Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Εγκώμιο στη «σαλή» αγιότητα

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης συμπλήρωσε τον Ιούνιο που μας πέρασε τον πρώτο χρόνο της ζωής της και θα συνεχίσει τον Σεπτέμβριο με ανανεωμένο κέφι. Στην τελευταία συνάντηση συζητήθηκε το βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ «Γκίμπελ ο σαλός και άλλες ιστορίες» (Κίχλη, 2002), εξαιρετικά μεταφρασμένο από τον Βάιο Λιαπή.
Ας διευκρινίσω αρχικά ότι το βιβλίο που εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο αυτό δεν αποτελεί μετάφραση του βιβλίου που εξέδωσε ο Σίνγκερ το 1957 με τον ίδιο ακριβώς τίτλο («Gimpel the Fool and Other Stories»). Από την πρωτότυπη αμερικανική έκδοση του 1957, που περιελάμβανε έντεκα διηγήματα, η ελληνική κράτησε μόνο τέσσερα και τα συμπλήρωσε με άλλα πέντε.
Πρόκειται ουσιαστικά για ανθολογία. Θα συζητήσω το πρώτο διήγημα της συλλογής, αυτό που έδωσε τον τίτλο του στην πρωτότυπη έκδοση του 1957 και στην ελληνική ανθολογία. Το διήγημα «Gimpel the Fool» πρωτοδημοσιεύθηκε σε περιοδικό στα γίντις (Gimpel tam), το 1945, μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Σολ Μπέλοου (Saul Bellow) και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Partisan Review (Μάιος 1953). Η μετάφραση από τον Μπέλοου και η δημοσίευσή της στο περιώνυμο περιοδικό έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην προβολή του έργου του Σίνγκερ και οφείλονται στον ενθουσιασμό για το διήγημα αυτό των σπουδαίων κριτικών Ελιέζερ Γκρίνμπεργκ (Eliezer Greenberg) και Ερβινγκ Χάου (Irving Howe), που το συμπεριέλαβαν και στην ανθολογία τους «A Treasury of Yiddish Stories» (Viking Press, 1954).
Ο Γκίμπελ είναι το μπαίγνιο όλων, στο Φράμπολ, όπου γεννήθηκε και ζει, τον περιπαίζουν, τον προσβάλλουν και τον εκμεταλλεύονται. Θεμέλιο του εμπαιγμού είναι η ευπιστία του: ο Γκίμπελ δεν κρίνει ποτέ, τα πιστεύει όλα, ακόμη και τα πιο τερατώδη.
Κορύφωση της γελοιοποίησής του είναι ο γάμος στον οποίο τον παγίδεψαν, με μια χωλή πόρνη, την Έλκα, η οποία δεν τον αφήνει να την πλησιάσει και σπέρνει παιδιά με άλλους. Eκείνος πάντως τα αγαπάει σαν δικά του και την ίδια δεν την κακίζει.
Θύμα κοροϊδίας
Σε τούτο το διαρκές περιγέλασμα του Γκίμπελ συνοψίζεται όλη η ζωή της Έλκα, κατά πως παραδέχεται πικρά και η ίδια: «Κορόιδεψα τον Γκίμπελ. Αυτό ήτανε το νόημα της μικρής μου ζωής» (σ. 29). Και το νόημα της ζωής του Γκίμπελ ποιο είναι τάχα; Ότι ήταν θύμα κοροϊδίας και εκμετάλλευσης; Μπορεί πράγματι να το πει κανείς. Ο Σίνγκερ όμως βλέπει διαφορετικά: το νόημα της δικής του ζωής ήταν η εμπιστοσύνη, η αθωότητα, η καλοσύνη, το έλεος, η συγχώρηση, η αγάπη. Ναι, ο Γκίμπελ ήταν άγιος, πάει να πει ό,τι πιο άβολο υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, ένας άνθρωπος που αναποδογυρίζει όλα όσα είμαστε συνηθισμένοι να κάνουμε, που ανατρέπει όλους τους κώδικες, γι’ αυτό και δεν είναι διόλου εύκολο να τον έχεις δίπλα σου.
Δεν ξέρω τη νοηματική απόχρωση της λέξης tam στα γίντις, αλλά η λέξη fool με την οποία μεταφράστηκε από τον Μπέλοου και εγκρίθηκε από τον Σίνγκερ δεν αποδίδει αυτό που είναι ο Γκίμπελ. Μόνο η ελληνική λέξη σαλός το αποδίδει.
Συμβαίνει και αυτό στη λογοτεχνία: η λέξη της μετάφρασης να αποδίδει καλύτερα από την πρωτότυπη λέξη (αν θεωρήσουμε το αγγλικό κείμενο πρωτότυπο, όπως απαιτεί ο ίδιος ο Σίνγκερ).
Η λέξη είναι ενεργός ακόμη στη γλώσσα μας, χάρη στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αριθμεί στις τάξεις της σαλούς αγίους, δηλαδή αγίους που κρύβουν την αγιότητά τους κάτω από αλλόκοτη συμπεριφορά και προκαλούν σκόπιμα τη χλεύη του κόσμου, για να αποφύγουν την κενοδοξία, ή εκτίθενται ζώντας κοντά σε αμαρτωλούς (πόρνες, ληστές, μέθυσους) για να τους οδηγήσουν στη μετάνοια. Ο Γκίμπελ δεν είναι τρελός, ο Γκίμπελ είναι άγιος σαλός, και μάλιστα χωρίς να προσποιείται.
Η εκδίκηση
Μια μέρα ο Σατανάς πείθει τον Γκίμπελ να πάρει την εκδίκησή του από τους κατοίκους του Φράμπολ για όσα του έκαναν και μαγαρίζει –είναι φούρναρης– τα ψωμιά που έψησε. Θα εμφανιστεί τότε στον ύπνο του η Έλκα, με κατάμαυρο πρόσωπο, από την Κόλαση όπου βρίσκεται, και θα τον συγκρατήσει: «Επειδή ήμουνα εγώ ψεύτρα, πάει να πει πως είναι όλα ψέμα; […] Και τώρα το πληρώνω, Γκίμπελ. Εδώ που είμαι δεν έχει λύπηση καμιά» (σ. 31). Ο Γκίμπελ κλονίζεται, συνειδητοποιεί ότι παρά τρίχα να έχανε την αιώνια ζωή (σ. 31) και παίρνει πίσω τη απόφασή του. Ύστερα από αυτό μοιράζει τα λεφτά του στα παιδιά της Έλκα και φεύγει από το Φράμπολ. Γυρίζει τον κόσμο λέγοντας ιστορίες, πεπεισμένος πως όλα είναι δυνατά!
Όταν κλείνει τα μάτια του ξαναβρίσκεται στο Φράμπολ και βλέπει την Έλκα: «Στέκεται πλάι στη σκάφη, όπως την πρώτη φορά που την είδα, μα το πρόσωπό της λάμπει και τα μάτια της ακτινοβολούν όπως τα μάτια των αγίων» (σ. 33). Την ικετεύει να πάει κοντά της, μα εκείνη του λέει να υπομονέψει ακόμη λίγο, και τον χαϊδεύει και τον φιλάει!
Ο Γκίμπελ δεν φοβάται τον θάνατο: «Όταν έρθει η ώρα μου, θα φύγω πασίχαρος. Ό,τι κι αν υπάρχει εκεί πέρα θα είναι αληθινό, δίχως μπερδέματα, δίχως περιγελάσματα, δίχως κοροϊδίες. Δόξα να ‘χει ο Μεγαλοδύναμος, εκεί πέρα δεν πιάνεται κορόιδο μήτε καν ο Γκίμπελ» (σ. 34).
Στον κόσμο του Σίνγκερ, στον αφανισμένο εβραϊκό κόσμο της Ανατολικής Ευρώπης, ο Γκίμπελ είναι άγιος, επειδή ο Θεός είναι άγιος και εν αγίοις επαναπαύεται, επειδή υπάρχει άλλη ζωή, αιώνια ζωή αλήθειας και δικαιοσύνης.
Η ιστορία του Γκίμπελ με συγκινεί μέχρι δακρύων, κάθε φορά που τη διαβάζω, όπως και πολλούς άλλους, ανεξαρτήτως μεταφυσικών πεποιθήσεων. Και θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: Θα ήθελα ο γιος μου να είναι σαν τον Γκίμπελ;
Υπάρχει πράγματι κάποιος που να το ήθελε; Και τότε γιατί τις διαβάζουμε αυτές τις παλιές ιστορίες, για να συγκινούμαστε όσο κρατάει η ανάγνωση;


Ο βραβευμένος με Νομπέλ Λογοτεχνίας Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ, στο σπίτι του στο Μαϊάμι, το 1978. Το διήγημά του «Γκίμπελ ο σαλός» το πρωτοέγραψε στα γίντις και δημοσιεύθηκε το 1945, πριν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον –έτερο νομπελίστα– Σολ Μπέλοου και δημοσιευθεί στο περιοδικό Partisan Review τον Μάιο του 1953. [A.P. Photo/Kathy Willens]

ΠΗΓΕΣ:

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης». Ένα ποιητικό ταξίδι... ψυχής και μνήμης

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο[1]


Παλαιότεροι και νεότεροι ποιητές, άλλοι γνωστοί κι άλλοι άγνωστοι -«Αφανείς ποιητές»[2] τους ονοματίζει η κα Αρβανίτη- στο βιβλιόφιλο κοινό, ειδικότερα στο κοινό που διαβάζει ποίηση, που ψάχνει στα ράφια βιβλιοπωλείων και βρίσκει ποιητές για να γιορτάσει τη γλώσσα των ποιημάτων, «στην πιο καθαρή και ωραία μορφή» τους[3], όπως γράφει Πωλ Βαλερύ σ’ ένα στοχασμό του, δίνουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα όχι να απαντήσουν στο γνωστό ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής», αλλά αν στον αναγνώστη, η γλώσσα της ποίησης αντηχεί το βαθύτερο είναι του. Πριν λίγο μίλησα για γνωστούς ποιητές. Τους γνωρίζουμε όσοι διαβάζουμε ποίηση. Όλοι σχεδόν έχουν κατακτήσει το κοινό τους και κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον τους. Πρόκειται για μια τέχνη θα ‘λεγα επικοινωνίας -φτάνει να σκεφτούμε αυτό που γράφει και η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Πεπρωμένο σχοινί» πως, «Εν τέλει όλα είναι ποίηση»[4]- συναιρώντας το μέσο που είναι η ποίηση, με το μήνυμα που δίνει στον αναγνώστη. Ο Δημήτρης Τζιόβας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, φιλόλογος και συγγραφέας, σ’ ένα εισαγωγικό του κείμενο στο μυθιστόρημα του Νταίηβιντ Λοτζ «Αλλάζοντας θέσεις» γράφει ότι, «το καλό μυθιστόρημα είναι σαν τη σεξουαλική πράξη δεν υφίσταται χωρίς σύντροφο ή συμμέτοχο (τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια)»[5]. Πιστεύω πως και η ποίηση είναι σαν τη σεξουαλική - ερωτική πράξη, μακριά, βέβαια, από τη συχνή θεώρηση που οι περισσότεροι έχουν για τη σεξουαλικότητα, ως μια δηλαδή επιδερμική εκδήλωση πάθους, κι όχι ως μια υπαρξιακή και ιερή δύναμη. Το γράφει κι ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «-Ήτανε που δεν το υπόφερα να ‘μαι μισός σ’ αυτό τον κόσμο· κι αποζητούσα την Ποίηση σαν τη γυναίκα· να μου δώσει ένα παιδί, μήπως κι απ’ το ΄να στ’ άλλο δεν πεθάνω. Ποτέ δεν πήγε ο νους μου να φωνάξω που όλα γύρω μου ήτανε θολά. Μια φουχτιά νερού καθάριου ας ήταν δυνατόν να σώσω. Έκλαια μπρος στα κύματα κι έβλεπα στα ποιήματα να καθαρίζει ο ουρανός»[6]. Αυτή τη διάσταση της ερωτικής σχέσης της ποίησης με τον αναγνώστη, μπορεί να τη βρει ο αναγνώστης και στην ποίηση της κας Αρβανίτη, φτάνει με ερωτικό οίστρο να απαγγείλει τους στίχους από το Αυγουστιάτικο ποίημά της «Ωδή στο διπλό ουράνιο τόξο»: «Χρώματα επτά, ιερός αριθμός, / όσα τα τσάκρα του κορμιού, / οι νότες, τα μυστήρια, οι σοφοί, / οι μέρες της εβδομάδας, / τα θαύματα του κόσμου, / του έρωτα η εκτόξευση στον έβδομο ουρανό»[7]. Για όσες κι όσους δεν γνωρίζουν τι είναι τα τσάκρα, σημειώνω ότι πρόκειται για εκείνα τα επτά βασικά ενεργειακά σημεία του ανθρώπινου σώματος που κατανέμονται κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης και επηρεάζουν τη σωματική και συναισθηματική ταυτότητα του ανθρώπου. Σημειώνω, επίσης, ότι τα τσάκρα αναφέρονται και στην ινδική φιλοσοφία.
Επιμένω στην ποίηση. Σε μια εποχή, όπως είναι η σημερινή, ανέραστη, εποχή διαχωρισμού του ανθρώπινου βίου από τον πολιτισμό, εποχή υπερπληροφόρησης κατά της πληροφορίας, εποχής εν τέλει, που, «Τα συμπυκνώνουμε σε λίγες ώρες όλα», πως «Γίνεται μια μέρα να χωρέσει / σύσσωμη την πληθωριστική έκρηξη / του τιμάριθμου της απληστίας μας;» καθώς ερωτά η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα»[8], η ποίηση είναι «ένα αγωνιώδες ερωτηματικό και περιμένει εκείνον τον ποιητή που θα απαντήσει. Και καθόλου δεν υποπτεύεται ότι και ο ποιητής, όταν γράφει, στο χάος της προσωρινότητάς του περιπλανάται ρωτώντας. Η ποίηση κι αν είναι που ζητά απαντήσεις!» υποστηρίζει η Κική Δημουλά σε μια συνέντευξή της[9]. Απαντήσεις, όμως, όχι στο ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής». Γιατί, κατά την Δημουλά: «... αν διαβάζει κανείς ποίηση, δεν είναι γιατί ανακαλύπτει εκεί μέσα ιδέες και θέματα, όσο γιατί υποτίθεται ότι συναντά τη γλώσσα στην καλύτερή της ώρα. Και εγώ δίνω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτή τη συμπεριφορά της γλώσσας, η οποία είναι σαν να βάζει τα καλά της για να ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερη αξίωση. Επομένως, συνιστώ την ποίηση, χωρίς να βαριέστε και χωρίς σαν κουράζεστε. Και μην ψάχνετε να βρείτε… “τι εννοεί ο ποιητής”. Ακούστε μόνο αν έχει κάποιο ήχο, κάποιο ρυθμό, αν αυτές οι λέξεις σάς λένε κάποια μυστικά»[10].

≠≠≠

Κυρίες και κύριοι, δέχθηκα να μιλήσω απόψε για την ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη με δυσκολία. Όταν με προσκάλεσε η Πέρθα Καλέμη -την ευχαριστώ θερμά- της ζήτησα πρώτα να δω το βιβλίο. Πράγματι, όταν μού το ‘φερε στο σχολείο, ξεφυλλίζοντάς το διαπίστωσα το πρώτο βασικό θετικό χαρακτηριστικό του. Είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Θα μου πει κάποια-κάποιος: μα, τόση αξία δίνεις στους τόνους. Απαντώ ευθύς αμέσως, ξεκάθαρα. Ναι! Η γραμματική δεν είναι κανόνας, αλλά εργαλείο για να κατανοήσουμε τη γλώσσα, λέγει ο Fernando Pessoa, κορυφαίος Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Δεν χωρά αμφιβολία ότι, η ποίηση που δεν έχει στοιχεία τονισμού στις λέξεις της δεν είναι ποίηση. Της λείπει η μουσικότητα και ο ρυθμός.
Δεύτερο ποιοτικό χαρακτηριστικό της ποιητικής συλλογής της κας Αρβανίτη είναι η μνήμη, ο νόστος, η λυρικότητα· η τελευταία είναι βασική συνιστώσα του ποιητικού λόγου, που εκφράζει βαθιά υποκειμενικά συναισθήματα, που εστιάζει στη μουσικότητα της γλώσσας, με πλούσιες εικόνες, που στον αναγνώστη δίνει τη δυνατότητα να εξερευνήσει όχι μόνο τον κόσμο του ποιητή αλλά και τον δικό του.
Η ποιήτρια ψέγει εκείνο το «Κάτι σάπιο υπάρχει εκεί στο / βασίλειο της Δανιμαρκίας», κατά τον σοφό Άμλετ του Σαίξπηρ. Στο ποίημά της «Παγόνι» ακολουθεί τον Σαίξπηρ. Τέσσερεις από τις έντεκα στροφές του αξίζει να τις απαγγείλω, δια του λόγου το αληθές: «Παγόνι είσαι· / παγώνει το βλέμμα σαν σε θωρεί / με ανοιχτά φτερά, βεντάλια υπεροψίας. / Μ’ ένα πολύχρωμο μάτι σε κάθε φτερό / κρυφοκοιτάζει πόσο σε θαυμάζουν / οι αυλικοί της Δανιμαρκίας». […] «Πατάς επί θυμάτων, ψηλότερο να δείξεις. / Το κρώξιμο προαναγγέλλει αγριότητα, / οσάκις καιροφυλακτείς για νέο θήραμα». // «Κίνδυνος ελλοχεύει αναπόφευκτος / θύμα άλλου θύτη να βρεθείς και σύ. / Έτσι άδοξα σαφώς κλείνει ο κύκλος / των οπαδών του δόγματος Δοξάστε με. / Αξίωμα της φύσης, / νομοτελειακό χαστούκι / στους μειοδότες της ταπείνωσης». // Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία, / όπου σ’ ένα σου άδικο ξέσπασμα / σ΄ ώθησαν βολεμένοι σαλτιμπάγκοι αυλικοί / κι έκοψες την ουρά σου, ιδίοις χερσί»[11]. Ολίγα τινά για τους συμβολισμούς που έχει το γλυκύτατο αυτό πολύχρωμο πλάσμα της φύσης, που λέγεται παγόνι: αθανασία, ανάσταση, ομορφιά, αγιότητα, αγάπη είναι οι συμβολισμοί του. Στην ελληνική μυθολογία ήταν το ιερό πτηνό της θεάς Ήρας· αυτή λένε ότι τοποθέτησε τα μάτια του τερατόμορφου Άργου του Πανόπτη στην ουρά του[12]. Ωστόσο, πέρα από τον συμβολισμό της ομορφιάς μπορούμε να δούμε και τον συμβολισμό του θανάτου. Ο στίχος «Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία», πράγματι, μας δείχνει τη σαπίλα και τη θανατίλα της εποχής μας. Τη βιώνουμε καθημερινά: ναρκισσισμός, εξουσιομανία, διαπλοκή, μίσος, αποτελούν τα χαρακτηριστικά της ανέραστης εποχής μας κι η ποιήτρια κα Αρβανίτη, τον διαρκώς πτωτικό πολιτισμό μας, τον ψέγει με άριστη γνώση της ποιητικής γλώσσας, με μουσικότητα και με βαθιά νοήματα.
Η ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη περιλαμβάνει πέντε θεματικές ενότητες. Η τρίτη, με τίτλο: «Δώδεκα στιχοπλόκοι μήνες» είναι ένα εξαιρετικό ποιητικό καλαντάρι. Όποια κι όποιος όλες τις διαβάσει θα διαπιστώσει μια βαθιά λυρική, εσωτερική και πνευματική κατάθεση ψυχής. Μολονότι είναι η πρώτη προσωπική της ποιητική συλλογή είναι γεγονός ότι, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά ενός πρωτόλειου έργου, αλλά αντανακλά την ωριμότητα, την ευρυμάθεια και την πλούσια ανθρωπιστική παιδεία της δημιουργού. Μην ξεχνάμε πως η κα Αρβανίτη είναι φιλόλογος και χρησιμοποιεί λόγια ποιητική γλώσσα. Φέρνω ένα παράδειγμα: «Χορικό τραγωδίας με λόγο ηδυσμένο, / διεκτραγωδεί τα πάθια σου, / αλί και τρισαλί, / χώρα του ήλιου, της αβόγκηχτης πέτρας, / ως μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας», από το δεύτερο ποίημά της, με τίτλο «Ελλάδα μου»[13]. Ο τελευταίος στίχος, όπως γνωρίζετε, παραπέμπει στο έργο «Περί Ποιητικής» του Αριστοτέλη, το γνωστό απόφθεγμα: «έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης». Πρόκειται για αισθητική εμμονή θα ‘λεγα της ποιήτριας να γεφυρώσει την κλασική παιδεία με την σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα, μιας και η ποίηση αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο, όπου η εξιστόρηση γεγονότων διαπλάθει τον πνευματικό ορίζοντα των ανθρώπων, σφυρηλατεί ακόμα και την ιστορική του συνείδηση. Τα δύο ποιήματα με τίτλο: «Έπλεξα κορνίζα από στίχους», είναι ένα θυμητάρι μνημοσύνης των μπαρουτοκαπνισμένων «απ΄ της Σμύρνης τη φωτιά» τραγικών ανθρώπων της Μικρασιατικής προσφυγιάς [14].
Διαβάζοντας ως θεολόγος ποιήματα της κας Αρβανίτη διαπίστωσα πως έχει και θεολογικές αναζητήσεις. Ενδεικτικό παράδειγμα οι παρακάτω στίχοι, στο ποίημα: «Για τον φόβο χρυσοδάκτυλων»: «Φαινόμενο σαφώς αποκαρδιωτικό. / Άγιες Κυριακές, δίχως παπά κι ευλογητό; / Κάθε μάνταλο σε ναό / ίδιο καρφί ‘ναι σταυρικό» και «Το γνώριζε Εκείνος / σαν έλεγε στη Σαμαρείτιδα: / “Πνεύμα ο Θεός” / Κι εμείς που ψάλλουμε: / “Έν εκκλησίαις ευλογείτέ Τον” / τις φτιάξαμε / τις κλείσαμε / και τις ανοίγουμε, / στην έσχατη περίπτωση, / άπαξ της εβδομάδας, / και μόνο για λειτουργικό σκοπό. / Για τα λοιπά πνευματικά σκιρτήματα / υψώνεται τοίχος, / τείχος απροσπέλαστο. / Ντιν ντον, ντιν νταν ντονν»[15].
Θα κλείσω την ομιλία μου με μια επισήμανση, βασική κατ’ εμέ. Στο ποίημα «Πιπερόριζα» η κα Αρβανίτη καταγράφει στίχους από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, με την έμπνευσή της να είναι δεδομένη. Είναι γνωστό ότι, οι επιδράσεις του κορυφαίου, παγκόσμιου Ελύτη σε πολλούς σήμερα ποιητές διαμορφώσαν και συνεχίζουν να διαμορφώνουν καθοριστικά την πορεία της σύγχρονης ποίησης. Όπως, άλλωστε, το γράφει κι ίδιος ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «Τι στιγμή που η αόρατη, αλλά γι’ αυτό πιο ουσιαστική, πιο συγκλονιστική θαυματουργία συνεχίζεται με τη μορφή ενός απλού άνθους που ανοίγει τα πέταλά του ή μιας θάλασσας που στραφτοκοπάει στον ήλιο, έχει το δικαίωμα να ελπίζει κανείς ότι, ανάμεσ’ από τα φοβερά κυκλοτρόνια, και τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, μια μέρα, όπως ανάμεσ’ από δύο μαλτεζόπετρες, θα ξεφυτρώσει πάλι, σαν καταπόρφυρη παπαρούνα, η Ποίηση. Δεν μιλώ για την ικανότητα να συνθέτει κανένας στίχους αλλά για την άλλη – ν’ ανασυνθέτει τον κόσμο κυριολεκτικά και μεταφορικά, έτσι που οι πόθοι του όσο περισσότερο καταφέρνουν να πραγματοποιούνται τόσο και πιο πολύ θα συντελούν στο να υλοποιηθεί ένα Αγαθό αποδεκτό από το σύνολο των ανθρώπων»[16]. Αυτά, ο Ελύτης.
«Τριγύρω το αγέρι ευωδιάζει / δέησης μοσχολίβανο και Άξιον Εστί / Απ’ το εωθινό λιβανωτό της Μητροπόλεως»[17]. Αυτά, η ποιήτρια κα Αρβανίτη.

[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της κας Εύας Αρβανίτη -Μιχαλοπούλου, στο πλαίσιο της 6ης Έκθεσης Βιβλίου «Στράτης Μυριβήλης» του Δήμου Μυτιλήνης (Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026).
[2] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο, σσ. 11-13.
[3] ΒΕΛΕΡΥ. (1996). Επιλογή από το έργο του. Εισαγωγή – μετάφραση Χαρά Μπανάκου – Καραγκούνη. Αθήνα: Στιγμή, σ. 71,
[4] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 28.
[5] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ. (1995). «Γράμμα από το Brummidge», στο: Νταίηβιν Λοτζ, Αλλάζοντας Θέσεις. Αθήνα: Πόλις, σ. 6.
[6] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (2000). Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 16-17.
[7] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 86.
[8] Οπ., π., σ. 101.
[10] ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. [Αφορισμοί], στο: Εντευκτήριο, τχ. 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008) 154.
[11] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 43-44.
[12] PIERRE GRIMAL. (1991). «Άργος», στο: Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Επιμέλεια Βασίλειος Άτσαλος. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 103.
[13] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 21.
[14] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 34-38.
[15] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 94-95, 96-97. Πρβλ., στίχους στα ποιήματα: «Αφανείς ποιητές», «Το δικό σου τ’ όνειρο», «Φως πασιφανώς», «Τίτλος: Δρόμος στρωμένος έχιδνες. Υπότιτλος: Ζωή σπαρμένη φίδια», «Της γλώσσας το κεντρί», «Ομορφιάς πινελιές στο νησί με τις ελιές», «Ωδή σε διπλό ουράνιο τόξο», «Δεκέμβρης εσύ», «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα», «Διάδοχος ΜΗΤΕΡΑ», «Ποιος είσαι σύ;», «ΕΣΥ κι εγώ».
[16] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Όπ., π., σ. 36.
[17] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 49.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

ΛΕΣΒΙΟΙ ΦΙΛΟΛΟΓΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Σε εποχή της απελπισίας και της βαρβαρότητας –καθημερινά τη βιώνουμε- μας σώζουν οι φιλόλογοι. Ναι, οι φιλόλογοι, όσο κι αν αυτό φαίνεται σε κάποιους παράξενο. «Διάκονοι» των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, λειτουργοί της εκπαίδευσης, ερευνητές και συγγραφείς, διανοούμενοι κάποιοι, προασπίζουν τον πολιτισμό μας, τη γλώσσα μας, την ιστορία μας, τη φιλοσοφία μας, τα γράμματα και τις τέχνες μας.
Πριν λίγες ημέρες, το Σάββατο 11 Ιουνίου, τελευταία ημέρα της 6ης Έκθεσης Βιβλίου Μυτιλήνης «Στράτης Μυριβήλης», που με επιτυχία οργάνωσε ο Δήμος Μυτιλήνης, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Λέσβου, σε συνεργασία με το ιστορικό Βιβλιοπωλείο Χατζηδανιήλ και τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, βράβευσε διακεκριμένα μέλη του για το συγγραφικό - ερευνητικό τους έργο και την προσφορά τους στη Λεσβιακή Γραμματεία. Τα ονόματα των συναδέλφων είναι γνωστά στην τοπική εκπαιδευτική μας κοινότητα: Στρατής Αναγνώστου, Βασίλης Γεώργας, Γεώργος Διγιδίκης, Βασιλική Κουρβανιού, Βασίλης Κωμαϊτης, Κλεονίκη Μαρμάρου, Παναγιώτης Σκορδάς, Χρήστος Σταυράκογλου, Χρήστος Χατζηλίας. Δεν θα αναφερθώ στο συγγραφικό έργο του καθενός και της καθεμιάς. Αυτό, άλλωστε, είναι γνωστό σ’ όποιον αγαπά και ασχολείται με τη Λεσβιακή Γραμματεία. Εξάλλου, όσοι βρεθήκαμε στην εκδήλωση βράβευσής τους, τους χειροκροτήσαμε, τους θαυμάσαμε, συγκινηθήκαμε ακούγοντάς τους να μιλάνε για τον συγγραφικό τους κάματο και μόχθο. Απεναντίας, επιθυμώ να σταθώ σε τρία, αποφθέγματα θα ‘λεγα, κορυφαίων συγγραφέων τα οποία, πιστεύω, ότι «ταιριάζουν γάντι» με την ιστορική, φιλολογική και λογοτεχνική δημιουργία των συναδέλφων βραβευθέντων φιλολόγων, «ταιριάζουν γάντι» με την «πένα και το ξίφος τους».
«Το γράψιμο γίνεται όπως η χειρουργική, από έξω προς τα μέσα. Έχεις μπροστά σου μια ανοιχτή κοιλότητα και εκεί μέσα βάζεις τα χέρια σου και εργάζεσαι, κόβεις και ράβεις, Ανοίγεις και κλείνεις». ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ
«Το ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: μα το σέρνει πάντοτε μαζί του – ή τον σέρνει· […] Το εργαστήρι του συγγραφέα; Μα δεν είναι άλλο: αυτός είναι». ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
«Ο συγγραφέας δεν πρέπει να ερμηνεύει. Μπορεί όμως ν’ αφηγηθεί γιατί και πως το έγραψε». […] «Πιστεύω ότι για ν’ αφηγηθείς πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να κατασκευάσεις έναν κόσμο, όσο το δυνατόν πιο εμπλουτισμένο ως τις έσχατες λεπτομέρειες». […] «Ρυθμός, ανάσα, επιτίμιο… Για ποιον, για εμένα; Όχι βέβαια· για τον αναγνώστη. Γράφουμε σκεπτόμενοι κάποιον αναγνώστη. Κατά τον ίδιο τρόπο ο ζωγράφος ζωγραφίζει σκεπτόμενος τον θεατή του πίνακα». ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Να θυμίσω ότι, η εκδήλωση βράβευσης ήταν αφιερωμένη στον ΔΑΣΚΑΛΟ Παναγιώτη Παρασκευαΐδη, που γι’ αυτόν «οι ατίθασοι και δύσκολοι στη σχολική τάξη μαθητές, ήταν επαναστάτες και ξύπνιοι· δεν τους τιμωρούσε εύκολα»· τάδε έφη ένας μαθητής του, όταν πριν λίγους μήνες επισκέφτηκε την Ιστορική Βιβλιοθήκη του πάλαι ποτέ Γυμνασίου Μυτιλήνης, είδε και θαύμασε τη δωρεά της βιβλιοθήκης του αλησμόνητου Παναγιώτη Παρασκευαΐδη.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Η ηθική πάλη έχει τραγικό χαρακτήρα

ΛΩΤ

Που να με νιώσεις, γερο-Αβραάμ; Είσαι αγνός, εσύ, υπάκουος, λες Ναι! Και κολνούν τα χείλια σου· δεν έχει άγρια καρδιά, να παλεύεις μαζί της. Η ψυχή σου κι η καρδιά σου, δύο μερωμένες καμήλες, ζεμένες και σε πάνε ίσια γραμμή στο Θεό…
Κοιτάς τ’ άστρα και λες: Τόσα τ’ αγγόνια μου και τόσα τα δισέγγονα. Εγώ κοιτάζω τ’ άστρα και λέω: Τόσα τα κρίματά μου!
Η αρετή μου δεν είναι εμένα περιβόλι να σεργιανίζω το δειλινό και να κουβεντιάζω με το Θεό· είναι γκρεμός, και γκρεμίζουμαι. Ολημέρα παίζω την ψυχή μου και την κερδίζω· οληνύχτα παίζω την ψυχή μου και τη χάνω!
Άγγελε της φωτιάς, άγγελε της φωτιάς, κατέβα από τον ουρανό, κάμε με στάχτη· γέμισε τη φούχτα σου, πήγαινέ τη στο Θεό, να μερώσει… Άγγελε της φωτιάς, φύλακα άγγελέ μου, κατέβα!

ΑΒΡΑΑΜ

Μη φωνάζεις, αντάρτη, τον άγγελο της φωτιάς, θα κατέβει· φώναξε τον άγγελο της λύτρωσης!

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ. (1998). «Σόδομα και Γόμορα», στο: Θέατρο. Τραγωδίες και διάφορα θέματα, τ. Γ΄. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, σσ. 330-331· [με επιμέλεια Πάτροκλου Σταύρου είναι ανατύπωση της έκδοσης του 1956]. Τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.


RAFFAELLO Sanzio. Decoration of the Loggetta Fresco Palazzi Pontifici. Vatican. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Το μυθιστόρημα ως κοσμολογική πράξη και η κατασκευή του αναγνώστη

«Ο συγγραφέας δεν πρέπει να ερμηνεύει. Μπορεί όμως ν’ αφηγηθεί γιατί και πως το έγραψε».

«Πιστεύω ότι για ν’ αφηγηθείς πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να κατασκευάσεις έναν κόσμο, όσο το δυνατόν πιο εμπλουτισμένο ως τις έσχατες λεπτομέρειες».

«Ρυθμός, ανάσα, επιτίμιο… Για ποιον, για εμένα; Όχι βέβαια· για τον αναγνώστη. Γράφουμε σκεπτόμενοι κάποιον αναγνώστη. Κατά τον ίδιο τρόπο ο ζωγράφος ζωγραφίζει σκεπτόμενος τον θεατή του πίνακα».


ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ. (1985). Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Αθήνα: Γνώση, σσ. 15, 25, 45.