Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Ο Γιούργκεν Χάμπερμας και η Κριτική Παιδαγωγική

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Χθες έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 96 ετών, ο Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026). Ο Χάμπερμας  δεν ήταν μόνο ένας σημαντικός φιλόσοφος, ήταν κι ένας διανοούμενος που σύνδεσε τη Φιλοσοφία με την Παιδαγωγική. Μαζί με τον Μαξ Χορκχάιμερ (1895-1973) και τον Τέοντορ Αντόρνο (1903-1970), υπήρξαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της Διαλεκτικής Σχολής της Φρανκφούρτης, η οποία στόχευε στην κριτική ανάπτυξη της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας και στην πρόταξη της κοινωνικής επιστήμης για καθολική μεταβολή της κοινωνίας. Στην εκπαίδευση, η Σχολή της Φρανκφούρτης εκφράστηκε με μια από τις πιο σημαντικές κατευθύνσεις της Παιδαγωγικής, την Κριτική Παιδαγωγική ή Παιδαγωγική της Χειραφέτησης.
Οι φιλοσοφικές θέσεις του Χάμπερμας, αυτές καθ’ αυτές, περιέχουν μια γενική θεωρία περί αγωγής η οποία στηρίζεται φιλοσοφικά και παιδαγωγικά στην ιστορία του είδους άνθρωπος. Κύριοι άξονες είναι οι εξής:
  • Η αγωγή έχει ταξικό χαρακτήρα.
  • Σκοπός της αγωγής είναι η χειραφέτηση, δηλαδή η απελευθέρωση του ατόμου από περιττές σχέσεις εξάρτησης και εξουσίας.
  • Η Κριτική Παιδαγωγική είναι ταυτόχρονα και κριτική της κοινωνίας. Η εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να διαμορφώνει συνθήκες που να προάγουν τις αξίες της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ειρήνης και της ελευθερίας.
  • Με την εκπαίδευση επιδιώκεται η ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του μαθητή και η επιτυχής κοινωνική ένταξή του, αφενός μέσα από τη συγκρότηση και αποδοχή κοινών αξιών και αφετέρου µε την ανάπτυξη νοητικών, συναισθηματικών και ψυχοκινητικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων.
Ωστόσο, το ερώτημα για το ποια είναι η πραγματικότητα του σημερινού σχολείου: δάσκαλος, μαθητής, βιώματα, διδασκαλία, για την Κριτική Παιδαγωγική, παραμένει καίριο και θα ‘λεγα αναπάντητο. Κι αυτό οφείλεται στο εξής γεγονός: το σημερινό χρησιμοθηρικό σχολείο αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ο δάσκαλος δεν μπορεί να είναι υπάλληλος μιας διοικητικής ιεραρχίας, αλλά αμφισβητίας του κοινωνικού συστήματος και μέτοχος κριτικής της κοινωνίας που βρίσκεται σε συνεχή διαδικασία μετασχηματισμού της προς το καλύτερο. Για την Κριτική Παιδαγωγική, σκοπός του σχολείου και της αγωγής είναι η χειραφέτηση του ατόμου, πράγμα που σημαίνει η ικανότητά του για αυτοπραγμάτωση και συμμετοχής του στη διαμόρφωση και τη συνδιαχείριση της κοινωνίας. Φιλοσοφικές και παιδαγωγικές θέσεις που, προφανώς, στο σημερινό σχολείο είναι άγνωστες. Τι κρίμα!


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Υ.Γ. Για το θεολογικό κόσμο, το βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας με τον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ', Η διαλεκτική της Εκκοσμίκευσης, με μετάφραση του Ηλία Τσιριγκάκη, στις εκδόσεις Εστία: Αθήνα 2010, δείχνει πόσο σημαντική είναι η διαλεκτική Φιλοσοφίας και Θεολογίας. Το παρακάτω απόσπασμα, εύστοχο: «[Σ]τη συλλογική ζωή των θρησκευτικών κοινοτήτων, στο βαθμό που αποφεύγουν τον δογματισμό και τον εξαναγκασμό της συνείδησης, μπορεί να διατηρείται ανέπαφο κάτι που έχει χαθεί οριστικά από άλλους χώρους και δεν είναι δυνατόν να ανασυσταθεί μόνο με τη βοήθεια της επαγγελματικής γνώσης των ειδημόνων∙ εννοώ τις ποικίλες εκφραστικές δυνατότητες και την ευαισθησία απέναντι στην πεπλανημένη ζωή, στις παθολογίες της κοινωνίας, στην αποτυχία των εξατομικευμένων μοντέλων ζωής και στην εκφυλιστική παραμόρφωση των συνθηκών ζωής. Η ασυμμετρία των αξιώσεων της επιστήμης επιτρέπει στη φιλοσοφία να είναι έτοιμη να μάθει από τη θρησκεία, και μάλιστα για λόγους όχι λειτουργικούς αλλά περιεχομένου»· ΠΗΓΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1987). Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση. Αθήνα: Άγρα, σσ. 94-95.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ποιος ευθύνεται για το κακό

Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ


Μετά τον θάνατο του Στάλιν (5 Μαρτίου 1953) ο Βασίλι Γκρόσμαν θα αρχίσει να γράφει το τελευταίο βιβλίο του: «Τα πάντα ρει», όπως έχει αποδοθεί στα ελληνικά (μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Γκοβόστης, 2016), άστοχα κατά τη γνώμη μου όσο κι αν η μεταφραστική αυτή επιλογή έχει θεμελίωση μέσα στο κείμενο (σ. 109). Θα το ολοκληρώσει πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου όπου πέθανε (14 Σεπτεμβρίου 1964) και θα εμπιστευτεί το χειρόγραφο στη φίλη του Aννα Μπέρτσερ. Ο ήρωας του μυθιστορήματος Ιβάν Γκριγκόριεβιτς, αφού πέρασε τριάντα ολόκληρα χρόνια σε σοβιετικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποφυλακίζεται, μετά τον θάνατο του Στάλιν, και επιστρέφει στη Μόσχα. Θα συναντήσει εκεί τον ξάδερφό του, σπουδαίο φυσικό, που καλοπέρασε υπηρετώντας το καθεστώς, ενώ στο Λένινγκραντ όπου ζει η γυναίκα που αγάπησε παντρεμένη πια με άλλον, θα συναντήσει τυχαία εκείνον που τον κατέδωσε. Ο Ιβάν δεν θέλει να εκδικηθεί κανέναν, θέλει μόνο να καταλάβει, να καταλάβει τι ήταν αυτό που οδήγησε στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, τι οδήγησε στον τεχνητό λιμό της Ουκρανίας (1932-1933), όπου εμφανίστηκαν και φαινόμενα κανιβαλισμού (κεφ. 14), τι ήταν αυτό που έκανε κομμουνιστές, ήρωες της Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, να ομολογούν εγκλήματα που δεν είχαν διαπράξει, τι ήταν αυτό που έφερε τον Στάλιν. Θέλει κυρίως να καταλάβει ποιος ευθύνεται για όλα αυτά, ποιοι είναι οι ένοχοι. Η απάντηση, ομολογεί στο συγκλονιστικό έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου, είναι πολύ δύσκολη και δεν επιτρέπει κανενός είδους καταγγελτική βιασύνη.
Ο Γκρόσμαν, προκειμένου να απαντήσει στο δυσαπάντητο ερώτημα, επινοεί τέσσερα πρόσωπα με την ονομασία Ιούδας (όπως ονόμαζαν στα στρατόπεδα τους χαφιέδες): Ιούδας 1, 2, 3, 4. Ο Ιούδας 1 είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, λίγο φιλότεχνος, ενίοτε καλός και γενναιόδωρος. Κάτω από αβάσταχτη πίεση και βία στο στρατόπεδο διέβαλε έναν αθώο. Ο άνθρωπος τον οποίο συκοφάντησε δεν συνελήφθη ποτέ, ενώ εκείνος έκανε δώδεκα χρόνια στο στρατόπεδο, πάντως το γεγονός παραμένει: συκοφάντησε έναν αθώο. Ο Ιούδας 2 έστειλε πολλούς στα στρατόπεδα και στον θάνατο, με ψευδείς κατηγορίες, που δεν του τις απέσπασαν με βασανιστήρια, ο ίδιος άλλωστε δεν πέρασε ούτε μέρα στη φυλακή. Δεν ήταν άνθρωπος χωρίς παιδεία και ευαισθησία: ήταν συλλέκτης σπάνιων εκδόσεων κλασικής ποίησης και έκλαιγε διαβάζοντας το διήγημα του Τσέχοφ «Ο επίσκοπος». Ο πατέρας του πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο αδερφός του είχε πολεμήσει με τους λευκούς και ο ίδιος ήταν ένα τρομοκρατημένο παιδί. Το γεγονός παραμένει: κατέστρεψε πολλούς, ενώ ο ίδιος καλοπέρασε. Ο Ιούδας 3 ήταν πιστός υπηρέτης του κόμματος, που το μοιραίο 1937 συνέταξε διακόσιες καταγγελίες και ελάχιστοι από αυτούς τους διακόσιους γύρισαν ζωντανοί. Δεν έλυνε προσωπικούς λογαριασμούς με όσους κατήγγειλε, έκανε το κομματικό του καθήκον. Ο Ιούδας 4 ήταν φανατικά αφοσιωμένος στο υλικό συμφέρον του, σε κάθε καταγγελία λογάριαζε το όφελος που θα αποκόμιζε από αυτήν, τα αντικείμενα που θα αποκτούσε. Είχε ένα ζωώδες πάθος για πράγματα γιατί είχε ζήσει την έλλειψή τους.
Ο Γκρόσμαν ξέρει ότι πάρα πολλοί άλλοι βρέθηκαν στις ίδιες και χειρότερες ακόμη συνθήκες με τους τέσσερις Ιούδες, αλλά δεν συκοφάντησαν, δεν έστειλαν αθώους στον θάνατο. Η νεαρή Μάσενκα θα πεθάνει στο στρατόπεδο επειδή δεν κατέδωσε τον άνδρα της, που είχε κι αυτός καταδικαστεί σε «δέκα χρόνια χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας», δηλαδή σε θάνατο, επειδή αρνήθηκε να καταγγείλει συναδέλφους και παιδικούς φίλους του ως τρομοκράτες (κεφ. 13). Και παρά ταύτα ο Γκρόσμαν μάς καλεί να μην καταδικάσουμε βιαστικά αυτούς τους τέσσερις, γιατί «είναι τρομερό πράγμα να καταδικάζει κανείς ακόμη και έναν τρομερό άνθρωπο» (σ. 76). Ούτε ο ίδιος θα εκφέρει καταδικαστική κρίση για τους καταδότες, γιατί εκείνο που θέλει είναι να καταλάβει τι φταίει για όλο αυτό το κακό, ποιος ευθύνεται. Το κράτος, θα απαντήσουν οι καταδότες, που τους εξανάγκασε να κάνουν ό,τι έκαναν, το ολοκληρωτικό κράτος με την τεράστια τρομοκρατική δύναμή του, όπου όλοι είναι ένοχοι (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας). Μα, θα συνεχίσει και θα συμπληρώσει ο συνήγορος υπεράσπισής τους, «το κράτος δεν γεννά το ίδιο τους ανθρώπους» (σ. 83), ο σπόρος του κακού βρίσκεται μέσα στην ανθρώπινη φύση και το ολοκληρωτικό κράτος είναι η εύφορη γη που θα τον κάνει να φυτρώσει και να βλαστήσει. Ο Γκρόσμαν πάντως δεν θα απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε, δεν βρίσκει απάντηση. Οσο μυστήριο είναι τι οδηγεί έναν άνθρωπο στην καλοσύνη, άλλο τόσο είναι και τι τον οδηγεί στο κακό. Ακόμη πιο μεγάλο μυστήριο και ταυτόχρονα πιο αποτροπιαστικό δεν είναι το κακό που υπάρχει μέσα σε αυτούς τους καταδότες, αλλά το καλό που συνυπάρχει μαζί του! Πολλοί ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι, σπουδαίοι επιστήμονες, καλοί γονείς, τρυφεροί σύζυγοι! Πόσο καλοί είναι οι χαφιέδες – και πόσο ποταποί (σ. 84)! Δεν είναι όμως όλα μαύρα, μέσα στο «μέγα σκότος» των καταδόσεων, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου, υπάρχει «ολίγο φως και μακρινό», η κρυφή ντροπή που νιώθουμε για την αθλιότητά μας: «όμως γιατί όλο αυτό είναι τόσο οδυνηρό; Γιατί η ανθρώπινη αισχρότητά μας μας κάνει να νιώθουμε τόση ντροπή;» (σ. 84).
Ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πίστευε σε καμιά ιδεολογία, αλλά μόνο, χωρίς αφελή αισιοδοξία, σε δύο αξίες: στην ελευθερία (βλ. εδώ σ. 107) και στην καλοσύνη. Η πολιτική δυνατότητα της ελευθερίας και η ηθική δυνατότητα της καλοσύνης είναι η απάντησή του απέναντι στη δυνατότητα του κακού, η πρώτη ως ανάχωμα στη βία του κράτους πάνω στους ανθρώπους και η δεύτερη ως έκπληξη έναντι της φυσικής ροπής του ενστίκτου προς το κακό. Θα μπορούσα να προσθέσω και η αντοχή της ψυχής: ο Ιβάν Γκριγκόριεβιτς πλήρωσε την τιμιότητά του με τριάντα χρόνια φυλακή. Εχασε τα πάντα, μα άντεξε και δεν έχασε την ψυχή του. Οταν αποφυλακίστηκε ήθελε να γυρίσει στο γενέθλιο χωριό του και στο πατρικό σπίτι, όπου δεν ζούσε πια κανείς. Αφού έχασε και τη δεύτερη αγάπη του, την Άννα Σεργκέγεβνα, που πέθανε από καρκίνο, έφτασε εκεί. «Για μια στιγμή του φάνηκε λες κι ένα εξωπραγματικό αστραφτερό φως, πιο αστραφτερό απ’ οποιοδήποτε φως είχε δει ποτέ, είχε πλημμυρίσει ολόκληρη τη γη. Λίγα ακόμη βήματα και μέσα σ’ αυτό το φως θα έβλεπε το σπίτι του και η μητέρα του θα έβγαινε και θα ερχόταν προς το μέρος του, προς τον άσωτο γιο της, κι αυτός θα γονάτιζε μπροστά της και θ’ ακουμπούσε τα νεανικά και όμορφα χέρια της στο γκρίζο του κεφάλι, που άρχιζε να κάνει φαλάκρα. Είδε συστάδες από αγκάθια και λυκίσκους. Δεν υπήρχε σπίτι ούτε πηγάδι – μόνο λίγες πέτρες που έλαμπαν λευκές ανάμεσα στο σκονισμένο χορτάρι που είχε καεί από τον ήλιο. Στάθηκε εκεί – γκριζομάλλης, με σκυφτούς ώμους, ωστόσο ακόμη ο ίδιος πάντα» (σ. 229-230).

ΠΗΓΕΣ:

Αποκαλύφθηκε μετά από 25 χρόνια η ταυτότητα του Banksy


Το μυστήριο 25 ετών γύρω από τον Banksy λύθηκε επιτέλους. Μια εκτεταμένη έρευνα του Reuters που δημοσιεύθηκε σήμερα αποδεικνύει ότι ο διασημότερος ανώνυμος καλλιτέχνης στον κόσμο είναι ο Ρόμπιν Γκάνινγχαμ (Robin Gunningham), με καταγωγή από το Μπρίστολ. Δικαστικά έγγραφα από μια σύλληψη στη Νέα Υόρκη το 2000 περιέχουν τη χειρόγραφη ομολογία του, βάζοντας τέλος σε δεκαετίες εικασιών.

Η μεγάλη εξαπάτηση 25 χρόνων

Ο Banksy πέρασε δυόμισι δεκαετίες κρυμμένος σε κοινή θέα, χτίζοντας ένα εμπορικό σήμα τέχνης δισεκατομμυρίων δολαρίων γύρω από το μυστήριο της ταυτότητάς του. Σήμερα, οι δημοσιογράφοι του Reuters κατέστρεψαν αυτό το μυστικισμό με ιστορικά έγγραφα που, σύμφωνα με ειδικούς, αποδεικνύουν την πραγματική του ταυτότητα πέραν πάσης αμφιβολίας. Ο καλλιτέχνης του δρόμου, που κάποτε είχε πει ότι «κανείς δεν με άκουγε μέχρι που δεν ήξεραν ποιος είμαι», αντιμετωπίζει τώρα την τελική αποκάλυψη.
Η σύλληψη από την αστυνομία της Νέας Υόρκης το 2000 αποτελεί το ακράδαντο στοιχείο. Όταν συνελήφθη επειδή έκανε γκράφιτι σε μια διαφημιστική πινακίδα του Marc Jacobs στην οροφή ενός κτιρίου στο Μανχάταν, ο νεαρός Γκάνινγχαμ υπέγραψε μια χειρόγραφη ομολογία. Τα δικαστικά έγγραφα αναφέρουν επανειλημμένα το πραγματικό του όνομα. Αυτά τα στοιχεία, θαμμένα σε νομικά αρχεία για πάνω από δύο δεκαετίες, άλλαξαν πλέον τα πάντα.

Πώς οι ερευνητές «έσπασαν» τον κώδικα

Η έρευνα ξεκίνησε από την Ουκρανία, όπου ο Banksy ζωγράφισε επτά τοιχογραφίες στα τέλη του 2022. Δημοσιογράφοι του Reuters πήραν συνεντεύξεις από κατοίκους που είδαν τη δημιουργία των έργων από κοντά. Έδειξαν φωτογραφίες στους μάρτυρες, περιορίζοντας τους υποψηφίους από τις τρεις κύριες θεωρίες για την ταυτότητα του καλλιτέχνη.
Η ανατροπή ήρθε όταν ο Steve Lazarides, πρώην επί χρόνια μάνατζερ του Banksy, αποκάλυψε ότι ο Γκάνινγχαμ άλλαξε νόμιμα το όνομά του σε David Jones γύρω στο 2008 για να εξαφανιστεί εντελώς από τα δημόσια αρχεία. Τα αρχεία μετανάστευσης δείχνουν ότι ένας David Jones εισήλθε στην Ουκρανία την ακριβή ημερομηνία που έφτασαν οι φωτογράφοι, στις 28 Οκτωβρίου 2022, με την ίδια ημερομηνία γέννησης με τον Ρόμπιν Γκάνινγχαμ.

Γιατί ο Banksy πάλεψε τόσο σκληρά για να κρυφτεί

Η ανωνυμία μεταμόρφωσε τον Banksy από έναν βάνδαλο γκράφιτι σε ένα πολιτιστικό είδωλο αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων. Το έργο του «Το κορίτσι με το μπαλόνι» πωλήθηκε για 1,4 εκατομμύρια δολάρια και στη συνέχεια μεταπωλήθηκε για 25 εκατομμύρια, αφού αυτοκαταστράφηκε σε δημοπρασία του Sotheby’s το 2018. Χωρίς την αύρα του μυστηρίου, οι έμποροι τέχνης προειδοποιούν ότι η αξία των έργων του θα μπορούσε να υποχωρήσει κατακόρυφα.
Ο δικηγόρος του Banksy, Mark Stephens, κάλεσε το Reuters να μην δημοσιεύσει την έρευνα, υποστηρίζοντας ότι η προστασία της ανωνυμίας εξυπηρετεί ζωτικά κοινωνικά συμφέροντα. Ωστόσο, το Reuters κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δημόσιο συμφέρον για μια προσωπικότητα με τόσο βαθιά παγκόσμια επιρροή υπερτερεί των αξιώσεων περί ιδιωτικότητας.

Ο άνθρωπος πίσω από τη μάσκα αρνείται να επιβεβαιώσει

Ο Banksy και η ομάδα του δεν διέψευσαν τα ευρήματα του Reuters, αλλά αρνήθηκαν να σχολιάσουν. Ο Γκάνινγχαμ διατηρεί απόλυτη σιωπή, αφήνοντας την τέχνη του να μιλάει αντί γι' αυτόν. Η πιο πρόσφατη τοιχογραφία του εμφανίστηκε στα Βασιλικά Δικαστήρια του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο του 2025. Ο κριτικός τέχνης Robert Casterline δήλωσε στο Reuters ότι πιστεύει πως εντόπισε τον Γκάνινγχαμ στη δημοπρασία του 2018 να φοράει γυαλιά με κρυφή κάμερα, καταγράφοντας το περιστατικό με την καταστροφή του έργου του.

ΠΗΓΗ: msn

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η σχέση μοντέρνας τέχνης και Εκκλησίας

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Ο Εσταυρωμένος στον ναό της Παναγίας του Ασί φιλοτεχνήθηκε από τη γλύπτρια Ζερμέν Ρισιέ το 1950, όμως τοποθετήθηκε οριστικά στη θέση του το 1969, εξαιτίας των αντιδράσεων ζηλωτών Καθολικών που χαρακτήριζαν το έργο «βλάσφημο», άποψη που είχε ενστερνιστεί και η Αγία Εδρα. (Φωτογραφία: Shutterstock).

Την περσινή χρονιά (13 Ιουνίου – 20 Σεπτεμβρίου 2025) πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό έκθεση ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Παύλος ΣΤ΄ και Ζακ Μαριταίν: η ανανέωση της ιερής τέχνης στη Γαλλία και Ιταλία (1945-1973)», με έργα των Ρουώ, Ματίς, Σαγκάλ, Σεβερίνι, Κόνγκντον, Ντενί, Μπερνάρ. Η έκθεση έχει πίσω της μακρά ιστορία. Το καλοκαίρι του 1924 ο ιερέας Τζιοβάννι Μπαττίστα Μοντίνι βρέθηκε για ένα μήνα στη Γαλλία, όπου είχε τη μεγάλη τύχη να γνωρίσει τον Μαριταίν, ο οποίος θα τον μυήσει στη μοντέρνα ζωγραφική. Η αισθητική και πνευματική συγκίνηση του εικοσιεπτάχρονου ιερέα (και μελλοντικού πάπα Παύλου ΣΤ΄) υπήρξε ισχυρή και αποδείχτηκε σταθερή και διαρκής, όπως διαρκής και σταθερός θα αποδειχτεί και ο πνευματικός δεσμός του με τον Μαριταίν (υπήρξε και ένας από τους πρώτους μεταφραστές έργων του στα ιταλικά). Τα χρονολογικά όρια της έκθεσης έχουν τη σημασία τους: το 1945 ο Μαριταίν ορίστηκε πρέσβης της Γαλλίας στην Αγία Έδρα και τον Ιούνιο του 1973 εγκαινιάστηκε στα Μουσεία του Βατικανού η Συλλογή Μοντέρνας Θρησκευτικής Τέχνης, με χίλια έργα αρχικά, η οποία σήμερα ξεπερνάει τις δέκα χιλιάδες. Η συνάντηση αυτή και η σχέση Μαριταίν και πάπα Παύλου ΣΤ΄ έπαιξε τον ρόλο της στη συμφιλίωση της Καθολικής Εκκλησίας με τη μοντέρνα ζωγραφική.
Ο μεγάλος πρωταγωνιστής πάντως αυτής της συμφιλίωσης υπήρξε ο δομινικανός Marie-Alain Couturier (1897-1954), ζωγράφος ο ίδιος, που διετέλεσε μεταξύ άλλων και συνδιευθυντής, σε δύο περιόδους, μαζί με τον επίσης δομινικανό Pie Regamey, του περιοδικού L’ Art sacré (1935-1969, με διαλείμματα). Ο π. Κουτυριέ πίστευε ότι η Εκκλησία δεν έπρεπε να μείνει έξω από το τεράστιο κίνημα της μοντέρνας τέχνης, ότι έπρεπε να έρθει σε επαφή μαζί του και να επανασυνδεθεί επιτέλους με τους μεγάλους δημιουργούς της εποχής. Τα κακόγουστα εμπορικά προϊόντα της σουλπικιανής θρησκευτικής παραγωγής, που είχαν γεμίσει τους Καθολικούς ναούς και τα Καθολικά ιδρύματα, τα θεωρούσε ντροπή και προσβολή της Εκκλησίας. Ο π. Κουτυριέ προσπάθησε να πραγματοποιήσει το όραμά του σε κάποιους επαρχιακούς ναούς της Γαλλίας, (Ασσύ/Assy, Βανς/Vence, Ωντινκούρ/Audincourt, Ρονσάν/Ronchamp). Θα πούμε δυο λόγια, για τις ανάγκες της συζήτησης, για την εικονογράφηση της εκκλησίας της Παναγίας, στο οροπέδιο του Ασσύ, μέσα στο σανατόριο του Σανσελλεμόζ/Sancellemoz, που έγινε με την αμέριστη συνδρομή του αββά Jean Devény. Την εκκλησία αυτή, εσωτερικά και εξωτερικά, κοσμούν έργα των Λεζέ, Ρουώ, Μποννάρ, Λυρσά, Σαγκάλ, Ματίς, Μπρακ, Λίπσιτς και άλλων. Από όλους αυτούς μόνο ο Ρουώ ήταν πιστός Καθολικός, ενώ ο Σαγκάλ και ο Λίπσιτς ήταν Εβραίοι, οι δε Λεζέ, Μπρακ και Λυρσά άθεοι ή κομμουνιστές, κάτι για το οποίο ο π. Κουτυριέ δέχτηκε σφοδρή κριτική. Έμεινε αμετακίνητος: δεν αναζητούσε πιστούς αλλά καλούς ζωγράφους, και πίστευε ότι ο καλός ζωγράφος είναι κυριολεκτικά εμπνευσμένος, οδηγείται δηλαδή από το Πνεύμα, το οποίο όπου θέλει πνει. Η εκκλησία αυτή απέκτησε παγκόσμια ακτινοβολία, και ο π. Κουτυριέ εξηγούσε ικανοποιημένος ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι τα έργα είναι αριστουργήματα, αλλά στο ότι γεννήθηκαν από τη σωστή ιδέα πως για να κρατηθεί στη ζωή η χριστιανική τέχνη, πρέπει, σε κάθε γενιά, η Εκκλησία να απευθύνεται στους σπουδαίους ζωγράφους που δημιουργούν γύρω της, γιατί η τέχνη ζει μοναχά από τους εν ζωή δημιουργούς της.
Ο ναός του Ασσύ πάντως θα μείνει στην εικαστική ιστορία του 20ού αιώνα, όχι τόσο για τα έργα των σπουδαίων ζωγράφων του, όσο για τον Εσταυρωμένο της γλύπτριας Germaine Richier (1902-1959). Ο π. Κουτυριέ της παράγγειλε το έργο, μαζί με τον π. Ντεβενύ, για να τοποθετηθεί στο ιερό, πίσω από την Τράπεζα, όπως και πράγματι έγινε, τον Ιούλιο του 1950, ενόψει των εγκαινίων του ναού. Στις αρχές του 1951 Καθολικοί ζηλωτές σηκώνουν πόλεμο κατά του έργου της Ρισιέ, το καταγγέλλουν ως βλάσφημο -χωρίς να το έχουν δει-, οι αντιδράσεις σιγά σιγά διογκώνονται, η Ρώμη και ο πάπας Πίος ΙΒ΄ συντάσσονται μαζί τους και το έργο αποσύρεται από τη εκκλησία στις 4 Απριλίου 1951. Δεν θα εξιστορήσουμε όλη την περιπέτεια του Εσταυρωμένου της Ρισιέ (βλ. σχετικά το βιβλίο της Laurence Durieu, Le Christ interdit, Fage, 2025), θα σημειώσουμε μόνο ότι ο Εσταυρωμένος επέστρεψε στη θέση του το Πάσχα του 1969, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια μετά την αφαίρεσή του (και δέκα μετά τον θάνατο της γλύπτριας).
Παρά τις προσπάθειες του Μαριταίν και κυρίως του Κουτυριέ, που πάντως δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, η συμφιλίωση της μοντέρνας ζωγραφικής με την Εκκλησία ήταν δύσκολη – και παραμένει. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μοντέρνα τέχνη μπορεί, όσο και οποιαδήποτε άλλη, να είναι χριστιανική, να εκφράζει το πνεύμα του χριστιανισμού. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι και εκκλησιαστική. Τι είναι αυτό που καθιστά ένα χριστιανικό έργο εκκλησιαστικό, τι το κάνει εικόνα (την αναστήλωση των οποίων πανηγυρίζουμε σήμερα); Η τεχνοτροπία του; Ασφαλώς όχι. Το θέμα του; Οπωσδήποτε, αλλά όχι αποκλειστικά. Η πίστη του δημιουργού του; Ούτε. Αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι δηλαδή προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί. Ερήμην της αισθητικής αξίας του; Και ακόμη: ένα έργο, που με μια απόφαση κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων μπήκε σε έναν ναό, έγινε αυτομάτως εκκλησιαστική τέχνη; Ανάγκη να συνεχίσουμε τη συζήτηση.

ΠΗΓΕΣ:

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Το Kράτος και ο Πόλεμος

Του Τζόρτζιο Αγκάμπεν [μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος].

 

Αυτό που αποκαλούμε Κράτος είναι, σε τελική ανάλυση, μια μηχανή για τη διεξαγωγή πολέμων· και αργά ή γρήγορα, η καταστατική του αυτή κλίση καταλήγει να αναδύεται, επισκιάζοντας κάθε σκοπό — περισσότερο ή λιγότερο εποικοδομητικό — που μπορεί να αποδίδει στον εαυτό του για να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Αυτό είναι σήμερα ιδιαίτερα εμφανές. Ο Νετανιάχου, ο Ζελένσκι και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακολουθούν πεισματικά, πάση θυσία, μια πολιτική πολέμου, για την οποία ασφαλώς μπορούν να διατυπωθούν σκοποί και δικαιολογίες· όμως το έσχατο κίνητρό της είναι ασυνείδητο και εδράζεται στην ίδια τη φύση του Κράτους ως πολεμικής μηχανής. Αυτό εξηγεί γιατί ο πόλεμος — όπως είναι πρόδηλο στην περίπτωση του Ζελένσκι και της Ευρώπης, αλλά και του Ισραήλ — συνεχίζεται επίμονα, ακόμη κι αν οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι οδηγούνται στην πιθανή τους αυτοκαταστροφή. Και είναι μάταιο να ελπίζουμε πως μια μηχανή πολέμου θα σταματήσει μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο. Θα προχωρήσει ως το τέλος, όποιο κι αν είναι το τίμημα που θα κληθεί να πληρώσει.

ΠΗΓΗ:
Φρέαρ

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

8η Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΕΒΡΕΚΙΔΗ· Ψυχολόγου

Η 8η Μαρτίου καθιερώθηκε επισήμως ως η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1975, όμως η ουσία της δεν είναι επετειακή. Είναι ημέρα μνήμης, αναγνώρισης, αλλά και αναστοχασμού.
Θα ήθελα σήμερα να σταθούμε, όχι τόσο στα ιστορικά γεγονότα, όσο στην ψυχολογική διάσταση του τι σημαίνει να μεγαλώνει, να εργάζεται, να ζει μια γυναίκα μέσα σε ένα σύνολο προσδοκιών.
Αν ρωτήσουμε: «Είναι σήμερα οι γυναίκες ίσες με τους άνδρες;», η απάντηση σε νομικό επίπεδο είναι ναι. Όμως η ψυχολογία δεν εξετάζει μόνο τους νόμους. Εξετάζει τις εσωτερικές πεποιθήσεις, τις προσδοκίες, τους ρόλους που κληρονομούμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε.
Από πολύ νωρίς, τα κορίτσια και τα αγόρια λαμβάνουν διαφορετικά μηνύματα. Το κορίτσι συχνά ενθαρρύνεται να είναι «καλό», «ήσυχο», «υπεύθυνο», «φροντιστικό». Το αγόρι ενθαρρύνεται να είναι «δυνατό», «ανεξάρτητο», «να μην κλαίει». Αυτά τα μηνύματα δεν είναι απαραίτητα κακοπροαίρετα. Είναι πολιτισμικά. Είναι μεταβιβασμένα από γενιά σε γενιά. Όμως σταδιακά μετατρέπονται σε εσωτερικές φωνές.
Και εδώ αρχίζει η ψυχολογική διάσταση. Πολλές γυναίκες μεγαλώνουν με την εσωτερική απαίτηση να τα προλαβαίνουν όλα:
  • να είναι επαγγελματικά ικανές,
  • να είναι παρούσες στην οικογένεια,
  • να φροντίζουν τους άλλους,
  • να είναι συναισθηματικά διαθέσιμες,
  • να μην παραπονιούνται.
Αυτή η συνεχής προσπάθεια τελειότητας συχνά συνοδεύεται από ενοχή. Αν δουλεύω πολύ, νιώθω ότι παραμελώ την οικογένεια. Αν αφιερώνομαι στην οικογένεια, νιώθω ότι υστερώ επαγγελματικά. Η ενοχή γίνεται σχεδόν μόνιμος συνοδός.
Στην ψυχολογία μιλάμε για εσωτερικευμένα στερεότυπα. Δεν χρειάζεται πια κάποιος να μας επιβάλει έναν ρόλο — τον έχουμε ήδη ενσωματώσει. Και τότε η πίεση δεν έρχεται μόνο από την κοινωνία, αλλά και από μέσα μας. Η ενοχή είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο ελέγχου-χειραγώγησης, γιατί δεν χρειάζεται εξωτερικό επιτηρητή.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι οι ρόλοι περιορίζουν και τους άνδρες. Ο άνδρας που έχει μάθει ότι «δεν πρέπει να δείχνει αδυναμία» δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια. Δυσκολεύεται να μιλήσει για φόβο, θλίψη, ανασφάλεια. Μαθαίνει να αντέχει σιωπηλά. Έτσι, οι έμφυλοι ρόλοι δεν δημιουργούν μόνο ανισότητα· δημιουργούν και συναισθηματική απομόνωση.
Στην ενήλικη ζωή, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που εργάζονται, έχουν οικογένεια, υποχρεώσεις, το βάρος των ρόλων γίνεται ακόμη πιο ορατό. Η γυναίκα συχνά καλείται να διαχειριστεί έναν «διπλό ρόλο»: εργασία και φροντίδα. Ακόμη κι όταν υπάρχει κατανομή ευθυνών, η ψυχική οργάνωση του σπιτιού — το να θυμάται, να προγραμματίζει, να προβλέπει — παραμένει συχνά πάνω της. Αυτό, ονομάζεται «νοητικό φορτίο», δεν είναι πάντα ορατό και προκαλεί εξάντληση. Και η χρόνια κούραση δεν είναι μόνο σωματική. Είναι και ψυχική.
Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος, η αίσθηση ότι «δεν είμαι αρκετή», συχνά δεν προκύπτουν από προσωπική αδυναμία. Προκύπτουν από συσσωρευμένες απαιτήσεις.
Όμως η σημερινή ημέρα δεν είναι ημέρα κατηγορίας. Είναι ημέρα συνειδητοποίησης. Γιατί η αλλαγή δεν ξεκινά από τις μεγάλες δηλώσεις. Ξεκινά από μικρές μετατοπίσεις:
  • από τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε,
  • από το πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας,
  • από το αν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι ατελής,
  • από το αν ακούμε χωρίς να κρίνουμε.
Η ισότητα δεν σημαίνει ομοιότητα. Δεν σημαίνει ότι άνδρες και γυναίκες είναι ίδιοι. Σημαίνει ότι έχουν ίση αξία και ίσες δυνατότητες επιλογής. Η πραγματική ψυχική υγεία συνδέεται με την ελευθερία επιλογής. Να μπορεί μια γυναίκα να επιλέξει καριέρα χωρίς ενοχή. Να μπορεί να επιλέξει μητρότητα χωρίς πίεση. Να μπορεί να επιλέξει να μην ακολουθήσει τα αναμενόμενα. Και αντίστοιχα, να μπορεί ένας άνδρας να είναι φροντιστικός, εκφραστικός, ευάλωτος, χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την ταυτότητά του.
Η 8η Μαρτίου, λοιπόν, δεν αφορά μόνο στις γυναίκες. Αφορά στην ποιότητα των σχέσεων μας. Αφορά στο πώς συνυπάρχουμε. Η ισότητα δεν είναι ένας τελικός σταθμός. Είναι μια συνεχής διαδικασία επίγνωσης. Κάθε φορά που αναγνωρίζουμε ένα στερεότυπο και επιλέγουμε να μην το αναπαράγουμε, κάνουμε ένα μικρό βήμα. Και κάθε φορά που δίνουμε χώρο στον άλλον, γυναίκα ή άνδρα, να είναι ο εαυτός του χωρίς φόβο ή ντροπή, ενισχύουμε την ψυχική ανθεκτικότητα της κοινωνίας μας.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: LiFO