Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Οἱ «βολικοὶ» φιλόσοφοι καὶ ἡ φωτεινὴ ἐξαίρεσίς τους

Καὶ ξαφνικὰ ὅλοι οἱ «βολικοὶ» φιλόσοφοι συζητᾶνε γιὰ τὸν Στέλιο Ράμφο! Μὲ τὸ θάνατό του ΜΜΕ, ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα, γράφουν γιὰ τὸν «φιλόσοφο» Ράμφο. Ἀμφιβάλλω ἂν οἱ περισσότεροι ἀπὸ δαύτους ἔχουν διαβάσει ἔστω κι ἕνα βιβλίο τοῦ ἐκλιπόντος. Μόνο ἀκούσματα, στὰ πεταχτά, θὰ ἔχουν γιὰ τὴν παρουσία του στὰ Γράμματα καὶ στὴν Πλατεῖα. Μέχρι στιγμῆς, τὸ μόνο καλὸ ἄρθρο ποὺ διάβασα εἶναι αὐτὸ τῆς ΕΣΤΙΑΣ. Ὅσο γιὰ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ Πατριαρχεῖα μας, οὔτε λέξη: «μούγκα στὴ στρούγκα». «Διόλου τυχαῖο. Πλήρωσε τὴ μεταστροφή του ὁ ἀείμνηστος», μοῦ ἔγραψε φίλος ἀπὸ τὴν πανέμορφη Κρήτη. Καὶ δὲν ἔχει ἄδικο. Α.Ι.Κ.

Ἀπό τήν ΕΣΤΙΑ


Μόλις ὁ Στέλιος Ράμφος ἐξέφρασε τήν διαφωνία του γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως.
Ὅταν μιλοῦσε γιά τόν λαϊκισμό τοῦ ἔδιναν βῆμα – Ἡ δικαίωση τοῦ καημοῦ τοῦ ἑνός.
Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι ἀντισυμβατικός. Τέτοιος ἦταν ὁ Στέλιος Ράμφος, ὁ ὁποῖος χθές ἀπεβίωσε. Γι’ αὐτό καί δέν ἦταν «βολικός». Καί εἶναι χαρακτηριστικό τό πῶς αὐτοί πού κάποτε τόν ἐξεθείαζαν ξαφνικά τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως. Δέν τοῦ συγχώρησαν τό ὅτι εἶχε ἰδίαν ἄποψιν καί γιά τήν Ἑλλάδα καί γιά τήν Ὀρθοδοξία καί γιά τήν σύνδεση μέ τό Βυζάντιο.
Αὐτό ὅμως πού ὑπῆρξε καθοριστικό ἦταν ἡ θέσις του κατά τοῦ γάμου τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν καί τῆς υἱοθεσίας παιδιῶν ἀπό αὐτά. Τότε ἦταν πού τά ΜΜΕ τόν παραγκώνισαν. Ἐνῷ λίγα χρόνια πρίν τούς «βόλευε» νά συζητοῦν μαζί τοῦ περί λαϊκισμοῦ. Καί ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι συνέβαλαν στό νά παραγκωνισθεῖ σπεύδουν σήμερα νά τόν ἐκθειάσουν, μετά θάνατον. Νά ἀρυσθοῦν κάτι ἀπό τήν πνευματικότητά του, μετά θάνατον. Τώρα πού δέν τούς εἶναι πλέον ἐνοχλητικός.
Ἡ ἀξία τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου ὅμως δέν συναρτᾶται οὔτε μέ τήν παρουσία στίς τηλεοράσεις οὔτε μέ τήν ἀποδοχή του ἀπό ἕνα πολιτικό κατεστημένο. Εἶναι ἡ ἀξία τήν ὁποία ἀναγνωρίζει τό κοινό αἴσθημα. Τό κοινό ἀσυνείδητο. Ἡ ἄποψις τῶν ἁπλῶν ἀναγνωστῶν τῶν ἔργων του. Καί αὐτοί τοῦ ἀπέδωσαν τόν τίτλο τοῦ φιλοσόφου. Τίτλο τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος δέν ἀποδεχόταν, λέγοντας πώς εἶναι «φιλοφιλόσοφος». Μελετητής δηλαδή. Ἀέναος μελετητής. Ἀλλά ὁ πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι αὐτό πού οἱ ἄλλοι ἀναγνωρίζουν στήν ζωή καί τήν σκέψη του. Καί ὡς ἐκ τούτου ὁ Στέλιος Ράμφος ἦταν διανοητής καί φιλόσοφος.
Ἡ ἐπιφανειακή προσέγγισις τοῦ ἔργου του ἀπό τούς πλείστους ἐξ ὅσων σήμερα τόν ἐκθειάζουν τούς εἶχε ὁδηγήσει νά ἐπικροτοῦν τόν ὀρθολογισμό τόν ὁποῖο ἐπρέσβευε, ἀλλά ὄχι καί τήν μελέτη τῆς πατερικῆς θεολογίας στήν ὁποία ἐντρυφοῦσε καί τήν ἀφιέρωσή του στήν βυζαντινή παράδοση.
Χαρακτηριστική ἦταν ἡ τοποθέτησίς του γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν, γιά τόν ὁποῖο εἶχε πεῖ: «Δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα πού χρειάζεται τόν καινούργιο νόμο γιά νά λυθεῖ ἀπό τήν στιγμή πού ὑπάρχει τό πραγματικά φιλελεύθερο μέτρο τῆς εὐέλικτης καί ἐναλλακτικῆς λύσης τοῦ συμφώνου ἐλευθέρας συμβιώσεως. Καί ἄν ὑπάρχει κάποιο κενό ἤ κάποια παράλειψη, ἄς διορθωθεῖ ἐπί τούτο. Ἑπομένως τό νομοσχέδιο περί γάμου τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν περισσότερο δημιουργεῖ παρά λύνει προβλήματα».
Ὁ ἴδιος φιλοδόξησε νά ἐξηγήσει στούς Ἕλληνες ποιοί εἶναι, γιατί ἐπαναλαμβάνουν τά ἴδια λάθη, ἀπό ποῦ ἀντλοῦν τίς συλλογικές τους ἐμμονές καί γιατί ἐπιστρέφουν διαρκῶς στό παρελθόν, ἀντί νά ἀναλαμβάνουν τό παρόν καί νά δημιουργοῦν τό μέλλον τους. Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ φιλοδοξία–ἡ πεποίθησίς του ὅτι μποροῦσε νά ἑρμηνεύσει τούς δεσμούς πού συνδέουν τό Βυζάντιο, τήν οἰκογένεια, τήν Ἐκκλησία, τό κράτος, τήν πολιτική καί τό καθημερινό μας ἦθος– ὑπῆρξε ἡ πηγή τόσο τῆς τεράστιας ἐπιρροῆς ὅσο καί τῆς ἀμφισβητήσεώς του.
Ὁ Στέλιος Ράμφος ἔφυγε ἀπό τήν ζωή σέ ἡλικία 87 ἐτῶν, ἀφοῦ τό τελευταῖο διάστημα ἐνοσηλεύετο σέ κλινική τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ ἐκλιπών ἐγεννήθη τό 1939 στήν Ἀθήνα. Στά πρῶτα ἔτη τοῦ βίου του ἠσχολήθη μέ τήν ἰδεολογία τοῦ μαρξισμοῦ. Τό 1960 συμμετεῖχε στήν Νεολαία τῆς ΕΔΑ καί στό περιοδικό της, «Πανσπουδαστική», ἐνῷ τό 1963 διέρρηξε τούς δεσμούς του μέ τήν Ἀριστερά. Τό 1965, πρίν ὁλοκληρώσει τίς σπουδές του στήν Νομική Σχολή τῶν Ἀθηνῶν, ξεκίνησε σπουδές Φιλοσοφίας στό Παρίσι, στήν Βενσέν, σημερινό Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, ὅπου τό διάστημα 1969 καί 1974 διετέλεσε καθηγητής Φιλοσοφίας.
Ὅταν ἦταν φοιτητής στό Παρίσι, γνώρισε τόν Κορνήλιο Καστοριάδη, ὁ ὁποῖος τόν ἐπηρέασε. Τό 1975 ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα, ὅπου συνέχισε τό συγγραφικό ἔργο του. Μετά τήν ἐπιστροφή του, τό ὄνομά του συνεδέθη μέ τήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί τήν Ὀρθοδοξία.
Ἡ πλούσια βιβλιογραφία του ἀντικατοπτρίζει τίς πνευματικές ἀναζητήσεις του, τίς θέσεις καί τίς προτάσεις του ἀναφορικῶς μέ τήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, τούς συσχετισμούς τῆς συγχρόνου πνευματικῆς δημιουργίας μέ τήν ἑλληνορθόδοξο παράδοση.

O Στέλιος Ράμφος για την «Πολιτεία»

Του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου με τα χρόνια έχει αποβεί εξαιρετέα αλλά και παραδειγματική. Το ελληνικό πανεπιστήμιο τον θεώρησε ανεπαρκή (!), όπως άλλωστε και τον Παναγιώτη Κονδύλη, με αποτέλεσμα ο «απορριφθείς» πλατωνιστής να στεγαστεί στο Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, αναπτύσσοντας έναν πλούτο θεωρητικό που γοήτευσε και γοητεύει το κοινό του. Κατά μία έννοια ήταν τυχερός άτυχος, διότι είναι λιγάκι δύσκολο να δεχθεί κανείς έναν άνθρωπο που δίδασκε σε γαλλικό πανεπιστήμιο, αλλά στο αθηναϊκό πανεπιστήμιο οι πόρτες παρέμειναν κλειστές.
Η Καλλίπολις Ψυχή πιθανότατα αποτελεί τον πυρήνα των πλατωνικών του σχολείων: πρόκειται για την Πολιτεία του Πλάτωνα η οποία σχολιάζεται καταλεπτώς, ακολουθώντας, τυπικώς τουλάχιστον, την αφήγηση του έργου με τη σειρά που παρατάσσονται τα «βιβλία». Η όλη παράσταση θέλει ο Πλάτων να μοιάζει θεατρική και όντως είναι, όπως άλλωστε και η χειρονομία του δούλου που τον κρατά από τον χιτώνα (κάτι ανάλογο συναντούμε και στη Θεία Κωμωδία). Ο Σωκράτης –πρόθυμος πάντα για συζήτηση όταν βρίσκεται μεταξύ όμορφων νέων– θέτει το ζήτημα της δικαιοσύνης, που όταν το αντικείμενό της αργεί, είναι εν χρήσει άχρηστος, εν δε αχρηστία χρήσιμος.
Ξέρουμε ότι στο πρώτο βιβλίο η συζήτηση αρχίζει να βαθαίνει καθώς –θεατρικότατα– ο Θρασύμαχος γίνεται έξω φρενών και στη συνέχεια θα υποστηρίξει ότι το δίκαιον ουκ άλλο τι ή το του κρείττονος συμφέρον – ήτοι το δίκαιον του ισχυροτέρου. Με άλλα λόγια, ούτε μηδενιστής ούτε φιλόδικος είναι ο Θρασύμαχος, απλώς θέλει την κοινωνική τάξη στην υπηρεσία της φυσικής τάξης. Όπως στη φύση το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, παρόμοια στην κοινωνία το δίκαιο είναι το του ισχυροτέρου. Με έναν λόγο, το ραμφικό πρόγραμμα παρουσιάζει την εξής ευγένεια: παραδίδοντας το μάθημα, στη συνέχεια πασχίζει να προσθέσει μια σειρά από σκέψεις που τις γεννά το πρώτο βιβλίο χωρίς να τις αναφέρει.


Στο δεύτερο βιβλίο, όπου με άλλα μέσα εμφανίζεται ο Γύγης με το δαχτυλίδι του, καταλαβαίνουμε ότι το ζήτημα της δικαιοσύνης βαθαίνει. Οσάκις ο Γύγης στρίβει ένδοθεν το δαχτυλίδι του γίνεται άφαντος (άρα μπορεί να αδικοπραγεί χωρίς να γίνεται αντιληπτός), ενώ όταν το στρίβει έξωθεν γίνεται ορατός. Κλέφτες, απατεώνες, διαρρήκτες, κάθε λογής Γύγηδες γίνονται άφαντοι άνευ δαχτυλιδιού, καταργώντας τη δικαιοσύνη. Το αντίθετο, δηλαδή, από τον Γύγη, που στρίβοντας το δαχτυλίδι προς τα έξω, γίνεται ορατός. Τα σχόλια του Ράμφου για τον Γύγη είναι εξαιρετικά, καθώς συνδυάζουν σημερινές σκέψεις με αρχαϊκές καταβολές. «Χωρίς αλήθεια κρύβω τον εαυτό μου από τους άλλους, με αλήθεια αποσύρω το Εγώ και εκθέτω τον εαυτό μου».
«Χρειάστηκαν αιώνες στοχαστικής συγκεκριμένης βιοτής των εθνικών φιλοσόφων αλλά κυρίως χριστιανικού ασκητισμού και προσευχής, ώστε να αναπτυχθή το στοιχείο της εσωτερικότητος που καλλιεργούσε το αίτημα της μετανοίας ως μεταστροφής του νου και η πρακτική της εξομολογήσεως για να κερδίση περαιτέρω το άτομο σε αυτόνομη αξία. Στο διάστημα αυτό ο Λιβάνιος, ο Ναζιανζηνός και ο Αυγουστίνος δημιούργησαν την αυτοβιογραφία, ενώ οι βίοι των αγίων αναδείχθηκαν σε κατ' εξοχήν λαϊκά αναγνώσματα» (σελ. 67 και περαιτέρω).
O ανειδοποίητος αναγνώστης πιθανότατα θα εκπλαγεί διαβάζοντας ότι ο γέλως δεν εκτιμάται στην Πολιτεία του Πλάτωνα και επίσης ότι οι γυναίκες και τα παιδιά δεν συγκροτούν οικογένειες, παρά μόνο κτήμα της πόλης. Εξάλλου, κατ' αναλογία η μίμησις έγκειται στην αυτοαπόκρυψη του ποιητή. Αυτοαπόκρυψη, τονίζει ο Ράμφος, εκούσια σαν την αφάνεια του Γύγη ο οποίος στρέφει κατά βούληση το μαγικό δαχτυλίδι προς τα μέσα και γίνεται για όλους άφαντος και μόνο μέσα του παραμένει φανερός. Μια πολιτεία η οποία θέλει άνδρες αγαθούς δεν μπορεί να επιτρέψει στα παιδιά της να μιμούνται γυναίκες, νέες ή γριές, που βρίζουν τους συζύγους τους, ούτε δούλους και δούλες στις δουλικές τους πράξεις, ούτε να μιμούνται άνδρες κακούς και δειλούς, κακολόγους, αισχρολόγους, μεθύστακες ή παρανοϊκούς (395 d-396 a).
«Αλλά η ιδεολογία δεν μπορεί να συγκαλύπτη αιωνίως την πραγματικότητα, οπότε ο νόμος υπηρετεί την άσκησι μιας στυγνής εξουσίας η οποία με τη σειρά της κάποια στιγμή αφανίζεται εν μέσω ερειπίων και πτωμάτων. Η διαφορά μεταξύ τρομοκρατίας της Γαλλικής Επαναστάσεως και ναζιστικής ή κομμουνιστικής τρομοκρατίας είναι σαφής. Η πρώτη υπήρξε στυγνή βραχυπρόθεσμη επιλογή για τη συντριβή του παλαιού καθεστώτος, ενώ οι άλλες ήταν συστατικά στοιχεία των δύο τυραννικών καθεστώτων. Γι' αυτό και ο κομμουνισμός κατεδαφίσθηκε, σαν να μην είχε λόγο υπάρξεως, όταν έπαψαν να υφίστανται και να λειτουργούν τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τα φρενοκομεία για τους αντιφρονούντες. Ιδεολογία δεν είναι κάποιος ιδανικός έως ουτοπιστικός οραματισμός για το καλό μιας κοινωνίας ή και της ανθρωπότητος, απεναντίας είναι η εσχατολογική αναγωγή ενός μέσου –της εξουσίας– σε απόλυτο σκοπό λυτρωτικό, ταυτιζόμενο αποκαλυπτικά με τέλος του κακού, και εγκαθίδρυσι ενός μυθικού επιγείου παραδείσου» (σ.σ. 113-114).
«Όσο δε για την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, των παιδιών και των ανδρών, οφείλουμε κάποιες επεξηγήσεις. Ασφαλώς δεν πρόκειται περί κομμουνιστικής ισοπεδώσεως. O πλατωνικός "κομμουνισμός" των φυλάκων, εκτός των άλλων, υπηρετεί και την βαθύτερη ανατροπή των ηθών, των συνηθειών και των πεποιθήσεων που συνδέουν το άτομο με την πόλη ως συγκροτημένη συλλογικότητα. Έτσι η φυσική διαφορά των φύλων (ο άνδρας γονιμοποιεί, η γυναίκα κυοφορεί) παραμερίζεται υπέρ της λογικής συνοχής του είδους, οπότε η πολιτεία μπορεί να διεκδική αντί της φυσικής συγγενείας του αίματος την πνευματική ενότητα. Η φύσι υποτάσσει, δεν ενώνει τους ανθρώπους. Γι' αυτό ο Πλάτων δεν προκρίνει την διάλυσι της οικογένειας εν ονόματι κάποιας ερωτικής ασυδοσίας, αλλά εν ονόματι μιας ανώτερης ενότητος, πιο εσωτερικής, εκείνης της δικαιοσύνης, της ευθύνης των φυλάκων έναντι πάντων...».
Πασχίζοντας μισόν αιώνα περίπου με τα γραπτά του Πλάτωνα, ο Ράμφος δεν κέρδισε απλώς τη γνώση του έργου στους μικρούς αλλά και στους μεγάλους διαλόγους˙ το κυριότερο είναι ότι η ανταπόκριση του έργου τον πλούτισε με μια βαθύτητα η οποία προσδίδει αντί για σχολαστικότητα, μια ομορφιά στην επιχειρηματολογία η οποία δίνει χαρά στον αναγνώστη, όποια και αν είναι η δική του εντύπωση. Η εξορία των ποιητών από την πόλη, η κριτική της μιμήσεως, ο μύθος του Ηρ του Παμφυλίου που πέθανε και επανήλθε στη ζωή και μια ατελεύτητη σειρά από φιλοσοφικές απορίες που έρχονται και δένουν σημαδιακά χαρίζοντας κάτι σαν φωτεινό στεφάνι στην κεφαλή του αναγνώστη είναι χωρίς καμιά αμφιβολία ένας πλούτος που δίνεται απλόχερα και κυρίως χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τα δέκα βιβλία της Πολιτείας διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται με οδηγό την Καλλίπολι Ψυχή, κοινωνώντας με ένα έργο που, αν μη τι άλλο, πλαταίνει τον κόσμο αντί να τον περιορίζει. Επίσης, το εσωτερικό του ανθρώπου που κατονομάζεται ποικιλοτρόπως αγγίζει τις δώδεκα φορές: εντός οράν, εντός άνθρωπος, το βέλτιστον εαυτού, εαυτού θειότατον, εν αυτώ θρεμμάτων, εν αυτώ το θείον άρχον, οικείον έχοντος εν αυτώ, πάντα τα αυτού, την εν αυτώ πολιτείαν, αμείνω αυτόν ποιήσειν, τη εαυτού πόλει, εαυτού κατοικίζειν.
Συμπεραίνει ο Ράμφος: «Η δυσκολία του πλατωνικού κειμένου για τον σημερινό αναγνώστη έγκειται κυρίως στο ότι διακρίνει πολύ καθαρά την ηθική από την αισθητική συγκίνησι, κάτι που δεν ισχύει για τον αρχαίο και τον μεσαιωνικό άνθρωπο. Ο αρχαίος άνθρωπος, όπως δείχνει και το κείμενό μας, δεν ξεχωρίζει την ηθική συγκίνησι από την αισθητική. Το ηθικό περιεχόμενο περικλείει το αισθητικό επειδή μορφοποιεί την υπέρβασι. Μπορεί η τραγική ηδονή να οφείλεται στην πλοκή κι αυτή να συνδυάζη μεγάλους χαρακτήρες (ήθη) με φοβερές πράξεις (αιμομιξίες, παιδοκτονίες, μητροκτονίες) ώστε να προκαλή έλεος για τους ήρωες και φόβο για τον εαυτό μας, όμως το περιωρισμένο της εσωτερικότητος του Αρχαίου δεν ενθαρρύνει την καθαρώς αισθητική ηδονή, όπως το κάνει η αναγεννησιακή αποτύπωση των αισθημάτων στη μορφή και το χρώμα...».

ΠΗΓΗ: LiFO

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Στέλιος Ράμφος (1939 – 10 Αυγούστου 2026): ένας από τους επιδραστικότερους Έλληνες φιλοσόφους, συγγραφείς και στοχαστές

«Όταν λέω “στον χώρο του Εμείς” έχω κυρίως προ οφθαλμών τον πνευματικό σκοπό ενός λαού και δευτερευόντως την κρατική του συγκρότησι».


ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ. (1996). Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου. Αθήνα: Ίνδικτος, σ. 17.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Σκέψη και Φαντασία. Και πάλι για την Τεχνητή Νοημοσύνη

Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΑΓΚΑΜΠΕΝ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος


Το πρόβλημα της Τεχνητής Νοημοσύνης, για το οποίο συζητούν σήμερα όχι πάντοτε με φυσική νοημοσύνη, είχε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας –όπως είχαμε ήδη εδώ την ευκαιρία να δείξουμε– έναν πρόδρομο: τον ενιαίο και χωριστό νου του λατινικού αβερροϊσμού. Η αναλογία παρουσιάζει τέτοιαν ακρίβεια και εγγύτητα –ένας ενιαίος και χωριστός νους που σκέπτεται έξω από τα επιμέρους άτομα– ώστε μπορεί ακόμη και να συμπίπτει στα αρχικά που την εκφράζουν: Intelligenza Artificiale – Intelletto Agente (Τεχνητή Νοημοσύνη – Ποιητικός Νους), όπως αποκαλούσαν οι αβερροϊστές τον χωριστό νου. Για τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους, οι οποίοι ως προς αυτό ήταν οξυδερκέστεροι από τους συγχρόνους μας, το κρίσιμο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ενιαίος και χωριστός νους ενώνεται (copulatur) με τους επιμέρους ανθρώπους, ώστε η σκέψη να καθίσταται εφικτή (adeptus) στο άτομο και να μπορεί να ειπωθεί hic homo intelligit: «αυτός ο άνθρωπος νοεί». Το μέσον που καθιστούσε δυνατή αυτή την ένωση ήταν, για τον Αβερρόη, η φαντασία, την οποία, αντιθέτως, οι σύγχρονοί μας φαίνεται να στερούνται παντελώς. Στην Τεχνητή Νοημοσύνη, πράγματι, hic homo non intellegit, «αυτός ο άνθρωπος δεν νοεί»: ο επιμέρους άνθρωπος παραιτείται από το να σκέπτεται και αναθέτει την πολυτιμότερη από τις ικανότητές του σε μια μηχανή, η οποία θα έπρεπε να σκέπτεται στη θέση του και καλύτερα από αυτόν. Για να ακολουθήσει τις οδηγίες αυτού του αδυσώπητου δασκάλου, η φαντασία δεν του χρησιμεύει σε τίποτε (μολονότι ακόμη και για την εφαρμογή ενός κανόνα κάποια μορφή φαντασίας θα ήταν αναγκαία). Ίσως το πραγματικό πρόβλημα της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ότι κατέστη δυνατή από μια γενικευμένη απώλεια της ικανότητας της φαντασίας, σαν να είχε προηγηθεί της έλευσής της η εγκαθίδρυση μιας πανταχού διεισδύσασας τεχνητής φαντασίας. Μια ανθρωπότητα που είχε χάσει τη φαντασία ήταν έτοιμη να στερηθεί και τη σκέψη (η οποία, άλλωστε, όπως ήδη δίδασκε ο Αριστοτέλης, χωρίς τη φαντασία απλώς δεν είναι δυνατή).
Το πρώτο πράγμα που πρέπει, επομένως, να κάνουμε για να αντισταθούμε στην κυριαρχία της ΤΝ είναι μια υπομονετική, εξονυχιστική και μεθοδική αναζήτηση της χαμένης φαντασίας. Και επειδή η σκέψη δεν είναι παρά η ολοκληρωμένη μορφή της φαντασίας, τότε δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για Τεχνητή Νοημοσύνη.

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

«Ανεστραμμένος Κόσμος»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Η στάχτη και τα αποκαΐδια αλλά κι ο θάνατος πυροσβεστών έγιναν θέαμα. Όσο η πυρκαγιές έκαιγαν τα δάση της Πατρίδας μας, δημοσιογράφοι και πολιτικοί είχαν τον πρώτο λόγο στην «ενημέρωση», ενημέρωση όμως της κακιάς ώρας· προπαγάνδιζαν ανελέητα το Επιτελικό Κράτος, δίχως ίχνος περιβαλλοντικής ηθικής και οικολογικής συνείδησης. Όσο ο άνθρωπος δεν κατανοεί πως δεν μπορεί να είναι μόνο βιολογικό ον αλλά και κοινωνικό, η διαχείριση των πυρκαγιών το καλοκαίρι και των πλημμυρών το χειμώνα, μέσω πολιτικών και της πλειονότητας «παπαγάλων» δημοσιογράφων, θα αναπαράγει την προπαγάνδα του Επιτελικού Κράτους. Ουδείς από τους πολιτικάντηδες (κάθε κομματικού χρώματος) ψέλλισε έστω και λίγο το εξής: «δεν κληρονομήσαμε τη γη, αλλά τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας».
Στο θέαμα των πυρκαγιών γίναμε μάρτυρες «κατάχρησης ενός κόσμου της όρασης, ως το προϊόν των τεχνικών μαζικής διάχυσης εικόνων». Πρόκειται για «weltanschauung [κοσμοθεώρηση] που έγινε πραγματική, που εκφράστηκε υλικά». Για ακόμη μια φορά ζήσαμε μέσα σε «πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο» όπως σοφά γράφει ο Guy Debord, στο κλασικό αλλά άκρως επίκαιρο βιβλίο του «Η κοινωνία του θεάματος». Αυτό σημαίνει ότι η «ενημέρωση» που έχουμε από το Επιτελικό Κράτος, το οποίο πάντοτε καυχάται πως είναι έτοιμο να διαχειριστεί ποικίλες κρίσεις, στην πραγματικότητα είναι εικόνες και ψευδαισθήσεις που αντικαθιστούν την αλήθεια. Η περιγραφή των πυρκαγιών και η εικόνα του θανάτου δύο πυροσβεστών, τη στιγμή που, μετά τη σύγκρουση το ελικόπτερό τους πέφτει, είναι περιγραφή μιας κατάστασης, όπου το παράλογο γίνεται κανόνας και η λογική ότι πίσω από αυτό γεγονός υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί και υπεύθυνοι, αμφισβητείται.
Το παρακάτω σχόλιο, του Μανώλη Βαρδή, νομίζω πως, αποτυπώνει όσα παραπάνω υποστηρίζω:
«Και Τεχνητή Νοημοσύνη και ντρόουνς κατά των πυρκαγιών. Πάρτε τώρα το 60% των δασών της Αττικής καμμένο. Αφωνία (προσωρινή) στα κομματόσκυλα των κυβερνώντων. Ε, θα βοηθήσουν τα λίγα φραγκάκια από την ΕΕ, θα περάσει ο χρόνος, θα ξεχαστεί η ιστορία. Οι ανεμογεννήτριες να είναι καλά και η πράσινη ανάπτυξη των απατεώνων. Ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν οι Γερμανοί τότε για να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες και μετέπειτα οι Άγγλοι σύμμαχοι τους, το κατάφερε ο Μητσοτάκης. Δεν το λες και μικρή επιτυχία. Οι καρκίνοι θα αυξηθούν ραγδαία τα επόμενα χρόνια, λένε. Θα δουλεύουν μόνο τα τουριστικά καταλύματα των ξένων. Το Πόρτο Γερμενό σφράγισε το τέλος της διαφυγής των κάποτε μεσαίων στρωμάτων για τις διακοπές τους. Πλέον, για όλους, τα κεφάλια μέσα. Στην ασφυξία, αρκεί να μην χάσει τίποτε ο Κυβερνήτης. Δεν έχουμε πια και τους Τούρκους ή τους πρόσφυγες που έβαζαν τις φωτιές, τους αντικατέστησαν οι κυβερνήσεις μας». ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Γιαγκίνι: Από τη στάχτη του '22 στο φως και τη λύτρωση!


Κατερίνα Καραμανώλη. (2026). Γιαγκίνι. Αθήνα: Ταξιδευτής.


Μια οικογένεια στο διάβα του χρόνου, στη δίνη των καιρών, σε ένα νησί, τη Λέσβο, ζει την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και συνεχίζει να επιβιώνει ανάμεσα στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο, την Μικρασιατική εκστρατεία και την καταστροφή, την απώλεια, την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, τη μετανάστευση. 
Συγχρόνως οι προσωπικές ανησυχίες, οι δυσκολίες, οι φόβοι, η αγωνία, η πίστη, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η φιλία, το πείσμα, η αίσθηση του δίκιου τους ακολουθούν. Ένα ταξίδι από τη Λέσβο μέχρι το Σκρα ντι Λέγκεν στα βόρεια σύνορα της χώρας και από εκεί στα βάθη της Ανατολής, στο Εσκί Σεχίρ, την Κιουτάχεια, το Αφιόν Καραχισάρ, το Τουμλού Μπουρνάρ, το Σαλιχλί και ακόμη πιο πέρα στην αλμυρά Έρημο στον ποταμό Σαγγάριο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Αϊβαλί, στη Λέρο, στη Λιέγη. 
Η Στασούλη, ο Αποστόλης, η Κατερίνη, ο Γιώργης, ο Λευτέρης, η Ζωή, η Πάτρα, η Αντιόπη, ο Ανέστης και άλλα πρόσωπα έρχονται αντιμέτωπα με την μοίρα τους, μα και με την θέλησή τους για ζωή. Στο δρόμο τους, μοιραία, θα βρεθούν ο Πλαστήρας, ο Κεμάλ, η οικογένεια του Ηλία Βενέζη, ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος. Παλεύουν με τη φλόγα να δυναμώνει μέσα τους, να γίνεται γιανγκίνι, δίψα για οξυγόνο. Γιατί μέσα από τη φωτιά ο άνθρωπος, ξαναγεννιέται· [από το οποσθόφυλο του βιβλίου].

«Ναι, η Πατρίδα εκεί απέναντι σε περιμένει, όλο και κοντεύεις. Όταν ο άνθρωπος ξεπερνά τους φόβους του και τολμά, όλα τα καταφέρνει», (σ. 57).
«Προχώρησε στο εσωτερικό του ναού. Ένιωσε να πλημυρίζει από τη γνώριμη μυρουδιά του λιβανιού, την μυρουδιά του ξύλου από τα στασίδια, τα παγκάρια και τα ψαλτήρια. Ήταν το μέρος εκείνο όπου είχαν εναποθέσει τις προσδοκίες του στον Άγιό του γενιές και γενιές των χωριανών του, ο καθένας καταθέτοντας τα δικά του θέλω, όλοι τους όμως κάτω από την ίδια σκέπη. Ήταν το μέρος εκείνο που όλοι του έψαχναν την λύτρωση» (σ. 68).