«Με μεγάλη προσωπική σιγουριά και ακόμη μεγαλύτερη άνεση» ο Σταύρος Ζουμπουλάκης γράφει πως, αφόρητη του είναι πια η «περίφημη ιδέα του πλατωνικού Φαίδωνα ότι η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου και πως οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι (67e). Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ιδέα αυτή δεν εκφράζει κανενός είδους νοσηρή σαγήνευση από τον θάνατο, αλλά, καθώς θεμελιώνεται στην πίστη για την αθανασία της ψυχής, σημαίνει τελικά προσδοκία και προπαρασκευή για την αιωνιότητα». Τρανταχτό παράδειγμα ο Σωκράτης του οποίου η γαλήνη «έναντι του θανάτου δεν παρουσιάζεται στον Φαίδωνα ως κουράγιο και γενναιοφροσύνη, αλλά φάνεται να έχει ως πηγή της τη βεβαιότητα για την αθανασία της ψυχής και την ελπίδα για την αιώνια μακαριότητα. Δεν παύει ωστόσο ο θάνατος, όσο και αν δεν επιδιώκεται, να θεωρείται καλός. Ο φιλόσοφος πρέπει να μάθει να φιλιώσει μαζί του και τελικά να τον θέλει».
Καίριος ο παρακάτω λόγος του Σταύρου Ζουμπουλάκη, μιας και «περισσότερο αφόρητο» του είναι το γεγονός ότι η παραπάνω ιδέα «διαπότισε τον χριστιανισμό, τη θρησκεία της Ανάστασης, και αλλοίωσε το κήρυγμα του ευαγγελίου του Χριστού, εκείνου που διαβεβαίωσε όσους θέλουν να είναι μαθητές του ότι αυτός ο ίδιος είναι η ζωή (Εγώ ειμί […] η ζωή, Ιω 14:10) και ότι ήρθε στον κόσμο για να ζήσουν οι άνθρωποι, να ζήσουν τη ζωή στην πληρότητά της, και με το παραπάνω (εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν, Ιω 10:10). Και περισσόν, έτσι, χωρίς άλλο προσδιορισμό, ζωή περίσσια, ζωή πλήρη και ακόμη παραπάνω». Ακόμη πιο καίρια, όμως, η διαπίστωσή του Ζουμπουλάκη: «Ο ιστορικός χριστιανισμός ωστόσο γέμισε μαυρίλα, άρνηση της χαράς, ασκητική στέρηση, mortificatio, memento mori και μακάβριους χορούς. Η διηνεκής μνήμη του θανάτου θεωρήθηκε θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Ο λόγος περί αλλοιώσεως μιας καθαρής αρχικής θέσης, ιδίως όταν πρόκειται για διδασκαλίες με μακρά παράδοση, είναι κατά κανόνα ανιστόρητος και τελικά μάταιος, στο ζήτημα ωστόσο που μας απασχολεί εδώ δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη λέξη “αλλοίωση”, όταν όλα αυτά συνδέθηκαν με διάφορους τρόπους με το κήρυγμα της Ανάστασης. Για την ευαγγελική διδασκαλία, ο θάνατος όχι μόνο δεν είναι φίλος αλλά είναι ο έσχατος εχθρός που πρέπει να νικηθεί και που νικήθηκε από τον Φίλο της ζωής, τον Χριστό, με την Ανάστασή του. Στον σημερινό χριστιανισμό έχουν υποχωρήσει, είναι αλήθεια, όλα τα παραπάνω θανατερά στοιχεία». Κι έχουν υποχωρήσει όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη μάλιστα «μέχρι εξαφανίσεως – και η πίστη στην Ανάσταση». Διαφωτισμός και εκκοσμίκευση, ερωτά ο Ζουμπουλάκης, μήπως έχουν συμβάλλει ευεργετικά «σε αυτή την απαλλαγή του χριστιανισμού από τα θανάσιμα χαρακτηριστικά και στην ευαγγελικότερη έκφρασή του;»
Το ζήτημα πάντως «δεν είναι πως θα πεθάνουμε αλλά πως να ζήσουμε». Ο θάνατος, ούτως ή άλλως, κάποια στιγμή θα ‘ρθει, και καλό είναι να ‘ρθει «όσο πιο αργά γίνεται». Φτάνει να ‘ρθει σύμφωνα με την προσευχή της Εκκλησίας «ανώδυνος, ανεπαίσχυντος και ειρηνικός». Στην προκειμένη περίπτωση η πηγή δημιουργικότητας, «μοναδικό γνώρισμα του ανθρώπου» να μη συγχέεται με «κάθε είδους θανατοφιλία». Κι αυτό διότι η επίγνωση της θνητότητας δεν κάνει καλύτερους τους ανθρώπους, απεναντίας μπορεί να τους κάνει «μηδενιστές, και κυνικά φιλήδονους, όπως το γνώριζε ήδη η Βίβλος: φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν (Ησ 22:13, 1Κορ 15:32)». Άρα «η φιλοσοφία δεν (πρέπει να) είναι μελέτη θανάτου αλλά, αντίθετα, vitae moditatio, μελέτη ζωής, όπως ακριβώς έγραφε ο Σπινόζα στην Ηθική του (IV, LXVII).
Όσο σημαντικά είναι όλα τα παραπάνω ακόμη πιο σημαντική είναι η διαπίστωση: «Για τους Χριστιανούς, ειδικότερα, το ερώτημα, το μόνο ουσιαστικά ερώτημα, είναι πώς να ζήσουν, σε τούτο τον κόσμο της φθοράς, ως μάρτυρες της Αναστάσεως, έχοντας μέσα τους τη χαρά της συμφιλίωσης του κόσμου με το Θεό εν Χριστώ, τη χαρά της τελικής νίκης επί του θανάτου; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πως γίνεται; Πως μεταφράζεται στην καθημερινή ζωή τους;» «Ο μόνος τρόπος της αναστημένης ζωής», για τον Ζουμπουλάκη, είναι «η απροϋπόθητη αγάπη, η αγάπη που σπάει το σκληρό κέλυφος του εγωισμού και ανοίγεται στον άλλον, που φτάνει να βάλει τον άλλον πάνω από τον εαυτό. Μόνο αυτή η αγάπη λυτρώνει, μόνο αυτή δίνει χαρά, μόνο αυτή τελικά σώζει».
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. (2021). Ανθοδέσμη για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Αθήνα: Άρτος Ζωής, σσ. 141-144.