Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

«Ιεραποστολή και Πολιτισμός. Το διαχρονικό παράδειγμα μαρτυρίας των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου»

Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΥ


Εισαγωγή[1]

Το ιεραποστολικό έργο των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου είναι μοναδικό στην Ιστορία. Σε μεγάλο βαθμό το επίτευγμά τους οφείλεται στον τρόπο διαχείρισης του σλαβικού πολιτισμού. Δεν τον αρνήθηκαν, ούτε τον υποτίμησαν, αλλά τον εξύψωσαν. Σύνδεσαν την εκκλησιαστική ζωή, τη θεολογική σκέψη και τις αξίες των Βυζαντινών με την κοινωνία και τον πολιτισμό των Σλάβων, χωρίς να χαθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα των τελευταίων.
Ουσιαστικά οι δύο άγιοι ως απεσταλμένοι του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μεγάλου Φωτίου, εργάστηκαν για τη σάρκωση του Λόγου του Θεού στον σλαβικό πολιτισμό. Αυτή η μέθοδος δεν είναι καινούρια για την Εκκλησία. Θεμελιώνεται στο παράδειγμα επικοινωνίας πολλών ιεραποστόλων, ανδρών και γυναικών. Η προσέγγιση αυτή στον πολιτισμό είναι αναμφίβολα χρήσιμη για τις νέες ανά τον κόσμο εκκλησίες αλλά και ενδεχομένως και για την ποιμαντική στους χριστιανούς.

Ο σεβασμός της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας και των θρησκευτικών παραδόσεων κάθε λαού

Στον Ορθόδοξο χώρο ο πολιτισμός θεωρήθηκε ως μέσο διάδοσης του μηνύματος του Ευαγγελίου και ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των ιεραποστόλων και των γηγενών. Προφανώς αυτή η πολιτισμική συνάντηση προϋποθέτει τη βαθιά γνώση, τον σεβασμό και τη δημιουργική αξιοποίηση των συμβολικών εκφράσεων, των ηθικών αξιών, των κοινωνικών αναπαραστάσεων και οπωσδήποτε και των θρησκευτικών δοξασιών κάθε λαού.
Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Θεολόγο, ο πολιτισμός κάθε λαού έχει την πηγή της δημιουργίας του στην αναζήτηση του Θεού. Οι πρώτοι χριστιανοί, όπως ο Απόστολος Παύλος, αξιοποίησαν δημιουργικά τις πολιτιστικές και θρησκευτικές αναπαραστάσεις των ανθρώπων της εποχής τους για να μεταδώσουν το Ευαγγέλιο. Με περισσή τόλμη ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και άλλοι Πατέρες, μίλησαν για τον «άσαρκο Λόγο» που καθοδήγησε σε μοναδικά επιτεύγματα τους Αρχαίους Έλληνες. Έτσι λοιπόν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και παιδεία θεωρήθηκαν ως προπαρασκευή για την εν Χριστώ διδασκαλία.
Κάτι αντίστοιχο έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Πριν την αποστολή τους, μελέτησαν και γνώρισαν σε βάθος τον σλαβικό πολιτισμό για να τον κατανοήσουν. Στη συνέχεια τον αξιοποίησαν ως «αγωγό» μετάδοσης του μηνύματος του Ευαγγελίου και κωδικοποίησης των χριστιανικών αληθειών. Όσα στοιχεία ήταν ενάντια με το εν Χριστώ ήθος, τα περιόρισαν ή τα αποκόψανε σταδιακά. Άλλα πάλι τα μεταμόρφωσαν, προσφέροντας τους ένα νέο νόημα.
Ενδεικτικά αναφέρω τρία παραδείγματα από τη σύγχρονη ιεραποστολή. Η πολυγαμία δεν είναι αποδεκτή στον Χριστιανισμό. Στις αφρικανικές φυλές ομάδες η πολυγαμία των ανδρών δε σχετίζεται με την ηδονή, αλλά με την αγωνία για επιβίωση στις ζούγκλες και τις άγριες σαβάνες καθώς και με τη διατήρηση της επικοινωνίας με τους προγόνους. Προφανώς η πρακτική αυτή είναι ενάντια στο χριστιανικό ήθος και θα πρέπει να αποκοπεί ριζικά. Συνήθως αυτό το πετυχαίνουν οι ιεραπόστολοι μετά από 2-3 γενιές. Τότε γίνεται σε βάθος κατανοητή η ιερότητα του γάμου, και ότι αυτό το Μυστήριο είναι μέγα και αποτυπώνει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία.
Εξάλλου σε πολλούς πολιτισμούς της Αφρικής και της Ανατολικής Ασίας οι πρόγονοι λατρεύονται ως μικροί θεοί, που όμως καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Οι Αφρικανοί προσφεύγουν και ικετεύουν τους προγόνους για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής και να λάβουν σημαντικές αποφάσεις. Αν και πιστεύουν σε έναν ανώτερο θεό, ωστόσο δεν τον επικαλούνται. Μάλιστα η προγονολατρία είναι τόσο σημαντική, ώστε οι σαμάνοι που επικοινωνούν με τους προγόνους, καθορίζουν τη ζωή και τις επιλογές της κοινότητας. Προφανώς αυτή η λατρεία δεν είναι αποδεκτή στον Ορθόδοξο κόσμο. Ωστόσο οι δοξασίες αυτές μπορούν να μεταμορφωθούν νοηματικά και να λειτουργήσουν ως γέφυρα για την ανάδειξη της τιμής των αγίων και της ιερότητας των μνημόσυνων στη ζωή της Εκκλησίας.
Το τρίτο παράδειγμα αναφέρεται σε πολιτιστικά στοιχεία που μπορούν να γίνουν αποδεκτά δίχως αλλαγή. Τέτοια είναι τα σύμβολα στον γάμο, π.χ., αντί για στεφάνια να χρησιμοποιούνται τοπικά στοιχεία ή η μουσική, τα τύμπανα και ο χορός, όπως συμβαίνει στη λατρεία της Αφρικανικής Ορθοδοξίας.
Αυτή άλλωστε είναι η πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο διάλογο με τις ετερότητες. Γι’ αυτό οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι έχουν το χρέος να μελετούν διαρκώς τις πολιτιστικές εκφράσεις, τη θρησκεία και τις κοινωνικές αξίες του έθνους, που καλούνται να κηρύξουν. Πολλές φυλές που θεωρούνται πρωτόγονες για τα στενά κριτήρια του δυτικού πολιτισμού, έχουν μία μεγάλη πολιτιστική εξέλιξη και έναν πολιτιστικό κώδικα, με τον οποίον αναπαριστούν τις εμπειρίες και τα βιώματά τους. Ο εθιμικός αυτός κώδικας απαιτείται να μελετηθεί σε βάθος και να αξιοποιηθεί για να μεταδοθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση η επιθετική και δίχως αξιολόγηση απόρριψη των τοπικών πολιτιστικών στοιχείων απογυμνώνει τον εθιμικό πλούτο των γηγενών. Οι ντόπιοι λειτουργούν νοσηρά, αφού αποδέχονται δίχως αφομοίωση ξενότροπα νοητικά κατασκευάσματα. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε πολλές φορές από δυτικούς ιεραποστόλους, οι οποίοι απέρριψαν καθετί τοπικό ως ειδωλολατρικό. Το αποτέλεσμα ήταν το ιεραποστολικό τους έργο να μην αποκτήσει ρίζες και να αποτύχει εξ ολοκλήρου με το πέρασμα του χρόνου.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι η σάρκωση του Λόγου του Θεού σε κάθε πολιτισμό με κριτικό τρόπο και δημιουργική σκέψη. Το γράφει πολύ ωραία ο Μέγας Βασίλειος, ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα «προς το αγαθόν οικειώσεως» (ΒΕΠ 53, 148). Έργο των ιεραποστόλων δεν είναι η πολιτιστική αφομοίωση των γηγενών ή η εξαφάνιση του πολιτισμού τους. Χρέος τους είναι ο διάλογος, η γόνιμη αλληλεπίδραση και η δημιουργική σύνθεση μεταξύ των πολιτισμών. Κάθε λαός καλείται να αναπτύξει τον δικό του πολιτισμό μέσα από τις ευαγγελικές σταθερές και ξέχωρα από εθνικιστικά και ξένα προσωπεία.
Αποκορύφωμα αυτού του τρόπου εργασίας αποτελεί η μετάφραση των ιερών κειμένων (Αγία Γραφή, Πατέρες, Λειτουργικά Κείμενα) στη γλώσσα και τις διαλέκτους κάθε λαού. Το παράδειγμα των ισαποστόλων αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου παραμένει μοναδικό στην χριστιανική ιστορία. Στην προσπάθεια τους να μεταφέρουν το Ευαγγέλιο στους Σλάβους, ασχολήθηκαν συστηματικά με τη δημιουργία ενός αλφαβήτου, στο οποίο θα μπορούσε να καταγραφεί η μέχρι τότε προφορική σλαβική γλώσσα. Έτσι λοιπόν οι Σλάβοι για πρώτη φορά πέρασαν από τον προφορικό στο γραπτό λόγο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια γενναία αναβάθμιση του σλαβικού πολιτισμού αλλά και ευρύτερη προαγωγή του πολιτισμού.

Η δημιουργία στελεχών και η σύσταση Τοπικής Εκκλησίας

Όλα όσα αναφέρθηκαν απαιτούν τη συνεργασία με τα γηγενή στελέχη. Αυτό άλλωστε έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος και συνεργάστηκαν με τους ντόπιους μαθητές τους Κλήμη, Ναούμ, Σάββα, Γεράσιμο και Αγγελάριο. Όλοι μαζί αποτέλεσαν τους άγιους Επτάριθμους. Αυτοί συνέχισαν τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου στις γύρω περιοχές.
Και στις μέρες μας, η χειροτονία ιθαγενών κληρικών και η δημιουργία ομάδας γηγενών λαϊκών στελεχών, ανδρών και γυναικών, καλλιεργεί σχέσεις εμπιστοσύνης με την τοπική κοινότητα και διευκολύνει την κωδικοποίηση του Ευαγγελίου στον τοπικό πολιτισμό. Έτσι λοιπόν δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια γνήσια και προσωπική «ψηλάφηση» της αναστάσιμης εμπειρίας από τους νεοφώτιστους. Κατά αυτόν τον τρόπο οι κατηχούμενοι μπορούν να μεταβληθούν σταδιακά σε νέους ιεραποστόλους.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, «κάθε Εκκλησία, χωρίς να απωλέσει την “τοπική” της ταυτότητα, οφείλει να αναπτύξει την “καθολικότητα” της, ζώντας οργανικά την παράδοση, την ενότητα και την κοινωνία με την «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία» (2000:125). Και αυτή είναι η καθοριστική συμβολή των γηγενών στο ιεραποστολικό κήρυγμα.

Επίλογος

Η προσωπικότητα του ιεραποστόλου αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα για τον ευαγγελισμό των εθνών. Ο ιεραπόστολος συνταράσσεται υπαρξιακά από την Ανάσταση του Χριστού και επιθυμεί να μοιρασθεί αυτή την εμπειρία και με άλλους ανθρώπους. Το βίωμα αυτό τον οδηγεί να κηρύξει το Ευαγγέλιο με φιλική διάθεση, έργα διακονίας και με αυτοθυσιαστικό φρόνημα. Αυτό άλλωστε έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος και αποτελούν διαχρονικά πρότυπα αποστόλων. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν όλοι οι μετέπειτα κήρυκες του Ευαγγελίου στα έθνη, όπως ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας, ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος που διακόνησε στην Αφρική, η οσία Γερόντισσα Γαβριηλία, ο αρχιμανδρίτης Κοσμάς Γρηγοριάτης, ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος Γιαννίρης, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ο Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας Αμφιλόχιος και άλλοι πολλοί. Όλοι τους δεν αναζητήσαν την πολιτιστική ομοιομορφία, αλλά την ομοψυχία στην πολυφωνία.
Σήμερα το παράδειγμά των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου είναι σημαντικό και για την ποιμαντική εργασία της Εκκλησίας, ώστε οι χριστιανοί να μάθουν με σωστό τρόπο την πίστη τους, χωρίς θρησκοληψία ή φανατισμό. Το διαδίκτυο και ο σύγχρονος πλουραλιστικός τρόπος ζωής έχουν οδηγήσει στη διαμόρφωση ποικίλων αναπαραστάσεων και διαφορετικών αντιλήψεων, ακόμη και μεταξύ των ατόμων που έχουν κοινή εθνική καταγωγή και θρησκευτική πίστη. Ειδικά οι νέοι επικοινωνούν με τους δικούς τους κώδικες και επιλέγουν τις δικές τους πολιτιστικές εκφράσεις, που είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες των προηγουμένων γενιών. Επομένως και εδώ απαιτείται μια ανάλογη προετοιμασία για να κωδικοποιηθεί το αναλλοίωτο μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας στις αναζητήσεις των νέων.
Άλλωστε, «ο μεν θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως είναι λίγοι· παρακαλέστε, λοιπόν, τον κύριο του θερισμού να βγάλει εργάτες στον θερισμό του» (Μτ. 9:37-38)!

Αναφορές

Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Τίρανα 2000.
Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Έως εσχάτου της γης. Ιστορικά ιεραποστολικά μελετήματα, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2009.
Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Στην Αφρική. Άρθρα, μελέτες, απολογισμοί, οδοιπορικά (Με ανταποκρίσεις συνεργατών), εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2010.
Βασιλείου Μέγα, Ερώτησις Β’ . ΒΕΠ 53, 148.
Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος θεολογικός Ε΄ Περί του Αγίου Πνεύματος, PG 36.
Ιουστίνου Μάρτυρος, Απολογία Β΄).
Ευαγγέλου Ηλία, Ιστορία της Μεσαιωνικής Γραμματείας των Ορθοδόξων Σλάβων, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2023.
Κούκουρα Δήμητρα, Το κήρυγμα της Εκκλησίας και η διαμόρφωσή του. Ομιλία - Λόγος, εκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 2019.
Ματσούκα Νίκου, Ορθοδοξία και αίρεση στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ αιώνα, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992.
Παναγιωτόπουλου Πέτρου, «Η ιεραποστολή ως πληρότητα», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 145 (2018), σελ. 15-21.
Παπαθανασίου Θανάση, Πες το στον άνεμο! Μελέτες για το ειδύλλιο Μαύρης Αφρικής και Χριστιανισμού, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2022.
Ταρνανίδη Ιωάννη, Μεσαιωνική Γραμματεία των Σλάβων, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013.
Τσιρέβελου Νικολάου, Θεολογική θεμελίωση της Ορθόδοξης Μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2015.
Τσιρέβελου Νικολάου, Ένας πρόδρομος της Ορθόδοξης Μαρτυρίας στην Οικουμένη. Άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2019
Τσιρέβελου Νικολάου, Η Ορθόδοξη Μαρτυρία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο ρόλος των ιεραποστολικών περιοδικών Πορευθέντες και Πάντα τα Έθνη, εκδ. Αρμός, Αθήνα

[1] Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της Εσπερίδας με θέμα: «Η Ιεραποστολή χθες και σήμερα. Από τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο στη σύγχρονη Ιεραποστολική Μαρτυρία», η οποία πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Προσκυνηματικό Ναό Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026. Ο Νικόλαος Τσιρέβελος, είναι δρ Θεολογίας ΑΠΘ - Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘκαι Διδάσκων στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο ΛΟΓΟΣ

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

STING: La Belle Dame Sans Regrets


ΠΗΓΗ: Sting

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για την ΥΠΟΤΑΓΗ του Μισέλ Ουελμπέκ


Σχεδόν 10 χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Υποταγή» του Μισέλ Ουελμπέκ συζητάμε μερικά επίδικα που έθεσε το βιβλίο:
Είναι απάντηση στον Ευρωπαϊκό Μηδενισμό το Ισλάμ;
Μήπως το ενιαίο συμπαγές Ισλάμ είναι κατασκευή που χρησιμοποιείται ως φόβος;
Η λογοτεχνία του Ουελμπέκ έχει αξία ή απλώς είναι πανέξυπνα σκαριφήματα;
Μήπως τελικά ο Ουελμπέκ αναζητά μια τεχνική λύση, μέσω ενός «νεοφιλελεύθερου Ισλάμ», τελικά ως ένας προδρομικός «Μακρονισμός»;
ΠΗΓΗ: manolisgvardis


«“Ο συγγραφέας”, λέει ο Φρανσουά, ο αφηγητής της Υποταγής, “είναι πάνω απ’ όλα ανθρώπινο ον, παρόν στα βιβλία του”, και “μόνο η λογοτεχνία μπορεί να μας φέρει σε επαφή με το πνεύμα ενός νεκρού, πιο άμεσα, πιο ολοκληρωμένα και βαθύτερα από ό,τι θα κατάφερνε ακόμα και η συζήτηση με έναν φίλο”[1]. Σίγουρα αυτή η μυστηριώδη και συναρπαστική αίσθηση ένιωσε αρχικά ο Ουελμπέκ όταν ανακάλυψε το έργο του Σοπενάουερ· σίγουρα επίσης, αυτή την αποφασιστική για τον ίδιο συνάντηση θέλησε να μοιραστεί με τους αναγνώστες του προχωρώντας στη σύνταξη αυτού του κειμένου με τον υπαινικτικό τίτλο Σοπενάουερ παρόντος. Η δύναμη της αποκάλυψης που προκάλεσε μέσα του αυτή η ανάγνωση συνδέεται πράγματι, πέραν πάσης αμφιβολίας, με το σοκ που προκαλεί η αναγνώριση ενός alter ego με το οποίο καταλαβαίνεις εξαρχής πως θα συνάψεις μια μακροχρόνια σχέση συντροφικότητας. Ο Σοπενάουερ, ο ειδικός της οδύνης, ο ριζικός πεσιμιστής, ο μοναχικός μισάνθρωπος, αποδεικνύεται ανάγνωσμα “ανακουφιστικό” για τον Ουελμπέκ – με παρέα, νιώθεις λιγότερο μόνος. Μέχρι σημείου ν’ αναρωτιόμαστε: ήταν σοπεναουερικός ο Ουελμπέκ πριν διαβάσει Σοπενάουερ ή η ανάγνωση αυτή τον έκανε έτσι όπως τον ξέρουμε; Ήταν ήδη θεμελιωδώς “ασυμφιλίωτος” (με τον κόσμο, με τους ανθρώπους, με τη ζωή) ή ο Σοπενάουερ ήταν εκείνος που έσπειρε τον σπόρο της σύγκρουσης; Ο Ουελμπέκ αγαπούσε ήδη τους σκύλους περισσότερο απ’ ό,τι το ανθρώπινο είδος ή πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε, εδώ όπως και αλλού, την επίδραση του Άρτουρ; Όπως φαίνεται, μικρή σημασία έχει: μπαίνουμε εδώ στα μυστικά των αιώνιων ζευγαριών. Απεναντίας, είναι σίγουρο ότι το 1991, τη χρόνια που εμφανίζονται τα πρώτα δημοσιεύματα με υπογραφή Μισέλ Ουελμπέκ, βρίσκουμε τον Σοπενάουερ παντού: στον (ακραιφνώς σοπεναουερικό) τίτλο του δοκιμίου του για τον Λάβκραντ, Εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής· στην πρώτη φράση τού Μένοντας ζωντανός, “Ο κόσμος είναι μια ξεδιπλωμένη οδύνη”, που θυμίζει έντονα το αξίωμα του Σοπενάουερ σύμφωνα με το οποίο “Κάθε ζωή είναι κατ’ ουσίαν οδύνη”[2]· μέχρι και στους ακόλουθους στίχους, εντυπωσιακούς αν μη τι άλλο, από την πρώτη του ποιητική συλλογή, την Επιδίωξη της ευτυχίας:
Θέλω να σε σκέφτομαι, Άρτουρ Σοπενάουερ,
Σ’ αγαπώ και σε βλέπω στις αντανακλάσεις των
    τζαμιών,
Ο κόσμος είναι αδιέξοδος κι εγώ ένα γέρος
    κλόυν.
Κάνει κρύο. Κρύο πολύ. Αντίο, Γη».

[1] Μισέλ Ουελμπέκ, Υποταγή, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015, σσ. 13-14
[2] Arthur Schopenhauer, Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση, I, § 56.

Από τον πρόλογο του Αγκάτ Νόβακ – Λεσεβαλιέ, στο: ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ. (2002). Σοπενάουερ παρόντος, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σσ. 12-14.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Κριτήρια Εκκλησιαστικής Ζωγραφικής

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Θα συνεχίσουμε, όπως είχαμε υποσχεθεί (Η Καθημερινή, 1 Μαρτίου 2026), τη συζήτηση για την εκκλησιαστική ζωγραφική στην εποχή μας. Θα πιάσω το νήμα από το τέλος του προηγούμενου άρθρου, όπου έγραφα ότι «αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί». Ναι, αλλά ποιος θα το κρίνει αυτό; Και με τι κριτήρια; Αν πάρουμε ως αφετηρία την τεράστιας σημασίας συζήτηση που έγινε κατά την περίοδο της Έριδας των εικόνων, η Εκκλησία δεν όρισε τότε κριτήρια τεχνοτροπικά. Έκρινε ότι χωρίς εικόνες τίθεται υπό αμφισβήτηση η διδασκαλία της και πιο συγκεκριμένα το θεμελιώδες δόγμα της Ενσάρκωσης, δεν συζήτησε όμως ζητήματα τεχνοτροπίας, δεν αποφάσισε ένα συγκεκριμένο εκκλησιαστικό ύφος. Με μια λέξη, δεν υπάρχει Ορθόδοξη αισθητική!
Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσφεύγουμε σε κριτήρια αισθητικής ποιότητας για την εκκλησιαστική ζωγραφική. Ειδικά στην εποχή μας, όταν η τέχνη της Εκκλησίας έχει αποσυνδεθεί από την κοσμική τέχνη, από την τέχνη που δημιουργείται γύρω της, και οι σημαντικοί ζωγράφοι δεν ζωγραφίζουν πια εκκλησίες, πρέπει περισσότερο από άλλοτε να προσφεύγουμε σε τέτοια κριτήρια. Τα αισθητικά κριτήρια ωστόσο δεν αρκούν για να θεωρηθεί ένα έργο εκκλησιαστικό και να μπει σε μια εκκλησία, για να υπηρετήσει την κοινή λατρεία του Θεού. Οι εκκλησίες δεν είναι γκαλερί ούτε πινακοθήκες, και οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι φιλότεχνοι που κάνουν την κυριακάτικη βόλτα τους στα μουσεία, για να δουν τις νέες εκθέσεις.
Είναι απολύτως απαραίτητα και τα θεολογικά κριτήρια, με πρώτο και κυριότερο να εικονίζεται ο Ιησούς ως Χριστός, κάτι που κρίνεται κατεξοχήν στην παράσταση της Σταύρωσης. Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό δεν είναι ένας άνθρωπος που πεθαίνει, δεν γίνεται ποτέ πτώμα, είναι «κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός». Αυτό το κατόρθωσε μοναδικά η βυζαντινή τέχνη! Υπάρχουν πάμπολλα έργα σπουδαίων ζωγράφων, αληθινά αριστουργήματα, στα οποία ο εσταυρωμένος ή νεκρός Ιησούς εικονίζεται ως αποκρουστικό πτώμα. Με δυο λόγια, αισθητική αξία και εκκλησιαστικότητα δεν ταυτίζονται. Θα φέρω ένα παράδειγμα από τη σύγχρονη τέχνη και θα επικαλεστώ πάλι τον Μαριταίν, με τον οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτηση στο προηγούμενο κείμενο. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Αλμπέρ Σερβάς (Albert Servaes, 1883-1966), βαθιά πιστός Καθολικός (αλλά με αμαρτωλό πολιτικό βίο: ήταν χιτλερικός), ζωγράφισε το 1919 το γνωστό Καθολικό θέμα «Ο δρόμος του Σταυρού», με τις δεκατέσσερις στάσεις. Το 1921 το Βατικανό απαγορεύει την τοποθέτηση του έργου μέσα σε εκκλησίες. Ο Μαριταίν εκτιμάει και θαυμάζει το συγκεκριμένο έργο του Σερβάς, αναγνωρίζει ότι προκάλεσε μεγάλη θρησκευτική συγκίνηση, ακόμη και μεταστροφές, αλλά συμφωνεί με την απαγόρευση της Καθολικής Εκκλησίας. Το επιχείρημά του είναι ότι αποδίδει το πάθος του Χριστού ως ανθρώπινο, και όχι ως εκούσια θυσία του Υιού του Θεού («Quelques réflexions sur l’ art religieux», 1924, Jacques et Raïssa Maritain, Oeuvres Complètes, I, 1986, σ. 720-721). Η ιστορία με το έργο αυτό του Σερβάς είχε και συνέχεια αλλά δεν θα τη συζητήσουμε εδώ.
Αν συμφωνήσουμε ότι είναι απαραίτητος αυτός ο συνδυασμός αισθητικών και θεολογικών κριτηρίων, για να θεωρηθεί ένα έργο λειτουργικό (liturgical) και εκκλησιαστικό, παραμένει το ερώτημα ποιος θα το κρίνει αυτό. Ο Μαριταίν δέχεται ότι αυτό το αποφασίζει η ιεραρχία της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική ιεραρχία (ή γραφειοκρατία) ενδιαφέρεται πρωτίστως να λύσει το ζήτημα διοικητικά και όχι να συζητήσει επί της ουσίας το ζήτημα. Προσωπικά πιστεύω ότι το λειτουργικό ή εκκλησιαστικό χρίσμα σε ένα έργο το δίνει η κοινότητα των πιστών, ο εκκλησιαζόμενος λαός. Αναγνωρίζω ότι το κριτήριο αυτό είναι γενικό και χαλαρό, επιτρέπει όμως μεγαλύτερη ελευθερία και ευρυχωρία. Με το κριτήριο αυτό, μια μη «βυζαντινή», για τα καθ’ ημάς ισχύοντα, ή και μια κακότεχνη εικόνα μπροστά στην οποία προσευχήθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που την ασπάστηκαν με προσδοκία, γίνεται εξ αυτού και μόνο του λόγου εκκλησιαστική, καλεί σε προσευχή και εμπνέει κατάνυξη. Η εικόνα της Παναγίας της Τήνου, όπου καλά καλά δεν φαίνεται το εικονιζόμενο πρόσωπο, είναι ή δεν είναι εκκλησιαστική και λειτουργική τέχνη; Ασφαλώς και είναι. Οι προσευχές των ανθρώπων που εναπόθεσαν σε αυτήν τα βάσανα και τις παρακλήσεις τους την κατέστησαν κατεξοχήν κατανυκτική εικόνα. Αντίθετα, για να φέρω και ένα παράδειγμα από τη δική μας επικαιρότητα, τα έργα του Δημήτρη Μυταρά στο παραθαλάσσιο ναΰδριο της Παναγίας της Καταφυγιώτισσας δεν θα γίνουν ποτέ εκκλησιαστικά, γιατί κανείς πιστός δεν μπορεί να προσευχηθεί ενώπιόν τους. Ο π. Κουτυριέ, για τον οποίο ο λόγος στην προηγούμενη επιφυλλίδα, είναι πολύ πιθανό να τα δεχόταν. Η άποψή του ότι μόνο η μοντέρνα τέχνη των αληθινών ζωγράφων μπορεί να είναι αυθεντικά εκκλησιαστική τον οδηγούσε σε έναν αισθητικό ελιτισμό, αδιαφορώντας για το βίωμα των απλών πιστών. Επίσης περιφρονούσε άδικα την εκκλησιαστική τέχνη των ναών του 19ου αιώνα, που δεν ήταν ωστόσο, όπως πίστευε, όλη συλλήβδην για τα σκουπίδια (βλ. πρόχειρα τον πρόσφατο συλλογικό τόμο Peindre dans les églises parisiennes au XIXe siècle, Snoeck, Γάνδη 2024).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι κατεξοχήν Εκκλησία εικόνων, η επικράτηση μιας αντιγραφικής τέχνης έχει αποξενώσει εδώ και πολλά χρόνια τους καλούς ζωγράφους από την εικονογράφηση των ναών. Η λύση πάντως δεν είναι ο Μυταράς. Είναι ελπιδοφόρο ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια αθόρυβη αντίδραση σε αυτή τη νεκρή τέχνη της ξεπατικωτούρας.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Η Μάνα







ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (1982). Αναφορά στον Γκρέκο. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζανζτάκη, σσ. 32-42.

Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Σαμαρείτιδα

Οὕτω καὶ τῇ γυναικὶ διαλεγόμενος, ὕδωρ καλεῖ τὸ Πνεῦμα˙ «ς γὰρ ἂν πίη ἀπὸ τοῦ ὕδατος, οὐ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα». Οὕτω δὲ τὸ Πνεῦμα καλεῖ, διὰ μέν τῆς τοῦ πυρὸς προσηγορίας, τὸ διεγηγερμένον καὶ θερμὸν τῆς χάριτος καὶ δαπανητικὸν ἁμαρτημάτων αἰνιττόμενος, διὰ δὲ τῆς τοῦ ὕδατος τόν τε καθαρμόν τόν ἐξ αὐτοῦ καὶ τὴν πολὺν παραψυχὴν ταῖς ὑποδεχομέναις αὐτὸ διανοίαις ἐμφῆναι. Εἰκότως. Ὦσπερ γὰρ τινὰ παράδεισον παντοίοις δένδροις κομώντα καρποφόροις τε καὶ ἀειθαλέσιν, οὕτω τὴν πρόθυμον κατασκευάζει ψυχήν, οὔτε ἀθυμίας, οὔτε σατανικῆς συγχωροῦσα ἐπιβουλῆς αἰσθέσθαι, ἄτε ραδίως σβεννῦσα τοῦ Πονηροῦ πάντα τὰ πεπυρωμένα βέλη.

Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΛΒ΄. Εἰς Ἰωάννην. ΕΠΕ., τ. 13, σ. 258.

«Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Σαμαρείτις ἀναγνωρίζεται στὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὑποβλητικὴ παρουσία του ἀσκεῖ ἐπάνω της ἀκαταμάχητη ἕλξι, τὴν ὁποία ἐκφράζει μὲ ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστι καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἐρωτήματα ποὺ ἴσως οὐδέποτε τὴν ἀπασχόλησαν, ἀλλὰ τώρα τῆς ἐπιτρέπουν νὰ γνωρίση καλύτερα καὶ νὰ πλησιάση αὐτὸν τὸν ἀσυνήθιστο ἄντρα. Εἴτε γιὰ πρόσχημα ἐπρόκειτο εἴτε ὄχι, ἔφεραν ἀποτέλεσμα, διότι ἀπαντῶντας ὁ Ἰησοῦς ἔφτασε στὴν αὐτοφανέρωσι. Ὅσο ἐκείνη πίστευε τόσο ἐκεῖνος φανερωνόταν, τόσο περιέγραφε τὴν ἀληθινὴ πίστι καὶ λατρεία πρὸς τὸν Θεὸ μὲ ὅρους ἐσωτερικότητος. Μάλιστα μιλεὶ καθαρὰ γιὰ ἕνα καινούργιο χρόνο. Δύο φορὲς τονίζει ὅτι "ἔρχεται ὥρα" (στ. 21 καὶ 23), ἀνοίγει νέα ἐποχή, καὶ τὴν δεύτερη φθάνει σὲ σημεῖο νὰ προσθέση ἕνα κατηγορηματικὸ "καὶ νῦν ἔστιν", "ἦρθε κιόλας", μὴ ἀφήνοντας τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἔσχατο βρίσκεται μπροστά μας, εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα. Στὴν ἐποχὴ τοῦ ἐσχάτου τώρα καὶ ἐδῶ, ἡ προσκύνησι τοῦ πατρὸς δὲν ἔχει τόπο (πρβλ. Ἀποκαλύψεως 21,22: καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ μᾶλλον ἔχει τόπο τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια (οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσιν τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία, στ. 23). Ἦρθε ἡ ὥρα τῆς καρδιακῆς λατρείας, τῆς προσκυνήσεως τοῦ Θεοῦ στὸ ἐσωτερικὸ ἱερό – ἡ ἐποχὴ τῶν τύπων πέρασε. Ὁ τόπος, ὁ τόπος καὶ τὸ ἀκάθαρτο μέλλον τῆς σωτηρίας δὲν ἰσχύουν πιά. Τώρα εἶναι ὁ καιρός, τώρα ἡ ὥρα! Παρὸν καὶ μέλλον συμπίπτουν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι πλέον εἰς βάρος ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῆς ζωῆς. Καιρὸς δὲν εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ φυσικοῦ ἐκτὸς μας χρόνου, εἶναι σύμπας ὁ χρόνος μέσα μας, ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὡς ἄνθρωποι φέρουμε τὴν ἀλήθεια στὸν κόσμο. Τέτοιους θέλει ὁ Θεὸς νὰ τὸν λατρεύουν, ἔτσι ζητεῖ νὰ τὸν συναντήσουμε (καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τος προσκυνοῦντας αὐτόν, στ. 23). Δηλαδὴ σὲ ἄλλο, μεταμορφωτικὸ χῶρο καὶ χρόνο. Ὅπως στὴν ἱστορία μας ἡ συνάντησι δὲν ἔγινε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ στὴν Σαμάρεια, καὶ ὄχι μιὰν ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος ἀφήνει σκιές, ἀλλὰ καταμεσήμερο. Ὁ Θεός-πνεῦμα ἐδῶ δὲν σημαίνει τὴν ἄϋλη πραγματικότητα, ὅπως θέλει τὸ συναξάρι τῆς γιορτῆς (σ. 112 του Πεντηκοσταρίου: ὁ Θεὸς ἄϋλός έστι), σὰν νὰ τὸν προσδιώριζε ὁ Ἰησοῦς κατὰ τὴν μεταφυσική του οὐσία· ὁ Θεός-πνεῦμα περιγράφει τὴν μεταμορφωτική του ἐνέργεια στὸν κόσμο καὶ στὴν ἱστορία. Γιατί πνεῦμα εἶναι ἡ ἴδια ἡ συνάντησι τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ὅταν ὁ δεύτερος ἀποκαλύπτεται στὸν πρῶτο, σημαίνει δὲ τὸ ἀλλιῶς στὸ ὁποῖο περνοῦμε ἐφ’ ὅσον τὸν λατρεύουμε κατὰ τὴν δημιουργικὴ ἀλήθεια ποὺ ἐκφράζει. Ἡ Σαμαρείτις ἀναγνωρίζει στὸ πρόσωπο καὶ τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ τὸν Μεσσία, αὐτὸν ποὺ κατὰ τὸ Δευτερονόμιο (18, 15-18) λέει καὶ πράττει τὴν ἀλήθειαν (προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοὶ κύριος ὁ θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα... προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν ὦσπερ σὲ καὶ δώσω τὸ ρῆμά μου ἐν στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθότι ἂν ἐντείλωμαι αὐτῷ), ὁ δὲ Ἰησοῦς τὸ ἐπιβεβαιώνει αὐτοφανερούμενος μὲ τὸ ἐγὼ εἰμί, ὁ λαλῶν σοι».

ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ. (2006). Τὸ Μυστικὸ τοῦ Ἰησοῦ. Ἀθήνα: Ἁρμός, σσ. 448-449.


Ἡ ἁγία Φωτεινὴ ἡ Σαμαρείτις ἦ καὶ ὡμίλησεν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ φρέατι, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, μαρτύρησε ἐπὶ Νέρωνα (54-68)) μαζὶ μὲ τοὺς πέντε ἀδελφοὺς καὶ τοῦ δύο γιούς της. Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης ἀπορρίπτει κατηγορηματικὰ ὡς πλασματικὴ τὴν παράδοση αὐτή. Πίσω της ὁ τεχνίτης μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῶν τειχῶν δίνει ἱκανὸ βάθος στὴ σύνθεση. Καὶ ἡ παράσταση αὐτή, στὴν ὁποία ξεχωρίζει ἡ γυναικεία χάρη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς, ξενίζει ἀνάμεσα στὶς αὐστηρὲς μορφὲς τῶν ἐρημιτῶν, ἀσκητῶν, στυλιτὼν καὶ λοιπὸν μοναχῶν, ποὺ ἱστορεῖ ὁ Πανσέληνος τοῦ Πρωτάτου. ΠΗΓΗ: Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ. (1995). Μακεδονικὴ Σχολή: Ἡ Σχολή του Πανσέληνου (1290- 1320). Ἀθήνα: Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Νεότητος, εἰκ. 49, σ. 220.