Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ποιος θα κερδίσει τον λαχνό του μέλλοντος;

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

Στο όνομα της Δύσης
Εδώ και χρόνια, έχοντας μετατοπιστεί ως πολιτισμός στην ασφυκτική πρωτοκαθεδρία του παρόντος, στον παροντισμό για τον οποίο μίλησε εκτενώς ο ιστορικός Φρανσουά Αρτόγκ και πολύ πριν από αυτόν, στον «τώρα-χρόνο» [jetzt-zeit] όπως τον είχε βαφτίσει στη δική του γερμανική ο Xάιντεγκερ, για κάποιο καιρό, λοιπόν, είχαμε εναποθέσει τα σχετικά με το μέλλον στην επιστημονική φαντασία. Το «φανταστικό» ήταν η γραμματολογική και κινηματογραφική επικράτεια των μελλοντικών μας μεταμορφώσεων. Καθώς έχαναν έδαφος οι όποιες αφηγήσεις για ένα άλλο μέλλον σε μια διαφορετική κοινωνία (ήδη δεν κυκλοφορούσε στην αγορά η ιδέα περί «νέου ανθρώπου»), θα λέγαμε πως το μέλλον γινόταν σχεδόν αδιάφορο. Εννοώ, ως αντικείμενο ελπίδας, χρονότοπος εκπλήρωσης κάποιας ιστορικής παρακαταθήκης και συλλογικού πεπρωμένου. Στον αιώνα που διανύουμε θα έρθουν ωστόσο οι ανησυχίες για το κλίμα και πλέον με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις σχετικές μετασχηματιστικές εικασίες / βεβαιότητες, θα δούμε να ανακάμπτει ένα κάποιο ενδιαφέρον για το μέλλον. Κυρίως όμως σε team ερευνητών, σε μικρούς κύκλους ανήσυχων ακτιβιστών για το κλίμα και, από την άλλη πλευρά, σε αυτό το τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας που έχει αναλάβει εργολαβικά την επαύξηση του homo και μαζί τον έξυπνο σχεδιασμό του μέλλοντός μας. Στο μεταξύ, με ραγδαίους ρυθμούς έχει γιγαντωθεί ένας τεχνο-προφητικός λόγος που φτάνει ως την υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης από ένα νέο υβριδικό είδος. Όλες οι εκδοχές περί μετα-ανθρωπισμού δείχνουν συνεπαρμένες από το ζήτημα του μέλλοντος, το οποίο, από πολλές άλλες απόψεις, αφήνει αδιάφορο τον λαϊκό κόσμο και τους ανθρώπους που δίνουν τις καθημερινές μάχες. Παραδόξως, δηλαδή, το μέλλον φαίνεται να προκαλεί ενθουσιασμό μόνο ή κυρίως ως μη αποκλειστικά ανθρώπινο, ως μέλλον που θα δει τη μερική ακύρωση ή τον ανασχηματισμό της ανθρωπότητας.
Ο σφετερισμός της ρητορικής για το μέλλον από τους διάφορους τεχνο-προφήτες, έχει επίσης μια επιπλέον συνέπεια: το να αναρωτιόμαστε για το μέλλον γίνεται αγχωτική και άβολη υπόθεση. Αρκετές περιπλοκές έχει το παρόν μας, γιατί να βάζουμε στο κεφάλι μας μελλοντικά προβλήματα; Ακόμα και οι εικοσάχρονοι, που, λογικά, θα έπρεπε να τους αγγίζει περισσότερο το άνοιγμα στο μέλλον, αντιγράφουν ή καταναλώνουν αποσπάσματα από παλαιότερες ζωές και εμπειρίες. Τι άλλο είναι αυτή η ακμάζουσα εξορυκτική βιομηχανία με αντικείμενο εικόνες, λόγια, ιστορίες από τις δυο, τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα;
Οι περισσότεροι πάντως –και οι νεότεροι– φαίνονται πλήρως απορροφημένοι-ες στη μηχανική εκάστης μέρας, στον στενό ορίζοντα μιας σεζόν, μιας επόμενης προθεσμίας. Έστω και αν το μέλλον εξακολουθεί να πωλείται ως μελλοντολογικό θρίλερ, έχει κάτι το υποτονικό και το κουραστικό όπως αυτές οι μέτριες ταινίες που βλέπει κανείς νυσταγμένα στην τηλεόραση του τουριστικού λεωφορείου ή στο σαλόνι ενός πλοίου.


Ας μιλήσουμε όμως όχι για την υποκειμενική διαίσθηση και σημασία του μέλλοντα χρόνου όσο για τη στρατηγική του θέαση. Αφήνοντας στην άκρη την υπαρξιακή του συρρίκνωση ή τις δυσφορίες που παράγει, μπορούμε να δούμε πως το μέλλον της ανθρωπότητας έχει επανέλθει σε μια ορισμένη δημόσια συζήτηση. Έχει ξανακερδίσει ένα αφηγηματικό ενδιαφέρον, κατά έναν τρόπο, ιδίως μέσα από την αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις άλλες μετασχηματιστικές τεχνολογίες. Οι δημοφιλείς story-tellers της Καταστροφής (τύπου Χαράρι) ή οι ζοφεροί επιχειρηματίες-φιλόσοφοι (τύπου Κέρτις Γιάρβιν) εξαγγέλλουν άλματα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η προαναγγελία αλλαγών στην πολιτική, ψυχο-νοητική και έως τη βιολογική βάση τoυ homo sapiens sapiens έχει γίνει δημοφιλές ανάγνωσμα σε κάθε ιστότοπο, έντυπο, τικ τοκ γωνία του πλανήτη. Δεν είναι πια το παλαιό «φανταστικό» όσο ένα νέο μικτό είδος, αυτό των ρεαλιστικών ουτοπικών εφαρμογών και σχεδίων, κάτι μεταξύ ιδεολογικής προβολής και εξελισσόμενου πειράματος.
Το ερώτημα είναι όμως ποιες εκδοχές πιθανού μέλλοντος απομένουν που να μην είναι απλώς αυτό που θα ήθελε ο καθένας ή καθεμία να αποτελέσει το «επιθυμητό». Αν παραμερίσουμε τις ιδεολογικές και ηθικοπολιτικές προαιρέσεις μας, έχουμε το θάρρος να περιγράψουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε ή εικάζουμε; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μια συζήτηση για το «πού πάμε» έχει ως προϋπόθεση τη διάκριση ανάμεσα στα μέλλοντα που θα ήθελε κανείς να ισχύσουν και να εμπνεύσουν και στα σενάρια μέλλοντος που εμφανίζονται στον ορίζοντα της πραγματικής τάσης, της μεγάλης πιθανότητας να «συμβούν».
Διακρίνω δυο κύριες κατευθύνσεις που τη μία την θεωρώ τελείως ανεπαρκή και την άλλη απεχθή. Θα προσπαθήσω να περιγράψω με λίγα λόγια την ανταγωνιστική τους συνύπαρξη. Τις βλέπω τώρα ως δυο εκδοχές που ερίζουν για τις τύχες και την προοπτική αυτού που ονομάζουμε Δύση.
Δυο οράματα
Το πρώτο όραμα επιδιώκει κυρίως την αποκατάσταση μιας τραυματισμένης κανονικότητας. Θα το λέγαμε, όραμα επούλωσης με στοιχεία παλινόρθωσης.
Το δεύτερο όραμα προσβλέπει σημαντικές στροφές και επιτάχυνση μεταβολών, σχισμάτων και αποκολλήσεων. Είναι ένα όραμα ριζοσπαστικά αντιδραστικό, με στοιχεία επινόησης.
Εισάγουν έτσι δυο αποκλίνουσες στρατηγικές για τη χάραξη του οδικού χάρτη της Δύσης και ευρύτερα του σύγχρονου πολιτισμού.
Το ένα όραμα είναι μια βούληση για εξομάλυνση. Θέλει την ενσωμάτωση των τεχνολογικών, γεωπολιτικών και πολιτισμικών μεταβολών που επιταχύνονται σε μια πιο πολυμερή, διαδικαστική βάση με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές (ΗΠΑ, Κίνα, αναδυόμενες οικονομίες του Νότου). Ονειρεύεται, αν μπορούμε να μιλήσουμε περί ονείρων για δυνάμεις που τρέφονται από έναν φιλελεύθερο πραγματισμό, μια απο-εξτρεμοποίηση των πνευμάτων, την καταλλαγή των άγριων δυναμικών απόσχισης που διαχέονται σε τμήματα των ελίτ, στις κοινωνίες, στα κρατικά και υποκρατικά συστήματα. Η βούληση για εξομάλυνση φέρει μαζί της το παλαιό ιδεώδες μιας τάξης υπό διαπραγμάτευση, μιας negotiated order. Ιδεωδώς, νοσταλγεί τους δύο «σοβαρούς» παίκτες των μεταπολεμικών συμβιβασμών: μία προοδευτική-συμπεριληπτική και μια συντηρητική-προστατευτική παράταξη με αντίστοιχη κατανομή αρμοδιοτήτων, ρόλων και κοινωνικών ακροατηρίων. Συνοδεύεται ακόμα από μια γενική προσδοκία μετριασμού των εντάσεων στην πολυπολιτισμικότητα, στον εθνικισμό, στην «απληστία» (greed), στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτή η βούληση εξομάλυνσης παραδόξως μπορεί να συνενώνει παίκτες από τον ευρωπαϊκό κορμό, την Κίνα, την Ινδία και άλλους. Να συνενώνει «δημοκρατικούς» και «αντιδημοκρατικούς» παράγοντες. Μιλώντας εναλλάξ τη γλώσσα του ελεύθερου εμπορίου, της επικοινωνίας και των συναινετικών πολιτικών.
Η εξομαλυντική θέαση έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο όραμα Δύσης: με εκείνη τη βούληση που επιδιώκει την τάξη μέσω της αταξίας, την αναδόμηση του κόσμου μέσα από επεισόδια πρόκλησης, ρηξικέλευθες μετατοπίσεις και πραξικοπήματα σε επίπεδο ιδεών και εφαρμογής.
Είναι μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε πως αυτή η λογική της επιμελημένης αταξίας αφορά απλώς τον Τραμπ ή μια ομάδα κοντινών πολιτικών προσώπων του τραμπικού γαλαξία σε άλλες χώρες. Αντιθέτως, αυτό το όραμα παράγεται από αντικειμενικούς παράγοντες όχι μόνο ή απλώς από υποκειμενικές διαταραχές οπτικής και αντίληψης. Έτσι, η βούληση για «μπαχαλοποίηση» όλων των συμβολαίων βρίσκεται πολύ κοντά στο πνεύμα ενός καπιταλισμού με στοιχεία μηδενισμού και εξτρεμισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη κίνηση απόσχισης από τη φιλελεύθερη αστική κανονικότητα για χάρη μιας νέας ιεραρχικής κατανομής ρόλων και θέσεων. Μεταφράζει, πάνω από όλα, μια διάθεση ρήξης με τον ιδεολογικό άξονα της ισότητας που υπήρξε δημιούργημα των ιστορικών κόσμων οι οποίοι γεννήθηκαν στη διαλεκτική του 1789, του 1917 και των 1968 (το οποίο ήταν επίσης ένα σχεδόν παγκόσμιο γεγονός, από το Μεξικό μέχρι το Παρίσι και την Πράγα, για να μην πούμε και το Πεκίνο).

Οι δυο βουλήσεις ορίζουν, καθεμία, μια προτιμητέα ή επιλέξιμη Δύση
Είτε μια Δύση πιο διαλογική, με αναδιάταξη των συσχετισμών δύναμης στα φύλα, στις φυλές, στις εθνοπολιτισμικές ομάδες (λιγότερο όμως ως προς τις ταξικές ανισότητες, οι οποίες και παραμένουν κάτι μάλλον ακατανόητο για τον φιλελευθερισμό).
Είτε μια Δύση η οποία διεκδικεί ξανά την πολιτική, τεχνολογική και οικονομική της υπεροχή ως αγγλοαμερικανικός, κατά τεκμήριο λευκός και φυσικά καπιταλιστικός αστερισμός.
Στην πρώτη Δύση η ηγεμονία ανατίθεται σε σύνθετες διαπραγματεύσεις κλασικού τύπου, από όπου δεν απουσιάζει προφανώς η κρατική αυθαιρεσία, η αποδοχή της πορείας προς την πολεμική οικονομία μαζί με τρομαχτικές αναβολές σε κάπως πιο αποφασιστικά μέτρα για το κλίμα ή για ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, είναι η γνωστή μας ευρω-κανονιστική Δύση, μια μυθοπραγματική οντότητα ανάμεσα στα συμφέροντα, σε κληρονομημένες ιδέες και στην αναβλητικότητα κάθε γραφειοκρατικού σχηματισμού.
Στη δεύτερη Δύση η ηγεμονία εκβιάζεται με έκτακτες επιθετικές κινήσεις στο εσωτερικό (προτεραιότητα της ασφάλειας, αυταρχικά μέτρα, κάθετες επεμβάσεις στα ΜΜΕ κ.λπ.) και στο εξωτερικό, σε σχέση, για παράδειγμα, με την Κίνα και διαφόρους εχθρούς ή ενοχλητικούς παίκτες όπως τώρα με το Ιράν.
Αυτές οι δυο Δύσεις συμβιώνουν με όρους αστάθειας και άγχους για το αν το διεθνές σύστημα θα σταθεροποιηθεί κάπως ή αν θα μεγεθυνθούν οι αποκλίσεις και οι στιγμές ασυνεννοησίας. Έχει νόημα, τέλος, να φανταστούμε τους συνασπισμούς που ελκύονται από τις δύο βουλήσεις / οράματα.
Ένας χώρος υπέρ της εξομάλυνσης έχει μαζί του την κόπωση των πολιτών από τις ποικίλες αβεβαιότητες, καθώς και τον βιωματικό συντηρητισμό των μεγαλύτερων ηλικιών που, μην ξεχνάμε, στις δυτικές χώρες έχουν πολύ σημαντικό δημογραφικό, άρα και πολιτικό βάρος. Στο ιδεώδες της εξομάλυνσης συμπίπτουν, με διαφορετικά κίνητρα και ιδιοτέλειες, κυβερνώσες ελίτ χωρών του Νότου, η Κίνα και φυσικά ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο όραμα για εξομάλυνση και για ανάκτηση της κανονικότητας συρρέουν, τέλος, όλες οι ιδεολογίες που βρίσκονται σε αποδρομή ή εξασθένιση: ο κεντρώος φιλελευθερισμός, ο σοσιαλδημοκρατικός ορθολογισμός, η φιλελεύθερη ή ηπίως συντηρητική λογιοσύνη. Από εδώ κρέμονται επίσης συμφέροντα, θεσμοί και τελετουργικά που συνδέθηκαν με παλαιότερες μορφές της αστικής και καπιταλιστικής κοινωνίας.
Πλέον όμως οι δυνάμεις που ωθούν σε μια νέα τάξη μέσω της αναταραχής και της πρόκλησης έχουν πιο καλή αντιστοίχιση με το σημερινό ανώμαλο πεδίο των νέων πραγματικοτήτων. Η «ιδεολογία» τους είναι πιο μέσα στις πραγματικές αποδιαρθρώσεις των συμβολικών και πολιτικών αρχιτεκτονικών που γνωρίσαμε ως άνθρωποι του εικοστού αιώνα. Αντανακλούν έναν θρυμματισμένο κόσμο όπου η ισχύς, η απόλαυση, η διαφθορά και η ικανότητα καταστροφής θα μπορούν να ανθίσουν και να γίνουν εργαλεία βέλτιστης απόδοσης για τους ικανότερους και πιο γρήγορους παίκτες. Είναι επίσης ένας χώρος όπου συνενώνεται εκ νέου –όπως στον ιστορικό φασισμό– ο αντιδιανοουμενισμός και η αποθέωση της επιχειρησιακής και αποτελεσματικής βίας που ασκείται σε μεγάλη κλίμακα και μπορεί να στραφεί σε κάθε δυνατό πόρο, φυσικό ή ψυχικό και συνειδησιακό.


Ποια από τις δυο «προτάσεις πολιτισμού» θα κατισχύσει; Η πρώτη Δύση κουβαλά ακόμα πάνω της έγχαρτες και αναλογικές μνήμες αν και αποδέχεται και ενθαρρύνει ιδεολογικά τα ψηφιακά άλματα. Μπορεί και συσπειρώνει έναν βαθμό ορθολογισμού και κανονιστικής δυτικοφροσύνης με προοδευτικούς τόνους και ανοίγματα. Στρέφεται όμως πλέον, από φόβο ή εκλογικές αγωνίες, σε έναν αντι-μεταναστευτικό και ασφαλειοκεντρικό λόγο, χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει τη φιλελεύθερη ρητορική για τα δικαιώματα και τα λεγόμενα rules based σενάρια μιας επαναρυθμισμένης τάξης. Διακατέχεται από πανικό διότι έχει διευκολύνει τους μηδενιστές της «νέας τάξης» πιστεύοντας πως θα περιοριστούν στη δυσφορία του ηττημένου «λαϊκισμού» και ότι με τη μετάβαση σε νέες μορφές Δύσης θα μπορέσει να αποφύγει τα σοκ και τις διασπάσεις.
Η άλλη, πάλι, Δύση, αγγίζει κάποιες βαθύτερες χορδές. Δεν διστάζει να φτάσει ως τον πόλεμο για να δοκιμάσει την υπεροχή της, να εξορύξει τα υλικά που χρειάζεται, να δείξει τον εχθρό και να διαφημίσει το όραμα μιας ελευθερίας δίχως ισότητα, μια ελευθερία διαθέσιμη για πράξεις ηγεμονικής βίας και καταστροφής.
Φαίνεται ότι αυτή η μηδενιστική Δύση έχει ένα ρεύμα με το μέρος της. Προσελκύει τις πιο φανατικές, φιλόδοξες και ακόρεστες δυνάμεις του δεσπόζοντος τεχνοοικονομικού συστήματος, πράγμα που δεν θέλουν να το καταλάβουν οι κανονιστικοί φιλελεύθεροι και όσοι συντηρητικοί αντιδρούν ηθικά ή αισθητικά στις νεοφασιστικές τάσεις.
Θα έλεγα ότι αν επανέλθει η Δύση της βούλησης για εξομάλυνση θα πάρει κάποια αναβολή το τέλος του πλανήτη ή, έστω, μπορεί να λειανθούν κάπως ορισμένες από τις αναπόδραστες, μεγάλες κρίσεις του μέλλοντος. Ο εξομαλυντικός γραφειοκρατικός λόγος προσφέρει κάποια αγορά χρόνου και λίγη ηρεμία, σαν αυτή μιας εύθραυστης ανακωχής, μιας εφήμερης κατάπαυσης του πυρός.
Με τη Δύση η οποία δεν έχει πρόβλημα με την επιτάχυνση των ρήξεων –για να επανασχεδιάσει τον κόσμο– θα έλθει πιο κοντά μας η ανθρωπιστική, η περιβαλλοντική και η πολιτική καταστροφή. Η ταχύτερη αποσύνθεση του οίκου και του δήμου, των φυσικών και των πολιτικών μας κοινωνιών. Διότι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, το μέλλον αυτής της μηδενιστικής Δύσης παράγει το μη μέλλον των υπολοίπων.
Μια πιθανή λύση θα ήταν η έξοδός μας τόσο από την ανεπαρκή υποκρισία όσο και από τον επιταχυντικό μηδενισμό, από αυτή τη Δύση που επιδιώκει να ανακυκλώσει τον οικείο της εαυτό (σκεπάζοντας τα δεινά και τις ευθύνες της) και από την άλλη Δύση που διεκδικεί, δίχως να κρύβεται, μια νέα αυτοκρατορική υπεροχή. Είπαμε όμως πως αυτή την παράκαμψη του στυγνού διλήμματος, δεν την επιβραβεύουν οι λογής «δημοσκοπήσεις», η τρέχουσα πολιτική και πνευματική διάθεση των εκλογικών πλειοψηφιών. Το όριο, ενδεχομένως, κάθε λόγου για τα μελλοντικά πράγματα είναι το πως διάγει και κατοικεί κανείς στο παρόν. Αυτό όμως είναι θέμα για ένα άλλο αφιέρωμα.

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Μουντιάλ 2026: Πως ιστορία και πολιτική «έπαιξαν μπάλα»

 

Συνέδρια με άρτον και θεάματα

Του ΑΘΑΝΑΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Πολύς Μπαρμπαρόσσα τις τελευταίες μέρες έπεσε στη Μυτιλήνη και στο χωριό Παλαιόκηπος της Γέρας. Σύμφωνα με Δελτίο Τύπου που δημοσιεύθηκε στα τοπικά ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά μέσα ενημέρωσης (ΣΤΟ ΝΗΣΙ), το πρόγραμμα προβολής του Μπαρμπαρόσσα είχε πολλές δράσεις: συνέδριο, έκθεση ζωγραφικής και χειροτεχνίας, πειρατικές ρεγκάτες, δηλαδή άρτον και θεάματα! Στόχος όλων των παραπάνω δράσεων ήταν -σύμφωνα με τους διοργανωτές- «η πολυεπίπεδη προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας και της λαϊκής παράδοσης, πέρα από τη μελέτη μεμονωμένων προσώπων». Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάδειξη μικρών χωριών της Λέσβου που βρίσκονται αντιμέτωπα με τον κίνδυνο εγκατάλειψης, μέσα από την αξιοποίηση της «πολιτιστικής τους ταυτότητας»· γεγονός που, μπορεί να ερμηνευτεί, ως τουριστικός μεζές για την ανάδειξη τόπων της Λέσβου τους οποίους η Πολιτεία έχει γραμμένους στα «παλιά της τα παπούτσια». Και πώς έγινε αυτή ανάδειξη; Μέσω της μορφής του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, του γνωστού κουρσάρου και μετέπειτα Καπουδάν Πασά του οθωμανικού στόλου. Με απλά λόγια «η βιώσιμη αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς στο Αιγαίο», για τους διοργανωτές, περνά μέσω μιας προσωπικότητας γνωστής στην ιστορική επιστήμη ως σφαγέα λαών της Μεσογείου κατά τον 16ο αιώνα. Αρκεί κανείς να διατρέξει τις πηγές και τη βιβλιογραφία για τον Μπαρμπαρόσσα για να διαπιστώσει την ανελέητη σφαγή που υπέστησαν λαοί της Μεσογείου από τον αιμοσταγή αυτόν πειρατή. 
«Μέχρι το 1560, δεν είχε συμβεί καμιά μεγάλη αντιπαράθεση. Μήπως γιατί ο Μπαρμπαρόσσα είχε μόλις εκλείψει;» ρωτά ο Γάλλος ιστορικός Fernad Braudel, στο κλασσικό έργο του Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός Κόσμος της εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας.

«Η θάλασσα, ο απέραντος τάφος τους, δεν τους δέχθηκε όλους: τα εκβρασμένα πτώματα δεν ήταν σπάνιο θέαμα στις ακρογιαλιές», γράφει ο Απόστολος Βακαλόπουλος στον τρίτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, κάνοντας λόγο για τις σφαγές που υπέστησαν νησιά όπως η Πάρος, η Μύκονος κ.ά.

 Ο Βακαλόπουλος, μάλιστα, καταγράφει πως απαθανάτισε η λαϊκή μούσα τη σφαγή στην Πάρο:

Όλα τα Δώδεκα νησιά στέκουν αναπαμένα,
κι’ η Πάρος η βαριόμοιρη στέκεται αποκλεισμένη,
και όσοι την ξεύρουν κλαίουν και όλοι τηνε λυπούνται
Και σαν την κλαί’ η Δέσποινα κανείς δεν τηνε κλαίγει·
«Παρομηλιά μυριστική, μήλον του Παραδείσου,
Πάρο, και τι σου οργίσθηκεν ο Παρπαρούσης;»
Δευτέρα μέρα πρόβαλε τα κάτεργα στην Πάρο.
Άλλοι λέγουν Βενέτικα, άλλοι τ’ Αντρέα (Ντόρια).
Δεν παρακολούθησα το συνέδριο. Φίλος που γνωρίζει πολύ καλά την ιστορική περίοδο του 16ου αιώνα και βρέθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, παρακολούθησε τις εργασίες του, μου είπε πως λίγες εισηγήσεις ήταν πολύ καλές. Κατά τα λοιπά: ρεγκάτες - εκθέσεις ήταν πανηγύρια για γέλια.
Τα επιστημονικά συνέδρια προσφέρουν γνώση. Αξίζει να γίνονται ακόμη και για προσωπικότητες που, πίσω τους, ο μύθος εξάρει τη φαντασία. Χάνουν όμως την αξία τους όταν συνδέονται με «άρτον και θεάματα».


Ο ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ, σύμφωνα με Capriolo, Ritratti di cento copitiani illusti, Ρώμη 1596, f. 113v. (Φωτογραφία Ciraudon, Παρίσι). ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Fernad Braudel. (1998). Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός Κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, εικ. 32.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Εγκώμιο στη «σαλή» αγιότητα

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης συμπλήρωσε τον Ιούνιο που μας πέρασε τον πρώτο χρόνο της ζωής της και θα συνεχίσει τον Σεπτέμβριο με ανανεωμένο κέφι. Στην τελευταία συνάντηση συζητήθηκε το βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ «Γκίμπελ ο σαλός και άλλες ιστορίες» (Κίχλη, 2002), εξαιρετικά μεταφρασμένο από τον Βάιο Λιαπή.
Ας διευκρινίσω αρχικά ότι το βιβλίο που εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο αυτό δεν αποτελεί μετάφραση του βιβλίου που εξέδωσε ο Σίνγκερ το 1957 με τον ίδιο ακριβώς τίτλο («Gimpel the Fool and Other Stories»). Από την πρωτότυπη αμερικανική έκδοση του 1957, που περιελάμβανε έντεκα διηγήματα, η ελληνική κράτησε μόνο τέσσερα και τα συμπλήρωσε με άλλα πέντε.
Πρόκειται ουσιαστικά για ανθολογία. Θα συζητήσω το πρώτο διήγημα της συλλογής, αυτό που έδωσε τον τίτλο του στην πρωτότυπη έκδοση του 1957 και στην ελληνική ανθολογία. Το διήγημα «Gimpel the Fool» πρωτοδημοσιεύθηκε σε περιοδικό στα γίντις (Gimpel tam), το 1945, μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Σολ Μπέλοου (Saul Bellow) και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Partisan Review (Μάιος 1953). Η μετάφραση από τον Μπέλοου και η δημοσίευσή της στο περιώνυμο περιοδικό έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην προβολή του έργου του Σίνγκερ και οφείλονται στον ενθουσιασμό για το διήγημα αυτό των σπουδαίων κριτικών Ελιέζερ Γκρίνμπεργκ (Eliezer Greenberg) και Ερβινγκ Χάου (Irving Howe), που το συμπεριέλαβαν και στην ανθολογία τους «A Treasury of Yiddish Stories» (Viking Press, 1954).
Ο Γκίμπελ είναι το μπαίγνιο όλων, στο Φράμπολ, όπου γεννήθηκε και ζει, τον περιπαίζουν, τον προσβάλλουν και τον εκμεταλλεύονται. Θεμέλιο του εμπαιγμού είναι η ευπιστία του: ο Γκίμπελ δεν κρίνει ποτέ, τα πιστεύει όλα, ακόμη και τα πιο τερατώδη.
Κορύφωση της γελοιοποίησής του είναι ο γάμος στον οποίο τον παγίδεψαν, με μια χωλή πόρνη, την Έλκα, η οποία δεν τον αφήνει να την πλησιάσει και σπέρνει παιδιά με άλλους. Eκείνος πάντως τα αγαπάει σαν δικά του και την ίδια δεν την κακίζει.
Θύμα κοροϊδίας
Σε τούτο το διαρκές περιγέλασμα του Γκίμπελ συνοψίζεται όλη η ζωή της Έλκα, κατά πως παραδέχεται πικρά και η ίδια: «Κορόιδεψα τον Γκίμπελ. Αυτό ήτανε το νόημα της μικρής μου ζωής» (σ. 29). Και το νόημα της ζωής του Γκίμπελ ποιο είναι τάχα; Ότι ήταν θύμα κοροϊδίας και εκμετάλλευσης; Μπορεί πράγματι να το πει κανείς. Ο Σίνγκερ όμως βλέπει διαφορετικά: το νόημα της δικής του ζωής ήταν η εμπιστοσύνη, η αθωότητα, η καλοσύνη, το έλεος, η συγχώρηση, η αγάπη. Ναι, ο Γκίμπελ ήταν άγιος, πάει να πει ό,τι πιο άβολο υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, ένας άνθρωπος που αναποδογυρίζει όλα όσα είμαστε συνηθισμένοι να κάνουμε, που ανατρέπει όλους τους κώδικες, γι’ αυτό και δεν είναι διόλου εύκολο να τον έχεις δίπλα σου.
Δεν ξέρω τη νοηματική απόχρωση της λέξης tam στα γίντις, αλλά η λέξη fool με την οποία μεταφράστηκε από τον Μπέλοου και εγκρίθηκε από τον Σίνγκερ δεν αποδίδει αυτό που είναι ο Γκίμπελ. Μόνο η ελληνική λέξη σαλός το αποδίδει.
Συμβαίνει και αυτό στη λογοτεχνία: η λέξη της μετάφρασης να αποδίδει καλύτερα από την πρωτότυπη λέξη (αν θεωρήσουμε το αγγλικό κείμενο πρωτότυπο, όπως απαιτεί ο ίδιος ο Σίνγκερ).
Η λέξη είναι ενεργός ακόμη στη γλώσσα μας, χάρη στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αριθμεί στις τάξεις της σαλούς αγίους, δηλαδή αγίους που κρύβουν την αγιότητά τους κάτω από αλλόκοτη συμπεριφορά και προκαλούν σκόπιμα τη χλεύη του κόσμου, για να αποφύγουν την κενοδοξία, ή εκτίθενται ζώντας κοντά σε αμαρτωλούς (πόρνες, ληστές, μέθυσους) για να τους οδηγήσουν στη μετάνοια. Ο Γκίμπελ δεν είναι τρελός, ο Γκίμπελ είναι άγιος σαλός, και μάλιστα χωρίς να προσποιείται.
Η εκδίκηση
Μια μέρα ο Σατανάς πείθει τον Γκίμπελ να πάρει την εκδίκησή του από τους κατοίκους του Φράμπολ για όσα του έκαναν και μαγαρίζει –είναι φούρναρης– τα ψωμιά που έψησε. Θα εμφανιστεί τότε στον ύπνο του η Έλκα, με κατάμαυρο πρόσωπο, από την Κόλαση όπου βρίσκεται, και θα τον συγκρατήσει: «Επειδή ήμουνα εγώ ψεύτρα, πάει να πει πως είναι όλα ψέμα; […] Και τώρα το πληρώνω, Γκίμπελ. Εδώ που είμαι δεν έχει λύπηση καμιά» (σ. 31). Ο Γκίμπελ κλονίζεται, συνειδητοποιεί ότι παρά τρίχα να έχανε την αιώνια ζωή (σ. 31) και παίρνει πίσω τη απόφασή του. Ύστερα από αυτό μοιράζει τα λεφτά του στα παιδιά της Έλκα και φεύγει από το Φράμπολ. Γυρίζει τον κόσμο λέγοντας ιστορίες, πεπεισμένος πως όλα είναι δυνατά!
Όταν κλείνει τα μάτια του ξαναβρίσκεται στο Φράμπολ και βλέπει την Έλκα: «Στέκεται πλάι στη σκάφη, όπως την πρώτη φορά που την είδα, μα το πρόσωπό της λάμπει και τα μάτια της ακτινοβολούν όπως τα μάτια των αγίων» (σ. 33). Την ικετεύει να πάει κοντά της, μα εκείνη του λέει να υπομονέψει ακόμη λίγο, και τον χαϊδεύει και τον φιλάει!
Ο Γκίμπελ δεν φοβάται τον θάνατο: «Όταν έρθει η ώρα μου, θα φύγω πασίχαρος. Ό,τι κι αν υπάρχει εκεί πέρα θα είναι αληθινό, δίχως μπερδέματα, δίχως περιγελάσματα, δίχως κοροϊδίες. Δόξα να ‘χει ο Μεγαλοδύναμος, εκεί πέρα δεν πιάνεται κορόιδο μήτε καν ο Γκίμπελ» (σ. 34).
Στον κόσμο του Σίνγκερ, στον αφανισμένο εβραϊκό κόσμο της Ανατολικής Ευρώπης, ο Γκίμπελ είναι άγιος, επειδή ο Θεός είναι άγιος και εν αγίοις επαναπαύεται, επειδή υπάρχει άλλη ζωή, αιώνια ζωή αλήθειας και δικαιοσύνης.
Η ιστορία του Γκίμπελ με συγκινεί μέχρι δακρύων, κάθε φορά που τη διαβάζω, όπως και πολλούς άλλους, ανεξαρτήτως μεταφυσικών πεποιθήσεων. Και θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: Θα ήθελα ο γιος μου να είναι σαν τον Γκίμπελ;
Υπάρχει πράγματι κάποιος που να το ήθελε; Και τότε γιατί τις διαβάζουμε αυτές τις παλιές ιστορίες, για να συγκινούμαστε όσο κρατάει η ανάγνωση;


Ο βραβευμένος με Νομπέλ Λογοτεχνίας Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ, στο σπίτι του στο Μαϊάμι, το 1978. Το διήγημά του «Γκίμπελ ο σαλός» το πρωτοέγραψε στα γίντις και δημοσιεύθηκε το 1945, πριν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον –έτερο νομπελίστα– Σολ Μπέλοου και δημοσιευθεί στο περιοδικό Partisan Review τον Μάιο του 1953. [A.P. Photo/Kathy Willens]

ΠΗΓΕΣ:

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης». Ένα ποιητικό ταξίδι... ψυχής και μνήμης

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο[1]


Παλαιότεροι και νεότεροι ποιητές, άλλοι γνωστοί κι άλλοι άγνωστοι -«Αφανείς ποιητές»[2] τους ονοματίζει η κα Αρβανίτη- στο βιβλιόφιλο κοινό, ειδικότερα στο κοινό που διαβάζει ποίηση, που ψάχνει στα ράφια βιβλιοπωλείων και βρίσκει ποιητές για να γιορτάσει τη γλώσσα των ποιημάτων, «στην πιο καθαρή και ωραία μορφή» τους[3], όπως γράφει Πωλ Βαλερύ σ’ ένα στοχασμό του, δίνουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα όχι να απαντήσουν στο γνωστό ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής», αλλά αν στον αναγνώστη, η γλώσσα της ποίησης αντηχεί το βαθύτερο είναι του. Πριν λίγο μίλησα για γνωστούς ποιητές. Τους γνωρίζουμε όσοι διαβάζουμε ποίηση. Όλοι σχεδόν έχουν κατακτήσει το κοινό τους και κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον τους. Πρόκειται για μια τέχνη θα ‘λεγα επικοινωνίας -φτάνει να σκεφτούμε αυτό που γράφει και η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Πεπρωμένο σχοινί» πως, «Εν τέλει όλα είναι ποίηση»[4]- συναιρώντας το μέσο που είναι η ποίηση, με το μήνυμα που δίνει στον αναγνώστη. Ο Δημήτρης Τζιόβας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, φιλόλογος και συγγραφέας, σ’ ένα εισαγωγικό του κείμενο στο μυθιστόρημα του Νταίηβιντ Λοτζ «Αλλάζοντας θέσεις» γράφει ότι, «το καλό μυθιστόρημα είναι σαν τη σεξουαλική πράξη δεν υφίσταται χωρίς σύντροφο ή συμμέτοχο (τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια)»[5]. Πιστεύω πως και η ποίηση είναι σαν τη σεξουαλική - ερωτική πράξη, μακριά, βέβαια, από τη συχνή θεώρηση που οι περισσότεροι έχουν για τη σεξουαλικότητα, ως μια δηλαδή επιδερμική εκδήλωση πάθους, κι όχι ως μια υπαρξιακή και ιερή δύναμη. Το γράφει κι ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «-Ήτανε που δεν το υπόφερα να ‘μαι μισός σ’ αυτό τον κόσμο· κι αποζητούσα την Ποίηση σαν τη γυναίκα· να μου δώσει ένα παιδί, μήπως κι απ’ το ΄να στ’ άλλο δεν πεθάνω. Ποτέ δεν πήγε ο νους μου να φωνάξω που όλα γύρω μου ήτανε θολά. Μια φουχτιά νερού καθάριου ας ήταν δυνατόν να σώσω. Έκλαια μπρος στα κύματα κι έβλεπα στα ποιήματα να καθαρίζει ο ουρανός»[6]. Αυτή τη διάσταση της ερωτικής σχέσης της ποίησης με τον αναγνώστη, μπορεί να τη βρει ο αναγνώστης και στην ποίηση της κας Αρβανίτη, φτάνει με ερωτικό οίστρο να απαγγείλει τους στίχους από το Αυγουστιάτικο ποίημά της «Ωδή στο διπλό ουράνιο τόξο»: «Χρώματα επτά, ιερός αριθμός, / όσα τα τσάκρα του κορμιού, / οι νότες, τα μυστήρια, οι σοφοί, / οι μέρες της εβδομάδας, / τα θαύματα του κόσμου, / του έρωτα η εκτόξευση στον έβδομο ουρανό»[7]. Για όσες κι όσους δεν γνωρίζουν τι είναι τα τσάκρα, σημειώνω ότι πρόκειται για εκείνα τα επτά βασικά ενεργειακά σημεία του ανθρώπινου σώματος που κατανέμονται κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης και επηρεάζουν τη σωματική και συναισθηματική ταυτότητα του ανθρώπου. Σημειώνω, επίσης, ότι τα τσάκρα αναφέρονται και στην ινδική φιλοσοφία.
Επιμένω στην ποίηση. Σε μια εποχή, όπως είναι η σημερινή, ανέραστη, εποχή διαχωρισμού του ανθρώπινου βίου από τον πολιτισμό, εποχή υπερπληροφόρησης κατά της πληροφορίας, εποχής εν τέλει, που, «Τα συμπυκνώνουμε σε λίγες ώρες όλα», πως «Γίνεται μια μέρα να χωρέσει / σύσσωμη την πληθωριστική έκρηξη / του τιμάριθμου της απληστίας μας;» καθώς ερωτά η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα»[8], η ποίηση είναι «ένα αγωνιώδες ερωτηματικό και περιμένει εκείνον τον ποιητή που θα απαντήσει. Και καθόλου δεν υποπτεύεται ότι και ο ποιητής, όταν γράφει, στο χάος της προσωρινότητάς του περιπλανάται ρωτώντας. Η ποίηση κι αν είναι που ζητά απαντήσεις!» υποστηρίζει η Κική Δημουλά σε μια συνέντευξή της[9]. Απαντήσεις, όμως, όχι στο ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής». Γιατί, κατά την Δημουλά: «... αν διαβάζει κανείς ποίηση, δεν είναι γιατί ανακαλύπτει εκεί μέσα ιδέες και θέματα, όσο γιατί υποτίθεται ότι συναντά τη γλώσσα στην καλύτερή της ώρα. Και εγώ δίνω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτή τη συμπεριφορά της γλώσσας, η οποία είναι σαν να βάζει τα καλά της για να ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερη αξίωση. Επομένως, συνιστώ την ποίηση, χωρίς να βαριέστε και χωρίς σαν κουράζεστε. Και μην ψάχνετε να βρείτε… “τι εννοεί ο ποιητής”. Ακούστε μόνο αν έχει κάποιο ήχο, κάποιο ρυθμό, αν αυτές οι λέξεις σάς λένε κάποια μυστικά»[10].

≠≠≠

Κυρίες και κύριοι, δέχθηκα να μιλήσω απόψε για την ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη με δυσκολία. Όταν με προσκάλεσε η Πέρθα Καλέμη -την ευχαριστώ θερμά- της ζήτησα πρώτα να δω το βιβλίο. Πράγματι, όταν μού το ‘φερε στο σχολείο, ξεφυλλίζοντάς το διαπίστωσα το πρώτο βασικό θετικό χαρακτηριστικό του. Είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Θα μου πει κάποια-κάποιος: μα, τόση αξία δίνεις στους τόνους. Απαντώ ευθύς αμέσως, ξεκάθαρα. Ναι! Η γραμματική δεν είναι κανόνας, αλλά εργαλείο για να κατανοήσουμε τη γλώσσα, λέγει ο Fernando Pessoa, κορυφαίος Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Δεν χωρά αμφιβολία ότι, η ποίηση που δεν έχει στοιχεία τονισμού στις λέξεις της δεν είναι ποίηση. Της λείπει η μουσικότητα και ο ρυθμός.
Δεύτερο ποιοτικό χαρακτηριστικό της ποιητικής συλλογής της κας Αρβανίτη είναι η μνήμη, ο νόστος, η λυρικότητα· η τελευταία είναι βασική συνιστώσα του ποιητικού λόγου, που εκφράζει βαθιά υποκειμενικά συναισθήματα, που εστιάζει στη μουσικότητα της γλώσσας, με πλούσιες εικόνες, που στον αναγνώστη δίνει τη δυνατότητα να εξερευνήσει όχι μόνο τον κόσμο του ποιητή αλλά και τον δικό του.
Η ποιήτρια ψέγει εκείνο το «Κάτι σάπιο υπάρχει εκεί στο / βασίλειο της Δανιμαρκίας», κατά τον σοφό Άμλετ του Σαίξπηρ. Στο ποίημά της «Παγόνι» ακολουθεί τον Σαίξπηρ. Τέσσερεις από τις έντεκα στροφές του αξίζει να τις απαγγείλω, δια του λόγου το αληθές: «Παγόνι είσαι· / παγώνει το βλέμμα σαν σε θωρεί / με ανοιχτά φτερά, βεντάλια υπεροψίας. / Μ’ ένα πολύχρωμο μάτι σε κάθε φτερό / κρυφοκοιτάζει πόσο σε θαυμάζουν / οι αυλικοί της Δανιμαρκίας». […] «Πατάς επί θυμάτων, ψηλότερο να δείξεις. / Το κρώξιμο προαναγγέλλει αγριότητα, / οσάκις καιροφυλακτείς για νέο θήραμα». // «Κίνδυνος ελλοχεύει αναπόφευκτος / θύμα άλλου θύτη να βρεθείς και σύ. / Έτσι άδοξα σαφώς κλείνει ο κύκλος / των οπαδών του δόγματος Δοξάστε με. / Αξίωμα της φύσης, / νομοτελειακό χαστούκι / στους μειοδότες της ταπείνωσης». // Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία, / όπου σ’ ένα σου άδικο ξέσπασμα / σ΄ ώθησαν βολεμένοι σαλτιμπάγκοι αυλικοί / κι έκοψες την ουρά σου, ιδίοις χερσί»[11]. Ολίγα τινά για τους συμβολισμούς που έχει το γλυκύτατο αυτό πολύχρωμο πλάσμα της φύσης, που λέγεται παγόνι: αθανασία, ανάσταση, ομορφιά, αγιότητα, αγάπη είναι οι συμβολισμοί του. Στην ελληνική μυθολογία ήταν το ιερό πτηνό της θεάς Ήρας· αυτή λένε ότι τοποθέτησε τα μάτια του τερατόμορφου Άργου του Πανόπτη στην ουρά του[12]. Ωστόσο, πέρα από τον συμβολισμό της ομορφιάς μπορούμε να δούμε και τον συμβολισμό του θανάτου. Ο στίχος «Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία», πράγματι, μας δείχνει τη σαπίλα και τη θανατίλα της εποχής μας. Τη βιώνουμε καθημερινά: ναρκισσισμός, εξουσιομανία, διαπλοκή, μίσος, αποτελούν τα χαρακτηριστικά της ανέραστης εποχής μας κι η ποιήτρια κα Αρβανίτη, τον διαρκώς πτωτικό πολιτισμό μας, τον ψέγει με άριστη γνώση της ποιητικής γλώσσας, με μουσικότητα και με βαθιά νοήματα.
Η ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη περιλαμβάνει πέντε θεματικές ενότητες. Η τρίτη, με τίτλο: «Δώδεκα στιχοπλόκοι μήνες» είναι ένα εξαιρετικό ποιητικό καλαντάρι. Όποια κι όποιος όλες τις διαβάσει θα διαπιστώσει μια βαθιά λυρική, εσωτερική και πνευματική κατάθεση ψυχής. Μολονότι είναι η πρώτη προσωπική της ποιητική συλλογή είναι γεγονός ότι, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά ενός πρωτόλειου έργου, αλλά αντανακλά την ωριμότητα, την ευρυμάθεια και την πλούσια ανθρωπιστική παιδεία της δημιουργού. Μην ξεχνάμε πως η κα Αρβανίτη είναι φιλόλογος και χρησιμοποιεί λόγια ποιητική γλώσσα. Φέρνω ένα παράδειγμα: «Χορικό τραγωδίας με λόγο ηδυσμένο, / διεκτραγωδεί τα πάθια σου, / αλί και τρισαλί, / χώρα του ήλιου, της αβόγκηχτης πέτρας, / ως μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας», από το δεύτερο ποίημά της, με τίτλο «Ελλάδα μου»[13]. Ο τελευταίος στίχος, όπως γνωρίζετε, παραπέμπει στο έργο «Περί Ποιητικής» του Αριστοτέλη, το γνωστό απόφθεγμα: «έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης». Πρόκειται για αισθητική εμμονή θα ‘λεγα της ποιήτριας να γεφυρώσει την κλασική παιδεία με την σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα, μιας και η ποίηση αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο, όπου η εξιστόρηση γεγονότων διαπλάθει τον πνευματικό ορίζοντα των ανθρώπων, σφυρηλατεί ακόμα και την ιστορική του συνείδηση. Τα δύο ποιήματα με τίτλο: «Έπλεξα κορνίζα από στίχους», είναι ένα θυμητάρι μνημοσύνης των μπαρουτοκαπνισμένων «απ΄ της Σμύρνης τη φωτιά» τραγικών ανθρώπων της Μικρασιατικής προσφυγιάς [14].
Διαβάζοντας ως θεολόγος ποιήματα της κας Αρβανίτη διαπίστωσα πως έχει και θεολογικές αναζητήσεις. Ενδεικτικό παράδειγμα οι παρακάτω στίχοι, στο ποίημα: «Για τον φόβο χρυσοδάκτυλων»: «Φαινόμενο σαφώς αποκαρδιωτικό. / Άγιες Κυριακές, δίχως παπά κι ευλογητό; / Κάθε μάνταλο σε ναό / ίδιο καρφί ‘ναι σταυρικό» και «Το γνώριζε Εκείνος / σαν έλεγε στη Σαμαρείτιδα: / “Πνεύμα ο Θεός” / Κι εμείς που ψάλλουμε: / “Έν εκκλησίαις ευλογείτέ Τον” / τις φτιάξαμε / τις κλείσαμε / και τις ανοίγουμε, / στην έσχατη περίπτωση, / άπαξ της εβδομάδας, / και μόνο για λειτουργικό σκοπό. / Για τα λοιπά πνευματικά σκιρτήματα / υψώνεται τοίχος, / τείχος απροσπέλαστο. / Ντιν ντον, ντιν νταν ντονν»[15].
Θα κλείσω την ομιλία μου με μια επισήμανση, βασική κατ’ εμέ. Στο ποίημα «Πιπερόριζα» η κα Αρβανίτη καταγράφει στίχους από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, με την έμπνευσή της να είναι δεδομένη. Είναι γνωστό ότι, οι επιδράσεις του κορυφαίου, παγκόσμιου Ελύτη σε πολλούς σήμερα ποιητές διαμορφώσαν και συνεχίζουν να διαμορφώνουν καθοριστικά την πορεία της σύγχρονης ποίησης. Όπως, άλλωστε, το γράφει κι ίδιος ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «Τι στιγμή που η αόρατη, αλλά γι’ αυτό πιο ουσιαστική, πιο συγκλονιστική θαυματουργία συνεχίζεται με τη μορφή ενός απλού άνθους που ανοίγει τα πέταλά του ή μιας θάλασσας που στραφτοκοπάει στον ήλιο, έχει το δικαίωμα να ελπίζει κανείς ότι, ανάμεσ’ από τα φοβερά κυκλοτρόνια, και τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, μια μέρα, όπως ανάμεσ’ από δύο μαλτεζόπετρες, θα ξεφυτρώσει πάλι, σαν καταπόρφυρη παπαρούνα, η Ποίηση. Δεν μιλώ για την ικανότητα να συνθέτει κανένας στίχους αλλά για την άλλη – ν’ ανασυνθέτει τον κόσμο κυριολεκτικά και μεταφορικά, έτσι που οι πόθοι του όσο περισσότερο καταφέρνουν να πραγματοποιούνται τόσο και πιο πολύ θα συντελούν στο να υλοποιηθεί ένα Αγαθό αποδεκτό από το σύνολο των ανθρώπων»[16]. Αυτά, ο Ελύτης.
«Τριγύρω το αγέρι ευωδιάζει / δέησης μοσχολίβανο και Άξιον Εστί / Απ’ το εωθινό λιβανωτό της Μητροπόλεως»[17]. Αυτά, η ποιήτρια κα Αρβανίτη.

[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της κας Εύας Αρβανίτη -Μιχαλοπούλου, στο πλαίσιο της 6ης Έκθεσης Βιβλίου «Στράτης Μυριβήλης» του Δήμου Μυτιλήνης (Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026).
[2] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο, σσ. 11-13.
[3] ΒΕΛΕΡΥ. (1996). Επιλογή από το έργο του. Εισαγωγή – μετάφραση Χαρά Μπανάκου – Καραγκούνη. Αθήνα: Στιγμή, σ. 71,
[4] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 28.
[5] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ. (1995). «Γράμμα από το Brummidge», στο: Νταίηβιν Λοτζ, Αλλάζοντας Θέσεις. Αθήνα: Πόλις, σ. 6.
[6] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (2000). Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 16-17.
[7] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 86.
[8] Οπ., π., σ. 101.
[10] ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. [Αφορισμοί], στο: Εντευκτήριο, τχ. 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008) 154.
[11] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 43-44.
[12] PIERRE GRIMAL. (1991). «Άργος», στο: Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Επιμέλεια Βασίλειος Άτσαλος. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 103.
[13] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 21.
[14] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 34-38.
[15] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 94-95, 96-97. Πρβλ., στίχους στα ποιήματα: «Αφανείς ποιητές», «Το δικό σου τ’ όνειρο», «Φως πασιφανώς», «Τίτλος: Δρόμος στρωμένος έχιδνες. Υπότιτλος: Ζωή σπαρμένη φίδια», «Της γλώσσας το κεντρί», «Ομορφιάς πινελιές στο νησί με τις ελιές», «Ωδή σε διπλό ουράνιο τόξο», «Δεκέμβρης εσύ», «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα», «Διάδοχος ΜΗΤΕΡΑ», «Ποιος είσαι σύ;», «ΕΣΥ κι εγώ».
[16] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Όπ., π., σ. 36.
[17] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 49.