Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Από την ομορφιά της ώρας του μαθήματος... στην αθέατη εξεταστική εξουθένωση των μαθητών...

«[…] γιατί η ώρα του μαθήματος δεν είναι ποτέ μικρό πράγμα, δεν είναι νεκρός χρόνος, δεν είναι αυτοματισμός, χωρίς νόημα, ρουτίνα χωρίς επιθυμία […] 
»Απεναντίας, ο αυτοματισμός είναι η νόσος του Σχολείου, η κατεξοχήν παθολογία του λόγου του Πανεπιστημίου, καθώς ανακυκλώνει μια γνώση που αποβλέπει ανώνυμα στην επανάληψη, καταργώντας την έκπληξη, το απρόβλεπτο, το ως τώρα ανήκουστο και άγνωστο, καθιστώντας αδύνατο το συμβάν του λόγου. Ιδού ο άσπονδος εχθρός του εκπαιδευτικού έργου: η τάση ανακύκλωσης και αναπαραγωγής μιας γνώσης όμοιας πάντα με τον εαυτό της. Είναι το φάντασμα που ίπταται από πάνω μας και έχει τη δύναμη να υπαγορεύει θανατηφόρα τους όρους άσκησης του εκπαιδευτικούς μας έργου: το να αφήνεται κανείς σε ό,τι έχει ήδη γίνει, λεχθεί ή ιδωθεί, συρρικνώνοντας την αγάπη για τη γνώση στην απλή διαχείριση μιας γνώσης που δεν επιφυλάσσει πια καμία έκπληξη. Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με τη μετάδοση μιας ζωντανής ειδημοσύνης, αλλά με διανοητική γραφειοκρατία, παρασιτισμό, πλήξη, λογοκλοπή, κομφορμισμό. Μια γνώση αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να αφομοιωθεί χωρίς να προκαλέσει ασφυξία, πνευματική ανορεξία, αηδία. Το Σχολείο όμως δεν είναι κατά κύριο λόγο αυτό. Προσπαθούν να το αποδείξουν καθημερινά δάσκαλοι σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης: η πραγματική καρδιά του Σχολείου αποτελείται από ώρες μαθήματος που θα μπορούσαν να θεωρηθούν περιπέτειες, συναντήσεις, πνευματικές εμπειρίες και βαθιές συγκινήσεις. Διότι αυτό που μένει από το Σχολείο την εποχή της εξάχνωσής του είναι η ομορφιά της ώρας του μαθήματος».


MASSIMO RECALCATI. (2020). Η ώρα του μαθήματος. Για την ερωτική διάσταση της διδασκαλίας, μτφρ. Άννα Πλεύρη, Γιοβάνα Βεσσαλά, επιμέλεια – θεώρηση μετάφρασης Τάκης Γκόνης. Αθήνα: Κέλευθος, σσ.15-16.

H Ρωσοφιλία και η Ρωσοφοβία στην Ελλάδα

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Πώς θα ήταν δυνατόν να λείψει η γνωστή υστερική αντίδραση στην Ελλάδα για τη ρωσική διείσδυση στα πολιτικά πράγματα της χώρας, με αφορμή την ίδρυση νέων πολιτικών σχηματισμών; Η απορία δεν θα έπρεπε να υπάρχει, όχι γιατί δεν υπάρχει μία τέτοια διείσδυση (αυτό είναι θέμα κατασκοπευτικής λογοτεχνίας), αλλά γιατί από τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα έχουμε από τη μία ένα έντονο φιλορωσικό πνεύμα (από τους Παπουλάκους μέχρι και τον Όθωνα στον πόλεμο της Κριμαίας αλλά και την πριγκίπισσα Όλγα αργότερα), και από την άλλη μία περισσότερο «λόγια» και ελιτίστικη αντίδραση σε αυτό που χαρακτηρίζεται ρωσικός κίνδυνος επέκτασης. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, αυτή η αντίδραση δεν επικεντρώνεται στα καθαρά και γνήσια εθνικά συμφέροντα, αλλά στην προσκόλληση στους άλλους πάτρωνες της «ορφανής» Ελλάδας, Άγγλους και Γάλλους. Πόσο, με άλλα λόγια, ήταν υπερασπιστές των ορθοδόξων συμφερόντων των Αγιοταφικών προσκυνημάτων, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν υπήρχε βάσιμη η ρωσική επιρροή, η οποία είχε υποδαυλίσει τα πνεύματα στην περιοχή και ειδικότερα στο αραβόφωνο στοιχείο του Πατριαρχείου;
Η νέα εκδοχή του αντιρωσικού πνεύματος ήταν η αντιπαλότητα με τη φιλόδοξη Βουλγαρία μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία όμως ήταν σταθερός σύμμαχος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Δεν μπορεί να την πεις και χαρακτηριστικό δείγμα ιστορικού σλαβικού αναθεωρητισμού και επιθετικότητας, πίσω από την οποία θα βρισκόταν η Ρωσία (η τσαρική ή η μπολσεβικική, είναι επίσης ένα ζήτημα). Η πιο πρόσφατη εκδοχή «εθνικού συναγερμού» ήταν η φιλοσοβιετική στάση του ΚΚΕ, η οποία μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο χαρακτηρίσθηκε και αξιολογήθηκε ως «δούρειος ίππος» του σλαβισμού. Ποιου ακριβώς σλαβισμού; Της Ρωσίας του Στάλιν που δεν της καιγόταν και κάποιο ιδιαίτερο «καρφί», ή της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, με τον οποίον όμως μια χαρά τα βρήκαν σε δεύτερο χρόνο οι Δυτικοί; Μεγάλα και αναπάντητα τα ιστορικά ερωτήματα.
Ναι, αλλά θα πει κανείς: ο Πούτιν σήμερα δεν επιθυμεί να διεισδύσει με κάθε τρόπο στα πολιτικά πράγματα των δυτικών χωρών; Πάντως οι σχετικά ανάλογες προσπάθειες σε Ρουμανία και Μολδαβία έχουν αντιμετωπισθεί με κατεξοχήν αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις από την πλευρά των δυτικών, ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Το αφήγημα περί μίας ολιγαρχικής και αυταρχικής δημοκρατίας στη Ρωσία που απειλεί τον ευρωπαϊκό μας πλουραλισμό τα βρίσκει πολύ δύσκολα ανάμεσα σε δολιοφθορές τύπου Nord Stream και σε περιπάτους ουκρανικών drones σε παραλίες της Ελλάδας και στις παρεκβάσεις με τις υποκλοπές made in Israel.
Επιστρατεύεται και η κατάκριση της κινητοποίησης για το Μακεδονικό ως έκφραση ρωσικού αποσταθεροποιητικού «δακτύλου». Το αστείο είναι ότι αυτοί που κατηγορούν, είτε έχουν μία σαφή συμπλεγματική φιλοδυτική αντίδραση (πώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η τότε πρωτοβουλία του κατά τα άλλα venceremos! Τσίπρα;) ή δεν έχουν (τολμήσει) να ακυρώσουν μετέπειτα αυτή τη συμφωνία. Το σουρεάλ στοιχείο υπεισέρχεται στο γεγονός πως οι ευρωπαίοι πάτρωνες υποδαυλίζουν αυτά τα φοβικά σύνδρομα, έχοντας οι ίδιοι απωλέσει το ατλαντικό τους υποστήριγμα. Άρα, η όλη κουβέντα δεν έχει να κάνει με κάποιον γεωπολιτικό προσδιορισμό της Ελλάδας, αλλά με μικρομάγαζα συμφερόντων, ήδη εδραιωμένων και κατεστημένων.
Όλα αυτά, βέβαια, ισχύουν και για την όποια φιλορωσική κατεύθυνση. Η δυτικίζουσα αγιογραφία και ψαλτική της Ρωσικής Εκκλησίας είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του πολύ απλού και αυτονόητου: «άλλο η Ρωσία και άλλο η Ελλάδα». Η επιδέξια ισορροπία είναι απόλυτη προϋπόθεση. Δεν θα πρέπει ο εμετός της Ελλάδας ως αποικίας να μας οδηγεί σε προσκόλληση σε άλλα «αφεντικά».

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα Μάτια είναι έργο του Χρήστου Γαρουφαλή.

ΠΗΓΕΣ:

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

«Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)»

Γράφει ο ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ

Συμπληρώνονται σήμερα 107 χρόνια από την Γενοκτονία των Ποντίων, που ακολούθησε την Γενοκτονία των Αρμενίων από το καθεστώς των Νεότουρκων. Η επίσημη απόφαση για τις γενοκτονίες πάρθηκε τον Οκτώβριο του 1911 σε ένα συνέδριο στην οθωμανική Θεσσαλονίκη. Ήταν εκεί που οι Νεότουρκοι αποφάσισαν την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.

[...]

Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων που οδήγησαν στην Γενοκτονία των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η Μαύρη Βίβλος, συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά.


ΠΗΓΗ: SLpress

Γενοκτονία Ποντιακού Ελληνισμού: Γιανναράς... επίκαιρος


«Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά. Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος. Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο Ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του Ποντιακού (και γενικότερα του Μικρασιατικού) Ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα "πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη"».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Βιβλία του πεταματού

Γράφει ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ


Τα βιβλία πλέον ούτε τα λογοκρίνουν ούτε τα καίνε. Αλλά ούτε και τα πολυδιαβάζουν. Και όσα μένουν στα αζήτητα, οι εκδότες τους τα πάνε αδιάβαστα στις χωματερές ή στην πολτοποίηση της τρέντι ανακύκλωσης.
Αυτό όμως δεν είναι το μόνο παράδοξο: όσο εκλείπουν οι συνθήκες ανάγνωσης των βιβλίων, τόσο περισσότερα βιβλία εκδίδονται, αυξάνοντας –έτερο παράδοξο αυτό– όχι τις επιλογές, αλλά τη σύγχυση των αναγνωστών. Υπερβαίνουν τις 11.000 οι τίτλοι που εκδίδονται ετησίως στη χώρα, χωρίς οι χαμηλές επιδόσεις φιλαναγνωσίας να δικαιολογούν έναν τόσο μεγάλο αριθμό. Αλλά τότε τι συμβαίνει;
Αν εξαιρέσουμε τους, λίγους πλέον, αιθεροβάμονες (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι) στον χώρο του βιβλίου, οι πολλοί φαίνεται να υπερθεματίζουν στα τερτίπια της αγοράς που δεν παράγει για να καταναλώσει, αλλά καταναλώνει για να συνεχίσει να παράγει.
Ο εκδοτικός πληθωρισμός (και όχι πλουραλισμός) της μικρομέγαλης εγχώριας πολιτιστικής παραγωγής –ακαταγώνιστη «βαριά βιομηχανία» μας παραμένει το «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»– καθιστά τα βιβλία ευπαθή αντι-κείμενα με όλο και κοντινότερη ημερομηνία λήξης. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πνευματικά αγαθά, όπως διατεινόμαστε κολακεύοντας την αναγνωστική μας εντρύφηση, αλλά για προϊόντα που η παραγωγή τους θα προγραμματιστεί και θα διανεμηθεί (με κριτήρια διόλου πνευματικά) μέχρι κεραίας. Οσα από αυτά δεν πωληθούν άμεσα, θα αποσυρθούν σαν ληγμένα και θα αντικατασταθούν από φρεσκοτυπωμένα, καθότι το κόστος φύλαξής τους είναι μεγαλύτερο από τις εν δυνάμει πωλήσεις τους μετά την αρχική τοποθέτησή τους. Κάποιοι από τους συντελεστές παραγωγής (συγγραφείς, μεταφραστές, εικονογράφοι, γραφίστες κ.ά.) δεν θα πληρωθούν ποτέ ή θα μείνουν στα «έναντι». Οι μόνοι που έχουν σίγουρες απολαβές από το πηγαινέλα των βιβλίων είναι οι μεταφορείς τους. Ολοι οι υπόλοιποι κανακεύουν ένα Μινώταυρο, μεριμνώντας πρωτίστως για τη συνεχή τροφοδοσία του και όχι για τη διακίνηση των ιδεών, τη συντήρηση της μνήμης και τη διάχυση της γνώσης – αυτά είναι προφάσεις όσων αιτούνται ή μοιράζουν επιδοτήσεις. Οι διευθυντές πωλήσεων φτιάχνονται με αριθμούς και, όπως καταλαβαίνετε, όταν τα νούμερα έχουν τον πρώτο λόγο, το μεράκι της καλλιτεχνίας έχει πάει περίπατο από τα αποδυτήρια.
Αλλά δεν βαριέσαι; «Το μοναστήρι να είναι καλά» δεν λένε; Εδώ το «μοναστήρι» κι ο μπεζαχτάς του συχνάκις επικουρούνται από την ανθρώπινη ματαιοδοξία που, προκειμένου να της αποδοθεί ο επίζηλος –Κύριος οίδε γιατί– τίτλος του «συγγραφέα», βάζει το χέρι βαθιά στην τσέπη, έστω κι αν το αναγνωστικό κοινό δεν ξεπερνά τον συγγενικό ή κοινωνικό κύκλο όσων την υπηρετούν.
Το πρόβλημα είναι ότι μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων και τον άτυπο έλεγχο της διανομής τους πάνε στράφι και καλές εκδόσεις, που πολλές φορές δεν φτάνουν καν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, των οποίων οι διαχειριστές, συνήθως, υποκύπτουν στην εξωνημένη προβολή και στη λογική της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας.
Παρεπόμενο όλων των παραπάνω είναι η σκανδαλώδης απουσία θεμελιωδών βιβλίων από τις βιβλιοθήκες, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες, απαράσκευοι από το οικογενειακό και σχολικό τους περιβάλλον, να έχουν λάθος συστάσεις και, φτωχοί σημείων αναφοράς, να εθίζονται στη στρέβλωση της παραλογοτεχνίας και να στερούνται την απόλαυση της ανάγνωσης. Ωστόσο, οι συστηματικοί και επαρκείς αναγνώστες, όσο μπορούν, μένουν ανεπηρέαστοι από τους συρμούς και τις εκδουλεύσεις όσων τους υπηρετούν, γνωρίζοντας ότι τα καλά βιβλία δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Γνωρίζουν επίσης οι καλοί αναγνώστες ότι ένα καλό βιβλίο που δεν διαβάστηκε, γιατί πλακώθηκε από τον όγκο της ελαφρογραφίας, δεν είναι απλώς ένα εμπορικά αποτυχημένο βιβλίο. Είναι μια δυνατότητα χαράς που χάσαμε το ξεδίπλωμά της.
Εδώ η κριτική εγρήγορση θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο ξεχωρίζοντας τα αξιανάγνωστα από τον σωρό. Για να συμβεί όμως αυτό χρειάζεται να προηγηθεί η σαφής διάκριση των διαφημιστικών χώρων από εκείνους της κριτικής αποτίμησης.
Και τότε ίσως πάψει να μας θορυβεί υποκριτικά η ύπαρξη βιβλίων μιας (ή καμιάς) χρήσεως και θα μας απασχολήσει ότι όλο και λιγοστεύουν τα βιβλία που αξίζει να υπερασπιστούμε τη θέση τους στις βιβλιοθήκες μας (και στις ζωές μας).
Πριν από πολλά χρόνια, στην ερώτηση αν φοβάμαι ότι το βιβλίο θα εξαφανιστεί από την εξάπλωση των νέων τεχνολογιών είχα απαντήσει βιαστικά «όχι», θεωρώντας άστοχη τη σύγκριση. «Τι σχέση έχει ο έρωτας με το ξεφύλλισμα πορνοπεριοδικών;» είχα αναρωτηθεί ρητορικά ποντάροντας στον έρωτα. Το ίδιο θα απαντούσα και σήμερα, αλλά στον λογαριασμό θα έβαζα και τον πολλαπλασιασμό των ανέραστων.

Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Εκκλησία και Πολιτισμός

«Το να κρίνεις σημαίνει να βλέπεις και τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία κρίνει τον πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της μορφών ζωής. Γιατί οι μορφές αυτές δημιουργούνται από τον πολιτισμό, ενώ η ουσία της καθιστά τον πολιτισμό δυνατό. Η Εκκλησία και ο πολιτισμός είναι δύο κόσμοι σε αλληλοδιαπλοκή, όχι δύο παράλληλοι κόσμοι. Κι η Βασιλεία του Θεού τους περιλαμβάνει αμφότερους, ενώ ταυτόχρονα τους υπερβαίνει».


PAUL TILLICH. (2023). Η ελπίδα ενάντια στην ελπίδα, εισαγωγή & μετάφραση Δημήτρης Μ. Μόσχος. Αθήνα: Firebrand, σ. 34.

«… η θρησκεία είναι πολιτικό ζήτημα, αλλά ακόμα πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι το αντίστροφο: το νόημα της ιστορίας είναι ζήτημα πίστης, η θρησκεία είναι πάντα το κομμάτι του πολιτισμού που τείνει προς ένα μέλλον, είναι στο όριο μεταξύ της ενεργούς πραγματικότητας και μιας δυνητικότητας που διανοίγεται»· από τον πρόλογο του Δημήτρη Μ. Μόσχου, σ. 16.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ασφυξία στη σχολική τάξη: Με αφορμή την αυτοκτονία των δύο 16χρονων μαθητριών



«Θα τελειώσω ένα σχολείο ανάπηρο που με οδηγεί χωρίς ενοχές στα φροντιστήρια. Εκεί με σκληρή καταναγκαστική δουλειά, πνευματικά απροστάτευτος, χωρίς ωράριο, με κλεμμένο τον ελάχιστο χρόνο, περνώ στο πανεπιστήμιο. Μου μάθανε να περιφρονώ τον Όμηρο, τα θρησκευτικά, τις τέχνες και τη γυμναστική, κέρδισα χρόνο και πέτυχα. Συγκινημένος στην αρχή, κουρέλι απ‘ την κούραση, χωρίς να συνειδητοποιώ και πολύ τι μου συμβαίνει, ξεσπάω για ένα διάστημα, ξεδίνω, πίνοντας και καπνίζοντας, συζητάω για το νόημα της ζωής με τ’ άλλα κουρέλια, ακούω μουσική και ξημερώνομαι στο internet, ξυπνώ το μεσημέρι. Κάτι συμβαίνει μέσα μου. Σ’ αυτή τη θεσπέσια παύση μια φωνή ακούγεται βαθιά απ’ το πηγάδι. Ποιος είναι; Ποιος εγώ; Υπάρχω;… Με κοιτάνε. Θέλει να γλυτώσει! Από τι άραγε; Περίεργο πλάσμα. Του μιλάμε, δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μπα, τι του μαθαίναμε τόσα χρόνια; Τι του μαθαίνατε τόσα χρόνια;… Τι φοιτητής είναι αυτός; Η ύπαρξή του αμφισβητεί αυτή την ίδια την έννοια της επιστήμης, υποδαυλίζει το ξόανο κάθε ιερό και όσιο. Είμαι ο κανένας, ο φροντιστηριάκιας, το φυτό, το νούμερο 6 εισαχθείς-απεχθής στους πολιτικούς μηχανικούς, ο “δέστε πως κατάντησε”. Ποιος είμαι; Εγώ ποιος είμαι, ή ποιος είστε; Είστε μασκαρεμένος, δε σας βλέπω. Η φωνή σας παράξενη, οι παύσεις σας σκέτο θρίλερ. Ποιος είστε, κύριε; Άλλα λένε οι λέξεις σας κι άλλα εννοούν. Μήπως δεν παίζουμε στο ίδιο όνειρο; Ποιο είναι το παιχνίδι σας; Η αγορά; Το κακάσχημο τέρας, που περιφέρετε με το λουρί περήφανα, το δημιούργημά σας μου ‘κατσε βαρύ πλατύ στο κεφάλι. Θα πεθάνω, κύριε, πάρτε το τέρας παραπέρα. Κύριε, οι επιστήμες, οι τέχνες, ο έρωτας, κύριε, λιώνουν κάτω από τη χοντρή του την κοιλιά. Βρυχάται το τέρας, κύριε, και ουρλιάζει την ύστατη αλήθεια του τον ανταγωνισμό. Δε θα ‘μαι, λέει, έτσι που το πάω έτοιμος για τις προκλήσεις της εποχής μου. Θα μείνω πίσω, κύριε, θα χάσω το τρένο της ζωής, θα, θα, θα ρημάξω, κύριε. Αγουροξυπνημένος μετά από 12 χρόνια σχολείου δεν έμαθα ακόμη να εκμεταλλεύομαι το χρόνο. Κύριε, τι ωραίες εκφράσεις που χρησιμοποιείτε! Να εκμεταλλεύομαι το χρόνο! Το χρόνο προσπαθώ να καταλάβω τόσα χρόνια, το νόημα, το νόημα τόσου χρόνου. Θέλω να του δώσω ένα όνομα. Μα αυτός είναι ντυμένος υποχρέωση, μου ξεγλιστρά. Κύριε, ο χρόνος σας είναι τραβεστί! Εγώ, κύριε, κερδισμένος αισθάνομαι στις οάσεις μου, όταν ξοδεύω το χρόνο μου στη μουσική, στα γκράφιτι, στο διάβασμα, στη φιλοσοφία, στις βόλτες με τις παρέες. Μα αυτά δεν είναι ακριβώς κάτι χρήσιμο, είναι και δεν είναι, όλα είναι θέμα μέτρου, λέτε. Μέτρον άριστον, όλα με το μέτρο δηλαδή. Κύριε, γιατί δεν αντιδράτε; Σας περιπαίζουν. Τη δουλεία σας τη μετατρέψατε σε φυλακή, το σπίτι σε βασανιστήριο, τον έρωτα σε πορνογραφία. Μιλάτε με κλισέ. Κύριε, με ξένη φωνή δανεισμένη από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, χάσατε την πίστη, τους φίλους σας, ζείτε στην αγωνία της γρίπης, της κρίσης του περιβαλλοντικού ολέθρου, του τσουνάμι της οικονομίας, της απιστίας. Είναι τρομακτική και απάνθρωπη η τάξη σας, Κύριε. Ταχτοποιημένη σαν την απόλυτη αταξία. Δεν τη βλέπετε; Όχι δεν βλέπετε, Κύριε. Κύριε, είστε νεκρός;
«—Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα δεν ξυπνήσατε
—Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
—Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
—Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει βρέχει και χιονίζει
—Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει στο παράθυρο σας
—Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε πάνω στο στήθος σας
—Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
—Κύριε, είστε παγωμένος
—Κύριε, έχετε πυρετό
—Κύριε, είσαστε νεκρός;»
(Μίλτου Σαχτούρη, «Κύριε», από τη συλλογή Το Σκεύος, εκδ. Κείμενα. Αθήνα 1971)».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ. (2011). «Σημειώσεις ενός ισορροπιστή» στο: Τάξη + Αταξία: Οι νέοι φωνάζουν. Εισαγωγή – Επιμέλεια Μάριος Κουκουνάρας – Λιάγκης. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 209-212.


Γιώργος Βακιρτζής (1923-1988)· «Φως στο χώρο».