
«Θα τελειώσω ένα σχολείο ανάπηρο που με οδηγεί χωρίς ενοχές στα φροντιστήρια. Εκεί με σκληρή καταναγκαστική δουλειά, πνευματικά απροστάτευτος, χωρίς ωράριο, με κλεμμένο τον ελάχιστο χρόνο, περνώ στο πανεπιστήμιο. Μου μάθανε να περιφρονώ τον Όμηρο, τα θρησκευτικά, τις τέχνες και τη γυμναστική, κέρδισα χρόνο και πέτυχα. Συγκινημένος στην αρχή, κουρέλι απ‘ την κούραση, χωρίς να συνειδητοποιώ και πολύ τι μου συμβαίνει, ξεσπάω για ένα διάστημα, ξεδίνω, πίνοντας και καπνίζοντας, συζητάω για το νόημα της ζωής με τ’ άλλα κουρέλια, ακούω μουσική και ξημερώνομαι στο internet, ξυπνώ το μεσημέρι. Κάτι συμβαίνει μέσα μου. Σ’ αυτή τη θεσπέσια παύση μια φωνή ακούγεται βαθιά απ’ το πηγάδι. Ποιος είναι; Ποιος εγώ; Υπάρχω;… Με κοιτάνε. Θέλει να γλυτώσει! Από τι άραγε; Περίεργο πλάσμα. Του μιλάμε, δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μπα, τι του μαθαίναμε τόσα χρόνια; Τι του μαθαίνατε τόσα χρόνια;… Τι φοιτητής είναι αυτός; Η ύπαρξή του αμφισβητεί αυτή την ίδια την έννοια της επιστήμης, υποδαυλίζει το ξόανο κάθε ιερό και όσιο. Είμαι ο κανένας, ο φροντιστηριάκιας, το φυτό, το νούμερο 6 εισαχθείς-απεχθής στους πολιτικούς μηχανικούς, ο “δέστε πως κατάντησε”. Ποιος είμαι; Εγώ ποιος είμαι, ή ποιος είστε; Είστε μασκαρεμένος, δε σας βλέπω. Η φωνή σας παράξενη, οι παύσεις σας σκέτο θρίλερ. Ποιος είστε, κύριε; Άλλα λένε οι λέξεις σας κι άλλα εννοούν. Μήπως δεν παίζουμε στο ίδιο όνειρο; Ποιο είναι το παιχνίδι σας; Η αγορά; Το κακάσχημο τέρας, που περιφέρετε με το λουρί περήφανα, το δημιούργημά σας μου ‘κατσε βαρύ πλατύ στο κεφάλι. Θα πεθάνω, κύριε, πάρτε το τέρας παραπέρα. Κύριε, οι επιστήμες, οι τέχνες, ο έρωτας, κύριε, λιώνουν κάτω από τη χοντρή του την κοιλιά. Βρυχάται το τέρας, κύριε, και ουρλιάζει την ύστατη αλήθεια του τον ανταγωνισμό. Δε θα ‘μαι, λέει, έτσι που το πάω έτοιμος για τις προκλήσεις της εποχής μου. Θα μείνω πίσω, κύριε, θα χάσω το τρένο της ζωής, θα, θα, θα ρημάξω, κύριε. Αγουροξυπνημένος μετά από 12 χρόνια σχολείου δεν έμαθα ακόμη να εκμεταλλεύομαι το χρόνο. Κύριε, τι ωραίες εκφράσεις που χρησιμοποιείτε! Να εκμεταλλεύομαι το χρόνο! Το χρόνο προσπαθώ να καταλάβω τόσα χρόνια, το νόημα, το νόημα τόσου χρόνου. Θέλω να του δώσω ένα όνομα. Μα αυτός είναι ντυμένος υποχρέωση, μου ξεγλιστρά. Κύριε, ο χρόνος σας είναι τραβεστί! Εγώ, κύριε, κερδισμένος αισθάνομαι στις οάσεις μου, όταν ξοδεύω το χρόνο μου στη μουσική, στα γκράφιτι, στο διάβασμα, στη φιλοσοφία, στις βόλτες με τις παρέες. Μα αυτά δεν είναι ακριβώς κάτι χρήσιμο, είναι και δεν είναι, όλα είναι θέμα μέτρου, λέτε. Μέτρον άριστον, όλα με το μέτρο δηλαδή. Κύριε, γιατί δεν αντιδράτε; Σας περιπαίζουν. Τη δουλεία σας τη μετατρέψατε σε φυλακή, το σπίτι σε βασανιστήριο, τον έρωτα σε πορνογραφία. Μιλάτε με κλισέ. Κύριε, με ξένη φωνή δανεισμένη από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, χάσατε την πίστη, τους φίλους σας, ζείτε στην αγωνία της γρίπης, της κρίσης του περιβαλλοντικού ολέθρου, του τσουνάμι της οικονομίας, της απιστίας. Είναι τρομακτική και απάνθρωπη η τάξη σας, Κύριε. Ταχτοποιημένη σαν την απόλυτη αταξία. Δεν τη βλέπετε; Όχι δεν βλέπετε, Κύριε. Κύριε, είστε νεκρός;
«—Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα δεν ξυπνήσατε
—Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
—Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
—Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει βρέχει και χιονίζει
—Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει στο παράθυρο σας
—Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε πάνω στο στήθος σας
—Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
—Κύριε, είστε παγωμένος
—Κύριε, έχετε πυρετό
—Κύριε, είσαστε νεκρός;»
(Μίλτου Σαχτούρη, «Κύριε», από τη συλλογή Το Σκεύος, εκδ. Κείμενα. Αθήνα 1971)».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ. (2011). «Σημειώσεις ενός ισορροπιστή» στο: Τάξη + Αταξία: Οι νέοι φωνάζουν. Εισαγωγή – Επιμέλεια Μάριος Κουκουνάρας – Λιάγκης. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 209-212.
Γιώργος Βακιρτζής (1923-1988)· «Φως στο χώρο».