Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Μύθοι, Τεχνητή Νοημοσύνη και Αθανασία

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΚΟΥΝΕΛΑ


Στην ανθρώπινη ιστορία, οι μύθοι συνυπάρχουν πολλές φορές με την ιστορική πραγματικότητα. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Και τα δύο είναι αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και εκ των πραγμάτων αναγκαία μεταξύ τους. Θα ήταν ερευνητικό λάθος αν προσπαθούσαμε να ξεκόψουμε το ένα από το άλλο ταυτίζοντας τον μύθο με το ψέμα και την ιστορία με την αλήθεια.
Ήδη από τα πανάρχαια χρόνια η ιστορία συναντήθηκε με τους αρχέγονους μύθους. Πολλοί δε εξ αυτών συγκλίνουν στην ύβρι την οποία επιφέρει η γνώση στον άνθρωπο, ακολουθούμενη από τη νέμεσι και την τίσι των Θεών ή της φύσης. Δια της γνώσης, σύμφωνα με τους μύθους, ο άνθρωπος γνώρισε τον θάνατο, τον πόνο, την ασθένεια και τα γηρατειά. Δια της γνώσης, επίσης, απομακρύνθηκε από τους Θεούς και τη φύση ακολουθώντας τον δικό του δρόμο της γνώσης η οποία θεοποιεί αλλά και δαιμονοποιεί, «του καλού και του κακού».
Στην Παλαιά Διαθήκη ειδικότερα, ο άνθρωπος προσωποποιούμενος από τον Αδάμ και την Εύα δοκιμάζει τον καρπό από «το δέντρο της γνώσης του καλού και κακού» σπάζοντας τα όρια που του έθεσε ο Θεός και έτσι απομακρύνεται από τον Παράδεισο με άμεση συνέπεια τη γνώση του θανάτου, του πόνου και του κάματου που επιφέρει η καλλιέργεια της γης. Ο αρχέγονος μύθος της Παλαιάς Διαθήκης και η Αγροτική Επανάσταση φαίνεται, κατά τη γνώμη μας, να αλληλοτροφοδοτούνται. Ο άνθρωπος δια της πρώτης μεγάλης Επανάστασης στην ιστορία του γίνεται από καρποσυλλέκτης καλλιεργητής της γης.


Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες επαναστάσεις μέχρι να φτάσουμε σήμερα στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση (Industry 4.0), την Ψηφιακή Επανάσταση και λίγο πριν την έναρξη της Πέμπτης (Industry 5.0). Έτσι, με την πρώτη επανάσταση εισήλθε στην ιστορία το κακό ενώ με όλες τις επόμενες έως και ειδικά την ψηφιακή ο άνθρωπος προσπαθεί εμμέσως ή αμέσως πλέον να γίνει αθάνατος. Καίτοι οι αρχέγονοι μύθοι προσπάθησαν πρωταρχικώς να προσεγγίσουν την αιτία του θανάτου και του κακού εν γένει, οι σύγχρονοι επιστημονικοί μύθοι απεργάζονται την αθανασία.
Αυτή την αρχέγονη δίψα του ανθρώπου για αθανασία και αιωνιότητα έρχονται να θεραπεύσουν τα σύγχρονα μυθοπλαστικά, αναφορικά με την αθανασία, κινήματα του ψηφιακού υπερανθρωπισμού και του τεχνικού ή του κριτικού μετανθρωπισμού. Ο ψηφιακός υπερανθρωπισμός (digital transhumanism) πρεσβεύει την αναβάθμιση της ανθρώπινης συνθήκης μέσω της γενετικής μηχανικής, της ρομποτικής, της πληροφορικής και της νανοτεχνολογίας. Για τους θιασώτες του, ο θάνατος, ο πόνος, τα γηρατειά και η ασθένεια αποτελούν τεχνικά προβλήματα τα οποία δύναται να εξαλείψει η επιστήμη ως ξένα στοιχεία και μη εναρμονιζόμενα με την ανθρωπότητα.
Από την άλλη, ο τεχνικός μετανθρωπισμός (technical posthumanism) επιθυμεί τη μετεξέλιξη του ανθρώπου από τη βιολογική ανθρωπότητά του στην αμιγώς τεχνική. Κατά τον τεχνικό μετανθρωπισμό, ο άνθρωπος είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο στην εξέλιξή του έως να κατορθώσει να γίνει μηχανή και να εκπληρώσει έτσι την αποστολή του για αθανασία, αιωνιότητα και εποικισμό του διαστήματος. Ο δε κριτικός μετανθρωπισμός (critical posthumanism) δεν εστιάζει μόνο στον άνθρωπο αλλά βλέπει ολιστικά τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τη φύση ως ανάγκη για μετεξέλιξη πέρα από διχαστικούς δυϊσμούς, όπως σώμα/ψυχή, άνθρωπος/φύση ή ύλη/πνεύμα.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κινημάτων είναι η επίκληση στην ανθρώπινη αυτονομία. Ειδικότερα δε ο θάνατος συνιστά για αυτά προσβολή της ανθρώπινης ελευθερίας και προσωπικότητας, απόρροια ίσως και της χριστιανικής διδασκαλίας.
Στον αντίποδα κείται ο ψηφιακός ανθρωπισμός (digital humanism) ο οποίος υποστηρίζει τη χρήση της ψηφιακής, βιοεπιστημονικής και μηχανικής γνώσης για την ανθρώπινη ευδαιμονία με κέντρο πάντα τον άνθρωπο, την ανθρωπινότητα και την ανθρωπότητά του. Στο ίδιο μήκος κύματος εν γένει βρίσκεται και η ορθόδοξη θεολογία η οποία δεν θεωρεί τη σύγχρονη επιστήμη και γνώση a priori κακή. Αντίθετα, όταν αυτή υπερασπίζει τον άνθρωπο και τη φύση τότε δικαιολογεί αυτό για το οποίο υπάρχει. Κατά τη γνώμη μας, η προσπάθεια εξάλειψης του θανάτου με τεχνικά μέσα είναι εξ ορισμού ουτοπική. Ωστόσο, φανερώνει την ανθρώπινη οίηση (άμετρος συγκεκαλυμμένος φόβος του θανάτου) πως με τη δύναμη της επιστήμης μπορεί να λυθεί ακόμη και αυτό το πρόβλημα του θανάτου. Ακόμη όμως και να γινόταν αυτό, τότε ο άνθρωπος θα δημιουργούσε την οντολογική του φυλακή καταργώντας μια για πάντα την ελευθερία του προσώπου του. Εν τέλει, το διακύβευμα δεν (θα πρέπει να) είναι η αθανασία και η αιωνιότητα αλλά η ελευθερία. Η ζωή είναι συνυφασμένη οντολογικά με τον θάνατο, αφού αίτιος τόσο της ύπαρξης όσο και της ανυπαρξίας είναι ο ίδιος ο Θεός (Μάξιμος Ομολογητής). Χωρίς αυτή την οντολογική σύζευξη και ταυτόχρονη διάζευξη, δεν δύναται να υπάρξει ούτε η ελευθερία. Καταργώντας τεχνικά τον θάνατο, καταργείται και η ίδια η ζωή. Άλλωστε, ποια η αξία της ζωής αν δεν μπορεί ο άνθρωπος να τη θυσιάσει αγαπητικά και ελεύθερα και να μετέχει της θυσιαστικής αθανασίας και αιωνιότητας του Θεού και των άλλων ανθρώπων εντός του Μη Όντος; Χωρίς τον θάνατο πώς είναι δυνατόν να πονάς, να χαίρεσαι, να συμπονάς και να αγαπάς έως θανάτου; Αλλά και χωρίς τον θάνατο και τη φθορά πώς δύναται να υπάρξει πρόοδος; Προηγείται, μάλλον, η ελευθερία και έπεται η αθανασία και η αιωνιότητα. Η ελευθερία που σφυρηλατείται διαρκώς από την ανάγκη, το απρόσμενο και την απροσδιοριστία.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΡΟΔΟΝ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο κ. Χρήστος Γκουνέλας είναι συγγραφέας του ωραίου βιβλίου:

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η Μαρία η Αιγυπτία στο έργο του JACQUES LACARRIERE «Οι Ένθεοι»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ο Ζακ Λακαριέρ (Λιμόζ 1925 - Παρίσι 2005) είναι γνωστός ελληνιστής συγγραφέας με πολλά βιβλία-του να έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, ενώ στη γαλλική ο ίδιος έχει μεταφράσει έργα των Άρη Αλεξάνδρου, Παντελή Πρεβελάκη, Κώστα Ταχτσή, Σπύρου Πλασκοβίτη, Στρατή Τσίρκα, Ανδρέα Φραγκιά, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσου, Τίτου Πατρίκιου, Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου. Τρία βιβλία του Λακαριέρ, αυτού του «ξένου» που εκτίμησε βαθιά τη φτωχική πλευρά του ελληνικού καλοκαιριού, αναφέρονται στην Ύστερη Αρχαιότητα (μέσα 2ου έως μέσα 8ου αιώνα), όπως εύστοχα έχει χαρακτηρίσει αυτή την περίοδο ο Πίτερ Μπράουν. Το πρώτο αναφέρεται στους Γνωστικούς της Αιγύπτου (εκδ. Χατζηνικολή. Αθήνα: 1975), ενώ το δεύτερο στον μοναχισμό και τους ερημίτες της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες (Οι Ένθεοι. Χατζηνικολή. Αθήνα: 1977)· το τρίτο στην Μαρία την Αιγυπτία (Χατζηνικολή. Αθήνα: 1999). Υπάρχει κι ένα ακόμη, «Η σκόνη του κόσμου» (Χατζηνικολή. Αθήνα: 1999) που είναι ένας ύμνος στην ασκητεία και την αναζήτηση του Θεού. Η «Μαρία η Αιγυπτία», υπό μορφή μυθιστορήματος, αναπλάθει έναν ιστορικό μύθο, το βίο μιας πόρνης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου η οποία έγινε αγία. Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου που μετέφρασε τη Μαρία την Αιγυπτία υποστηρίζει πως, «δεν ήταν τυχαίο που ο Ζακ Λακαριέρ σε ολόκληρο το συγγραφικό-του έργο αναζητούσε μια υπερβατική αλήθεια, μια μεταφυσική απόκριση, γέννημα και θρέμμα του δυτικού μηδενισμού αλλά και εραστής των ασκητικών οραμάτων και του θεϊκού παραληρήματος».
Στο βιβλίο του «Οι Ένθεοι» (8ο κεφάλαιο με τίτλο «Πιο κοντά στον ουρανό»), ο Λακαριέρ αφιερώνει τέσσερεις σελίδες στην περίπτωση της Μαρίας της Αιγυπτίας. Το παρακάτω απόσπασμα είναι σημαντικό διότι πέραν του θεολογικού – αγιολογικού ενδιαφέροντος έχει και ιστορικό, από τη «σκοπιά της ιστορίας των θρησκειών» όπως γράφει ο συγγραφέας.
«Στις αρχαίες κιόλας κοινωνίες γνωρίζουμε πως μια γυναίκα είχε δύο μόνο τρόπους να υπηρετήσει ή να προσεγγίσει τους θεούς: με την παρθενία ή την ιερή πορνεία. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, είτε πρόκειται για εντελή διατήρηση (παρθενία) ή για εντελή σπατάλη (πορνεία) της σεξουαλικής ενέργειας, ο δρόμος οδηγεί έξω από τον ανθρώπινο κόσμο, προς τους θεούς και αργότερα προς το Θεό. Η αγία Μαρία η Αιγυπτία είναι συνεπώς μια αρκετά καθαρή περίπτωση ιερής πόρνης του χριστιανισμού. Επίσης, ο συγγραφέας του βίου-της (που έχει γραφτεί κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του 6ου αιώνα και που για πολύ καιρό τον απέδιδαν, λανθασμένα, στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρόνιο) έχει ακολουθήσει τέλεια αυτή τη λογική φορτώνοντας στη Μαρία την Αιγυπτία όλες τις αμαρτίες της γης. Στο υπερβολικό σφάλμα αντιστοιχεί η υπερβολική μετάνοια: μ’ άλλα λόγια, όσο περισσότερο μπορεί να απομακρύνεται κανείς από το Θεό προς μια κατεύθυνση, τόσο περισσότερο μπορεί να τον πλησιάσει προς άλλη κατεύθυνση. Όμως ας μην ανησυχεί ο αναγνώστης: όλα τα σεξουαλικά κατορθώματα που αποδίδονται στην Μαρία την Αιγυπτία είναι πιθανόν εξίσου μυθικά όσο και στην έρημο τα ασκητικά της κατορθώματα. Επί δεκαεφτά χρόνια που έζησε στην Αλεξάνδρεια η Μαρία δίνονταν σε κάθε επισκέπτη από αγάπη για το βίτσιο και μόνο και μόνο για προσωπική-της ηδονή».
Tη μεταστροφή της Μαρίας της Αιγυπτίας, ο Λακαριέρ την καταγράφει ακολουθώντας τη συναξαριακή παράδοση. Εκείνο που, εδώ, αξίζει να αναφέρω είναι δύο ακόμη αποσπάσματα:
«Δεκαεφτά δύσκολα χρόνια όπου η απόχτηση της αρετής και η πάλη ενάντια στους εγκόσμιους πειρασμούς είναι αγώνας καθημερινός ενάντια στις αναμνήσεις της σάρκας, των απολαύσεων και των ηδονών του παρατημένου κόσμου».
«Όμως, χάρη στις νηστείες και τις προσευχές-της, η Μαρία ξεπερνάει τις επιθυμίες-της κι αποχτάει τόση αρετή ώστε η έρημος γίνεται γι’ αυτήν τόπος θαυμάτων: περπατάει πάνω στα νερά του Ιορδάνη, ανεβαίνει στους αιθέρες καθώς προσεύχεται, συζητάει με τα ζώα, τρέφεται με ψωμί που της εξοικονομεί η Θεία Πρόνοια. Όταν ο Ζώσιμος, αφού την εγκαταλείψει, ξαναγυρίσει την επόμενη χρονιά για το ραντεβού που του είχε ορίσει στην όχθη του ίδιου του ξεροπόταμου, θα δει το σώμα της αγίας ξαπλωμένο κατάχαμα “με τα χέρια σταυρωμένα και το πρόσωπο στραμμένο προς ανατολάς”».
Επίσης, σημαντική είναι η επισήμανση του Λακαριέρ: 
«Η αγία Μαρία δεν υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έφυγε για την έρημο. Ήδη στην Αίγυπτο, εκτός από τις μοναχές που ζούσαν μαζί στα μοναστήρια που είχε ιδρύσει ο Παχώμιος, ο Θεόδωρος κι ο Χενούτης, υπήρχαν και γυναίκες αναχωρήτριες»
Η περίπτωση της Απολλωνίας της Συγκλητικής, που τελείωσε τη ζωή στην έρημο της Σκητίας ντυμένη άντρας, κοντά στον Μακάριο τον Αρχαίο και της Αθανασίας, είναι χαρακτηριστικές του «αρετολογικού» είδους του ερημητικού μοναχισμού των πρώτων χριστιανικών χρόνων.


Η αγία Μαρία η Αιγυπτία σε ρωσική εικόνα του 18ου αιώνα. ΠΗΓΗ: Wikipedia

+ Παύλος, Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης: Η οσία Μαρία η Αιγυπτία


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Γεμίσαμε μαυρίλα κι άρνηση της πατρίδας

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στο Επιτάφιο του Περικλέους, ο Θουκυδίδης γράφει: «Άρξομαι δε από των προγόνων πρώτον· δίκαιον γαρ αυτοίς και πρέπειν δε άμα εν τω τοιώδε την τιμήν ταύτην της μνήμης δίδοσθαι. Την γαρ χώραν οι αυτοί αιεί οικούντες διαδοχή των επιγιγνομένων μέχρι τούδε ελευθερίαν δι’ αρετήν παρέδοσαν»· «Και θ' αρχίσω πρώτα - πρώτα από τους προγόνους μας. γιατί είναι δίκαιο και ταιριάζει συγχρόνως σε περίπτωση, όπως η σημερινή, να απονέμεται σ' αυτούς αυτή η τιμή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί κατοικώντας πάντοτε οι ίδιοι τη χώρα, καθώς η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, με την αντρεία τους την παρέδοσαν ως τις μέρες μας ελεύθερη».
Οι δηλώσεις του Αξιότιμου Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Τασούλα στην χθεσινή επέτειο 205 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, δεν είναι για γέλια αλλά για κλάματα. Δείχνουν την πνευματική κατάπτωση ενός λαού που έχει χάσει κάθε επαφή με το ιστορικό του παρελθόν. Γιατί η επαφή αυτή θέλει κότσια και για να γίνει δημιουργική χρειάζεται ανασήκωμα, παιδεία, προετοιμασία.


ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (1903-1985): Ο θάνατος του Κατσαντώνη, 1942. Ξυλογραφία σε χαρτί, 13,3 x 12,2 εκ.

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ: «Για τη συνοδοιπορία μιας εφηβείας – Μια προφορική εξομολόγηση»