Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Spirits In The Material World!!!


ΠΗΓΗ: The Police

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

ΤΟ «Γιανγκίνι» ΤΟΥ ‘22: Πώς η λογοτεχνία κατακαίει τα είδωλα του μιλιταρισμού[1]


Αν υπάρχει ένα μέλλον που ο άνθρωπος πρέπει να το καταχτήσει, κι αυτό το μέλλον αφορά την ειρήνη και την ελευθερία, αυτό σίγουρα μπορεί να το βρει όχι μόνο σε δοκίμια αλλά και σε λογοτεχνικές συγγραφές. Δεν χωρά αμφιβολία ότι, πολλοί ευρωπαίοι στοχαστές ως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με φλογερά κείμενα καλλιεργούσαν μέσα στα σπλάχνα των ανθρώπων το ιδεώδες της ελευθερίας. Και στον δικό μας λαό, κινήματα και εθνικοί αγώνες, καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρύ σε διάρκεια 19ου αιώνα –τον ονομάζω μακρύ γιατί τα ιστορικά γεγονότα ξεκινούν από την Επανάσταση του 1821 και φτάνουν μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή- θρυμμάτισαν και συνέτριψαν τον «Μεγάλο Ασθενή», όπως από την ιστορική επιστήμη χαρακτηρίστηκε η καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. «Δεσμά αιώνων συντρίφτηκαν» και ξαναβγήκαν στο φως της Ιστορίας, μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν χρόνια μέσα στην ταπεινωτική σκιά του πολέμου και του θανάτου, μαρτυρίες που σήμερα, μέσα σε μια απερίγραπτη ηθική και ιδεολογική σύγχυση, μέσω της λογοτεχνίας δίνουν νόημα στις πανανθρώπινες αξίες της ειρήνης και της ελευθερίας.
Το λογοτέχνημα της Κατερίνας φέρνει στο φως μαρτυρίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Παρότι καταγράφει την πορεία προσώπων της οικογένειάς της στη μακρά διάρκεια του χρόνου (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, Γερμανική Κατοχή και Εμφύλιο Πόλεμο –αυτό είναι το ιστορικό φόντο του· οι εποχές όπου δρουν τα πρόσωπα, πραγματικοί αλλά και φανταστικοί χαρακτήρες διαπερνούν όλες τις σελίδες του βιβλίου)- το πρωτόλειο λοιπόν λογοτέχνημα της Κατερίνας καταγράφει με ιστορική ακρίβεια τόπους και γεγονότα των παραπάνω περιόδων και προσώπων, που πρωταγωνίστησαν ενεργά σ’ αυτά. Πρόκειται για τόπους και πρόσωπα γνωστά, αλλά και για πρόσωπα της οικογένειας της συγγραφέως, τα οποία με λογοτεχνική μαστοριά φέρνει στο φως τον βίο και τη δράση τους. Για τα πρόσωπα της οικογένειάς της, η Κατερίνα αξιοποίησε την Προφορική Ιστορία[2], εκείνη δηλαδή τη μέθοδο της ιστορικής έρευνας που, σήμερα, είναι ευρύτατα διαδομένη, διδάσκεται σε πανεπιστημιακές σχολές των κοινωνικών επιστημών και που, αξιοποιώντας τις μαρτυρίες απλών ανθρώπων, καταγράφει και φωτίζει τον καθημερινό βίο τους δίνοντας πλουσιότατο ιστορικό υλικό σ’ έναν άλλο τομέα της ιστορικής επιστήμης, την Τοπική Ιστορία[3]. Η Προφορική Ιστορία είναι Ιστορία «από τα κάτω».
Ιστορία «από τα κάτω» είναι οι πρωταγωνιστές και οι χαρακτήρες του βιβλίου: της Στασούλης, του Αποστόλη, της Κατερίνης, του Γιώργη, του Λευτέρη, της Ζωής, της Πάτρας, της Αντιόπης και του Ανέστη, τους οποίους θα γνωρίσετε διαβάζοντάς το. Πρόκειται για πρόσωπα που ξεπερνούν τους φόβους τους και τολμούν, κι όλα τα καταφέρνουν, καθώς γράφει η Κατερίνα. Όμως, είναι και Ιστορία πολιτικών εξελίξεων, κοινωνικών αναταραχών και επαναστάσεων, κι από τις δύο μεριές του Αιγαίου, είναι τόποι και πρόσωπα, όπως: Σκρα ντι Λέγκεν, Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ, Τουμλού Μπουρνάρ, Σαλιχλί, Σαγγάριος ποταμός, Κωνσταντινούπολη, Αϊβαλί, Λέρος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Βασιλιάς Κωνσταντίνος, Νικόλαος Πλαστήρας, γνωστός με το θρυλικό προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης», Ηλίας Βενέζης, Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Για όλα αυτά, η Κατερίνα, με ζωντανή λογοτεχνική γλώσσα δεν αφήνει τον αναγνώστη σε ησυχία, τον οδηγεί να διαβάσει το βιβλίο της απνευστί. Να σημειώσω εδώ το εξής: Συγγραφέας και αναγνώστης, η συγγραφέας ο πομπός κι ο αναγνώστης ως δέκτης, μέσα από τα συμφραζόμενα, τα συγκείμενα, τα μηνύματα, τους κώδικες που ο ένας δίνει στον άλλον, δημιουργούν εκείνη την επαφή, την επικοινωνία και την ψυχολογική σύνδεση όπου, κι ο ένας κι ο άλλος, η συγγραφέας όταν γράφει κι ο αναγνώστης όταν διαβάζει δεν επαναπαύονται, αντιθέτως απολαμβάνουν συγκλονιστικές περιγραφές σκηνών και βρίσκονται διαρκώς σε πνευματική ετοιμότητα και απόσταση συνάμα[4]. Η τελευταία, η απόσταση, είναι αυτή που δημιουργεί το σμίξιμο των πραγματικών ιστορικών γεγονότων με τη μυθοπλασία να έχουν μια «εξομολογητική βιωματικότητα» (εδώ η συγγραφέας Κατερίνα) και μια «τεκμηριωμένη επικαιρότητα» (εδώ ο αναγνώστης που διαβάζει και ανακαλεί στη μνήμη του ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, βάζοντάς τον πολλές φορές στη θέση ανθρώπων που έζησαν μεγάλες ιστορικές κρίσεις και πολέμους. Τρανταχτό παράδειγμα ο Γιώργης, ένας από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου, ο οποίος βιώνει την απώλεια, τον ξεριζωμό, τη φιλία, την αλληλεγγύη, τον έρωτα, την αγάπη, τις πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ένα δηλαδή διαρκές γιαγκίνι, μιας και γιαγκίνι δεν είναι μόνο η φωτιά, αλλά το πάθος και ο έρωτας, ακόμη και η ζέστη που βιώνουν οι ήρωες του πολέμου στα βάθη της Ασίας. Εδώ, η τέχνη της μυθοπλασίας[5] που, με αξιοζήλευτο λογοτεχνικό ύφος, υπηρετεί η Κατερίνα κάνουν τη συνύπαρξη ιστορίας και μύθου να έχουν ιστορικό και λογοτεχνικό κύρος. Της αξίζουν συγχαρητήρια! Μπράβο της! Κι αυτό το λέω όχι για κολακέψω την Κατερίνα. Το λέω διότι πιστεύω ακράδαντα ότι, μέσα από τη νεοελληνική λογοτεχνία, η οποία εξακολουθεί να καταπιάνεται με τη Μικρασιατική Καταστροφή, εκείνο που οφείλουμε να προσέξουμε είναι πόσο μέχρι σήμερα διαρκεί αυτό το τραύμα. Τα πρόσωπα της οικογένειας της Κατερίνας, δεν χωρά αμφιβολία, κουβαλούν πάνω τους το τραύμα της Μικρασιαστικής Καταστροφής, όπως αυτό το προσδιορίζει η Ελληνίδα ψυχολόγος Λίμπυ Τατά Αρσέλ στο βιβλίο της «Με το Διωγμό στην ψυχή: Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σε τρεις γενιές» (Ελληνικές Εκδόσεις: Αθήνα 2014), βιβλίο πρωτοποριακό και άκρως συγκλονιστικό, σημείο αναφοράς για όσους από εμάς ασχολούμαστε με αφηγήσεις και μαρτυρίες Μικρασιατών απογόνων, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης γενιάς. Το βιβλίο της Κατερίνας είναι η μετάβαση του τραύματος του ’22, στις επόμενες γενιές, ο τρόμος του διωγμού και η απώλεια της πατρίδας, η σκληρότητα της προσφυγιάς και η ταυτότητα τού να είσαι απόγονος ανθρώπων που έζησαν αυτό το τραύμα, είτε εδώ στη Λέσβο είτε στα απέναντι Μικρασιαστικά παράλια, με όνειρο να ζήσουν τη λύτρωση σε χώρους σαν τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου, τον «Άγιό τους», όπου «γενιές και γενιές των χωριανών» του Γιώργη κατέθεταν «τα δικά τους θέλω, όλοι του όμως κάτω από την ίδια σκέπη. Ήταν το μέρος εκείνο που όλοι τους έψαχναν την λύτρωση»[6], καταπώς γράφει η Κατερίνα. Είναι το τραύμα που το γιατρεύει (;) ο πανδαμάτωρ χρόνος, «που οι πληγές σιγά–σιγά γιατρεύονται· τις περισσότερες φορές αφήνουν ουλές, πολλές φορές βαθιές, επουλώνονται, όμως, και αιμορραγούν μόνο αν τις ξύσεις»[7]· αυτό ήταν το τραύμα της Κατερίνης στον Μανταμάδο, μετά την καταστροφή.
Η απόβαση της Μεγάλης Ιδέας στη Μικρασία και η Μικρασιαστική Καταστροφή, μέχρι σήμερα, σ’ ό,τι σχετίζεται με τη λογοτεχνία έχουν την τιμητική τους. Το «Γιαγκίνι» της Κατερίνας έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ανάλογων λογοτεχνημάτων, από τα «Ματωμένα Χώματα» (Κέδρος: Αθήνα 2008) και το «Οι νεκροί περιμένουν» (Ελληνικές Εκδόσεις: Αθήνα 2011) της Διδώς Σωτηρίου, «Το Νούμερο 31328» (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»: Αθήνα 1972) του Ηλία Βενέζη, η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» (Κέδρος: Αθήνα 1992) του Στρατή Δούκα, η «Ανατροπή» (Κέδρος: Αθήνα 1998) του Νίκου Θέμελη, το «Καιρός για θαύματα» (Κέδρος: Αθήνα 2005) του Κώστα Ακρίβου, «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» (Μεταίχμιο: Αθήνα 2022) του Ηλία Μαγκλίνη· ο κατάλογος είναι μεγάλος, ενδεικτικά αναφέρω τα παραπάνω μυθιστορήματα.
Τελειώνω με τις εξής βασικές κατ’ εμέ επισημάνσεις, ύστερα από δύο αναγνώσεις που έκανα στο «Γιαγκίνι». Η πρώτη ήταν διάβασμα ενός λογοτεχνικού έργου. Η δεύτερη ήταν για την σημερινή βιβλιοπαρουσίαση, ανάγνωση με προσωπικές αναζητήσεις για ζητήματα ιστορικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά, τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να βρει διαβάζοντας το βιβλίο. Ποια είναι αυτά; Απαντώ ευθύς αμέσως.
Το «Γιαγκίνι» είναι αντιμιλιταριστικό λογοτέχνημα. Δεν χωρά αμφιβολία πως, δεν υπάρχει γενιά ανθρώπων που να μην έχει ζήσει πόλεμο. Τον 20ό αιώνα δύο γενιές έζησαν δύο παγκόσμιους πολέμους. Το ίδιο, όπως γνωρίζουμε, συμβαίνει και σήμερα. Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα και ήδη μαίνονται δύο πόλεμοι, ένας στην Ουκρανία κι άλλος ένας στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος, λοιπόν, ποτέ δεν έλειψε από την Ιστορία, θα πρέπει να τον παραδεχθούμε «όχι ως προσωρινό, αλλά ως μόνιμο χαρακτηριστικό της ιστορικής ζωής»[8] γράφει σ’ ένα δοκίμιό του ο αξέχαστος Χρήστος Μαλεβίτσης. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έπαψαν να υπάρχουν αντιμιλιταριστικά κινήματα και αντιμιλιταριστικές ιδέες. Αυτό που με λογοτεχνική μαεστρία πετυχαίνει η Κατερίνα στο μυθιστόρημά της είναι η ανάδειξη τέτοιων στάσεων ζωής και κινημάτων. Αναφέρω το παράδειγμα του Μπάμπη. Διαβάζω το εξής απόσπασμα και θα νιώσετε το αντιπολεμικό πνεύμα του ήρωα: 
«Ο Μπάμπης ένα παλικάρι από το Βόλο, ήταν πολύ ανήσυχος. Τον Φλεβάρη που είχε περάσει και εν όψει της επικείμενης προώθησης του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία διοργανωθήκαν αντιπολεμικά συλλαλητήρια σε πολλές πόλεις της Ελλάδος, σε απάντηση στο φιλοπολεμικό κλίμα που καλλιεργούταν σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μαζί με τα συλλαλητήρια οργανωθήκαν και πολλές απεργίες, οι οποίες είχαν οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Κορύφωση αυτού του αγώνα ήταν η πανεργατική απεργία και η εξέγερση στο Βόλο τον Φλεβάρη του ’21, μαζί με την απεργία των σιδηροδρομικών. Οι φαντάροι διατάχθηκαν να πυροβολήσουν τους εξεγερμένους. Αρνήθηκαν όμως, αποδεικνύοντας την λαϊκή αποδοχή που είχαν τα αντιπολεμικά αιτήματά τους μαζί και με την οκτάωρη εργασία που απαιτούσαν. Οι τριακόσιοι σιδηροδρομικοί που απέργησαν τιμωρήθηκαν όλοι με την επιστράτευσή τους στο μέτωπο. Ένα από αυτούς ήταν και ο Μπάμπης»[9]
Κι όταν ο Μπάμπης δίνει στον Γιώργη την παράνομη εφημερίδα «Φωνή του εργάτη», διαβάζοντάς την ο Γιώργης νιώθει πως, «να που ένας άλλος κόσμος παρουσιαζόταν μπροστά του, ακόμη μια μορφή σκλαβιάς που υπήρχε στις ζωές των ανθρώπων ανέκαθεν και έπρεπε να παλέψουν να την αποτινάξουν κι αυτή»[10].
Δεν χωρά αμφιβολία ότι, αυτές οι θέσεις της Κατερίνας για τον πόλεμο δείχνουν γιατί οι ρίζες κάθε πολέμου, είτε αυτός προέρχεται από το μίσος, την εχθρότητα, είτε από την επιδίωξη εξουσίας, αποσαθρώνονται και τα εξιλαστήρια θύματα, στρατιώτες και άμαχοι, είναι η «αιώνια επανάληψη μιας πλάνης»[11] όπως έλεγε ο Έρμαν Έσσε, όπου ο κόσμος πάντοτε θα είναι ένα σφαγείο, μια κρεατομηχανή, με την ειρήνη και την ελευθερία να είναι μια ουτοπία. Όμως, είναι όμορφο και ωραίο να ζει κανείς με ουτοπίες. Γιατί, ίσως, ρωτήσει κάποιος. «Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα», γράφει ο Λατινοαμερικάνος συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του «Οι λέξεις ταξιδεύουν». Και συνεχίζει: «Περπατάω δύο βήματα, μετακινείται δύο βήματα πιο πέρα. Περπατώ δέκα βήματα και ο ορίζοντας τρέχει δέκα βήματα πιο μακριά. Όσο κι αν περπατήσω, δεν θα τον φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει, λοιπόν, η ουτοπία; Χρησιμεύει σε αυτό: στο να μας κάνει να περπατάμε»[12]· «Το παράθυρο της ουτοπίας» τρέφεται από αγώνες και οράματα ανθρώπων που αντιστέκονται όχι μόνο ατομικά, αντιστέκονται κυρίως συλλογικά, παλεύοντας για αλλαγή ετούτο του κόσμου, αντιμάχονται την κοινωνική ανισότητα και αδικία. Στους ήρωες των κεφαλαίων για την «Απελευθέρωση», τον «Στράτο», τον Λευτέρη στη Λιέγη και τα ανθρακωρυχεία της[13], η Κατερίνα περιγράφει την ουτοπία ως ένα ορίζονται που, όσο τον πλησιάζουν οι παραπάνω ήρωες του βιβλίου, αυτός απομακρύνεται, τους δίνει όμως το κίνητρο για να προχωρήσουν μπροστά.
Στο «Γιαγκίνι» ο υποψιασμένος αναγνώστη θα βρει και θα προβληματιστεί πάνω σε ζητήματα που, πολλές φορές, σε πολλούς αναγνώστες είναι αθέατα. Καταγράφω μερικά. Αναμφίβολα η Μικρασιαστική Καταστροφή -τις συνέπειές της, δυστυχώς, πληρώνουμε ακόμη και σήμερα-, για την Ελλάδα στάθηκε το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός του 20ού αιώνα[14]. Ωστόσο, αναρωτηθήκαμε ποτέ ποια είναι η σημασία του «για τους αντίπαλους γείτονές μας, για όσους έβλεπαν τον ήλιο κάθε μέρα να βγαίνει από την άλλη μεριά του βουνού;» Τέσσερεις στίχοι από το ποίημα «Το έπος του πολέμου της Ανεξαρτησίας», που περιλαμβάνεται στο έργο «Ανθρώπινα Τοπία» του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963), μας δείχνουν τον τρόπο πως ο καθένας μας μπορεί να «αστρονομίζεται»[15] όπως λέει ο Γιώργος Σέφερης σ’ ένα ποίημά του, την ίδια αγάπη που κι εμείς έχουμε για τα νησιά μας, τα χωριά μας και όλους τους ανθρώπους τους φυσικά. «Σα μια φοράδα / που φτάνει τρέχοντας απ’ την Ασία τη μακρινή, / με τεντωμένο το λαιμό κατά τη θάλασσα, / η χώρα τούτη είναι δικιά μας». Προσέξτε, χρειάζεται να διαβάσουμε πολύ καλά αυτούς τους στίχους –επιμένω πολύ καλά- για να μάθουμε στις επόμενες γενιές πως και άλλοι άνθρωποι αγαπούν την πατρίδα τους, όπως και εμείς βέβαια[16]. Στην ίδια ματιά του Χικμέτ, νομίζω, -επιτρέψτε μου, προσωπική θέση εκφράζω, έτσι το βλέπω- κινείται και η Κατερίνα. Στις τελευταίες δύο σελίδες του βιβλίου της, στη «Λαγκάδα. Αύγουστος 2025», γράφει τα εξής εκπληκτικά:
«Η σκούρα, χοντρή άμμος της, καθαρισμένη αυτή την εποχή από τα πλαστικά που ξεβράζει χωρίς καμιά φειδώ η απέναντι ακτή -μοναδική αταξία- μαζί με τα ξύλα και τα φύκια, και τα στρογγυλεμένα, πολύχρωμα βοτσαλάκια, δημιουργούν μοναδικά σχέδια. Τα νερά, κρυστάλλινα, διάφανα και πεντακάθαρα, αντανακλούν το φως του ήλιου με αποχρώσεις που κυμαίνονται από το βαθύ μπλε ως το τιρκουάζ. Αριστερά και δεξιά οι πλαγιές με τα βράχια και τη βλάστηση από τους ελαιώνες που βουτούν στη θάλασσα και καθρεφτίζονται στα νερά· στη μέση ένα χρυσαφένιο φωτεινό μονοπάτι ενώνει τους δύο αντικατοπτρισμούς. Αυτή η αρμονική ένωση δρα καταλυτικά στην ψυχή της. Η πλάση πάντα δείχνει το δρόμο που θα έπρεπε να πορεύονται οι ζωές των ανθρώπων. Μακάρι να γινόταν ορατός σε όλους. Οι ακτίνες του ήλιου, σαν λιωμένο χρυσάφι, δημιουργούν την αίσθηση ότι χιλιάδες μικρά διαμαντάκια παιχνιδίζουν πάνω στα νερά. Νιώθει την ευλογία στην ψυχή της, ευγνώμων που είναι εκεί και καταφέρνει να ζει τις στιγμές.
»Λείπουν οι γενιές των ανθρώπων της, που πορεύτηκαν εκεί. Λείπει και ο “Άγιος Νικόλας”, η όμορφη, γαλάζια βάρκα με τα πλουμιστά πλαϊνά της, που ήταν αραγμένη πάντα εκεί στην ακροθαλασσιά, κομμάτι κι εκείνη αυτού του μεγαλείου.
»Το βλέμμα της χάθηκε μακριά στα Μοσχονήσια, εκεί στην απέναντι στεριά. Όμως ο χρόνος είναι μόνο ένας καμβάς πάνω στον οποίο κεντιέται το παρόν»[17].
Το «Γιαγκίνι» είναι ο προσωπικός πνευματικός κάματος της Κατρίνας, η δική της αναμέτρηση με ιστορικά γεγονότα, μακριά από παραβιάσεις των ιστορικών γεγονότων, είναι η δική της ματιά σ’ αυτά, βγαλμένη μέσα από μαρτυρίες κοντινών της προσώπων, και ταυτόχρονα η αναζήτησή της σε ιστορικές πηγές και βιβλιογραφία για την περίοδο που καταπιάνεται.
Κυρίες και κύριοι, διαβάστε το βιβλίο, αξίζει να το διαβάσουν και τα παιδιά σας, οι μαθητές, που σήμερα βρίσκονται στις τάξεις των σχολείων, που δεν αγαπούν το μάθημα τις Ιστορίας, το βαριούνται και καλά κάνουν, αφού όσοι το διδάσκουμε αρκούμαστε μόνο στο αν οι μαθητές μας θα αποκτήσουν δεξιότητες κι όχι γερό και δημοκρατικό ιστορικό κριτήριο. Οι επόμενες γενιές είναι καταδικασμένες να ματώσουν θανάσιμα και να ρημάξουν, αν δεν τους δώσουμε τις ευκαιρίες να διαβάσουν και ιστορικά λογοτεχνήματα, να γυρίσουν δηλαδή πίσω σε μήτρες κοινές τόπων όπως λόγου χάρη είναι ο Μανταμάδος, με ιστορικά δέντρα, με κλωνιά και περικλώνια, απλωμένα σε οικογενειακές ιστορίες σαν κι αυτή της Κατερίνας.


[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσία του βιβλίου της κας Κατερίνας Καραμανώλη, «Γιαγκίνι», το βράδυ της 17ης Αυγούστου 2026, στον φιλόξενο κι όμορφο χώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Μυτιλήνης: Αρχοντικό Χαλίμ Μπέη.
[2] Για την Προφορική Ιστορία βλ. Abrams, Lynn. (2016). Θεωρία Προφορικής Ιστορίας, μτφρ. Λουκάς Ρινόπουλος. Αθήνα: Πλέθρον. Σημαντική και η ιστοσελίδα της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας: http://oralhistorygroups.gr/
[3] Για την Τοπική Ιστορία της Λέσβου βλ. Αναγνώστου, Στρατής. (2011). Τοπική Ιστορία. Αναφορές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου. Μυτιλήνη: Εντελέχεια.
[4] Για τη σχέση του συγγραφέα με τον αναγνώστη βλ. Τζιόβας, Δημήτρης. (1987). «Από το συγγραφέα στον αναγνώστη. Η κρίση του υποκειμένου στη θεωρία της Λογοτεχνίας» και «Η έννοια του αναγνώστη στη θεωρία της Λογοτεχνίας». Στο Μετά την Αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές και ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση, σσ. 197-258.
[5] Για τη μυθοπλασία σημαντικά όσα γράφει ο Τζιόβας, Δημήτρης, «Ο μεταμοντερνισμός και η υπέρβαση της μυθοπλασίας», όπ. π., σσ. 285-300.
[6] Καραμανώλη, Κατερίνα. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής, σ. 68.
[7] Όπ.π., σ. 211.
[8] Μαλεβίτσης, Χρήστος. (1993). «Ο πόλεμος». Στο Δοκίμια ιδεών. Αθήνα: Δωδώνη, σ. 71.
[9] Καραμανώλη, Κατερίνα., Όπ. π., σ. 79.
[10] Όπ. π., σ. 83.
[11] Για τον πόλεμο και την ειρήνη, μια συλλογή από δοκίμια, άρθρα και επιστολές του Έσσε, γραμμένα μεταξύ του 1914 και 1948, βρίσκονται στη γερμανική έκδοση με τίτλο: «Krieg und Frieden» (Πόλεμος και Ειρήνη). Μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα αποσπάσματα, ο αναγνώστης μπορεί να βρει σε διάφορα περιοδικά· ένα από αυτά είναι το παλιό κλασικό περιοδικό «ελευθερίας και γλώσσας», «φυλλάδιο προβληματισμού της νεότητας», η Ευθύνηστο τεύχος 40, (1975), το οποίο διηύθυνε ο Κώστας Τσιρόπουλος. 
[12] Galeano, Eduardo. (2013). Οι λέξεις ταξιδεύουν με τα χαρακτικά του Jose Borges, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης. Αθήνα: Πάπυρος, σ. 299.
[13] Καραμανώλη, Κατερίνα., όπ.π., σσ. 252κ.έ.
[14] Η βιβλιογραφία για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη Μικρασιατική Καταστροφή είναι μεγάλη. Εδώ, ας μού επιτρέπει ο αναγνώστης να αναφέρω δύο βιβλία του πανεπιστημιακού διδασκάλου μου Αθανασίου Ι. Καραθανάση τα οποία θεωρώ σημαντικά. Τα Μικρασιατικά μου, Εκδόσεις Κυριακίδη ΙΚΕ: Θεσσαλονίκη 2017 & Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμείς δεν νικηθήκαμεν ποτέ! Εκδόσεις Κ & Μ. Αντ. Σταμούλη: Θεσσαλονίκη 2022.
[15] Σεφέρης, Γιώργος. (2000). «Το ύφος μιας μέρας». Στο Ποιήματα. Αθήνα: ίκαρος, σ. 17.
[16] Τα παραπάνω αποσπάσματα, σε μια καταγραφή του Ζήσιμου Λορεντζάτου. (2009). Collectanea. Αθήνα: Δόμος, σσ. 220-221 [431].
[17] Καραμανώλη, Κατερίνα., όπ.π., σσ. 299-300.

Αφιερωμένο, τέτοιες ημέρες, σε όλους τους βαθύτατα ευλαβείς πολιτικούς ημών

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

«Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Ο Κύριος.


Νομίζω ότι ο αχώρητος Θεός, μέσα στην άπειρη απεραντοσύνη της μοναξιάς Του, πρέπει να πλήττει θανάσιμα με τις αενάως επαναλαμβανόμενες,πλην αδιαλείπτως ομοιόμορφες, προσευχές των υποκειμένων Του. Ιδιαίτερα με εκείνες τις ξεδιάντροπα υμνητικές που Τον δοξάζουν δουλικά λέγοντας Του τ' αυτονόητα - ότι είναι ο όντως Ων, ο Παντοδύναμος, ο Πανάγαθος, ο Άχρονος κ.λπ. Ο Θεός, όμως, δεν είναι ανασφαλής, ξέρει καλά ποιος είναι. Ως Πάνσοφος! Ανασφαλής είναι ο άνθρωπος. Επειδή δεν ξέρει. Επίσης, έχω την υποψία ότι ιδιαίτερα ο Χριστός - που πήρε παραμάζωμα τους λογής εμπόρους από το Ναό - θυμώνει με τους γλείφτες. Δηλαδή τους επαγγελματίες θρησκόληπτους. Ενώ, αντίθετα, πρέπει να διασκεδάζει αφάνταστα με τους βλάσφημους.
Θα πρέπει να γουστάρει την αποκοτιά τους. Να Τον προκαλούν, να Τον καθυβρίζουν ως ίσοι προς ίσο και, επιπλέον, να ερωτοτροπούν λόγω και διανοία με τη Μητέρα του! Αυτός ο βέβηλος ερωτισμός των πληβείων του κόσμου τούτου μάλλον Τον κάνει να θυμάται με νοσταλγία τα επίγεια, ελάχιστα νιάτα Του. Τι θεολογική ειρωνεία! Αναστήθηκε τριάντα τριών χρόνων για να μην ξαναγίνει ποτέ πια νέος. Να καταστεί για πάντα ο Παλαιός των Ημερών... Νυν και αεί! Άπαγε της βλασφημίας!
Άρα και η βλασφημία, σκέφτομαι, είναι είδος προσευχής από την ανάποδη. Μια ενεργητική επίκληση που δεν γίνεται με τους συνήθεις τρόπους των θρησκόληπτων αλλά με τον αλήτικο τσαμπουκά του μόρτη. Μια επιμειξία του παγανισμού με τον Χριστιανισμό που επιβιώνει λόγω της δημοφιλίας της. Η βίαιη οικειοποίηση, μ' άλλα λόγια, του θείου εκτός του τυπικού τελετουργικού. Η βλασφημία όθεν είναι προσωπική, ερωτική σχέση με το υπερβατικό. Μόνο ένας που θρησκεύεται, έστω και έτσι, δηλαδή υποσυνείδητα, μπορεί να εκτονώνεται βλασφημώντας. Μόνο κάποιος που έχει εμπειρία του ιερού, μπορεί να προκαλεί το ιερό, την ύπατη μορφή εξουσίας. Απλά, θεολογικά μαθηματικά.
Προσωπικά πιστεύω ότι ο άνθρωπος έπλασε τους θεούς του κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση. Κι όχι το αντίθετο. Κι ότι η σύλληψη της έννοιας ενός όντος ανόλεθρου και αιωνίου και της συνακόλουθης θρησκείας που το περιέχει και του δόγματος που το περιχωρεί, αποτελεί το υψηλότερο μας πολιτιστικό επίτευγμα. Το opus magnum της φυλής των ανθρώπων. Το μέγιστο δημιούργημα μας.
Κι αυτό σάς το λέει ένας άθεος ήρεμα. Άθεος μεν, χριστιανός Ορθόδοξος δε. Όλα κι όλα. Ήρεμα οπωσδήποτε. Αφού αυτή είναι και η κουλτούρα και η παιδεία μου. Οι Χαιρετισμοί, η νεκρώσιμη ακολουθία, τα εγκώμια και η περιφορά του Επιταφίου, οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου και τα ρεμπέτικα. Όπως τα βίωσα από παιδί στα Ταμπούρια του Πειραιά και τον Άγιο Δημήτριο. Στις ιερές ακολουθίες του οποίου, ιδιαίτερα στους Εσπερινούς και στα Απόδειπνα - τί λέξη - άσκησα τα ελληνικά μου. Νιώθω άρα και δέος και τρόμο για ότι αγνοώ αλλά δεν καταδέχομαι μεταφυσικές παρηγοριές. Ο θάνατος μου είναι ότι πιο αιώνιο διαθέτω ως ανθρώπινο ον και για αυτό τον αναμένω με περιέργεια. Ενώ το σώμα μου είναι η ψυχή μου, αιώνια θνητό και γενναίο στον αφανισμό του. Χωρίς ελπίδα αναστάσεως.

Φωτό: Ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Πάνω Χωριό Ηρακλειάς. Μία Εκκλησία παμπάλαιη που ανακαινίστηκε πρόσφατα και που το μαρμάρινο της τέμπλο φιλοτέχνησε ο Φιλιππότης ο νεότερος γύρω στα 1990. Ο ιερομόναχος που ιερουργεί ανήμερα της γιορτής της Παναγίας είναι ένας από τους τρεις μοναχούς που απομένουν στη Μονή Χοζοβιώτισσας Αμοργού. Σύντομα θα επιστρέψει στο νησί του. Ένας ρασοφόρος Οδυσσέας των μικρών Κυκλάδων. Του ομφαλού της καθ' ημάς Ανατολής.


Σημ. Ένας ναός είναι, πάνω απ' όλα, η σύνθεση αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και ζωγραφικής. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα και στα νεότερα χρόνια. Το θείο αναδύεται μέσα από την αισθητική και ότι πεθαίνει νικημένο από τη ζωή, αν αξίζει, είναι η τέχνη μόνο που το ανασταίνει. Η δικιά μας αθανασία, η αιωνιότητας των θνητών, η φτιαγμένη με απολύτως χοϊκά υλικά.


Τέλος, η ιδιωτική εκκλησία των Ταξιαρχών στον Άγιο Γεώργιο Ηρακλειάς που χτίστηκε το 1894 από τους Στεφανίδηδες και ανήκουν σήμερα στην οικογένεια των Δανέζηδων...
Φέρει ενσωματωμένα, αρχιτεκτονικά στοιχεία από προηγούμενο, ειδωλολατρικό ναό που είχε ανεγερθεί στο ίδιο σημείο. Χαρακτηριστικός είναι ο κίονας που χωρίζει τις δύο καμπάνες του κωδωνοστασίου. Είναι μονόλιθος με δωρικό κιονόκρανο και φέρει εγχάρακτο σταυρό εξορκισμού. Έτσι γίνονταν η οικείωση - ενσωμάτωση του παρελθόντος. Ένα είδος προσευχής από την ανάποδη κι εδώ. Μια βλασφημία που κατέστη ευλογία.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Led Zeppelin


ΠΗΓΗ: Austin City Limits




Στην οδό Αριστοτέλους, κάπου στα 1984, φοιτητής, στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου Μπαρμπουνάκη, αγόρασα τα Τραγούδια των Led Zeppelin, σε μετάφραση Γιώργου Θεοφίλου. 100 δραχμές· η τιμή ακόμη βρίσκεται στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου. Το βιβλιαράκι αυτό είχε εκδώσει ο Οργανισμός Βιβλίου ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ, στη Θεσσαλονίκη το 1980.

Ένα εξαιρετικό άρθρο κι ένα πολύ καλό σχόλιο για τον Στέλιο Ράμφο

Στέλιος Ράμφος: σταθερά ερωτήματα και μεταστροφές

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

Ο Στέλιος Ράμφος προτού φύγει το 1965 για το Παρίσι θήτευσε και αυτός στην Αριστερά -ήταν μέλος της ΕΔΑ- και πρωταγωνίστησε στο αριστερό φοιτητικό κίνημα, στην έκδοση της περίφημης Πανσπουδαστικής και στο 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο τον Απρίλιο του 1963. Όποια και αν είναι η σημασία αυτής της δράσης για την ιστορία του αριστερού κινήματος της δεκαετίας του ’60 ή για την προσωπική του βιογραφία, αφορά πάντως την προϊστορία του έργου του, και όχι το ίδιο του το έργο, το οποίο άρχισε να χτίζεται στο Παρίσι με την εντατική σπουδή της Αρχαίας Ελλάδας.
Οι πρώτοι καρποί αυτής της σπουδής θα δημοσιευτούν στα γαλλικά, στον πρώτο (1971) και στον δεύτερο τόμο (1972) της Φιλοσοφίας, της επετηρίδας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Μολονότι η μελέτη του της αρχαίας φιλοσοφίας δεν είχε ακαδημαϊκό χαρακτήρα, αλλά υπηρετούσε προσωπικές πνευματικές αναζητήσεις και επιδιώξεις, όταν επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, το 1974, αποφάσισε να διεκδικήσει πανεπιστημιακή έδρα, οπότε χρειαζόταν διατριβή. Μπήκε έτσι στον ζυγό του κατεξοχήν ακαδημαϊκού είδους πνευματικής εργασίας, με επόπτη τον καθηγητή της Σορβόννης Πιερ Ωμπάνκ (Pierre Aubenque), έναν από τους κορυφαίους τότε μελετητές της αρχαίας φιλοσοφίας στον κόσμο. Δεν θέλησε όμως και δεν άντεχε ψυχικά να συμμορφωθεί με τις αυστηρές ακαδημαϊκές προδιαγραφές του είδους, οπότε κατέθεσε τη διατριβή του για τον Πλάτωνα, χωρίς υποσημειώσεις και χωρίς βιβλιογραφία. Το επιχείρημά του ήταν αποστομωτικό: δεν παραπέμπω πουθενά, γιατί αυτά που γράφω δεν τα έχει πει κανείς άλλος. Αναγκάστηκε ωστόσο την τελευταία στιγμή να υποχωρήσει και έσπευσε στη Βιβλιοθήκη της Σορβόννης να προσθέσει βιβλιογραφία. Η επιτροπή κρίσεως της διατριβής του ήταν, και με δική του επιθυμία, ό,τι πιο απαιτητικό μπορούσε να υπάρξει, δείγμα και αυτό της μεγάλης αυτοπεποίθησής του. Ήμουν παρών κατά την υποστήριξή της, τον Ιούνιο του 1978, και δεν ξεχάσω ποτέ το εγκώμιο του Εμμανουήλ Λεβινάς, ο οποίος ξεκινούσε κάθε ενότητα της τοποθέτησής του με τη φράση «σας τιμώ για …» («je vous rends hommage…»), με μόνη επιφύλαξη -και σωστά- την απόδοση μονοθεϊσμού στον Πλάτωνα. Το ότι παρά τη διατριβή της Σορβόννης η υποψηφιότητα του Ράμφου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την ίδια χρονιά (1978) απορρίφθηκε δεν αφορά τον ίδιο αλλά μάλλον το Πανεπιστήμιο.
Το πρώτο βιβλίο του Ράμφου στα ελληνικά είναι ο «Τόπος υπερουράνιος» (1975), το οποίο εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι. Θυμίζω την αρχική φράση: «Αυτός ο τόπος είναι η Ελλάδα». Επιστρέφει πανηγυρικά στην Αρχαία Ελλάδα («ό,τι λέω το χρωστώ στους αρχαίους», σ. 40), για να κηρύξει την ιδέα της παράδοσης ως δημιουργικότητας και την ενότητα Αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου, Πλάτωνα και Χριστού («ο Χριστός γεννήθηκε στην Ελλάδα», σ. 20). Το μικρό βιβλίο γραμμένο με την έξαρση του μανιφέστου, αποφαίνεται και χρησμολογεί, δεν επιχειρηματολογεί, και αποκαλύπτει εξαρχής πώς αντιλαμβάνεται το πνευματικό του εγχείρημα ο Ράμφος: δεν θέλει απλώς να μιλήσει και να λυτρώσει την ψυχή του, θέλει να ταράξει τα νερά, να ξεσηκώσει, να καθοδηγήσει. Θα προσθέσω ότι το υφολογικό επίτευγμα του «Τόπου Υπερουράνιου» ο Ράμφος δεν το κατάφερε έκτοτε σε κανένα από τα υπόλοιπα βιβλία του.
Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το έργο του Ράμφου σε τρεις περιόδους: αρχαία Ελλάδα και πλατωνισμός, Ορθοδοξία, εκσυγχρονισμός και εξατομίκευση. Η πρώτη διατρέχει όλο το έργο, μέσα στη γενική αποδοχή -ποιος δεν θαυμάζει την αρχαία Ελλάδα;- αλλά η τρίτη, που η αρχή της ορίζεται με το βιβλίο του «Ο καημός του ενός» (Αρμός, 2000), δεν αποτελεί απλώς μετακίνηση από τη δεύτερη, στον ίδιο πάντως δρόμο, αλλά άρνησή της. Και οι τρεις περίοδοι ωστόσο, όση και αν είναι η διαφορά και αντιφορά μεταξύ τους, ενοποιούνται από τα κεντρικά και σταθερά ερωτήματα της σκέψης του Ράμφου, που είναι η μοίρα του Νέου Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και η συγκρότηση μιας κοινωνίας ανθρώπων με εσωτερικότητα, δηλαδή με αυτογνωσία και ευθύνη. Αν η διεκδίκηση και κατάκτηση μιας ξεχωριστής δημιουργικής θέσης της Ελλάδας δεν μπορεί να γίνει με την αναγέννηση της ελληνικής σκέψης, με οδηγό τον Πλάτωνα, επειδή ακριβώς ο πλατωνισμός δεν έχει ιστορική σάρκα στον σημερινό κόσμο, αυτό θα μπορούσε να γίνει με την Ορθοδοξία, γεγονός που σημαίνει ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν γίνεται με όρους πίστης αλλά με όρους πολιτιστικής ταυτότητας και ιστορικού ρόλου. Η δεύτερη αυτή περίοδος έδωσε αρκετούς συγγραφικούς καρπούς, άλλους ώριμους, όπως οι «Πελεκάνοι Ερημικοί» (Αρμός 1994), ένα από τα καλύτερα βιβλία του Ράμφου γενικά, και άλλους ρηχούς, όπως «Η Πολιτεία του Νέου Θεολόγου» (Κέδρος, 1981), αφιερωμένο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, την κιβωτό του ελληνισμού (όχι της πίστης). Εννοείται πως όταν λέω εδώ ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν έγινε με όρους πίστης, δεν κρίνω αν μέσα στην ψυχή του πίστευε ή δεν πίστευε στον Χριστό -άλλος είναι αρμόδιος να το κρίνει αυτό-, αναφέρομαι αποκλειστικά σε όσα γράφει στα βιβλία του.
Από τον «Καημό του ενός» και μετά ο Ράμφος δεν εγκαταλείπει απλώς την Ορθοδοξία, αλλά από εκεί που τη θεωρούσε μεγάλο πνευματικό πλούτο, τη θεωρεί τώρα εμπόδιο και τροχοπέδη για τη γόνιμη πορεία του Νέου Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και για μια κοινωνία ανθρώπων δημιουργικών και υπεύθυνων. Κατά τη γνώμη του, όλα κρίθηκαν μεταξύ του 10ου και 12ου αιώνα, όταν το Βυζάντιο δεν κατάφερε αυτό που κατάφερε η Δύση, δηλαδή τη συνύπαρξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας με ένα εγκόσμιο σχέδιο που να παίρνει στα σοβαρά τις ανθρώπινες δυνάμεις (σ. 106). Δεν μπορώ να συζητήσω εδώ αναλυτικά το επιχείρημά του, αλλά μόνο να θέσω το ερώτημα: πόσο είναι δυνατό μια πνευματική πρόταση του 12ου αιώνα να καθορίζει ιστορικά τον σημερινή ελληνική κοινωνία και τον ψυχισμό του σημερινού Έλληνα; Ο Ράμφος πάντως θα συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση και δέκα χρόνια αργότερα, στο βιβλίο του «Το αδιανόητο τίποτα» (Αρμός, 2010) θα αναζητήσει τις ρίζες νεοελληνικού μηδενισμού στη Φιλοκαλία.
Ο Στέλιος Ράμφος είναι πια το έργο του. Ας στραφούμε σε αυτό και ας το μελετήσουμε με την προσοχή που του αξίζει, αφήνοντας στην άκρη πάθη και αντιδράσεις, που προκαλούσαν κυρίως οι παρεμβάσεις του στην επικαιρότητα. Σε αυτή τη μελέτη κεντρική θέση θα λάβουν ασφαλώς οι μεταστροφές και οι μετακινήσεις του, αλλά ας μην τις αντιμετωπίσουμε ηθικολογικά, είτε θετικά, ως έκφραση διανοητικού δυναμισμού και πνευματικής ειλικρίνειας, είτε αρνητικά, ως έκφραση ιδεολογικού καιροσκοπισμού. Oι μεταστροφές του, σε συνάρτηση με τα σταθερά ερωτήματά του, μας αφορούν και εμάς, ατομικά και συλλογικά.



Στέλιος Ράμφος ως σημείο συνάντησης

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ

Ο αποδημήσας Ράμφος ήταν πράγματι το σημείο συνάντησης των μετανεωτερικών φιλελεύθερων αριστερών και των συντηρητικών δυτικο-σπουδαγμένων. Αυτό το κατόρθωσε αφού διήνυσε την «επώδυνη» οδό της ορθόδοξης πνευματικότητας. Πολλά μπορεί να πει κανείς: για την πλατωνίζουσα ή νεο-πλατωνίζουσα σκέψη του, για την έπαρσι των μη παραπομπών (α λα Νίτσε), για τον ιδιαίτερο πάντα λόγο του, για την Γαλλικότητα του, για τις συνάξεις με τις εύπορες Κυρίες των Βορείων Προαστείων. Για μένα, η σημαντικώτερη όλων προσφορά του ήταν η ανάδειξη του χρονισμού της Ορθοδοξίας, όσο κι αν αυτό με ξενίζει. Είναι ένα πολύ σημαντικό και πάντα επίκαιρο θέμα. Ακόμα και η ταύτισι της ορθόδοξης ψυχής με τον υπαρκτό παλαιοκομμουνισμό δεν ήταν λάθος εκ μέρους του, μολονότι είχε μία ιδεολογική εργαλειοποίησι από πίσω της. Θυμάμαι πολύ καλά τα σχόλια του, δίκην επιφυλλίδων, για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και για τα ομόφυλα ζευγάρια. Ήταν του δε πόιντ! Καλό ταξίδι να’ χει. Μας λείπουν τέτοιες προσωπικότητες. Μας κουράζουν οι οπαδοί τους.

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Γιαγκίνι: Από τη στάχτη του '22 στο φως και τη λύτρωση!


Κατερίνα Καραμανώλη. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής.


Μια οικογένεια στο διάβα του χρόνου, στη δίνη των καιρών, σε ένα νησί, τη Λέσβο, ζει την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και συνεχίζει να επιβιώνει ανάμεσα στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο, την Μικρασιατική εκστρατεία και την καταστροφή, την απώλεια, την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, τη μετανάστευση. 
Συγχρόνως οι προσωπικές ανησυχίες, οι δυσκολίες, οι φόβοι, η αγωνία, η πίστη, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η φιλία, το πείσμα, η αίσθηση του δίκιου τους ακολουθούν. Ένα ταξίδι από τη Λέσβο μέχρι το Σκρα ντι Λέγκεν στα βόρεια σύνορα της χώρας και από εκεί στα βάθη της Ανατολής, στο Εσκί Σεχίρ, την Κιουτάχεια, το Αφιόν Καραχισάρ, το Τουμλού Μπουρνάρ, το Σαλιχλί και ακόμη πιο πέρα στην αλμυρά Έρημο στον ποταμό Σαγγάριο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Αϊβαλί, στη Λέρο, στη Λιέγη. 
Η Στασούλη, ο Αποστόλης, η Κατερίνη, ο Γιώργης, ο Λευτέρης, η Ζωή, η Πάτρα, η Αντιόπη, ο Ανέστης και άλλα πρόσωπα έρχονται αντιμέτωπα με την μοίρα τους, μα και με την θέλησή τους για ζωή. Στο δρόμο τους, μοιραία, θα βρεθούν ο Πλαστήρας, ο Κεμάλ, η οικογένεια του Ηλία Βενέζη, ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος. Παλεύουν με τη φλόγα να δυναμώνει μέσα τους, να γίνεται γιανγκίνι, δίψα για οξυγόνο. Γιατί μέσα από τη φωτιά ο άνθρωπος, ξαναγεννιέται· [από το οποσθόφυλο του βιβλίου].

«Ναι, η Πατρίδα εκεί απέναντι σε περιμένει, όλο και κοντεύεις. Όταν ο άνθρωπος ξεπερνά τους φόβους του και τολμά, όλα τα καταφέρνει», (σ. 57).
«Προχώρησε στο εσωτερικό του ναού. Ένιωσε να πλημυρίζει από τη γνώριμη μυρουδιά του λιβανιού, την μυρουδιά του ξύλου από τα στασίδια, τα παγκάρια και τα ψαλτήρια. Ήταν το μέρος εκείνο όπου είχαν εναποθέσει τις προσδοκίες του στον Άγιό του γενιές και γενιές των χωριανών του, ο καθένας καταθέτοντας τα δικά του θέλω, όλοι τους όμως κάτω από την ίδια σκέπη. Ήταν το μέρος εκείνο που όλοι του έψαχναν την λύτρωση» (σ. 68).

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης στ' Άγιον Όρος

«Οι 10 καμπάνες των Ιβήρων.

Η Προρταΐτισσα.
Θάμα!

Μάτια, χείλος.
Όλο το πέλαος.

Το στέμμα.

Η χρυσή της
ντυμασιά.
Αρματωσιά χρυσή».

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. (1988). Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Εισαγωγή – Φιλολογική Επιμέλεια Ιωάννα Κωνσταντουλάκη - Χάντζου. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, σ. 101.


«[…] Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη βαθιά και πονεμένη έκφραση των ματιών της “Πορταΐτισσας”, ή την τρυφερότητα και τη θεϊκή αγνότητα της “Γλυκοφιλούσας” στη Μονή Φιλόθεου.
[…] Η “Πορταΐτισσα” ρίχτηκε στη θάλασσα από τους εικονοκλάστες του Βυζαντίου και ευτυχώς ταξίδεψε μέχρι τις ακτές του Αγίου Όρους. Εκεί αναδύθηκε από την παλίρροια. Την περισυνέλλεξαν ευλαβείς μοναχοί, που την οραματίστηκαν στον ύπνο τους.
» Ο πάτερ Ευμένιος είναι εδώ και πενήντα χρόνια στην υπηρεσία της “Πορταΐτισσας”. Πάντα έχει μαζί του το κλειδί από το μικρό παρεκκλήσι, αριστερά της μεγάλης εισόδου του Μοναστηριού των Ιβήρων, όπου με ευλάβεια και αφοσίωση φυλάσσεται το θαυματουργό εικόνισμα. Ο πάτερ Ευμένιος δεν επιτρέπει σε κανένα να ανάβει τα κεριά στο παρεκκλήσι, να βάλει λάδι στα καντήλια του, να σκουπίσει το υγρό πλακόστρωτο, ή να στολίσει με γιρλάντες λουλουδιών και δάφνης τη μικρή σκαλιστή πόρτα τις γιορτινές μέρες.
» Ο πάτερ Ευμένιος φροντίζει για όλα, υποχρεώνοντας το εξασθενημένο και ασταθές σώμα του να υποταχθεί στη θεία δύναμη της ψυχής του.
» Κοιτάζει την Παναγιά του με ύφος υποταγής, γλυκύτητας και μυστικισμού. Μένει ολόκληρες ώρες γονατιστός μπροστά στην Παναγιά του, κουβεντιάζοντας μαζί της με οικειότητα και εμπιστοσύνη. Το πρόσωπό του λάμπει και συχνά παρακολουθώ στη μεγάλη αυλή τον πάτερ Ευμένιος να βαδίζει σαν υπνωτισμένος και απορροφημένος, παραπατώντας κάτω από τα περιπαιχτικά βλέμματα των άλλων μοναχών, που δεν γεύτηκαν ποτέ την ανισόρροπη αυτή ανωτερότητα».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2001). Σκίτσα από το Άγιον Όρος. Ηράκλειο: Μουσείο Ν. Καζαντζάκη, σσ. 28-28, 30-31.


«Γλυκοφιλούσα = ποτέ δεν θα ξεχάσω τη βαθύτ[ατη] θλίψη, όπως ακουμπά στο μάγουλο του Χρι[στού], το μακρουλό τετράγ[ωνο] πιγούνι, το λεπτό κιτρινισμ[ένο] μάγουλο, τα ωραία μάτια και το γλυκό δαχτυλιδ[ένιο] στόμα. Θαύμα πίστης και απλότητας»[*].

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2020). Άγιον Όρος. Νβρης-Δβρης 1914. Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σχόλια Χριστίνα Ντουνιά – Παρασκευή Βασιλειάδη. Ηράκλειο: Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, σ. 42.

Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, στο Αγιορείτικό Ημερολόγιο ο Σικελιανός, γράφει: «[…] Η θειότητα της / Γλυκοφιλούσας / Μονή Φιλοθέου» (σ. 177) και «Τα τρία ως τώρα θάματα / που είδαμε: / Πορταΐτισσα, / Δεδεκαετής Ιησούς, / Γλυκοφιλούσα» (σ. 180)· [η υποσημείωση δική μου].

[*] Κατά την παράδοση, μία από τις εικόνες που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πρόκειται για μια αμφιπρόσωπη εικόνα λιτανείας που βρίσκεται στη Μονή Φιλοθέου. Στην κύρια όψη εικονίζεται η Θεοτόκος να φυλά το μικρό Χριστό, ενώ στη δευτερεύουσα ιστορείται η Σταύρωση. Ο Πρεβελάκης παρατηρεί πως και ο Σικελιανός συγκινείται από την ίδια αγιογραφία «κοινή είναι η συγκίνησή τους από την "Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα"· οι δύο φίλοι την υμνούν σα δεξιός και αριστερός ψάλτης». Παντελής Πρεβελάκης, Άγγελος Σικελιανός: Τρία κεφάλαια βιογραφίας κ’ ένας πρόλογος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984, σ. 113.