, αλλά πως δεν έχομε την καλλιέργεια εκείνη που πολλές φορές ανταμώνομε και σε αγράμματους, το στοιχείο το αστάθμητο που ονομάζομε στη γλώσσα μας αρχοντιά. Και όταν λέει: “μιμούμαστε τα ξένα” – αμέσως ύστερα από το “απαίδευτοι” και σαν επεξήγηση – δεν εννοεί πως πρέπει να περιμαζέψομε τα τέσσερα ποδάρια και το κεφάλι της χελώνας μέσα στο νεοελληνικό καβούκι μην τύχει και νοθέψομε την γνησιότητά μας, αλλά πως πρέπει να παίρνομε, να διαλέγομε, να κάνομε δικά μας και να καλυτερεύομε ακόμα, γιατί όχι, όσα βλέπομε πως δεν απομένουν με τον καιρό αναφομοίωτα ή όσα δεν είναι ολότελα άσχετα για μας και τελικά δεν μας αναγκάζουν, όπως άλλα, να “πηγαίνουμε ενάντια στο πνεύμα του τόπου μας”. Και να θέλαμε άλλωστε να κλειστούμε στο καβούκι μας δεν το μπορούμε, σε τούτο το πολυσύχναστο σταυροδρόμι που βρεθήκαμε. Αφήνω που γενικά η κλεισούρα είναι πράμα και επικίνδυνο και ανθυγιεινό. Από τα παλιά τα χρόνια, αντίθετα, μαθαίνομε πως όσοι κατοίκησαν εδώ βρέθηκαν πάντα ανοιχτοί σε όλα τα ρεύματα και πως ότιπερ αν Έλληνες βαρβάρων (δηλαδή· από μη Έλληνες) παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται (Επινομίς 987d). Τούτο γράφτηκε για τους αρχαίους. Για εμάς, ας πάρομε τουλάχιστο την κατάληξη της φράσης για μια ευχή. Όμως, αν δεν παραλάβεις από τους άλλους τίποτα, εσύ δεν μπορείς μήτε να υπάρξεις. Για τούτο υποψιάζομαι πως η λέξη ελληνοκεντρισμός στα χρόνια μας θα πρέπει να τη χρησιμοποιήσαμε αποκλειστικά για να κάνομε εντύπωση – προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα τη σημασία της λέξης αυτής – και για να λιθοβολήσομε μπορεί τελικά όσους δεν προσκυνούσαν την κοσμοθεωρία μας ή όσους διαφωνούσαν μαζί μας. Όταν, τέλος, ο Πικιώνης λέει: “τις δυνάμεις μας τις αρνητικές” εννοεί όσους, στο πείσμα των όσων παρατηρήσαμε, κρατούν σε όλα αγκαλιά την αμπάρα – ή βγάζουν τον τόπο τους στο ξεπούλημα (το ίδιο κάνει) – μάχονται τις γόνιμες διασταυρώσεις ή τις επιδράσεις και δε σηκώνουν σε τίποτα αντίρρηση – με ένα λόγο, φοβούνται τη ζωή. Αυτές “τις αρνητικές δυνάμεις” ο Πικιώνης θα τις μνημονέψει και παρακάτω»


ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (2010). «Πρόλογος», στο: Δ. Πικιώνη. Κείμενα. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 8-9 . 

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2019

«Οι ασκοί του Αιόλου... είναι τερπνό της βουλιμίας του ανθρώπου εφεύρημα»

«Οι ασκοί του Αιόλου, καθώς ξεφουσκώνουν, σπάζουν
τα χαλινάρια των ανέμων. Αμολιούνται οι θύελλες,
με λευκούς καλπασμούς, πάνω στο φουσκωμένο κύμα.

Τα σύννεφα με τη θάλασσα σμίγουν, τα καράβια
συμπλέκονται με τα συντρίμματα των αεροπλάνων.
Κι οι καπετάνιοι, στων πλοίων τα εικονοστάσια,
μαζί με του αϊ-Νικόλα τη λευκή γενειάδα,
και του Αιόλου προσκυνούν τα φουσκωμένα μάγουλα.

Ασκαύλους είπαν κάτι άλλους ασκούς, που ξέραν
να τραγουδούνε στους παλιούς εκείνους χρόνους.
Επιβίωσαν και τούτοι στων χωριών τις πίπιζες,
απ’ των αρχαίων σατύρων τα ωδικά σχολεία.

Καθώς των αυλητών η ανάσα μεταγγίζεται
στο δερμάτινο κοίλωμά τους, αναδίνονται
λυγρές μελωδίες απ’ τα κανάλια των αυλών.
Έτσι η πίπιζα ξαναλέει του ασκαύλου το παράπονο.

Είναι και κάτι άλλοι ασκοί, φουσκωμένοι
όχι με θύελλες και λυγρές μελωδίες του μύθου.
Μοιάζουν πρησμένες κοιλιές, που στα κελάρια μέσα
εναβρύνονται για το παχύ τουλουμοτύρι τους.

Τούτοι οι ασκοί, αυτά τα λιπαρά χοντρά τουλούμια,
δεν αναδύθηκαν από καμιά μυθολογία.
Είναι τερπνό της βουλιμίας του ανθρώπου εφεύρημα,
έξω από κάθε χρόνο κι από κάθε τόπο.

Αλλά, μέσα σε κάθε χρόνο και σε κάθε τόπο,
κυκλοφορούνε, πάνω στα λιγνά τους ποδαράκια,
κάτι άδειοι ασκοί, που λέγονται "πεφυσιωμένοι'.

Φορούσαν άλλοτε φανταχτερές χλαμύδες,
αντιγνωμούσαν στα πλατωνικά συμπόσια,
δίναν με στόμφο συμβουλές στα γυμναστήρια.

Τώρα διασχίζουν την Πλατεία του Συντάγματος,
κούφιοι κι αγέρωχοι, ανεμίζοντας την τήβεννό τους,
μ’ έπαρση σείοντας το κοκορόφτερο λοφίο τους,
αποφαινόμενοι, με γνώμη τελεσίδικη,
για την ποίηση, τη μουσική και το ποδόσφαιρο.

Συμβαίνουν κάποτε όμως κι ατυχήματα:
Αναπάντεχα πέφτουν στα κεντριά κάποιου σκαντζόχοιρου
—φαίνεται πως ακόμα υπάρχουν ακανθόχοιροι—
και διάτρητοι ξεφουσκώνουν στα λιγνά τους ποδαράκια,
απορρίμματα θλιβερά στην άσφαλτο των δρόμων.

Με συμπάθεια βλέπουμε και κάποιους άλλους ασκούς,
ξεφουσκωμένους κι αδειανούς απ’ το κρασί τους,
ανήμπορους να δεχθούν το νέο κρασί, γιατί είναι ακόμα
μεθυσμένοι απ’ το παλιό δικό τους. Τους κλωτσούνε τώρα
κι όσοι είχανε άλλοτε μεθύσει απ’ το κρασί τους,
απελπισμένοι που δε βρίσκουν νέα ασκιά για το δικό τους.

Όμως τούτοι οι συμπαθείς ασκοί είχαν κάποτε
τη γλυκιά κι αβλαβή τους μέθη μεταγγίσει
στις καρδιές και στο πνεύμα των απλών ανθρώπων»
.

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ. (1977). «Οι ασκοί», στο: Τα Επιγενόμενα. Θεσσαλονίκη, σσ. 23-24.



Γιώργος Βαφόπουλος, 1942· λάδι σε ξύλο, 91χ75 εκ., στο: Προσωπογραφίες Πολύκλειτου Ρέγκου (1925 – 1984). Θεσσαλονίκη: Δήμος Θεσσαλονίκης - Δημοτική Πινακοθήκη, σ. 112.