Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
O Βρεττανός ιστορικός Robert G. Hoyland, στο βιβλίο του: «Seeing Islam As Others Saw It: A Survey and Evaluation of Christian, Jewish and Zoroastrian Writings on Early Islam» (σσ. 109-110), που εκδόθηκε το 1997, στη σειρά Studies in Late Antiquity and Early Islam, παρουσιάζει τον Στέφανο τον Σαββαΐτη (794), ως έναν από τους σημαντικότερους μοναχούς της Λαύρας του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη και ηγούμενός της. Σημειωτέον ότι, ο Στέφανος ήταν ανεψιός του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και συγγραφέας εκκλησιαστικών ύμνων, εξού και ο χαρακτηρισμός του ως υμνογράφος ή μελωδός [βλ., Θεοχάρης Ε. Δετοράκης. (1979). Κοσμάς ο Μελωδός. Βίος και έργο. Θεσσαλονίκη: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, σσ. 57, 61-62 & και Νικόλαος Β. Τωμαδάκης. (1993). Η Βυζαντινή Υμνογραφία και Ποίησις. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 46, υπο. 1]. Ο βίος του αγίου Στεφάνου γράφτηκε περίπου το 807 από τον Λεόντιο Δαμασκηνό, ο οποίος τον είχε γνωρίσει κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αργότερα το έργο μεταφράστηκε από τα ελληνικά στα αραβικά και στη συνέχεια στα γεωργιανά. Όμως, ο Hoyland παρατηρεί ότι, επειδή ο βίος γράφτηκε μετά τον θάνατο του Στεφάνου, δεν αποτελεί πηγή για την εποχή των πρώτων αραβικών κατακτήσεων. Παρόλα αυτά είναι ιδιαίτερα πολύτιμος για την ιστορία της Παλαιστίνης του δεύτερου μισού του 8ου αιώνα, επειδή προσφέρει ζωντανές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή και τις σχέσεις της Παλαιστίνης με τη Συρία και την Αίγυπτο. Ο Άγγλος ιστορικός επισημαίνει ότι μέσα στον βίο εμφανίζονται αρκετές αναφορές στους Άραβες και στη μουσουλμανική διοίκηση. Οι πιο συνηθισμένοι Άραβες που αναφέρονται είναι οι νομάδες της ερήμου της Ιουδαίας, οι οποίοι άλλοτε αποτελούσαν απειλή και άλλοτε συνυπήρχαν ειρηνικά με τους μοναχούς. Αναφέρονται επίσης: ο χαλίφης, ο οποίος διατάζει τη σύλληψη και φυλάκιση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία [για το βίο του δεν έχουμε πολλές πληροφορίες βλ., πρώην Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος, «Ηλίας ο Β΄ Πατριάρχης Ιεροσολύμων», Νέα Σιών, 31 (1936) 201-208 και 274-281], ο επίσκοπος της Καράκ -η Επισκοπή Καράκ (ή Χαραχμώβα στην αρχαιότητα) αποτελούσε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού-, που συνεργάζεται με τον διοικητή και τον δικαστή της Δαμασκού, ένας Θεόδωρος, ο οποίος επιχειρεί να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του με τον κυβερνήτη της Ράμλας, καθώς και ένα επεισόδιο στο οποίο ένας μουσουλμάνος συνοδεύει έναν άρρωστο χριστιανό στη Μονή του Αγίου Σάββα· εκεί ο χριστιανός θεραπεύεται και ο μουσουλμάνος βαπτίζεται από τον Στέφανο. Για τον Hoyland, τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι οι σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων δεν περιορίζονταν σε συγκρούσεις, αλλά περιλάμβαναν και διοικητική συνεργασία, προσωπικές επαφές και θρησκευτικές αλληλεπιδράσεις.
Όπως διαπιστώνουμε, η μακρά περίοδος από την εμφάνιση του Ισλάμ (7ος αιώνας), μέχρι την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως (1453) έχει να παρουσιάσει μία σειρά από συγγραφείς και κείμενα ιστορικής, απολογητικής, πολεμικής, διαλεκτικής και αγιολογικής φύσεως με περιγραφές, αναφορές και νύξεις οι οποίες εκφράζουν γεγονότα, σχέσεις, αντιλήψεις, προκαταλήψεις, ερμηνείες, όπως παρερμηνείες και στρεβλώσεις του Ισλάμ.
Η γραμματεία αυτή, σημαντική στον όγκο και στο είδος της, αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος των μακρών, πολύπλοκων και ιδιαιτέρων σχέσεων τις οποίες είχε αναπτύξει το Βυζάντιο με τους Άραβες, πριν και κυρίως μετά την εμφάνιση του Ισλάμ – σχέσεις οι οποίες στο σύνολό τους παρουσιάζουν ένα πολύ διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα από εκείνον τον οποίον γνώρισε και ανέπτυξε η Χριστιανική Δύση.
Πάντως είναι αδιαμφισβήτητο ότι, το ίδιο το Ισλάμ ήρθε σε επαφή από την πρώτη στιγμή με τον πολυσχιδή Βυζαντινό Χριστιανισμό, από τον οποίον επηρεάστηκε άμεσα και σε βάθος. Τα χριστιανικά στοιχεία του Ισλάμ, όπως και τα ιουδαϊκά, είναι όχι μόνο πολλά αλλά και αναφαίρετα για την κατανόηση του ίδιου του Ισλάμ και των ισλαμοχριστιανικών σχέσεων.
Επίσης, αδιαμφησβήτητο είναι και το γεγονός ότι το Βυζάντιο βρέθηκε ή μπήκε σε τροχιά σύγκρουσης με το Ισλάμ από τη στιγμή της εμφάνισης του δευτέρου, και το αντίθετο. Η βυζαντινή θεώρηση του Ισλάμ δεν είναι ούτε μονολιθική ούτε μονοκόμματη. Παρουσιάζει μία ποικιλία ύφους, ήθους, ευαισθησίας, γλώσσας, γνώσης, εμπειριών, μόρφωσης, νοοτροπιών, ιστορικών συνθηκών και παραγόντων, ψυχοσυνθέσεων, πολιτικών πεποιθήσεων, θρησκευτικών και ατομικών πνευματικών προσανατολισμών – προσώπων μάλλον παρά θεσμών, και όταν ακόμη εμπλέκονται σ’ αυτήν και αυτοκράτορες.
Στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Ισλάμ, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), η Ορθόδοξη Εκκλησία ασχολήθηκε κυρίως με την υπεράσπιση των πιστών της έναντι του κινδύνου του εξισλαμισμού, συχνά βίαιου και υποκινούμενου εκ μέρους των Μουσουλμάνων Οθωμανών. Το έργο του πρωτοπρ. Αλέξανδρου Καριώτογλου: Ισλάμ και χριστιανική χρησμολογία. Από τον μύθο στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο· κάνει ανάλυση και ερμηνεία του φαινομένου της χρησμολογικής γραμματείας κατά του Ισλάμ, η οποία ήκμασε κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.
Για τις σχέσεις του Χριστιανισμού με το Ισλάμ σημαντικά είναι και τα παρακάτω έργα:
- J. Gnilka. (2009). Χριστιανισμός και Ισλάμ. Μία νέα προσέγγιση, μτφρ. Σωτήριος Σ. Δεσπότης, Αθήνα: Ουρανός.
- Αγγελική Γρ. Ζιάκα. (2010). Μεταξύ πολεμικής και διαλόγου: Το Ισλάμ στη βυζαντινή, μεταβυζαντινή και νεότερη ελληνική γραμματεία. Θεσσαλονίκη. Πουρναράς.
- Συμεών Πασχαλίδης - Απόστολος Κραλίδης. (2013). Βυζαντινή Θεολογία και Ισλάμ. Ένας διάλογος μεταξύ αντιπαράθεσης και σύγκλισης. Θεσσαλονίκη. Βάνιας.
Part of the icon with the Rev. Stephen the Sabaite, nephew of St. John of Damascus. Church and Archaeological Cabinet of the Moscow Theological Academy. ΠΗΓΗ: WIKIMEDIA COMMONS