Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η θρησκεία ως όπλο της πολιτικής εξουσίας. Όταν τα ιερά και όσια επιστρατεύονται για την ενίσχυση της κρατικής εξουσίας.

Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αλεξανδρόπουλος· Διευθυντής Ιδιαιτέρου Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου.


Η ένταξη της θρησκείας στη στρατηγική της πολιτικής εξουσίας αποτελεί μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την ίδια τη θρησκευτική αλήθεια. Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι η θρησκεία, ως χώρος ενότητας, ελπίδας και ηθικού προσανατολισμού, ο οποίος προορίζεται να λειτουργεί υπέρ της ελευθερίας του ανθρώπου, μετατρέπεται σε όργανο κρατικής εξουσίας, δια μέσω της οποίας νομιμοποιούνται πολιτικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται ως μηχανισμός ιδεολογικής επιβολής και πειθάρχησης των πιστών. Το φαινόμενο αυτό, συναντάται κυρίως σε απολυταρχικά ή θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά είναι απολύτως σύγχρονο και ιδιαίτερα ορατό και στον ορθόδοξο κόσμο.
Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι: μπορεί η θρησκεία, χωρίς να αλλοιωθεί ο πνευματικός της χαρακτήρας, να συμπορευθεί με την στρατηγική της πολιτικής εξουσίας; Η απάντηση δεν είναι απλή, επειδή προϋποθέτει σαφή διάκριση ρόλων, αφού η συμπόρευση προϋποθέτει θεσμική αυτονομία και κριτική απόσταση. Διαφορετικά, ο ρόλος της Εκκλησίας, που πρέπει διατηρεί την πνευματικότητά της, μετατρέπεται σε παρακολούθημα της πολιτικής εξουσίας και, εν τέλει, σε υποτελή της και ιδεολογικό της στήριγμα.
Σε αυτήν την περίπτωση η θρησκεία χειραγωγείται και η Εκκλησία χάνει την αυτοτέλεια, που οφείλει να διατηρεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, καθώς η στενή σύμπλευση του ρωσικού κράτους με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, με την επίκληση του «πνευματικού εθνικισμού της Ρωσίας», χρησιμοποιείται για να προσδώσει ιερότητα στη γεωπολιτική στρατηγική της χώρας. Ο θρησκευτικός μανδύας της ρητορικής περί «ιερής Ρωσίας» χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει πολιτικές επιλογές και στρατιωτικές ενέργειες, όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας.[1] Η ευλογία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πολιτική ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποκαλύπτουν πώς η θρησκευτική πίστη μπορεί να μετατραπεί σε στήριγμα κρατικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Αναγνωρίζοντας το 2018 το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ουκρανίας, όπως είχε δικαίωμα βάσει των κανονικών προνομίων του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπερασπίστηκε την εκκλησιαστική ελευθερία και την κανονική τάξη. Η Ρωσία αντέδρασε έντονα, σε εκκλησιαστικό επίπεδο (διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας) και σε πολιτικό, εξαπολύοντας επιθετική προπαγάνδα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί «παπικών πρακτικών» και επεδίωξε την απονομιμοποίησή του στη διεθνή κοινότητα. Αντίστοιχη αντίδραση υπήρξε και κατά του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας: η ρωσική Εκκλησία προχώρησε σε αντικανονικές ενέργειες στην αφρικανική ήπειρο, επιχειρώντας να υπονομεύσει την κανονική δικαιοδοσία του δεύτερου ιστορικού Πατριαρχείου με οικουμενική ιεραποστολική προσφορά.
Σε αυτές τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν εκκλησιαστικά ζητήματα ως μοχλός πολιτικής πίεσης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναδεικνύεται ως ισχυρός θεσμός πνευματικής αντίστασης απέναντι στην πολιτική χειραγώγηση της θρησκευτικής πίστης. Η κανονική του ευθύνη, η οικουμενική του φυσιογνωμία και ο ιστορικός του ρόλος ως εγγυητή της εκκλησιαστικής ελευθερίας, το καθιστούν σημείο αναφοράς για μια Ορθοδοξία που δεν υποτάσσεται στην κρατική σκοπιμότητα.
Ανακύπτει, έτσι, ένα δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: πότε η επίκληση της θρησκευτικής παράδοσης παύει να αποτελεί πολιτισμική αναφορά και μετατρέπεται σε ιδεολογικό – πολιτικό όπλο προώθησης κρατικών συμφερόντων; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο χρήσης της παράδοσης ως αποκλειστικού κριτηρίου πολιτικής νομιμότητας, δηλαδή όταν χρησιμοποιείται σε κάθε επίπεδο ως πλαίσιο αναφοράς ή όταν χρησιμοποιείται επιλεκτικά και αποσπασματικά για να νομιμοποιήσει πολιτικές επιλογές ή να αποκλείσει άλλες εκκλησιαστικές φωνές. Η αμφισβήτηση του κανονικού ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2] από κρατικά ελεγχόμενες εκκλησιαστικές δομές, προφανώς, δεν αποτελεί θεολογική διαφωνία, αλλά πολιτική στρατηγική. Η περίπτωση της Ουκρανίας ανέδειξε με σαφήνεια ότι η σύγκρουση δεν αφορά απλώς εκκλησιαστικά / γεωγραφικά όρια[3], αλλά τη σύγκρουση μεταξύ μιας ελεύθερης, συνοδικής Ορθοδοξίας και μιας κρατικά χειραγωγούμενης Εκκλησίας.[4] Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου συνιστά σαφή υπεράσπιση της κανονικής τάξης και της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Η σταθερή θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη υπέρ του διαλόγου, η άρνηση ταύτισης με οποιαδήποτε πολιτική εξουσία και η ανάδειξη της Ορθοδοξίας ως πνευματικής -και όχι εθνικής ταυτότητας- αναδεικνύουν την θεολογική του συνέπεια.
Όμως, η χρήση της θρησκείας για την εξυπηρέτηση στρατηγικών στόχων της πολιτικής εξουσίας παρατηρείται και σε άλλες θρησκείες και καθεστώτα, όπως στην περίπτωση του Ιράν. Στην χώρα αυτή, η θρησκεία λειτουργεί ως διαχωρισμός μεταξύ «πιστών» και «απίστων», δηλαδή εχθρών της πραγματικής πίστης, ξεπερνώντας το όριο του πολιτισμικού αφηγήματος. Στο Ιράν, η θεοκρατική δομή του κράτους επιβάλει στην πολιτική εξουσία να ταυτίζεται πλήρως με την καθεστωτική ερμηνεία του Κορανίου. Επομένως, οι διαφωνίες είναι ανεπίτρεπτες ως θρησκευτικές αποκλίσεις[5], περιορίζοντας την ελευθερία, των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων, εν ονόματι ενός θεοκρατικού καθεστώτος, που νομιμοποιείται από τη μόνη ορθή ερμηνεία της ισλαμικής θρησκείας.
Όμως, και στις δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται η εργαλειοποίηση της θρησκείας, μέσω της πολιτικής ρητορικής της εξουσίας. Η επίκληση «χριστιανικών αξιών» από πολιτικά κινήματα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ δεν χρησιμοποιείται για να προωθήσει το ήθος, την αγάπη και την αλληλεγγύη, αλλά για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μεταναστών, θρησκευτικών μειονοτήτων ή διαφορετικών τρόπων ζωής[6], λειτουργώντας ως φόβητρο και μέσο αποκλεισμού και όχι ως πρόταση ελπίδας.
Έτσι, προκύπτει ένα τρίτο, καίριο ερώτημα: ποια είναι η ευθύνη των θρησκευτικών ηγεσιών όταν εργαλειοποιείται η θρησκευτική πίστη από την κρατική εξουσία; Η ευθύνη τους είναι πρωτίστως ηθική και θεολογική. Ως εκ τούτου, η σιωπή ή η ανοχή ισοδυναμούν με συνενοχή. Συνεπώς, όταν οι θρησκευτικοί θεσμοί ευλογούν άκριτα την εξουσία ή αποφεύγουν τον δημόσιο λόγο για χάρη της «καλής σχέσης» Κράτους – Εκκλησίας, συναινούν εν τοις πράγμασι στην αλλοίωση της θρησκευτικής πίστης. Αντίθετα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επιλέγει διαχρονικά τον δύσκολο δρόμο της μαρτυρίας της Αλήθειας, ασκεί κριτική στην αδικία, υπερασπίζεται τον άνθρωπο και υπενθυμίζει ότι καμία πολιτική εξουσία δεν μπορεί να οικειοποιηθεί τον Θεό, παρά το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος.
Εν κατακλείδι, ο ρόλος της θρησκείας δεν είναι να υπηρετεί την εξουσία, αλλά να υπενθυμίζει τα όριά της[7]. Σε αυτή την αποστολή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει θεσμικός και πνευματικός φρουρός μιας Ορθοδοξίας που παραμένει δρόμος Αλήθειας και ελευθερίας, μετατρέποντας τον διάλογο σε ηθική συνείδηση της κοινωνίας.

[1] Arjakovsky A., What is Orthodoxy?, Fortress Press, 2012.
[2] Β. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία. Από την άλωση μέχρι σήμερον (1453- 2014), εκδόσεις Αποστολικη Διακονία, Αθήνα 2014.
[3] Ν. Αρβανίτης, Ορθοδοξία και Γεωπολιτική, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2020.
[4] C. Hovorun, Political Orthodoxies, Fortress Press, 2018.
[5] O. Roy, Holy Ignorance. When Religion and Culture Part Ways, Columbia University Press, 2010.
[6] J. Habermas, Between Naturalism and Religion, Polity Press, 2008.
[7] Χρ. Γιανναράς, Η καταστροφή ως ευκαιρία. Επιφυλλίδες, εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2011.

Ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αλεξανδρόπουλος ανήκει στην Ι. Μ. Νιγηρίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Είναι υποψήφιος Διδάκτορας Βιοηθικής της Ιατρικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης- Msc «Διεθνούς Πολιτικής και Ασφάλειας», Msc «Θεολογίας» & Msc «Βιοηθικής» - Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος & Θεολόγος.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Από την ομορφιά της ώρας του μαθήματος... στην «αθέατη;» εξεταστική εξουθένωση των μαθητών...

«[…] γιατί η ώρα του μαθήματος δεν είναι ποτέ μικρό πράγμα, δεν είναι νεκρός χρόνος, δεν είναι αυτοματισμός, χωρίς νόημα, ρουτίνα χωρίς επιθυμία […] 
»Απεναντίας, ο αυτοματισμός είναι η νόσος του Σχολείου, η κατεξοχήν παθολογία του λόγου του Πανεπιστημίου, καθώς ανακυκλώνει μια γνώση που αποβλέπει ανώνυμα στην επανάληψη, καταργώντας την έκπληξη, το απρόβλεπτο, το ως τώρα ανήκουστο και άγνωστο, καθιστώντας αδύνατο το συμβάν του λόγου. Ιδού ο άσπονδος εχθρός του εκπαιδευτικού έργου: η τάση ανακύκλωσης και αναπαραγωγής μιας γνώσης όμοιας πάντα με τον εαυτό της. Είναι το φάντασμα που ίπταται από πάνω μας και έχει τη δύναμη να υπαγορεύει θανατηφόρα τους όρους άσκησης του εκπαιδευτικούς μας έργου: το να αφήνεται κανείς σε ό,τι έχει ήδη γίνει, λεχθεί ή ιδωθεί, συρρικνώνοντας την αγάπη για τη γνώση στην απλή διαχείριση μιας γνώσης που δεν επιφυλάσσει πια καμία έκπληξη. Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με τη μετάδοση μιας ζωντανής ειδημοσύνης, αλλά με διανοητική γραφειοκρατία, παρασιτισμό, πλήξη, λογοκλοπή, κομφορμισμό. Μια γνώση αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να αφομοιωθεί χωρίς να προκαλέσει ασφυξία, πνευματική ανορεξία, αηδία. Το Σχολείο όμως δεν είναι κατά κύριο λόγο αυτό. Προσπαθούν να το αποδείξουν καθημερινά δάσκαλοι σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης: η πραγματική καρδιά του Σχολείου αποτελείται από ώρες μαθήματος που θα μπορούσαν να θεωρηθούν περιπέτειες, συναντήσεις, πνευματικές εμπειρίες και βαθιές συγκινήσεις. Διότι αυτό που μένει από το Σχολείο την εποχή της εξάχνωσής του είναι η ομορφιά της ώρας του μαθήματος».


MASSIMO RECALCATI. (2020). Η ώρα του μαθήματος. Για την ερωτική διάσταση της διδασκαλίας, μτφρ. Άννα Πλεύρη, Γιοβάνα Βεσσαλά, επιμέλεια – θεώρηση μετάφρασης Τάκης Γκόνης. Αθήνα: Κέλευθος, σσ. 15-16.

H Ρωσοφιλία και η Ρωσοφοβία στην Ελλάδα

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Πώς θα ήταν δυνατόν να λείψει η γνωστή υστερική αντίδραση στην Ελλάδα για τη ρωσική διείσδυση στα πολιτικά πράγματα της χώρας, με αφορμή την ίδρυση νέων πολιτικών σχηματισμών; Η απορία δεν θα έπρεπε να υπάρχει, όχι γιατί δεν υπάρχει μία τέτοια διείσδυση (αυτό είναι θέμα κατασκοπευτικής λογοτεχνίας), αλλά γιατί από τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα έχουμε από τη μία ένα έντονο φιλορωσικό πνεύμα (από τους Παπουλάκους μέχρι και τον Όθωνα στον πόλεμο της Κριμαίας αλλά και την πριγκίπισσα Όλγα αργότερα), και από την άλλη μία περισσότερο «λόγια» και ελιτίστικη αντίδραση σε αυτό που χαρακτηρίζεται ρωσικός κίνδυνος επέκτασης. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, αυτή η αντίδραση δεν επικεντρώνεται στα καθαρά και γνήσια εθνικά συμφέροντα, αλλά στην προσκόλληση στους άλλους πάτρωνες της «ορφανής» Ελλάδας, Άγγλους και Γάλλους. Πόσο, με άλλα λόγια, ήταν υπερασπιστές των ορθοδόξων συμφερόντων των Αγιοταφικών προσκυνημάτων, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν υπήρχε βάσιμη η ρωσική επιρροή, η οποία είχε υποδαυλίσει τα πνεύματα στην περιοχή και ειδικότερα στο αραβόφωνο στοιχείο του Πατριαρχείου;
Η νέα εκδοχή του αντιρωσικού πνεύματος ήταν η αντιπαλότητα με τη φιλόδοξη Βουλγαρία μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία όμως ήταν σταθερός σύμμαχος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Δεν μπορεί να την πεις και χαρακτηριστικό δείγμα ιστορικού σλαβικού αναθεωρητισμού και επιθετικότητας, πίσω από την οποία θα βρισκόταν η Ρωσία (η τσαρική ή η μπολσεβικική, είναι επίσης ένα ζήτημα). Η πιο πρόσφατη εκδοχή «εθνικού συναγερμού» ήταν η φιλοσοβιετική στάση του ΚΚΕ, η οποία μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο χαρακτηρίσθηκε και αξιολογήθηκε ως «δούρειος ίππος» του σλαβισμού. Ποιου ακριβώς σλαβισμού; Της Ρωσίας του Στάλιν που δεν της καιγόταν και κάποιο ιδιαίτερο «καρφί», ή της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, με τον οποίον όμως μια χαρά τα βρήκαν σε δεύτερο χρόνο οι Δυτικοί; Μεγάλα και αναπάντητα τα ιστορικά ερωτήματα.
Ναι, αλλά θα πει κανείς: ο Πούτιν σήμερα δεν επιθυμεί να διεισδύσει με κάθε τρόπο στα πολιτικά πράγματα των δυτικών χωρών; Πάντως οι σχετικά ανάλογες προσπάθειες σε Ρουμανία και Μολδαβία έχουν αντιμετωπισθεί με κατεξοχήν αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις από την πλευρά των δυτικών, ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Το αφήγημα περί μίας ολιγαρχικής και αυταρχικής δημοκρατίας στη Ρωσία που απειλεί τον ευρωπαϊκό μας πλουραλισμό τα βρίσκει πολύ δύσκολα ανάμεσα σε δολιοφθορές τύπου Nord Stream και σε περιπάτους ουκρανικών drones σε παραλίες της Ελλάδας και στις παρεκβάσεις με τις υποκλοπές made in Israel.
Επιστρατεύεται και η κατάκριση της κινητοποίησης για το Μακεδονικό ως έκφραση ρωσικού αποσταθεροποιητικού «δακτύλου». Το αστείο είναι ότι αυτοί που κατηγορούν, είτε έχουν μία σαφή συμπλεγματική φιλοδυτική αντίδραση (πώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η τότε πρωτοβουλία του κατά τα άλλα venceremos! Τσίπρα;) ή δεν έχουν (τολμήσει) να ακυρώσουν μετέπειτα αυτή τη συμφωνία. Το σουρεάλ στοιχείο υπεισέρχεται στο γεγονός πως οι ευρωπαίοι πάτρωνες υποδαυλίζουν αυτά τα φοβικά σύνδρομα, έχοντας οι ίδιοι απωλέσει το ατλαντικό τους υποστήριγμα. Άρα, η όλη κουβέντα δεν έχει να κάνει με κάποιον γεωπολιτικό προσδιορισμό της Ελλάδας, αλλά με μικρομάγαζα συμφερόντων, ήδη εδραιωμένων και κατεστημένων.
Όλα αυτά, βέβαια, ισχύουν και για την όποια φιλορωσική κατεύθυνση. Η δυτικίζουσα αγιογραφία και ψαλτική της Ρωσικής Εκκλησίας είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του πολύ απλού και αυτονόητου: «άλλο η Ρωσία και άλλο η Ελλάδα». Η επιδέξια ισορροπία είναι απόλυτη προϋπόθεση. Δεν θα πρέπει ο εμετός της Ελλάδας ως αποικίας να μας οδηγεί σε προσκόλληση σε άλλα «αφεντικά».

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα Μάτια είναι έργο του Χρήστου Γαρουφαλή.

ΠΗΓΕΣ:

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

«Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)»

Γράφει ο ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ

Συμπληρώνονται σήμερα 107 χρόνια από την Γενοκτονία των Ποντίων, που ακολούθησε την Γενοκτονία των Αρμενίων από το καθεστώς των Νεότουρκων. Η επίσημη απόφαση για τις γενοκτονίες πάρθηκε τον Οκτώβριο του 1911 σε ένα συνέδριο στην οθωμανική Θεσσαλονίκη. Ήταν εκεί που οι Νεότουρκοι αποφάσισαν την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.

[...]

Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων που οδήγησαν στην Γενοκτονία των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η Μαύρη Βίβλος, συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά.


ΠΗΓΗ: SLpress

Γενοκτονία Ποντιακού Ελληνισμού: Γιανναράς... επίκαιρος


«Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά. Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος. Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο Ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του Ποντιακού (και γενικότερα του Μικρασιατικού) Ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα "πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη"».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Βιβλία του πεταματού

Γράφει ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ


Τα βιβλία πλέον ούτε τα λογοκρίνουν ούτε τα καίνε. Αλλά ούτε και τα πολυδιαβάζουν. Και όσα μένουν στα αζήτητα, οι εκδότες τους τα πάνε αδιάβαστα στις χωματερές ή στην πολτοποίηση της τρέντι ανακύκλωσης.
Αυτό όμως δεν είναι το μόνο παράδοξο: όσο εκλείπουν οι συνθήκες ανάγνωσης των βιβλίων, τόσο περισσότερα βιβλία εκδίδονται, αυξάνοντας –έτερο παράδοξο αυτό– όχι τις επιλογές, αλλά τη σύγχυση των αναγνωστών. Υπερβαίνουν τις 11.000 οι τίτλοι που εκδίδονται ετησίως στη χώρα, χωρίς οι χαμηλές επιδόσεις φιλαναγνωσίας να δικαιολογούν έναν τόσο μεγάλο αριθμό. Αλλά τότε τι συμβαίνει;
Αν εξαιρέσουμε τους, λίγους πλέον, αιθεροβάμονες (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι) στον χώρο του βιβλίου, οι πολλοί φαίνεται να υπερθεματίζουν στα τερτίπια της αγοράς που δεν παράγει για να καταναλώσει, αλλά καταναλώνει για να συνεχίσει να παράγει.
Ο εκδοτικός πληθωρισμός (και όχι πλουραλισμός) της μικρομέγαλης εγχώριας πολιτιστικής παραγωγής –ακαταγώνιστη «βαριά βιομηχανία» μας παραμένει το «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»– καθιστά τα βιβλία ευπαθή αντι-κείμενα με όλο και κοντινότερη ημερομηνία λήξης. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πνευματικά αγαθά, όπως διατεινόμαστε κολακεύοντας την αναγνωστική μας εντρύφηση, αλλά για προϊόντα που η παραγωγή τους θα προγραμματιστεί και θα διανεμηθεί (με κριτήρια διόλου πνευματικά) μέχρι κεραίας. Οσα από αυτά δεν πωληθούν άμεσα, θα αποσυρθούν σαν ληγμένα και θα αντικατασταθούν από φρεσκοτυπωμένα, καθότι το κόστος φύλαξής τους είναι μεγαλύτερο από τις εν δυνάμει πωλήσεις τους μετά την αρχική τοποθέτησή τους. Κάποιοι από τους συντελεστές παραγωγής (συγγραφείς, μεταφραστές, εικονογράφοι, γραφίστες κ.ά.) δεν θα πληρωθούν ποτέ ή θα μείνουν στα «έναντι». Οι μόνοι που έχουν σίγουρες απολαβές από το πηγαινέλα των βιβλίων είναι οι μεταφορείς τους. Ολοι οι υπόλοιποι κανακεύουν ένα Μινώταυρο, μεριμνώντας πρωτίστως για τη συνεχή τροφοδοσία του και όχι για τη διακίνηση των ιδεών, τη συντήρηση της μνήμης και τη διάχυση της γνώσης – αυτά είναι προφάσεις όσων αιτούνται ή μοιράζουν επιδοτήσεις. Οι διευθυντές πωλήσεων φτιάχνονται με αριθμούς και, όπως καταλαβαίνετε, όταν τα νούμερα έχουν τον πρώτο λόγο, το μεράκι της καλλιτεχνίας έχει πάει περίπατο από τα αποδυτήρια.
Αλλά δεν βαριέσαι; «Το μοναστήρι να είναι καλά» δεν λένε; Εδώ το «μοναστήρι» κι ο μπεζαχτάς του συχνάκις επικουρούνται από την ανθρώπινη ματαιοδοξία που, προκειμένου να της αποδοθεί ο επίζηλος –Κύριος οίδε γιατί– τίτλος του «συγγραφέα», βάζει το χέρι βαθιά στην τσέπη, έστω κι αν το αναγνωστικό κοινό δεν ξεπερνά τον συγγενικό ή κοινωνικό κύκλο όσων την υπηρετούν.
Το πρόβλημα είναι ότι μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων και τον άτυπο έλεγχο της διανομής τους πάνε στράφι και καλές εκδόσεις, που πολλές φορές δεν φτάνουν καν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, των οποίων οι διαχειριστές, συνήθως, υποκύπτουν στην εξωνημένη προβολή και στη λογική της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας.
Παρεπόμενο όλων των παραπάνω είναι η σκανδαλώδης απουσία θεμελιωδών βιβλίων από τις βιβλιοθήκες, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες, απαράσκευοι από το οικογενειακό και σχολικό τους περιβάλλον, να έχουν λάθος συστάσεις και, φτωχοί σημείων αναφοράς, να εθίζονται στη στρέβλωση της παραλογοτεχνίας και να στερούνται την απόλαυση της ανάγνωσης. Ωστόσο, οι συστηματικοί και επαρκείς αναγνώστες, όσο μπορούν, μένουν ανεπηρέαστοι από τους συρμούς και τις εκδουλεύσεις όσων τους υπηρετούν, γνωρίζοντας ότι τα καλά βιβλία δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Γνωρίζουν επίσης οι καλοί αναγνώστες ότι ένα καλό βιβλίο που δεν διαβάστηκε, γιατί πλακώθηκε από τον όγκο της ελαφρογραφίας, δεν είναι απλώς ένα εμπορικά αποτυχημένο βιβλίο. Είναι μια δυνατότητα χαράς που χάσαμε το ξεδίπλωμά της.
Εδώ η κριτική εγρήγορση θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο ξεχωρίζοντας τα αξιανάγνωστα από τον σωρό. Για να συμβεί όμως αυτό χρειάζεται να προηγηθεί η σαφής διάκριση των διαφημιστικών χώρων από εκείνους της κριτικής αποτίμησης.
Και τότε ίσως πάψει να μας θορυβεί υποκριτικά η ύπαρξη βιβλίων μιας (ή καμιάς) χρήσεως και θα μας απασχολήσει ότι όλο και λιγοστεύουν τα βιβλία που αξίζει να υπερασπιστούμε τη θέση τους στις βιβλιοθήκες μας (και στις ζωές μας).
Πριν από πολλά χρόνια, στην ερώτηση αν φοβάμαι ότι το βιβλίο θα εξαφανιστεί από την εξάπλωση των νέων τεχνολογιών είχα απαντήσει βιαστικά «όχι», θεωρώντας άστοχη τη σύγκριση. «Τι σχέση έχει ο έρωτας με το ξεφύλλισμα πορνοπεριοδικών;» είχα αναρωτηθεί ρητορικά ποντάροντας στον έρωτα. Το ίδιο θα απαντούσα και σήμερα, αλλά στον λογαριασμό θα έβαζα και τον πολλαπλασιασμό των ανέραστων.

Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Εκκλησία και Πολιτισμός

«Το να κρίνεις σημαίνει να βλέπεις και τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία κρίνει τον πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της μορφών ζωής. Γιατί οι μορφές αυτές δημιουργούνται από τον πολιτισμό, ενώ η ουσία της καθιστά τον πολιτισμό δυνατό. Η Εκκλησία και ο πολιτισμός είναι δύο κόσμοι σε αλληλοδιαπλοκή, όχι δύο παράλληλοι κόσμοι. Κι η Βασιλεία του Θεού τους περιλαμβάνει αμφότερους, ενώ ταυτόχρονα τους υπερβαίνει».


PAUL TILLICH. (2023). Η ελπίδα ενάντια στην ελπίδα, εισαγωγή & μετάφραση Δημήτρης Μ. Μόσχος. Αθήνα: Firebrand, σ. 34.

«… η θρησκεία είναι πολιτικό ζήτημα, αλλά ακόμα πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι το αντίστροφο: το νόημα της ιστορίας είναι ζήτημα πίστης, η θρησκεία είναι πάντα το κομμάτι του πολιτισμού που τείνει προς ένα μέλλον, είναι στο όριο μεταξύ της ενεργούς πραγματικότητας και μιας δυνητικότητας που διανοίγεται»· από τον πρόλογο του Δημήτρη Μ. Μόσχου, σ. 16.