Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Σκέψη και Φαντασία. Και πάλι για την Τεχνητή Νοημοσύνη

Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΑΓΚΑΜΠΕΝ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος


Το πρόβλημα της Τεχνητής Νοημοσύνης, για το οποίο συζητούν σήμερα όχι πάντοτε με φυσική νοημοσύνη, είχε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας –όπως είχαμε ήδη εδώ την ευκαιρία να δείξουμε– έναν πρόδρομο: τον ενιαίο και χωριστό νου του λατινικού αβερροϊσμού. Η αναλογία παρουσιάζει τέτοιαν ακρίβεια και εγγύτητα –ένας ενιαίος και χωριστός νους που σκέπτεται έξω από τα επιμέρους άτομα– ώστε μπορεί ακόμη και να συμπίπτει στα αρχικά που την εκφράζουν: Intelligenza Artificiale – Intelletto Agente (Τεχνητή Νοημοσύνη – Ποιητικός Νους), όπως αποκαλούσαν οι αβερροϊστές τον χωριστό νου. Για τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους, οι οποίοι ως προς αυτό ήταν οξυδερκέστεροι από τους συγχρόνους μας, το κρίσιμο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ενιαίος και χωριστός νους ενώνεται (copulatur) με τους επιμέρους ανθρώπους, ώστε η σκέψη να καθίσταται εφικτή (adeptus) στο άτομο και να μπορεί να ειπωθεί hic homo intelligit: «αυτός ο άνθρωπος νοεί». Το μέσον που καθιστούσε δυνατή αυτή την ένωση ήταν, για τον Αβερρόη, η φαντασία, την οποία, αντιθέτως, οι σύγχρονοί μας φαίνεται να στερούνται παντελώς. Στην Τεχνητή Νοημοσύνη, πράγματι, hic homo non intellegit, «αυτός ο άνθρωπος δεν νοεί»: ο επιμέρους άνθρωπος παραιτείται από το να σκέπτεται και αναθέτει την πολυτιμότερη από τις ικανότητές του σε μια μηχανή, η οποία θα έπρεπε να σκέπτεται στη θέση του και καλύτερα από αυτόν. Για να ακολουθήσει τις οδηγίες αυτού του αδυσώπητου δασκάλου, η φαντασία δεν του χρησιμεύει σε τίποτε (μολονότι ακόμη και για την εφαρμογή ενός κανόνα κάποια μορφή φαντασίας θα ήταν αναγκαία). Ίσως το πραγματικό πρόβλημα της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ότι κατέστη δυνατή από μια γενικευμένη απώλεια της ικανότητας της φαντασίας, σαν να είχε προηγηθεί της έλευσής της η εγκαθίδρυση μιας πανταχού διεισδύσασας τεχνητής φαντασίας. Μια ανθρωπότητα που είχε χάσει τη φαντασία ήταν έτοιμη να στερηθεί και τη σκέψη (η οποία, άλλωστε, όπως ήδη δίδασκε ο Αριστοτέλης, χωρίς τη φαντασία απλώς δεν είναι δυνατή).
Το πρώτο πράγμα που πρέπει, επομένως, να κάνουμε για να αντισταθούμε στην κυριαρχία της ΤΝ είναι μια υπομονετική, εξονυχιστική και μεθοδική αναζήτηση της χαμένης φαντασίας. Και επειδή η σκέψη δεν είναι παρά η ολοκληρωμένη μορφή της φαντασίας, τότε δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για Τεχνητή Νοημοσύνη.

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

«Ανεστραμμένος Κόσμος»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Η στάχτη και τα αποκαΐδια αλλά κι ο θάνατος πυροσβεστών έγιναν θέαμα. Όσο η πυρκαγιές έκαιγαν τα δάση της Πατρίδας μας, δημοσιογράφοι και πολιτικοί είχαν τον πρώτο λόγο στην «ενημέρωση», ενημέρωση όμως της κακιάς ώρας· προπαγάνδιζαν ανελέητα το Επιτελικό Κράτος, δίχως ίχνος περιβαλλοντικής ηθικής και οικολογικής συνείδησης. Όσο ο άνθρωπος δεν κατανοεί πως δεν μπορεί να είναι μόνο βιολογικό ον αλλά και κοινωνικό, η διαχείριση των πυρκαγιών το καλοκαίρι και των πλημμυρών το χειμώνα, μέσω πολιτικών και της πλειονότητας «παπαγάλων» δημοσιογράφων, θα αναπαράγει την προπαγάνδα του Επιτελικού Κράτους. Ουδείς από τους πολιτικάντηδες (κάθε κομματικού χρώματος) ψέλλισε έστω και λίγο το εξής: «δεν κληρονομήσαμε τη γη, αλλά τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας».
Στο θέαμα των πυρκαγιών γίναμε μάρτυρες «κατάχρησης ενός κόσμου της όρασης, ως το προϊόν των τεχνικών μαζικής διάχυσης εικόνων». Πρόκειται για «weltanschauung [κοσμοθεώρηση] που έγινε πραγματική, που εκφράστηκε υλικά». Για ακόμη μια φορά ζήσαμε μέσα σε «πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο» όπως σοφά γράφει ο Guy Debord, στο κλασικό αλλά άκρως επίκαιρο βιβλίο του «Η κοινωνία του θεάματος». Αυτό σημαίνει ότι η «ενημέρωση» που έχουμε από το Επιτελικό Κράτος, το οποίο πάντοτε καυχάται πως είναι έτοιμο να διαχειριστεί ποικίλες κρίσεις, στην πραγματικότητα είναι εικόνες και ψευδαισθήσεις που αντικαθιστούν την αλήθεια. Η περιγραφή των πυρκαγιών και η εικόνα του θανάτου δύο πυροσβεστών, τη στιγμή που, μετά τη σύγκρουση το ελικόπτερό τους πέφτει, είναι περιγραφή μιας κατάστασης, όπου το παράλογο γίνεται κανόνας και η λογική ότι πίσω από αυτό γεγονός υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί και υπεύθυνοι, αμφισβητείται.
Το παρακάτω σχόλιο, του Μανώλη Βαρδή, νομίζω πως, αποτυπώνει όσα παραπάνω υποστηρίζω:
«Και Τεχνητή Νοημοσύνη και ντρόουνς κατά των πυρκαγιών. Πάρτε τώρα το 60% των δασών της Αττικής καμμένο. Αφωνία (προσωρινή) στα κομματόσκυλα των κυβερνώντων. Ε, θα βοηθήσουν τα λίγα φραγκάκια από την ΕΕ, θα περάσει ο χρόνος, θα ξεχαστεί η ιστορία. Οι ανεμογεννήτριες να είναι καλά και η πράσινη ανάπτυξη των απατεώνων. Ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν οι Γερμανοί τότε για να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες και μετέπειτα οι Άγγλοι σύμμαχοι τους, το κατάφερε ο Μητσοτάκης. Δεν το λες και μικρή επιτυχία. Οι καρκίνοι θα αυξηθούν ραγδαία τα επόμενα χρόνια, λένε. Θα δουλεύουν μόνο τα τουριστικά καταλύματα των ξένων. Το Πόρτο Γερμενό σφράγισε το τέλος της διαφυγής των κάποτε μεσαίων στρωμάτων για τις διακοπές τους. Πλέον, για όλους, τα κεφάλια μέσα. Στην ασφυξία, αρκεί να μην χάσει τίποτε ο Κυβερνήτης. Δεν έχουμε πια και τους Τούρκους ή τους πρόσφυγες που έβαζαν τις φωτιές, τους αντικατέστησαν οι κυβερνήσεις μας». ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Γιαγκίνι: Από τη στάχτη του '22 στο φως και τη λύτρωση!


Κατερίνα Καραμανώλη. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής.


Μια οικογένεια στο διάβα του χρόνου, στη δίνη των καιρών, σε ένα νησί, τη Λέσβο, ζει την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και συνεχίζει να επιβιώνει ανάμεσα στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο, την Μικρασιατική εκστρατεία και την καταστροφή, την απώλεια, την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, τη μετανάστευση. 
Συγχρόνως οι προσωπικές ανησυχίες, οι δυσκολίες, οι φόβοι, η αγωνία, η πίστη, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η φιλία, το πείσμα, η αίσθηση του δίκιου τους ακολουθούν. Ένα ταξίδι από τη Λέσβο μέχρι το Σκρα ντι Λέγκεν στα βόρεια σύνορα της χώρας και από εκεί στα βάθη της Ανατολής, στο Εσκί Σεχίρ, την Κιουτάχεια, το Αφιόν Καραχισάρ, το Τουμλού Μπουρνάρ, το Σαλιχλί και ακόμη πιο πέρα στην αλμυρά Έρημο στον ποταμό Σαγγάριο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Αϊβαλί, στη Λέρο, στη Λιέγη. 
Η Στασούλη, ο Αποστόλης, η Κατερίνη, ο Γιώργης, ο Λευτέρης, η Ζωή, η Πάτρα, η Αντιόπη, ο Ανέστης και άλλα πρόσωπα έρχονται αντιμέτωπα με την μοίρα τους, μα και με την θέλησή τους για ζωή. Στο δρόμο τους, μοιραία, θα βρεθούν ο Πλαστήρας, ο Κεμάλ, η οικογένεια του Ηλία Βενέζη, ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος. Παλεύουν με τη φλόγα να δυναμώνει μέσα τους, να γίνεται γιανγκίνι, δίψα για οξυγόνο. Γιατί μέσα από τη φωτιά ο άνθρωπος, ξαναγεννιέται· [από το οποσθόφυλο του βιβλίου].

«Ναι, η Πατρίδα εκεί απέναντι σε περιμένει, όλο και κοντεύεις. Όταν ο άνθρωπος ξεπερνά τους φόβους του και τολμά, όλα τα καταφέρνει», (σ. 57).
«Προχώρησε στο εσωτερικό του ναού. Ένιωσε να πλημυρίζει από τη γνώριμη μυρουδιά του λιβανιού, την μυρουδιά του ξύλου από τα στασίδια, τα παγκάρια και τα ψαλτήρια. Ήταν το μέρος εκείνο όπου είχαν εναποθέσει τις προσδοκίες του στον Άγιό του γενιές και γενιές των χωριανών του, ο καθένας καταθέτοντας τα δικά του θέλω, όλοι τους όμως κάτω από την ίδια σκέπη. Ήταν το μέρος εκείνο που όλοι του έψαχναν την λύτρωση» (σ. 68).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Μνήμη Οσίου Ευγενίου Γιαννούλη (5 Αυγούστου), Διδασκάλου του Γένους (1595-1682)

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Στο σημερινό ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν Διδάσκαλοι του Γένους; Με την ιστορική και στενή έννοια του όρου, προφανώς και δεν υπάρχουν γιατί ο όρος αποκλειστικά αναφέρεται σε λογίους της Τουρκοκρατίας (1453-1821), κληρικούς κυρίως, που με το έργο-τους, διδακτικό και συγγραφικό, διατήρησαν τις κληρονομιές της αρχαιοελληνικής και βυζαντινής παράδοσης. Κληρονομιές που μιλούσαν στις καρδιές των υπόδουλων Ελλήνων στον Τούρκο δυνάστη, κάμνοντάς τους να νιώθουν υπερήφανοι για την εθνική-τους συνείδηση. Τα ονόματα Διδασκάλων του Γένους είναι πολλά. Ο κατάλογος μεγάλος: Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Ευγένιος Βούλγαρις, Αθανάσιος Ψαλίδας, Αδαμάντιος Κοραής, Ρήγας Φεραίος, και πάρα πολλοί άλλοι, της περιόδου κυρίως του Νεοελληνικού Διαφωτισμού αλλά και του Εκκλησιαστικού - Ορθόδοξου Διαφωτισμού, Διδάσκαλοι λόγιοι που, συνδύαζαν τη μακρόχρονη θρησκευτική παράδοση με τη νεότερη γνώση, χωρίς όμως να την αποκόπτουν από την Ορθόδοξη πίστη. Τέτοιοι, λοιπόν, Διδάσκαλοι του Γένους δεν υπάρχουν σήμερα. Ωστόσο, με τη μεταφορική και ευρύτερη έννοια του διδασκάλου πνευματικού καθοδηγητή, σαφέστατα και υπάρχουν. Είναι εκείνες οι προσωπικότητες (ακαδημαϊκοί, δάσκαλοι, συγγραφείς και πνευματικοί άνθρωποι), οι οποίοι με το διδακτικό και συγγραφικό έργο-τους εμπνέουν και διαμορφώνουν τη σύγχρονη εκπαιδευτική, κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα των νέων. Όμως, είναι ελάχιστοι.
Στους Διδασκάλους του Γένους συγκαταλέγεται και ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός, ο κατά κόσμον Ευγένιος Γιαννούλης ή Ιωαννούλιος, λόγιος ιερομόναχος και σθεναρός προασπιστής της Ορθοδοξίας. Η σημερινή ενθύμησή του καθίσταται χρήσιμη όχι μόνο αγιολογικά - η Εκκλησία τον μνημονεύει κάθε χρόνο στις 5 Αυγούστου, ημέρα της κοίμησής του. Καθίσταται και για έναν άλλο λόγο, είναι επίκαιρη μιας και η έγνοια-του για την παιδεία των ελληνοπαίδων του 17ου αιώνα ήταν ανύστακτη, κι είναι άκρως χρήσιμη σήμερα, αν αποφύγουμε βέβαια τις θεωρητικές παγίδες του «παρελθοντισμού». Αναμφίβολα οι παιδαγωγικές ιδέες του Ευγενίου Γιαννούλη μπορούν να λειτουργήσουν αφυπνιστικά στην εποχή-μας, με στόχο την άνθιση των ελληνορθόδοξων γραμμάτων.
Παραθέτω σύντομο βιογραφικό του:
  • Γεννήθηκε γύρω στο 1597 στο Μέγα Δένδρο Θέρμου της Αιτωλίας από φτωχούς γονείς.
  • Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη Μονή Βλοχού, στο Αγρίνιο και στη Μονή Παναγίας στο Τροβάτο Αγράφων.
  • Χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή Τατάρνας (1616) και πρεσβύτερος στη Μονή Σινά (1619) από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο Λούκαρι. Σπούδασε στις σχολές των Τρικάλων, της Κεφαλονιάς και της Ζάκυνθου. Υπήρξε μαθητής του κορυφαίου νεοαριστοτελικού φιλοσόφου Θεόφιλου Κορυδαλλέα, τον οποίο ακολούθησε και στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινουπόλεως.
  • Ίδρυσε και διηύθυνε ονομαστά σχολεία και φροντιστήρια: Άρτα (1639-1640), Αιτωλικό (1640-1641), Μεσολόγγι (1641-1644), Καρπενήσι (1645-1661 / 1674-1675). Το σπουδαιότερο όμως διδακτικό έργο-του ήταν η ίδρυση της περίφημης σχολής ανώτερων γραμμάτων, στη Μονή Αγίας Παρασκευής, στα Βραγγιανά Αγράφων, το γνωστό Ελληνομουσείο Αγράφων (1661-1673 / 1676-1682). Απ’ αυτό αποφοίτησαν σημαντικοί μαθητές που αργότερα αναδείχθηκαν σπουδαίοι λόγιοι, επίσκοποι και πατριάρχες.
  • Το συγγραφικό-του έργο υπήρξε πλούσιο. Επίσης, πλούσια υπήρξε και η αλληλογραφία-του με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής-του.
  • Πέθανε στις 6 Αυγούστου 1682 στη Μονή Βραγγιανών, έχοντας στο πλευρό-του αγαπημένους-του μαθητές. Ένας από αυτούς ήταν ο ιερομόναχος Αναστάσιος Γόρδιος, ο οποίος συνέγραψε τη βιογραφία-του.
  • Ανακηρύχθηκε άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την 1η Ιουλίου 1982 και η μνήμη-του τιμάται κάθε χρόνο στις 5 Αυγούστου.
Οι επιστολές-του αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Νεοελληνικής Γραμματείας του 17ου αιώνα. Αλληλογραφεί με μαθητές-του, ιεράρχες, πατριάρχες προκρίτους, τοπικούς άρχοντες και καταπιάνεται με ποικίλα πνευματικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά ζητήματα[*]. Κύρια έγνοια-του η αναγέννηση της παιδείας. Ο όσιος Ευγένιος, αν και γνώριζε πολύ καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα, στις επιστολές-του χρησιμοποιεί τη δημώδη γλώσσα, συνδυάζοντας με μοναδικό θα ‘λεγα τρόπο τη φιλοσοφική – επιστημονική παιδεία με την ασκητική – ορθόδοξη ευλάβεια.
Ελάχιστο δείγμα η παρακάτω επιστολή προς τους κατοίκους του Αιτωλικού όταν του ζήτησαν να τους συστήσει «παιδαγωγόν επιτήδειον και αρκετόν εις υπηρεσίαν παιδευτηρίου», (σ. 165).


[*] Κριτική έκδοσή τους βλ. Στεφανής, Ε. Ιωάννης – Παπατριανταφύλλου - Θεοδωρίδη, Νίκη. (1992). Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού Επιστολές. Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής / Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Νεότερη έκδοση: Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος Τρικάλων 2026. Παρόμοια υπήρξε και η αλληλογραφία του Αναστασίου Γορδίου, (Bρανιανά Aγράφων Eυρυτανίας, 1654-1729). Κριτική φιλολογική έκδοση με σχόλια των περίπου 700 επιστολών-του βλ. Αναστάσιος Γόρδιος, Aλληλογραφία (1675-1728). Έκδοση: Xαρίτων Καρανάσιος - Ιωάννα Κόλια. Προλεγόμενα - Σχόλια: Xαρίτων Καρανάσιος, τόμοι A΄ και B΄, Aθήνα 2011.

Για τον Ευγένιο Γιαννούλη η βιβλιογραφία είναι πλούσια. Παραθέτω ενδιαφέροντα άρθρα:
Για το γλωσικό ζήτημα στον 17ο αιώνα σημαντική είναι η ανακοίνωση του συναδέλφου Δρ Ιωάννου Γ. Νεραντζή. «Ο Ευγένιος Γιαννούλης και ο Αναστἀσιος Γόρδιος. Μία άδηλη σχέση αυτών με το ''Γλωσσικό Ζήτημα''».

Ο Ομηρος, η Ελένη, ο Οδυσσέας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ


Για καμιά μορφή της αρχαιότητας, ιστορική ή μυθική, δεν κληρονομήσαμε μία και μόνη αφήγηση, ούτε μία και μόνη αξιολόγηση. Δίπλα σε όσες διηγήσεις επιβλήθηκαν σαν κανονικές, με τη ρυθμιστική διαμεσολάβηση συστημάτων ειδικευμένων στην κατασκευή δογμάτων και «αληθειών», έζησαν στη σκιά γουστόζικες αντισυμβατικές ιστοριούλες. Μια στο τόσο χαίρονταν το φως και ξανάπεφταν στην αφάνεια.
Μάθαμε, λ.χ., να τιμούμε την Πηνελόπη σαν σύζυγο που αντέταξε τον βράχο της πίστης της και την υφαντική πονηρία στους πολιορκητές της, μια «ετυμολογική/ερμηνευτική» παράδοση εντούτοις τη θέλει να δίνεται μία των ημερών, απαυδισμένη, εις πάντας τους μνηστήρας. Και εγεννήθη ο τραγόμορφος Παν. Για τον Οδυσσέα διδασκόμαστε πως ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας. Μόνο που ο κριτικότατος Ευριπίδης, αποφασισμένος «αναθεωρητής», επιμένει στην «Ιφιγένεια την εν Αυλίδι» να τον αποκαλεί «νόθα σπορά του Σίσυφου». Και τον εικονίζει σαν αρχομανή πρωτομάστορα των σκευωριών παρά σαν επιβιωτικά εφευρετικό και φιλάλληλα πανούργο.
Ποιος ο μύθος μέσα στον μύθο; Δύο από τους διασημότερους παμπόνηρους, ο Σίσυφος και ο Αυτόλυκος, γιος του παμπονηρότατου Ερμή και πατέρας της Αντίκλειας, βρέθηκαν αντίπαλοι. Ο Αυτόλυκος, εξοπλισμένος με τα πατρικά γονίδια της απάτης, βάλθηκε να αρπάζει γελάδια του Σίσυφου, που έβοσκαν μεταξύ Παρνασσού και Ισθμού. Τον μυρίστηκε ο Σίσυφος, όμως ο άρπαγας ξεγλιστρούσε συνεχώς. Τη λύση την έδωσε η γραφή, όπως λέει στα «Στρατηγήματα» ο Πολύαινος, Μακεδόνας ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ.:
«Είδε κι απόειδε ο Σίσυφος να του κλέβει και να του ξανακλέβει τα βόδια ο Αυτόλυκος, ώσπου έλιωσε μολύβι, το έχυσε στην οπλή των ζωντανών του και πάνω του χάραξε γράμματα που σχημάτιζαν στο χώμα το αποτύπωμα: “Με έκλεψε ο Αυτόλυκος”. Ο κλέφτης κατάφερε να απομακρύνει τη νύχτα τα βόδια, ο Σίσυφος όμως την άλλη μέρα έδειξε στους γείτονές του γεωργούς τα ίχνη των βοδιών, που μαρτυρούσαν πως την κλοπή την είχε διαπράξει ο Αυτόλυκος».
Πώς θα αποκτούσε λοιπόν ο άρχοντας του Παρνασσού έναν εγγονό πρωταθλητή της πανουργίας; Μα αν έσμιγε λαθραία με την κόρη του την Αντίκλεια αυτός που είχε καταφέρει να τον νικήσει στην πονηριά: ο Σίσυφος. Και πήρε τα μέτρα του, διευκολύνοντας την ερωτική συνεύρεση των δύο νέων, με τη βασιλοπούλα μάλιστα να μην αντιλαμβάνεται καν ότι απιστεί στον μέλλοντα σύζυγό της. Τυπικά, πατέρας του πολυμήχανου Οδυσσέα ήταν ο Λαέρτης, άνθρωπος καλοσυνάτος. Γονιδιακά, ο Σίσυφος.
Αν ο Αυτόλυκος «αμάρτησε για το εγγόνι του», κάποια άλλη «αντικανονική» διήγηση εμφανίζει τον Ομηρο να αμαρτάνει για τη δόξα. Στον ψευδοηροδότειο Βίο του Ομήρου, ο πατριάρχης της ποίησης, που «εβιότευε» (δηλ. βιοποριζόταν) στις μικρασιατικές πόλεις τραγουδώντας τα έπη του, πέφτει θύμα του λογοκλόπου Θεστορίδη, ενός κακόψυχου γραμματοδιδάσκαλου, που πέρασε στη Χίο παριστάνοντας τον επικό ποιητή με ξένα κόλλυβα και κλεμμένους στίχους. Τον κυνήγησε ο Όμηρος, περνώντας επίσης στη Χίο, για να ταυτιστεί έτσι η ζωή του με το νησί, όπου υπάρχει ακόμα η περίφημη Δασκαλόπετρα. Σύμφωνα όμως με όσα καταγράφει ο παραδοξογράφος Πτολεμαίος Χέννος, Αλεξανδρινός γραμματικός του 2ου αιώνα μ.Χ., ο Όμηρος δεν υπήρξε θύμα λογοκλοπής αλλά θύτης. Έκλεψε (ή μιμήθηκε) την ποίηση δύο γυναικών, η μία από τις οποίες μάλιστα ήταν η μοιραία Ελένη, «η τον Ιλιακόν συγγραψαμένη πόλεμον, Μουσαίου του Αθηναίου θυγάτηρ γενομένη· παρ’ ης και Όμηρον λέγεται λαβείν την υπόθεσιν». Η Ελένη δηλαδή, κόρη του Μουσαίου του Αθηναίου, συνέγραψε τον «Τρωικό πόλεμο» και από αυτήν λέγεται ότι πήρε την υπόθεση ο Oμηρος.
Στη δεύτερη παράδοξη ιστορία του Πτολεμαίου Χέννου, αντί τού «λέγεται» υπάρχει το ισοδύναμο «φασί»: «Κάποια Φαντασία από τη Μέμφιδα, θυγατέρα του Νίκαρχου, συνέγραψε πριν από τον Ομηρο τον “Τρωικό πόλεμο” καθώς και τη διήγηση της “Οδύσσειας”. Oπως λεγόταν, τα βιβλία της φυλάσσονταν στη Μέμφιδα. Πέρασε από εκεί ο Oμηρος, πήρε αντίγραφά τους από τον ιερογραμματέα Φανίτη και, βασισμένος σ’ αυτά, συνέγραψε τα δικά του».
Τον μύθο για την Ελένη τον μνημονεύει και ο Ισοκράτης, στο «Ελένης εγκώμιον»: «Κάποιοι Ομηρίδες λένε ότι μια νύχτα παρουσιάστηκε η Ελένη στον Ομηρο και τον πρόσταξε να συνθέσει ποίημα για όσους εκστράτευσαν κατά της Τροίας, γιατί ήθελε να καταστήσει τον θάνατό τους περισσότερο ζηλευτό από τη ζωή των απόλεμων. Και λένε μάλιστα πως η ομηρική ποίηση έγινε τόσο χαριτωμένη και τόσο ονομαστή στους πάντες μόνο κατά ένα μέρος χάρη στην τέχνη του Ομήρου, πρωτίστως δε χάρη στην ίδια την Ελένη».
«Πεντάλεκτρος» μυθολογήθηκε η Ελένη. Σύζυγοί της ο Θησέας (ο πρώτος απαγωγέας της, όταν ήταν κοριτσάκι άπραγο), ο Μενέλαος, ο Πάρης, ο αδελφός του ο Δηίφοβος και, μεταθανάτια, ο Αχιλλέας. «Πώς θα μπορούσε ο Ομηρος να ιδεί / τον γυρισμό τους, τα μακρά γαμήλια χρόνια; / Δεν θα σας πει πώς η λευκή Ελένη το ‘να παιδί / γεννάει πίσω απ’ τ’ άλλο, μια στρίγγλα γίνεται / στεγνή από αρετή. Κι ο Μενέλαος ο τολμηρός / ένας πολυλογάς που κούρσευε Τροίες εκατό / σε γεύμα και δείπνο ανάμεσα. Κι όσο πιο κουφός αυτός / τόσο στρίγγλιζ’ η χρυσή φωνή της. Και γέρασαν κι οι δυο», γράφει στο γυμνά ρεαλιστικό ποίημα «Μενέλαος και Ελένη (ΙΙ)» ο Ρούπερτ Μπρουκ (1887-1915), που πέθανε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο, από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού σε γαλλικό πλωτό νοσοκομείο αγκυροβολημένο στη Σκύρο, όπου και ενταφιάστηκε (βλ. «Rupert Brooke, ένας Αγγλος ποιητής στην Σκύρο», μτφρ. Κώστας Ιωάννου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Σκύρου, 1998). Σε μία από τις λογοτεχνικά απαιτητικότερες και ευτυχέστερες αναπραγματεύσεις του μεταοδυσσειακού Οδυσσέα πάντως, στη μονόσιγμη «Οδύσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, ο πορθητής της Τροίας, αφού ξεπάστρεψε τους μνηστήρες, «πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα». Αποφάσισε λοιπόν ν’ αρμενίσει στο «στερνό του, το αγύριστο ταξίδι», όπως γράφει ο ποιητής. Για να γνωρίσει κι άλλων ανθρώπων τον «νόον» και όχι υπακούοντας στη συμβουλή του Τειρεσία, στην ομηρική Νέκυια, να φορτωθεί ένα κουπί, να βγει στον κόσμο και να ξαναστήσει τη ζωή του εκεί όπου οι ντόπιοι, που δεν ξέρουν από θάλασσα, θα περάσουν το κουπί για λιχνιστήρι.
Διάλεξε συντρόφους, «ψυχές γενναίες και λεύτερες», και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. Στη Σπάρτη γλίτωσε τον Μενέλαο από τη λαϊκή ανταρσία και κατόπιν «άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της». Δεν μάκρυνε όμως ο κοινός βίος τους. Στον επόμενο σταθμό, στην παρακμιακή Κρήτη, «οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους». Εξολοθρεύουν τον βασιλιά και τους «σαπημένους αρχόντους», η Ελένη όμως «δένει έρωτα μ’ ένα ξανθό βάρβαρο» κι ο Οδυσσέας απλώνει πάλι πανιά. Εις τους αιώνας των αιώνων.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Το διαβάζω και συγκινούμαι!

Το «Αυτοβιογραφικό. Ανάμεσα στην Ιστορία, την Φιλολογία, την Θεολογία» είναι το αυτοβιογραφικό έργο του πανεπιστημιακού διδασκάλου μου κ. Αθανασίου Ε. Καραθανάση. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κυριακίδη. Το βιβλίο σκιαγραφεί την πνευματική και ακαδημαϊκή πορεία του, συνδέοντας τους τρεις αυτούς βασικούς επιστημονικούς και θεματικούς άξονες της ζωής του, την Ιστορία, τη Φιλολογία και τη Θεολογία.
Νιώθω βαθιά συγκίνηση που το διαβάζω -δεν κρύβω πως δακρύζω- καθώς η σχέση μου με τον διδάσκαλο Αθανάσιο Ε. Καραθανάση, στα φοιτητικά μου χρόνια στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ (προπτυχιακές, μεταπτυχικές και διδακτορικές σπουδές μαζί του· υπήρξε Σύμβουλος Καθηγητής στις μελέτες μου για τον Αθανάσιο Πάριο και τον Ευγένιο Βούλγαρι), δεν βασίστηκαν μόνο στην αληθινή μετάδοση της γνώσης και του ήθους, αλλά και στην ανθρώπινη σχέση μου μαζί του, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει ανεξίτηλη. Α.Ι.Κ.


Στα αυτοβιογραφικά που ακολουθούν γράφω τα κυριότερα σημεία του βίου μου, από την γειτονιά μου, τις σπουδές μου στην Θεσσαλονίκη και στην αλλοδαπή τα πρόσωπα που σημάδεψαν την σταδιοδρομία μου, τους χώρους των σπουδών και ερευνών μου, τα χρόνια της διδασκαλίας μου, όλα ανάμεσα στην Ιστορία, την Φιλολογία, την Θεολογία, με επίκεντρο την Θεσσαλονίκη. Στο δεύτερο μέρος παραθέτω την βιβλιογραφική μου παραγωγή, με την ελπίδα ότι θα είναι χρήσιμη στους νεώτερους ερευνητές, θεωρώ, ας μου επιτραπεί να ειπώ, ότι όσα περιέχονται σ᾽ αυτήν είναι γραμμένα με συνείδηση αγάπης για την Πατρίδα και τον άνθρωπο.
Ο Αθανάσιος Καραθανάσης γεννήθηκε το 1946 στο Βόλο. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής (1969), πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Iνστιτούτο Bυζαντινών και Mεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας (1969-1972), στη Σορβόννη (Paris IV) και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes (1979-1981). Το 1985, έγινε πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και διδάκτωρ των ίδιων σχολών το 1975 και 1987 αντιστοίχως. Είναι υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών. Έλαβε μέρος σε επιστημονικά Συνέδρια, εντός και εκτός Ελλάδος. Από το 1969 έως το 1972 διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης-ερευνητής στο Eλληνικό Iνστιτούτο Bενετίας και από το 1974 έως το 1987 Eρευνητής του I.M.X.A. Tο 1984, εξελέγη υφηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1988 εξελέγη επίκουρος καθηγητής του Tμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Aθηνών και από το 1989 αναπληρωτής Καθηγητής της Iστορίας του Eλληνικού Πολιτισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το 1992, εξελέγη καθηγητής του ιδίου Πανεπιστημίου στο γνωστικό αντικείμενο της Iστορίας του Eλληνισμού. Διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (Tμήματα Eλληνικής Φιλολογίας και Iστορίας - Eθνολογίας), καθώς και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Παιδαγωγικά Τμήματα). Tο 1999, εξελέγη Πρόεδρος του Tμήματος Ποιμαντικής και Kοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του A.Π.Θ. Είναι παντρεμένος με την Eλένη-Aιμιλία Παπαεμμανουήλ και έχει δύο κόρες.

Των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω (4 Αυγούστου)

«Γύρισε πίσω, σκαρφάλωσε στο λόφο, ξάνοιξε την πολιτεία την Έφεσο. Είταν ολότελα χαμένος. Η καρδιά του χτυπούσε, πήγαινε κ’ ερχόταν ο νους τους, πυκνός ιδρώτας του περέχυνε το κορμί. Στάθηκε να δει, να ξεσκαλίσει σημάδι το σημάδι την πολιτεία, γιατί μια του φαινόταν και μια δεν του φαινόταν, πως είταν η Έφεσος. Σαν πιο μεγάλη, σαν αλλαγμένη την έβλεπε. Κι ολοένα συλλογιόταν αυτό είναι η τρέλα, αυτό είναι η τρέλα! Να λοιπόν, τι έκαμε η σπηλιά! Το σκοτάδι, η πείνα, η δίψα, ο τρόμος. Τι άλλο να υποθέσει, τι άλλο να πει; Είταν η μέρα ζεστή, είταν γυμνή κ’ η κορφή, ξαναπήρε το δρόμο. Συναπάντησε περαστικούς, δρασκέλισε γειτονιές, που δεν τις ήξερε, δε στάθηκε μήτε ν’ ανασάνει. Μήτε τον πραίτορα μήτε τους καταδότες λογάριαζε πια. Η ανάσα του είχε γίνει αγκούσα, ένιωθε να τον καίνε τα μάτια του, δεν ήξερε, αν ζει ή αν είχε πεθάνει. Μερικοί παραμέριζαν στο πέρασμά του, τον κοίταζαν παραξενεμένοι, χαμογελούσαν, τον ξανακοίταζαν, σώπαιναν. Πόσο αλλόκοτος είταν αυτός ο άνθρωπος! Πόσο αλλόκοτοι είταν αυτοί οι άνθρωποι! Έφτασε εκεί όπου ήξερε, πως είταν η αγορά. Τα πάντα είχαν φαρδύνει, είχαν αλλάξει. Απομεσημέριασε. Πεινούσε φριχτά, διψούσε φριχτά, τα γόνατά του είχαν λυθεί, τα χέρια του έτρεμαν. Έλεγε: είμαι τρελός, είμαι τρελός, τίποτε άλλο δε μπορούσε να πει, είμαι τρελός. Δεν είναι ο κόσμος, η πολιτεία που έχει αλλάξει. Είναι η ψυχή μου που βρέθηκε σ’ άλλο κόσμο, είναι ο νους μου, που λίγνεψε τόσο και δε μπορεί να δώσει βοήθεια. Άδειασε το κορμί μου από ψυχή, από νου. Δεν απόμειναν παρά τα κόκκαλα και λίγο αίμα που θα φύγει και κείνο. Στάθηκε μπροστά σ’ ένα κατάστημα. Φρέσκα, στρογγυλά ψωμιά είταν αποθεμένα στον πάγκο. Μια γυναίκα καθόταν σε σκαμνί χαμηλό πλάι στα φρέσκα στρογγυλα ψωμιά.
- Πεινώ! Δος μου ψωμί, δος μου νερό! της είπε.
Τον κοίταξε, σαν να έβλεπε τέτιο σουλούπι, τέτιον άνθρωπο, για πρώτη φορά.
-Έχει να πληρώσεις; τον ρώτησε.
-Έχω! της αποκρίθηκε. Άνοιξε το πουγγί του, έρριξε μπροστά της χάμου, τα στερνά του νομίσματα. Η γυναίκα έσκυψε, έπιασε ένα, το κοίταξε.
-Τι είναι αυτό; τον ρώτησε.
-Νόμισμα, τι θέλεις να είναι;
Δεν μπορούσε πια να σταθεί. Έπεσε στο πλακόστρωτο καθώς άδειο ασκί.
-Αυτό είναι αρχαίο, του είπε, δεν το παίρνει κανένας. Που το βρήκες; Και τ’ άλλα είναι παρόμοια;
-Και τ’ άλλα παρόμοια, της αποκρίθηκε με κομμένη φωνή. Κοίταξέ τα, είναι γερά.
-Τώρα έχουμε άλλα, του είπε ήσυχα ήσυχα η γυναίκα.
Τα μάτια του άνοιξαν τόσα, που πάει, θα πεθαίνει αυτός ο άνθρωπος, είπε η γυναίκα. Χριστός και Παναγιά! Χριστός και Παναγιά!».


Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (31992). Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά. Αθήνα: Εκδόσεις «Αστέρος», σσ. 200-201· [τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα].