Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Ο Εμίλ Ζολά και το «Κατηγορώ» του

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ


Είναι κάποια κείμενα, λογοτεχνικά, δοκιμιακά ή δημοσιογραφικά, που δείχνουν σαν να σκαλίστηκαν στην πέτρα ή στο μάρμαρο, κι ας τυπώθηκαν με τις τεχνικές της μεταγουτεμβεργιανής εποχής. Τέτοιο κείμενο είναι το περίφημο «Κατηγορώ» του Εμίλ Ζολά, που χάρη στις αρετές του, όσες σφραγίζουν το περιεχόμενο και τη διατύπωσή του, έχει κερδίσει προ πολλού τη μάχη του με τον χρόνο.
Αίσθημα πνευματικής ευθύνης, διακινδύνευση, παρρησία, ευθύτητα, έγνοια για τους αδικούμενους, διηγηματική ευστροφία και πυκνότητα, αφοπλιστικά στρατηγήματα που θέτουν τη ρητορική στην υπηρεσία της λογοτεχνίας, και όχι το αντίστροφο. Γι’ αυτές τις αρετές μιλάω, που επιτρέπουν στον λόγο του Ζολά να παραμένει διαρκώς έγκαιρος, έτσι όπως αναδεικνύει την κρισιμότητα τεσσάρων (τουλάχιστον) θεμάτων που θα μας απασχολούν πάντα: α) Οι λαϊκές προκαταλήψεις και οι στερεοτυπικές αναπαραστάσεις εθνών και θρησκειών, εν προκειμένω η αναπαράσταση των Εβραίων από τον ανέκαθεν ακμαίο ευρωπαϊκό αντισημιτισμό. β) Η κατά φήμην τυφλή Δικαιοσύνη και τα ματογυάλια που της φοράνε βίαια οι ποικίλες εξουσίες (πολιτική, εκκλησιαστική, οικονομική, στρατιωτική), για να δει το φως το αληθινόν. γ) Ο ρόλος του δημόσιου διανοουμένου. δ) Ο ρόλος των ΜΜΕ, χάρτινων, ερτζιανών, γυάλινων ή διαδικτυακών.
Το λεπτοδουλεμένο τομίδιο-ντοκουμέντο που περιέχει το «Κατηγορώ» του Ζολά, καθώς και σχετικά κείμενα του Ανατόλ Φρανς και του Ζαν Ζορές, μεταφρασμένα από τη φιλόλογο και συγκριτολόγο Μαίρη Καιρίδη, στην οποία οφείλεται επίσης η ανθολόγηση, η εισαγωγή και το χρονολόγιο, είναι το τέταρτο της σειράς «Για έναν νέο ανθρωπισμό» των εκδόσεων Πατάκη. Ο συντονιστής της, ο Θανάσης Τριαρίδης, εξηγεί πως ο ψυχωφελής σκοπός της είναι «να παρουσιάσει φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα, καθώς και μαρτυρίες και ντοκουμέντα με μοναδικό (αλλά κεντρικό) κοινό σημείο τους την πολιτισμική ή και ηθική αντιπρόταση στις κυρίαρχες κουλτούρες της βίας, της εκδίκησης, του μίσους και του τελετουργικού φόνου, που στα θεμελιακά πολιτισμικά αφηγήματα παρουσιάζονται ως “ιστορική νομοτέλεια”».
Προηγήθηκαν τα εξής βιβλία, όλα σε μετάφραση του Θοδωρή Τσομίδη:
α) «”Δε θα σιωπήσουμε ποτέ”. Οι Προκηρύξεις του Λευκού Ρόδου (1942-1943)» (η ιστορία μιας ομάδας φοιτητών του Πανεπιστημίου του Μονάχου που συγκρότησαν την εμβληματικότερη αντιναζιστική οργάνωση της Γερμανίας και πλήρωσαν με τη ζωή τους, ανάμεσά τους και η Σόφι Σολ, η σημαντικότερη Γερμανίδα του 20ού αιώνα, σύμφωνα με σχετική ψηφοφορία). β) Αλβέρτος Σβάιτσερ, «Δέος για τη ζωή. Η σκέψη του μεγάλου ανθρωπιστή μέσα από κείμενα της περιόδου 1905-1965» («η κεντρική ιδέα του ηθικού στοχασμού του Σβάιτσερ είναι απλή και κοινή: σεβασμός της ζωής, δέος (Ehrfurcht) μπροστά στο θαύμα της ζωής», γράφει στον πρόλογό του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης). γ) Έντμουντ Μορέλ, «Απέναντι στην καρδιά του σκότους. Ο αγώνας ενάντια στη γενοκτονία των Κονγκολέζων (1885-1908)» (στοιχεία από την πένα του Βρετανού δημοσιογράφου και ακτιβιστή για τη γενοκτονία των Κονγκολέζων που διέπραξε το Βέλγιο του βασιλιά Λεοπόλδου του Β΄ για να εξασφαλίσει τη συγκομιδή του καουτσούκ).
Η Υπόθεση Ντρέυφους με άκρα συντομία: Στις 19.12.1894 ο Εβραίος αξιωματικός του γαλλικού πυροβολικού Αλφρεντ Ντρέυφους, ένας λόγιος πιστός στις οικουμενικές αξίες της Γαλλικής Επανάστασης, κατηγορείται για εσχάτη προδοσία, τάχα ότι αποκάλυψε στρατιωτικά μυστικά στους Γερμανούς. Το στρατιωτικό δικαστήριο εμπιστεύεται τα χαλκευμένα στοιχεία και τον καταδικάζει σε ισόβια εξορία στη διαβόητη Νήσο του Διαβόλου, στ’ ανοιχτά της Γαλλικής Γουιάνας. Η γαλλική κοινωνία, δηλητηριασμένη όπως όλοι οι Ευρωπαίοι από τον αντισημιτισμό, προσυπογράφει ενθουσιωδώς την κρατική σκευωρία. Θέλει να είναι ένοχος ο Ντρέυφους, επειδή είναι Εβραίος. Αυτή είναι η νοσηρή επιθυμία της, που υπολογίζεται όμως ως τεκμήριο εθνικής υγείας, και η επιθυμία της τής αρκεί ως απόδειξη ενοχής. «Η Υπόθεση Ντρέυφους», τονίζει στη διεξοδική εισαγωγή της η Καιρίδη, «είναι ένα δικαστικό, στρατιωτικό και πολιτικό σκάνδαλο με αντισημιτικά κίνητρα. […] Είναι επίσης η υπόθεση κατά την οποία αναδεικνύεται η μορφή του δημόσιου διανοουμένου που επαγρυπνά προκειμένου να καταγγείλει την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη διαφθορά. Με το “Κατηγορώ…!” ο Εμίλ Ζολά γίνεται ο ταγός που, υπομένοντας προπηλακισμούς και αψηφώντας θεόρατο προσωπικό κόστος, επιμένει να πει την αλήθεια και ορθοτομεί τις ανάγκες μιας δημοκρατικής κοινωνίας».
Η ανοιχτή επιστολή του Ζολά προς τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Φελίξ Φορ δημοσιεύτηκε στις 13.1.1898 στην Aurore, ενόσω οι ακροδεξιές φυλλάδες λυσσομανούσαν. Οι συμπαραστάτες του Ντρέυφους αξιώνουν αναθεώρηση της δίκης, όμως ο υπουργός Στρατιωτικών μηνύει τον Ζολά, που, τι περίεργο, καταδικάζεται με φυλάκιση ενός έτους και πρόστιμο 3.000 φράγκων. Μπορεί κανείς να θυμηθεί εδώ τον Φρύνιχο και το πρόστιμο των χιλίων δραχμών που του έκοψαν οι Αθηναίοι, επειδή τους πίκρανε με τη «Μιλήτου άλωσιν», θυμίζοντάς τους «οικεία κακά». Πιο πολύ και από τον Φρύνιχο, όμως, οφείλουμε να σκεφτούμε τον Ευριπίδη, που πλήρωσε βαριά την κατάπτωση των Αθηναίων στον ανορθολογισμό και στη δεισιδαιμονία, στο γέρμα του «χρυσού αιώνα».
Ο Ευριπίδης αναγκάστηκε να διαφύγει στην Πέλλα. Ο Ζολά διέφυγε στην Αγγλία, ενώ στο σπίτι του έγιναν κατασχέσεις για να πληρωθούν τα πρόστιμα. Στη νέα δίκη, ο Ντρέυφους καταδικάζεται σε δεκαετή κάθειρξη και ο Ζολά ορθώνει ξανά το ηθικό ανάστημά του, γράφοντας εκ νέου στην Aurore, 12.9.1899. Τρία χρόνια αργότερα, 29.9.1902, ο Ζολά πεθαίνει μέσα στο διαμέρισμά του, δηλητηριασμένος από μονοξείδιο του άνθρακα. Δυστύχημα; Οχι βέβαια. Η έρευνα έδειξε ότι επρόκειτο για οργανωμένο έγκλημα. Δράστης ένας καπνοδοχοκαθαριστής, σχετιζόμενος με κύκλους της εθνικιστικής Δεξιάς, που σφράγισε την καμινάδα στο σπίτι του Ζολά. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, ο Ντρέυφους αθωώνεται πλήρως.
Με τα παρεμβατικά άρθρα του ο Ζολά ρίσκαρε κάτι αφάνταστα πολυτιμότερο (για τον ίδιο και την οικουμένη) από τη λογοτεχνική δόξα και την ευημερία του: τη ζωή του. Ενσαρκώνοντας στον απόλυτο βαθμό τον ρόλο του δημόσιου διανοουμένου, που ή είναι αυστηρά κριτικός, γενικευμένα αμφισβητίας και ριζικά αντιεξουσιαστικός ή απλώς δεν υπάρχει, αντιμετώπισε έναν πολυπλόκαμο κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό αλλά και την κοινωνική πλειονότητα, ο χριστιανισμός της οποίας εκβάλλει μάλλον αναπόφευκτα στον αντισημιτισμό, έστω κι αν το εν λόγω φαινόμενο μισαλλοδοξίας έχει προχριστιανικές ρίζες.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Ιούλιος: Καλό μήνα!

Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ' ένα στεντόρειο μεσημέρι γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις πίνεις δροσερό νερό, καφέδες, και τσιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (1998). Εκ του πλησίον. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 72.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο: Φονταμενταλισμός και Προστασία των Θρησκευτικών Μνημείων και Τόπων


2ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο: «Φονταμενταλισμός και Προστασία των Θρησκευτικών Μνημείων και Τόπων».
Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης, Κολυμπάρι Χανίων: 2-3 Ιουλίου 2026
Με την υποστήριξη της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης, της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων & της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης

Σχολείο και Πανελλαδικές Εξετάσεις vs Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας

Με την ανακοίνωση της βαθμολογίας των Πανελλαδικών Εξετάσεων, εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς και φροντιστήρια συζητούν για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας: Τι πήγε καλά και τι στραβά στις καλές και κακές βαθμολογίες. Η συζήτηση σχετίζεται μόνο με την αξιολόγηση κι όχι με την ΑΝΑΓΝΩΣΗ λογοτεχνικών βιβλίων, και για να είναι ουσιαστική οφείλει να λάβει υπόψη της δύο βασικά δεδομένα. Πρώτον, έχει σχέση με τον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα και δεύτερον, με το ερώτημα γιατί το σχολείο δεν εμπνέει τους μαθητές να διαβάζουν λογοτεχνία. Αυτό συμβαίνει για τον εξής λόγο: στο σχολείο λείπει το «πανηγύρι» της αγάπης προς τη λογοτεχνία. Οι πρακτικές και τα προγράμματα φιλαναγνωσίας δεν φτάνουν αλλά γίνονται και με λάθος τρόπο. Α.Ι.Κ.
«Τι είναι όμως τα κείμενα λογοτεχνίας, τα ποιήματα, τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα; Αν υποθέσουμε ότι πέρα από τις καλλίγραμμες διατυπώσεις τους, πέρα από τα γοητευτικά τους ματοτσίνορα που ανοιγοκλείνουν με στόχευση την καλαισθησία και υπαινιγμούς, που χαλούν το μακάριο ύπνο μας, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό, ποιο είναι τάχα αυτό; Ίσως, λέω πάλι, τα βιβλία να είναι ταμιευτήρια, οι κουμπαράδες των συγγραφέων τους, οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Αν είναι έτσι, τότε με τα κείμενα γνωρίζουμε κι άλλες ζωές –η δική μας μόνο δεν είναι ποτέ αρκετή- και έτσι με τη βοήθεια των άλλων, με τα μάτια και των άλλων διευρύνεται η δική μας θέαση του κόσμου. Αν είναι έτσι, κείμενα και αναγνώστες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διευρυμένη κοινότητα με εκρηκτικές δυνατότητες ως προς το μέγεθος και την επιρροή της, μια κοινότητα με πολλές ζωές αντάμα, με ζώντες και τεθνεώτες. Ποιος θα ήθελε να λείπει από ένα τέτοιο πανηγύρι;
Μιλάει όμως σήμερα η λογοτεχνία, ποιος άραγε τη διακρίνει παρά τις κυκλώπειες διαστάσεις της και που ταξιδεύει η φωνή της, ποια πουλιά την αρπάζουν στο ράμφος τους και που την πάνε; Σήμερα που η παρουσία γονιών και δασκάλων έγινε πάλι σκιά, σήμερα που ο Γιάνους Κόρτσακ είναι μια ανάμνηση, σήμερα που την επιζητούμε τόσο, που είναι άραγε η φωνή της; Κι όμως αυτή υπάρχει αλλά ως ψίθυρος. Αν τα λόγια της φτάνουν μισά στα αυτιά των παιδιών μας, φταίει ο θόρυβος, φταίνε οι πριονισμένες εξατμίσεις της τηλεόρασης και όλα τα θορυβώδη δίκυκλα του λάιφ στάιλ. Αυτή είναι όμως μια εύκολη και κοινότυπη απάντηση, καθώς η περιδίνηση του ερωτήματος συνεχίζεται.
[…]
Η ανάγνωση της λογοτεχνίας απ’ τους νέους στη χώρα μας είναι απηνώς διωκόμενη από το εκπαιδευτικό σύστημα και κυρίως από το κρεματόριο των εισαγωγικών εξετάσεων και έτσι λαθροβιεί σε χερσότοπους και θίνες. Όταν αναφέρομαι στην ανάγνωση, εννοώ αυτή τη γεμάτη πάθος ελεύθερη βοσκή των βιβλίων που δεν υπαγορεύεται από καμία εξωτερική αναγκαιότατα παρά μόνο από το πάθος της νεότητας να συναντηθεί με το άπαν και το μηδέν της γραφής, καθώς πάντα αυτή μπορεί να φαντάζει στα μάτια τους ένα κλειδωμένο συρτάρι γεμάτο απαντήσεις. Όσο για τη θεσμοθέτηση της ένταξης λογοτεχνικών κειμένων στην ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επιπλέον εφιάλτης στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Μα έτσι, θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος, γνωστοποιούμε σε όλους τους νέους τη λογοτεχνία κι όχι μόνο σε αυτούς που έχουν κάποια έφεση ή επιρροή από το περιβάλλον τους. Σ’ εμένα προσωπικά αυτό το μέτρο θυμίζει τις καλλιτεχνικές παραστάσεις του Νέρωνα, όταν στις αίθουσες όπου τις παρουσίαζε, κλείδωνε πάντα όλες τις πόρνες μην τύχει και φύγει κανείς πριν από τέλος. Η σχέση με τη λογοτεχνία ή θα είναι αβίαστη και ελεύθερη ή δε θα είναι.
Όταν η λογοτεχνία ψιθυρίζει και δεν είναι εξεταστέα ύλη, η γητεία της μετασχηματίζει την όραση. Η νεότητα μέσα απ’ τα μάτια της βλέπει αυτό το οποίο ο περίγυρος της στερεί, την αίσθηση πως η ύπαρξη μπορεί να βιωθεί στα όρια της αλήθειας της, πως ο έρωτας μπορεί να κατακτηθεί, ο κόσμος να ανακτήσει τις μυρωδιές και τα χρώματά του και οι άνθρωποι να ξεδιπλωθούν ως εκεί που φτάνουν τα άκρα και οι ανάσες τους. Όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν μέσα στα σύνορα μιας αναγνωστικής κοινότητας, να κοινοποιούνται, να γίνονται αντικείμενο εξομολόγησης, ίσως όμως και τίποτα από αυτά. Τα βιβλία μπορούν να διασφαλίσουν, αν χρειαστεί, και μια γόνιμη σιωπή, είναι μέσα στη φύσης τους, μια σιωπή που η εφηβεία ιδιαίτερα κάποτε τη χρειάζεται».


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2011). «Η λογοτεχνία ως ψίθυρος», στο: Τάξη + Αταξία: Οι νέοι φωνάζουν. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 131-134.