ΠΗΓΗ: Pink Floyd
Ενδότοπος
Συνθλίβω ανάμεσα στις ευγενικές μου παλάμες το ρόδι της χαράς. Ανοίγω το κλουβί των πουλιών να πετάξουν, ελεύθερα, μέσα στη νύχτα· ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Περί ευθυνών: Το editorial του νέου τεύχους του περιοδικού the books' journal
Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ποιος φταίει για τα διάφορα σκάνδαλα, ή «σκάνδαλα», που ανά τακτή περιοδικότητα κυριαρχούν στον δημόσιο βίο της χώρας; Μα, ασφαλώς, οι εκάστοτε κυβερνώντες. Σκάνδαλα παντού, σε βαθμό που δεν θα ήταν υπερβολή να υποστήριζε κάποιος ότι στην νεωτερική Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα είναι απολύτως σύγχρονη, όπως διατείνεται μiα μεταπρατική ευρωπαϊστική διανόηση), η πολιτική ταυτίζεται με την τέχνη διαχείρισης των συνεπειών τους, δηλαδή του εκλογικού τους κόστους.
Το σκάνδαλο δεν είναι τόσο το εκάστοτε σκάνδαλο που μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού, των κομμάτων, των κυβερνήσεων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών: είναι η κανονικότητά του, η ασφυκτική του κυριαρχία, η αέναη επαναφορά του, δηλαδή οι αντικειμενοποιημένες κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις πολιτικής αντιπροσώπευσης που αυτό ορίζει και επιβάλλει. Είναι μοντέλο διακυβέρνησης με μεγάλη κοινωνική νομιμοποίηση, είναι η ίδια η πολιτική δομή εξουσίας όπως την αντιλαμβάνεται ο «κόσμος», οι «πολλοί», στο όνομα του καλού (του). Είναι η κοινωνικά και ιδεολογικά οριζόντια αποδοχή της πολιτικής, στη βάση της ιερής υπόκλισης στο ακλόνητο απόφθεγμα τού «όλα στην υπηρεσία του λαού και του τόπου». Είναι όμως μία παραλλαγή της χώρας ως προοδευτικής μπανανίας, είναι το σε πρακτική κατάσταση «αλάνθαστο αισθητήριο του λαού», ο πυρήνας του προοδευτικού μας μεταπολιτευτικού εθνικολαϊκισμού, που τόσο συγκινεί τελευταία ορισμένους από τους προοδευτικούς μας διανοουμένους. Είναι η άρση της αυτονομίας της πολιτικής που νομιμοποίησε η φιλελεύθερη και δημοκρατική κατά τα λοιπά Μεταπολίτευση. Είναι «ο λαός που αποφασίζει» έτσι κατά το δοκούν, είναι η άναρχη ομηρία των αποκομμένων από τον λαό ελίτ, από τις ενδιάμεσες σπερματικές, γραφειοκρατικές βουλήσεις (τους κατά Αλ. Παπαδιαμάντη ενδιάμεσους «επιφανείς»), αυτοδιοικητικές, συνδικαλιστικές κ.λπ., την άτυπη λογοδοσία τους στις αποκεντρωμένες «εκπροσωπήσεις», κομμάτων και οργανώσεων που δομούν τον κοινωνικό δεσμό. Κατά πόδας ακολουθούμενες και θεμιτοποιούμενες από πολλούς ριζοσπάστες διανοούμενους αριστερούς, εσχάτως δε και δεξιούς, που όλοι ανακαλύπτουν έκπληκτοι τη «σήψη» της κεντρικής εξουσίας.
Μα δεν έχει κάνει «προόδους» η χώρα; Δεν είναι τουλάχιστον άτοπο να θεωρούμε «υπανάπτυκτη», «μη ευρωπαϊκή» την ελληνική κοινωνία; Σωρός τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το αντίθετο: από τις μεγάλες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, την οικογένεια, μέχρι τη ρωμαλέα υποστήριξη στα «δικαιώματα», τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, δεν είναι το ίδιο με το χθες. Και ώς ένα βαθμό, οι υποστηρικτές τέτοιων θέσεων όντως έχουν δίκιο, έστω και αν πολλοί από αυτούς δεν ξέρουν να το διατυπώσουν σωστά. Όντως, λοιπόν, και εδώ σε εμάς, η εφαρμογή μετά το 1974 (και κυρίως μετά το 1981) συλλογικών κρατικών προνοιακών πολιτικών συνέβαλε, όπως και στις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, στην ταχεία άνθηση του ατομικιστικού φαινομένου. Πλέον, ο χειραφετημένος νεομικροαστός αισθάνθηκε δυνατός, με άποψη, γούστο και αυτονομημένη βούληση, στοιχεία ικανά να υπερβαίνουν, δηλαδή να διασπούν, τους θεωρούμενους ξεπερασμένους τρόπους ύφανσης του κοινωνικού συμβολαίου, στους οποίους ωστόσο αυτός οφείλει την ανάδειξή του, προτάσσοντας στο εξής ό,τι θεωρεί ως το δικό του συμφέρον, αδιαφορώντας ακόμα και για τη μεσοπρόθεσμη (ούτε λόγος για τη μακροπρόθεσμη) πορεία της πολιτικής ενότητας και οντότητας «Ελλάδα». Οι Έλληνες πήραν τη ρεβάνς από την μουχλιασμένη καταπιεστική Ελλάδα (της ΕΡΕ, κατά προτίμηση). Αφού ο λαός και «ξέρει» και «θέλει», άρα «μπορεί», πάντα «αδιαμεσολάβητα». Να που συμπίπτει σήμερα ο ανεύθυνος αριστερός χειραφετητισμός της καλότητας με την ασυνάρτητη λαϊκή Δεξιά. Η τελευταία, μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, δείχνει να ξεπερνά στην αιτηματολογία της ακόμα και μια ορισμένη ακροαριστερά. Σε βαθμό που μια τέτοια Δεξιά να μην μπορεί να υπάρχει ατύπως παρά ως «προοδευτική δύναμη» (εξαιρουμένου του αντιμεταναστευτισμού της).
Υπάρχει εδώ ένα μείζον σκάνδαλο, όχι βέβαια ποινικό, αλλά πολιτικό. Όχι τόσο γιατί διαλύει τη διαίρεση Αριστερά/Δεξιά, όσο γιατί, ακριβώς, δείχνει ότι την αποδέχεται, νοοτροπιακά και πρακτικά, προσλαμβάνοντας την με τρόπο διαστροφικό, ποντίζοντάς την στον πολιτικά αδιαφοροποίητο ρητορικό εξτρεμισμό ενός αχαλίνωτου κορπορατισμού. Άντε μετά να βρεις τη «νεωτερικότητα» και τα «συμβόλαιά της». Όλα πλέον διαλύονται στον ριζοσπαστικό απολιτομορφισμό της επίκλησης του συμπεριληπτικού νεολαού (που όλο και περισσότερο θυμίζει, σε κάποια σημεία, τους απομονωμένους μηχανικούς-διαδικτυακούς νεοανθρώπους του Ουελμπέκ).
Ναι, η πολιτική ευθύνη βρίσκεται κυρίως στο «από τα κάτω», ωστόσο οργανώθηκε και δομήθηκε «από τα πάνω» και, έκτοτε, επικαιροποιείται και αναπαράγεται ανεμπόδιστα και διασπορικά, κοινωνιακά, σε όλα τα σημεία του πολιτικού φάσματος. Είναι το έργο του μεταπολιτευτικού εθνικολαϊκισμού, που στο όνομα της δημοκρατικής προόδου, του δίκιου των «πολλών», όπως λένε ευφημιστικά πολλοί αριστεροί τώρα τελευταία, κατασκεύασε μια άναρχη συνθήκη ικανή να παίρνει τον χρωματισμό του τόπου υποδοχής της, αριστερό ή δεξιό. Ροζ χριστιανισμός παντού. Αλίμονο στους μισάνθρωπους συντηρητικούς οι οποίοι πλέον λαμβάνουν ταχύτατα χαρακτηριστικά γραφικών «ασκητών», όταν βέβαια δεν διολισθαίνουν στον αυταρχισμό.
Και όλα αυτά σήμερα, σε μια γεωπολιτική περίοδο πολεμογενών και πολεμικών ανακατατάξεων, προκλήσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενός παγκόσμιου χάους, των νέων αυτοκρατοριών, υλικών και άυλων, που έρχεται να εσωτερικευθεί σε κάθε εθνική κοινωνία, ενισχύοντας τις εσωτερικές τάσεις διαφορισμού και μοριοποίησης, προσβάλλοντας δηλαδή την ελάχιστη, τη στοιχειώδη πολιτική τους ενότητα και ισχύ. Πρόκειται, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, για τη θηριώδη και εγωιστική άνοδο της (εξυπακούεται) συμπεριληπτικής αποπολιτικής, του impolitique στοιχείου που λένε κάποιοι διανοούμενοι, το οποίο προκρίνεται ως προνομιακό μέσο αντίστασης. Ηθικολογικές και συγκινησιακές ρητορικές επιλεκτικού, εγωιστικού θυματισμού που ξορκίζουν το κακό μέσα από ψευδο-συγκρούσεις, στην περίπτωσή μας γύρω και από υπαρκτά σκάνδαλα. Αποκρύπτοντας μια βασική αιτία τους. Ανάλογα την περίπτωση: την ανοχή ή τη διευρυμένη, εκούσια ή ακούσια αδιάφορο, δημαγωγική αντιεξουσιαστική τους αναπαραγωγή. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των ελίτ, και των ιθυνουσών και των αντιπολιτευόμενων. Δεν πρόκειται περί συμψηφισμού, αλλά για την εν πολλοίς αντιπολιτευτική ομηρία των εκάστοτε ιθυνόντων, όταν έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια την πραγματικότητα. Σε τέτοιο βαθμό, που οι ιθύνοντες, πολλές φορές, για να συνεχίζουν να είναι ιθύνοντες, να πρέπει, θέλοντας και μη, να ενσωματώνουν άναρχα στο ίδιο το εσωτερικό τους τις αντιπολιτεύσεις, κάνοντας αντιπολίτευση στον εαυτό τους. Ο ιδεότυπος του σωσία. Και έπειτα, ο σωσίας ως σωτήρας. Και αυτό που τώρα μοιάζει να παραιτείται, να καταρρέει, να ενδορρηγνύεται, όπως και πριν, με τις πλημμύρες, με τις πυρκαγιές, με τα αυθαίρετα σκάνδαλα (πού πήγαν και φύτρωσαν τόσα δάση μέσα στις βίλες, με τα μπαζωμένα ρέματα με τα φερτά υλικά που λένε και οι τηλεοράσεις και τις ιδιωτικές οδούς της ευμάρειας του 4Χ4, της νεωτερικής μας χώρας;), είναι ένα κομμάτι της χαρισματικής Μεταπολίτευσης, διαπολιτικά, συναινετικά, προοδευτικά, αγωνιστικά, πολεμικά στηριγμένης, είπαμε: στην υπηρεσία του λαού και του τόπου, των «πολλών».
Ένα είναι το πολιτικό σκάνδαλο: η αντιεξουσιαστική δημαγωγική αδιαφορία. Που είναι στην ουσία της σκληρά ατομικιστική, δηλαδή ωμά νεοφιλελεύθερη, αλλά με δημοκρατικό προοδευτικό περιτύλιγμα. Γιατί ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι οικονομική πολιτική, δεν είναι η λιτότητα, οι ανισότητες, οι τράπεζες, αλλά η αποπολιτική αδιαφορία, γαρνιρισμένη με ριζοσπαστική, κοινωνικά απενοχοποιημένη, ηθικολογία. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό: η εξουσία φθείρει και διαφθείρει, είναι όχι μόνο κακιά, είναι το ίδιο το κακό εξ ορισμού και αυτοπροσώπως, η εξουσία είναι «σήψη». Πάντα και παντού και απροϋπόθετα και μηδενιστικά. Στην επικράτεια της αδιαφορίας, ο συμπεριληπτικός μηδενισμός, ιδού το νέο αποπολιτικό πρότζεκτ, ικανό να συσπειρώνει και να ομογενοποιεί στον συγκυριακό χρόνο, στον καιρό, τις ευαισθησίες, τα αντίθετα, κρύβοντας τα ουσιώδη. Καλή συνέχεια, όπως λέμε οι νεοάνθρωποι, στους συγκινητικούς, στους καλοπαθείς μας εμφυλίους.
ΠΗΓΗ: the books' journal
Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
«Η αγιότητα σήμερα»
Η τρίτη εκδήλωση του φετινού κύκλου «Καιρός του ποιήσαι» θα πραγματοποιηθεί σήμερα, Δευτέρα 27 Απριλίου 2026 στις 6:30μ.μ., με θέμα: «Η αγιότητα σήμερα». Θα συμμετάσχουν ως ομιλητές ο Peter Bouteneff, Καθηγητής Συστηματικής Θεολογίας και Θρησκευτικής Τέχνης στο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του αγίου Βλαδίμηρου (Νέα Υόρκη, ΗΠΑ), η Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Καθηγήτρια Καινής Διαθήκης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και ο Παναγιώτης Υφαντής, Καθηγητής Πατρολογίας και Αγιολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Συντονιστής της συζήτησης θα είναι ο Ανδρέας Αλεξόπουλος, επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στο σύνδεσμο μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση https://us06web.zoom.us/j/89965865933.
Αρχικά θα εξεταστεί η έννοια της αγιότητας στο σύγχρονο κόσμο και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται στην καθημερινή ζωή των πιστών. Αποτελεί κοινό μυστικό μεταξύ των πιστών ότι οι άνθρωποι είναι γεμάτοι πάθη, καταδικασμένοι να σκέφτονται και να πράττουν το κακό. Στις καθημερινές προσευχές μας, αποκαλούμε τον εαυτό μας «αμαρτωλό», «άθλιο», «αξιολύπητο» και «άξιο κατάκρισης». Μπορεί η εκκλησιαστική αυτή γλώσσα να ηχεί παράξενη ή υπερβολική για τις τυχόν σύγχρονες ευαισθησίες μας, σε κάθε περίπτωση ωστόσο, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εάν αποδεχθούμε, λοιπόν, ότι είμαστε αμαρτωλοί, τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτό για την ταυτότητα και τη κοινωνική ζωή μας σήμερα, πάντοτε στον ορίζοντα της κλήσης προς την αγιότητα;
Στη συνέχεια η συζήτηση θα εστιάσει στην αγιότητα στα παλαιοδιαθηκικά κείμενα, ενώ θα παρουσιαστούν οι νέες νοηματοδοτήσεις της αγιότητας στην Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα στον Παύλο, ο οποίος αποδεσμεύει την αγιότητα από την παλαιότερη τελετουργική και λατρευτική της διάσταση και την ανάγει σε εκκλησιολογική κατηγορία με χριστολογική αναφορά και εσχατολογική προοπτική: ο χαρακτηρισμός «ἅγιος» δεν ορίζει πλέον έναν τελετουργικό χώρο ή κατάσταση, αλλά ένα νέο ήθος ζωής εν Χριστώ, που χαρακτηρίζει την εκκλησιαστική κοινότητα και διαμορφώνει τις σχέσεις των μελών μεταξύ τους.
Εν τέλει, θα επιχειρηθεί μια κριτική προσέγγιση των αγιολογικών μοντέλων που δεσπόζουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα. Ο κοινωνικός χάρτης που συνθέτουν οι πρόσφατες και τρέχουσες αγιωνυμίες με γνώμονα το φύλο, την ηλικία, τη θέση ή το αξίωμα στον εκκλησιαστικό οργανισμό κ.λπ., είναι αποκαλυπτικός για τις πνευματικές τάσεις και ανθρωπολογικές προτεραιότητες του εκκλησιαστικού οργανισμού στο σύνολό του, οι οποίες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενες ως προς τη βιβλική συνέπεια και την ανθρωπολογική τους περιεκτικότητα.
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Για τα «Χάλκινα κατώφλια» του Ισίδωρου Ζουργού
Γράφει ο Δημήτριος Φ. Χαραλάμπους· Καθηγητής Α.Π.Θ.
Μπορεί η ακαδημαϊκή Ιστορία να μην αρέσκεται καθόλου στα «αν», αλλά στον κόσμο του μυθιστορήματος ένα «αν» αρκεί για να πυροδοτήσει τη φαντασία του δημιουργού και να καθορίσει την πλοκή του έργου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού Χάλκινα κατώφλια. Και «αν», λοιπόν, ο Λύκαστος ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο στην πλευρά των Ελλήνων, ποια θα μπορούσε να είναι η έκβαση του Τρωϊκού πολέμου ή το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη;
Όπως προϊδεάζουν τα παραπάνω, το μυθιστόρημα Χάλκινα κατώφλια τοποθετείται χρονικά και θεματικά στον ομηρικό κόσμο. Παρά το γεγονός ότι αυτή η βαθιά βύθιση στον χρόνο δεν συνηθίζεται στη λογοτεχνική παραγωγή των ημερών μας, ο συγγραφέας, χωρίς να κουβαλά τις ‘βαριές πολιτισμικές δεσμεύσεις’ τού αρχαίου κόσμου, επιλέγει τις αδρές γραμμές, τις ομηρικές δοκούς και μέσα σε αυτές εγκιβωτίζει την αφήγησή του, δίνοντας ευρύτατο χώρο στη μυθοπλασία. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο οπισθόφυλλο.
Η λιτότητα στα ιστορικά σκηνικά επιτρέπει στον συγγραφέα να επικεντρώσει όλη την αφηγηματική του δεινότητα σε μια ουσιαστική ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Με πολύ επιδέξιο τρόπο τα φώτα πέφτουν με αξιώσεις βάθους στα δρώντα πρόσωπα, στα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα τους, την ψυχική τους κατάσταση, τις καθημερινές τους συμπεριφορές κ.τ.λ.
Στον πυρήνα της αφήγησης τίθεται ένα κλασικό κοινωνικό θέμα, η σχέση του δούλου και του αφέντη, του ανυπεράσπιστου από τη μια και του φορέα της απόλυτης εξουσίας από την άλλη. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν υπακούει σε μια οριζόντια λογική, αλλά συντίθεται από πολλές ταλαντώσεις, τέτοιας δύναμης και τέτοιου μεγέθους, ώστε οι αυτονόητα οριοθετημένες σχέσεις του χρισμένου βασιλιά και του αναλώσιμου δούλου, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να γίνονται δυσδιάκριτες.
Αν, λοιπόν, τα ομηρικά έπη μας παρέδωσαν έναν βασιλιά Οδυσσέα πολύτροπο, που μηχανεύεται πράγματα, που οδηγεί με το Δούρειο Ίππο στην τελική κατάληψη της Τροίας –και εδώ η πατρότητα της ιδέας δεν πιστώνεται στον Οδυσσέα–, ο Ισίδωρος Ζουργός στο νέο του βιβλίο κατορθώνει να φιλοτεχνήσει έναν εξίσου πολύτροπο δούλο, ο οποίος με τη δύναμη του μυαλού του και τις ‘λοξές’ μεταφυσικές του συλλήψεις καταφέρνει να αντισταθμίσει τη μειονεκτική του θέση και να αναδιατάξει τη σχέση. Αυτός, ακριβώς, ο κεντρικός άξονας ‘παράγει’ ενδιαφέρουσες ιδεολογικές διαστάσεις που δομούν την κυρίαρχη ταυτότητα του μυθιστορήματος.
Ο λόγος του δούλου λειτουργεί σαν νυστέρι που αποδομεί, αμφισβητεί, κραυγάζει για τον ανθρώπινο παραλογισμό, τον πόλεμο, την αδικία. Για να τοποθετήσουμε καλύτερα τα Χάλκινα κατώφλια στο στερέωμα της ιδεολογίας, αρκεί, νομίζω, να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι ο συγγραφέας, ανάμεσα σε τόσους επώνυμους βασιλείς και πολέμαρχους, επιλέγει να βιογραφήσει ένα ανώνυμο και απόλεμο δούλο.
Ο προικισμένος δούλος, αυτός ο άρτιος λογοτεχνικός χαρακτήρας που έχει μάθει από μικρός, όπως αφηγείται, να ξεχωρίζει τα «όντως θαυμαστά από τα απατηλά», είναι ένας επίμονος παρατηρητής της κοσμικής εξουσίας. Με τη δύναμη του μυαλού του αποφλοιώνει το λαμπερό περίβλημα των εκπροσώπων της κοσμικής εξουσίας, τους γειώνει με τη διεισδυτική ματιά του και τους τοποθετεί στις πραγματικές τους ανθρώπινες διαστάσεις: είναι παραδομένοι στα πάθη και τις μικρότητες, μέθυσοι, εγωκεντρικοί, μελαγχολικοί, μωρόπιστοι στους οιωνούς, ευκολόπιστοι στους ψιθύρους, εύθραυστοι.
Τον Λύκαστο, δηλαδή το αφηγηματικό υποκείμενο του μυθιστορήματος, δεν τον συνδέει τίποτα απολύτως με τον Σπάρτακο και την παράδοση των επαναστατών δούλων. Τη δύναμή του δεν την αντλεί από το σώμα του αλλά από το μυαλό και το ευφάνταστό του.
«Εκτός από άλογα τι άλλο ξέρεις», τον ρώτησε ο Οδυσσέας.«Όλες τις δουλειές του ποδαριού και μιαν ακόμη».«Ποια δηλαδή;».«Σκέφτομαι, άρχοντα Οδυσσέα».
Μια όψη της πνευματικής δύναμης του Λύκαστου είναι το ‘χάρισμα’ που έχει να ακούει μεταφυσικές Φωνές ή, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, να τις επινοεί. Οι κόσμοι που φαντασιώνεται είναι τόσο πειστικοί ώστε να αγκιστρώνουν τους ισχυρούς στους σκοπούς του. Αυτά ακριβώς τα –φυσικά ή μεταφυσικά– στοιχεία της πνευματικής του σύστασης τα αξιοποιεί στη μάχη της επιβίωσης και της αλλαγής των όρων της ζωής του, ως δούλου, στην εμπόλεμη αυλή του Οδυσσέα. Χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο όψεις της πνευματικότητάς του ο άσημος δούλος, υπομονετικά και σταδιακά, ξεγλιστρά από τα χέρια του αφέντη και τελικά ο αφέντης πιάνεται στα ξόβεργα του δούλου. Κατά το ταξίδι της επιστροφής με τον Οδυσσέα, κατορθώνει να ανατρέψει πλήρως τη σχέση. Όπως ομολογεί χαρακτηριστικά: «ήμουν δούλος του, στην αρχή τουλάχιστον, κατόπιν μου είναι δύσκολο να ονομάσω τι του ήμουν πραγματικά».
Παράλληλα με την απομυθοποίηση της κοσμικής εξουσίας, ο Λύκαστος αμφισβητεί και τη θεϊκή εξουσία. Όταν βρέθηκε υπηρέτης σε έναν ναό μισούσε την «πληκτική θεά» και παρακαλούσε «το θεό Αξιό», όπως μαρτυρεί, «να φουσκώσει ξαφνικά ένα βράδυ και να πλημμυρίσει το άγαλμα και το βωμό της». Δεν θα χαριστεί όμως και στους εκπροσώπους της θεϊκής εξουσίας. Πηγαίνοντας να συναντήσει τον περιώνυμο μάντη Κάλχα, θα διατυπώσει ευθύβολα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του: «Εγώ αυτούς τους ενδιάμεσους μεταξύ θεών και ανθρώπων δεν τους πολυσυμπαθώ. Κάθονται έξω απ’ τα χάλκινα κατώφλια και κοιτάζουν ικετευτικά στα μάτια τους θεούς για το πότε θα τους δώσουν σημασία, ενώ όταν στέκονται έξω απ’ τις δικές μας πόρτες, ζητιανεύουν φαγώσιμα, χώρια που κάποιες φορές απαιτούν χαλκό ή και χρυσάφι».
Εκτός από τις παραπάνω ιδεολογικές δεσπόζουσες, ο Λύκαστος, στον κατεξοχήν ηρωικό ομηρικό κόσμο, εκπροσωπεί με πλήρη επίγνωση μια αντιπολεμική και αντιηρωική στάση και κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να μην πολεμήσει, να μη σφάξει και να μη σφαχτεί. Είναι ένας άνθρωπος που δεν βλέπει με καλό μάτι ακόμη και τα «σφαχτά των θυσιών», δηλώνει το μίσος του για τον θεό του πολέμου, τον Άρη, και την απέχθειά του για τα όπλα, κάνει λόγο για τη «σιχασιά του πολέμου» και αμφισβητεί επανειλημμένα το «αναθεματισμένο κύδος».
Στον ιδεολογικό κόσμο του μυθιστορήματος χωράει και η έννοια της πατρίδας, ζήτημα για το οποίο ο συγγραφέας χαράζει μια ξεκάθαρη γραμμή πλεύσης. Ο βασιλιάς και ο δούλος του διαγράφουν τις τροχιές της ζωής τους κουβαλώντας διαφορετικά βιώματα από τις πατρίδες τους, αποκτούν κοινά βιώματα από την συνύπαρξή τους στο στρατόπεδο των Αχαιών και διαχωρίζονται στο τέλος οι πορείες τους, γιατί ο καθένας θέλει να καταλήξει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Είτε πρόκειται για την Ιθάκη, το παλάτι και την Πηνελόπη, στην περίπτωση του Οδυσσέα, είτε πρόκειται για το ρόχθο του Αξιού και τα καλάμια στις όχθες του, στην περίπτωση του Λύκαστου, τελικά, πατρίδα των ανθρώπων είναι οι τόποι των παιδικών βιωμάτων, των σπόρων που κουβαλούν. Γι’ αυτό, συνήθως, εκφράζουν την επιθυμία οι μικρές πατρίδες των ριζωμένων βιωμάτων να αποτελέσουν τις εκβολές του βιολογικού τους κύκλου.
Πάντως, το ευφυές αυτό μυθιστόρημα δημιουργεί έντονα την αίσθηση στον αναγνώστη ότι τα όσα ιστορεί ο αξιοθαύμαστος δούλος, που ο Ισίδωρος Ζουργός τον πήρε μικρό παιδί από το χέρι και τον σεργιάνισε, μέχρι που μας τον παρέδωσε σε βαθύ γήρας, δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ομηρικό κόσμο, αλλά σε όλες τις εποχές και σε όλες τις γεωγραφίες. Είναι, με άλλα λόγια, διαχρονικά. Οι ιστορικοί κύκλοι είναι διαπερατοί, το τότε δεν ξεχωρίζει εύκολα από το τώρα, ακόμη και από το αύριο. Ίσως, γιατί οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, οι άνισες κοινωνικές σχέσεις, η αποκτήνωση του ανθρώπου στον πόλεμο ανακυκλώνονται στο χρόνο. Δεν αλλάζουν, δυστυχώς, εύκολα…
ΠΗΓΗ: Φρέαρ
Η «αμαρτία» του Μπάουμαν
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Ο Πολωνοεβραίος κοινωνιολόγος και πολιτικός στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν (1925-2017) γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση χάρη κυρίως στο αγγλόφωνο έργο του, μετά την αναγκαστική φυγή του από την Πολωνία, το 1968. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, κάμποσα από αυτά και στα ελληνικά. Και εγώ ο ίδιος είχα συμπεριλάβει ένα βιβλίο του στη σειρά «Εστία ιδεών», της οποίας είχα την ευθύνη, στις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας («Ρευστή αγάπη. Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών», μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, 2006), το οποίο έκανε μάλιστα και πολλές ανατυπώσεις. Πλήρωσε, θα πρόσθετα, και το τίμημα της επιτυχίας του: αρκετά από τα βιβλία του που απευθύνονται στο ευρύ κοινό λένε και ξαναλένε το ίδιο και το ίδιο.
Λόγω λοιπόν προσωπικού ενδιαφέροντος για τον συγγραφέα, διάβασα πρόσφατα μια ογκώδη βιογραφία του, ασυγχώρητα φλύαρη, θα έλεγα, γραμμένη από την επίσης Πολωνή Ιζαμπέλα Βάγκνερ (Izabela Wagner), «Zygmunt Bauman. Une biographie», Éditions de la Maison des sciences de l’ homme, 2024, σ. 692 (πρωτότυπη έκδοση «Bauman. A Biography», Polity Press, 2020). Εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα, έμαθα ότι ο Μπάουμαν διετέλεσε, από τον Μάιο του 1945 έως τον Μάρτιο του 1953, αξιωματικός του Σώματος Εσωτερικής Ασφάλειας (KBW) της χώρας, που είχε ως αποστολή, όπως όλα τα αντίστοιχα σώματα, να φακελώνει και να διώκει τους αντιπάλους του νεοεγκαθιδρυθέντος κομμουνιστικού καθεστώτος.
Μπορούμε να σκεφτούμε πολλούς λόγους για τους οποίους ο νεαρός και παρασημοφορημένος στρατιώτης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποδέχτηκε μετά τη λήξη του μια τέτοια πρόταση, όπως, αίφνης, για να αναγνωρίζεται ως αληθινός Πολωνός πατριώτης, αυτός ένας Εβραίος, ή για να πετύχει τον επαναπατρισμό των γονιών του από τη Σοβιετική Ενωση, όπου είχαν καταφύγει, όπως και χιλιάδες άλλοι Εβραίοι της Πολωνίας, για να σωθούν από τη ναζιστική σφαγή. Και ακόμη: πόσο ακίνδυνα μπορούσε να αρνηθεί; Ας λογαριάσουμε επίσης ότι η στρατιωτική στολή τον προφύλασσε από το άσβεστο αντισημιτικό μίσος της πολωνικής κοινωνίας (όπως είναι γνωστό, πολλές εκατοντάδες επιζήσαντες Εβραίοι της Πολωνίας δολοφονήθηκαν εκεί μετά το Ολοκαύτωμα). Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Μπάουμαν δεν έκανε αυτή την επιλογή με βαριά καρδιά: πίστευε ειλικρινά ότι, πέρα από τα όποια ζητήματα του έλυνε, θα συνέβαλλε με αυτό τον τρόπο στην οικοδόμηση μιας δίκαιης κοινωνίας, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Ο Μπάουμαν δεν απέκρυψε ποτέ ότι εργάστηκε για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Πολωνίας, ούτε όμως και ζήτησε ποτέ συγγνώμη για αυτό.
Μετά την αποπομπή του από το σώμα, ο Μπάουμαν παραμένει μέλος του Κόμματος και ξεκινάει σιγά σιγά την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του στην Πολωνία, η οποία θα κλείσει οριστικά, όπως και η ίδια η ζωή του εκεί, το 1968. Στην αρχή της χρονιάς αυτής, ο Μπάουμαν θα παραδώσει στο Κόμμα, μαζί με τη γυναίκα του, την κομματική του ταυτότητα, τον Μάρτιο θα συμμετάσχει στις αντικαθεστωτικές φοιτητικές διαδηλώσεις και τον Ιούνιο θα εγκαταλείψει την Πολωνία, με προορισμό το Ισραήλ, τη μόνη χώρα για την οποία μπορούσε να πάρει βίζα. Προηγουμένως του επέβαλαν να καταθέσει αίτηση αποποίησης της πολωνικής ιθαγένειας. Είναι πλέον επισήμως άπατρις.
Αυτή η βιογραφική πληροφορία ότι ο Μπάουμαν υπηρέτησε στις μυστικές υπηρεσίες ασφαλείας της Πολωνίας ενδέχεται, αναρωτιέμαι, να επηρεάσει τη σχέση μας με το έργο του; Ας απαντήσω για λογαριασμό μου: κατηγορηματικά όχι. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κατά την κομμουνιστική περίοδό τους, αμέτρητοι άνθρωποι αναγκάστηκαν να κάνουν αβαρίες με τη συνείδησή τους. Να ένας από τους πολλούς λόγους που είμαστε υπέρ της δημοκρατίας, για να μην αναγκαζόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουμε. Μακάρι ο Μπάουμαν να μην είχε γίνει αξιωματικός της KBW, έγινε όμως. Ας αναλογιστούμε τις τότε συνθήκες και ας είμαστε επιεικείς. Εκείνοι που σήμερα προβάλλουν αυτό το γεγονός της ζωής του και βάλλουν εναντίον του τον λίθον του αναθέματος δεν είναι οι αναμάρτητοι, αλλά οι εθνικιστές, ακροδεξιοί, νεοναζί και αντισημίτες της Πολωνίας, αποκαλώντας τον απαξιωτικά «ταγματάρχη Μπάουμαν», αυτοί που τον προπηλάκιζαν όταν ερχόταν στην πατρίδα του μετά την πτώση του κομμουνισμού. Έχουν τους λόγους τους: ο Μπάουμαν είναι Εβραίος και έμεινε πάντα αριστερός, οπαδός ενός ανθρωπιστικού σοσιαλισμού.
Το ερώτημα που υπόκειται σε τούτο το σημείωμα είναι εκείνο το παμπάλαιο και πολύπλοκο για τη σχέση ζωής και έργου, το οποίο σήμερα έχει ανακινηθεί εκ νέου με ακραίο τρόπο (#MeToo, Cancel culture), δηλαδή κατά πόσον είναι δυνατό να ερμηνεύουμε και πολύ περισσότερο να αξιολογούμε ένα έργο από τη ζωή του δημιουργού του. Πιστεύω προσωπικά ότι το πιο σημαντικό πράγμα που κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του είναι η ίδια η ζωή του, η ιδιωτική και η δημόσια, αλλά αυτή ας την κρίνει όποιος θέλει αυτοτελώς, και όχι να αξιολογεί μέσω αυτής τα έργα, και πολύ περισσότερο να τα απαξιώνει λόγω της πραγματικής ή υποτιθέμενης ηθικής απαξίας του δημιουργού τους. Τα πράγματα γίνονται απειλητικά για τη δημοκρατία όταν επιδιώκεται (και συχνά επιβάλλεται) ο εξορισμός από τον δημόσιο χώρο του πολιτισμού ενός έργου, που μια ομάδα πίεσης θεωρεί τον δημιουργό του ηθικά ανάξιο. Υπάρχουν δηλαδή, θα ρωτήσει κάποιος, αδιαπέραστα στεγανά, ανάμεσα στη ζωή και στο έργο ενός ανθρώπου; Η απάντηση εδώ είναι πως τα πράγματα ποικίλλουν ανάλογα με το είδος του έργου – άλλο ένα ποίημα και άλλο ένα πολιτικό δοκίμιο. Μπορούμε ασφαλώς να κρίνουμε και να κατακρίνουμε ηθικά και τα κάθε είδους έργα, για λόγους όμως που αφορούν αυτά τα ίδια και όχι τη ζωή του δημιουργού τους.
ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Ο ομηρικός κόσμος στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2025). Χάλκινα κατώφλια. Αθήνα: Πατάκη.
Τα «Χάλκινα κατώφλια» είναι μια αφηγηματική ακροβασία, ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Εκεί, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του, παρακολουθούμε σε ιδιωτική προβολή τον πόλεμο της Τροίας και την επιστροφή του Οδυσσέα ιστορημένα αλλιώς. Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί από το ηρωικό ιδεώδες, οι δούλοι και οι δούλες έχουν φωνή και μάτια, ερμηνεύουν και αναδομούν τον κόσμο της ισχύος και της θεϊκής καταγωγής.
Το μυθιστόρημα είναι η αρχή ενός ακόμη μύθου δίπλα στον κυρίαρχο μύθο. Eξιστορεί τι θα μπορούσε να συμβεί, εάν ένα πρόσωπο, επινοημένο από τον συγγραφέα, παρεισέφρεε στο στρατόπεδο των Αχαιών και με τη σταδιακή επιρροή του άλλαζε τη μοίρα του πολέμου και την πορεία του γυρισμού στην Ιθάκη.
Τα «Χάλκινα κατώφλια» μιλούν για τη γειτνίαση των πολιτισμών, για το χάσμα ανάμεσα στους απόκληρους και την κοσμική και θεϊκή εξουσία, για τη σχέση δούλου και αφέντη, όταν αυτή χάνει τους αρμούς της. Είναι μια φανταστική αφήγηση για τα φουσκωμένα πανιά και τους ανοιχτούς ορίζοντες, για την ιαματική παρουσία της γυναίκας σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα και χαλκό. Είναι μια καταγγελτική απεικόνιση της κτηνωδίας του πολέμου, ένα σχόλιο για τις τραγικές ορίζουσες της ανθρώπινης μοίρας, αλλά ενίοτε κι ένα μυθιστόρημα φάρσα, αφού οι εξουσίες, συχνά ανοχύρωτες, έλκουν ρινίσματα παρωδίας και σάτιρας· [από το οπισθόφυλλο].
«ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ περνούσε. Ο Χρόνος, αυτός ο άπιαστος θεός χωρίς σώμα, που οι φαφλατάδες Αχαιοί τον έλεγαν Κρόνο, κι όταν ήθελαν να έχουν οπωσδήποτε μια εικόνα του, τον ζωγράφιζαν σαν ένα τέρας με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια. Συνοδός η κόρη του, η Ανάγκη, φίδι κι αυτή, μαζί οι δυο τους περιελίσσονταν γύρω απ’ το μεγάλο αυγό του κόσμου» (σ. 151).
«Τα μάτια μου αιχμαλωτίζονται στη φωτιά, την παρατηρώ και σκέφτομαι πως ο χρόνος μου τελειώνει. Για να διηγηθώ όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα, θα χρειάζονται μέρες και νύχτες. Στη δική μου ιστορία ο χρόνος της αφήγησης δε μετράει πια ξέχωρα απ’ αυτόν αφού οι ζωές μας κόλλησαν κι έγιναν σιαμαίες ιστορίες. Μόνο οι αοιδοί θα μας ξεκολλήσουν, θα επιλέξουν στιγμές απ’ τα δικά του κατορθώματα και με τη φόρμιγγα στο χέρι θα γυρνάνε πόλεις και χωριά υμνώντας τα ταξίδια του. Η δική μου ιστορία έγινε λόγια χωρίς μουσική, ούτε γραφή έγινε, γιατί κανείς δεν καταπιάστηκε να τη χαράξει σε κεραμίδια μ’ εκείνα τα σημάδια που μοιάζουν μυγοπόδαρα. Με τη γραφή δε συναντήθηκα, ούτε με τη μουσική, μόνο απήγγειλα τα δικά μου λόγια ως χάρισμα στις Αύρες, τις νύμφες που κρύβονταν πίσω από κάθε φύσημα» (σσ. 207-208).
Μόνο βινύλιο!!!
ΠΗΓΗ: RetroForge - Θέμα
Στη δισκοθήκη αίφνης πρόσεξα, σε χρόνο ενεστώτα, έναν παλιό δίσκο. Ο καιρός που τον αγόρασα ήταν φοιτητικός, από το κατάστημα του Άκη, επί της οδού Αγίου Δημητρίου -αν καλά θυμάμαι- στη Μητέρα Θεσσαλονίκη. Το παίξιμο του δίσκου στο πικάπ αντηχεί απειρόλογη μουσική. Χαρά της ανοιξιάτικης βραδιάς που πλησιάζει, με τα ηχεία στη διαπασών! Α.Ι.Κ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)