Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Φροντίδα στους φροντιστές μας

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Αποτελεί αυτονόητη αλήθεια και εδραία πεποίθηση σε όλα τα συστήματα υγείας ότι η φροντίδα της αρρώστιας, της αναπηρίας, της ανημπόριας των εξαρτώμενων (dependant) και των γερόντων, για να είναι αποτελεσματική και ανθρώπινη, χρειάζεται τη συνδρομή τριών παραγόντων: των επαγγελματιών υγείας, των ίδιων των ασθενών και των οικείων τους, των φροντιστών όπως πάει να επικρατήσει να λέγονται και στη γλώσσα μας (υπό την επίδραση των αγγλικών carer και caregiver). Η ορολογία πάντως στα ελληνικά, αλλά και σε άλλες γλώσσες είναι ακόμη ρευστή: βοηθός, συνοδός, φροντιστής. Ο ν. 4837/2021, στα άρθρα 32-39, υιοθετεί τον όρο «προσωπικός βοηθός» (δεν θα συζητήσω τον νόμο αυτό ούτε τον τρόπο εφαρμογής του μέχρι τώρα, όχι μόνο επειδή θα χρειαζόταν χωριστή ανάλυση, αλλά κυρίως επειδή εδώ αναφέρομαι στη φροντίδα εκ μέρους των οικείων). Σε αυτόν λοιπόν τον τρίτο παράγοντα, τους φροντιστές, αφιέρωσε την περσινή ημερίδα του το Ίδρυμα της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας, στις 13 Δεκεμβρίου 2025, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
Τα σημερινά κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα επιβάλλουν ασφαλώς νέους όρους στη συζήτηση για τους φροντιστές, το φαινόμενο πάντως είναι πανάρχαιο: ανέκαθεν και μέχρι σήμερα εκατοντάδες εκατομμύρια, δισεκατομμύρια άνθρωποι φρόντισαν και φροντίζουν τους γέρους γονείς, παππούδες και γιαγιάδες, τα άρρωστα παιδιά, τους ανάπηρους συγγενείς -η οικογένεια ήταν και εξακολουθεί να είναι το κύριο θεραπευτικό πλαίσιο των ανθρώπων-, αλλά και φίλους και συγχωριανούς και γείτονες και ξένους. Το νέο στοιχείο είναι κυρίως η αύξηση του ορίου ζωής, που αλλάζει ριζικά τα επιδημιολογικά και δημογραφικά δεδομένα των δυτικών κοινωνιών και συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των χρονίως πασχόντων και των εξαρτώμενων ατόμων λόγω γήρατος. Οι δυτικές κοινωνίες γίνονται σιγά σιγά κοινωνίες γερόντων: το 2000 οι γέροντες που είχαν ανάγκη από βοηθό για την παραμικρότερη καθημερινή ενέργειά τους ήταν περίπου 300 εκατομμύρια, ενώ το 2050 προβλέπεται να έχουν διπλασιαστεί. Αν προσθέσουμε σε αυτό το δεδομένο και μια διαγενεακή ένταση, που εκφράζεται με τη επιθυμία των νεότερων, των παιδιών και των εγγονών, να ζήσουν και να χαρούν τη ζωή τους, η οποία όχι σπάνια μπορεί να πάρει και τη μορφή εγκατάλειψης των γεροντότερων, καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό και πρέπει να αντιμετωπιστεί οργανωμένα και θεσμικά, δεν μπορεί να εξαντλείται στην καλοσύνη των οικείων.
Αν ακούσει κανείς αφηγήσεις φροντιστών θα συγκλονιστεί από την αγόγγυστη αφοσίωση και ακούραστη φροντίδα τους. Είναι μάλιστα ηθικά αξιοσημείωτο ότι ο λόγος των φροντιστών αφορά πάντα τον άνθρωπο που φροντίζουν και τις ανάγκες του, και σχεδόν ποτέ ή ελάχιστα τον εαυτό τους και τις δικές τους ανάγκες. Σε μια κοινωνία όπου όλοι διεκδικούν δικαιώματα, εκείνοι, αφοσιωμένοι μέρα νύχτα στη φροντίδα του ανθρώπου τους, δεν διεκδικούν τίποτε. Αυτό ωστόσο μπορεί να έχει και ένα αρνητικό παρεπόμενο: ενώ ο φροντιστής αποτελεί τον ενδιάμεσο ανάμεσα στον ασθενή ή τον εξαρτώμενο και στον κόσμο, αυτόν που τους συνδέει με τον κόσμο, πολλές φορές ο ασθενής γίνεται ο κόσμος του φροντιστή, όχι σπάνια μάλιστα ο μόνος κόσμος του (ξέρουμε όλοι γύρω μας τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άνθρωποι που φροντίζουν ασθενείς με αλτσχάιμερ, οι οποίοι δεν βγαίνουν από το σπίτι για χρόνια). Πολύ συχνά οι φροντιστές απομονώνονται και περιέρχονται σε κατάσταση μοναξιάς, ζουν μονίμως κουρασμένοι, εξαντλημένοι, χωρίς κοινωνική συναναστροφή.
Αφού οι φροντιστές δεν μιλάνε για τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους, πρέπει να μιλήσουν άλλοι για αυτούς, να μιλήσουμε εμείς για τις ανάγκες τους, να φροντίσουμε τους φροντιστές μας. Δεν διεκδικώ καμιά πρωτοτυπία σε όσα θα πω παρακάτω, καταφεύγοντας μάλιστα το ίδιο λογοπαίγνιο που χρησιμοποιείται παντού στην Ευρώπη και στην Αμερική: φροντίδα στους φροντιστές, βοήθεια στους βοηθούς (care for caregivers, aide aux aidants, κ.λπ.).
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η φροντίδα των φροντιστών πρέπει να εκφραστεί και οικονομικά, διαφορετικά η αναγνώριση του έργου τους είναι κούφια λόγια. Η φροντίδα ενός αρρώστου ή εξαρτώμενου είναι πολύ ακριβή υπόθεση για κάθε οικογένεια. Η φροντίδα επιβαρύνει την οικογένεια διττά, αφενός, από όσα απαιτεί η ίδια η φροντίδα καθ’ εαυτήν και, αφετέρου, από τη σοβαρή απώλεια εισοδήματος, λόγω του ότι ο φροντιστής περιορίζει ή και εγκαταλείπει την εργασία του ή χάνει εργασιακές ευκαιρίες και αρνείται προτάσεις. Έχουμε διεθνείς στατιστικές που δείχνουν ότι το βιοτικό επίπεδο των φροντιστών πέφτει αναγκαστικά – αλλά χρειαζόμαστε πράγματι στατιστικές για να το καταλάβουμε;
Η οικονομική δεν είναι πάντως η μόνη ανάγκη των φροντιστών, όπως συχνά νομίζεται. Αν αναγνωριστεί η σημασία του έργου τους, κυρίως από τους γιατρούς, τότε εκείνο που κατεξοχήν πρέπει να φροντίσουμε οργανωμένα και σοβαρά είναι η ενημέρωσή τους. Αυτή είναι η βασικότερη ανάγκη τους. Οι φροντιστές πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τα συμπτώματα της αρρώστιας του ανθρώπου τον οποίο φροντίζουν, την πορεία της, τη θεραπευτική αγωγή και τις ενδεχόμενες παρενέργειές της, να είναι ενημερωμένοι για τη διατροφή τους, και επίσης για τα διάφορα δικαιώματά τους που προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Θα αναφέρω δύο ακόμη ανάγκες των φροντιστών που πρέπει να αναλάβουμε. Οι φροντιστές βιώνουν όλοι ασύνειδα μια μεγάλη ενοχή απέναντι στο πρόσωπο το οποίο φροντίζουν (αυτοί είναι καλά και ο άνθρωπός του υποφέρει), γεγονός που τους οδηγεί να θεωρούν εγωιστική πολυτέλεια να φροντίσουν τη δική τους υγεία: δεν πηγαίνουν σε γιατρό για τα δικά τους προβλήματα, δεν κάνουν τακτικά εξετάσεις και προληπτικούς ελέγχους. Καταφεύγουν σε μεγάλη κλίμακα σε υπνωτικά και αντικαταθλιπτικά. Είναι αναγκαία επομένως μια σταθερή ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη των φροντιστών. Αν συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη της, υπάρχουν τρόποι να την ικανοποιήσουμε.
Πέρα από τις μεγάλες ανάγκες των φροντιστών, υπάρχει και η ανάγκη τους για μια μικρή ανάπαυλα. Η φροντίδα ορισμένων περιπτώσεων (π.χ. αλτσχάιμερ) δεν έχει χρονικά όρια, δεν έχει αρχή και τέλος. Ο φροντιστής δεν παίρνει ανάσα, εγκαταλείπει υποχρεώσεις για άλλα πρόσωπα της οικογένειας – και φορτώνεται με πρόσθετη ενοχή για αυτό. Οι οικείοι αυτών των ασθενών είναι αφοσιωμένοι στη φροντίδα του αρρώστου τους, θέλουν να είναι εκεί και να τον φροντίζουν. Έχουν ανάγκη όμως μια ανάπαυλα, να πάρουν μια ανάσα, για να πάνε ένα σινεμά ή ολιγοήμερες διακοπές. Υπάρχουν δοκιμασμένοι τρόποι να τους προσφέρουμε αυτή την ανάσα, είτε, στην περίπτωση ολιγόωρης εξόδου, με τη συνδρομή τρίτου ανθρώπου (βοηθός του βοηθού), είτε, στην περίπτωση ολιγοήμερων διακοπών, με ένα δίκτυο ειδικών κέντρων ή και ξενοδοχείων.
Το ζήτημα της υποστήριξης των φροντιστών συζητιέται σε όλες τις δυτικές χώρες και σε ορισμένες παίρνει και θεσμική μορφή. Αναφέραμε ενδεικτικά τέσσερις ανάγκες τους (για οικονομική ενίσχυση, ενημέρωση, ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη, ανάπαυλα), για να δείξουμε πως, όταν η διάρκεια της φροντίδας είναι μεγάλη ή και ισόβια, τότε πλάι στους συγγενείς και την αγάπη τους χρειάζεται οπωσδήποτε ο τρίτος, δηλαδή ο θεσμός.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

«Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καί τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, πού εἶναι τελικά ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας»

«… Ἄν δέν θέλετε, κύριοι τοῦ ὑπουργείου, νά κάνετε φωνητική ὀρθογραφία, τότε πρέπει νά ἀφήσετε τούς τόνους καί τά πνεύματα, γιατί αὐτοί πού τούς βάλανε ξέρανε τί κάνανε.
Δέν ὑπῆρχαν στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιατί ἀπλούστατα ὑπῆρχαν μέσα στίς ἵδιες τίς λέξεις. Αὐτοί, οἱ Κριαρᾶς καί οἱ ἄλλοι, τά κτήνη τά τετράποδα πού ἔκαναν αὐτές τίς μεταρρυθμίσεις -αὐτό παρακαλῶ νά γραφεῖ στίς ἐφημερίδες δέν ξέρουν τί εἶναι γλῶσσα.
Δέν ξέρουν αὐτό πού γνώριζε ἡ κόρη μου στά τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη καί μετά έψαχνε γιά τίς συγγενεῖς της. Αὐτό εἶναι μὶα γλῶσσα. Ἕνα μάγμα, ἕνα πλέγμα ὅπου οἱ λέξεις παράγονται οἱ μέν ἀπό τίς δέ, ὅπου οἱ σημασίες γλιστρᾶνε ἀπό τή μία στήν ἄλλη, εἶναι μία ὀργανική ἐνότητα ἀπό τήν ὀποία δέν μπορεῖς νά βγάλεις καί νά κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μίας ψευτοκυβερνήσεως, καθισμένος σ’ ἕνα γραφεῖο στό ὑπουργεῖο Παιδείας.
Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καί τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, πού εἶναι τελικά ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας. Ἤδη, τά παιδιά δέν μποροῦν νά καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατί αὐτοί εἶναι γεμάτοι ἀπό τόν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Δηλαδή, πᾶμε νά καταστρέψουμε ὅ,τι κτίσαμε. Αὐτή εἶναι ἡ δραματική μοῖρα τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ».

Βόλος, 16/02/1989


09 Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας

Ο αξέχαστος Μανόλης Ανδρόνικος, στις 11 Νοεμβρίου 1983, σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, με τίτλο: «Γλωσσική αφασία», κάνοντας λόγο για την αρχαιολόγο Σέμνη Καρούζου, σύντροφο του επίσης μεγάλου αρχαιολόγου και ακαδημαϊκού Χρήστου Καρούζου, έγραφε ότι η αείμνηστη Καρούζου, προτού αρχίσει το γράψιμο μιας αρχαιολογικής μελέτης «φρεσκάριζε» το γλωσσικό της αισθητήριο διαβάζοντας καλούς πεζογράφους. Για τον Μανόλη Ανδρόνικο «η γλώσσα, από την εποχή του Σολωμού ως τα πρόσφατα χρόνια του Σεφέρη, ήταν ο καημός και η λαχτάρα των πνευματικών ανθρώπων αυτού του τόπου. Το γλωσσικό μας ζήτημα στάθηκε το κέντρο ενός μακρόχρονου, σκληρού και ουσιαστικού αγώνα όχι για τον τύπο μιας λέξης αλλά για την ουσία της νεοελληνικής παιδείας». 
Καυτηριάζοντας τη σημερινή γλωσσική αφασία των Ελλήνων γράφει και τα εξής εκπληκτικά: «Πολλοί προοδευτικοί νεανίσκοι και χειραφετημένες νεανίδες εννοούν να αυθαιρετούν ακατάσχετα, πιστεύοντας πως, όσο πιο πολύ απομακρύνονται από τους τύπους της παλαιάς καθαρεύουσας, τόσο πιο δημοτικιστές και πιο λαϊκοί γίνονται. Δείγματος χάρη αναφέρω την κακοποίηση της γενικής: “Του συμβούλιου”, “του Πανεπιστήμιου”, “του άνθρωπου” είναι μια κακοτονισμένη μορφή των ουσιαστικών που τείνει να γίνει κανόνας, προπάντων από πολλούς εκφωνητές του ραδιοφώνου (ή και “ραδιόφωνου”) και της τηλεόρασης […] Φοβούμαι πως όλα αυτά τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της αμορφωσιάς μας, της προχειρότητας, της ανευθυνότητας και της τσαπατσουλιάς μας. Η γλώσσα ενός λαού αποτελεί το πιο πολύτιμο πολιτιστικό του στοιχείο και η προστασία της είναι πολύ πιο σημαντική από όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που ανέλαβαν οι Νεοέλληνες απ’ άκρου εις άκρον της ελληνικής γης».


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ. (1994). «Γλωσσική αφασία», στο: Ελληνική Κιβωτός. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 55, 56, 57.

«Όταν ο λαός δεν θα έχει τίποτα άλλο να φάει, θα φάει τους πλούσιους»

Του ΘΕΜΗ ΤΖΗΜΑ

Ο Ζαν - Ζακ Ρουσσώ κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης: «Όταν ο λαός δεν θα έχει τίποτα άλλο να φάει, θα φάει τους πλούσιους». Το συγκρότημα Ten Years After ενέταξε αυτόν τον στίχο στο τραγούδι του «I ‘d love to change the World”, ένα κατά τα λοιπά μάλλον ηττοπαθές τραγούδι.
Προς το παρόν και ενώ όπως ο Έπσταϊν συζητούσε με τους κολλητούς του, τύποι σαν τον Jay Z (η κοινωνία του θεάματος) μας κρατούν υπνωτισμένους ή ενόσω περσόνες και σελέμπριτις μας πείθουν ότι η μεγάλη σύγκρουση συνίσταται στο αν τα φύλα είναι 2 ή 82, οι πλούσιοι τρώνε εμάς και μάλιστα ενίοτε κυριολεκτικώς, όπως αποδεικνύουν τα μισά από τα αρχεία Έπσταϊν τα οποία βλέπουμε.
Κάποια βασικά συμπεράσματα τα οποία θα πρέπει κάθε μέρα να επαναλαμβάνουμε γιατί είναι πολύ δύσκολο με τόσων ετών προπαγάνδα να τα πιστέψουμε ακόμα και όταν οι ίδιοι τα ομολογούν: Οι συνωμοσίες υπάρχουν και είναι μάλλον πιο τερατώδεις από τις θεωρίες συνωμοσίας.
Στις περισσότερες συνωμοσίες (αν όχι σε όλες) εμπλέκονται οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και ακολουθούν το ΗΒ και ορισμένα ακόμα κράτη της Δύσης όπως και σύμμαχοί τους.
Τον πλανήτη (θέλει να) τον διοικεί ένα πολύ στενό κατεστημένο, μικρότερο στην πραγματικότητα του 0,1%, το οποίο απαρτίζεται από παραδοσιακές οικογένειες, κορυφαία πολιτικά πρόσωπα, υπερπλουσίους, διαμορφωτές κοινής γνώμη, επιφανείς οργανικούς διανοουμένους και διαχειριστές κεφαλαίων.
Αυτό το κατεστημένο είναι αδιανόητα σάπιο και εγκληματικό (βιασμοί, δολοφονίες, παιδική κακοποίηση, νομότυπες και παράνομες απάτες, λεηλασία, κανιβαλισμός, αποκρυφιστικές τελετές, ρατσισμός, ευγονική, αντί-ανθρωπιστική χρήση της τεχνολογίας, παρακολουθήσεις σε τεράστια κλίμακα, πρόκληση πολέμων, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας κλπ.). Ας φανταστούμε το πλέον απεχθές έγκλημα και μας έχουν ξεπεράσει.
Αυτό το κατεστημένο δεν λογοδοτεί, δεν περιορίζεται από καμία νομιμότητα. Η νομιμότητα (η αστική, πολυθρύλητη νομιμότητα) υπάρχει σε κυμαινόμενο βαθμό για όλους εμάς τους υπολοίπους. Για όσες και όσους υπηρετούν αυτό το κατεστημένο, υπάρχει σε περιορισμένο βαθμό. Για όσες και όσους το αντιστρατεύονται υπάρχει εν δυνάμει εξόντωση πολλών τύπων. Αλλά για το κατεστημένο, δεν υπάρχει το παραμικρό. Μπορούν οι αρχές των ΗΠΑ να δηλώνουν ευθαρσώς ότι κανείς από τους εμπλεκομένους στην υπόθεση Έπσταϊν δε θα διωχθεί. Μπορεί να προκύπτει ότι μια σειρά προέδρων τους ελέγχονται από ξένες δυνάμεις (βλ. Ισραήλ) και να μην ανοίγει ρουθούνι. Οι ΗΠΑ και η «Δύση» είναι το βασίλειο της διαφθοράς του κατεστημένου το οποίο βρίσκεται πάνω από τη νομιμότητα και πάνω από τα κράτη τα ίδια.
Όλη η συζήτηση περί Δημοκρατίας στη «Δύση» είναι ένα σόου. Με μαρξικούς όρους έχουμε ένα υβρίδιο αστικής δικτατορίας με εκλογές οι οποίες είναι πολλαπλώς προκαθορισμένες και αν κάτι ξεφύγει, καταστελλόμενες και αναστελλόμενες. Αν το θέσουμε με πιο τρέχοντες όρους μιλάμε για την δικτατορία ενός κατεστημένου το οποίο προσφέρει δευτερεύουσες διεξόδους, συμπεριλαμβανομένων των εκλογών, όσο οι τελευταίες δεν απειλούν τα συμφέροντά τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, από το εν λόγω κατεστημένο με τη συμμετοχή του εγχωρίου κατεστημένου και εμείς ως λαός, ληστευθήκαμε και δυστυχήσαμε. Οι ζωές μας χάνονται μέσα στη μιζέρια γιατί με κομβικό κρίκο τα μνημόνια γινόμαστε οικόπεδο των ΗΠΑ, του Ισραήλ, δευτερευόντως της Γερμανίας και της Ε.Ε., προκειμένου να κερδοσκοπούν οι τράπεζές τους, οι καλύτεροι πελάτες των τραπεζών τους, να διευκολύνουμε τα διεθνοπολιτικά τους συμφέροντα κόντρα στα δικαιώματα ημών των ιδίων και να κερδίζει στα καθ’ ημάς ένας συνδυασμός ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Η δικιά τους δύναμη είναι η δική μας δυστυχία. Αυτός είναι ο συσχετισμός.
Η συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων των γυναικών των ΛΟΑΤΚΙ, δικαιοσύνης κ.λπ., όποτε δεν θέτει ως κυρίαρχο την ανατροπή του καπιταλισμού, του κατεστημένου εντός αυτού, την ήττα του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και του Ισραήλ αποτελεί ψέμα και προπαγάνδα. Δεν υπάρχει περιθώριο για αφελείς πλέον και μετά από όλα αυτά.
Ζούμε μέσα σε ένα περιβάλλον ΣΑΛΟ του Παζολίνι. Απόλυτης διαφθοράς. Το ίδιο το κατεστημένο δεν επιτρέπει καμία «ομαλή», «μεταρρυθμιστική» εξέλιξή του. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο «ησυχίας» και ανοχής. Είναι απολύτως αναγκαία η διεκδίκηση άλλου οικονομικού, κοινωνικού, διεθνούς και πολιτικού μοντέλου, δηλαδή με άλλα λόγια είναι απολύτως αναγκαία η ανατροπή αυτού του κατεστημένου και η επανάσταση. Ο Ρουσσώ τα είπε σωστά αλλά εδώ υπάρχει κάτι ακόμα αμεσότερο: αν δεν φάμε εμείς τον πολύ μεγάλο πλούτο και το κατεστημένο του δεν θα σταματήσει ποτέ να μας τρώει εκείνος όπως ήδη κάνει.