Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Καμίλο Τόρες: Ποιος ήταν ο «Κολομβιανός Τσε Γκεβάρα» και πώς έγινε «αντάρτης-ιερέας»

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΚΛΗΡΗ


Η πιο διάσημη αγνοούμενη σορός της Λατινικής Αμερικής βρέθηκε, μετά από 60 χρόνια, την περασμένη εβδομάδα. Ο «αντάρτης-ιερέας» Καμίλο Τόρες, για πολλούς ο «Κολομβιανός Τσε Γκεβάρα», καθώς είχε συνδέσει τη χριστιανική αγάπη με την επανάσταση, είχε φονευθεί στην παρθενική του μάχη στις 15 Φεβρουαρίου 1966.
Λίγο πριν την 60η επέτειο του θανάτου του, μια σειρά από ιατροδικαστικές έρευνες και γενετικά τεστ μαζί με αναδίφηση ιστορικών αρχείων οδήγησαν στην επιβεβαίωση ότι τα οστά, που είχαν βρεθεί δύο χρόνια πριν σε κοιμητήριο στην πόλη Μπουκαραμάνγκα της Κολομβίας, ανήκαν σε αυτόν.
Δείγματα DNA από τα οστά συγκρίθηκαν με του πατέρα του, Καλίστο Τόρες, και άλλων συγγενών, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση. Κάπως έτσι η Μονάδα για την Έρευνα Αγνοουμένων μπόρεσε να κάνει μια επίσημη ανακοίνωση η οποία δίνει ελπίδα στους συγγενείς περισσότερων από 120.000 θυμάτων του εμφυλίου, που παραμένουν ακόμη αγνοούμενα, ότι οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες σε συνδυασμό με την πολιτική βούληση μπορούν να οδηγήσουν στην ολοκλήρωση του εκκρεμούς μακροχρόνιου πένθους τους.
Από το 2017, περίπου 5.000 σοροί έχουν ανευρεθεί και από αυτές 700 έχουν ταυτοποιηθεί, ενώ 500 αγνοούμενοι ανακαλύφθηκαν να είναι εν ζωή, σε μια περίοδο που έχουν εκλείψει οι λόγοι της κρυφής ζωής τους.
Οι εμφύλιες συγκρούσεις της Κολομβίας άρχισαν το 1964 ως συνέχεια της περιόδου που ονομάστηκε «Λα Βιολένσια» («Η Βία», 1948-1958) και της δίωξης κομμουνιστών που ακολούθησε οι οποίες οδήγησαν στη συγκρότηση των επαναστατικών ενόπλων δυνάμεων της Κολομβίας (FARC). Επρόκειτο για έναν εμφύλιο χαμηλής έντασης στον οποίο συμμετείχαν ο κυβερνητικός στρατός, δεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις, αριστερές αντάρτικες ομάδες, αλλά και καρτέλ ναρκωτικών και εξωτερικοί δρώντες.

Φίλος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Ο Καμίλο Τόρες Ρεστρέπο υπήρξε ιερέας, κοινωνιολόγος, εφημέριος, καθηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και επαναστάτης. Γεννημένος στη Μπογκοτά στις 3 Φεβρουαρίου 1929, ήταν γιος του Καλίστο Τόρες Ουμάνια, παιδίατρου με σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και διάσημου καθηγητή από ισχυρή αστική οικογένεια της Κολομβίας. Ο Καμίλο Τόρες σπούδασε στη Νομική Σχολή, όπου είχε συμφοιτητή και φίλο τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, και μετά στη Λουβαίν του Βελγίου.
Το 1959 δημιούργησε την πρώτη σχολή κοινωνιολογίας στη Λατινική Αμερική, η οποία αργότερα εντάχθηκε στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, μαζί με τον κοινωνιολόγο Κάρλος Εσκαλάντε και την ανθρωπολόγο Βιργινία Γκουτιέρες ντε Πινέδα. Ο Τόρες ίδρυσε το πανεπιστημιακό κίνημα για την προαγωγή των κοινοτήτων, υπήρξε στέλεχος του Ινστιτούτου της Κολομβίας για την Αγροτική Μεταρρύθμιση, προωθώντας σχετικές πολιτικές και προήδρευσε στο πρώτο εθνικό συνέδριο κοινωνιολογίας.

Σύγκρουση με την εκκλησία

Η κοινωνική δράση του τον έφερε από το 1961 σε σύγκρουση με τον επικεφαλής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Κολομβία, καρδινάλιο Λουίς Κόντσα Κόρδομπα, με αποτέλεσμα τον αποσχηματισμό του από το ιερατικό σχήμα και την επαναφορά του στην τάξη των λαϊκών το 1965. «Όταν ο πλησίον μου δεν θα έχει τίποτα εναντίον μου, όταν θα έχω πραγματοποιήσει την επανάσταση, τότε θα ξαναπροσφέρω τη Θεία Λειτουργία, αν ο Θεός μου το επιτρέψει», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Καμίλο Τόρες, παπάς που αρνήθηκε τη θεσμική ιεροσύνη του προκειμένου να αλλάξει το πετραχήλι με το όπλο, είχε μια ολιγόμηνη ένταξη στον Εθνικό Απελευθρωτικό Στρατό (ELN), αριστερή αντάρτικη οργάνωση με μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία η οποία συνεχίζει να υπάρχει μέχρι και σήμερα. Ο Τόρες έπεσε στην πρώτη μάχη του, κατά τη διάρκεια ενέδρας του κυβερνητικού στρατού, σε ηλικία 37 ετών, για πολλούς ένα σημείο της μοίρας ή, για τους πιστούς, της θείας πρόνοιας, ότι το πεπρωμένο του δεν ήταν να παραβεί την εντολή «ου φονεύσεις». Σύμφωνα με μαρτυρίες, πυροβολήθηκε ενώ προσπαθούσε να αποσπάσει το όπλο από έναν πεσμένο στρατιώτη, σύμφωνα με οδηγίες που είχε δεχθεί.

Δεύτερος θάνατος

Η τότε κολομβιανή κυβέρνηση προσπάθησε με κάθε τρόπο να του επιβάλλει έναν δεύτερο θάνατο: οι στρατιώτες χρησιμοποίησαν χημικά πάνω στη σορό, ώστε να είναι δύσκολη η αναγνώρισή της με τα τότε μέσα. Ο σκοπός ήταν ακριβώς να μην υπάρχουν «λείψανα», που θα καθιστούσαν τον Καμίλο Τόρες έναν μη αναγνωρισμένο κοσμικό άγιο.
Η μητέρα του Καμίλο Τόρες, η Ισαμπέλ Ρεστρέπο, έχει καταστεί σύμβολο των μανάδων που αναζητούσαν τα αγνοούμενα παιδιά τους. Ύστερα από 450.000 νεκρούς και 120.000 αγνοούμενους, μετά την εκεχειρία του 2016 μεταξύ της κυβέρνησης και του FARC, η Κολομβία από το 2017 έχει αποδοθεί στο έργο της δύσκολης εθνικής συμφιλίωσης, προσπαθώντας να αναπαύσει τα φαντάσματα του παρελθόντος. Σήμερα οι εναπομένουσες εστίες συγκρούσεων έχουν ενθυλακωθεί σε περιφερειακές επαρχίες, ενώ καταβάλλονται προσπάθειες για εθνική συμφιλίωση.
Η σορός του Τόρες θα εναποτεθεί σε παρεκκλήσιο στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά, ώστε να συνδυασθεί η τιμή στον ιερέα με το σέβας στον ακαδημαϊκό διδάσκαλο. Η κυβέρνηση του κεντροαριστερού Γκουστάβο Πέτρο, πάντως, τόνισε περισσότερο τις ιδιότητες του κοινωνιολόγου, του πανεπιστημιακού, του ιερέα και του κοινωνικού ακτιβιστή και λιγότερο αυτήν του αντάρτη, που ακόμη διχάζει, καθώς μάλιστα το ένοπλο κίνημα στο οποίο είχε ενταχθεί παραμένει ενεργό.

Οι κληρονομιές του Τόρες

Ο Τόρες διαθέτει, όντως, διαφορετικές κληρονομιές. Αν οι σοσιαλιστές βλέπουν σε αυτόν τον επαναστάτη και οι χριστιανοί τον μάρτυρα, οι προοδευτικοί φιλελεύθεροι τιμούν τον ακτιβιστή της δημοκρατίας, τον φωτισμένο πανεπιστημιακό πρωτοπόρο της κοινωνιολογίας, ο οποίος εξοβελίστηκε από τη συντηρητική Εκκλησία του. Υπήρξε, όμως, και μια προσωπικότητα που είχε δεχθεί έντονα επικριτικούς χαρακτηρισμούς όσο ζούσε: «Έντιμος, αλλά λανθασμένος», «συμμορίτης», «κήρυκας του μίσους» είναι μερικές από αυτές.
Η ανεύρεση της σορού έρχεται σε μια στιγμή όπου o Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός, όπου είχε ενταχθεί, και ο οποίος έχει με τη σειρά του κατηγορηθεί για εξαφανίσεις κολομβιανών πολιτών, είναι έτοιμος για διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση.

Πώς έγινε αντάρτης

Ο Χαβιέρ Γκιράλδο, ο Ιησουίτης ιερέας και κοινωνιολόγος ο οποίος πρωτοστάτησε από το 2019 στον επταετή αγώνα για να ταυτιστεί η σορός, δήλωσε ότι ο Καμίλο Τόρες ήταν πολύ παραπάνω από ένας «ανταρτόπαπας». Πριν από τους τρεις τελευταίους μήνες της ζωής του, όπου αποφάσισε να εμπλακεί στην επαναστατική δράση, ήταν μια αιρετική φωνή τόσο στους ακαδημαϊκούς κύκλους της κοινωνιολογίας, όσο και στους εκκλησιαστικούς. Έβγαζε τους φοιτητές του από το αμφιθέατρο και τους οδηγούσε να γνωρίσουν τις πιο φτωχές συνοικίες της Μπογκοτά με τους «chircales», δηλαδή τους τουβλοποιούς σε παραδοσιακά εργαστήρια παραγωγής τούβλων από πηλό σε φτωχές εγκαταστάσεις στην περιφέρεια της Μπογκοτά, όπου δούλευαν και παιδιά.
Τότε παρατήρησε, όπως έγραψε σε επιστολή του στον Αρχιεπίσκοπο Κολομβίας, ότι όσοι πήγαιναν τακτικά στη Θεία Λειτουργία δεν ενδιαφέρονταν να επισκεφτούν τις φτωχογειτονιές των «chircales», ενώ ήταν περισσότερο οι άθεοι που είχαν κοινωνική ευαισθησία. «Αυτοί που αγαπούν δεν έχουν πίστη, και αυτοί που έχουν πίστη δεν αγαπούν», ήταν το συμπέρασμά του.
Η δήλωση αυτή συνδεόταν με την πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής από την εποχή όπου οι κονκισταδόρες εκχριστιάνισαν με τη βία τους ντόπιους κατοίκους, επιμένοντας στα τυπικά σημεία του θεσμικού εκχριστιανισμού και στη φορμαλιστική πίστη, αδιαφορώντας όμως για την κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα από παρόμοιες εμπειρίες, ο Καμίλο Τόρες σμίλευσε την έννοια της «αποτελεσματικής αγάπης», η οποία ταυτίζεται με τη δέσμευση για δικαιοσύνη και αλλαγή των κοινωνικών δομών.
Η βάση του ήταν το σημείο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου όπου τονίζεται ότι οι άνθρωποι κρίνονται με κυρίως κριτήριο την έμπρακτη ευσπλαχνία τους. Αν όμως η προσωπική φιλανθρωπία βοηθά ένα άτομο, η αλλαγή των κοινωνικών δομών αποτελεί σπλαχνική αγάπη προς όλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δέσμευση για κοινωνική δικαιοσύνη μέσα από την αλλαγή των θεσμών έγινε συνώνυμη της αποτελεσματικής αγάπης στη σκέψη του, καθώς ο Καμίλο Τόρες προσπαθούσε να ανιχνεύσει τις πολιτικές συνέπειες της χριστιανικής έννοιας της αγάπης.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Δύο τραγούδια του Robert Plant για τον γιό του Κάρακ που έφυγε από τη ζωή σε μικρή ηλικία


ΠΗΓΗ: Led Zeppelin

ΠΗΓΗ: Robert Plant

ΕΓΚΛΗΜΑ των ΤΕΜΠΩΝ: Τρία χρόνια μετά... Αίσχος και Ντροπή...



Αίσχος και ντροπή... Δύο λέξεις, μόνο. Κατ' ουσίαν πρόκειται για το δράμα και των δύο λέξεων. Είτε εννοούμε το όνομά τους είτε το ύφος τους. Το οποίο δράμα και ύφος, με προκλητικό τρόπο αγνοεί να λάβει υπόψη του, το εγκληματίας Κράτος - Πολιτική - Δικαιοσύνη. Α.Ι.Κ.

«Εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα»

«Ο σημερινός άνθρωπος της ευκολίας και της επιτυχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ακόμα και την ιερή τέχνη για να “δοξαστεί” πρωτοτυπώντας συχνά στα υλικά και τα χρώματα, άλλοτε πάλι στις συνθέσεις και στην τεχνική. Ξεχνά ίσως πως δημιουργεί κάτι το εφήμερο, το στείρο και ξένο προς την εικόνα, κάτι το πεθαμένο αφού έχει κόψει κάθε δεσμό με το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας. Η έννοια της εικόνας και αυτή η ίδια η εικόνα παραμορφώνεται, γίνεται είδος τουριστικής κατανάλωσης αφού ο τεχνίτης που την φτιάχνει με την καλύτερη δυνατή απομίμηση του παλαιού στοχεύει στο κέρδος. Φαίνεται αποτρόπαιο στη συνείδηση ενός χριστιανού καλλιτέχνη να εικονίζεται το πρόσωπο του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάνω σε καμβά με γύψινη προετοιμασία, χωρίς ξύλινη επιφάνεια για να μπορέσει στη συνέχεια η ζωγραφισμένη επιφάνεια να σπάσει σε μικρά κομμάτια, να κάνει το λεγόμενο “κρακλέ” που θα μοιάσει έτσι στην παλαιά εικόνα· ή πάλι να ρίχνονται οξέα πάνω στο θεωμένο πρόσωπο που αναπαρίσταται για να “μαυρίσει” και να δικαιολογήσει έτσι την φαινομενικά αρχαιολογική του αξία. Καταλαβαίνουμε πως έχει χαθεί και το παραμικρό αίσθημα ταπεινοφροσύνης, όταν ακούμε πολλές φορές να καταξιώνεται το “εικονογραφικό” εμπόριο και μάλιστα να κατοχυρώνεται και Θεολογικά. Όταν βλέπουμε τις Εικόνες όμοια με τις τοιχογραφίες της Κνωσού ή της Σαντορίνης, αλλοιώνεται το βλέμμα μας, η στάση μας απέναντι στο ιερό και το άγιο, είναι μια προσβολή στα δόγματα της 7η Οικουμενικής Συνόδου και στη μνήμη των αγίων ομολογητών που μαρτύρησαν υπερασπιζόμενοι τις εικόνες. Ας έχουμε λοιπόν το ελάχιστο – της ταπείνωσης – την κοινή λογική – ξεκαθαρίζοντας τη θέση μας: εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα· το πρώτο αναιρεί το δεύτερο και αντιστρόφως».


ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΗΣ. (1991). «Εικόνα: εκφαντορική του κρύφιου και δεικτική», στο: Εικόνα ή έργο τέχνης. Διάλογος μ’ ένα εικονογράφο (Λ. Α. Ουσπένσκυ). Αθήνα: Παρουσία, σσ. 14-15. 

Από πότε λοιπόν άρχισες να ζωγραφίζεις εικόνες; 

Όχι να ζωγραφίζω εικόνες, αλλά να μ’ ενδιαφέρουν ωστόσο. 
(Σιωπή). 
(Ξαναπιάνει το σχέδιο του ενδύματος και στρογγυλεύει τους ώμους). 
Βλέπεις, εδώ κυλά η κύρια μελωδία… καταλαβαίνεις; 

Υπάρχει λοιπόν μια σχέση ανάμεσα στη μελωδική γραμμή και το σχέδιο; 

Όχι μόνον μια σχέση, αλλά είναι το ίδιο πράγμα. Θα το βρεις σε κάθε εικόνα αυτό. Να μια φωτογραφία της εικόνας του Ρουμπλιέφ· η Αγία Τριάδα. Η γραμμή κυλά με πολύ ήσυχο τρόπο, μεγαλόπρεπα. (Ησυχία). Μπορεί να πει κανείς, πως όλα τα εικονογραφικά δεδομένα αποδίδονται με μια αντεστραμμένη “προοπτική” σε σύγκριση με τη φυσική οπτική. Εξ άλλου, μέσα στην εικόνα η αντεστραμμένη “προοπτική” κυριαρχεί πάντα δίπλα στις αναπαραστάσεις που υπακούουν στους νόμους της προοπτικής. Αυτού του είδους η “προοπτική” – που δεν είναι ωστόσο προοπτική – ερμηνεύει την επί του Όρους Ομιλία: “Οι τελευταίοι θα είναι πρώτοι…” είναι από μόνο του μια αντεστραμμένη “προοπτική”, ή δεν είναι έτσι; Και φυσικά ο Σταυρός. Το μαρτύριο και ο θάνατος του Χριστού είναι μια νίκη για μας. Ολόκληρη η διδασκαλία του Ευαγγελίου έχει διατυπωθεί μέσα σε μια αντεστραμμένη “προοπτική”. Κι αυτή εκφράζεται κυρίως στην εικονογραφία». 


Αυτόθι, σσ. 28-29. 

Ο διάλογος αυτός αποτέλεσε μέρος δημοσίευσης της Σαντάλ Σαβινκώφ με τίτλο: «Γένεσις της Εικόνος» στο: Les Imaginaires, t. 1063, Paris 1976.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και η αναμέτρηση μας με το παρελθόν

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Είδαμε όλοι μας αυτό που ακούγαμε ή βλέπαμε σε ταινίες, την εκτέλεση 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) και τριών μελών της συνοδείας του έξω από τους Μολάους της Λακωνίας. Ήταν μία από τις πολλές περιπτώσεις που «στιγματίζουν» το ελληνικό κράτος. Και αυτό, διότι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην Ευρώπη, όπου η παράδοση κομμουνιστών από τα Σώματα Ασφαλείας στον κατακτητή δεν εμποδίσθηκε από θεσμικούς παράγοντες όπως οι δικαστικές και διωκτικές αρχές (Μ. Χαραλαμπίδης, Οι Δωσίλογοι, Αλεξάνδρεια, 2024, σ. 260). Κατά συνέπεια, η εκτέλεση εγγενώς σηματοδοτεί- πέρα από την οργή για τις πρακτικές των Ναζί- μία συνενοχή του επίσημου ελληνικού κράτους.
Όταν η Λητώ και ο Άγγελος Κατακουζηνός βγήκαν μαυροντυμένοι στην πλατεία Κολωνακίου την 1η Μαΐου 1944, σε ένδειξη πένθους για την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, έμειναν έκπληκτοι από την αντίδραση διαφόρων γνωστών τους, μεγαλοαστών, κατοίκων του Κολωνακίου: Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;, ρώτησαν ανήσυχοι. Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και ρωτάτε τις μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε. Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, πως όλοι αυτοί ήτανε κομμουνιστές; Παγώσαμε. Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε χρέος να τους πενθήσουμε! Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, αυτοί όλοι θέλουν να πιουν το αίμα μας […] Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουν το βιος μας. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά (Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, Αθήνα, Μικρή Άρκτος, 6η έκδοση σ. 182).
Ενδεικτικό το απόσπασμα και για σήμερα. Η ίδια ιδεολογική-κομματική στράτευση που βοηθά τους μελλοντικούς εκτελεσμένους να αψηφούν τον θάνατο στις φωτογραφίες, είναι η ίδια που προκαλεί φόβο και ανασφάλεια στους άλλους. Δεν είμαι σίγουρος εάν οι μαζικές εκτελέσεις χωρικών στις πολλές θηριωδίες των κατακτητών είχαν τέτοια βλέμματα και τέτοια αψηφισιά. Μπορεί να μην είχαν. Ποιοι είμαστε άλλωστε εμείς που κρίνουμε έναν άνθρωπο μπροστά στον θάνατο; Οι φωτογραφίες δείχνουν πάντως ότι η «πίστη» είναι αυτή που κάνει το άτομο να υπερβεί τον φόβο του θανάτου. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Φοβάμαι ότι αυτή η πίστη, η οποιαδήποτε πίστη λείπει σήμερα από τους «νερουλιασμένους» ανθρώπους. Σίγουρα οι εποχές ήταν διαφορετικές και απαιτούσαν διαφορετικές ανθρώπινες στάσεις και συμπεριφορές. Ας μου επιτραπεί να πω κάτι αιρετικό για κάποιους: και από την άλλη πλευρά, την αντίθετη των κομμουνιστών, έχουμε φαινόμενα αυταπάρνησης και θάρρους μπροστά στον θάνατο. Δεν είναι λοιπόν θέμα μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας, αλλά του πως μαθαίνει κανείς να αντικρύζει τον θάνατο, να πεθαίνει. Οι απλοί, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι αυτής της μπαρουτοκαπνισμένης γενιάς ήξεραν να υποφέρουν και να πεθαίνουν. Ενσωμάτωναν τον τρόπο ζωής των αποφάσεων τους. Με πολύ αίμα και βία, οπωσδήποτε.
Σήμερα, έχουμε εκλείψει το πολύ αίμα και τη βία (τουλάχιστον στις γειτονιές μας), φιλολογούμε, κάνουμε παρουσιάσεις έργων, αφιερώματα, ημερίδες, με περισσή ευκολία ανάγουμε το όποιο θέμα στην επικαιρότητα, έχουμε την αστική πολυτέλεια να συμμεριζόμαστε τις γενοκτονίες σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο καταπρόσωπο. Και αυτό είναι ένα βαθύτερο υπαρξιακό έλλειμμα.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό

Του ΜΑΝΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ



Η υπόθεση του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού», έτσι όπως εκτυλίσσεται πλέον στον δημόσιο χώρο, δεν συγκροτεί απλώς μια δικαστική αφήγηση. Μετασχηματίζεται σε πεδίο όπου διασταυρώνονται η κατηγορία, η σιωπή, η συμπόνια και ο συμβολισμός, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου όπου η πραγματικότητα αναγκάζεται να μιλήσει μέσα από αντιφάσεις. Πίσω από τους τίτλους, τις ποινές και τις ερμηνείες, υπάρχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο, χαμηλόφωνο και σχεδόν αθέατο, που αφορά όχι το γεγονός αλλά τη σχέση, όχι τη δημόσια εικόνα αλλά την ανθρώπινη αντοχή. Εκεί συναντά κανείς τα πρόσωπα που, μακριά από τις κάμερες, κράτησαν τον άνθρωπο αυτό όρθιο μετά τη δίωξη, όταν η κοινωνική απογύμνωση έγινε σχεδόν οντολογική συνθήκη. Γιατί η πτώση εκτός από θεσμική είναι και υπαρξιακή: η στιγμή όπου ο άνθρωπος χάνει όχι απλώς το κύρος του αλλά το έδαφος κάτω από τα πόδια του, την ίδια την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κόσμο που τον αναγνωρίζει.
Ο πατέρας Ευάγγελος Παπανικολάου, χωρίς καμία οικογενειακή συγγένεια, παρά τις λανθασμένες και συχνά επαναλαμβανόμενες αναφορές, αναδύεται σε αυτή την αφήγηση ως μια μορφή που δεν λειτουργεί θορυβωδώς αλλά σταθερά. Η παρουσία του δεν είναι συγκυριακή: εθελοντής στην Κιβωτό ήδη από το 1998, τότε που ήταν ακόμη μόνο ιατρός, πριν την ιερωσύνη, με μια διακονία που μαζί με την επίσης παιδίατρο πρεσβυτέρα του άγγιξε χιλιάδες παιδιά, πάνω από 9.900 ιατρικούς φακέλους, αριθμός που δεν λειτουργεί εδώ ως στατιστική, αλλά ως ίχνος μιας μακράς σιωπηλής εργασίας.
Η φιλοξενία που προσέφερε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη απομακρυνθεί, φέρει μια βαρύτητα σχεδόν αντισυμβατική: σε μια εποχή όπου το συλλογικό βλέμμα ζητά καθαρές αποστάσεις, η παραμονή δίπλα στον «έκπτωτο» μοιάζει με πράξη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της κοινωνικής αυτοπροστασίας. Και όταν αργότερα μια γυναίκα από την Αλβανία παραχώρησε το σπίτι της για να στεγαστεί ο πατέρας Αντώνιος με την οικογένειά του, η ιστορία μετακινήθηκε ακόμη πιο μακριά από το θέαμα προς την αθόρυβη οικονομία της επιβίωσης.
Κι εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο δύσκολη και ίσως πιο αμήχανη διάσταση: η ένδεια. Η δήλωση του ίδιου ότι ζει με μειωμένο μισθό, αδυνατώντας να καταβάλει ακόμη και την ελάχιστη δόση, αφήνοντας τον εαυτό του στην βοήθεια και τη συμπαράσταση των ανθρώπων, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπικό παράπονο. Ακούγεται περισσότερο σαν μετατόπιση υπαρξιακής τάξης. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε δημόσια με την πράξη της φιλανθρωπίας βρίσκεται τώρα στην αντίστροφη θέση, εκεί όπου η ανάγκη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινό βάρος.
Η ένδεια εδώ δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική, και επιτρέψτε μου σχεδόν θεολογική. Είναι η στιγμή όπου η κοινωνική ισχύς διαλύεται και ο άνθρωπος μένει γυμνός μπροστά στον άλλον, ζητώντας όχι αναγνώριση αλλά απλή δυνατότητα συνέχειας. Και αυτή η εικόνα προκαλεί αμηχανία στο πλήθος, γιατί διαλύει τις καθαρές αφηγήσεις: ο «ένοχος» δεν παραμένει απλώς αντικείμενο κρίσης, αλλά εμφανίζεται ως πρόσωπο που βιώνει την πτώση και στο επίπεδο της καθημερινής ανάγκης.
Η δημόσια αφήγηση, ωστόσο, σπάνια αντέχει τέτοιες αποχρώσεις. Η «εκκλησία του βλέμματος», αυτή η άτυπη κοινότητα θεατών που παρακολουθεί την πτώση σαν τελετουργία κάθαρσης, έχει ανάγκη από σαφή σχήματα: άγιος ή έκπτωτος, θύμα ή θύτης, σωτήρας ή απατεώνας. Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ένδεια γίνεται σχεδόν ενοχλητική λεπτομέρεια, γιατί επαναφέρει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα εκεί όπου το βλέμμα ζητά συμβολική καθαρότητα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει: ένας άνθρωπος που άλλοτε είχε θεσμική δύναμη βρίσκεται τώρα να εξαρτάται από τη φιλοξενία άλλων, από την καλοσύνη αγνώστων, από μια εύθραυστη αλυσίδα συμπαράστασης. Η ειρωνία γίνεται εδώ βαθιά θεολογική: η κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας όταν αυτή εμφανίζεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Η χθεσινή πρόταση σε βραδινή εκπομπή του Open του πατέρα Ευαγγέλου, ότι ίσως το μεγαλύτερο έργο θα ήταν να βρεθεί στη φυλακή και να διακονήσει εκεί τους φυλακισμένους, εισάγει μια ριζική αντιστροφή. Δεν είναι απλώς λόγος παρηγορίας. Eίναι μια πρόταση μετασχηματισμού της ίδιας της έννοιας της πτώσης.
Εκεί όπου το πλήθος βλέπει τέλος, προτείνεται μια μορφή συνέχειας κι εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αποκαθήλωση, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας διακονίας μέσα στην ήττα.
Αυτή η πρόταση αγγίζει τον πυρήνα του σταυρού όχι ως εξιδανίκευση του πόνου, αλλά ως αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί. Η φυλακή παύει να είναι μόνο τόπος τιμωρίας και μετατρέπεται σε πιθανό χώρο νοήματος, μια ιδέα που ενοχλεί ακριβώς επειδή αρνείται να αφήσει την αφήγηση να τελειώσει με την πτώση.
Και έτσι σήμερα φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο. Ο πατέρας Αντώνιος βαδίζει προς μια δεύτερη, ίσως βαρύτερη δοκιμασία, ενώ το συλλογικό βλέμμα έχει ήδη αποφασίσει το σενάριο μέσα στο οποίο θα τον εντάξει. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, και γι’ αυτό τόσο ανησυχητικό, αν πρόκειται για έναν αποδιοπομπαίο τράγο πάνω στον οποίο συσσωρεύονται οι αντιφάσεις ενός συστήματος ή για έναν άνθρωπο που συναντά το πλήρες βάρος των «πράξεών» του.
Η κοινωνία αγαπά τα σύμβολα γιατί απλοποιούν την αλήθεια. Η πραγματικότητα όμως αντιστέκεται. Και μέσα σε αυτή την αντίσταση, η ένδεια, υλική, κοινωνική, υπαρξιακή, γίνεται ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο αποκαλυπτική διάσταση της ιστορίας: η στιγμή όπου η πτώση παύει να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία.
Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό που, είτε ως τιμωρία είτε ως μαρτυρία, βαραίνει ολοένα περισσότερο, όχι μόνο εκείνον που τον σηκώνει, αλλά και όσους τον κοιτούν.
Καλημέρα!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Μνήμη φωτογραφιών

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Θα πρέπει να προσέξουν πάρα πολύ όσοι βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία για μνημειακές επωδούς μετά την πολύτιμη ιστορικά εμφάνιση αυτών των φωτογραφιών από την Καισαριανή. Θα πρέπει να προσέξουν γιατί δεν τους είναι οικείες. Η εμφάνιση και η ψυχή αυτών των ανθρώπων- σε καθημερινό επίπεδο- δεν τους είναι οικεία. Απλοί, λαϊκοί άνθρωποι, της βιοπάλης, δεν τους συναντάς σήμερα. Η εικόνα δεν είναι οικεία και για έναν ακόμη βασικότερο λόγο. Καθώς οι περισσότεροι από τους εικονιζόμενους ήταν χρόνια στα κάτεργα, οργανωμένοι στο ΚΚΕ, παλιοί Ακροναυπλιώτες (και άλλοι), έχουν την αποφασιστικότητα που τους προσδίδει η ιδεολογία τους. Είναι προφανές ότι, αν στη θέση τους ήταν απλοί χωρικοί, δεν θα υπήρχε αυτό το «βλέμμα». Αυτό δεν λέει τίποτα ιστορικά. Λέει πολλά όμως σχετικά με τους σημερινούς- ακόμα και της ίδιας ιδεολογίας με τους εικονιζόμενους. Τότε η ιδεολογία ήταν ενσώματη και εμψυχωμένη, δεν ήταν ένα ιδεολόγημα για να χουμε να λέμε. Πράγματι, αυτές οι φωτογραφίες είναι πολύτιμες για την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς.

ΠΗΓΗ: manolisgvardis