Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Για γέλια και για κλάματα... για τους γελίους της εξουσίας!!!


 @RADIOARVYLAofficial

Στις πίσω σελίδες της αξιολόγησης: το τέλος του σχολείου, όπως το ξέραμε

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΡΙΛΗ· Θεολόγου / Φιλολόγου / Προέδρου ΕΛΜΕ Ν. Σμύρνης - Καλλιθέας - Μοσχάτου.

Η διαμάχη για την αξιολόγηση δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική.
Το επίσημο αφήγημα περί βελτίωσης της ποιότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, μέσω της αξιολόγησης, δεν έχει κανένα έρεισμα στην πραγματικότητα. Αλήθεια, πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της αξιολόγησης στα σχολεία, υπάρχει κάποια έρευνα ή κάποιο δεδομένο που να πιστοποιεί τα οφέλη της στην εκπαίδευση; Απάντηση: Κανένα! Ο πραγματικός της ρόλος είναι διαφορετικός: σε συνδυασμό με το νέο πειθαρχικό δίκαιο και τη «βιομηχανία» διώξεων που έχει στηθεί, λειτουργεί ως μηχανισμός αφενός καταστολής κάθε φωνής διαμαρτυρίας, εμπέδωσης του φόβου και αποδυνάμωσης της συλλογικής δράσης και αφετέρου σταδιακής διάλυσης του δημόσιου, ενιαίου και δωρεάν σχολείου για όλους και δημιουργίας σχολείων δύο ταχυτήτων.
Η επίθεση στον εκπαιδευτικό χώρο είναι πλέον ανοιχτή και συστηματική. Πάνω από 2500 εκπαιδευτικοί που εκφράζουν ανεξάρτητη άποψη, συμμετέχουν σε συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μαθητών ή απλά απεργούν, αντιμετωπίζουν πειθαρχικές διώξεις και απειλές. Η υπόθεση της Χρύσας Χοτζόγλου, που κινδυνεύει να γίνει η πρώτη εκπαιδευτικός μετά τη Χούντα που απολύεται για συνδικαλιστικούς λόγους, είναι χαρακτηριστική. Αντίστοιχες διώξεις υφίστανται και οι συνδικαλιστές Σ. Καψαλάκη, Ε. Τριανταφύλλου, Λ. Κάσση, Ε. Λάζου και Κ. Τουλγαρίδης. Οι πειθαρχικές διαδικασίες δεν στοχεύουν απλώς στα πρόσωπα, αλλά λειτουργούν παραδειγματικά για να στείλουν μήνυμα σιωπής στην εκπαιδευτική κοινότητα. Όπως έλεγε ο Τζίμης Πανούσης «Βλέπε, άκου, κάνε μώκο, Χατζιαβάτη Τσιριμώκο».
Το νέο πειθαρχικό πλαίσιο, που διευκολύνει τις απολύσεις και περιορίζει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ενισχύει αυτό το κλίμα και φέρνει την de facto άρση της μονιμότητας, επιστρέφοντάς μας στις εποχές που η δημόσια διοίκηση ταυτιζόταν με το κομματικό μπαξέ τσιφλίκι.. Η αστυνομική βία, ακόμα και ενάντια σε μικρά παιδιά του Δημοτικού (!), συμπληρώνει την εικόνα μιας γενικευμένης επίθεσης όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά στην ίδια την καρδιά της Δημοκρατίας.
Παράλληλα, πολιτικές όπως τα Ωνάσεια, το Διεθνές Απολυτήριο και οι εξαγορές σχολείων από funds αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά μίας στρατηγικά οργανωμένης εκστρατείας. Σε αυτήν, η αξιολόγηση είναι ο κεντρικός μοχλός για την αποδόμηση του δημόσιου σχολείου και τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε εμπόρευμα κέρδους. Στόχος είναι η υπονόμευση της παιδείας ως δημόσιου αγαθού και η αντικατάστασή της από ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που βασίζεται στις αξίες του ατομικού ανταγωνισμού, της ιεραρχίας και του ελέγχου, επιβραβεύει την παθητική αποδοχή υποβαθμίζοντας την κριτική σκέψη και εξυπηρετεί ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής υποταγής στις ανισότητες. Μία παιδεία που, όπως τραγουδούσαν και οι Pink Floyd, σου υπαγορεύει ακόμη «και τι να ονειρευτείς».
Απέναντι σ΄ αυτή την εκφοβιστική στρατηγική, όμως, ανθίσταται ένα ζωντανό κίνημα αντίστασης. Εργαζόμενοι, μαθητές, γονείς και πολίτες συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο ότι η προστασία της δημόσιας εκπαίδευσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άμυνα της δημοκρατίας. Η πάλη για επαναπροσλήψεις και η αλληλεγγύη στους διωκόμενους αποτελεί τον πυρήνα της.
Η διαμάχη για την αξιολόγηση δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική: την ελευθερία του λόγου, αφορά τη συλλογική οργάνωση και την επιλογή μιας κοινωνίας αλληλεγγύης έναντι μιας βασισμένης στον φόβο. Απέναντι σε αυτή την εκδικητική πολιτική, η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι παθητική αποδοχή, αλλά ενίσχυση των δεσμών μας, αυτοοργάνωση και η απόλυτη αρχή ότι η αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Σε αυτή τη μάχη, ο νικητής δεν θα κρίνει απλώς το μέλλον της εκπαίδευσης, αλλά την ίδια την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.

ΠΗΓΗ: alfavita

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

Του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ


Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου - συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:
«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης» (σ. 54).
Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…
Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.
Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.
Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.
Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.
Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει:
«Γοητευμένος από την αίσθηση του λερού, φθαρμένου λινού, κολλημένου στη λεία επιφάνεια του κόντρα πλακέ, βαμμένη με τσάι και γυαλοχαρτισμένη μετά, πολλές φορές, ν’ αλλάζει χρώμα, ν’ αλλάζει υφή, στο μάτι, στο χέρι, έμενα να την κοιτώ, να την αγγίζω ώρες. Ορθάνοιχτος ο χρόνος πάνω της και όλα ωσεί παρόντα. Άνοιξη άρχισα το πρώτο έργο, με τον κλασικό, παραδεδομένο τρόπο. Είχα τη φωτογραφία του διαδικτύου, κάναβο, μολύβι, σεμνόχρωμα γεώδη μόνο, ώχρα, άσπρο, μαύρο, λίγο κόκκινο. Πήρε να εμφανίζεται η μορφή του…» (σ. 40).
Όλα γύρω από την περίφημη φωτογραφία στη Δεξαμενή, που είχε τραβήξει ο Νιρβάνας παρά τις επιφυλάξεις του Παπαδιαμάντη. Ο Μποκόρος είχε τη φωτογραφία, ζωντανή όσο γίνεται, στην ηλεκτρονική μορφή της εποχής και άρχιζε να ζει μαζί της. Δύσκολα ζεις με μια φωτογραφία. Εξάλλου τί είναι η φωτογραφία; Η απεικόνιση μιας στιγμής. Ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο ακινητοποιημένο, όταν μάλιστα πρόκειται για απλή αλλά προσεκτικά βγαλμένη φωτογραφία. Μα εδώ έχουμε κάτι ξεχωριστό. Η φωτογραφία είναι μοναδική. Ο Μποκόρος έχει «συναντηθεί» με τον Παπαπαδιαμάντη στα κείμενά του, στις αφηγήσεις του, στα διηγήματα. Τώρα τον έχει μπροστά του και γυρεύει να καταδυθεί μέσα του, να περάσει από το στιγμιαίο της φωτογραφίας στη διάρκεια της ζωγραφικής εικόνας, σε κάτι που όχι μονάχα να διαρκέσει αλλά να διαστείλει το χρόνο. Χρειάζεται να ετοιμάσει μια νέα πραγματικότητα. Αυτή η ζωγραφική πραγματικότητα χρειάζεται να σε καταλάβει ολόκληρο για να περάσεις στην π ρ ά ξ η: να ποιήσεις έργο.


Όταν τον φωτογράφησε ο Νιρβάνας σημείωσε: «Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας». Και αλλού:
«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσέληνου ή του Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία» (σ. 26).
Σ’ αυτά στάθηκε ο Μποκόρος. Τι αναδύει η φωτογραφία; Τι κρύβει; Τι φανερώνει; Τι μεταδίδει; Ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε στο αυτί του Νιρβάνα: “Nous excitons la curiosité du public”. Και ο Νιρβάνας σχολίασε:
«Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιού κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δύο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το κοινό που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργειά” του. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζόταν να της δώσει ένα τέλος» (σ. 26).
Κι έρχεται ύστερα από αυτά ο ζωγράφος να επιβεβαιώσει, να συγκατανεύσει, να ανοίξει ακόμα περισσότερο τον κύκλο μέσα στον οποίο ανέπνεε ο Παοαδιαμάντης, συνέθετε, έγραφε, πονούσε, θαύμαζε, έψαλλε, μεταρσιωνόταν. Γράφει:
«Συγχωνευμένος στον κόσμο και ολομόναχα διακριτός συγκάτοικος αγόγγυστος στ’ αξεδιάλυτα όρια της ανθρώπινης και της θείας δικαιοσύνης. Όλα τα ξέρει. Μα πώς καλλιεργεί έτσι επ’ αγαθώ, τόση γνώση της αβυσσαλέας ψυχής των ανθρώπων; Πώς μπορεί να υψώνει αυτό τον τόπο σε κοινότητα και να τον φανερώνει κόσμο ολόκληρο, ανθισμένο λιβάδι, αυτό το χωραφάκι που οργωνόμαστε καταξεσκισμένοι, αυτό τ’ αλωνάκι που αλωνιζόμαστε ποδοπατημένοι απ’ τον πόθο, που λιχνιζόμαστε στον ήλιο μετέωροι, παίγνιο του αέρα η λαχτάρα μας και του κενού, μυλόπετρες μας αλέθουνε, μας συνθλίβουνε, μας κάνουνε σκόνη, να ζυμωθούμε στο πάθος, να λάβουμε σχήμα, να ψηθούμε –καμίνι ο βίος αβίωτο– να στεριώσουμε, να γίνουμε ψωμάκι γλυκό –τι άλλο;– και κατάκοποι εν τέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα. Τη συμφιλίωση με το δικό μας και με το άλλο. Τη συν-χώρεση επιτέλους, την αγάπη, την αμαρτία και την μετάνοια εν ταυτώ. Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά. Κεντημένοι τα σημάδια της υλικής μας υπόστασης να φτάνουμε αυτοπρόσωποι στο ιδανικό και στο αρχέτυπο, μια ουράνια κοινωνία επί γης! Η μήπως τ’ αντίστροφο; Ν’ αναγνωρίζουμε την κοινωνία μας σαν τόπο περιούσιο, χάρισμα ουράνιο, στερέωμα φωτός στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και στο κενό! Την αγιότητα των ταπεινών και των μικρών που μπορούν να χωρέσουν το Όλο! Την αξεδιάλυτη εντέλει συνάφεια δικαίων και αδίκων. Την τελειότητα και την ατέλεια χωρίς τελειωμό. Αυτή την κατ’ εξοχήν απλή αλήθεια μού φανερώνει το βλέμμα του –χάρισμα επ’ αγαθώ–, αυτή η αλήθεια μένει ανοξείδωτη –ζωή ολοζώντανη– στο έργο του. Ο ίσκιος του πάλι! και πάλι! και ξανά!» (σ. 29)
Ο Μποκόρος εναλλάσσει ζωγραφική με κείμενο. Δεν μένει στο εικαστικό, ερωτοτροπεί με τον λόγο και τον Λόγο. Μυστικά. Άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης τι άλλο έκανε; Περιπλανιόταν στην πόλη, στο νησί, στις ερημιές, στα ξωκκλήσια, στις παννυχίδες, στη θάλασσα, στις πανηγύρεις, στα ταπεινά καφενεία, στα ταβερνεία και βέβαια στην «αβυσσαλέα ψυχή των ανθρώπων», βυθομετρούσε, αφουγκραζόταν, συμπονούσε, προσευχόταν. Έκανε όλα αυτά που σημειώνει με ποιητικό τρόπο ο Μποκόρος, παρουσιάζοντας τους καημούς και τα πάθη των ανθρώπων, αυτό που λέει «καμίνι» και που για πολλούς γίνεται άσβηστο, είτε το νιώθουν είτε όχι, μα και που μέσα από εκεί βλέπει ο ζωγράφος τον λυτρωμό, βλέπει να φτάνει ο άνθρωπος να ζυμωθεί και να γίνει γλυκό ψωμί (έχει σημασία το ερώτημά του «τί άλλο;», γιατί σαν υπάρχει το γλυκό ψωμί ύστερα από τόσο παιδεμό, τί άλλο να ζητήσει κανείς;) Φτάνει ωστόσο να πει εκείνο το ωραίο: «και κατάκοποι εντέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα». (Ξέρει ο Μποκόρος ότι δεν φτάνει η τροφή που μας κάνει χορτάτους από τα υλικά, χρειάζεται και η άλλη που «αλλιώς» την αναζητάς και «αλλιώς» τη βρίσκεις. Και επειδή το ξέρει, κόλλησε στον Παπαδιαμάντη και του αφιέρωσε ατέλειωτες ώρες της μέρας και της νύχτας, είτε επιλέγοντας τρόπους αποτύπωσης της «σκιάς», είτε κοιτάζοντας ατέλειωτα αυτή την μορφή την μάλλον «ετέρα».
Έχει ξεχωριστή σημασία η φράση του: «Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά». Η φράση είναι δυνατή, φτάνει πίσω στο χρόνο, φτάνει στον Ηράκλειτο και στη ρήση του: «αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη». Αλλά φτάνει και στη ρήση του Χριστού στο Ευαγγέλιο που δεν την αναφέρει κανένας: «αν δεν στραφείτε να γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία». Κάτι μεγάλο κρύβεται στο παιδί, κάτι μυστήριο που συνδυάζει παιχνίδι με αιωνιότητα, απρόσμενο με αυθορμητισμό, «σαλότητα» με αντι-ορθολογισμό. Σε βαριά γλώσσα λέγεται υπέρβαση εαυτού, σχεδόν παραίτηση από το εγώ.
Μ’ αυτά τα βιώματα, μ’ αυτές τις μνημικές αισθήσεις, μ’ αυτά τα σκιρτήματα και μ’ αυτό «τον έρωτα» πιάνει να ζωγραφίσει. Παιδεύεται. Για κάθε επιφάνεια που χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει εναλλάσσοντας τον ίσκιο του Παπαδιαμάντη, προβαίνει σε διαφορετική επεξεργασία, σε άλλη προετοιμασία του υλικού. Κάθε φορά άλλη επιφάνεια και άλλα υλικά. Το χειροποίητο δίνει και παίρνει. Παρατημένα υφάσματα, σχεδόν πεταμένα, έρχονται στο προσκήνιο, χρησιμεύουν για βάση πάνω στην οποία θα πέσει ο ίσκιος, μία άλλη κάθε φορά και εν ταυτώ η ίδια. Και κάθε φορά στο κάτω μέρος της σελίδας περιγράφεται:
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Κόλλα με τσάι, μολύβι και λάδια σε λινό και κόντρα πλακέ, 80Χ60 εκ.».
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Ψευδόχρυσος οξειδωμένος και σκόνες χρωστικές με βερνίκι σε mdf, 80Χ60 εκ.».
Σε άλλη περίπτωση εξηγεί για το «καπνόπανο» που μεταχειρίστηκε:
«Με κάτι τέτοια σκεπάζαμε στις λιάστρες τις αρμάθες του καπνού για να σωθεί η σοδειά απ’ τις ξαφνικές τις μπόρες του καλοκαιριού» (σ. 50).
Ό,τι πέρασε κατά καιρούς από τα χέρια και από τα μάτια του το φέρνει μπροστά του και το ζυμώνει για να αποτυπώσει πάνω τη σκιά του Παπαδιαμάντη. Για να ποιήσει έργο ολόκληρο δαπανάται ολόκληρος. Κάτι ολότελα ξεχωριστό συμβαίνει εδώ. Πρέπει να προσέξουμε, να σταθούμε σε κάθε διαφορετική αποτύπωση.
Και βέβαια θα υπήρχε αναφορά στο «Έρωτας στα χιόνια». Και βέβαια θα υπήρχε κρυφός συσχετισμός ανάμεσα στον ήρωα και τον Παπαδιαμάντη. Και βέβαια θα συνέδεε τους δύο ίσκιους, του «μπαρμπα-Γιαννιού» και του κυρ Αλέξανδρου και θα περιέγραφε τη σχετική ζωγραφιά έτσι:
«Το φύλαγα στο νου μου αυτό το έργο απ’ την αρχή κι έγινε τελευταίο. Δοξαστικό για το λευκό, εγκώμιο στον μπαρμπα-Γιαννιό, που ξεροστάλιασε στ’ αγιάζι, στον έρωτα, στα χιόνια. Τ’ αγιάζι όλα τ’ αγιάζει. “Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον […] άσπρισεν όλος κ’ εκοιμήθη”, φιλάνθρωπος σινδόνη του θανάτου κι ο έρωτας σοκάκι… ζωντανό σοκάκι» (σ. 66).
Σε άλλη αποτύπωση του ίσκιου παραθέτει το ποίημα του Καρούζου «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» και αναφωνεί (σε σχέση με τους στίχους: «Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει / πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο / κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα»): «Αχ, κυρ Νίκο! Δεν σκουριάζει πια η πρόοδος, μόνον εμείς». (σ. 74)
Είναι δύσκολο, αλλά καθώς μετακινείται ο θεατής από έργο σε έργο και από ίσκιο σε ίσκιο, θα ήταν άριστο αν μπορούσε να στέκει με τον Κατάλογο στο χέρι και να διαβάζει και το αντίστοιχο κείμενο. Έτσι θα «έβλεπε» ζωγραφική και κείμενο. Εξομολογητικό και αυτοβιογραφικό. Το τελευταίο απόσπασμα που παραθέτω κλείνει μέσα του όλη τη συγκίνηση του Μποκόρου από την «συνομιλία» του με τον Παπαδιαμάντη:
«Εδώ στον Πειραιά, που έμεινες κάποτε κι εσύ, απόθεσα στα ξύλα τη σκιά σου με κερί, μελισσοκέρι, μοσχοβόλησε η άνοιξη, όλη η ανθοφορία της μαζεμένη στη σοδειά των μελισσών, να επουλώνει τις ρωγμές του χρόνου, και της χρήσης την ταλαιπωρία. Μόνο κερί – το μέλι και την πίκρα του το γεύτηκα γλυκό μες τα γραπτά σου. Εκεί ονειρεύτηκα πως ήμουν ευτυχής κι ας μην κατέχω καν το νόημα της ευτυχίας. Τι κι αν δροσίζομαι στον ίσκιο σου ακόμα, αγνώριστος ο τόπος σου κι ας λεν πως είσαι εκεί. Μ’ ακούς;» (σ. 80).

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της

Του ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΓΚΟΥΝΕΛΑ. Δρ Θεολογίας


Έντονο δημόσιο διάλογο και προβληματισμό προκάλεσε στην κοινωνία η νομική πρόθεση της Πολιτείας να εξισώσει τον μισθό του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Επισκόπων με αυτόν του Γενικού Γραμματέα ενός Υπουργείου. Δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει κανείς τη χρονική συγκυρία (προεκλογικά, οικονομική κρίση και ακρίβεια) κατά την οποία έρχεται μία τέτοια πρόθεση και τίθεται σε δημόσια διαβούλευση.
Ωστόσο, πέρα από τον χρόνο κατάθεσης της νομικής πρότασης, μία τέτοια απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον Ευαγγελικό λόγο της Εκκλησίας. Για την Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι Πατέρας και σαφώς όχι ανώτερος κρατικός υπάλληλος, όπως τον βλέπει η Πολιτεία. Πόσο δύσκολο όμως είναι να δει κάποιος τον εαυτό του ως Πατέρα όταν τα πάντα γύρω του συνάδουν με τον τρόπο ζωής ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος μένει σε Μητροπολιτικό Μέγαρο (sic), έχει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό, διεκπεραιώνει καθημερινά ένα σωρό διοικητικές και οικονομικές υποθέσεις και έχει δεκάδες συναντήσεις με ως επί το πλείστον ηγεσίες εκκλησιαστικές, πολιτικές, στρατιωτικές, επιχειρηματικές κ.ά.; Αλλά ακόμη και στον ναό κατά τη διάρκεια της λατρείας, η απόσταση από το ποίμνιο είναι πολλές φορές, δυστυχώς, δεδομένη. Ας θυμηθούμε τον μεγαλωμένο μέσα στην Εκκλησία Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα «Πτερόεντα Δώρα»: «…Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα! Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν…».
Για να κάνουμε τη σύγκριση με το πρόσωπο του Χριστού, ας φανταστούμε τον Χριστό ως έναν Διευθυντή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και τους μαθητές Του ως δημοσίους υπαλλήλους. Ο Χριστός όμως κατηγορήθηκε από το τότε ιερατείο (η πολιτική εξουσία ένιψε τας χείρας της) και σταυρώθηκε ως Αναρχικός, Ανήθικος και Επαναστάτης. Και ήταν όντως έτσι, αλλά και σήμερα έτσι θα ήταν. Για τους ίδιους λόγους μαρτύρησαν και οι μαθητές Του αλλά και πλειάδα αγίων της Εκκλησίας. Εδώ δεν πρόκειται περί εκκλησιαστικού ή θεολογικού λαϊκισμού (ή ρομαντισμού) αλλά αυτής της ίδιας της ουσίας και του ρεαλισμού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Άλλωστε, ήδη από το πρώτο έτος στη Θεολογική Σχολή μαθαίνουμε ότι ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού». Η δε Εκκλησία έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες τέτοιων Επισκόπων όπως του αγίου Σπυρίδωνα που ήταν παράλληλα και κτηνοτρόφος και με οικογένεια ή όπως του ιερού Χρυσοστόμου ο οποίος μαρτύρησε στην έρημο επειδή κατακεραύνωνε όχι μόνο με τον λόγο του αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής του την αυτοκρατορική αυλή υπέρ των αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων. Στα δε σύγχρονα χρόνια στην πατρίδα μας η Εκκλησία, μεταξύ άλλων, έχει το παράδειγμα του μακαριστού Επισκόπου Αντώνιου Σιατίστης, του Επισκόπου των τρόλεϊ, ο οποίος δεν δίσταζε να κάνει ακόμη και ωτοστόπ ως τρόπο ζωής και όχι ως ευκαιριακό πυροτέχνημα για θαυμασμό των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που φτάσαμε (και φτάσαμε εδώ και πολλά χρόνια) είναι αδήριτη ανάγκη η Διοίκηση της Εκκλησίας να πάρει γενναίες αποφάσεις διάκρισης από την Πολιτεία. Θα λέγαμε να προλάβει η ίδια την Πολιτεία και να διακριθεί από αυτήν όχι μόνο νομικά, αλλά ακόμη πιο βαθιά ως προς τον τρόπο βιοτής. Να βρει και πάλι τον τρόπο σχέσης του Πατέρα, όπως θα σημείωνε και ο μακαριστός καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ή αλλιώς, να σκάψει και να ανασύρει τον Σταυρό από τις επιχωματώσεις της ιστορίας, όπως τόνιζε ο αείμνηστος καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης. Να αφήσει εν τέλει ό,τι την βαραίνει και να απελευθερωθεί στο οξυγόνο της θείας Χάρης. Έτσι, θα την αναγνωρίσει και η κοινωνία ως συνέχεια του Χριστού την οποία είναι ανάγκη να αφουγκραστεί επιτέλους.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Άντε βγάλε συμπέρασμα

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Η ορθή πολιτικά (metoo και τα σχετικά) Τζήμα αντανακλά όλη τη θολοκουλτούρα των ομοίων της. Γυναικοκτονίες, ψεύτικη οργή για την κοινωνική αδικία, λίγο Συριζοκατάσταση, βέβαια ενάντια στον λαϊκισμό που μας απειλεί. Αυτοί οι τύποι είναι τα δεύτερα ξαδέλφια της Ελλάδας του Μητσοτάκη (τα πρώτα είναι οι φιλελεφτ ΠΑΣΟΚοι που ήδη έχουν μεταγραφεί). Και οπωσδήποτε, στο ροζ συννεφάκι της ασχετοσύνης. Χθες, απορούσε πως τα νέα κόμματα καταγράφουν ποσοστά, αφού δεν έχουν δημοσιοποιήσει αναλυτικά και λεπτομερειακά τις θέσεις τους. Μέχρι και ο ανόητος Πρετεντέρης την αποστόμωσε, λέγοντας ότι σε αυτόν τον τόπο πρώτα ψηφίζουν άτομα και- καθόλου- προγράμματα. Χασκογελούσε (αμήχανα). Αυτοί οι αριστεροί (της πλάκας) ζουν τελικά εξωγήινες ζωές.

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Εκδήλωση της ΣΥΝΑΞΗΣ για τον ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΝΟΤΟ



ΠΗΓΗ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Τα σχόλια της Κόμπρας κι ο σοφός Jacques Rancière

Τα σχόλια της ΚΟΜΠΡΑΣ στο SLpress είναι δηλητηριώδη. Κάθε μέρα διαβάσω όσα δημοσιεύει. Υπό τον σύγχρονο αστερισμό της παραπληροφόρησης ουκ ολίγων ΜΜΕ και τον συγχρωτισμό της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ με τη ΔΕΞΙΑ με τους πολλούς «λαγούς» της «παρα-κυβερνώσας» παράταξης, η Κόμπρα καλά κάνει και τσιμπάει. Οι πολιτικές ιδεολογίες βαφτίζονται με όρους Μεταδημοκρατίας: πολιτική ως διαχείριση, εκλογολόγοι, δημοσκοπήσεις, σύγκλιση μεγάλων κομμάτων, και πάει λέγοντας… Α.Ι.Κ.

«Στην Ελλάδα όπως στη Χιλή, όπως και στα περισσότερα μέρη του κόσμου, αποδείχθηκε ότι η αντίσταση στις ολιγαρχίες προέρχεται μόνο από δυνάμεις που είναι αυτόνομες σε σχέση με το σύστημα αντιπροσώπευσης και με τα λεγόμενα αριστερά κόμματα που είναι ενσωματωμένα σε αυτό. Αυτά τα κόμματα δικαιολογούν την πράξη τους μέσα στην λογική της επιλογής τού μικρότερου κακού. Εξαιτίας αυτής υφίστανται διάλυσεις επι διαλύσεων. Κάποιος θα έμπαινε στον πειρασμό να χαρεί, αν αυτή η συνεχής διάλυση δεν είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της εξουσίας της ολιγαρχίας και δεν δυσχέραινε περισσότερο την δράση εκείνων που επιδιώκουν πραγματικά να της αντιταχθούν»· από συνέντευξη του Jacques Rancière, μτφρ. Φοίβος Θεολογίτης. ΠΗΓΗ: Academia


Πιστεύετε ότι έχει νόημα μια επανενεργοποίηση του ιδεώδους μιας πιο άμεσης δημοκρατίας, όπως ήταν αυτή που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα, ή πρέπει να αναζητήσουμε άλλες μορφές της;

«Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι δύο: Το ζήτημα των γενικότερων αρχών και το ζήτημα των κοινωνικών μορφών εντός των οποίων μπορεί να θεμελιωθεί η δημοκρατία. Πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα πράγματα που μπορούμε να διατηρήσουμε από την αρχαία δημοκρατία, δηλαδή χοντρικά την ιδέα ότι όσο περισσότερος είναι ο πληθυσμός που συνδέεται στις κρατικές αποφάσεις, τόσο το καλύτερο είναι για την κοινότητα. Με άλλα λόγια, τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων στις αποφάσεις που αφορούν στην κοινότητα, εντέλει την ιδέα ότι υπάρχει μια ικανότητα που ανήκει σε όλους, και που δεν την κατέχει μία μόνο ειδική τάξη ανθρώπων, είτε επειδή κατέχουν τον πλούτο, είτε επειδή κατέχουν την γνώση. Είναι σημαντικό να διασώσουμε αυτήν την ιδέα. Εντέλει, υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να γίνουν. Για παράδειγμα, να περιορίσουμε την επαγγελματοποίηση της πολιτικής. Μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε περιορισμούς στην πολιτική αντιπροσώπευση, ώστε να είναι όλο και περισσότεροι άνθρωποι που θα συμμετέχουν. Μπορούμε για παράδειγμα να εγκαθιδρύσουμε την κλήρωση. Κυρίως, είναι σημαντικό να διατηρηθούν μορφές οργάνωσης, συζήτησης και κοινωνικής δράσης, που να είναι αυτόνομες σε σχέση με το κράτος. Ασφαλώς, δεν βρισκόμαστε στην αθηναϊκή πόλιν, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση πιο περίπλοκη, αλλά αυτό ακριβώς είναι που θέτει το ερώτημα «ποιος αποφασίζει;»· από συνέντευξη του Jacques Rancière στον Διονύση Σκλήρη. ΠΗΓΗ: Φρέαρ