Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Ζωοδότης Θεός

«Η λέξη Θεός ορίζει μια προσωπική σχέση, όχι ένα αντι-κείμενο νόημα. Όπως το όνομα του αγαπημένου σε κάθε έρωτα. Δεν σημαίνει διαστολή και απόσταση. Το άκουσμα του αγαπημένου ονόματος είναι άμεση αίσθηση και αδιάστατη εγγύτητα παρουσίας. Είναι η ζωή μας ολόκληρη μεταποιημένη σε σχέση. Γνωρίζουμε το Θεό καλλιεργώντας μια σχέση, όχι κατανοώντας ένα νόημα»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (1990). Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων. Αθήνα. Δόμος, σσ. 52-53.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Ο αδαμάντινος και χαλκέντερος Ωριγένης

«Ο Ωριγένης ωνομάσθηκε αδαμάντινος για τον εξαίρετο χαρακτήρα του και χαλκέντερος για την ακαταπόνητη συγγραφική του δράση. Έμαθε ενωρίτερα την εβραϊκή γλώσσα και συνέλαβε το μεγαλεπήβολο σχέδιο να ετοιμάση κριτική έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης. Η ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης δίχως την κριτική έκδοση ήταν κατά την πεποίθησή του αδύνατη. Η ελληνική φιλολογική επιστήμη καταπιάνεται λοιπόν τώρα εν τω προσώπω του Ωριγένους αποφασιστικώς με τα ιερά βιβλία των Εβραίων. Το μνημειώδες έργο του τα «Εξαπλά» είναι ο καρπός της τεραστίας κριτικής εργασίας του Ωριγένους. Ωνομάσθηκε έτσι, γιατί περιείχε σε έξη κατά παράταξιν στήλες έξη κείμενα. 1) Το εβραϊκό εις το πρωτότυπο 2) το εβραϊκό με ελληνικούς χαρακτήρες 3) τη μετάφραση το Συμμάχου 5) τη μετάφραση των Εβδομήκοντα και 6) τη μετάφραση του Θεοδοτίωνος. Το τεράστιο τούτο έργο, το οποίο συνετελέσθη κατά το 232-254 εις την Καισάρεια υπήρχε εκεί ως τις αρχές του 7ου αιώνα, οπότε κατεστράφη με την κατάκτηση της πόλεως από τους Άραβας. Για τα Εξαπλά Γράμματα ο Ωριγένης μεταχειρίσθηκε ως υλικό, εκτός από τα κείμενα που αναφέραμε και άλλες ελληνικές μεταφράσεις ωρισμένων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες πρώτος αυτός επρόσεξε. Η μετάφραση των Εβδομήκοντα δεν τον ικανοποιούσε, γιατί δεν απέδιδε με ακρίβεια το εβραϊκό κείμενο. Κατά την εργασία του εφήρμοσε ακόμη και τη γλωσσική στατιστική μέθοδο, η οποία μόλις στον 19ο αιώνα ανέζησε πάλι»


Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (1959). Πλάτων – Πλωτίνος – Ωριγένης. Αθήναι, σσ. 66-67.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Ένα πολύ καλό βιβλίο από μια ωραία συνάδελφο

Αγαπώ τους ηττημένους. Γιατί οι ηττημένοι είναι οι αληθινοί νικητές. Κι όχι, τούτο δεν είναι αντίφαση. Γιατί μόνο οι ηττημένοι, μονάχα εκείνοι, γνωρίζουν καλά πως η ουσία όλη βρίσκεται στον αγώνα και όχι στο αποτέλεσμα. Και στ’ αλήθεια, μόνο εκείνοι που τολμούν να σταυρωθούν, μονάχα εκείνοι που αφήνονται εκούσια ν’ ανέβουν στο Σταυρό, θα γνωρίσουν και Ανάσταση. Γιατί ο άνθρωπος που αγωνίζεται –ακόμη κι αν χάσει– είναι ήδη νικητής. Κι ίσως να ξαφνιάζει τούτη η απρόσμενη συνάντηση των δύο κορυφαίων –μια συμβολική συνάντηση του κυρ Αλέξανδρου με τον μεγάλο Κρητικό– στο νοερό κόσμο του ιδεατού. Και τούτο, επειδή μας έμαθαν να τους βλέπουμε «αλλιώς». «Άγιος των γραμμάτων» ο ένας, «Μέγας αιρετικός» ο άλλος.
Κι όμως. Και οι δύο υπήρξαν και υπάρχουν πάντα τόσο όμοια αδελφωμένοι, μέσα στην ιδιαιτερότητά τους. Ο κυρ Αλέξανδρος είναι εικόνα βυζαντινή, ξεχασμένη σε θερινό ξωκκλήσι ή σε κάποιο απόμερο εκκλησάκι στη στροφή του δρόμου, για να θυμίζει εκείνους που έφυγαν τόσο άδικα και απρόσμενα… Το μεγαλείο και η μεγαλοσύνη του είναι πως γιγαντώνει τα μικρά και κάνει τα ελάχιστα, μεγάλα. Ο Καζαντζάκης, από την άλλη, ο φλεγόμενος Κρητικός, μηδενίζει τα πάντα για να ξεκινήσει με ανυπέρβλητο ηρωισμό και πάλι από την αρχή. Ένα ταξίδι, λοιπόν, στην ανυπότακτη σκέψη του μεγάλου Κρητικού, μα και του μεγάλου Σκιαθίτη, που επέλεξε εκούσια να ζήσει ως ελάχιστος. Ο Καζαντζάκης κραυγάζει για Θεό, παλεύει για Θεό, ενώ ο κυρ Αλέξανδρος του ψιθυρίζει ερωτικά, καθώς η δική του η κραυγή είναι καλά κρυμμένη μέσα στη σιωπή.
Φάροι φωτοδότες που μετουσίωσαν το σκοτάδι σε φως και άγγιξαν την εσώτατη ουσία. Καθαγίασαν τους ανθρώπους. Δικαίωσαν τους ταπεινούς και τους μεταμόρφωσαν μέσα στο καμίνι της μεγάλης τους Τέχνης. Ένα ταξίδι στην Κρήτη, ένα ταξίδι στη Σκιάθο, ένα ταξίδι στην Ελλάδα και στην οικουμένη, μα πάντα με τον ίδιο προορισμό, την πολυπόθητη Ιθάκη. Γιατί και στους δύο αυτούς «ηττημένους νικητές» υπάρχει και κυριαρχεί πάντα το ταξίδι. Αυτό είναι το ποθητό ζητούμενο. Η Ιθάκη που δίνει την όλη ομορφιά.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Ποιητική άσκηση

                                     Διονυσίου του εκ Φουρνά 

«Τρεις κύκλοι ομόκεντροι ζωγραφισμένοι 
με το σοφό, με το καιρούς του χρόνου 
μήνες και ζώδια σε δώδεκα σπιτόπουλα, 
με τις επτά ηλικίες του άντρα, 
τον τάφο με τον δράκοντα και με τον θάνατο, 
τους αγγέλους κρατώντας τα ημίωρια. 

Η γοητεία μιας αφήγησης σκληρής, τελειωμένης, 
      αναντίρρητης».


ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (1994). «Πως ιστορίζεται ο μάταιος βίος του κόσμου τούτου», στο: Πλην Εύχαρις – Τα Ορυκτά. Αθήνα: Άγρα, σ. 50.

Όπως πάντα δραστήριος ο Άρτος Ζωής

Το 2017 συμπληρώθηκαν πέντε αιώνες από τότε που ο Λούθηρος θυροκόλλησε, στις 31 Οκτωβρίου 1517, τις 95 θέσεις στο πανεπιστημιακό παρεκκλήσιο της Βιττεμβέργης, ενέργεια που επέπρωτο να αλλάξει την Ευρώπη και όλο τον χριστιανικό κόσμο. Η 500ή επέτειος του γενεθλίου έτους του Προτεσταντισμού υπέδειξε πολύ φυσιολογικά το θέμα του όγδοου συνεδρίου των Συναντήσεων του Άρτου Ζωής.
Η Νεοελληνική Ιστορία διασταυρώθηκε με τον Προτεσταντισμό, στο πρόσωπο κυρίως και τη δράση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, το κίνημα όμως αυτό δεν ρίζωσε στην Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν γνωρίζουμε τι είναι και τι πιστεύουν οι προτεστάντες, δεν τους έχουμε συναναστραφεί στα χωριά και τις πόλεις μας, και γι’ αυτό ίσως διατηρούμε μια καχύποπτη ή και εχθρική στάση απέναντί τους. Όσο όμως και αν αγνοούμε ή εχθρευόμαστε τη Μεταρρύθμιση, ζούμε και εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, στον κόσμο που εκείνη δημιούργησε, στον κόσμο δηλαδή της ατομικότητας, με όλα όσα αυτή συνεπάγεται στο ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ταυτόχρονα βεβαίως ζούμε και σε έναν κόσμο που έχει γεννηθεί από εντελώς διαφορετικές ιστορικές διαδικασίες, που συνδέονται με το Βυζάντιο και το τέλος του, και με την οθωμανική κυριαρχία και το τέλος της. Η ιστορική, θεολογική και πολιτική προσέγγιση της Μεταρρύθμισης και των επιπτώσεών της που αποπειραθήκαμε στο συνέδριο δεν φιλοδοξεί να καλύψει ένα κενό παιδείας, μάλλον να το επιβεβαιώσει θέλει και να υπαινιχθεί ότι αξίζει τον κόπο να τη γνωρίσουμε καλύτερα και στον τόπο μας. 
Οι συγγραφείς του τόμου: Περικλής Βαλλιάνος, Κώστας Γαγανάκης, Γιώργος Γρηγορίου, Ανδρονίκη Διαλέτη, Σταύρος Ζουμπουλάκης, Γιώτης Κανταρτζής, Ιωάννης Κυριακαντωνάκης, Θάνος Λίποβατς, Γρηγόρης Μολύβας, Θεοδόσης Νικολαΐδης, Πάρις Παπαγεωργίου, Αργύρης Πέτρου, Γιώργος Πλακωτός, Αντώνης Λ. Σμυρναίος, Γιάννης Τσεβάς.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Επιδεινούμενη αποξένωση του εφήβου από το εκπαιδευτικό σύστημα

«Ένα σχολείο που “δουλεύει” με μια μικρή μειοψηφία μαθητών στους οποίους ταιριάζει η απομνημόνευση, ένα σχολείο που καλλιεργεί μόνο τη διανοητική γνώση χωρίς εποπτεία στη ζωή και στην κοινωνία, ένα σχολείο που θέλει τον έφηβο καθηλωμένο σε μια καρέκλα για έξι ώρες, ένα σχολείο που αγνοεί την ανάγκη του εφήβου για κοινωνικοποίηση, εθελοντισμό, αξίες, υπαρξιακή διαμόρφωση, ωρίμαση, αναγκαστικά θα τον οδηγήσει σε αλλοτρίωση. Μάλιστα ένα μέρος των νέων θα πεταχθεί έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα και θα στελεχώσει την παραβατικότητα και το περιθώριο, εκφράζοντας μόνιμα πια τον θυμό του προς την κοινωνία. Αλλά ο έφηβος που παραμένει στο σχολείο είναι πεπεισμένος πως, αφού οι μεγάλοι έφτιαξαν αυτό το κατασκεύασμα, τους χωρίζει άβυσσος από εκείνους»


π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ. (2010). «Υπάρχει χάσμα των γενεών;» στο: Διαδρομές αγάπης και γνώσης. Αθήνα: Αρχονταρίκι, σ. 83.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Περνάμε καιρούς μωρίας και απάτης

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

«Από θεολογική άποψη, όχι μόνο οι έννοιες του εθνισμού ή του εθνικισμού, αλλά και αυτές ακόμη οι έννοιες του έθνους ή της εθνότητας μαρτυρούν καταστάσεις του εκπεσμένου ανθρώπου. Ούτε η προπτωτική ούτε η εσχατολογική κατάσταση του ανθρώπου συνδέονται με παρόμοιες διακρίσεις. Ο Θεός προνοεί τη διάκριση των εθνών για να περιορίσει την κακία των ανθρώπων, όχι για να αυξήσει την αρετή τους», ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ. (1996). Ορθόδοξη θεολογία και κοινωνική ζωή. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 179. 

«Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε· / συμμέτρως εχορεύσαμεν, / σύμμετρα ας αποθάνωμεν / δια την πατρίδα», Ανδρέας Κάλβος. ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ. (1994). Η ποιητική του Ανδρέα Κάλβου: Η πνευματική συγκρότηση και η τεχνική των Ωδών. Αθήνα: Συνέχεια, σ. 18. 

Ο θάνατος του παλικαριού Κ. Κατσίφα, αναμφίβολα δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Πολλοί είναι εκείνοι που έχυσαν το δάκρυ τους για τον άδικο χαμό ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος από ατόφια αγάπη για τη μάνα πατρίδα Βόρειο Ήπειρο - Ελλάδα, δολοφονήθηκε δόλια και άνανδρα από την αλβανική αστυνομία. Το παλικάρι, λοιπόν, αυτό έφυγε από ετούτη τη ζωή. Και όπως λέγει ο Οδυσσέας Ελύτης, θέλω να πιστεύω, πως πεθαίνοντας πήρε μαζί του «το μόνο πράγμα… που είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δύο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· ολίγες μέντες από δυό κοντά κοντά βαλμένες ανάσες· ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντα. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ», (1991). στο: Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 36. 
Δεν χωρά αμφιβολία πως μετά τον τραγικό θάνατο ετούτου του παλικαριού, πολλοί είναι εκείνοι που, στηριζόμενοι στον πατριωτικό ζήλο του, εμπνέονται στη ζωή τους από μια πίστη στο ιδανικό της πατρίδας, άλλοτε αγνή, ατόφια κι άλλοτε κάλπικη. Η πρώτη, αναμφίβολα έχει θετικότατο πρόσημο (εδώ)· η δεύτερη – η κάλπικη πίστη προς την πατρίδα – αρνητικότατο. Έχει γίνει τυφλοσούρτης και το κακό που κάμει σήμερα, προφανώς για όσους αντιλαμβάνονται τον θάνατο ενός νέου ανθρώπου με όρους καπηλείας του αγαθού της πατρίδας, φρονώ ό,τι δεν τον κατανοούν ούτε πατριωτικά αλλά ούτε και θεολογικά. Λέγω και θεολογικά γιατί δεν σέβονται ούτε τον θάνατό του. Με άλλα λόγια, εκμεταλλευόμενοι τη μνήμη του βεβηλώνουν συγχρόνως και τη σωτηρία του στην αγκαλιά του Θεού, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να δείξουν ό,τι αυτοί έναντι άλλων, υπερτερούν σε αγάπη για την πατρίδα και σε πίστη προς το Θεό. Εν προκειμένω, ακόμα κι αυτός ο χαρακτηρισμός του αθάνατος, συνιστά καπηλεία της πίστης στο Θεό, αφού «ότι μόνος υπάρχει αθάνατος» ο Θεός. Γιατί ο Θεός μπορεί και χαρίζει το είναι, την τελείωση, τη συγχώρεση των αμαρτιών και τέλος τη «φωτιστική αθανασία», όπως σοφά λέγει ο άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης: «Τι γαρ αν γένοιτο της παντελώς αλύπου και φωτιστικής αθανασίας ισόρροπον;», (P.G. 3, 560B). 
Καλοπροαίρετα σ’ όλους αυτούς που από αγαθή (;) θέλω να πιστεύω αγάπη για την πατρίδα και το Θεό, εμπνέονται από τον θάνατο του Κ. Κατσίφα, θα συνιστούσα να έχουν κατά νου το γεγονός ό,τι η αγωνία των πιστευόντων στο ιδανικό της πατρίδας, είναι αγωνία τραγική, γιατί προέρχεται από τη μεγαλειώδη αναζήτηση για το τι είναι πατρίδα που, βέβαια, είναι αγωνία και πίστη αληθινή διότι στηρίζεται στην ελευθερία του ανθρώπου· αγωνία, όμως, που κινδυνεύει να γίνει και ψεύτικη γιατί ξεκινά από επιδερμική πίστη προς αυτή, δηλαδή γίνεται για το θεαθήναι ή για άλλους σκοπούς, αλλότριους, παντελώς ξένους προς τη εκκλησιαστική και δημοκρατική παράδοση αυτού του τόπου. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον πρόκειται για εκείνη την «συμπλεγματική μειονεξία» όπου ο «εθνικιστικός επαρχιωτισμός» στόχο έχει την εθνική αυτοϊκανοποίηση. 
Εδώ και μέρες γινόμαστε μάρτυρες ενός σκηνικού, όπου ο θάνατος του Κ. Κατσίφα περιφέρεται εδώθε κείθε από λογής - λογής «πατριώτες» και «εκκλησιαστικούς ταγούς». Αντί της σιωπής, «σιωπή Χριστού που κατήσχυνε τον Πιλάτο», κατά Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, ετούτος ο τραγικός θάνατος γίνεται viral σε ιερούς ναούς και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χάριν ενός «ψευδοπατριωτισμού» όπως θα ‘λεγε κι ο πολύς Philip Serrard, (1971). Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα: Σύνορο, σ. 146· όπου αυτός ο «ψευδοπατριωτισμός» με επιδέξιο τρόπο στήνεται πάνω στο τάφο ενός νεκρού παλικαριού, όταν ακόμη το χώμα που τον σκεπάζει είναι νωπό, ακολασταίνοντας κάθε τόσο πάνω στη μνήμη του, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο, όλοι αυτοί οι «ιεροφάντες» να κερδίσουν και να οικειοποιηθούν την ευπιστία ενός λαού, ο οποίος λόγω της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής κρίσης που εδώ και χρόνια περνά η πατρίδα μας, δεν ξέρει σε ποιόν να εναποθέσει την ελπίδα του για το αύριο. Άραγε, πως στο μέλλον η Ιστορία θα καταγράψει αυτό το ανίερο καρναβάλι του «ψευδοπατριωτισμού», που στη συγκεκριμένη περίπτωση του θανάτου του παλικαριού Κ. Κατσίφα, στήνεται καθημερινά; Αναμφίβολα, φίλες και φίλοι αναγνώστες περνούμε καιρούς μωρίας και απάτης. Ένα πάντως είναι σίγουρο: κάπου έχουμε χάσει το Θεό, τον άνθρωπο και την πατρίδα. 


Ρένα Ανούση, «Σάλπισμα»· επιζωγραφισμένη ξυλογραφία.