Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μένης Κουμανταρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μένης Κουμανταρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Στις 5:17 το πρωί!

«Αυτή η ιστορία του πλουσιόπαιδου – του Άνσον Χάντερ - με είχε, φαίνεται πειράξει. Σαν κάτι ν’ ανακάλυπτα σ’ αυτήν δικό μου. Γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο, εννέα φορές και δέκα, ότι όταν κάτι μας ενοχλεί και μας έλκει, πάει να πει πως ανακαλύπτουμε μία αναπηρία που έχουμε και που δεν τολμούμε να την ομολογήσουμε, ένα φόβο που μας τυραννούσε κρυφά και που έρχεται τώρα τούτο το κείμενο, πτυχή προς πτυχή, να ξεδιπλώσει. Αυτή η ιστορία του Άνσον Χάντερ, οσοδήποτε να έμοιαζε με μια κοινή ιστορία εργένη, στο βάθος αντηχούσε σαν μια εξομολόγηση ενός ανθρώπου των πόλεων. Άφηνε έναν απόηχο για το τίμημα που, ενδεχομένως όσοι μαθημένοι στην ελευθεριάζουσα συμβατικότητα της κοινωνικής ζωής, πληρώνουν.
»Για όποιον δεν έχει ζήσει στην πόλη, η πεζογραφία του Σκοτ Φιτζέραλντ είναι αδιανόητη. Σπάνια η μοναξιά της μεγαλούπολης και ο εκπεσμός μιας φθίνουσας αριστοκρατίας του πλούτου έχουν δοθεί με τόση διεισδυτικότητα και λεπτότητα. Όταν ο Άνσον Χάντερ παντρεύοντας και τον τελευταίο του φίλο αντιλαμβάνεται ότι έμεινε μόνος για το Σαββατοκύριακο, κι όταν ύστερα από μια μάταιη περιπλάνηση σε αίθουσες ξενοδοχείων, που στα πτυελοδοχεία τους έμειναν κρεμασμένα τα λουλούδια του πρωινού γάμου, συναντά κάποτε στην περιστρεφόμενη πόρτα του “Πλάζα” την παλιά κοπέλα του – τη μόνη αληθινή γυναίκα της ζωής του – τότε η ιστορία του παύει να είναι ένα δράμα προσωπικό, μεταμορφώνεται στην απελπισία μιας ολόκληρης κοινωνίας να βρει το χαμένο όνειρό της»· Μένης Κουμανατρέας, «Μια εξομολόγηση αντί προλόγου», σσ. 12-13.
«Το “Πλουσιόπαιδο” γράφτηκε αμέσως μετά τον “Μεγάλο Γκάτσμπι” – μυθιστόρημα που προσπόρισε στον συγγραφέα του φήμη, όχι όμως και χρήματα – στο Κάπρι της Ιταλίας την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1925. Μία από τις καλύτερες νουβέλες του, κατά πάσαν πιθανότητα η σημαντικότερη, σημειώνει ο βιογράφος, που τη θεωρεί σαν μια προέκταση του Γκάσμπι, καθώς αναπτύσσει και διευρύνει την επίδραση που ο πλούτος έχει πάνω στους χαρακτήρες. Ένα θέμα, θα έλεγα, παλιό όσο ο “Πλούτος” του Αριστοφάνη, ο “Έμπορος της Βενετίας” και ο “Φιλάργυρος”»· Μένης Κουμανταρέας, «Ένα υστερόγραφο», σσ. 88-89.


ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΤΖΕΡΑΛΝΤ. (1996). Το Πλουσιόπαιδο, μετάφραση, πρόλογος και επίμετρο Μένης Κουμανταρέας. Αθήνα: Κέδρος.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2024

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ: «Για μια φορά τουλάχιστον ας σταθούμε αντιμέτωποι με αυτό που είμαστε»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Έρμαν Έσσε (Calw Γερμανίας 02 Ιουλίου 1877 – Μοντανιόλα, Collin d’Oro Ελβετίας 09 Αυγούστου 1962). Ολάκερο το συγγραφικό έργο του αγαπήθηκε πάρα πολύ από το ελληνικό βιβλιόφιλο κοινό. Αφήνω στην άκρη την αναγνώρισή του σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. 
Ας μου επιτραπούν δυο - τρεις προσωπικές σκέψεις για τη σημερινή μέρα των γενεθλίων του Έσσε. Η πρώτη ανάγνωση λογοτεχνήματός του ήταν προς το τέλος των εφηβικών μου χρόνων, το καλοκαίρι του 1983, όταν τελείωνα το Λύκειο και ετοιμαζόμουν για πανεπιστημιακές σπουδές. Ακόμα θυμάμαι τον φιλόλογο καθηγητή μου, τον μέντορά μου Νίκο Αναγνωστόπουλο, στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας, που πάντοτε μου ‘λεγε πόσο σημαντικό είναι το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων. Το ευγνωμονώ ακόμα, τόσα χρόνια μετά, κι όταν κάποιες φορές μιλάμε στο τηλέφωνο, δακρύζοντας φέρνω στη μνήμη μου πανάκριβες στιγμές άπειρων συζητήσεων μέσα στη σχολική τάξη για καίρια ζητήματα γύρω από τη Λογοτεχνία, ελληνική και ξένη. 
Τότε, λοιπόν, τόλμησα και διάβασα τον Ντέμιαν, στην ιστορική για μένα έκδοση του Γαλαξία, σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα. Ομολογώ πως, ήταν ένα ιδιαίτερα δύσκολο βιβλίο, αλλά κατάφερα να το διαβάσω. Διαπίστωσα γιατί όταν καταρρέει ο παλαιός κόσμος ένας καινούργιος δημιουργείται. Ύστερα από λίγους μήνες αναζήτησα κι άλλα βιβλία του Έσσε, τα οποία, ως φοιτητής στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, αγόρασα από το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Ραγιά, επί της οδού Τσιμισκή.
Όλα τα βιβλία του Έσσε κατέχουν ξεχωριστή θέση στη βιβλιοθήκη μου. Τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. Ανατρέχω συχνά σε αυτά, τα θεωρώ λογοτεχνικά αριστουργήματα, ψηλαφώ άλλοτε το φως κι άλλοτε το σκοτάδι. Δεν διστάζω να τα χρησιμοποιώ και στη διδασκαλία μου, στο μάθημα των Θρησκευτικών. Πολλές φορές μάλιστα τα δίνω σε μαθητές και μαθητριές μου να τα διαβάζουν, κι όταν μού τα επιστρέφουν, δεν τα παίρνω πίσω, τους τα χαρίζω. Τον Σιντάρντα, λόγου χάριν, τον έχω χαρίσει πάνω από δέκα φορές και νιώθω χαρά γι’ αυτό, γιατί ο σπόρος της ανάγνωσης έργων του Έσσε πρέπει να έχει διάρκεια, από γενιά σε γενιά. 
Έχει απόλυτο δίκιο ο βιογράφος του Έσσε, ο Αλόις Πρινς που στο βιβλίο του Η ζωή του Έσσε. Κάθε αρχή και μια μαγεία, μτφρ. Γρηγόρης Αθανασίου & επιμέλεια μετάφρασης Ελεάνα Λαμπάκη. Αθήνα 2005: Καστανιώτης, «αφηγείται τους λόγους για τους οποίους ο Έσσε προέτρεπε τους νέους να μην τον έχουν ως πρότυπο, αλλά και με τόση διακριτικότητα, ώστε να αφήνει τον αναγνώστη να τους ανακαλύπτει από μόνος του».