Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Χριστιανισμός βρίσκεται στην καρδιά του Δυτικού πολιτισμού

«Εμπρός σ’ αυτή τη βαθιά θρησκευτική ταπεινοφροσύνη, η Δύση δίνει την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει τις χριστιανικές καταβολές της. Αυτό όμως αντί να το αποδίδουμε σε ένα υποτιθέμενο ρήγμα, που δήθεν δημιούργησε ο ορθολογισμός ανάμεσα στη θρησκεία και την πνευματική εξέλιξη, θα είμαστε οπωσδήποτε πιο κοντά στην πραγματικότητα αν το δούμε ως συνύπαρξη επιστήμης και θρησκείας μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία ή, ακόμη καλύτερα ως πολλαπλούς διαλόγους ανάμεσα στις δύο, άλλους δραματικούς κι άλλους γεμάτους εμπιστοσύνη, που δεν διακόπηκαν ποτέ, παρά τα φαινόμενα. Είναι βέβαιο πως ο χριστιανισμός αποτελεί θεμελιώδη πραγματικότητα της δυτικής ζωής, η οποία σημαδεύει, χωρίς πάντα να το ξέρουν ή να το αναγνωρίζουν, ακόμη και τους άθεους. Οι ηθικοί κανόνες, η στάση εμπρός στη ζωή και το θάνατο, η αντίληψη της εργασίας, η αξία της προσπάθειας, ο ρόλος της γυναίκας και του παιδιού, όλα αυτά είναι συμπεριφορές που φαίνεται να μην έχουν πια καμία σχέση με το χριστιανικό αίσθημα, κι όμως όλα από αυτό απορρέουν. 
[…] Ο δυτικός χριστιανισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η κύρια συνιστώσα της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμη και της ορθολογιστικής, που διαμορφώθηκε για να τον αντιπαλέψει, χωρίς όμως να έχει άλλη αφετηρία από τον ίδιο. Σ’ όλη την ιστορία της Δύσης, ο χριστιανισμός βρίσκεται στην καρδιά αυτού του πολιτισμού, τον οποίο ζωογονεί ακόμη και όταν αφήνεται να παρασυρθεί ή να αλλοιωθεί από αυτόν, και τον οποίο αγκαλιάζει ακόμη κι όταν εκείνος πασχίζει να του ξεφύγει. Γιατί όταν στρέφεις τη σκέψη ενάντια σε κάποιον, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στη δική του τροχιά. Ο Ευρωπαίος, ακόμη και άθεος, δεν παύει να είναι δέσμιος μιας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του, και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση»


F. BRAUDEL, (2009), Γραμματική των Πολιτισμών, μτφρ. Α. Αλεξάκη Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 78, 457-458.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Για φανταστείτε τι διδάσκουμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας: αγένεια, ανευθυνότητα, ανομία. Κανείς, δηλαδή, να μην υφίσταται καμιά συνέπεια για οποιαδήποτε αυθαιρεσία, για οποιαδήποτε αθέτηση των καθηκόντων του

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Τις τελευταίες ημέρες στο ιστορικό εκπαιδευτήριο της πόλης μας, τα γνωστά Κεντρικά Λύκεια, πολύς λόγος γίνεται για την Παιδαγωγική. Οι πάντες - εμπλεκόμενοι με την εκπαίδευση φορείς και θεσμοί, καθηγητές, μαθητές, γονείς, δημοσιογράφοι, παραδημοσιογράφοι και πάει λέγοντας - έχουν την δική τους άποψη για την Παιδαγωγική. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο, αφού ευθύς εξαρχής έχει σχεδιαστεί με ακρίβεια. Δεν χρειάζεται να το αναφέρω. Δια γυμνού οφθαλμού είναι ορατό. Ένας που έχει ολίγη ευαισθησία και αξιοπρέπεια για τα σχολικά πράγματα αυτής της μικρής πόλης το βλέπει. Όμως, ας γνωρίζει πως ανήκει στη μερίδα των ολίγων· ευτυχώς μιας και πρόκειται για εκείνη τη μαγιά η οποία, δεν ξέρουμε, μπορεί κάποτε να δείξει το δρόμο της ελπίδας κι όχι της θανατίλας. Παρά ταύτα, τα κλειδιά κατ' εντολή ανωτέρων θα δοθούν, αλλά αυτοί που θα τα πάρουν οφείλουν να γνωρίζουν πως δεν οδηγούν μόνο στον παράδεισο, πολλές φορές οδηγούν και στην κόλαση. Τι θα μείνει, θα ρωτήσει κάποιος, απ' όλη αυτήν την ιστορία; Ο κουρνιαχτός που εδώ και μέρες σηκώνουν οι καθ' όλα αγαπητοί διπλανοί, που επιμένουν να είναι οι απέναντι, ο οποίος, καθώς φαίνεται, θα αργήσει να κατακαθίσει. Παραφράζοντας τον αξέχαστο Οδυσσέα Ελύτη, τίμια, ειλικρινά και καλοπροαίρετα έχω να τους πω ετούτο, κατά Ελύτη πάντα: «Η ρηχή κουβεντολογία και η ανόητη σημειωματογραφία», η ταπεινότητά μου λέγει «εγγραφολογία» και «παραδημοσιογραφία», «είναι από πριν καταδικασμένες – μαζί με τους πιστούς τής ημιμάθειας που τις εγέννησαν». Και συνεχίζει ο ποιητής: «Κι είναι αυτοί ακριβώς οι πιστοί τής ημιμάθειας, που πάνε πάλι να κυριέψουν τον τόπο μας, είναι αυτοί που μ’ ενοχλούν, οδηγώντας με στις γραμμές ετούτες. Η απαράδεχτη αυτή κατάσταση πρέπει να στιγματισθεί και να εκλείψει από ένα έθνος που θέλει να έχει αληθινή πνευματική ζωή» - παιδαγωγική και σχολική ζωή, με τόλμη σημειώνω.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Αυτοί που θέλουν να καταλάβουν θα καταλάβουν τι συμβαίνει - ευτυχώς είναι oλίγοι - τους άλλους θα τους ξεπεράσει η εποχή και η εκπαιδευτική ιστορία

«Τι βγαίνουνε μες απ’ τις κάννες 
των τυφεκίων; Ποια αισθήματα; 
Ποιος λόγος; Ποιο σωτήριο μήνυμα; 
Ειδοποιήστε αυτούς τους στρατιώτες εκεί 
που τυφεκίζουν το αύριο»

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ. (1999). «Προκήρυξη», στο: Τα Ποιήματα, τ. 2ος. Αθήνα: Τρία Φύλλα, σ. 360. 


Γιάννης Γαΐτης· «Μορφές».

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Ο «δαίμων του τυπογραφείου» και τα τυπογραφικά λάθη: Lapsus calami – Erratum

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

«Ο καθηγητής δούλευε σκυφτός απάνω στο γραφείο του, που φωτιζότανε δυνατά από το φως της λάμπας, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο έμεινε βυθισμένο στη σκιά. Μονάχα το τρίξιμο της πέννας του ακουγότανε μες στη σιγή της νύχτας. Διόρθωνε τα δοκίμιά του με τη σκέψη συγκεντρωμένη ολότελα στο θέμα και στην ορθογραφία και με κάποια ελαφριά και αδικαιολόγητη ανησυχία, κάποιο ακατανίκητο τρακ της δημοσιότητας, που τον κατείχε σε τέτοιες στιγμές, σαν έμελλε να τυπωθεί κάτι δικό του και συλλογιζότανε το ανεπανόρθωτο – μήπως του ξέφυγε κανένα lapsus calami, κανένα σφάλμα στις παραπομπές, καμμιά ασυνείδητη και κρυμμένη αντίφαση, από κείνες που τις γράφεις δίχως να το ξέρεις και φανερώνουνται αναιδέστατα αφού κυκλοφορήσει σε βιβλίο και τις βλέπει πια όλος ο κόσμος…»· Γιώργος Θεοτοκάς. (2005). Αργώ, τ. Α΄. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, [δέκατη ένατη έκδοση], σ. 135. 

Όποιος παρακολουθεί την ιστορία του βιβλίου, από την αρχαιότητα (με τον τεράστιο όγκο των χειρογράφων), μέχρι την περίοδο της Αναγέννησης (με την ανακάλυψη της τυπογραφίας) κι από εκεί ως τις μέρες μας, σίγουρο είναι ότι θα πέσει πάνω στον γνωστό «δαίμονα του τυπογραφείου», έκφραση νεωτερική, γνωστή σ’ όσους ασκούνται στη γραφή και την ανάγνωση. Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον «δαίμονα», φορτώνουμε πλείστα όσα σχετίζονται με τη συγγραφή και την έκδοση των βιβλίων. Φορτώνουμε τις λεκτικές, γραμματικές και συντακτικές αστοχίες των συγγραφέων, των μεταφραστών, των τυπογράφων, των φωτοστοιχειοθετών, των σελιδοποιών, των επιμελητών, εν τέλει των διορθωτών. Σπάνια βρίσκει κανείς ένα βιβλίο που να μην το βαραίνουν ορθογραφικά και τυπογραφικά λάθη. Ακόμη και ο πολύς Έκτωρ Κακναβάτος, σημαντικότατος ποιητής του 20ου αιώνα, λέγεται πως στην έκδοση των ποιητικών του συλλογών, ήταν τόσο τελειομανής που δεν δίσταζε κάποιες από αυτές να τις πετάει στο καλάθι των αχρήστων, όταν διαπίστωνε πως μια λέξη ήταν τονισμένη με οξεία αντί για βαρεία. Παραξενιά θα πει κάποιος. Νομίζω πως όχι. Όταν η σχέση σου με τη γραφή, το βιβλίο και τον εκδοτικό οίκο που συνεργάζεσαι – εδώ οι εκδόσεις Κείμενα όπου κυκλοφορούσε τα ποιήματά του ο Κακναβάτος, για το ελληνικό βιβλίο τολμώ να πω ότι υπήρξαν οι πιο σημαντικές - είναι σχέση «ερωτική», έχω την ταπεινή γνώμη ότι οφείλεις να αντιμετωπίζεις έτσι την έκδοση ενός βιβλίου. Κι ας σε πουν παράξενο, τελειομανή. 
Πρόκειται, λοιπόν, για τα περίφημα lapsus calami (παραδρομή της πέννας), ή τα erratum (παροράματα), που έλεγαν και οι Λατίνοι, τα οποία κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, όσο τελειομανής κι αν είναι. Έτσι, ετούτα τα λεκτικά σφάλματα, αυτές οι αβλεψίες, οι πολλές κρυμμένες αντιφάσεις στο γραπτό λόγο, ακολουθούν για πάντα τον συγγραφέα, τον επιμελητή, τον διορθωτή, αφού βέβαια, δημοσιευθεί αυτό που έχει γράψει ή έχει επιμεληθεί. Σ’ αυτήν την περίπτωση επιθυμώ να κάμω μια προσωπική εξομολόγηση: χωρίς να διεκδικώ το ρόλο εκείνου του ήρωα του Γκόγκολ που νόμιζε ότι μετείχε της σοφίας απλώς και μόνον επειδή αγαπούσε τη μελέτη και τη συγγραφή, οφείλω να πω ότι πριν δύο σχεδόν χρόνια είχα επιμεληθεί το βιβλίο ενός ξεχωριστού στην πνευματική ζωή της Μυτιλήνης φιλολόγου καθηγητή. Στις πολλές διορθώσεις των δοκιμίων που έκαμα, επισήμανα πόσο δύσκολη δουλειά θα είχε ο εκδότης για να φέρει εις πέρας την έκδοση εκείνου του ωραίου βιβλίου. Δυστυχώς, όμως, οι διορθώσεις μου δεν ελήφθησαν υπόψη, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένα βιβλίο, που εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι η δουλειά μου ως διορθωτή και επιμελητή είχε τραβήξει για τα καλά τον ανήφορο των lapsus calami…   

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Τί είναι τέλος πάντων ο ελληνικός λαός;

«Ανασκοπώντας τη διαδρομή ιδίως του Νέου Ελληνισμού στο πέρασμα των αιώνων, αισθανόμουν ολοένα και πιο επιτακτικά μέσα μου, την ευθύνη και το χρέος να μεταδώσω όχι μόνο τις συσσωρευμένες με κόπους γνώσεις μου, αλλά και κάτι πιο πέρα απ’ αυτές, κάτι σαν απόσταγμα από την πείρα του ιστορικού, που θα την περίμενε ασφαλώς κάθε Έλληνας πολίτης, κάτι από την απώτερη πρόθεσή μου να του φανώ χρήσιμος όχι μόνο στη θεωρητική του καθαυτή μόρφωση, αλλά και στην ίδια την πρακτική της ζωής του σε μια μεταβατική εποχή, στη μεταβιομηχανική, με τους πολλούς πειρασμούς της καταναλωτικής κοινωνίας, στην οποία δοκιμάζονται τόσο σκληρά οι ηθικές αξίες που επικρατούσαν ως τώρα, οι ανθρώπινες σχέσεις και ιδίως η συνοχή της οικογένειας· σε μια εποχή που σπρώχνει τους ανθρώπους, ιδίως τους νέους, στην απόλαυση όσο το δυνατόν περισσότερων υλικών αγαθών, αλλά και στην αποθησαύριση γνώσεων για τον ίδιο σκοπό, και συνήθως όχι και για την επιστημονική μαζί και ηθική τελείωσή τους. Πιστεύω λοιπόν, ότι η αυτογνωσία μας, η ελληνογνωσία, όπως την ονομάζω, ή η αποκρυπτογράφηση του κώδικα της συμπεριφοράς των Ελλήνων – γιατί γι’ αυτήν ουσιαστικά πρόκειται – θα μπορούσε να προσφέρει πολλά – με την εφαρμογή των πορισμάτων και διδαγμάτων της, σαν ένα εθνικό “γνώθι σ’ αυτόν” - στην καθημερινή ζωή. 
»Με εφόδια λοιπόν τα ιστορικά στοιχεία του παρελθόντος, που τα συγκρίνω και με το παρόν, κάνω μια προσπάθεια να δώσω κάποια απάντηση στο ερώτημα “τί είναι τέλος πάντων ο ελληνικός λαός;”, στο πιο καυτό πρόβλημα για όλους μας, μια προσπάθεια να ανατάμω ή καλύτερα να αναλύσω την ελληνική ψυχή στα γενικά της στοιχεία, όπως τα αποκαλύπτει η μελέτη ανθρώπινων πράξεων. Δεν είναι ανάγκη βέβαια να υπογραμμίσω τα οφέλη που θα προέκυπταν για όλους μας από τη μελέτη και τη συνειδητοποίηση των εθνικών μας χαρακτηριστικών, ιδίως αυτών που καθορίζουν σημαντικά τη συμπεριφορά μας και ρυθμίζουν την ίδια τη συμβίωσή μας»



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ε. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (1983). Ο χαρακτήρας των Ελλήνων: Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα. Έρευνα – Πορίσματα – Διδάγματα. Θεσσαλονίκη: σσ. 16-17.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Εικοσιτεσσάρων ετών, στα 1929, ήταν ο Γιώργος Θεοτοκάς, που με το ψευδώνυμο Ορέστης Διγενής, έγραφε το Ελεύθερο Πνεύμα

«Δυστυχώς λείπουν από τους Έλληνες οι πνευματικοί ορίζοντες, η παράδοση μιας ανώτερης πνευματικής ζωής, η ελεύθερη σκέψη, και δεν μπορούν να συζητήσουν χωρίς να ριχτούν μέσ’ στο δόγμα. Δεν έχουν ακόμα οι ελληνικοί εγκέφαλοι τη δύναμη να απλωθούν ελεύθερα στον κόσμο των ιδεών και σε κάθε βήμα, στη φιλοσοφία, στην αισθητική, στην ιστορία, στις κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και στη γλωσσολογία, γυρεύουν την απόλυτη Αλήθεια, δηλαδή μια φυλακή. Αυτή η μανία του απόλυτου, του οριστικού, του ασάλευτου, που εκδηλώνεται σ’ όλες τις ελληνικές συζητήσεις, φανερώνει και το επίπεδο της πνευματικής ανάπτυξής μας»


ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ. (1986). Ελεύθερο Πνεύμα. Επιμέλεια Κ. Θ. Δημαράς. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σσ. 19-20.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Η Παναγιά η Χειροδείχτρα

«Μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, που το ένα είναι γυναίκα και το άλλο μάλλον ο φίλος μου Α. Κ., βρισκόμαστε σ’ ένα σκούρο κλειστό αυτοκίνητο και προχωρούμε πλάι στη θάλασσα κάτω από πυκνά δέντρα. Γρήγορα όμως το τοπίο αλλάζει κι απομένει εντελώς γυμνό. Σ’ ένα σημείο, που ο δρόμος χωρίζει, εξηγώ στους συνεπιβάτες μου ότι ο αριστερός οδηγεί στην πολιτεία, ενώ ο άλλος, ο δεξιός, ακολουθώντας ένα είδος μουράγιου πλακόστρωτου, πάει σε κάποιο Μοναστήρι που, πραγματικά, το βλέπουμε να προβάλλει μακριά στο βάθος πάνω απ’ τη θάλασσα. Μοιάζει περισσότερο με άσπρη κυκλαδίτικη εκκλησιά. Ο σωφέρ, χωρίς να του πούμε τίποτε, ακολουθεί στην αρχή τον αριστερό δρόμο. Ύστερα σταματάει, κάνει όπισθεν και παίρνει τον άλλο, τον παραλιακό. Ενώ απέχουμε ακόμη αρκετά από την Εκκλησία – Μοναστήρι, αυτός σταθμεύει μπροστά σ’ ένα ορθογώνιο μισοτελειωμένο χτίσμα, πασαλειμμένο πρόχειρα με ασβέστη – τα τούβλα και τα δοκάρια φαίνονται ακόμη αποκάτω -, κατεβαίνει και μας δείχνει με ύφος πολύ επίσημο την είσοδο: “Εδώ είναι η εκκλησιά της Παναγιάς της Χειροδείχτρας”, λέει τονίζοντας τα λόγια του. 
»Κατεβαίνουνε κι εμείς· περνάμε μια μικρή γέφυρα για να φτάσουμε ως την πόρτα· εκεί, δεξιά πάνω απ’ την πόρτα, στον ασβέστη, παρατηρούμε πραγματικά μια μικρή τοιχογραφία μισοσβησμένη, όπως οι παλιές βυζαντινές. Παριστάνει μια Παναγιά, εντελώς αδέξια ζωγραφισμένη, που τεντώνει το δεξί της χέρι, σα να δείχνει ή σα να κοροϊδεύει. Ο δείχτης μάλιστα του χεριού είναι υπερβολικά μεγάλος και χοντροκομμένος. Οι σύντροφοί μου αρχίζουν να σταυροκοπιούνται, αλλά εγώ σκύβω αμίλητος πάνω απ’ τη γέφυρα και κοιτάζω το νερό που κυλάει ήρεμα»


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (52000). «Η Παναγιά η Χειροδείχτρα», στο: Ανοιχτά Χαρτιά. Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 207-208.