Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αστική Ελλαδική Εκκλησία: Mε αφορμή τη σκανδαλώδη αύξηση των μισθών των Αρχιερέων


Fritz Eichenberg, Ο Χριστός στο συσσίτιο (Christ in the breadline). ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Φάκελος Μαθήματος. Θρησκευτικά Γ΄ Λυκείου: Θρησκεία και Κόσμος. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», σ. 26· [από το Θεματικό Πεδίο: Προκλήσεις και τη Διδακτική Ενότητα: Πλούτος].


ΣΥΝΑΞΗ, τχ. 114 (Απρίλιος - Ιούνιος 2010), σσ. 10-12.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΓΕΡΟΜΟΡΙΑΣ

Με αφορμή μια ενημέρωση από Σχολικό Σύμβουλο

Της Εύης Παπασπύρου


Ήρθε η μέρα της «μεγάλης» ενημέρωσης για το πολλαπλό βιβλίο. Καθίσαμε στις καρέκλες μας, όπως τόσες φορές έχουμε ζητήσει από τους μαθητές μας να κάνουν, έτοιμοι να ακούσουμε, να μάθουμε, να καταλάβουμε. Άλλωστε, δε μας ζητούν να διαλέξουμε χρώμα για τις κουρτίνες της τάξης. Μας ζητούν να επιλέξουμε το βιβλίο με το οποίο θα μάθουν γράμματα, ιστορία και επιστήμες χιλιάδες παιδιά.
Η παρουσίαση ξεκίνησε με ένα Power Point. Ένα Power Point που κατάφερε το δύσκολο: να μιλά για τα νέα βιβλία χωρίς να γνωρίζει ακριβώς πόσα βιβλία υπάρχουν. Στην Α΄ Δημοτικού ένα βιβλίο, στη Δ΄ Δημοτικού ένα βιβλίο… εκτός από το μικρό πρόβλημα ότι τα βιβλία είναι περισσότερα.
Και τότε ήρθε η λύση στο μεγάλο πρόβλημα του χρόνου. Πώς θα αξιολογήσουμε δεκάδες βιβλία μέσα σε λίγες ημέρες; Με ένα μικρό «κόλπο». Να ανοίξουμε, λέει, μια συγκεκριμένη ενότητα – ας πούμε την ενότητα 10 – σε όλα τα βιβλία και να συγκρίνουμε ποιο την παρουσιάζει καλύτερα. Για μια στιγμή νιώσαμε ανακούφιση (;!).
Τόσα χρόνια πανεπιστήμια, παιδαγωγικές σχολές, επιμορφώσεις, μεταπτυχιακά, εμπειρία μέσα στην τάξη, άγχος για τη μάθηση των παιδιών… και τελικά η επιλογή του σχολικού βιβλίου μπορεί να κριθεί από την Ενότητα 10. Ποιος ξέρει; Ίσως αύριο να επιλέγουμε και γιατρούς εξετάζοντας μία μόνο ακτινογραφία. Να διαλέγουμε σπίτι κοιτάζοντας μόνο το μπάνιο.
Η παρουσίαση συνεχίστηκε. Μάθαμε ότι τα παιδιά δε θα χρειάζεται να κουβαλούν βιβλία στο σπίτι. Θα υπάρχουν QR codes, ψηφιακές διαδρομές και πρόσβαση από οθόνες. Και όταν εκφράσαμε την ανησυχία μας για το γεγονός ότι καθημερινά προσπαθούμε να περιορίσουμε την έκθεση των παιδιών στις οθόνες, ενώ αρκετές χώρες επανεξετάζουν πλέον τη χρήση τους στην εκπαίδευση, η απάντηση ήταν σχεδόν ποιητική: «Ναι, αλλά στην Ελλάδα δεν το έχουμε δοκιμάσει».
Και πράγματι. Δεν έχουμε δοκιμάσει πολλά πράγματα. Δεν έχουμε δοκιμάσει να μάθουμε κολύμπι πηδώντας όλοι μαζί από ένα καράβι. Ούτε να φτιάξουμε γέφυρες χωρίς σχέδια. Αλλά κάπου υπάρχει ένας λόγος γι’ αυτό. Κι όμως, κάποτε είχαμε ακούσει ότι το πιο σημαντικό εργαλείο του εκπαιδευτικού είναι το σχολικό βιβλίο. Όχι η οθόνη. Όχι το QR code. Το βιβλίο.
Πίσω όμως από το γέλιο μένει μια πίκρα. Γιατί εμείς δεν γελάμε με το βιβλίο. Το βιβλίο είναι η καθημερινότητά μας. Είναι τα χέρια των παιδιών που το ξεφυλλίζουν, οι σημειώσεις στο περιθώριο, οι σελίδες που τσαλακώνονται μέσα στις σχολικές τσάντες, οι ιστορίες που διαβάζονται φωναχτά μέσα στην τάξη. Γι’ αυτό και η επιλογή του δεν μπορεί να γίνει με βιασύνη, με προχειρότητα ή με «κόλπα».
Αν το πολλαπλό βιβλίο είναι μια τόσο σημαντική εκπαιδευτική αλλαγή, τότε αξίζει κάτι περισσότερο από μια παρουσίαση με λάθη, λίγες διαφάνειες και μια συμβουλή του τύπου: «Κοιτάξτε την Ενότητα 10».
Αξίζει χρόνο. Αξίζει σοβαρότητα. Και, πάνω απ’ όλα, αξίζει σεβασμό στους εκπαιδευτικούς και στα παιδιά που καλούνται να το ζήσουν.


ΣΧΟΛΙΟ: Θα 'λα να γνωρίσω αυτόν τον Σχολικό Σύμβουλο για να του θυμίσω τι γράφει στον Βίο και την Πολιτερία του Αλέξη Ζορμπά ο μεγάλος Κρητικός Νίκος Καζαντζάκης: «Οι μισές δουλειές, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο!» Α.Ι.Κ.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Η ανάγκη να σε βλέπουν: διαβάζοντας την αόρατη Μουσέτ

Γράφει ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος

Georges Bernanos, Νέα ιστορία της Μουσέτ, μετάφραση: Ιωάννα Καπετάνου, επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2026.

Τι σημαίνει να αγαπάς τον εαυτό σου; Ακούγεται σαν μια απλή ερώτηση, ίσως μάλιστα και ασήμαντη. Κι όμως, όπως υποδηλώνει ο Γάλλος μυθιστοριογράφος Georges Bernanos, η αγάπη για τον εαυτό μπορεί να είναι ένα από τα πιο εύθραυστα και πιο εξαρτημένα πράγματα που μπορεί να κατέχει ένας άνθρωπος. Εύθραυστη, γιατί μπορεί να καταρρεύσει σε μια στιγμή. Και εξαρτημένη, γιατί –παραδόξως– δεν μπορούμε να τη βρούμε μόνοι μας. Χρειαζόμαστε τους άλλους για να μας την δώσουν. Ο λόγος για τη Νέα ιστορία της Μουσέτ, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τον Άρτο Ζωής, στην εξαιρετική μετάφραση της Ιωάννας Καπετάνου, για την πρωταγωνίστρια της, για τον κόσμο στον οποίο ζει, και για το τι μας αποκαλύπτει η τραγική της ιστορία σχετικά με την αγάπη, την ταυτότητα και τις καταστροφικές συνέπειες του να είσαι αόρατος.
Η Μουσέτ είναι μια νεαρή έφηβη που ζει σε ένα αγροτικό χωριό της Γαλλίας. Ζει στα περιθώρια: της οικογένειάς της, της κοινότητάς της, της ίδιας της κοινωνίας. Είναι φτωχή, συχνά αντικείμενο χλευασμού και υφίσταται σκληρότητα από σχεδόν κάθε κατεύθυνση. Η μητέρα της πεθαίνει. Ο πατέρας της είναι βίαιος. Οι συμμαθητές της την ταπεινώνουν. Το χωριό τη μεταχειρίζεται σαν να είναι αόρατη. Και έτσι η Μουσέτ κάνει αυτό που κάνουν πολλοί άνθρωποι όταν ο κόσμος δεν τους προσφέρει τίποτα άλλο παρά πόνο: κλείνεται στον εαυτό της. Ήδη στην τρίτη σελίδα του έργου εμφανίζεται η λέξη «μίσος». Υποχωρεί προς τα μέσα, χτίζοντας ένα τείχος αυτοαπέχθειας ανάμεσα στον εαυτό της και τον κόσμο. Είναι ένα είδος προστασίας. Αν δεν περιμένεις τίποτα και δεν νιώθεις τίποτα, ίσως η σκληρότητα να πονάει λιγότερο.
Αλλά εδώ βρίσκεται η τραγωδία στο επίκεντρο του μυθιστορήματος του Bernanos: αυτή η εσωτερική απόσυρση, αυτό το κέλυφος αυτοπροστασίας, δεν είναι ασφάλεια. Είναι μια αργή μορφή θανάτου. Όλα αλλάζουν, για λίγο, όμορφα, και μετά καταστροφικά, όταν η Μουσέτ συναντά έναν τοπικό λαθροθήρα ονόματι Αρσέν. Ο Αρσέν, βέβαια, δεν είναι ήρωας. Είναι τραχύς, παρανοϊκός και ηθικά αμφισβητήσιμος. Εκμεταλλεύεται τη Μουσέτ για να της ζητήσει να του δώσει άλλοθι μετά από μια βίαιη διαμάχη που μπορεί να έχει αφήσει έναν άντρα νεκρό. Και όμως, μέσα στην αγωνία και την ευαλωτότητά του, συμβαίνει κάτι εξαιρετικό: της μιλάει. Της λέει την ιστορία του. Τη μεταχειρίζεται, για μια στιγμή, σαν πραγματικό πρόσωπο, κάποιον ικανό να ακούει, να καταλαβαίνει, να έχει σημασία. Και η Μουσέτ ανταποκρίνεται με όλη τη δύναμη μιας καρδιάς που δεν έχει ανοιχτεί ποτέ πριν.


Georges Bernanos (1888-1948)

Ο Μπερνανός περιγράφει αυτό το ξύπνημα με εξαιρετική τρυφερότητα. Κοιτάζοντας το πρόσωπο του Αρσέν, η Μουσέτ βιώνει κάτι που δεν έχει νιώσει ποτέ: βλέπει έναν άλλο άνθρωπο, πραγματικά, για πρώτη φορά. Το πρόσωπό του, γράφει ο Μπερνανός, φαινόταν να είναι ένα μυστηριώδες αντίγραφο του δικού της προσώπου, αλλά χίλιες φορές πιο αγαπητό, «λατρεμένο κεφάλι» θα διαβάσουμε, επειδή, σε αντίθεση με το δικό της πρόσωπο, το οποίο μερικές φορές μισούσε και περιφρονούσε, το πρόσωπό του δεν θα μπορούσε ποτέ να της φανεί μισητό ή γελοίο.
Αυτή είναι μια αξιοσημείωτη στιγμή. Αυτό που μας δείχνει ο Μπερνανός είναι ότι η αγάπη, όταν απλώνεται προς τον άλλον, μεταμορφώνει τη σχέση της ερωτευμένης με τον εαυτό της. Επιβεβαιώνοντας τον Αρσέν, βλέποντάς τον, φροντίζοντάς τον, θεωρώντας τον άξιο, η Μουσέτ ανακαλύπτει για λίγο τη δική της αξία. Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε αυτές τις σκηνές σαν μια κίνηση μπούμερανγκ: η αγάπη κατευθύνεται προς τον άλλον και στη συνέχεια επιστρέφει, εμπλουτίζοντας και επιβεβαιώνοντας αυτόν που αγάπησε. Αγαπώντας έναν άλλον, επιστρέφουμε στον εαυτό μας. Η νεανική αθωότητα της Μουσέτ, που ήταν τόσο καιρό θαμμένη κάτω από στρώματα σκληρότητας και ντροπής, ξεσπά για λίγο στην επιφάνεια. «Στην αρχή έπιασε υπάκουα το χέρι του παράξενου φίλου της. Κοίτα να δεις, τόσα χρόνια δεν είχε δώσει σε κανέναν το χεράκι της! Έβαλε σε αυτήν την αφελή κίνηση όλη τη ζεστασιά που ξεχείλιζε από την καρδιά της».
Αλλά ο Αρσέν καταστρέφει αυτό που ξύπνησε. Σε μια κρίση βίας, τη βιάζει. Η όμορφη καμπύλη της αγάπης, μόλις που είχε σχηματιστεί, μόλις που είχε δοκιμαστεί, συντρίβεται πριν προλάβει να ολοκληρώσει την επιστροφή της. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς συναισθηματικό τραύμα. Αυτό που καταστρέφει η προδοσία του Αρσέν είναι κάτι ακόμα πιο θεμελιώδες: η δυνατότητα της αγάπης για τον εαυτό. Η Μουσέτ είχε βγει έξω από τον εαυτό της για πρώτη φορά, και ο κόσμος της είχε γυρίσει την πλάτη. Επιστρέφει στην αυτοαπέχθεια, βαθύτερη, τώρα, και πιο σκοτεινή, επειδή έχει διαβλέψει αυτό που θα μπορούσε να είχε. Το άτομο που στρέφεται διαρκώς προς τα μέσα, που αναζητά τον εαυτό χωρίς τη μεσολάβηση της αγάπης και της σχέσης, καταλήγει σε αυτό που ονομάζεται «ανθρωπολογικό κύκλο», σε έναν φαύλο κύκλο στον οποίο το εγώ διαλύεται, γίνεται αφόρητο και τελικά φεύγει από τον εαυτό του.
Αυτή η στιγμή είναι συντριπτική ακριβώς λόγω της ασήμαντης φύσης της. Ο Άλλος δεν βλάπτει τη Μουσέτ. Απλώς δεν την προσέχει. Και όμως αυτή η παράλειψη, αυτή η μία ματιά αναγνώρισης που της στερήθηκε, είναι το τελικό βάρος που γέρνει τη ζυγαριά. Μια απλή αναγνώριση της ύπαρξής της θα μπορούσε να ξαναξυπνήσει την αγάπη για τον εαυτό της. Αντ’ αυτού, δεν συναντά τίποτα. Μπαίνει στο νερό.
Ο Μπερνανός περιγράφει την αυτοκτονία της Μουσέτ με αξιοσημείωτη τρυφερότητα. Δεν μοιάζει τόσο με μια βίαιη πράξη απόγνωσης, όσο με μια παράδοση, μια εξαντλημένη συνθηκολόγηση. Ορισμένοι κριτικοί την έχουν αποκαλέσει υποκατάστατο βάπτισης, ένα σκοτεινό αντίγραφο του μυστηρίου που δεν έλαβε ποτέ πραγματικά. «Η Μουσέτ άφησε τον εαυτό της να γλιστρήσει στην κατηφόρα, ώσπου ένιωσε το γλυκό δάγκωμα του κρύου νερού σε όλο το μήκος των ποδιών, μέχρι τα πλευρά της. […] Το ύπουλο νερό γλίστρησε στον αυχένα της, γέμισε τ’ αυτιά της μ’ ένα εύθυμο γιορτινό μουρμουρητό».
Και το πιο σημαντικό, ο Μπερνανός δεν κλείνει εντελώς την πόρτα στην ελπίδα. Η Μουσέτ, ακόμα και στο τέλος, «γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω, καρφώνοντας το βλέμμα στο πιο ψηλό σημείο του ουρανού». Ήθελε να την δει. Δεν είχε, στην πιο βαθιά έννοια, εγκαταλείψει την αγάπη. Η ανθρωπιά της παρέμεινε ανέπαφη. Ήταν ο κόσμος που την απογοήτευσε, όχι εκείνη που απογοήτευσε τον κόσμο. Αυτό είναι που τη διακρίνει, στο ηθικό σύμπαν του Μπερνανός, από τον γέρο πάνω στο άλογο. Αυτός είναι ο πραγματικά χαμένος, τόσο κλεισμένος στον εαυτό του που έχει γίνει, σύμφωνα με την εντυπωσιακή φράση του C. S. Lewis, ένας «πρώην άνθρωπος». Η Μουσέτ, αντίθετα, πεθαίνει ακόμα ανθρώπινη, ακόμα ανοιχτή, ακόμα, κάπου κάτω από την επιφάνεια, ελπίζοντας.
Η Μουσέτ δεν είναι απλώς μια ιστορία για ένα τραγικό κορίτσι στην επαρχία της Γαλλίας. Είναι μια βαθιά στοχαστική αναφορά στο τι χρειάζονται οι άνθρωποι για να επιβιώσουν, όχι υλικά, αλλά πνευματικά και ψυχολογικά. Το κεντρικό επιχείρημα του Μπερνανός είναι το εξής: το εγώ δεν μπορεί να συντηρηθεί μόνο του στην απομόνωση. Δεν είμαστε αυτάρκη πλάσματα. Χρειαζόμαστε να μας βλέπουν, να μας αναγνωρίζουν, να μας αγαπούν· όχι επειδή είμαστε αδύναμοι, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση του εαυτού μας. Η ταυτότητα δεν είναι κάτι που κατασκευάζουμε μόνοι μας. Είναι κάτι που αναδύεται μέσα από τις σχέσεις, στον χώρο ανάμεσα σε ένα άτομο και ένα άλλο. Όταν αυτός ο χώρος αρνείται συστηματικά, όταν κάθε χέρι που τεντώνεται με αγάπη απομακρύνεται με χαστούκι, ή χειρότερα, χρησιμοποιείται ως όπλο, το εγώ δεν αγωνίζεται απλώς. Διαλύεται. Η ιστορία της Μουσέτ είναι, υπό αυτή την έννοια, όχι μόνο μια λογοτεχνική τραγωδία. Είναι μια ηθική πρόκληση για κάθε αναγνώστη. Ο γέρος πάνω στο άλογο θα μπορούσε να την είχε σώσει με μια ματιά. Όλοι μας, σε διάφορες στιγμές, είμαστε αυτός ο γέρος. Το ερώτημα που μας αφήνει ο Μπερνανός είναι αν θα επιλέξουμε να δούμε.
Αξίζει να σημειωθεί, κλείνοντας, ότι ο χαρακτήρας του Μπερνανός έχει αποκτήσει μια απροσδόκητη μετά θάνατον ζωή στον ψηφιακό κόσμο. Από το 1996, ένας ανώνυμος καλλιτέχνης διατηρεί έναν ιστότοπο με το όνομα mouchette.org, χτισμένο γύρω από μια διαδικτυακή προσωπικότητα που είναι διαρκώς ένα νεαρό κορίτσι «κάτω των 13 ετών». Ο ιστότοπος διερευνά ζητήματα ταυτότητας, ανωνυμίας και των παράξενων τρόπων με τους οποίους κατασκευάζουμε και εκφράζουμε τον εαυτό μας στο διαδίκτυο. Το γεγονός ότι ένας καλλιτέχνης επιστρέφει στη Μουσέτ, αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία, για να εξετάσει ζητήματα ψηφιακής ταυτότητας είναι ενδεικτικό. Υποδηλώνει ότι τα ερωτήματα που έθετε ο Μπερνανός το 1937 δεν έχουν εξαφανιστεί. Τι σημαίνει να σε βλέπουν; Τι σημαίνει να υπάρχεις; Ποιος ορίζει μια ταυτότητα και τι συμβαίνει όταν κανείς δεν την αναγνωρίζει; Στην εποχή των κοινωνικών μέσων και της διαδικτυακής αλληλεπίδρασης, αυτά τα ερωτήματα φαίνονται πιο επείγοντα από ποτέ.
Σχεδόν, λοιπόν, ενενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, το έργο παραμένει ένα εκπληκτικά επίκαιρο μυθιστόρημα. Ζούμε σε μια εποχή που μιλάει συνεχώς για την ψυχική υγεία, για την ψυχολογική βλάβη που προκαλεί η παραμέληση και η κακοποίηση, για τη σημασία του να σε βλέπουν και να σε ακούν· και όμως ο Bernanos διέγνωσε όλα αυτά με καταστροφική ακρίβεια πολύ πριν υπάρξει το λεξιλόγιο για να τα περιγράψει. Το να διαβάζουμε σήμερα τη Νέα ιστορία της Μουσέτ σημαίνει να αναγνωρίζουμε, στις σελίδες της, κάτι που συναντάμε όχι στο μακρινό παρελθόν αλλά στο παρόν: τον έφηβο που κάθεται μόνος στο πίσω μέρος της τάξης, τον νεαρό του οποίου η αγωνία περνά απαρατήρητη μέχρι να είναι πολύ αργά, το άτομο που τείνει το χέρι και συναντά μόνο αδιαφορία. Το μυθιστόρημα δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ή παρηγορητικές καταλήξεις. Αντ’ αυτού, προσφέρει κάτι πιο σπάνιο και πιο πολύτιμο, μια αταλάντευτη επιμονή να δίνουμε προσοχή, να κοιτάζουμε τους ανθρώπους στα περιθώρια του δικού μας κόσμου με τη σοβαρότητα και τη φροντίδα που τόσο συστηματικά στερήθηκε η Μουσέτ.
Υπάρχει επίσης κάτι το ιδιαίτερο στο να διαβάζει κανείς αυτό το μυθιστόρημα σε μια εποχή που διαμορφώνεται από την ψηφιακή ζωή και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο η προβολή δεν ήταν ποτέ πιο εύκολη, και όμως η γνήσια αναγνώριση δεν έχει φανεί ποτέ πιο άπιαστη. Οι άνθρωποι επιμελούνται τις ταυτότητές τους, συγκεντρώνουν ακόλουθους, και παρόλα αυτά δηλώνουν ότι αισθάνονται βαθιά αόρατοι. Ο Μπερνανός δεν θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα από όλα αυτά, και όμως η κεντρική του διαπίστωση αντιστοιχεί στην εποχή μας με ενοχλητική ακρίβεια: ότι αυτό που οι άνθρωποι χρειάζονται πιο βαθιά δεν είναι ένα ακροατήριο, αλλά ένας μάρτυρας — κάποιος που τους κοιτάζει όχι με αδιαφορία, όπως ο γέρος πάνω στο άλογο, αλλά με την απλή, μεταμορφωτική αναγνώριση που λέει: υπάρχεις, και αυτό έχει σημασία. Το να διαβάζεις τη «Μουσέτ» σήμερα σημαίνει να θυμάσαι ότι αυτή η ανάγκη δεν είναι μια σύγχρονη ανησυχία ή μια γενεαλογική αδυναμία. Είναι μία από τις παλαιότερες και πιο θεμελιώδεις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης· και ότι το να την αγνοούμε, τότε όπως και τώρα, έχει συνέπειες που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε.
Ο Μπερνανός έγραψε τη Νέα ιστορία της Μουσέτ ως μια ιστορία για τα άκρα της ανθρώπινης ύπαρξης, το σημείο στο οποίο η παραμέληση μετατρέπεται σε εξόντωση, η απομόνωση γίνεται αδιακρίτως όμοια με τον θάνατο. Αλλά την έγραψε επίσης ως μια ιστορία για την εξαιρετική δύναμη της αγάπης: τη δύναμη να ξυπνά, να μεταμορφώνει, να επιστρέφει ένα άτομο στον εαυτό του. Η Μουσέτ δεν έλαβε ποτέ αρκετή από αυτή την αγάπη. Αλλά το γεγονός ότι συνέχισε να την αναζητά, ακόμα και μέχρι το τέλος, είναι, ίσως, η πιο διακριτικά ριζοσπαστική θέση του Μπερνανός: ότι η δίψα για αγάπη και αναγνώριση δεν είναι αδυναμία. Είναι το πιο ουσιαστικά ανθρώπινο πράγμα που υπάρχει.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Andrei Zadorin. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]


ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Για τους γελίους της εξουσίας!!!


 @RADIOARVYLAofficial

Στις πίσω σελίδες της αξιολόγησης: το τέλος του σχολείου, όπως το ξέραμε

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΡΙΛΗ· Θεολόγου / Φιλολόγου / Προέδρου ΕΛΜΕ Ν. Σμύρνης - Καλλιθέας - Μοσχάτου.

Η διαμάχη για την αξιολόγηση δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική.
Το επίσημο αφήγημα περί βελτίωσης της ποιότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, μέσω της αξιολόγησης, δεν έχει κανένα έρεισμα στην πραγματικότητα. Αλήθεια, πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της αξιολόγησης στα σχολεία, υπάρχει κάποια έρευνα ή κάποιο δεδομένο που να πιστοποιεί τα οφέλη της στην εκπαίδευση; Απάντηση: Κανένα! Ο πραγματικός της ρόλος είναι διαφορετικός: σε συνδυασμό με το νέο πειθαρχικό δίκαιο και τη «βιομηχανία» διώξεων που έχει στηθεί, λειτουργεί ως μηχανισμός αφενός καταστολής κάθε φωνής διαμαρτυρίας, εμπέδωσης του φόβου και αποδυνάμωσης της συλλογικής δράσης και αφετέρου σταδιακής διάλυσης του δημόσιου, ενιαίου και δωρεάν σχολείου για όλους και δημιουργίας σχολείων δύο ταχυτήτων.
Η επίθεση στον εκπαιδευτικό χώρο είναι πλέον ανοιχτή και συστηματική. Πάνω από 2500 εκπαιδευτικοί που εκφράζουν ανεξάρτητη άποψη, συμμετέχουν σε συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μαθητών ή απλά απεργούν, αντιμετωπίζουν πειθαρχικές διώξεις και απειλές. Η υπόθεση της Χρύσας Χοτζόγλου, που κινδυνεύει να γίνει η πρώτη εκπαιδευτικός μετά τη Χούντα που απολύεται για συνδικαλιστικούς λόγους, είναι χαρακτηριστική. Αντίστοιχες διώξεις υφίστανται και οι συνδικαλιστές Σ. Καψαλάκη, Ε. Τριανταφύλλου, Λ. Κάσση, Ε. Λάζου και Κ. Τουλγαρίδης. Οι πειθαρχικές διαδικασίες δεν στοχεύουν απλώς στα πρόσωπα, αλλά λειτουργούν παραδειγματικά για να στείλουν μήνυμα σιωπής στην εκπαιδευτική κοινότητα. Όπως έλεγε ο Τζίμης Πανούσης «Βλέπε, άκου, κάνε μώκο, Χατζιαβάτη Τσιριμώκο».
Το νέο πειθαρχικό πλαίσιο, που διευκολύνει τις απολύσεις και περιορίζει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ενισχύει αυτό το κλίμα και φέρνει την de facto άρση της μονιμότητας, επιστρέφοντάς μας στις εποχές που η δημόσια διοίκηση ταυτιζόταν με το κομματικό μπαξέ τσιφλίκι.. Η αστυνομική βία, ακόμα και ενάντια σε μικρά παιδιά του Δημοτικού (!), συμπληρώνει την εικόνα μιας γενικευμένης επίθεσης όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά στην ίδια την καρδιά της Δημοκρατίας.
Παράλληλα, πολιτικές όπως τα Ωνάσεια, το Διεθνές Απολυτήριο και οι εξαγορές σχολείων από funds αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά μίας στρατηγικά οργανωμένης εκστρατείας. Σε αυτήν, η αξιολόγηση είναι ο κεντρικός μοχλός για την αποδόμηση του δημόσιου σχολείου και τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε εμπόρευμα κέρδους. Στόχος είναι η υπονόμευση της παιδείας ως δημόσιου αγαθού και η αντικατάστασή της από ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που βασίζεται στις αξίες του ατομικού ανταγωνισμού, της ιεραρχίας και του ελέγχου, επιβραβεύει την παθητική αποδοχή υποβαθμίζοντας την κριτική σκέψη και εξυπηρετεί ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής υποταγής στις ανισότητες. Μία παιδεία που, όπως τραγουδούσαν και οι Pink Floyd, σου υπαγορεύει ακόμη «και τι να ονειρευτείς».
Απέναντι σ΄ αυτή την εκφοβιστική στρατηγική, όμως, ανθίσταται ένα ζωντανό κίνημα αντίστασης. Εργαζόμενοι, μαθητές, γονείς και πολίτες συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο ότι η προστασία της δημόσιας εκπαίδευσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άμυνα της δημοκρατίας. Η πάλη για επαναπροσλήψεις και η αλληλεγγύη στους διωκόμενους αποτελεί τον πυρήνα της.
Η διαμάχη για την αξιολόγηση δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική: την ελευθερία του λόγου, αφορά τη συλλογική οργάνωση και την επιλογή μιας κοινωνίας αλληλεγγύης έναντι μιας βασισμένης στον φόβο. Απέναντι σε αυτή την εκδικητική πολιτική, η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι παθητική αποδοχή, αλλά ενίσχυση των δεσμών μας, αυτοοργάνωση και η απόλυτη αρχή ότι η αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Σε αυτή τη μάχη, ο νικητής δεν θα κρίνει απλώς το μέλλον της εκπαίδευσης, αλλά την ίδια την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.

ΠΗΓΗ: alfavita

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

Του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ


Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου - συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:
«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης» (σ. 54).
Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…
Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.
Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.
Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.
Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.
Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει:
«Γοητευμένος από την αίσθηση του λερού, φθαρμένου λινού, κολλημένου στη λεία επιφάνεια του κόντρα πλακέ, βαμμένη με τσάι και γυαλοχαρτισμένη μετά, πολλές φορές, ν’ αλλάζει χρώμα, ν’ αλλάζει υφή, στο μάτι, στο χέρι, έμενα να την κοιτώ, να την αγγίζω ώρες. Ορθάνοιχτος ο χρόνος πάνω της και όλα ωσεί παρόντα. Άνοιξη άρχισα το πρώτο έργο, με τον κλασικό, παραδεδομένο τρόπο. Είχα τη φωτογραφία του διαδικτύου, κάναβο, μολύβι, σεμνόχρωμα γεώδη μόνο, ώχρα, άσπρο, μαύρο, λίγο κόκκινο. Πήρε να εμφανίζεται η μορφή του…» (σ. 40).
Όλα γύρω από την περίφημη φωτογραφία στη Δεξαμενή, που είχε τραβήξει ο Νιρβάνας παρά τις επιφυλάξεις του Παπαδιαμάντη. Ο Μποκόρος είχε τη φωτογραφία, ζωντανή όσο γίνεται, στην ηλεκτρονική μορφή της εποχής και άρχιζε να ζει μαζί της. Δύσκολα ζεις με μια φωτογραφία. Εξάλλου τί είναι η φωτογραφία; Η απεικόνιση μιας στιγμής. Ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο ακινητοποιημένο, όταν μάλιστα πρόκειται για απλή αλλά προσεκτικά βγαλμένη φωτογραφία. Μα εδώ έχουμε κάτι ξεχωριστό. Η φωτογραφία είναι μοναδική. Ο Μποκόρος έχει «συναντηθεί» με τον Παπαπαδιαμάντη στα κείμενά του, στις αφηγήσεις του, στα διηγήματα. Τώρα τον έχει μπροστά του και γυρεύει να καταδυθεί μέσα του, να περάσει από το στιγμιαίο της φωτογραφίας στη διάρκεια της ζωγραφικής εικόνας, σε κάτι που όχι μονάχα να διαρκέσει αλλά να διαστείλει το χρόνο. Χρειάζεται να ετοιμάσει μια νέα πραγματικότητα. Αυτή η ζωγραφική πραγματικότητα χρειάζεται να σε καταλάβει ολόκληρο για να περάσεις στην π ρ ά ξ η: να ποιήσεις έργο.


Όταν τον φωτογράφησε ο Νιρβάνας σημείωσε: «Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας». Και αλλού:
«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσέληνου ή του Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία» (σ. 26).
Σ’ αυτά στάθηκε ο Μποκόρος. Τι αναδύει η φωτογραφία; Τι κρύβει; Τι φανερώνει; Τι μεταδίδει; Ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε στο αυτί του Νιρβάνα: “Nous excitons la curiosité du public”. Και ο Νιρβάνας σχολίασε:
«Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιού κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δύο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το κοινό που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργειά” του. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζόταν να της δώσει ένα τέλος» (σ. 26).
Κι έρχεται ύστερα από αυτά ο ζωγράφος να επιβεβαιώσει, να συγκατανεύσει, να ανοίξει ακόμα περισσότερο τον κύκλο μέσα στον οποίο ανέπνεε ο Παοαδιαμάντης, συνέθετε, έγραφε, πονούσε, θαύμαζε, έψαλλε, μεταρσιωνόταν. Γράφει:
«Συγχωνευμένος στον κόσμο και ολομόναχα διακριτός συγκάτοικος αγόγγυστος στ’ αξεδιάλυτα όρια της ανθρώπινης και της θείας δικαιοσύνης. Όλα τα ξέρει. Μα πώς καλλιεργεί έτσι επ’ αγαθώ, τόση γνώση της αβυσσαλέας ψυχής των ανθρώπων; Πώς μπορεί να υψώνει αυτό τον τόπο σε κοινότητα και να τον φανερώνει κόσμο ολόκληρο, ανθισμένο λιβάδι, αυτό το χωραφάκι που οργωνόμαστε καταξεσκισμένοι, αυτό τ’ αλωνάκι που αλωνιζόμαστε ποδοπατημένοι απ’ τον πόθο, που λιχνιζόμαστε στον ήλιο μετέωροι, παίγνιο του αέρα η λαχτάρα μας και του κενού, μυλόπετρες μας αλέθουνε, μας συνθλίβουνε, μας κάνουνε σκόνη, να ζυμωθούμε στο πάθος, να λάβουμε σχήμα, να ψηθούμε –καμίνι ο βίος αβίωτο– να στεριώσουμε, να γίνουμε ψωμάκι γλυκό –τι άλλο;– και κατάκοποι εν τέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα. Τη συμφιλίωση με το δικό μας και με το άλλο. Τη συν-χώρεση επιτέλους, την αγάπη, την αμαρτία και την μετάνοια εν ταυτώ. Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά. Κεντημένοι τα σημάδια της υλικής μας υπόστασης να φτάνουμε αυτοπρόσωποι στο ιδανικό και στο αρχέτυπο, μια ουράνια κοινωνία επί γης! Η μήπως τ’ αντίστροφο; Ν’ αναγνωρίζουμε την κοινωνία μας σαν τόπο περιούσιο, χάρισμα ουράνιο, στερέωμα φωτός στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και στο κενό! Την αγιότητα των ταπεινών και των μικρών που μπορούν να χωρέσουν το Όλο! Την αξεδιάλυτη εντέλει συνάφεια δικαίων και αδίκων. Την τελειότητα και την ατέλεια χωρίς τελειωμό. Αυτή την κατ’ εξοχήν απλή αλήθεια μού φανερώνει το βλέμμα του –χάρισμα επ’ αγαθώ–, αυτή η αλήθεια μένει ανοξείδωτη –ζωή ολοζώντανη– στο έργο του. Ο ίσκιος του πάλι! και πάλι! και ξανά!» (σ. 29)
Ο Μποκόρος εναλλάσσει ζωγραφική με κείμενο. Δεν μένει στο εικαστικό, ερωτοτροπεί με τον λόγο και τον Λόγο. Μυστικά. Άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης τι άλλο έκανε; Περιπλανιόταν στην πόλη, στο νησί, στις ερημιές, στα ξωκκλήσια, στις παννυχίδες, στη θάλασσα, στις πανηγύρεις, στα ταπεινά καφενεία, στα ταβερνεία και βέβαια στην «αβυσσαλέα ψυχή των ανθρώπων», βυθομετρούσε, αφουγκραζόταν, συμπονούσε, προσευχόταν. Έκανε όλα αυτά που σημειώνει με ποιητικό τρόπο ο Μποκόρος, παρουσιάζοντας τους καημούς και τα πάθη των ανθρώπων, αυτό που λέει «καμίνι» και που για πολλούς γίνεται άσβηστο, είτε το νιώθουν είτε όχι, μα και που μέσα από εκεί βλέπει ο ζωγράφος τον λυτρωμό, βλέπει να φτάνει ο άνθρωπος να ζυμωθεί και να γίνει γλυκό ψωμί (έχει σημασία το ερώτημά του «τί άλλο;», γιατί σαν υπάρχει το γλυκό ψωμί ύστερα από τόσο παιδεμό, τί άλλο να ζητήσει κανείς;) Φτάνει ωστόσο να πει εκείνο το ωραίο: «και κατάκοποι εντέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα». (Ξέρει ο Μποκόρος ότι δεν φτάνει η τροφή που μας κάνει χορτάτους από τα υλικά, χρειάζεται και η άλλη που «αλλιώς» την αναζητάς και «αλλιώς» τη βρίσκεις. Και επειδή το ξέρει, κόλλησε στον Παπαδιαμάντη και του αφιέρωσε ατέλειωτες ώρες της μέρας και της νύχτας, είτε επιλέγοντας τρόπους αποτύπωσης της «σκιάς», είτε κοιτάζοντας ατέλειωτα αυτή την μορφή την μάλλον «ετέρα».
Έχει ξεχωριστή σημασία η φράση του: «Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά». Η φράση είναι δυνατή, φτάνει πίσω στο χρόνο, φτάνει στον Ηράκλειτο και στη ρήση του: «αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη». Αλλά φτάνει και στη ρήση του Χριστού στο Ευαγγέλιο που δεν την αναφέρει κανένας: «αν δεν στραφείτε να γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία». Κάτι μεγάλο κρύβεται στο παιδί, κάτι μυστήριο που συνδυάζει παιχνίδι με αιωνιότητα, απρόσμενο με αυθορμητισμό, «σαλότητα» με αντι-ορθολογισμό. Σε βαριά γλώσσα λέγεται υπέρβαση εαυτού, σχεδόν παραίτηση από το εγώ.
Μ’ αυτά τα βιώματα, μ’ αυτές τις μνημικές αισθήσεις, μ’ αυτά τα σκιρτήματα και μ’ αυτό «τον έρωτα» πιάνει να ζωγραφίσει. Παιδεύεται. Για κάθε επιφάνεια που χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει εναλλάσσοντας τον ίσκιο του Παπαδιαμάντη, προβαίνει σε διαφορετική επεξεργασία, σε άλλη προετοιμασία του υλικού. Κάθε φορά άλλη επιφάνεια και άλλα υλικά. Το χειροποίητο δίνει και παίρνει. Παρατημένα υφάσματα, σχεδόν πεταμένα, έρχονται στο προσκήνιο, χρησιμεύουν για βάση πάνω στην οποία θα πέσει ο ίσκιος, μία άλλη κάθε φορά και εν ταυτώ η ίδια. Και κάθε φορά στο κάτω μέρος της σελίδας περιγράφεται:
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Κόλλα με τσάι, μολύβι και λάδια σε λινό και κόντρα πλακέ, 80Χ60 εκ.».
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Ψευδόχρυσος οξειδωμένος και σκόνες χρωστικές με βερνίκι σε mdf, 80Χ60 εκ.».
Σε άλλη περίπτωση εξηγεί για το «καπνόπανο» που μεταχειρίστηκε:
«Με κάτι τέτοια σκεπάζαμε στις λιάστρες τις αρμάθες του καπνού για να σωθεί η σοδειά απ’ τις ξαφνικές τις μπόρες του καλοκαιριού» (σ. 50).
Ό,τι πέρασε κατά καιρούς από τα χέρια και από τα μάτια του το φέρνει μπροστά του και το ζυμώνει για να αποτυπώσει πάνω τη σκιά του Παπαδιαμάντη. Για να ποιήσει έργο ολόκληρο δαπανάται ολόκληρος. Κάτι ολότελα ξεχωριστό συμβαίνει εδώ. Πρέπει να προσέξουμε, να σταθούμε σε κάθε διαφορετική αποτύπωση.
Και βέβαια θα υπήρχε αναφορά στο «Έρωτας στα χιόνια». Και βέβαια θα υπήρχε κρυφός συσχετισμός ανάμεσα στον ήρωα και τον Παπαδιαμάντη. Και βέβαια θα συνέδεε τους δύο ίσκιους, του «μπαρμπα-Γιαννιού» και του κυρ Αλέξανδρου και θα περιέγραφε τη σχετική ζωγραφιά έτσι:
«Το φύλαγα στο νου μου αυτό το έργο απ’ την αρχή κι έγινε τελευταίο. Δοξαστικό για το λευκό, εγκώμιο στον μπαρμπα-Γιαννιό, που ξεροστάλιασε στ’ αγιάζι, στον έρωτα, στα χιόνια. Τ’ αγιάζι όλα τ’ αγιάζει. “Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον […] άσπρισεν όλος κ’ εκοιμήθη”, φιλάνθρωπος σινδόνη του θανάτου κι ο έρωτας σοκάκι… ζωντανό σοκάκι» (σ. 66).
Σε άλλη αποτύπωση του ίσκιου παραθέτει το ποίημα του Καρούζου «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» και αναφωνεί (σε σχέση με τους στίχους: «Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει / πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο / κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα»): «Αχ, κυρ Νίκο! Δεν σκουριάζει πια η πρόοδος, μόνον εμείς». (σ. 74)
Είναι δύσκολο, αλλά καθώς μετακινείται ο θεατής από έργο σε έργο και από ίσκιο σε ίσκιο, θα ήταν άριστο αν μπορούσε να στέκει με τον Κατάλογο στο χέρι και να διαβάζει και το αντίστοιχο κείμενο. Έτσι θα «έβλεπε» ζωγραφική και κείμενο. Εξομολογητικό και αυτοβιογραφικό. Το τελευταίο απόσπασμα που παραθέτω κλείνει μέσα του όλη τη συγκίνηση του Μποκόρου από την «συνομιλία» του με τον Παπαδιαμάντη:
«Εδώ στον Πειραιά, που έμεινες κάποτε κι εσύ, απόθεσα στα ξύλα τη σκιά σου με κερί, μελισσοκέρι, μοσχοβόλησε η άνοιξη, όλη η ανθοφορία της μαζεμένη στη σοδειά των μελισσών, να επουλώνει τις ρωγμές του χρόνου, και της χρήσης την ταλαιπωρία. Μόνο κερί – το μέλι και την πίκρα του το γεύτηκα γλυκό μες τα γραπτά σου. Εκεί ονειρεύτηκα πως ήμουν ευτυχής κι ας μην κατέχω καν το νόημα της ευτυχίας. Τι κι αν δροσίζομαι στον ίσκιο σου ακόμα, αγνώριστος ο τόπος σου κι ας λεν πως είσαι εκεί. Μ’ ακούς;» (σ. 80).

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της

Του ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΓΚΟΥΝΕΛΑ. Δρ Θεολογίας


Έντονο δημόσιο διάλογο και προβληματισμό προκάλεσε στην κοινωνία η νομική πρόθεση της Πολιτείας να εξισώσει τον μισθό του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Επισκόπων με αυτόν του Γενικού Γραμματέα ενός Υπουργείου. Δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει κανείς τη χρονική συγκυρία (προεκλογικά, οικονομική κρίση και ακρίβεια) κατά την οποία έρχεται μία τέτοια πρόθεση και τίθεται σε δημόσια διαβούλευση.
Ωστόσο, πέρα από τον χρόνο κατάθεσης της νομικής πρότασης, μία τέτοια απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον Ευαγγελικό λόγο της Εκκλησίας. Για την Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι Πατέρας και σαφώς όχι ανώτερος κρατικός υπάλληλος, όπως τον βλέπει η Πολιτεία. Πόσο δύσκολο όμως είναι να δει κάποιος τον εαυτό του ως Πατέρα όταν τα πάντα γύρω του συνάδουν με τον τρόπο ζωής ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος μένει σε Μητροπολιτικό Μέγαρο (sic), έχει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό, διεκπεραιώνει καθημερινά ένα σωρό διοικητικές και οικονομικές υποθέσεις και έχει δεκάδες συναντήσεις με ως επί το πλείστον ηγεσίες εκκλησιαστικές, πολιτικές, στρατιωτικές, επιχειρηματικές κ.ά.; Αλλά ακόμη και στον ναό κατά τη διάρκεια της λατρείας, η απόσταση από το ποίμνιο είναι πολλές φορές, δυστυχώς, δεδομένη. Ας θυμηθούμε τον μεγαλωμένο μέσα στην Εκκλησία Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα «Πτερόεντα Δώρα»: «…Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα! Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν…».
Για να κάνουμε τη σύγκριση με το πρόσωπο του Χριστού, ας φανταστούμε τον Χριστό ως έναν Διευθυντή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και τους μαθητές Του ως δημοσίους υπαλλήλους. Ο Χριστός όμως κατηγορήθηκε από το τότε ιερατείο (η πολιτική εξουσία ένιψε τας χείρας της) και σταυρώθηκε ως Αναρχικός, Ανήθικος και Επαναστάτης. Και ήταν όντως έτσι, αλλά και σήμερα έτσι θα ήταν. Για τους ίδιους λόγους μαρτύρησαν και οι μαθητές Του αλλά και πλειάδα αγίων της Εκκλησίας. Εδώ δεν πρόκειται περί εκκλησιαστικού ή θεολογικού λαϊκισμού (ή ρομαντισμού) αλλά αυτής της ίδιας της ουσίας και του ρεαλισμού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Άλλωστε, ήδη από το πρώτο έτος στη Θεολογική Σχολή μαθαίνουμε ότι ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού». Η δε Εκκλησία έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες τέτοιων Επισκόπων όπως του αγίου Σπυρίδωνα που ήταν παράλληλα και κτηνοτρόφος και με οικογένεια ή όπως του ιερού Χρυσοστόμου ο οποίος μαρτύρησε στην έρημο επειδή κατακεραύνωνε όχι μόνο με τον λόγο του αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής του την αυτοκρατορική αυλή υπέρ των αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων. Στα δε σύγχρονα χρόνια στην πατρίδα μας η Εκκλησία, μεταξύ άλλων, έχει το παράδειγμα του μακαριστού Επισκόπου Αντώνιου Σιατίστης, του Επισκόπου των τρόλεϊ, ο οποίος δεν δίσταζε να κάνει ακόμη και ωτοστόπ ως τρόπο ζωής και όχι ως ευκαιριακό πυροτέχνημα για θαυμασμό των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που φτάσαμε (και φτάσαμε εδώ και πολλά χρόνια) είναι αδήριτη ανάγκη η Διοίκηση της Εκκλησίας να πάρει γενναίες αποφάσεις διάκρισης από την Πολιτεία. Θα λέγαμε να προλάβει η ίδια την Πολιτεία και να διακριθεί από αυτήν όχι μόνο νομικά, αλλά ακόμη πιο βαθιά ως προς τον τρόπο βιοτής. Να βρει και πάλι τον τρόπο σχέσης του Πατέρα, όπως θα σημείωνε και ο μακαριστός καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ή αλλιώς, να σκάψει και να ανασύρει τον Σταυρό από τις επιχωματώσεις της ιστορίας, όπως τόνιζε ο αείμνηστος καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης. Να αφήσει εν τέλει ό,τι την βαραίνει και να απελευθερωθεί στο οξυγόνο της θείας Χάρης. Έτσι, θα την αναγνωρίσει και η κοινωνία ως συνέχεια του Χριστού την οποία είναι ανάγκη να αφουγκραστεί επιτέλους.