
«Πραγματικά ο επίσκοπος στις συνθήκες θρησκειοποίησης είναι μόνο ή κυρίως αρχιερέας: Αξιωματούχος θρησκευτικού θεσμού, φορέας “ιερής” εξουσίας, διοικητής και δικαστής απόλυτα εξαρτημένων από τις αποφάσεις των ιερέων, μονάρχης υπηρεσιών και γραφείων του οργανωτικού μηχανισμού που συνιστά την επισκοπή του, διαχειριστής συχνά μεγάλου οικονομικού κεφαλαίου από έσοδα ενοριών και μονών, δωρεές, επιχορηγήσεις. Θεσμικές δυνατότητες να είναι πατέρας και ποιμένας σώματος σχέσεων κοινωνίας μάλλον δεν υπάρχουν. Η πατρότητα και η ποιμαντική ευθύνη εκλαμβάνονται σαν υποχρέωση ευσεβών συμβουλών, παραινέσεων, ηθικοδιδκατικών κοινοτοπιών – η σταυρική επισκοπική διακονία έχει διαστραφεί σε ιεροκηρυκτική μονομανία. Ο Επίσκοπος “οφείλει” να είναι προπαγανδιστής ιδεολογικών πεποιθήσεων και κανονιστικών αρχών συμπεριφοράς, αλλά και παραγωγός έργων κοινωνικής ωφελιμότητας: ευαγών ιδρυμάτων, προνοιακών καταστημάτων, αλτρουιστικών πρωτοβουλιών».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (2006). Ενάντια στη θρησκεία. Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 163-164.
«Πράγματι, η Εκκλησία της Ελλάδος δυσκολεύεται να το κάνει, και αυτό σχετίζεται πρωτίστως με την ιστορία της. Από τον Εμφύλιο και μετά, ταυτίζεται με το κράτος των εθνικοφρόνων, και μάλιστα με τις πιο ακραίες εκφάνσεις του μετεμφυλιακού, δεξιού, αστυνομικού, αυταρχικού κράτους. Στη δικτατορία συνεργάζεται πλήρως με το καθεστώς, αποτελεί μέρος του συστήματος, ενώ στη μεταπολίτευση είναι ο μόνος θεσμός που δεν γνώρισε αποχουντοποίηση. Και ο Σεραφείμ, που εγκαθιδρύεται από τον Ιωαννίδη, θα εμφανιστεί ως οιονεί αντιδικτατορικός, ως εκείνος που ανέτρεψε τον εκλεκτό της Χούντας Ιερώνυμο. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η Εκκλησία, όχι μόνο η ελληνική αλλά οι χριστιανικές Εκκλησίες γενικά, σωπαίνουν, παζαρεύουν ή συνεργάζονται ανοιχτά με ακροδεξιές ή και καθαρά φασιστικές οργανώσεις και ιδεολογίες. Έχοντας διαρκώς ένα μέτωπο απέναντι στον κομμουνισμό και τον “υπαρκτό σοσιαλισμό” -δικαίως, θα έλεγα, αφού, εκτός όλων των άλλων, δίωξε την Εκκλησία όπου επικράτησε-, οδηγήθηκαν να συνταχθούν με τους φασίστες. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, για να αναφέρουμε δύο δικτατορίες του ευρωπαϊκού Νότου, που έπεσαν μαζί με την ελληνική, από τον φόβο των κομμουνιστών, η Καθολική Εκκλησία συνεργάστηκε με τον Φράνκο και τον Σαλαζάρ.
» Η Ορθόδοξη Εκκλησία, λοιπόν, για να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με τη Χρυσή Αυγή πρέπει να κάνει μια αυτοκριτική τομή. Πρέπει επίσης να αναθεωρήσει τη σχέση της με την πολιτική. Ναι μεν δεν πρέπει να πολιτεύεται, με την έννοια του επηρεασμού και της χειραγώγησης των ανθρώπων υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος, έχει όμως την υποχρέωση να καταθέτει τη μαρτυρία του Ευαγγελίου στην κοινωνία, και άρα, εν προκειμένω, να πάρει ρητή θέση ενάντια στον νεοναζισμό.
[…] Έχομε τρεις επισκόπους, τον Πειραιώς Σεραφείμ, τον Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο, και τον Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Ανδρέα, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί υπέρ της Χρυσής Αυγής. Ο Πειραιώς βέβαια δεν έχει εκφραστεί ρητά υπέρ της Χρυσής Αυγής. Στο Αστυνομικό Τμήμα όμως, όταν πήγε να καταθέσει συμπληρωματικά στοιχεία για τη μήνυσή του εναντίον του Corpus Christi, βρέθηκε μαζί με τέσσερεις βουλευτές της Χρυσής Αυγής: τον Πολύβιο Ζησιμόπουλο, τον Παναγιώτη Ηλιόπουλο, τον Ευστάθιο Μπούκουρα και τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο Χρήστο Παπά. Ο ίδιος ο μητροπολίτης βέβαια λέει ότι… ήταν απλή σύμπτωση. Μα δεν μπορεί τέσσερεις βουλευτές να ήξεραν από μόνοι τους ότι θα πήγαινε στο Αστυνομικό Τμήμα και να τον περίμεναν στην πόρτα! Οι άλλοι δύο, έχουν εκφραστεί ρητά υπέρ της Χρυσής Αυγής: ο πρώτος δίνει οδηγίες στους χρυσαυγίτες από την ιστοσελίδα του να αποφεύγουν “κάποιες ανωφελείς ακρότητες”, ώστε να “είναι περισσότερον ωφέλιμον” και να “καταστούν μια γλυκειά ελπίδα για τον απελπισμένο πολίτη”· ο δεύτερος έχει αποκαλέσει τους χρυσαυγίτες “τα παιδιά τα καλά, τα αγωνιστικά”, δίνοντάς τους την ευχή να “αντικαταστήσουν τις μαύρες μπλούζες με γαλάζιες και άσπρες μπλούζες”…».
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. (2013). Χρυσή Αυγή και Εκκλησία. Αθήνα: Πόλις, σσ. 49-51, 52-52