Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Τα αδύνατα ζητά η ποίηση

«Ας δεχθούμε πως η δομή του κόσμου
είν’ ένας κώνος, που απ’ τη βάση ως την κορφή του
διατρέχεται από μια γραμμή σπειροειδή.

Ο άνθρωπος του οιδιπόδειου αινίγματος
ξεκινά την αυγή, πάνω στ’ αχνάρια της γραμμής,
με τα τέσσερα πόδια. Στα μισά του δρόμου
στυλώνεται στα δυο του, για να ιδεί κατάματα
τον ήλιο του λαμπρού μεσημεριού.
Και το βράδυ φθάνει στην κορφή του κώνου,
σέρνοντας τώρα το τρίτο του ποδάρι,
έτοιμος ν’ αντικρίσει τη μεγάλη δύση.


Αλλ’ έμεινε ατελής του αινίγματος η λύση.
Παραλείφθηκε η εκδοχή της τελευταίας
οριζοντιώσεως. Κι ακόμα η αλληγορία
του λίκνου και του φέρετρου, που ήσαν δεμένα
στις δυο άκρες της σπειροειδούς γραμμής του κώνου.


Ο κόσμος θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύβος,
σαν εκείνον του Καίσαρος, που «ερρίφθη» στο Ρουβίκωνα.
Κι ακόμα θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύκλος,
όμοιος με το αλώνι του Διγενή Ακρίτα.

Το σχήμα του στερνά ο καθείς ανακαλύπτει,
κατά τον κόσμο που στη φύση του ταιριάζει.

Είναι άνθρωποι τετράγωνοι, ίσιοι ή τεθλασμένοι,
που βολεύονται μέσα στο περίγραμμά τους.
Κι είναι άλλοι πρηνείς και πεπλατυσμένοι,
που αρκούνται «μετριοφρόνως» σε μια τάβλα.

Όμως, εγώ επιμένω στου μεγάλου κώνου
το πολυσήμαντο σχήμα, όπου σ’ έναν κύκλο
αλλεπαλλήλων ενιαυτών, τα βήματά μου
οδηγηθήκαν με περίσκεψη προς την κορφή του,
ανάμεσ’ απ’ άνθη, πέτρες και σκιές θανάτου.


Στέκομαι τώρα στο στερνό σκαλί της σπείρας
κι αναμετρώ τα στάδια της μακράς πορείας μου.
Θα ’ναι μάταιο το χέρι μου να υψώσω,
αφού δε βλέπω να μου απλώνεται άλλο χέρι.

Όσοι γνωρίζανε πως στην κορφή του κώνου
του υποχθονίου πυρός έχασκε ο αρχαίος κρατήρας,
ήδη μπορούνε να εξηγήσουν την προτίμησή μου
προς το υπερούσιο σχήμα του μεγάλου κώνου.

Καθώς πια δεν υπάρχει ανάληψη στους ουρανούς,
μου αρκεί το έσχατο πήδημα του Εμπεδοκλέους».



Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ. (1977). «Ο Μεγάλος Κώνος», στο: Τα Επιγενόμενα. Θεσσαλονίκη, σσ. 31-32.

Αργά τα μεσάνυχτα, πάνω στο γραφείο μου είχα τον Οιδίποδα του Σοφοκλή κι η ματιά μου έπεσε πάνω στο Αίνιγμα της Σφίγγας, το οποίο κατάφερε κι έλυσε ο γιός του Λάιου και της Ιοκάστης πριν μπει στη Θήβα. Ευθύς αμέσως, στο νου μου, ήρθε το παραπάνω ποίημα του Γ. Θ. Βαφόπουλου. Α.Ι.Κ.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

With The Pride!!!


ΠΗΓΗ: VIDEO HOT TRACKS



ΠΗΓΗ: Spandau Ballet (Official)

Λένα Διβάνη: «Τα παιδιά μας με δύο διδακτορικά είναι γκαρσόνια, άλλοι γίνονται υπουργοί»


ΠΗΓΗ: LiFO TV

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

Του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ


ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

Του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.
Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.
Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι… δεν έχουν!
Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;
Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

Spantau Ballet!!!


ΠΗΓΗ: Spandau Ballet (Official)

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Αλησμόνητε +παπα-Γιώργη!!!


ΠΗΓΗ: @AMAZINGDIO

Η πενυματική μας κρίση... τότε (το 1929)... και σήμερα (το 2026)

«Φαίνεται πως η Ελλάδα έχασε τα νερά της. Ο κλονισμός το πολέμου ήταν τόσο βαθύς στον τόπο μας, βαθύτερος από παντού αλλού, η εξέλιξη του μεταπολέμου τόσο απροσδόκητη, ασυνάρτητη και ορμητική, ώστε σταυρώσαμε τα χέρια και κοιτάζουμε το θέαμα χωρίς να τολμούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό.
Ήμασταν μια μικρή και στενοκέφαλη επαρχιώτικη κοινωνία, κλεισμένη στον εαυτό της. Η μόνη ανησυχία της Ελλάδας πριν τον πόλεμο ήταν το γλωσσικό ζήτημα. Η πνευματική τροφή της κοινής γνώμης ήταν το χρονογράφημα των εφημερίδων. Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, βρεθήκαμε μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής, δαρμένοι από τους μεγάλους ανέμους της μεταπολεμικής Ευρώπης. Οι δάσκαλοί μας, αμέριμνοι άνθρωποι που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη μελέτη της αρχαίας γραμματικής, του ρωμαϊκού δικαίου, της βυζαντινής ιστορίας, του δημοτικού τραγουδιού, αντίκρυσαν ξαφνικά την τρελή ταχύτητα του αιώνα μας, τη ραγδαία εξέλιξη των ηθών, τις ριζικές πολιτικές και οικονομικές αναστατώσεις μας, την πάλη των τάξεων, την τζαζ μ’ όλο τον κόσμο των παθών που εκφράζει, τις ανησυχίες της μεταπολεμικής γενεάς, τα σημερνά κορίτσια με κομμένα τα μαλλιά, με τη φούστα απάνω από το γόνατο, με το δέρμα ηλιοκαμένο, χειραφετημένα μονομιάς από κοινωνικές συμβάσεις αιώνων. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα και λένε πως χάλασε ο κόσμος. Θα ήταν περίεργο αν καταλάβαιναν. Τα ελληνικά γράμματα φοβήθηκαν και σώπασαν. Η λιγοστή σκέψη που υπήρχε εγκατέλειψε τον αγώνα. Όταν παρατηρούμε τα πράματα από κοντά, το σταμάτημα της πνευματικής ζωής μας μάς φαίνεται φυσικό. Το πήδημα που έκανε η Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλο και το ελληνικό πνεύμα, αδύνατον ακόμα, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την εξέλιξη του τόπου».


ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ. (1998). Ελεύθερο Πνεύμα. Επιμέλεια: Κ. Θ. Δημαράς. Αθήνα: Ερμής, σσ. 61-62.