Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ
«Την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», αναγνωρίζει ο Πλάτων στην Πολιτεία του, παρότι γενικά δεν τρέφει και τα καλύτερα αισθήματα για την ποίηση. Στην αρχαιότητα η λέξη ποιητής, χωρίς ονομαστικό προσδιορισμό, δήλωνε έναν και μόνον: τον Όμηρο, από την πλούσια τράπεζα του οποίου δεν σιτίστηκαν μονάχα οι τραγικοί, όπως υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης, αλλά αναρίθμητοι ποιητές όλων των εποχών και πολλών γλωσσών. Μέχρι τις μέρες μας. Και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, τα ψίχουλα του Ομήρου, όποιος (ή όποιοι) κι αν ήταν, όπου κι αν γεννήθηκε, όποτε κι αν έζησε, θα παραμείνουν τράπεζα πλουσιοπάροχη.
Ο πατριάρχης της ποίησης, αυτός που, εν αντιθέσει με τον Ησίοδο, δεν μερίμνησε να ενσωματώσει αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έπη του, ακολουθώντας ως προς αυτό το ήθος των ανώνυμων ποιητών της προφορικής επικής παράδοσης, στην οποία και στηρίχτηκε, παραμένει ο μέγας διδάσκαλος. Η Δασκαλόπετρά του δεν βρίσκεται μόνο στη Χίο· είναι παντού. Οι 15.693 εξάμετροι στίχοι της Ιλιάδας και οι 12.109 της Οδύσσειας μεταφράζονται και ξαναμεταφράζονται, μελετώνται και ξαναμελετώνται, με νέα εργαλεία και οπτικές κάθε φορά, με νέες μεθόδους και νέα πορίσματα. Ένας πλούτος ανεξάντλητος, που, παρότι οριστικός και τελεσίδικος χιλιετίες τώρα, αφότου καταγράφτηκε, έχει τη μαγική ικανότητα να αυτοανανεώνεται.
Στη μακρά ιστορία των εγχειρημάτων που ανέλαβαν Έλληνες λογοτέχνες και φιλόλογοι να μεταφέρουν τα δύο ομηρικά έπη στη νεοελληνική γλώσσα, ξεχωριστή θέση έχει η από κοινού μεταφραστική αναμέτρηση με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη και του Ι.Θ. Κακριδή. Ένας βαθύνους φιλόλογος, δεινός ομηριστής, όπως πιστοποιούν τα ομηρόθεμα συγγράμματά του (Ομηρικές έρευνες, Ομηρικά θέματα, Το μήνυμα του Ομήρου κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα γνώστης και μελετητής της νεοελληνικής γραμματείας, ιδιαίτερα της δημοτικής, και ένας καταξιωμένος ποιητής και πεζογράφος, λάτρης της ανώνυμης λαϊκής ποίησης, που είχε ήδη δημοσιεύσει τη δική του Οδύσεια, το 1938, όπου ανιστορεί έμμετρα, με τερπνή φαντασία, σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, τα πάθη και τις αναζητήσεις του Οδυσσέα μετά τη μνηστηροφονία, συνασπίζονται για να μετακενώσουν στη νεοελληνική γλώσσα τα έπη του Ομήρου.
Μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;
Καζαντζάκης και Κακριδής βρέθηκαν πάρα πολύ κοντά από τα πρώτα χρόνια της βαριάς δεκαετίας του 1940, μετά δε το τέλος του πολέμου η σχέση τους απέκτησε και θεσμική υπόσταση. Ως μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων από τις κατοχικές δυνάμεις του Αξονα συνεπισκέφθηκαν πολλούς τόπους μαρτυρίου ανά την Ελλάδα, μοιράστηκαν τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες σκέψεις, συγχρωτίστηκαν επί μακρόν και συντονίστηκαν εις βάθος. Συμπορευόμενοι έως τον θάνατο του λογοτέχνη, το 1957, τήρησαν πιστά το μεταφραστικό τους πρόγραμμα και ακύρωσαν έμπρακτα το έωλο έτσι κι αλλιώς δίλημμα «μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;». Ο Κακριδής, που για τις ανάγκες των δοκιμίων του μετέφραζε και ο ίδιος, σποραδικά, αρχαιοελληνικά κείμενα, μετέφερε σε πεζό λόγο τους ομηρικούς στίχους, παραμένοντας εξαιρετικά κοντά στο πρωτότυπο, και ο Καζαντζάκης, εμπειρότατος τεχνίτης του ρυθμικού λόγου, συνάρμοζε σε στίχους την απόδοση του Κακριδή. Καζαντζάκης και Κακριδής επέλεξαν να ανα-μορφώσουν τα ομηρικά ποιήματα σε δεκαεπτασύλλαβο στίχο, με την προσδοκία ότι έτσι, με τη στιχουργική επέκταση κατά δύο συλλαβές, θα μειώνονταν όσο το δυνατόν περισσότερο οι απώλειες εικόνων ή αναφορών του πρωτοτύπου, που επέρχονται σχεδόν μοιραία όταν από τον πυκνότατο αρχαιοελληνικό λόγο μεταβαίνουμε στον αναλυτικό νεοελληνικό.
Θυμάται και ιστορεί ο Κακριδής, στο κείμενό του «Το χρονικό μιας συνεργασίας», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τεύχος 779 του Δεκεμβρίου του 1959, που ήταν αφιερωμένο στον Καζαντζάκη:
«Ο φοβερός χειμώνας του 1942. Γενάρης μήνας, αν θυμούμαι καλά. Πηγαίνοντας να ιδώ τον κ. [Γεώργιο] Παπανδρέου –τα βάσανα της Δίκης των Τόνων έχουν αρχίσει– βρίσκω τον Νίκο Καζαντζάκη στο γραφείο του πολιτικού. Είναι η δεύτερη φορά που τον βλέπω στη ζωή μου. Καθώς φεύγουμε έπειτα μαζί, στο κεφαλόσκαλο ακόμα, μου μιλεί για το σχέδιό του να μεταφράσει την Ιλιάδα του Ομήρου· πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είχε έρθει να ζητήσει και τη γνώμη του κ. Παπανδρέου. Με παρακαλεί να τον βοηθήσω δανείζοντάς του στην Αίγινα που μένει λίγα βιβλία σχετικά με την ομηρική γλώσσα, τον κόσμο του επικού και το ομηρικό ζήτημα.Του στέλνω όσα έχω πρόχειρα στη βιβλιοθήκη μου· δεν περνούν πολλές μέρες και μου τα γυρίζει – αργότερα θα βεβαιώνομαι συχνά πόσο καλά τα μελέτησε. Μου γυρεύει και άλλα· η επαφή γίνεται όλο και πιο στενή, ώσπου στις 28 του Μάρτη παίρνω από την Αίγινα το ακόλουθο γράμμα:“Αγαπητέ φίλε!το τέλειο θα ’ταν να κάναμε μαζί τη μετάφραση της Ιλιάδας· έργο ζωής που ταιριάζει, είμαι βέβαιος, και στους δυο μας· μπορεί να βαστάξει χρόνια, κανένας δε μας βιάζει· αν δέχεστε. Σας παρακαλώ μου το γράφετε, για ν’ αρχίσω να ετοιμάζουμαι κι έτσι, όταν θ’ αρχίσει η συνεργασία, να μην ντροπιαστώ μπροστά Σας. Ο,τι γράφετε τόσο καλά αντηχάει μέσα μου, που θαρρώ η συνεργασία αυτή θα ’ναι άρτια.Δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω στην Αθήνα και θα Σας δω· η ελπίδα να ’ρθετε εδώ σπίτι μου είναι, δυστυχώς, πολύ αβέβαιη. […] Σκεφτείτε κι αποφασίσετε· χρόνια λαχτάριζα μια μετάφραση της Ιλιάδας· μα δεν τολμούσα. Μαζί Σας, είμαι έτοιμος.Δικός ΣαςΝ. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ”».
Διστάζει στην αρχή ο Κακριδής, «όμως πάλι», γράφει, «πώς ν’ αρνηθείς έναν τέτοιο συνεργάτη για ένα τέτοιο έργο – ένα έργο μάλιστα που του έχεις αφιερώσει τις περισσότερες και καλύτερες δημιουργικές σου ώρες; Ο Θεός βοηθός! Η απόφαση παίρνεται, μια απόφαση που ύστερα από δώδεκα χρόνων δουλειά θα μου δώσει την τιμή να βάλω τ’ όνομά μου στον τίτλο της μεταφρασμένης Ιλιάδας δίπλα σ’ ένα από τα πιο τιμημένα φιλολογικά ονόματα της σύγχρονης Ελλάδας – και του κόσμου όλου».
Τον Ιούνιο του 1942 ο Κακριδής περνάει λίγες μέρες στην Αίγινα, στο σπίτι του Καζαντζάκη. «Χαρουπόμελο, ένα κομμάτι ψωμί και πού και πού κανένα ψάρι η τροφή μας. Ξυπνάμε στις έξι το πρωί και δουλεύουμε ώσπου να νυχτώσει, για να βάλουμε τα θεμέλια». «Την πρώτη γραφή», συνεχίζει ο Κακριδής, «θα τη δώσει ο Καζαντζάκης, έτσι έχουμε κανονίσει· εγώ δε θα κάνω άλλο από το να καταγράφω τις διαφωνίες μου. Αυτό θα πει –κάτι που δεν το υποψιαζόμουν στην αρχή– πως θα γεμίσω κάπου δύο χιλιάδες σελίδες σημειώματα, προτού μυηθώ σιγά σιγά στα μυστικά του θαυμαστού δεκαεπτασύλλαβου και αποτολμήσω κι εγώ να χύνω στίχους, χωρίς να μένω στην αρνητική κριτική μόνο. Για την ώρα όμως της δουλειάς το βάρος θα το σηκώσει ο Καζαντζάκης μόνος. Δουλεύει νύχτα μέρα, παρατώντας κάθε άλλη έγνοια. Από τα γράμματα που παίρνω παρακολουθώ το δρόμο του. Και μόνο που τον ακούω λαχανιάζω, όχι όμως κι ο Καζαντζάκης. Τον έχει πιάσει η ιερή μανία της δουλειάς».
Πρώτη γραφή, λοιπόν, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη. Έλεγχος πάνω στον έλεγχο. Και συζητήσεις πολλές και πολύωρες. Για το μέτρο, τον τόνο, την απόδοση των ονομάτων, την απόδοση του ενός ή του άλλου πολυσύλλαβου αρχαίου επιθέτου όχι περιφραστικά αλλά με κάποιο σύγχρονο πολυσύλλαβο, που είτε αντλείται από δημοτικά τραγούδια («σ’ ένα δημοτικό τραγούδι», γράφει ο Κακριδής, «θ’ ανακαλύψουμε την πιστή απόδοση του “λευκώλενος Ήρη”: “κρουσταλλοβραχιονάτε μου”») είτε είναι νεόπλαστο, καζαντζακικό, που ενίοτε ηχεί περισσότερο «ιδιωματικό» από τα καθαυτό ιδιωματικά, τα λαϊκά, γιατί πρόκειται για αυστηρώς προσωπική δημιουργία στη μανιέρα της δημοτικής ποίησης.
Το μεταφραστικό σκεπτικό των δύο συνεργατών προσδιορίζεται με σαφήνεια στον πρόλογό τους στη μετάφραση της Ιλιάδας (1955), όπου έθιγαν το πρόβλημα του γλωσσικού εκσυγχρονισμού, σταθμίζοντας με αγαπητική αυστηρότητα τις προηγούμενες μεταφραστικές δοκιμές και υποδεικνύοντας τα όριά τους:
«Το ελληνικό κοινό, αυτό που δεν μπορεί να χαρεί την Ιλιάδα στο πρωτότυπο, την έχει γνωρίσει από τη μετάφραση του Αλέξαντρου Πάλλη – η μετάφραση του Πολυλά, με πολλή ευγένεια στο λόγο, μα ψυχρή και αλύγιστη, έχει πολύ πιο λίγο βοηθήσει τους Έλληνες να γνωρίσουν τον Όμηρο. Του Πάλλη η Ιλιάδα εκδόθηκε στα 1904, και στάθηκε ένα από τα πιο σημαντικά έργα της εποχής· και σήμερα ακόμα κρατάει όλη της την αξία. Από τότε όμως πέρασε μισός αιώνας· στο διάστημα αυτό η γνώση της ομηρικής ζωής και γλώσσας πλήθυνε, και η νεοελληνική γλώσσα δουλεύτηκε πιο πολύ και μελετήθηκε καλύτερα. Ήταν λοιπόν καιρός να δοκιμαστεί άλλη μια φορά η δύναμη και η ομορφιά της πάνω στο ακατάλυτο κλασικό κείμενο».
«Στον αγώνα που καταπιάστηκαν ο Καζαντζάκης και ο Κακριδής κατέβηκαν πάνοπλοι», γράφει στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας ο Θρασύβουλος Σταύρου, εξαιρετικός ενδογλωσσικός μεταφραστής ο ίδιος. «Η ποιητική απόδοση που έκαμαν είναι θεμελιωμένη σε σοβαρή, σε βαθιά μελέτη του ομηρικού λόγου και του ομηρικού κόσμου. Σε κάθε φράση το αισθάνεσαι, το βλέπεις, πως οι νέοι μεταφραστές κινούνται μέσα στον ομηρικό χώρο με άνεση και σιγουριά. Και η δική τους σιγουριά περνά και στην ψυχή του αναγνώστη, που έχει την ευχαρίστηση να αισθάνεται πως αυτό που διαβάζει είναι αλήθεια Όμηρος. Από τη στενή γνωριμιά των μεταφραστών με το κείμενο και από την εξοικείωσή τους μ’ αυτό πηγάζει χωρίς άλλο, πρώτ’ απ’ όλα, το σταθερό βάδισμα του δικού τους λόγου και η καθαρότητα της έκφρασής τους. Όλα εδώ είναι φωτεινά και ξάστερα, πραγματικά ομηρικά».
Πρωτότυπη και πρωτοφανής –εκτός από αγαστή– η συνεργασία των δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων του νεοελληνικού πνευματικού βίου, που με το ποικίλο έργο τους σφράγισαν τα γράμματά μας, υπήρξε φιλολογικά τολμηρή και καινοτόμα, πνευματικά ερεθιστική και εντέλει εξαιρετικά αποτελεσματική: ένας σταθμός, από τον οποίο όφειλαν να περάσουν υποχρεωτικά όλοι οι μεταφραστές που ακολούθησαν, όποια μεταφραστική φόρμα ή τεχνοτροπία κι αν επέλεγαν, ακόμα κι αν σκόπευαν να ακολουθήσουν διαφορετική κατεύθυνση από την κατεύθυνση του διδύμου.
ΠΗΓΗ:Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ