Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Νήφωνας ο Κελλιώτης

«Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Πορφύρης ήτανε δώδεκα χρονώ. Είδε που φέρανε από το χωράφι τo ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Μαζεύτηκε το χωριό, είπανε πως τον χτύπησε το μουλάρι στα νεφρά.
Η μάνα του Πορφύρη είχε οχτώ παιδιά. Έκλαψε τον σκοτωμένο μέρες και νύχτες - όσο μπορούν να κλάψουν δυό μάτια ανθρώπινα. Ύστερα ήρθε ο παπάς στο σπίτι, να κουβεντιάσουν με τη μάνα για τα παιδιά. Είπανε, να κρατήσει η χήρα τα μισά, τ’ άλλα μισά να βρουν αλλού ψωμί. Ο παπάς έστειλε τα δυό μεγάλα αγόρια στη χώρα, στη δούλεψη του Δεσπότη. Ίσως αργότερα να πήγαιναν και στο σχολειό. Τη μικρή αδελφούλα, τη Λενίτσα, ένα σγουρόμαλλο αγριμάκι, το πήρε η αδερφή του μακαρίτη, στο διπλανό χωριό. Και για τον Πορφύρη, αποφάσισαν να πάει λίγα χρόνια στο Όρος, στον αδερφό της μάνας, τον καλόγερο κι αργότερα αν θέλει να γίνει παπάς.
Έτσι ξεκίνησε ο Πορφύρης για το Όρος. Η μάνα ετοίμασε ένα μπογαλάκι ρούχα και λίγο παξιμάδι για το δρόμο. Φίλησε τον Πορφύρη κι ο Πορφύρης έκλαιγε. Έκλαιγε κι η μάνα, γιατί αυτός ο γιος ήταν ο πιο αγαπημένος. Ύστερα ο παπάς τον πήγε στην Αρναία - δεν ήταν μακριά. Βρήκε μια συντροφιά προσκυνητές και τους παράδωσε τον Πορφύρη.
Ο δρόμος για το Όρος πήγαινε τότε από την ξηρά κι ήταν λιθόστρωτος, από την Ιερισσό στη Λαύρα. Ο Πορφύρης χάζευε τα δάση, τη θάλασσα κι όταν έφτασαν στο Όρος θαύμαζε τα μεγάλα μοναστήρια και τις εκκλησιές.
Αλλά ο θειός του, ο καλόγερος, δεν ήταν σε μοναστήρι, ήταν από τους αυστηρούς και ζούσε στην έρημο. Όταν κάποτε έφτασε ο Πορφύρης ως εκεί, είδε ένα δίπατο καλύβι, χτισμένο άκρη στο βράχο. Μπροστά γκρεμός, στο πλάι γκρεμός, μόνο στο πίσω μέρος είχε μονοπάτι. Ο γέροντας τον έστησε μπροστά του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια, είπε πως μοιάζει του πατέρα του. Είδε και το παιδί τον γέροντα, που έμοιαζε της μάνας έτσι ψηλός, με ρουφηγμένο πρόσωπο και μεγάλη γενειάδα. Ήταν κι ένας διάκος, υποταχτικός, στο καλύβι. Στρώσανε στον Πορφύρη για να κοιμηθεί, μια κουρελού για στρώμα και δυό κουβέρτες για σκέπασμα. Ήρθε η νύχτα και το παιδί φοβότανε, τόση ερημιά στον τόπο και τόσο σκοτάδι. Έπιασε να κλαίει κρυφά, ώσπου αποκοιμήθηκε.
Έτσι ο Πορφύρης μπήκε στη ζωή των καλογέρων. Του φόρεσαν ένα ρασάκι κι ένα σκούφο. Έμεινε ακούρευτος κι όταν τρίχωσε το πρόσωπό του άρχισε να φτιάχνει γένι. Έμαθε όλες τις δουλειές και τις έκανε πρόθυμα. Άναβε τη φωτιά, ψευτομαγέρευε, έφερνε νερό, μάζευε και το βρόχινο. Στο καλύβι του γέροντα δεν κοιμόντουσαν τη νύχτα. Όταν σκοτείνιαζε, ο καθένας στο κελλί του έλεγε την ευχή του Ιησού. μετρώντας τους κόμπους στο κομποσκοίνι. Ο γέροντας δίδαξε και το παιδί να λέει την ευχή. Τέσσερις ώρες από τη δύση του ήλιου διάβαζαν τα γράμματα. Τέλειωναν με την πρώτη αυγή. Ύστερα αναπαύονταν λίγες ώρες. Τη μέρα πελέκαγαν μικρούς ξύλινους σταυρούς και φρόντιζαν δυό μέτρα περιβολάκι με κουκιά και δυό μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια και στις γιορτές κανένα ψάρι από τη θάλασσα.
Τα χρόνια περνούσαν κι ο Πορφύρης δεν έδειξε ποτέ κόπο ή αντίρρηση. - Έλα εδώ Πορφύρη! - Ευλογείτε γέροντα. - Τρέξε εκεί Πορφύρη! - Ευλογείτε γέροντα. Το πρόσωπό του στέγνωσε και σοβάρεψε, σα να μην ήταν πρόσωπο παιδιού. Οι αναμνήσεις απόμεναν μέσα του μακρινές, λίγο τη μάνα του θυμόταν, άλλη γυναίκα δεν ήξερε, αυτήν και την Κυρία Θεοτόκο, και συχνά κοιτάζοντας την εικόνα τις μπέρδευε. Άνθρωπος κοσμικός δεν έφτασε ποτέ στο καλύβι, ούτε ξυλοκόπος, μόνο τους καλόγερους έβλεπε στο πέρα κονάκι, όταν πήγαινε τους σταυρούς κι έπαιρνε τρόφιμα.
Έτσι έγινε είκοσι χρονώ ο Πορφύρης κι ο γέροντας είπε πως είναι καιρός να πάρει τη δωρεά του μεγάλου και αγγελικού σχήματος. Τον κάνανε λοιπόν μοναχό, μεγαλόσχημο. Του άλλαξαν το όνομα, τον είπανε Νήφωνα. Ο Πορφύρης απόμεινε μέσα στις αναμνήσεις μαζί με τη μορφή της μάνας και το κορμί του πατέρα τυλιγμένο στην κουβέρτα. Άλλο τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του, μόνο που φόρεσε τα σημάδια του μεγαλόσχημου I(ησούς, Χ(ριστός) ΝΙ(κά), στη μέση ένας σταυρός πάνω στο κρανίο του Αδάμ. Τ(ούτο) Σ(ημείον) Φ(οβερόν) Δ(αίμοσι).
Στην άκρη του βράχου οι μέρες κι οι νύχτες κυλούσαν καθώς το βρόχινο νερό. Ο γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν το βήμα του κι η φωνή αδυνάτισε. Τότε ήταν που έφτασε στο καλύβι ο πρώτος άνθρωπος από τον κόσμο, ένας αρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, με σιδερωμένο ράσο κι άσπρα μανικέτια. Τον κέρασαν σύκα και ρακί. Έμεινε μαζί τους και στην αγρυπνία. Το πρωί ξεμονάχιασε το Νήφωνα, ρωτούσε τα χρόνια του και τα γράμματα που ξέρει. - Να τον πάρω στην πόλη; είπε στο γέροντα. Θα πάει στη Σχολή να βγει κληρικός. - Ό,τι πει μονάχος του, απάντησε ο γέροντας. Κι ο Νήφωνας είπε όχι, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει καλά γιατί, μόνο που είπε όχι.
Δεν πέρασαν μέρες πολλές και κάποια νύχτα ο γέροντας άφησε στη μέση την αγρύπνια του. Ξάπλωσε στα στρωσίδια κι όταν ο ήλιος ψήλωσε το πρόσωπό του ήταν λευκό, σαν τη γενειάδα του. Δε σάλεψε. Ήρθε ο παπάς από τη σκήτη, τον δίπλωσαν στο ράσο, τον έρραψαν μέσα στο ράσο, και τον απόθεσαν στη ρίζα της μυγδαλιάς, δίπλα στο περιβολάκι. Ο Νήφωνας μάζεψε αγριολούλουδα και στόλισε το σταυρό. Έφτιαξε κι ένα καντήλι για τον τάφο με το περισσευούμενο ποτήρι του γέροντα.
Ο καινούργιος γέροντας ήτανε δύστροπος, είχε ρευματισμούς και θύμωνε, τα ’βαζε με το Νήφωνα. Ο Νήφωνας δεν ήταν πια παιδί, μα δε γύρισε ποτέ λέξη στο γέροντα. Πέρασαν οι δυο τους δέκα χρόνια ζωής. Στο τέλος των δέκα χρόνων ήρθε ο δεύτερος επισκέπτης στο καλύβι. Ήταν ο αδερφός του Νήφωνα, είχε γίνει στην πόλη παπάς. Ο Νήφωνας του φίλησε το χέρι κι εκείνος τον φίλησε στο μέτωπο. Ήταν παντρεμένος, είχε και τρία παιδιά. Του είπε για τη μάνα, που είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια. Του είπε και για την αδερφούλα, τη μικρή, τη Βάγγω, που είχε πεθάνει με το Δάγκειο. Η Λενίτσα ήταν παντρεμένη στο χωριό, ο άλλος αδελφός βγήκε γιατρός και ζούσε στην πόλη, έμεναν κι άλλοι δυο, οι πιο μικροί, που τέλειωναν τώρα το γυμνάσιο. Ο Νήφωνας χάραξε στη μέση ένα χαρτί. Έγραψε στη μια τους ζώντες, στην άλλη τους τεθνεώτες. Έβαλε πρώτο τον γέροντα, ύστερα τον πατέρα, τη μάνα και τη μικρή Ευαγγελία. Μα και οι ζώντες ήταν στη μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνά δε μπορούσε να τους ξεχωρίσει μεσ’ στη σκέψη του.
Ύστερα κι απ' αυτά ο Νήφωνας πήρε ευχή από το γέροντα να φύγει για τα Καρούλια. Είχε πεθάνει ένας ρώσος ασκητής κι ο Νήφωνας πήρε το κελλάκι του. Ήταν χτισμένο καταμεσίς στον κατακόρυφο βράχο, στο κοίλωμα μιας σπηλιάς. Εκεί έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ο Νήφωνας. Κατέβαινε το βράχο κρατημένος από την αλυσίδα, πατώντας σ’ ασήμαντες προεξοχές της πέτρας, πάνω απ’ τη θάλασσα. Το κελλί είχε μια πορτούλα στο πλάγι, μπροστά ένα παραθύρι, το άνοιγες κι έχασκε από κάτω το χάος του γκρεμού. Το χειμώνα η θάλασσα βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό. Από δω και πέρα τα χρόνια δε μετριούνται. Ο Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος κι ολοένα περσότερο κυρτωμένος. Οι νύχτες κυλούσαν άγρυπνες κι οι μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγότερους σταυρούς, έτρωγε λιγότερο παξιμάδι και τα κουκιά δεν τα ‘βραζε στη φωτιά, μόνο που τα μούσκευε για να ξεφλουδίζουν. Μάζευε τη βροχή με το λούκι σ’ ένα πιθάρι και το νερό ευωδίαζε σαν αγιασμός. Το πρόσωπο του γέροντα ήταν ήρεμο κι ένοιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε νοιώσει στη ζωή. Την Κυριακή σκαρφάλωνε στο βράχο, ν’ ανέβει στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί, να κοινωνήσει. Τις άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τα γράμματα, όπως πάντα. Έλεγε και την ευχή, ασταμάτητα. Τα καράβια περνούσαν αλάργα, μα δεν ήξερε να φανταστεί τον κόσμο και τους ανθρώπους, μόνο που έκανε το σημείο του σταυρού στα καράβια που περνούσαν, να ‘χουν ταξίδι καλό.
Είχε ακόμα κι εκείνο το χαρτί με τους ζώντες και τους τεθνεώτες καρφωμένο κάτω από τις εικόνες του. Μόνο που τώρα δε μπορούσε να ξέρει πια πόσοι από τους αγαπημένους ζουν και πόσοι έφυγαν. Γι’ αυτόν ήτανε όλοι ζωντανοί και τους μνημόνευε στους ζώντες. Ακόμα και τον πατέρα του που τον είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα και το γέροντα, που τον έθαψε με τα χέρια του.
Ο Νήφωνας έφυγε τη Λαμπρή. Είχε ανεβεί στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμπάδα του αναμμένη στο στασίδι, προχώρησε στο άγιο Βήμα και κοινώνησε. Ύστερα γύρισε στο στασίδι, σταύρωσε τα χέρια κι έγειρε το κεφάλι. Μερικοί είπαν πως τον είδαν να χαμογελάει. Η λαμπάδα έκαιγε δίπλα του. Οι μοναχοί τον σήκωσαν, τον έρραψαν στο ράσο του και τον κατέβασαν στα Καρούλια. Λίγα μέτρα από το κελλί του, σ’ ένα μικρό κοίλωμα του βράχου, έσκαψαν και τον απόθεσαν ν’ αναπαυτεί. Τον έβαλαν έτσι, σα να κοιτάζει το πέλαγο. Στο βράχο είχαν φυτρώσει αγριολούλουδα. Βρήκαν μεσ’ στο κελλί του και το σταυρό έτοιμο. Τον είχε φτιάξει ο ίδιος, “Νήφων μοναχός” έγραφε. Είχε χαράξει μόνος του τ’ όνομά του στα δίπτυχα των ζώντων».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, (1997), «Νήφωνας ο Κελλιώτης· (φανταστικό συναξάρι)», στο: Πείνα και δίψα, Αθήνα: Γρηγόρη, σσ. 129-136.

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Στον πυρήνα της ποίησης

«Σαν μια φωλιά φυγής η ποίηση. Χτισμένη σε αιχμηρό ύψος, ώστε να είναι δυσπρόσιτη στην αρπαχτική περιέργεια να θέλει κανείς να δει καθαρά το εντός της επωμιζόμενο. Την αποτελεσματική προστασία τής απόκρυψης την περιέχει η αφαίρεση. Η τέχνη επαγρυπνά. Δια της ελλειπτικότητος. Ισορροπώντας στο ένα της πόδι. Γράφοντας αφαιρούμε».

Κική Δημουλά. (2010). Ο φιλοπαίγμων μύθος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 13.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Απροσμέτρητη η αξία του προσώπου και του ιερού

Simon Well. (2018). Το πρόσωπο και το ιερό: Συλλογικότητα - Πρόσωπο - Απρόσωπο - Δικαίωμα - Δικαιοσύνη, μετάφραση - επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Αθήνα: Πόλις.


Το Πρόσωπο και το ιερό είναι πολεμικό κείμενο. Στρέφεται με ένταση εναντίον της ιδέας του προσώπου και κυρίως εναντίον της σύνδεσης του ανθρώπινου προσώπου με το ιερό. Υπάρχει πράγματι κάτι ιερό στον άνθρωπο, δέχεται και η Βέιλ, αλλά αυτό δεν είναι το πρόσωπο, ιερό στον άνθρωπο είναι το απρόσωπο, και μόνο αυτό. Μέσα σε κάθε άνθρωπο ζει ανεπίγνωστα, στο βάθος της καρδιάς του, η προσδοκία του καλού. Η ιερότητα του ανθρώπου είναι ακριβώς η επιθυμία να μην του κάνουν κακό, το παράπονο όταν του κάνουν κακό, και η προσδοκία να του κάνουν καλό. Στη μακρά ιστορία του κακού, οι αναρίθμητοι άνθρωποι που έχουν βασανιστεί από τους κάθε λογής ισχυρούς, οι τσαλαπατημένοι άνθρωποι, οι σκλάβοι, αυτή την επιθυμία και προσδοκία δεν μπορούν πάντα να την εκφράσουν. Μένει ωστόσο ανεξάλειπτα ζωντανή, ένας αλάλητος στεναγμός, μια ανεκφώνητη διαμαρτυρία. Αντηχεί μέσα τους αδιάκοπα η βουβή κραυγή «γιατί μου κάνετε κακό;». Ο αλάλητος στεναγμός των αδικημένων, το ψέλλισμά τους, η βουβή κραυγή της οδυνηρής έκπληξής τους όταν τους κάνουν κακό, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει προσωπικά χαρακτηριστικά. Αυτή η απρόσωπη, βουβή διαμαρτυρία ενάντια στο κακό, αξεχώριστα με την ανεπίγνωστη προσδοκία του καλού, αυτό είναι το ιερό!

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Παραμυθία το διάβασμα καλών λογοτεχνικών βιβλίων

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Το διάβασμα καλών λογοτεχνικών βιβλίων - γράφω καλών βιβλίων και εξηγούμε ευθύς αμέσως τι εννοώ: εννοώ βιβλία καλά δουλεμένα, που εμβαθύνουν στο υπόβαθρο ιστορικών γεγονότων και ιδεών, όπως αυτά του Ισίδωρου Ζουργού, για τα οποία λίγο παρακάτω θα πω ολίγα τινά, βιβλία κατά την ταπεινή μου άποψη, που δεν εντάσσονται στην εμπορευματοποίηση της Λογοτεχνίας, φαινόμενο άλλωστε σύνηθες στις μέρες μας, βιβλία εν τέλει, που οδηγούν τον αναγνώστη σε ατραπούς αναζήτησης του νοήματος της ζωής - ως γνωστόν, απαιτεί πρωτίστως, αναγνώστες απαιτητικούς. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε αυτομάτως πέφτουμε στις «αισθητικές επιφάνειες», όπως έλεγε κι ο πολύς Ζήσιμος Λορεντζάτος. 
Το διάβασμα καλών λογοτεχνικών βιβλίων γίνεται κάθε μέρα του χρόνου, κυρίως, όμως, γίνεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε που ψυχή και σώμα στοχάζεται και ζει διαφορετικά από το χειμώνα. Ομολογώ πως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του συναδέλφου Δασκάλου Ισίδωρου Ζουργού: Στη σκιά της πεταλούδας, Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανούΗ αηδονόπιτα, Φράουστ, Ανεμώλια, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο και, βέβαια, το τελευταίο του: Λίγες και μια νύχτες
Εφέτος το καλοκαίρι, μπήκα ξανά στον πειρασμό να τα ξαναπιάσω στο χέρι μου, να τα ξεφυλλίσω, να ξαναδιαβάσω αποσπάσματά τους. Λένε πολλοί πως η δεύτερη ανάγνωση ενός βιβλίου δημιουργεί στον αναγνώστη περισσότερες αισθητικές αξίες, τον πραγματώνει περισσότερο υπαρξιακά και οντολογικά. Καθώς φαίνεται, πράγματι έχουν δίκιο. Διαπιστώνω πως ο Ισίδωρος Ζουργός είναι σπάνιος συγγραφέας, είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς της γενιάς μου, ο οποίος σέβεται τον αναγνώστη. Αυτό τον τιμά ιδιαίτερα. Κι έχει δίκιο που, στο ερώτημα αν ο συγγραφέας σήμερα κάνει παραχωρήσεις στην ποιότητα του έργου του χάριν της εμπορικότητας, απαντά: «Ο πραγματικός δημιουργός, ο καλλιτέχνης γενικότερα, δύσκολα το κάνει αυτό. Κι αν ακόμα εμφανιστεί ο πειρασμός και τελικά ενδώσει, έχει να χάσει περισσότερα από όσα να κερδίσει. Το σημαντικό για κάθε συγγραφέα είναι να κάνει πράξη τα οράματά του για τον κόσμο. Οι παραγγελίες στην τέχνη ήταν μοτίβο των προηγούμενων αιώνων και είχαν να κάνουν κυρίως με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Για οποιονδήποτε προσπαθεί σήμερα να συμμορφωθεί με επιταγές της αγοράς έχοντας ταυτόχρονα το όνειρο της τέχνης και όχι μια οποιαδήποτε αφήγηση, νομίζω ότι είναι προδιαγεγραμμένο να αποτύχει. Μπορεί να υπάρξει μια πρώτη ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού, αλλά αργά ή γρήγορα οι αναγνώστες διακρίνουν την ποιότητα και την αλήθεια των κειμένων»· http://www.protagon.gr/apopseis/blogs/syzitisi-me-ton-isidwro-zourgo-27230000000 
Αξιολογότατος, λοιπόν, συγγραφέας ο Δάσκαλος Ισίδωρος Ζουργός. Με συγγραφικό ταλέντο, που δεν προσβάλλει τον αναγνώστη. Διαβάστε τον!

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Άγγελου Σικελιανού

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ[*]

Πολλές και ιδιαίτερα αξιόλογες είναι σήμερα οι μελέτες που καταγράφουν τη συνάντηση Θεολογίας και Λογοτεχνίας· λόγου χάριν βλ. Παντελής Καλαϊτζίδης, «Ορθοδοξία και νεοελληνική ταυτότητα»Ίνδικτος, τχ. 17 (Ιούνιος 2003) 44-94, Νέα Εστία, τχ. 1765, (Μάρτιος 2004), Νέα Εστία, τχ. 1776, (Μάρτιος 2005), καθώς και την ωραία μελέτη της Κίρκης Κεφαλά, Κραταιά ως θάνατος αγάπη. Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2015. Στη συνάντηση, όμως, αυτή οφείλουμε σοβαρά να λάβουμε υπόψιν το εξής γεγονός: πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία κοιτάζει μόνο προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Αυτό αυτομάτως, σε σχέση με το εδώ θέμα μας, καταδεικνύει πόσο ανυποψίαστοι είμαστε σε ζητήματα που σχετίζονται με τη μακρόχρονη ελληνορθόδοξη παράδοση και τις προοπτικές της στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση όταν ομιλούμε γι' αυτήν, συχνά πυκνά την αναγάγουμε σε ιδεολόγημα, με όλες εκείνες τις συνεπαγωγές που πολλές φορές γεννούν και τις γνωστές ιδεοληψίες, πιστές στο άλλοτε γιγαντιαίο σύνθημα «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», (σημαντικά για το θέμα αυτό είναι όσα γράφει η Έφη Γαζή στη μελέτη της, Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια. Ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011), σύνθημα παλαιών κακών ημερών. Όταν, λοιπόν, κάμουμε λόγο για συνάντηση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, πρωτίστως πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η πρώτη συνδέεται με χίλια νήματα με τον δεύτερο, την ελληνικότητα και με το ελληνικό έθνος. Και τα δύο αυτά μεγέθη, στη μακρά διάρκεια της Ιστορίας του Ελληνισμού δέθηκαν μεταξύ τους, τόσο στη γλώσσα όσο και στα ήθη - έθιμα. Με ποια όμως έννοια; Φυσικά, όχι με την έννοια της οποιαδήποτε ταύτισης. «Η Ορθοδοξία δεν είναι προϊόν ούτε και έκφανση της ζωής του ελληνικού έθνους, σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανικού Ευαγγελίου, ούτε το ελληνικό έθνος», όπως παλαιότερα υποστήριζε ο κορυφαίος πανεπιστημιακός διδάσκαλος Σάββας Αγουρίδης, μπορεί να «παραστήσει εν παντί το διάκονο της Ορθοδοξίας», γιατί αυτό θα σήμαινε «παραγνώριση της ουσίας του Χριστιανισμού και εν πολλοίς παραχάραξη της Ιστορίας». Συνεπώς, αν συνέβαινε αυτό τότε θα είχαμε εκείνη την λανθασμένη σύνδεση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, η οποία, δυστυχώς, όπως παραπάνω ετόνισα, δημιούργησε το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού. Εκείνο, λοιπόν, που πραγματικά συνέβη ήταν πρόσληψη, κρίση και μεταμόρφωση, αναφαίρετα άλλωστε «χαρακτηριστικά οποιασδήποτε κοινωνίας της Ορθοδοξίας με οποιοδήποτε έθνος», (βλ. «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα», στον τόμο: Θεολογία και επικαιρότητα, εκδ. Άρτος ζωής, Αθήνα 1996, σσ. 66-67.) 
Την παραπάνω, θα ‘λεγα θεολογική και λογοτεχνική θέση, μπορεί κανείς να τη δει αν μελετήσει ένα από έργα του Άγγελου Σικελιανού, το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Αυτό γράφτηκε όταν ο Σικελιανός, με συνταξιδιώτη τον Νίκο Καζαντζάκη, επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος, παραμένοντας εκεί κάποιο χρονικό διάστημα. Στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της αγιορείτικης πολιτείας και οι δύο τους φαίνεται ότι παρακολούθησαν προσεκτικά την ησυχαστική πρακτική των μοναχών, μελετώντας μάλιστα και τα σχετικά με τον ησυχασμό κείμενα. Ειδικότερα ο Σικελιανός μελέτησε τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, δίτομο σύγγραμμα που εκδόθηκε το 1782 στη Βενετία από τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη και τον άγιο Μακάριο Νοταρά. Από αυτήν ερανίζεται χωρία της ορθόδοξης πνευματικότητας και τα καταγράφει στο Ημερολόγιό του: «Κομποσκοίνι. Πνευματική προσευχή. Εκπνοή: ελέησόν με. Εισπνοή: Κύριε Ιησού Χριστέ. Αυτή είναι η καθαρά προσευχή των μοναχών από την ώρα του ξυπνητηριού μέχρι της στιγμής της ακολουθίας», (σσ. 112-113). «Η συγκέντρωσις του νοός εν τη καρδία. Νηπτικοί πατέρες, οι επιδιδόμενοι εις την νοεράν προσευχήν. Γρηγόριος Παλαμάς, ο κατεξοχήν νηπτικός, εις το βιβλίον Φιλοκαλία. Το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι», (σσ. 115-117). 
Όπως σωστά υποστηρίζει ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Σικελιανός υπήρξε «ανέκαθεν καλός χριστιανός». Κατά την τελευταία μάλιστα περίοδο του βίου του, «τον παρακολουθούμε να εκκλησιάζεται τακτικά και να μετέχει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε κοινωνία αγάπης με τους πιστούς», γεγονός που δείχνει πως η «άσκησή του υπό την καθοδήγηση ενός δασκάλου – ας είναι και δια μέσου ενός συγγράμματος – ακολουθεί μια γνήσια θρησκευτική παράδοση», (βλ. Άγγελος Σικελιανός. Τρία κεφάλαια βιογραφίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1984, σσ. 83-84). Σε αυτό το πλαίσιο ο Σικελιανός βλέπει ότι η διδασκαλία της Ορθοδοξίας είναι ασκητική. Δεν αρκεί μόνο ο εξαγιασμός της ψυχής, αλλά απαιτείται και ο καθαγιασμός του σώματος. Νηστεία και προσευχή για τον Σικελιανό δρουν αγιαστικά. Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητας του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του, αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ως ολοκληρωτικό δόσιμο στο Θεό, η άσκηση προϋποθέτει υπέρβαση των ορίων της ατομικής και αισθητής ύπαρξης του ανθρώπου, και άνοδό του από τον επίγειο χώρο στην πνευματική εκείνη κατάσταση, όπου τον πλημμυρίζει το φως της Μεταμόρφωσης του Χριστού. Την κατάσταση αυτή οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν μανικό έρωτα. Εδώ, ο Σικελιανός είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός μιας και αρέσκεται στο λειτουργικό λεξιλόγιο: «τελείωμα του αθλητού. Αστερίσκος, λόγχη, σπόγγος, λαβίς, ριπίδια, ζέον. Εξαφτέρυγα. Λειτουργικός αέρας», (σ. 22). Ως ποιητής εμπνέεται από τον ευαγγελικό λόγο: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ», (Ιω. 6: 56). «Είναι η δεύτερη Μετάληψη που πήρα σήμερα έπειτ’ από το Μεγάλο Σάββατο. Ζω σε μια άμετρη συγκέντρωση που δεν πρέπει τίποτα να τη διασπάσει», (Γράμματα στην Άννα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1981, σ. 153). 
Υπ’ αυτήν την έννοια στον αυτοδιδασκόμενο ποιητή είναι έκδηλη η διάθεση να προσεγγίσει το Θεό μέσα από το δρόμο της καρδιάς. Ακόμη και οι πολλαπλές καταγραφές του για την Παναγία, την υμνολογία και την αγιογραφία καταδεικνύουν πως θέτει στον εαυτό του το καίριο μεταφυσικό πρόταγμα: ο Θεός είναι απρόσιτος στη λογική σκέψη, αλλά το φως του μπορεί να καταυγάσει την καρδιά που φλέγεται από θείον έρωτα. Η απορία περί Θεού είναι εγγενής στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο, επειδή αντιλαμβάνεται τα αισθητά πράγματα ως σύμβολα του υπεραισθητού κόσμου. Από το χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής, δύο κορυφαίοι κριτικοί, με ισχυρές επιδράσεις από την Ορθοδοξία, ο Φίλιππος Σέρραρντ και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, αποτιμώντας συνολικά το έργο του Σικελιανού, υποστηρίζουν ότι φιλοδόξησε να είναι θρησκευτικός αλλά και μεταφυσικός ποιητής. Κατά συνέπεια, καθώς λέγει ο πρώτος: «η αίσθησή του για την Ελλάδα και για το τι σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας, καθώς και η αντίληψή του για το τι συνιστά τη βαθύτερη μορφή της ελληνικής παράδοσης, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εκτίμησή του για την πνευματική κατάσταση του Δυτικού κόσμου του καιρού του», (βλ. Η μαρτυρία του ποιητή. Προοπτικές και παραλληλισμοί, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 1998, σ. 103)· και ο δεύτερος: «ο αμάλαγος ποιητής του Αλαφροΐσκιωτου ανακατώνει την ιστορία με την ιερή ιστορία, τη βασιλεία του Καίσαρα με τη βασιλεία του Θεού», (βλ. Μελέτες, τ. Α΄, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994, σ. 276), κηρύττοντας μια ενιαία πνευματική ενόραση ολάκερης της γήινης ιστορίας. 

Υ. Γ. Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο μπορεί κανείς να το βρει στις εκδόσεις της Ακαδημίας Αθηνών / Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, με φιλολογική επιμέλεια και κατατοπιστική εισαγωγή της Ιωάννας Κωνσταντουλάκη – Χάντζου, η οποία για τη σύνδεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επιχειρεί ο Σικελιανός, με καίριο λόγο επισημαίνει ότι η «μυστική συμβίωση με το Παν είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα του ημερολογίου. Υπερευαίσθητες, οι αισθήσεις σκιρτούν στο παραμικρό ερέθισμα: στη δροσιά του νερού, στη μυρωδιά του δεντρολίβανου, στους πιο διαφορετικούς ήχους (χαρούμενο σήμαντρο, σφυράκι του ηγούμενου, κόχυλας του ρώσικου μοναστηριού…). Το κάθε δέντρο, το κάθε φυτό είναι μήνυμα: το έλατο, η λεύκα, το κυπαρίσσι, η βαλανιδιά, ο κισσός, ο άγριος μενεξές, η δάφνη… Βαθύτατο μουσικό κάλεσμα της ζωής, η τέλεια ταύτιση με τα στοιχεία, η πανθεϊστική έξαρση του ποιητή, είναι συναφής με την αρχαιολατρία του και τη χριστιανική του αντίληψη… Η Ποίηση έχει μυσταγωγικό χαρακτήρα κι ο Ποιητής είναι ιεροφάντης», (σ. XI). 

[*] Εισήγηση που έγινε στο ΠΕΚ Μυτιλήνης, στο πλαίσιο της Επιμόρφωσης Νεοδιόριστων Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λέσβου (Θεολόγων και Φιλολόγων), τον Σεπτέμβριο του 2007. Εδώ δημοσιεύεται με κάποιες περαιτέρω προσθήκες, κυρίως βιβλιογραφικές.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Ο Χριστιανισμός στην Δύση

«Εμπρός σ’ αυτή τη βαθιά θρησκευτική ταπεινοφροσύνη, η Δύση δίνει την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει τις χριστιανικές καταβολές της. Αυτό όμως αντί να το αποδίδουμε σε ένα υποτιθέμενο ρήγμα, που δήθεν δημιούργησε ο ορθολογισμός ανάμεσα στη θρησκεία και στην πνευματική εξέλιξη, θα είμαστε οπωσδήποτε πιο κοντά στην πραγματικότητα αν το δούμε ως συνύπαρξη επιστήμης και θρησκείας μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία ή, ακόμη καλύτερα, ως πολλαπλούς διαλόγους ανάμεσα στις δύο, άλλους δραματικούς κι άλλους γεμάτους εμπιστοσύνη, που δεν διακόπηκαν ποτέ, παρά τα φαινόμενα. Είναι βέβαιο πως ο χριστιανισμός αποτελεί θεμελιώδη πραγματικότητα της δυτικής ζωής, η οποία σημαδεύει, χωρίς πάντα να το ξέρουν ή να το αναγνωρίζουν, ακόμη και τους άθεους. Οι ηθικοί κανόνες, η στάση εμπρός στη ζωή και στο θάνατο, η αντίληψη της εργασίας, η αξία της προσπάθειας, ο ρόλος της γυναίκας και του παιδιού, όλα αυτά είναι συμπεριφορές που φαίνεται να μην έχουν πια καμιά σχέση με το χριστιανικό αίσθημα, κι όμως όλα από αυτό απορρέουν» [...] «Ο Δυτικός Χριστιανισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η κύρια συνιστώσα της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμη και της ορθολογιστικής, που διαμορφώθηκε για να τον αντιπαλέψει, χωρίς όμως να έχει άλλη αφετηρία από τον ίδιο. Σ’ όλη την ιστορία της Δύσης, ο Χριστιανισμός βρίσκεται στην καρδιά αυτού του πολιτισμού, τον οποίο ζωογονεί ακόμη και όταν αφήνεται να παρασυρθεί ή να αλλοιωθεί από αυτόν, και τον οποίο αγκαλιάζει ακόμη κι όταν εκείνος πασχίζει να του ξεφύγει. Γιατί όταν στρέφεις τη σκέψη ενάντια σε κάποιον, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στη δική του τροχιά. Ο Ευρωπαίος, ακόμη και άθεος, δεν παύει να είναι δέσμιος μιας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του, και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση».

FERNAND BRAUDEL. (2009). Η Γραμματική των Πολιτισμών, μτφρ. Άρης Αλεξάκης. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 78, 457-458.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Ποίηση της «εποχής προς την Εδέμ» ή ποίηση της «καλής παρηγοριάς και του καλού μύθου»

«Εχτές το βράδυ μερικοί άκουσαν τη φοβερή φωνή 
του Λεβιάθαν, ερχόμενη από το μέρος της θάλασσας»


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ. (1996). Ποιήματα 1934-1937. Συνοδευόμενα από τρεις υδατογραφίες, δεκαεννέα σχέδια της ίδιας εποχής και τρεις παντομίμες – μπαλέτα. Αθήνα: Άγρα, σ. 61.