Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και η αναμέτρηση μας με το παρελθόν

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Είδαμε όλοι μας αυτό που ακούγαμε ή βλέπαμε σε ταινίες, την εκτέλεση 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) και τριών μελών της συνοδείας του έξω από τους Μολάους της Λακωνίας. Ήταν μία από τις πολλές περιπτώσεις που «στιγματίζουν» το ελληνικό κράτος. Και αυτό, διότι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην Ευρώπη, όπου η παράδοση κομμουνιστών από τα Σώματα Ασφαλείας στον κατακτητή δεν εμποδίσθηκε από θεσμικούς παράγοντες όπως οι δικαστικές και διωκτικές αρχές (Μ. Χαραλαμπίδης, Οι Δωσίλογοι, Αλεξάνδρεια, 2024, σ. 260). Κατά συνέπεια, η εκτέλεση εγγενώς σηματοδοτεί- πέρα από την οργή για τις πρακτικές των Ναζί- μία συνενοχή του επίσημου ελληνικού κράτους.
Όταν η Λητώ και ο Άγγελος Κατακουζηνός βγήκαν μαυροντυμένοι στην πλατεία Κολωνακίου την 1η Μαΐου 1944, σε ένδειξη πένθους για την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, έμειναν έκπληκτοι από την αντίδραση διαφόρων γνωστών τους, μεγαλοαστών, κατοίκων του Κολωνακίου: Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;, ρώτησαν ανήσυχοι. Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και ρωτάτε τις μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε. Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, πως όλοι αυτοί ήτανε κομμουνιστές; Παγώσαμε. Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε χρέος να τους πενθήσουμε! Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, αυτοί όλοι θέλουν να πιουν το αίμα μας […] Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουν το βιος μας. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά (Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, Αθήνα, Μικρή Άρκτος, 6η έκδοση σ. 182).
Ενδεικτικό το απόσπασμα και για σήμερα. Η ίδια ιδεολογική-κομματική στράτευση που βοηθά τους μελλοντικούς εκτελεσμένους να αψηφούν τον θάνατο στις φωτογραφίες, είναι η ίδια που προκαλεί φόβο και ανασφάλεια στους άλλους. Δεν είμαι σίγουρος εάν οι μαζικές εκτελέσεις χωρικών στις πολλές θηριωδίες των κατακτητών είχαν τέτοια βλέμματα και τέτοια αψηφισιά. Μπορεί να μην είχαν. Ποιοι είμαστε άλλωστε εμείς που κρίνουμε έναν άνθρωπο μπροστά στον θάνατο; Οι φωτογραφίες δείχνουν πάντως ότι η «πίστη» είναι αυτή που κάνει το άτομο να υπερβεί τον φόβο του θανάτου. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Φοβάμαι ότι αυτή η πίστη, η οποιαδήποτε πίστη λείπει σήμερα από τους «νερουλιασμένους» ανθρώπους. Σίγουρα οι εποχές ήταν διαφορετικές και απαιτούσαν διαφορετικές ανθρώπινες στάσεις και συμπεριφορές. Ας μου επιτραπεί να πω κάτι αιρετικό για κάποιους: και από την άλλη πλευρά, την αντίθετη των κομμουνιστών, έχουμε φαινόμενα αυταπάρνησης και θάρρους μπροστά στον θάνατο. Δεν είναι λοιπόν θέμα μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας, αλλά του πως μαθαίνει κανείς να αντικρύζει τον θάνατο, να πεθαίνει. Οι απλοί, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι αυτής της μπαρουτοκαπνισμένης γενιάς ήξεραν να υποφέρουν και να πεθαίνουν. Ενσωμάτωναν τον τρόπο ζωής των αποφάσεων τους. Με πολύ αίμα και βία, οπωσδήποτε.
Σήμερα, έχουμε εκλείψει το πολύ αίμα και τη βία (τουλάχιστον στις γειτονιές μας), φιλολογούμε, κάνουμε παρουσιάσεις έργων, αφιερώματα, ημερίδες, με περισσή ευκολία ανάγουμε το όποιο θέμα στην επικαιρότητα, έχουμε την αστική πολυτέλεια να συμμεριζόμαστε τις γενοκτονίες σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο καταπρόσωπο. Και αυτό είναι ένα βαθύτερο υπαρξιακό έλλειμμα.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό

Του ΜΑΝΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ



Η υπόθεση του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού», έτσι όπως εκτυλίσσεται πλέον στον δημόσιο χώρο, δεν συγκροτεί απλώς μια δικαστική αφήγηση. Μετασχηματίζεται σε πεδίο όπου διασταυρώνονται η κατηγορία, η σιωπή, η συμπόνια και ο συμβολισμός, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου όπου η πραγματικότητα αναγκάζεται να μιλήσει μέσα από αντιφάσεις. Πίσω από τους τίτλους, τις ποινές και τις ερμηνείες, υπάρχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο, χαμηλόφωνο και σχεδόν αθέατο, που αφορά όχι το γεγονός αλλά τη σχέση, όχι τη δημόσια εικόνα αλλά την ανθρώπινη αντοχή. Εκεί συναντά κανείς τα πρόσωπα που, μακριά από τις κάμερες, κράτησαν τον άνθρωπο αυτό όρθιο μετά τη δίωξη, όταν η κοινωνική απογύμνωση έγινε σχεδόν οντολογική συνθήκη. Γιατί η πτώση εκτός από θεσμική είναι και υπαρξιακή: η στιγμή όπου ο άνθρωπος χάνει όχι απλώς το κύρος του αλλά το έδαφος κάτω από τα πόδια του, την ίδια την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κόσμο που τον αναγνωρίζει.
Ο πατέρας Ευάγγελος Παπανικολάου, χωρίς καμία οικογενειακή συγγένεια, παρά τις λανθασμένες και συχνά επαναλαμβανόμενες αναφορές, αναδύεται σε αυτή την αφήγηση ως μια μορφή που δεν λειτουργεί θορυβωδώς αλλά σταθερά. Η παρουσία του δεν είναι συγκυριακή: εθελοντής στην Κιβωτό ήδη από το 1998, τότε που ήταν ακόμη μόνο ιατρός, πριν την ιερωσύνη, με μια διακονία που μαζί με την επίσης παιδίατρο πρεσβυτέρα του άγγιξε χιλιάδες παιδιά, πάνω από 9.900 ιατρικούς φακέλους, αριθμός που δεν λειτουργεί εδώ ως στατιστική, αλλά ως ίχνος μιας μακράς σιωπηλής εργασίας.
Η φιλοξενία που προσέφερε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη απομακρυνθεί, φέρει μια βαρύτητα σχεδόν αντισυμβατική: σε μια εποχή όπου το συλλογικό βλέμμα ζητά καθαρές αποστάσεις, η παραμονή δίπλα στον «έκπτωτο» μοιάζει με πράξη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της κοινωνικής αυτοπροστασίας. Και όταν αργότερα μια γυναίκα από την Αλβανία παραχώρησε το σπίτι της για να στεγαστεί ο πατέρας Αντώνιος με την οικογένειά του, η ιστορία μετακινήθηκε ακόμη πιο μακριά από το θέαμα προς την αθόρυβη οικονομία της επιβίωσης.
Κι εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο δύσκολη και ίσως πιο αμήχανη διάσταση: η ένδεια. Η δήλωση του ίδιου ότι ζει με μειωμένο μισθό, αδυνατώντας να καταβάλει ακόμη και την ελάχιστη δόση, αφήνοντας τον εαυτό του στην βοήθεια και τη συμπαράσταση των ανθρώπων, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπικό παράπονο. Ακούγεται περισσότερο σαν μετατόπιση υπαρξιακής τάξης. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε δημόσια με την πράξη της φιλανθρωπίας βρίσκεται τώρα στην αντίστροφη θέση, εκεί όπου η ανάγκη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινό βάρος.
Η ένδεια εδώ δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική, και επιτρέψτε μου σχεδόν θεολογική. Είναι η στιγμή όπου η κοινωνική ισχύς διαλύεται και ο άνθρωπος μένει γυμνός μπροστά στον άλλον, ζητώντας όχι αναγνώριση αλλά απλή δυνατότητα συνέχειας. Και αυτή η εικόνα προκαλεί αμηχανία στο πλήθος, γιατί διαλύει τις καθαρές αφηγήσεις: ο «ένοχος» δεν παραμένει απλώς αντικείμενο κρίσης, αλλά εμφανίζεται ως πρόσωπο που βιώνει την πτώση και στο επίπεδο της καθημερινής ανάγκης.
Η δημόσια αφήγηση, ωστόσο, σπάνια αντέχει τέτοιες αποχρώσεις. Η «εκκλησία του βλέμματος», αυτή η άτυπη κοινότητα θεατών που παρακολουθεί την πτώση σαν τελετουργία κάθαρσης, έχει ανάγκη από σαφή σχήματα: άγιος ή έκπτωτος, θύμα ή θύτης, σωτήρας ή απατεώνας. Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ένδεια γίνεται σχεδόν ενοχλητική λεπτομέρεια, γιατί επαναφέρει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα εκεί όπου το βλέμμα ζητά συμβολική καθαρότητα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει: ένας άνθρωπος που άλλοτε είχε θεσμική δύναμη βρίσκεται τώρα να εξαρτάται από τη φιλοξενία άλλων, από την καλοσύνη αγνώστων, από μια εύθραυστη αλυσίδα συμπαράστασης. Η ειρωνία γίνεται εδώ βαθιά θεολογική: η κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας όταν αυτή εμφανίζεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Η χθεσινή πρόταση σε βραδινή εκπομπή του Open του πατέρα Ευαγγέλου, ότι ίσως το μεγαλύτερο έργο θα ήταν να βρεθεί στη φυλακή και να διακονήσει εκεί τους φυλακισμένους, εισάγει μια ριζική αντιστροφή. Δεν είναι απλώς λόγος παρηγορίας. Eίναι μια πρόταση μετασχηματισμού της ίδιας της έννοιας της πτώσης.
Εκεί όπου το πλήθος βλέπει τέλος, προτείνεται μια μορφή συνέχειας κι εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αποκαθήλωση, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας διακονίας μέσα στην ήττα.
Αυτή η πρόταση αγγίζει τον πυρήνα του σταυρού όχι ως εξιδανίκευση του πόνου, αλλά ως αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί. Η φυλακή παύει να είναι μόνο τόπος τιμωρίας και μετατρέπεται σε πιθανό χώρο νοήματος, μια ιδέα που ενοχλεί ακριβώς επειδή αρνείται να αφήσει την αφήγηση να τελειώσει με την πτώση.
Και έτσι σήμερα φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο. Ο πατέρας Αντώνιος βαδίζει προς μια δεύτερη, ίσως βαρύτερη δοκιμασία, ενώ το συλλογικό βλέμμα έχει ήδη αποφασίσει το σενάριο μέσα στο οποίο θα τον εντάξει. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, και γι’ αυτό τόσο ανησυχητικό, αν πρόκειται για έναν αποδιοπομπαίο τράγο πάνω στον οποίο συσσωρεύονται οι αντιφάσεις ενός συστήματος ή για έναν άνθρωπο που συναντά το πλήρες βάρος των «πράξεών» του.
Η κοινωνία αγαπά τα σύμβολα γιατί απλοποιούν την αλήθεια. Η πραγματικότητα όμως αντιστέκεται. Και μέσα σε αυτή την αντίσταση, η ένδεια, υλική, κοινωνική, υπαρξιακή, γίνεται ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο αποκαλυπτική διάσταση της ιστορίας: η στιγμή όπου η πτώση παύει να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία.
Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό που, είτε ως τιμωρία είτε ως μαρτυρία, βαραίνει ολοένα περισσότερο, όχι μόνο εκείνον που τον σηκώνει, αλλά και όσους τον κοιτούν.
Καλημέρα!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Μνήμη φωτογραφιών

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Θα πρέπει να προσέξουν πάρα πολύ όσοι βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία για μνημειακές επωδούς μετά την πολύτιμη ιστορικά εμφάνιση αυτών των φωτογραφιών από την Καισαριανή. Θα πρέπει να προσέξουν γιατί δεν τους είναι οικείες. Η εμφάνιση και η ψυχή αυτών των ανθρώπων- σε καθημερινό επίπεδο- δεν τους είναι οικεία. Απλοί, λαϊκοί άνθρωποι, της βιοπάλης, δεν τους συναντάς σήμερα. Η εικόνα δεν είναι οικεία και για έναν ακόμη βασικότερο λόγο. Καθώς οι περισσότεροι από τους εικονιζόμενους ήταν χρόνια στα κάτεργα, οργανωμένοι στο ΚΚΕ, παλιοί Ακροναυπλιώτες (και άλλοι), έχουν την αποφασιστικότητα που τους προσδίδει η ιδεολογία τους. Είναι προφανές ότι, αν στη θέση τους ήταν απλοί χωρικοί, δεν θα υπήρχε αυτό το «βλέμμα». Αυτό δεν λέει τίποτα ιστορικά. Λέει πολλά όμως σχετικά με τους σημερινούς- ακόμα και της ίδιας ιδεολογίας με τους εικονιζόμενους. Τότε η ιδεολογία ήταν ενσώματη και εμψυχωμένη, δεν ήταν ένα ιδεολόγημα για να χουμε να λέμε. Πράγματι, αυτές οι φωτογραφίες είναι πολύτιμες για την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς.

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Μεγάλη Σαρακοστή: Με έγνοια για τον συνάνθρωπο

«Η αμφιβολία σε ό,τι πιστεύαμε είναι το πρώτο βήμα στη σκοτεινή και υπόγεια δίοδο προς τη μειονεκτικότητα και την αυτοεξουθένωση. Ο κοινωνικός άνθρωπος δέχεται παθητικά τη ζωή, όπως του προσφέρεται, υπολογίζοντας και σκοτίζοντας τον εγκέφαλό του με έναν πολύ μικρό αριθμό ειδικευμένων ευθυνών. Ο μονάχος άνθρωπος είναι υποχρεωμένος ν’ ανακαλύψει και να εξηγήσει την πηγή και την αιτία της ζωής. Εγκαταλείπει τη φυσική άνεση για να πάει προς την πνευματική δυσχωρία. Όταν λυγίζει, λυγίζει σα φάλαγγα ζυγού που φορτώνεται μεγαλύτερο, υπέρμετρο βάρος. Είμαστε φτωχοί σε αποτελέσματα όταν λογαριαστούμε ο καθένας χωριστά. Η δικαίωσή μας είναι στο σύνολο. Άνθρωπος είναι η ανθρωπότητα, όχι ο καθένας χωριστά. Μη φοβηθείτε να σας χαρακτηρίσουν αδύνατους και να σας παραπετάξουν. Μη φοβηθείτε τις ταλαιπωρίες. Κρατήστε μέσα σας αδιάπτωτο τον κοινό ανθρώπινο χαρακτήρα, τον πόνο, ώσπου να μεταβληθείτε και να εννοήσετε το ηθικό συμπέρασμα».


ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1984). Συνοδεία: Πεζογραφήματα 1936-1968. Θεσσαλονίκη: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, σ. 26.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια...

Παρότι δεν έχει επαληθευτεί η γνησιότητα των φωτογραφιών από κάποιον επίσημο φορέα ή ιστορικό αρχείο, φωτογραφιών που, για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια έρχονται στο φως της δημοσιότητας από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων αντιστασιακών από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, όταν κανείς τις βλέπει, νιώθει το μαχαίρι στην καρδιά του. Όπως είναι φυσικό, οι αντιδράσεις για το φωτογραφικό υλικό από την εκτέλεση των 200 είναι αναμενόμενες. Όταν είχα δει την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, συχνά έρχονταν στο νου μου τρεις φράσεις του μεγάλου Κρητικού Νικου Καζαντζάκη:
«Οι νεκροί σου δεν κείτονται στο χώμα. Γενήκαν ιδέες και πάθη κι ορίζουν τη βουλή και την πράξη». Ασκητική.
«H λευτεριά δεν έρχεται όχι απόξω∙ / μα δαίμονας, εντός μας και μας τρώει». Προμηθέας.
«Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου· αυτό 'ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία κ α ι θάνατος!» Ο Καπετάν Μιχάλης.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: SLpress

Fields of Gold


ΠΗΓΗ: Sting

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Έρωτας... ο ιερός

«Και για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να σημειώσουμε πως το πρόβλημα σε όλη του την έκταση εμφανίζεται από πολύ νωρίς. Ήδη τον 5ο αιώνα ο συγγραφέας των Αρεοπαγιτικών κειμένων ή οποιοσδήποτε άλλος, αναγκάζεται να απευθυνθεί στους Χριστιανούς της εποχής του, λέγοντάς τους ότι δεν πρέπει να φοβηθούν το όνομα του έρωτα, πολύ περισσότερο την εμπειρία του, ούτε βέβαια και όλους εκείνους τους συγχρόνους του διφυείς ηθικιστές, που τον θεωρούσαν πότε υψηλότερο από την αγάπη, μια πραγματικότητα που αφορά μόνο τις σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό, και άρα ασύμβατο με τον κόσμο των ανθρώπων, και πότε υποδεέστερό της και συνεπώς ευτελή και επικίνδυνο για την πορεία συνάντησης με το Θεό. Είναι σαφές πως ένας τέτοιος διπρόσωπος και ταυτόχρονα διφυής ηθικισμός, άκρως επικίνδυνος και ύπουλος με την ενοχοποίηση του έρωτα στόχευε κατευθείαν την καρδιά του Χριστιανισμού και υπέσκαπτε την αλήθεια του. Ο έρωτας έπρεπε πάση θυσία να εξοβελιστεί από τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και από οποιαδήποτε προσπάθεια για ένωσή τους με το Θεό. Με τον τρόπο αυτό και παρά τις προσπάθειες ενός Αρεοπαγίτη ή ενός Ιωάννη της Κλίμακος ο έρωτας, και ας είμαστε ειλικρινείς, ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του Χριστιανισμού. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, ότου τούτη η κατάληξη υπήρξε άμεση και σαφής συνέπεια μιας πορείας που, όπως ήδη έχει επισημανθεί, ξεκίνησε από την υποτίμηση του ανθρώπου, πέρασε στην υποτίμηση του κόσμου και, όπως ελπίζω στη συνέχεια να καταδείξω, κατέληξε στην κατάργηση του ίδιου του Θεού».


ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (2009). «Έρωτος φύσις», στο: Έρως και Θάνατος. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 136-137.