Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία της Ελλάδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία της Ελλάδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Η συγκεκαλυμμένη σιμωνία στην Ορθοδοξία και ο ρόλος των μητροπολιτών

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ


Αυξήσεις 60% έως 95% στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών αποφάσισε πρόσφατα η κυβέρνηση των αρίστων. Άμα το κράτος είναι επιτελικό… προνοεί εγκαίρως! Στη συνέχεια ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιτέθηκε λάβρος στο πρες ρουμ εναντίον του δημοσιογράφου, εκείνου που τόλμησε να ρωτήσει πόσο ήταν αναγκαίος, ειδικά αυτή την χρονική στιγμή, ο διπλασιασμός του μισθού των Σεβασμιότατων Μητροπολιτών και του Μακαριότατου Αρχιεπισκόπου.
Με άλλα λόγια αν δεν υπολανθάνει σαφής πράξη σιμωνίας –πολύ μεγάλη αμαρτία!– στην προσπάθεια της κυβέρνησης να «εξαγοράσει» υπέρ της την ιεραρχία –και μέσω αυτής, το χριστεπώνυμο πλήρωμα, το ποίμνιο καθ’ άπασαν την επικράτεια– εν όψει των επικείμενων, πολύ κρίσιμων εκλογών. Και τί δεν είπε ο κ. Μαρινάκης: Ότι η κυβέρνηση υπερασπίζεται την Ορθοδοξία που είναι εθνική υπόθεση και ότι στηρίζει την Εκκλησία στο έργο της και εντός και εκτός (;) και ότι θα καούν στο πυρ το εξώτερον όσοι σκέφτονται κακά για τις άγιες προθέσεις της (ή κάπως έτσι τέλος πάντων).
Γαλλιστί πάντως θα ήταν: On y soit qui mal y pense. Ο ίδιος, ο κ. Μητσοτάκης μάλιστα ανέφερε δολίως, πλην ψευδώς, σε συνέντευξη του ότι ο Μουφτής της Θράκης εισπράττει περισσότερα. Μια απλή έρευνα στο διαδίκτυο θα πείσει και τον πιο αφελή πως πάλι ο κ. πρωθυπουργός είναι ελλιπώς ενημερωμένος. Για να το θέσω κομψά.
Για να δούμε όμως πόσο ουσιαστικά ενδιαφέρεται για την Ορθοδοξία το καθεστώς του Μαξίμου: Η ντροπή του Σινά είναι σχετικά πρόσφατο – επειδή υπάρχει και πιο πρόσφατο! – όσο και άθλιο παράδειγμα εγκατάλειψης μίας παράδοσης και μιας πολιτικής που ισχύει χιλιετίες και εξασφάλιζε στο ελληνορθόδοξο μοναστήρι του Θεοβάδιστου Όρους και ανεξαρτησία και ελεύθερη νομή της περιουσίας και των θησαυρών του. Υπενθυμίζω ότι σε κρύπτες της Μονής φυλάσσονται εκατοντάδες αρχαίες εικόνες –αρκετές κηρόχυτες– τις οποίες φορτικά ζητεί να καταγράψει και να αξιοποιήσει (!) η αρχαιολογική υπηρεσία της Αιγύπτου, αλλά αμύνονται – ή, πιο σωστά αμύνονταν – σθεναρά οι μοναχοί.
Οι τελευταίες πρωτοβουλίες εκ μέρους του Καΐρου και η απόλυτη υποταγή του ελληνικού Υπ. Εξ. σε αυτές είχαν ως θλιβερό αποτέλεσμα να κλείσει όπως όπως η υπόθεση, αφού πρώτα κατήργησαν με δικαστική απόφαση το αυτοδιοίκητο του μοναστηριού –παγκόσμιου θησαυρού της UNESCO και άνοιξαν τον δρόμο για την τουριστική αξιοποίηση– δήωση του. Με το χτίσιμο ξενοδοχειακών μονάδων στα πέριξ και την μετατροπή του σε «μουσείο». Δηλαδή με την πλήρη φαλκίδευση του ιστορικού, πανάρχαιου χαρακτήρα του. Εξασφαλίζοντας συγχρόνως τη σιωπή των εγχώριων ΜΜΕ, αλλά και της τόσο ελλειμματικής αντιπολίτευσης, μείζονος και ελάσσονος, που περί άλλα τυρβάζει. Έστω κι αν πρόκειται για τεράστια ήττα.
Περί άλλα τυρβάζει το Μαξίμου
Για να μην αναφέρω την μοίρα των χριστιανών στη Συρία, με το αιμοσταγές καθεστώς της οποίας ο κ. Μητσοτάκης –αλλά και σύμπασα η ΕΕ– έχει φιλικές (!) σχέσεις ή τα δεινά που υφίσταται το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων από το καθεστώς Νετανιάχου. Το να αναφερθώ στο Άγιον Όρος και την εγκατάλειψη του ή στους Ρωμιούς της Πόλης και τη Σχολή της Χάλκης, θα ήταν τελείως ανώφελο. Όταν μάλιστα αδυνατούμε να υπερασπιστούμε το Αιγαίο μας απέναντι στους Τούρκους… ψαράδες. Εξ άλλου ασχολείται με αυτά τα θέματα η… Κίμπερλι και ο μεγάλος μας, υπερατλαντικός σύμμαχος. Ή, έστω, ο Κωνσταντίνος Αργυρός, συνάδελφος της Μαρίας Κάλλας, που είναι και ευσεβής!
Διαβάζω από το Δ.Τ του κ. Μαρινάκη: «…Πέρα όμως από το επιμέρους μισθολογικό ζήτημα, η συγκεκριμένη ρύθμιση εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική της Κυβέρνησης για την Ορθοδοξία και τους θεσμούς της. Μια πολιτική, που κινείται απολύτως εντός του συνταγματικού πλαισίου των διακριτών ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η Ελλάδα στον ορθόδοξο κόσμο και την αποστολή που απορρέει από αυτήν. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα κράτος με ορθόδοξη παράδοση. Αποτελεί το ιστορικό και πνευματικό σημείο αναφοράς θεσμών, που ξεπερνούν κατά πολύ τα εθνικά της σύνορα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, το Άγιο Όρος και συνολικά η ορθόδοξη παράδοση αποτελούν τμήμα της ιστορικής συνέχειας και της διεθνούς παρουσίας του Οικουμενικού Ελληνισμού…».
Η Ορθοδοξία και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων
Και ιδού το τελευταίο παράδειγμα της κυβερνητικής ακηδίας και υποκρισίας. Αναφέρομαι στο εντελώς πρόσφατο θέμα που ανέκυψε με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και που ως τώρα είναι γνωστό ότι αντέδρασε μόνο η Παλαιστινιακή Αρχή. Δια του Υπουργείου Εξωτερικών της. Με το αντίστοιχο δικό μας βέβαια απόν. Ιδού τί γράφει ο Γιώργιος Λιερός σχολιάζοντας την είδηση που μετέδωσε το ALJAZEERA: “ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΡΠΑΖΕΙ ΓΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ”: «Η Παλαιστινιακή Αρχή καταδικάζει την κατάσχεση εκκλησιαστικής γης από το Ισραήλ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Παλαιστινιακής Αρχής καταδίκασε αυτό που χαρακτήρισε ως κατάσχεση από το Ισραήλ γης που ανήκει στο Ελληνικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο στη συνοικία Σιλβάν της κατεχόμενης Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Σε δήλωση του το υπουργείο ανέφερε ότι οι ισραηλινές αρχές κατέλαβαν το οικόπεδο στις 15 Ιουνίου, απέλασαν τον εκπρόσωπο του Πατριαρχείου από τον χώρο, κατάσχεσαν εξοπλισμό, ξερίζωσαν δέντρα και περιφράξαν την περιοχή με τοίχους και πύλες. Το υπουργείο χαρακτήρισε την κίνηση αυτή ως “σοβαρή επίθεση κατά των εκκλησιαστικών περιουσιών” και “σοβαρή παραβίαση του νομικού και ιστορικού status quo στην κατεχόμενη Ιερουσαλήμ».
Ανέφερε ότι τα μέτρα «δεν δημιουργούν κανένα νομικό δικαίωμα για την κατοχή και δεν μεταβάλλουν την ισχύουσα νομική και ιστορική κατάσταση στην Ανατολική Ιερουσαλήμ ως κατεχόμενο, παλαιστινιακό έδαφος», προσθέτοντας ότι όλα τα μέτρα προσάρτησης, δήμευσης και κατάσχεσης είναι «άκυρα και ανίσχυρα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο». Το υπουργείο κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει επείγουσα δράση για να σταματήσει αυτό που χαρακτήρισε ως παραβιάσεις κατά χριστιανικών και ισλαμικών ιερών τόπων στην Ιερουσαλήμ και να καταστήσει το Ισραήλ υπόλογο για τις πράξεις του…
Κι εμείς; Και η κυβέρνηση-σύμμαχος του καθεστώτος Νετανιάχου; Και οι δηλώσεις περί της προάσπισης των απανταχού ορθοδόξων; Και οι πανάρχαιες υποχρεώσεις μας απέναντι στο πρώτο Πατριαρχείο της ιστορίας; Τί κάνουμε για να σταματήσει η κατάληψη; Δεν βαριέστε. Τώρα έχουμε εκλογές και μαζεύουμε ψήφους από την εγχώρια δεξιά και την άκρα δεξιά. Με την αρωγή βεβαίως της Δεξιάς του Κυρίου. Για τα εθνικά θέματα ας φροντίσουν αργότερα άλλοι, καταλληλότεροι…

Υ.Γ. Γνωρίζω εξ ιδίας πείρας ότι ανέκαθεν ένιοι μητροπολίτες εκχωρούσαν όλο τους το εισόδημα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Όπως για παράδειγμα ο μακαριστός Παντελεήμων Μπαρδάκας, μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας, που συντηρούσε ένα ολόκληρο γηροκομείο, τον «Σωτήρα», στην οδό Αγίου Όρους, εκ του υστερήματος του, στην Αγία Σοφία του Πειραιά. Θέλω να πω ότι δεν φταίνε όλοι οι μητροπολίτες για τα προεκλογικά, ανίερα παιχνίδια της κυβέρνησης. Αφού και σήμερα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

ΠΗΓΗ: SLpress

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Εύκολο και βολικό να θεωρητικολογείς, δύσκολο να είσαι «αληθινός νεωκόρος της Εκκλησίας»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Κανέναν δεν έπεισε ο Σεβ. Πολυανής και Κιλκισίου κ. Βαρθολομαίος, στη συνέντευξη που έδωσε στο Σπύρο Χαριτάτο και την Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου, στην εκπομπή «Καθαρές Κουβέντες». Έστριψε δια του αρραβώνος, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την προκλητικότατη αύξηση του μισθολογίου των Αρχιερέων. Η αναφορά του στην περιουσία που η Εκκλησία έχει δώσει στο Κράτος ως «ελάχιστο αντίδωρο» στη μισθοδοσία του κλήρου γενικότερα, συνιστά κατάφωρη άρνηση της ακτημοσύνης, στην οποία οφείλει να ζει ο Σεβασμιώτατος μοναχός, μιας έχει και την ιδιότητα του μοναχού. Μην ξεχνά ότι οι Αρχιερείς πρέπει να προέρχονται από την τάξη των μοναχών. Εκτός κι αν αρέσκεται να υπηρετεί την Εκκλησία μόνο ως κοσμικός Αρχιερέας. Αλλά ούτε επί της ουσίας απάντησε στον Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, που ζήτησε την απόσυρση της σχετικής διάταξης αύξησης του μισθολογίου, κάνοντας λόγο για διασυρμό των Ιεραρχών, αμφισβητώντας μάλιστα ότι υπήρξε πάγιο αίτημα της Εκκλησίας για αύξηση των αποδοχών τους. Η απάντηση του Σεβ. κ. Βαρθολομαίου στον Σεβ. Νέας Σμύρνης κ. Συμεών: «η Εκκλησία είναι σώμα ελευθερίας και ότι κάθε Αρχιερέας έχει δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τη γνώμη του, χωρίς εκφοβισμό ή περιορισμό», είναι μόνο για αφελείς.
Να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθολομαίο:
  • Τον πλούσιο νεανίσκο που ρωτά τον Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή, με τον Χριστό να του απαντά: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» (Ματθ. 19, 21).
  • Την Επί του Όρους Ομιλία, όπου ο Χριστός λέγει: «Μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς σ’ αυτή τη γη, που το σαράκι κι η σκουριά τους καταστρέφουν και που οι κλέφτες τρυπούν τον τοίχο και τους κλέβουν. Αλλά να μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, που ούτε το σαράκι κι η σκουριά τους καταστρέφουν, και που οι κλέφτες τρυπούν τον τοίχο και τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. ΣΤ΄, 19-21)· στην ωραία μετάφραση του Ντίνου Χριστιανοπούλου. (2007). Η Επί του όρους Ομιλία του Κυρίου: Από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. Ε΄- Ζ΄. Αθήνα: Μπιλιέτο, σ. 23.
  • Την Παραβολή του άφρονος πλουσίου, όπου ο πλούσιος γκρεμίζει τις αποθήκες του για να χτίσει μεγαλύτερες, πιστεύοντας ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον του. Με τον Χριστό να λέγει: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20).
  • Να θυμίσω, επίσης, στον Σεβασμιώτατο κ. Βαρθολομαίο τον ΙΣΤ΄Λόγο του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, αφιερωμένο στην φιλαργυρία και την ακτημοσύνη: «Φιλάργυρός έστιν ευαγγελίων μυκτηριστής, καί παραβάτης εκούσιος. Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα· ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, εαυτόν ηπάτησεν»· ΚΛΙΜΑΞ Ιωάννου του Σιναΐτου. Κείμενο επί τη βάσει χειρογράφου της εν Άθω Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου. Το πρώτον εκδοθέν υπό Σωφρονίου ερημίτου. Δαπάνη των εκ Ραιδεστού αδελφών Σ. Κεχαγιόγλου. Νυν δε επανεκδιδόμενον υπό του Εκδοτικού Οίκου «Αστήρ». Εις Β΄ έκδοσιν. Βάσει της εν Κωνσταντινουπόλει εκδόσεως 1883. Εκ του τυπογραφείου Κ. Α. Βρεττού, εκδ. Αστήρ – Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1979, σ. 98, και σε μετάφραση: «Φιλάργυρος είναι εκείνος που καταφρονεί τις ευαγγελικές εντολές και τις παραβαίνει ενσυνείδητα. Όποιος απέκτησε αγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Όποιος όμως ισχυρίζεται πως συμβαδίζει στην ζωή του και τα δύο, αυτοαπατήθηκε», Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ. Μετάφραση: Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου Πουλουπάκη. Εισαγωγή: Ιωάννου Κορναράκη. Επίμετρο: Ιωάννου Φουντούλη, εκδ. Imago. Αθήνα 1983, σσ. 248-249.
  • Να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθολομαίο το: «Ξύπνα παππά, ξύπνα λαέ!», επίκαιρο σύνθημα του παπα- Γιώργη Πυρουνάκη, όχι μόνον για την περίοδο που ειπώθηκε, επίκαιρο και σήμερα.
  • Τέλος, να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθλομαίο το «Φως στο λαό: Λαός φωτισμένος ποτέ γελασμένος» του θεολόγου συγγραφέα Γιώργου Γρατσέα, με πολύ καλές αναφορές στον πλούτο και τη φτώχεια, με τους φτωχούς να ευαγγελίζονται.
Είναι εύκολο και βολικό να θεωρητικολογείς. Δύσκολο, όμως, να είσαι «αληθινός νεωκόρος της Εκκλησίας», κατά Θανάση Ν. Παπαθανασίου.
Δεν χωρά αμφιβολία πως οι Αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας, όσον αφορά στη σχέση τους με την Πολιτεία, οφείλουν να βάλουν στην άκρη παγιωμένες βεβαιότητες. Είναι καιρός πια για τα πρώτα ρήγματα στην μακαριότητά τους.


Joaquin Salvador Lavado «Quino», Το σκάκι των τάξεων [Πρόβλημα: Τα μαύρα παίζουν και κάνουν ματ, όποτε τους αρέσει]· το συγκεκριμένο σκίτσο του Αργεντινού δημιουργού Quino αποτελεί μια ευφυή κοινωνική σάτιρα που αποδομεί τις ταξικές ανισότητες. Χρησιμοποιώντας το σκάκι ως μεταφορά, καυτηριάζει το γεγονός ότι οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους και πως η άρχουσα τάξη («τα μαύρα») επιβάλλει τη θέλησή της εκτός των ορίων της κανονικότητας. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Χριστιανισμός και Κόσμος: Θρησκευτικά Γ΄ Λυκείου. IΤΥΕ - ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ. Αθήνα 2024, σ. 25.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αστική Ελλαδική Εκκλησία: Mε αφορμή τη σκανδαλώδη αύξηση των μισθών των Αρχιερέων


Fritz Eichenberg, Ο Χριστός στο συσσίτιο (Christ in the breadline). ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Φάκελος Μαθήματος. Θρησκευτικά Γ΄ Λυκείου: Θρησκεία και Κόσμος. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», σ. 26· [από το Θεματικό Πεδίο: Προκλήσεις και τη Διδακτική Ενότητα: Πλούτος].


ΣΥΝΑΞΗ, τχ. 114 (Απρίλιος - Ιούνιος 2010), σσ. 10-12.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΓΕΡΟΜΟΡΙΑΣ

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της

Του ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΓΚΟΥΝΕΛΑ. Δρ Θεολογίας


Έντονο δημόσιο διάλογο και προβληματισμό προκάλεσε στην κοινωνία η νομική πρόθεση της Πολιτείας να εξισώσει τον μισθό του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Επισκόπων με αυτόν του Γενικού Γραμματέα ενός Υπουργείου. Δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει κανείς τη χρονική συγκυρία (προεκλογικά, οικονομική κρίση και ακρίβεια) κατά την οποία έρχεται μία τέτοια πρόθεση και τίθεται σε δημόσια διαβούλευση.
Ωστόσο, πέρα από τον χρόνο κατάθεσης της νομικής πρότασης, μία τέτοια απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον Ευαγγελικό λόγο της Εκκλησίας. Για την Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι Πατέρας και σαφώς όχι ανώτερος κρατικός υπάλληλος, όπως τον βλέπει η Πολιτεία. Πόσο δύσκολο όμως είναι να δει κάποιος τον εαυτό του ως Πατέρα όταν τα πάντα γύρω του συνάδουν με τον τρόπο ζωής ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος μένει σε Μητροπολιτικό Μέγαρο (sic), έχει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό, διεκπεραιώνει καθημερινά ένα σωρό διοικητικές και οικονομικές υποθέσεις και έχει δεκάδες συναντήσεις με ως επί το πλείστον ηγεσίες εκκλησιαστικές, πολιτικές, στρατιωτικές, επιχειρηματικές κ.ά.; Αλλά ακόμη και στον ναό κατά τη διάρκεια της λατρείας, η απόσταση από το ποίμνιο είναι πολλές φορές, δυστυχώς, δεδομένη. Ας θυμηθούμε τον μεγαλωμένο μέσα στην Εκκλησία Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα «Πτερόεντα Δώρα»: «…Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα! Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν…».
Για να κάνουμε τη σύγκριση με το πρόσωπο του Χριστού, ας φανταστούμε τον Χριστό ως έναν Διευθυντή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και τους μαθητές Του ως δημοσίους υπαλλήλους. Ο Χριστός όμως κατηγορήθηκε από το τότε ιερατείο (η πολιτική εξουσία ένιψε τας χείρας της) και σταυρώθηκε ως Αναρχικός, Ανήθικος και Επαναστάτης. Και ήταν όντως έτσι, αλλά και σήμερα έτσι θα ήταν. Για τους ίδιους λόγους μαρτύρησαν και οι μαθητές Του αλλά και πλειάδα αγίων της Εκκλησίας. Εδώ δεν πρόκειται περί εκκλησιαστικού ή θεολογικού λαϊκισμού (ή ρομαντισμού) αλλά αυτής της ίδιας της ουσίας και του ρεαλισμού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Άλλωστε, ήδη από το πρώτο έτος στη Θεολογική Σχολή μαθαίνουμε ότι ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού». Η δε Εκκλησία έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες τέτοιων Επισκόπων όπως του αγίου Σπυρίδωνα που ήταν παράλληλα και κτηνοτρόφος και με οικογένεια ή όπως του ιερού Χρυσοστόμου ο οποίος μαρτύρησε στην έρημο επειδή κατακεραύνωνε όχι μόνο με τον λόγο του αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής του την αυτοκρατορική αυλή υπέρ των αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων. Στα δε σύγχρονα χρόνια στην πατρίδα μας η Εκκλησία, μεταξύ άλλων, έχει το παράδειγμα του μακαριστού Επισκόπου Αντώνιου Σιατίστης, του Επισκόπου των τρόλεϊ, ο οποίος δεν δίσταζε να κάνει ακόμη και ωτοστόπ ως τρόπο ζωής και όχι ως ευκαιριακό πυροτέχνημα για θαυμασμό των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που φτάσαμε (και φτάσαμε εδώ και πολλά χρόνια) είναι αδήριτη ανάγκη η Διοίκηση της Εκκλησίας να πάρει γενναίες αποφάσεις διάκρισης από την Πολιτεία. Θα λέγαμε να προλάβει η ίδια την Πολιτεία και να διακριθεί από αυτήν όχι μόνο νομικά, αλλά ακόμη πιο βαθιά ως προς τον τρόπο βιοτής. Να βρει και πάλι τον τρόπο σχέσης του Πατέρα, όπως θα σημείωνε και ο μακαριστός καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ή αλλιώς, να σκάψει και να ανασύρει τον Σταυρό από τις επιχωματώσεις της ιστορίας, όπως τόνιζε ο αείμνηστος καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης. Να αφήσει εν τέλει ό,τι την βαραίνει και να απελευθερωθεί στο οξυγόνο της θείας Χάρης. Έτσι, θα την αναγνωρίσει και η κοινωνία ως συνέχεια του Χριστού την οποία είναι ανάγκη να αφουγκραστεί επιτέλους.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Ρασοφόροι «Ρασπούτιν»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στη συνέντευξή του στο OPEN ο εκπρόσωπος Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κιλκισίου Βαρθολομαίος, για τα φαινόμενα κληρικών «Ρασπούτιν», κάνει ένα τρανταχτό λάθος. Με τη νοοτροπία «στρίβειν δια του αρραβώνος» προσπαθεί να απαλλάξει την Εκκλησία από περιστατικά ρασοφόρων που σκανδαλίζουν όχι μόνο το Σώμα-της αλλά κι ολάκερη την κοινωνία. Δεν είναι «δεμένα τα χέρια της Εκκλησίας», όπως υποστηρίζει. Απεναντίας γνωρίζει πολύ καλά τη δράση ετούτης της «φαιάς πανούκλας», η οποία δρα όχι μόνον εκτός αλλά και εντός των τειχών-της κι έχει πάρει διαστάσεις επερχόμενου νέου Μεσαίωνα. Αντιλαμβάνεται τους κινδύνους για το μέλλον της Εκκλησίας. Ως διδαχή και πράξη ζωής, η Εκκλησία, οδηγό οφείλει να έχει την ελπίδα για έναν μεταμορφωμένο κόσμο. Αν στην Πολιτεία εναπόκειται η επίλυση προβλημάτων του ζητήματος της αντιποίησης αρχής, στην Εκκλησία εναπόκειται η τεράστια ευθύνη να ελέγξει και να καταγγείλει φαινόμενα ρασοφόρων τύπου «Ρασπούτιν». Δυστυχώς δεν το τολμά, γιατί κι απ’ αυτούς έχει τα οφέλη-της. Ας μην κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Αν τολμούσε να αλλάξει τη θλιβερή αυτή πραγματικότητα, θα προχωρούσε και στον επαναευαγγελισμό του λαού-της, ο οποίος σ’ έναν κόσμο διάλυσης και διάσπασης αναζητά ελπίδα, ειρήνη και αγάπη.


Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Ηττημένη Ελλαδική Εκκλησία

Χθες και σήμερα, αφιέρωσα λίγο από τον χρόνο μου στις χειροτονίες τριών επισκόπων. Πλούσιο φωτογραφικό ρεπορτάζ μπορεί κανείς να δει στο ORTHODOXIA INFO Διόλου περίεργη η ομολογία μου: η Ελλαδική Εκκλησία είναι νεκρωμένη νοήματος εδώ και δεκαετίες. Οι εικόνες μαρτυρούν ετούτη τη νέκρωση. Δυστυχώς, αυτό είναι το εκκλησιαστικό σκηνικό στην πατρίδα μας. Α.Ι.Κ.

Ιδού:


«Τουλάχιστον να συνειδητοποιούσαν οι Επίσκοποι ότι η συντήρηση των κοσμικών εξουσιαστικών τους κεκτημένων δεν τους εξασφαλίζει από την κοινωνική (την ουσιαστική) περιθωριοποίηση. Ακόμα και η μεγαλόπρεπη αυτοκρατορική αμφίεση, όταν δεν παραπέμπει σε νόημα ζωτικής αλήθειας, τους μεταβάλει σε εκτός τόπου και χρόνου χρυσοστόλιστους κούκλους, γραφικές φιγούρες ανούσιου φολκλόρ. Όσα οικοδομήματα κοινωνικής πρόνοιας κι αν έχουν στο ενεργητικό τους, όση οργανωτική πολυμέρεια δραστηριοτήτων, είναι ανύπαρκτοι όταν αγνοούν την πρωταρχική τους αποστολή και ευθύνη».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (1999). «Η εκλογή Αρχιεπισκόπου», στο: Η παρακμή ως πρόκληση. Αθήνα: «Νέα Σύνορα» - Α. Α. Λιβάνη, σ. 221.

«[…], έχει τεράστια δυσκολία η Εκκλησία μας να συντονιστεί με το παρόν, με τον σύγχρονο κόσμο, αυτόν στον οποίο είναι υποχρεωμένη να απευθύνει τη διδασκαλία της και το μήνυμά της, το κήρυγμά της. Είναι μια Εκκλησία στραμμένη στο παρελθόν, ενθυμούμενη, αναλογιζόμενη και νοσταλγούσα παλιές ένδοξες μέρες, ανήμπορη να απευθυνθεί στον σημερινό άνθρωπο. Και, μαζί με αυτό, είναι μια Εκκλησία η οποία δεν σκέφτεται. Δεν σκέφτεται τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, της ύπαρξης. Έχει έναν λόγο κοινοτοπικό, κούφιο, που περνάει πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Δες, ας πούμε, το θέμα των αμφίων των επισκόπων. Είναι κωμωδία. Το να φοράς τον σάκο, αυτό το αυτοκρατορικό ένδυμα με τα κουδούνια, δείχνει έλλειψη καλού γούστου. Δεν μπορούσε επιτέλους να γίνει λιτότερη η στολή των επισκόπων; Εκτός και αν κάθε επίσκοπος σ’ ένα οποιοδήποτε χωριό αισθάνεται διάδοχος του βυζαντινού αυτοκράτορος, με τη μίτρα στο κεφάλι. Ούτε σε αυτόν τον απλό ενδυματολογικό συντονισμό με την κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει».

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. (2020). Έντεκα συναντήσεις. Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο. Αθήνα: Πόλις, σσ. 185-186.

«Η μη συμμετοχή των λαϊκών και του κλήρου στην εκλογή των επισκόπων δημιούργησε εντός της Εκκλησίας μία κλειστή ομάδα, που τη συναποτελούν τα μέλη της Ιεραρχίας και οι υποψήφιοι επίσκοποι, άπαντες άγαμοι κληρικοί. Η ομάδα αυτή, απομονωμένη από το υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας, συνιστά ένα είδος μονοπωλίου μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα. Το μονοπώλιο αυτό διέπεται από δύο λειτουργίες. Η μία είναι εκείνη που προσδιορίζεται από την ανάγκη να προβληθεί ένα κοινό μέτωπο προς τα έξω. Αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας είναι αφενός η επιβολή στο εσωτερικό της ομάδας, με μεγάλη επιτυχία, ομοιόμορφης σκέψης και βιώματος, αφετέρου να περιορίζονται ασφυκτικά οι δυνατότητες αυτοκριτικής και αυτοελέγχου.
»Μια δεύτερη λειτουργία του μονοπωλίου εκφράζεται στην αδυναμία της ομάδας να "κατανοήσει" τα ουσιαστικά προβλήματα του πληρώματος της Εκκλησίας. Επειδή δηλαδή η ανέλιξη των κατώτερων μελών της ομάδας εξαρτάται μόνο από την απόφαση των μελών που κατέχουν την ανώτερη θέση μέσα σ' αυτήν (από τα μέλη της Ιεραρχίας), τα κατώτερα μέλη (οι υποψήφιοι) αγωνίζονται να εξασφαλίσουν την ψήφο των ιεραρχών. [...] Εν τω μεταξύ αναφύονται διαφορές και συγκρούσεις στους κόλπους της ομάδας που δεν αφορούν τα προβλήματα των πιστών και τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο αλλά τον αγώνα επικράτησης μέσα στην ομάδα».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ. (2007). «Ψήφω κλήρου και λαού». Μια νέα πρόταση για την εκλογή των επισκόπων. Αθήνα: Εν πλω, σσ. 15-16.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Αναζητείται η Εκκλησία

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Καλά είναι τα συνέδρια, εντός και εκτός Ελλάδας. Καλά είναι τα αφιερώματα και οι συζητήσεις για τους Γιανναράδες και τους Γοντικάκηδες. Δεν έχω δει όμως την επίσημη Ιεραρχία και τους θεολόγους μας να στέκουν στο πλευρό του τραγικού πατέρα που κάνει απεργία πείνας. Η εκκλησία και η θεολογία της σήμερα, κατά το μάλλον ή ήττον, έχει μεταβληθεί σε ένα «πάνελ» ανταλλαγής φιλοσοφικο-θεολογικών επιχειρημάτων, που είναι ανέξοδα και χιλιοειπωμένα. Ένα «κλαμπ» κάποιων, λοιπόν, που μακριά από τον κόσμο και την σημερινή μεταβαλλόμενη γεωμετρία του κοινωνικού, ζουν ακόμα στις διακόνισσες και στην ώσμωση του Μαρξ με τον Χριστό. Οπότε το πεδίο αφήνεται πλήρως στους γνωστούς «αλληλέγγυους» Παλαιστινιακής κοπής και σε κάποιες ακραίες ομάδες δεξιάς κοπής. Δεν απαιτώ την επίδειξη φιλανθρωπίας της Ιεραρχίας, η οποία φαίνεται να έχει εξαντληθεί στην αμέριστη συμπαράσταση της- τοις κείνων ρήμασι βουλόμενοι- προς τον Ζελένσκι και την (αυτοκέφαλη) εκκλησία του, αλλά τουλάχιστον μην κατηγορούμε, κατά τα άλλα, τους ρωμαιοκαθολικούς, προτεστάντες ή άλλους ακτιβιστές…

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025

Επιτέλους!!!

Επιτέλους, κάποιος έπρεπε να πει αλήθειες όχι μόνο για τον αρχιμανδρίτη Νικόδημο Καβαρνό, αλλά και για πολλούς άλλους ιερωμένους και ψάλτες, που έχουν μετατρέψει το ψαλτήρι σε μπουζουκτσίδικο και μιναρέ. Σε όποιον ναό στις μέρες μας και να εκκλησιαστεί κανείς συναντά σκηνές τύπου Καβαρνού, με τάμπλετ να έχουν υποκαταστήσει τα λειτουργικά βιβλία, τα ισοκρατήματα να βγαίνουν μέσα από ηλεκτρονικές συσκευές κ.λπ. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση χρήζει άμεσης παρέμβασης του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, της Διοικούσας Εκκλησίας της Ελλάδος και των τοπικών Επισκόπων. Α.Ι.Κ.

Ως «χαρακτηριστικό παράδειγμα αθέμιτης εκκοσμίκευσης» παρουσίασε την ψαλτική παρουσία του γνωστού αρχιμανδρίτη Νικόδημου Καβαρνού ο Καθηγητής Μουσικολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, και Πρωτοψάλτης κ. Αχιλλέας Χαλαδαιάκης, θέτοντας για πρώτη φορά σε δημόσιο και επίσημο βήμα τον προβληματισμό για το μέλλον της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης.


Κατά τη διάρκεια εισήγησης του στο ΙΘ’ Λειτουργικό Συμποσίο στελεχών Ι. Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος που πραγματοποιείται από χθες στην Μητρόπολη Περιστερίου, ο γνωστός πανεπιστημιακός δάσκαλος έκανε λόγο για «ιδιαίτερα συναισθηματική και δραματοποιημένη εκφορά της φωνής, υπερβολική χρήση διαποικίλσεων και έντονο προσωπικό ύφος» συμπληρώνοντας πως «η σκηνική παρουσία μαζί με τη συνοδευτική προβολή βιντεοσκοπημένου υλικού όπου η ψαλτική ερμηνεία συνοδεύεται από εντυπωσιακά και οιονεί κινηματογραφικά σκηνικά συμφραζόμενα καθιστούν την ψαλμωδία προσωπικό θέαμα και όχι λειτουργική μαρτυρία».
Ο Καθηγητής που, στο πλαίσιο του συνεδρίου πρόβαλε απόσπασμα από δημόσια καταγραφή της ψαλμωδίας στην οποία αναφέρθηκε, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της εισήγησης του στα όρια και το μέτρο στην εκφορά της ψαλτικής, σημειώνοντας ότι «Τα όρια μεταξύ θεμιτής πολιτισμικής παρουσίας και αθέμιτης εκκοσμίκευσης δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα. Η παρουσία της ψαλμωδίας στο δημόσιο χώρο δεν είναι εξ ορισμού κατακριτέα, εφόσον διατηρείται το πνεύμα προσευχής, η σεμνότητα και το λειτουργικό ήθος».

Παρακολουθείστε στο βίντεο το συγκεκριμένο απόσπασμα: εδώ

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

«π. Γεώργιος Πυρουνάκης: Η θεολογία και το έργο ενός ελεύθερου ανθρώπου»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Αύριο, 4 Μαρτίου 2025, ώρα 18.30, ο κ. Νικόλαος Παύλου, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Λάρισας, Μαγνησίας και Τρικάλων, παρουσιάζει το βιβλίο της κας Φωτεινής Οικονόμου, «π. Γεώργιος Πυρουνάκης: Η θεολογία και το έργο ενός ελεύθερου ανθρώπου»Σύνδεσμος παρακολούθησης: https://minedu-secondary2.webex.com/meet/npavlou

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αρμός.


Υπάρχουν άνθρωποι, άλλοτε γνωστοί, άλλοτε πιο άσημοι που δρουν επί της ουσίας στον κόσμο, ο οποίος βάλλεται από τις δομές του κακού. Άνθρωποι που δεν οραματίζονται απλώς και ελπίζουν, αλλά πιστεύουν ότι ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει, υπό τον όρο ότι θα συνειδητοποιηθεί η ανάγκη για βελτίωση και δράση. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πατήρ Γεώργιος Πυρουνάκης. Μελετώντας τη ζωή και το έργο του ένιωσα ότι έκανα ένα ταξίδι στον προηγούμενο αιώνα. Ο π. Γεώργιος έζησε όλα τα δύσκολα του αιώνα εκείνου: τη δικτατορία του Μεταξά, την κατοχή, τον εμφύλιο, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τη μεταπολίτευση, η οποία και τον απογοήτευσε. Η μεγαλύτερη πίκρα του όμως ήταν η στάση της εκκλησιαστικής Ιεραρχίας και η σύμπραξή της με τους εκάστοτε κρατούντες… Καίρια σημεία της θεολογίας του ήταν η αγωνιστικότητα, η αξίωση για ειρήνη και ευτυχία όλων των ανθρώπων “εδώ και τώρα”. Αγωνίστηκε για τον εκδημοκρατισμό των πολιτειακών θεσμών, αλλά και της Εκκλησίας, ενώ αναβίωσε με τρόπο υποδειγματικό την ενορία ως ιδανικό τρόπο εκκλησιαστικής ζωής. Ως πατριώτης παπάς τόνιζε το ιδανικό του ελληνισμού, όχι όμως ως ανωτερότητα έναντι των άλλων λαών, ενώ ως θεολόγος της απελευθέρωσης δίδαξε έμπρακτα την ανάγκη για αφύπνιση και δράση με το σύνθημα: «Ξύπνα παπά, ξύπνα λαέ». Θαύμασα και ζήλεψα τον άνθρωπο αυτό, τον άνθρωπο που έζησε με απόλυτη επίγνωση της προσωπικής του ευθύνης απέναντι στα κακώς κείμενα της Ιστορίας, τον άνθρωπο του «carpe diem». Η δράση του στην πρόσφατη ιστορία του τόπου μας συνιστά γενναία πράξη ελευθερίας κόντρα σε κάθε κομματική δέσμευση, ενώ η «φωνή» του «ακούγεται» δυνατά και στο σήμερα σε όσους θέλουν να την ακούσουν και να εμπνευστούν απ’ αυτή ως ηχηρή θεολογική μαρτυρία εκκλησιαστικής γνησιότητας!

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Ελλαδική Εκκλησία: μια αλυσίδα χαμένων ευκαιριών

Του παπα-Βασίλη ΘΕΡΜΟΥ


Το κύριο έργο της Εκκλησίας είναι να αναγγέλλει την Καλή Αγγελία. Κάνοντάς το αυτό, αναπόφευκτα προφέρει μια κρίση για τον κόσμο.*
Ογδόντα χρόνια μετά από την απελευθέρωση της χώρας μας και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και πενήντα χρόνια από τη Μεταπολίτευση, θα αποπειραθώ κάποιους συλλογισμούς και συσχετίσεις. Επιγραμματικά, θα επιχειρηματολογήσω ότι ο τόπος δέχθηκε ορισμένες βίαιες και ακατάλληλες παρεμβάσεις, οι οποίες ανέτρεψαν μια δυνητικά εποικοδομητική φορά των πραγμάτων, υπονομεύοντας το μέλλον της χώρας. Θα εξετάσω ταυτόχρονα τον ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε στις κρίσιμες αυτές φάσεις η Ελλαδική Εκκλησία.
Οι στρεβλωτικές αυτές παρεμβάσεις φανερώνουν ότι στα εν λόγω σταυροδρόμια επικράτησαν τελικά οι νοσηρές και αποδιοργανωτικές δυνάμεις. Μια ουσιαστική εκκλησιαστική μαρτυρία ίσως να είχε τη δύναμη να αποτρέψει τις εξελίξεις ή να μετριάσει τις επιπτώσεις – ίσως και όχι. Θα παρέμενε, όμως, στην ιστορία ως προφητική στάση.

1) Η πρώτη χρονική συγκυρία την οποία θα εξετάσω συνίσταται στην έναρξη του εμφύλιου πάνω στη χαρά της απελευθέρωσης. 

Η ανάγκη να ανοικοδομηθεί η κατεστραμμένη χώρα αναβλήθηκε επί πολλά χρόνια και κατέστη τελικά εφικτή μόνο με ξένη βοήθεια. Μεσολάβησαν ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές, από τον ίδιο τον διχασμένο λαό πλέον: ερήμωση της υπαίθρου, φθορά υποδομών, απώλεια πληθυσμού με θανάτους και αναπηρίες κ.ά. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί η ψυχολογική και ηθική ζημιά: ψυχικά τραύματα, μίση, μνησικακία και εκδικήσεις, αποθάρρυνση. Οι αναθυμιάσεις του εμφυλίου έφτασαν και μόλυναν την πολιτική ζωή ακόμη και κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση.
Η προηγούμενη ανευθυνότητα των πολιτικών επέτρεψε σε νοσηρές δυνάμεις να υπερισχύσουν. Στο ιδεολογικό και πολιτισμικό σκέλος, λοιπόν, η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος είχαν ανακόψει την ελπιδοφόρα εμφάνιση της «Γενιάς του 30». Ο Μεσοπόλεμος είχε επιταχύνει τις ζυμώσεις στους κύκλους των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, φέρνοντας την Ελλάδα σε στενότερο διάλογο με τη Δύση. Καθώς μια ειρηνική και ομαλή μεταπολεμική κατάσταση θα επέτρεπε να συνεχισθούν οι διανοητικές και πολιτισμικές εξελίξεις, μέσα σε μια χώρα η οποία θα αναζητούσε ένα καλύτερο (και ενωτικό) μέλλον, ο επισυμβάς εμφύλιος όλεθρος είχε διπλή αρνητική επίδραση: α) έστειλε πολλούς διανοητές και καλλιτέχνες στην Ευρώπη (Ματαρόα) και β) αναδίπλωσε την εγχώρια ατμόσφαιρα προς επαρχιωτισμό.
Ποιο ήταν το εκκλησιαστικό στίγμα σε αυτή την συγκυρία; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η εγχώρια θεολογική και εκκλησιαστική κατάσταση δεν είχε κάτι αξιοζήλευτο να επιδείξει. Θυμίζω, όμως, ότι το 1936 είχε λάβει χώρα το διεθνές θεολογικό συνέδριο στην Αθήνα. Παρά το σκηνικό καταστροφής, μεμονωμένες προσπάθειες ανανέωσης έγιναν και κατά την δεκαετία του 50, όταν π.χ. ο Νίκος Νησιώτης συνομιλεί με τον υπαρξισμό και ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος ανιχνεύει θεολογικές φυσιογνωμίες της αλλοδαπής. Επίσης κατά τον εμφύλιο καθίσταται εφικτή μια πρωτοφανής φιλανθρωπική και απολογητική κινητοποίηση, με άξονα τη «Ζωή». Αλλά, συνολικά, επικρατούν θεολογική αφασία και ποιμαντικός μαρασμός. Ο εμφύλιος, εν ολίγοις, δίνει τη χαριστική βολή, καθιστώντας την ελλαδική Εκκλησία συνεργάτιδα του χωροφύλακα και βυθίζοντάς την σε τέλμα δεκαετιών. Αναπτύσσεται αντικομμουνιστική ιδεοληψία σε κληρικούς και θεολόγους, και εξ αυτής, αναπόφευκτα, εσωστρέφεια. Ο επαρχιωτισμός θριαμβεύει, κάτι που θα ξαναβρούμε και στους επόμενους σταθμούς.

2) Δεύτερο σταθμό λογίζω, το δίδυμο δικτατορία - μεταπολίτευση.

Η πρώτη έρχεται σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον παντελώς αταίριαστο! Η δεκαετία του 60 δεν ήταν θρυλική μόνο για Ευρώπη και ΗΠΑ. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε σαν μια απροσδόκητη άνοιξη. Αρκεί να θυμηθούμε τους σπουδαίους συνθέτες, ποιητές, πεζογράφους, φιλοσόφους κ.ά., οι οποίοι ανατέλλουν ταυτόχρονα χωρίς επαρκή προειδοποιητικά σημάδια. Η ορμή αυτή της ελληνικής κοινωνίας ανακόπτεται απότομα από τους συνταγματάρχες, η δε καλλιτεχνική και συγγραφική δημιουργία εκρήγνυται με απίστευτη πυκνότητα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση. Αλλά τα επτά χρόνια που μεσολάβησαν έχουν κακοποιήσει το πολιτισμικό σώμα, ευνοώντας τη μετέπειτα ιδεοληπτική του καθήλωση στην αριστερά. Η πριν γνήσια ζωτική ενέργεια, χωρίς να εκλείψει κατόπιν, συνυπήρχε πλέον με έναν εξεζητημένο ιδεολογικό νάρθηκα.
Η «μαύρη τρύπα» της δικτατορίας επέδρασε παραμορφωτικά στο προ αυτής φιλόδοξο και ζωτικό ρεύμα, υποθηκεύοντάς το προς μια μεταγενέστερη αφύσικη έκφραση. Ενώ η μεταπολιτευτική πολιτισμική παραγωγή υπήρξε πλουσιότατη (και σαν βαλβίδα εκτόνωσης μετά την επταετή καταστολή), έβαινε παράλληλα προς μια στρεβλωμένη κοινωνικοπολιτική συνείδηση. Σε τι συνίστατο η στρέβλωση; Στην ενοχική απώθηση τόσο της πτωχής αντίστασης στη δικτατορία όσο και των ευθυνών για το κυπριακό δράμα. Το μεγαλομανιακό πνεύμα του μεταπολιτευτικού ενθουσιασμού έκρυβε «σκελετούς»…
Τι έκανε κατά τους δύο αυτούς σταθμούς η Ελλαδική Εκκλησία; Κατά τη δεκαετία του 60, από τη μια, σπαρασσόταν από εσωτερικές συγκρούσεις (αρχιεπισκοπικό ζήτημα το 1962, ανταρσία και παράνομες εκλογές μητροπολιτών το 1965, πλήρης ανατροπή των θεσμίων το 1967). Λίγο πριν τη μεταπολίτευση, από την άλλη, επιχειρείται νέα ριζική ανατροπή στην Ιεραρχία με εκθρονίσεις μητροπολιτών και απαγόρευση προσφυγής τους στην κοσμική δικαιοσύνη, καθώς και με ιδιοτελείς νέες εκλογές, ενώ κατά τις τραγικές μέρες της εισβολής στην Κύπρο χειροτονούνται καθημερινά νέοι μητροπολίτες. Ο ελληνισμός βίωνε επώδυνο τραύμα και την ίδια ώρα στην ασθμαίνουσα Σύνοδο γίνονταν συναλλαγές και ξεκινούσαν καριέρες…
Κατά τη γνώμη μου, αμφότερες οι αντιθέσεις θα συνιστούν πάντα ένα χρονικό ντροπής. Θα αποτελούν δείκτη της μεγάλης ψυχικής απόστασης μεταξύ Εκκλησίας και δημόσιου βίου.

3) Και η τρίτη ευκαιρία εντοπίζεται στη συγκυρία εισόδου της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ταυτόχρονης ανάδυσης του λαϊκισμού. Κατά σύμπτωση αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια σηματοδοτούσε εντελώς νέους ορίζοντες. Η μετέπειτα εξέλιξη, όμως, έδειξε ότι πολιτικοί και λαός διατηρούσαν σταθερά ένα όραμα ωφελημάτων, όχι συνεισφορών. Τους ένοιαζε τι θα λάβει η χώρα, όχι τι έχει να προσφέρει.
Την ίδια στιγμή ανατέλλει ο λαϊκισμός, πρωτότυπο γέννημα του ΠΑΣΟΚ, τον οποίο όμως σταδιακά υιοθέτησαν και τα υπόλοιπα κόμματα, συσχηματιζόμενα έτσι με τον πρώτο διδάξαντα. Ο συνδυασμός των δύο παραγόντων θα προσφέρει εντέλει στον κοινωνικό βίο ένα εξαιρετικό θερμοκήπιο εσωστρέφειας, ένα αξεπέραστο σύμπλεγμα θράσους και μειονεξίας…
Πώς ανταποκρίνεται τότε η Ελλαδική Εκκλησία στις δύο αυτές προκλήσεις; Ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μάλλον φοβικά. Επανειλημμένα, και επί σειρά ετών, επίσκοποι και πρεσβύτεροι και μοναστήρια δεν έπαυαν να επισημαίνουν τους κινδύνους τους οποίους εγκυμονούσε η συναναστροφή με τους «φράγκους». Η κινδυνολογία για αλλοίωση των παραδόσεων από τον συγχρωτισμό υπήρξε τόσο επίμονη ώστε διερωτάται κανείς πόσο εύθραυστη είναι άραγε η πίστη μας και η παράδοσή μας ώστε να απειλούνται τόσο καθοριστικά. Και κάτι ενδιαφέρον επ’ αυτού, οι μεγάλες μάχες της Εκκλησίας δόθηκαν ως προς τη νομοθεσία: έπρεπε να παραμείνει άθικτη από το ευρωπαϊκά δεδομένα, ακόμη και όταν εξόφθαλμα ήταν αναχρονιστική (βλ., Οικογενειακό Δίκαιο).
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι κατά καιρούς τόνιζαν ότι έχουμε και εμείς να προσφέρουμε κάτι στην Ευρώπη, επεξηγώντας στην συνέχεια ότι εννοούν την φιλοκαλική παράδοση και τους αγίους. Όμως οι διατυπώσεις αυτές δεν συνοδεύονταν από αντίστοιχες πράξεις, αφού εκπέμπονταν από μια Εκκλησία αντιδημοκρατική και κληρικαλιστική, σημαντική μερίδα της οποίας χλεύαζε και κατηγορούσε (ακόμη και τώρα το κάνει) τη θεολογία. Ουσιαστικά οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα πως είχαν κατά νουν τη μετάνοια των Δυτικών που θα όφειλαν να επιστρέψουν στους πατρογονικούς θησαυρούς.
Όσον αφορά στον λαϊκισμό, δεν φαίνεται να απασχόλησε καθόλου την εκκλησιαστική πραγματικότητα. Όλο το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε, κατά την πάγια συνήθεια, στην αναζήτηση προσβάσεων και επαφών με την εκάστοτε εξουσία ώστε να νομοθετεί ευνοϊκά για την Εκκλησία. Γενικά φαίνεται να ελλείπει στην εκκλησιαστική διοίκηση και στους περισσότερους χριστιανούς ο πολιτικός προβληματισμός σχετικά με το μέλλον της δημοκρατίας και τα δημόσια πολιτικά ήθη (προσοχή: όχι τα ήθη των πολιτικών, γι’ αυτά νοιάζονται πολύ). Η Δημοκρατία είναι καλή όταν προάγει το συμφέρον της Εκκλησίας – στις άλλες περιπτώσεις μάς είναι αδιάφορη. Η σχέση είναι πελατειακή, όχι δομική.

***

Τα παραδείγματα αυτά δεν είναι τα μοναδικά. Πιο πριν, η Σύνοδος είχε διαλέξει στρατόπεδο κατά την περίοδο του πολιτικού διχασμού, αντί να προλαμβάνει τις πληγές και να τίς επουλώνει. Ούτε μετά από τα συγκεκριμένα ορόσημα δεν φαίνεται να έχει αισθητά αλλάξει η κατάσταση. Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, για παράδειγμα, κήρυττε έναν αμυντικό Χριστιανισμό, με στροφή προς τις αξίες της παράδοσης – όσο και αν, για «ξεκάρφωμα», κατά την λαοσύναξη των ταυτοτήτων στο Σύνταγμα το βάθρο της Ιεραρχίας έγραφε «Ελλάδα-Ευρώπη»! Τέλος, σήμερα, ενώ η κοινωνία μαστίζεται από εργασιακή ανασφάλεια και η νεολαία παραδίνεται στο μεταμοντέρνο χάος, η Σύνοδος εκλέγει μαζικά βοηθούς επισκόπους!
Οι τρεις αυτές κρίσιμες καμπές του ελληνικού δημόσιου βίου του εικοστού αιώνα, όμως, αποτελούν ταυτόχρονα και παραδειγματικές στιγμές απουσίας της εκκλησιαστικής μαρτυρίας σε συγκυρίες κακής εξέλιξης της κοινωνίας. Εκεί που χρειάσθηκε να αντιταχθεί προφητική φωνή διαμαρτυρίας και να προωθηθούν εποικοδομητικές ζυμώσεις ώστε να αναδειχθούν υγιέστερες πλευρές του κοινωνικού σώματος, παρατηρήθηκε σιγή ή, το χειρότερο, συμφεροντολογική κινητικότητα. Σε στιγμές κοινωνικού και πολιτικού αναβρασμού, ενίοτε και δραματικών γεγονότων, ο τύπος ασχολείτο με εκκλησιαστικά παρασκήνια… Η Εκκλησία, με άλλα λόγια, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να γίνει παράγοντας αλλαγής, εποικοδομητικό μέρος των εξελίξεων.
Ίσως θα αρκούσαν οι περιπτώσεις αυτές για να καταδείξουν τα σαθρά θεμέλια της νεοελληνικής εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Κατά τους δύο αιώνες του ελεύθερου κράτους το εκκλησιαστικό σκάφος φαίνεται να βαδίζει προς λάθος κατεύθυνση. Εκτός από ελάχιστες ατομικές εξαιρέσεις, τόσο η διοικούσα Εκκλησία όσο και ο ευρύτερος θεολογικός κόσμος αποδείχθηκαν ανίκανοι α) να συλλάβουν τα μηνύματα των καιρών, β) να συντονισθούν με τις οδύνες της κοινωνίας, γ) να διαχωρίσουν την αλήθεια της πίστης από τις προσωπικές τους ανασφάλειες.
Πρόκειται για μια κατάληξη διαφορετική από το δίπολο «έρημος-αυτοκρατορία», για να θυμηθούμε πάλι τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Στην πραγματικότητα το διοικητικό της κομμάτι ζήλεψε την αυτοκρατορία, αλλά αυτή τό πέταξε έξω. Και το άλλο τμήμα, που πασχίζει στην έρημο, συχνά δεν μεταφέρει την Καλή Αγγελία. Το δράμα της ελλαδικής Εκκλησίας έγκειται στο ότι παραμένει άστεγη, αμφίθυμη, μετέωρη. Όποιος θέλει να πατά σε δύο βάρκες αναπόφευκτα θα βουλιάξει…
Σημάδια ανάκαμψης διαφαίνονται μόνο από τη θεολογία των τελευταίων δεκαετιών. Όταν η θεολογική παραγωγή δεν υπηρετεί προσωπικές ατζέντες και καριέρες, φαίνεται να αρθρώνει κριτήρια αληθείας. Κάτι παραπάνω απαιτείται, όμως, ώστε να γίνει πιο συντονισμένη και πιο επιδραστική. Τι άραγε;

* π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού: μια Ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, μετάφραση Ιωάννη Παπαδόπουλου, εκδ. Αρμός, 1999, σ. 121.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

Ο αρχιμανδριτισμός, ασθένεια της Εκκλησίας

Αναδημοσιεύω το παρακάτω άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη -γράφτηκε πριν δύο σχεδόν δεκαετίες (27.02.2005), επίκαιρο όμως- γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι πολλοί αρχιμανδρίτες, με τη δίχως προηγούμενο αυτοπροβολή τους στο Διαδίκτυο είναι μόνιμη απειλή για την Εκκλησία. Α.Ι.Κ. 
 
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η κρίση που συγκλονίζει την Εκκλησία της Ελλάδος και έχει επεκταθεί, για την ώρα, και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν είναι ασφαλώς κρίση προσώπων, όπως προσπαθούν πολλοί επίσκοποι και πολιτικοί να την παρουσιάσουν προκειμένου να την υποβαθμίσουν – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι όσοι ενέχονται δεν πρέπει να υποστούν τις κυρώσεις που προβλέπουν οι κανόνες της Εκκλησίας και οι νόμοι του κράτους. Η κρίση είναι θεσμική, ηθική και πνευματική. Είναι τόσο βαθιά μάλιστα, που τίποτε από εδώ και πέρα δεν θα είναι για την Εκκλησία της Ελλάδος όπως πριν, κάθε επιστροφή στην προ της παρούσης κρίσεως κατάσταση είναι πλέον αδύνατη. Ποια θα είναι η νέα πραγματικότητα θα εξαρτηθεί από το πόσο η Εκκλησία θέλει και μπορεί να συζητήσει εις βάθος τα αίτια αυτής της δίχως προηγούμενο κρίσης και να πράξει ανάλογα.
Τα αίτια της κρίσης μπορούν να αναζητηθούν σε πολλές κατευθύνσεις. Θα κάνουμε λόγο και εμείς εδώ για ένα από αυτά, θεσμικού χαρακτήρα, μέσα από το οποίο, ωστόσο, μορφοποιείται και εκφράζεται όλη η ηθική και πνευματική παθολογία της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα μιλήσουμε για τον αρχιμανδριτισμό. Είναι τυχαίο ότι όλοι για τους οποίους γίνεται δυσφήμως λόγος τις μέρες αυτές είναι αρχιμανδρίτες ή πρώην αρχιμανδρίτες (δηλαδή επίσκοποι);

Κληρικοί καριέρας

Τι είναι οι αρχιμανδρίτες; Είναι άγαμοι ιερείς εν τω κόσμω, χωρίς όμως να είναι μοναχοί – είναι απλώς εγγεγραμμένοι για τυπικούς λόγους στο μοναχολόγιο μιας μονής. Το τρίτον τούτο γένος, πέραν των εγγάμων παπάδων και των μοναχών, είναι κληρικοί καριέρας. Φόρεσαν τα ράσα, σε νεαρότατη συνήθως ηλικία, ορεγόμενοι εκκλησιαστικών αξιωμάτων και κυρίως βέβαια επισκοπής. Γίνονται αρχιμανδρίτες για να γίνουν δεσποτάδες. Άγαμοι ιερείς στον κόσμο υπήρχαν πάντοτε στην Εκκλησία, μόνο σήμερα όμως και κυρίως στα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν συγκροτήσει χωριστό σώμα και έχουν αποκτήσει τόση δύναμη. Η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία κυβερνιέται –διάβαζε: δυναστεύεται– από τους αρχιμανδρίτες, από αυτό το σώμα φιλόδοξων, αθεολόγητων, απαίδευτων, αυταρχικών και ψυχολογικά προβληματικών –ίνα μη τι χείρον είπωμεν– ανθρώπων. Όταν ένα χριστιανόπουλο, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ χρόνων, θέλει να βάλει τα ράσα, όχι για να γίνει παπάς ή καλόγερος αλλά αρχιμανδρίτης, κάτι δεν πάει καλά εξαρχής με την ψυχική ισορροπία του. Οι αρχιμανδρίτες ξέρουν καλά ένα μόνο πράγμα, αυτό ακριβώς που ξέρει κάθε καριερίστας, την τέχνη των συμμαχιών: σε ποιον να προσκολληθούν, με ποιον και πότε να συμμαχήσουν, με ποιους να συνάψουν σχέσεις δοσοληψίας, οι οποίες, όπως έδειξε η παρούσα κρίση, μπορεί να φτάσουν και πολύ μακριά.

Νοσηρό φαινόμενο

Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να εμποδίσει, στη σύγχρονη κοινωνία των ατομικών δικαιωμάτων, έναν άνθρωπο να γίνει άγαμος παπάς, όπως κάποιος άλλος γίνεται άγαμος δάσκαλος, δικαστής ή υδραυλικός. Ούτε εμείς είμαστε αντίθετοι σε κάτι τέτοιο. Το νοσηρό φαινόμενο του αρχιμανδριτισμού, στο οποίο επωάζονται όλα αυτά που ακούμε και βλέπουμε τούτες τις μέρες, είναι εκείνο που πρέπει να λάβει οριστικό τέλος, και όχι η άγαμη ιεροσύνη. Υπάρχουν κανονικά μέσα για να γίνει αυτό. Θα αναφέρουμε τρία.
Το ηλικιακό όριο που θεσπίζουν οι εκκλησιαστικοί κανόνες για τη χειροτονία σε διάκονο (το εικοστό πέμπτο) και σε πρεσβύτερο (το τριακοστό) να αυξηθεί, προκειμένου περί αγάμων κληρικών, κατά πέντε έτη (τριάντα και τριάντα πέντε αντιστοίχως), ώστε η απόφαση για άγαμη ιεροσύνη να είναι, όσο γίνεται περισσότερο, ώριμη, στερεή και δοκιμασμένη.
Οι άγαμοι κληρικοί στον κόσμο να μην παίρνουν το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Το οφίκιο αυτό να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στα μοναστήρια, στους ηγουμένους των μονών, στους επικεφαλής της μάνδρας. Θα διορίζονται δηλαδή άγαμοι ιερείς στους ενοριακούς ναούς και δεν θα γίνονται με την πρώτη, όπως εν τοις πράγμασι συμβαίνει σήμερα, προϊστάμενοι των ναών ούτε βεβαίως θα προΐστανται στις ακολουθίες. Θα γίνονται και αυτοί προϊστάμενοι με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που γίνονται και οι έγγαμοι. Δεν είναι νοητό νεανίσκοι είκοσι τόσων χρόνων να δυναστεύουν, ελέω επανωκαλυμμαύχου, παπάδες με τριάντα και σαράντα χρόνια ιεροσύνης. Επίσης να μην καταλαμβάνουν κατ’ αποκλειστικότητα ούτε καν κατά προτεραιότητα τα λογής εκκλησιαστικά αξιώματα και υψηλές διοικητικές θέσεις (αρχιερατικοί επίτροποι, πρωτοσύγκελλοι, ιεροκήρυκες μητροπόλεων κ.λπ.). Δεν θα αποκλείονται από αυτά, αλλά θα δικαιούνται να τα λάβουν εξίσου όπως και οι έγγαμοι. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι είναι αποτελεσματικότερο τις κρίσιμες διοικητικές θέσεις που απαιτούν μακρά πείρα και γνώση (όπως αίφνης η θέση του αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου) να τις αναλαμβάνουν έγγαμοι ιερείς για να εξασφαλίζεται μια απρόσκοπτη διοικητική συνέχεια. Οι σημερινοί αρχιμανδρίτες τις θεωρούν τις θέσεις αυτές, όπως και πράγματι είναι, προθάλαμο του επισκοπικού θρόνου.
Να εκλέγονται επίσκοποι και από τις τάξεις των εγγάμων ιερέων. Η αγαμία των επισκόπων δεν ίσχυε ανέκαθεν στην Ανατολική Εκκλησία (μέχρι και τον 5ο αι. οι περιπτώσεις εγγάμων επισκόπων δεν είναι σπάνιες), νομοθετείται από τον Ιουστινιανό τον 6ο αι., επικυρώνεται με τον ιβ΄ κανόνα οικονομίας της Πενθέκτης (691-692), και είναι καιρός πλέον να αρθεί. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα υπέρ της. Κανένα απολύτως. Τουναντίον μάλιστα η τραγική έλλειψη ικανών και άξιων εκκλησιαστικών ανδρών επιβάλλει, κατά στοιχειώδη λογική, να διευρυνθεί το πεδίο επιλογής των επισκόπων, να συμπεριλάβει κατ’ ανάγκην και τους εγγάμους.

Όσο απομένουν Χριστιανοί...

Οι αποφάσεις της συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (18 - 19 Φεβρουαρίου) επιβεβαίωσαν, για άλλη μια φορά, ότι οι επίσκοποι είναι βαθιά νυχτωμένοι, ότι εθελοτυφλούν και υποκρίνονται. Ούτε είχα ούτε έχω καμιά ελπίδα ότι θα θελήσουν οι άνθρωποι αυτοί να απαλλάξουν την Εκκλησία από τον νοσηρό εναγκαλισμό του αρχιμανδριτισμού, είναι όλοι τους άλλωστε σαρξ εκ της σαρκός του αρχιμανδριτικού γένους.
Θέλω ωστόσο να αισιοδοξώ ότι οι ελάχιστοι μυαλωμένοι επίσκοποι που υπάρχουν θα θελήσουν να λάβουν στις επαρχίες τους κάποια ουσιώδη μέτρα για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς κρίσης και ότι μέσα στο πλαίσιο των μέτρων αυτών θα επαναθεωρήσουν και το ρόλο των άγαμων κληρικών στην Εκκλησία. Ό,τι κάνουν πάντως ας το κάνουν όσο απομένουν ακόμη Χριστιανοί στον τόπο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ [και στο: Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστη ή πολιτική ταυτότητα; εκδ. Εστία, Αθήνα 2010, με τίτλο: «Ο αρχιμανδριτισμός, θανάσιμη ασθένεια της Εκκλησίας].

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Εκκλησία και Κράτος στη Μεταπολίτευση

Του πατρός ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ· εφημέριου του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Χαλανδρίου.

Η συζήτηση για τη σχέση εκκλησίας και κράτους στη Μεταπολίτευση θυμίζει τις δύο εμβληματικές φιγούρες της εποχής, τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και τον γραμματέα του ΚΚΕ Χαρίλαο Φλωράκη. Συντοπίτες, αντάρτες στο βουνό επί Κατοχής, ο ένας στον ΕΔΕΣ και ο άλλος στον ΕΛΑΣ. Ο πρώτος, μετά την αντιστασιακή και κοινωνική του δράση, γίνεται μητροπολίτης Άρτας, προάγεται σε μητροπολίτη Ιωαννίνων, και με την παρέμβαση του Ιωαννίδη εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Αθηνών το 1973. Ο καπετάν Γιώτης, μετά τη συντριβή του ΔΣΕ, πέρασε στην εξορία και στην παράνομη δράση του ΚΚΕ. Εκλέγεται αργότερα γενικός γραμματέας του, και με αυτή την ιδιότητα επιστρέφει στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Ο πρώτος ανέρχεται από τις δομές του αυταρχικού και κατασταλτικού μετεμφυλιακού κράτους και ο άλλος από τους σκληρούς κομματικούς μηχανισμούς τού εκτός νόμου κόμματος. Με τη θυμοσοφία τους, τον αφοριστικό λόγο και τη διαλλακτικότητα, απολάμβαναν τον γενικό σεβασμό και την αναγνώριση ως «Νέστορες» της Μεταπολίτευσης. Η αναγνώριση ήταν ταυτόχρονα συνενοχή, που φαινόταν στο κλείσιμο του ματιού και τη θυμηδία που προκαλούσαν οι δημόσιες παρεμβάσεις τους. Ταυτόχρονα, όμως, θύμιζαν και θυμίζουν την πραγματική πλευρά της δημόσιας ζωής του τόπου μας, εκείνης που αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια θεώρησης του παρελθόντος, του παρόντος και –γιατί όχι;– του μέλλοντος στις καθαρές λύσεις, στις μεγάλες τομές και στις ασυνέχειες.
Αντίθετα με το καθεστώς της Μεταπολίτευσης, στο οποίο την πρώτη θέση είχαν οι πολιτικές ελευθερίες, στην εκκλησία έχουμε νομιμοποίηση της παλινόρθωσης του συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης, μέσα από το οποίο εξαλείφτηκε ό,τι είχε απομείνει από την παράδοση της συμμετοχής σ’ αυτήν του κλήρου και του λαού. Το σύστημα εισήχθη στον Μεσοπόλεμο και είναι ένα είδος δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Αν και η παλινόρθωση συνέβη στη δεύτερη φάση της Δικτατορίας, το κράτος τη στήριξε με το να μην επιτρέψει τον κανονικό και νόμιμο έλεγχό της και τον καταλογισμό ευθυνών για συνεργασία με τη Δικτατορία. Στον νέο καταστατικό χάρτη (1977) ολοκληρώθηκε και θεσμικά η παραπάνω πολιτική. Στο σύνταγμα του 1975 διατηρήθηκαν οι υπέρ της εκκλησίας πρόνοιες των προηγούμενων συνταγμάτων. Με αυτό τον τρόπο, αντικαταστάθηκε η ρητορική της «συναλληλίας» με εκείνη των «διακριτών ρόλων».

Εκβιασμοί και παρεμβάσεις

Τον περασμένο Μάρτιο, η Ιερά Σύνοδος της εκκλησίας της Ελλάδος δεν αποδέχτηκε τη συνήθη πρόσκληση της προέδρου της Δημοκρατίας για τον κοινό εορτασμό της Κυριακής της Ορθοδοξίας, επειδή η κυβέρνηση θεσμοθέτησε τον γάμο των ομόφυλων χωρίς τη συμφωνία της. Το ίδιο συνέβη και το 1987, με αφορμή τον νόμο Τρίτση για την εκκλησιαστική περιουσία και τη θεσμοθέτηση εκλογής των μελών των μητροπολιτικών και ενοριακών συμβουλίων μέσα σε μια ασύγκριτα πιο συγκρουσιακή ατμόσφαιρα. Ο τότε υπουργός Παιδείας αναγκάστηκε να παραιτηθεί, με τον νόμο του να παγώνει μετά τη συμφωνία κορυφής εκκλησίας και κράτους το 1988. Μόλις το 2016, ο υπουργός Παιδείας παραιτήθηκε μετά τη διαμαρτυρία της εκκλησίας ότι με τις πρωτοβουλίες του αυξανόταν ο κίνδυνος αφελληνισμού και αποχριστιανισμού του έθνους. Οι δύο παραιτήσεις πιστώνονται υπέρ της εκκλησίας στον πεντηκονταετή πόλεμο με το κράτος.
Η περίπτωση Τρίτση έδειξε τις συνέπειες της μη αποχουντοποίησης της εκκλησίας, με την άκριτη στήριξη της παλινόρθωσης και τα όρια της αντιδημοκρατικής κρατικής παρέμβασης στα της εκκλησίας που θύμισαν τη βαυαροκρατία. Η περίπτωση Φίλη προκάλεσε την αντίθεση της εκκλησίας για λόγους ιδεολογικούς. Και οι δύο περιπτώσεις είναι εξαιρέσεις και ως εξαιρέσεις φωτίζουν τη σχέση των δύο θεσμών. Η πρώτη χρωματίζεται από την «επαναστατικότητα» της Μεταπολίτευσης, ενώ η δεύτερη από τις συνθήκες της «πρώτης φοράς Αριστερά». Η εκκλησία χάνει συνεχώς από το 1974 όταν αντιτίθεται στο κράτος, που νομοθετεί τον πολιτικό γάμο, το αυτόματο διαζύγιο, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, την απάλειψη του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτότητας κ.λπ. Η αντίδρασή της κλιμακώθηκε από διαμαρτυρίες και παραστάσεις μέχρι τις μεγάλες λαοσυνάξεις του 2000. Το 2001, ο αρχιεπίσκοπος παρέδωσε στον πρόεδρο της Δημοκρατίας λίστα τριών εκατομμυρίων υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ο χωρισμός

Ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους ήταν πάντοτε στο πρόγραμμα των προοδευτικών κομμάτων, αλλά, παρότι αυτά κυβέρνησαν για πολλά χρόνια και το σύνταγμα αναθεωρήθηκε με ευθύνη τους, ο χωρισμός δεν πραγματοποιήθηκε. Προτάθηκε και από ομάδα πολιτικών και συνταγματολόγων με διαφορετικές αφετηρίες (Αλιβιζάτος, Βουρλούμης, Γεραπετρίτης, Κτιστάκις, Μάνος, Σπυρόπουλος) σε σχέδιο συντάγματος που δημοσιεύθηκε το 2016. Πώς γίνεται το κράτος να νομοθετεί με επιτυχία χωρίς τη συμφωνία της εκκλησίας στον τομέα της ηθικής, αλλά να μην μπορεί να προχωρήσει σε πλήρη χωρισμό; Αυτό συμβαίνει επειδή η ένταση της θρησκευτικότητας του ελληνικού λαού για πολλούς λόγους –και πολύ πριν το 1974– βαίνει μειούμενη. Στην πλειονότητά τους, οι Έλληνες αποδέχονται τον θεσμό της εκκλησίας και είναι βαπτισμένοι. Από τη άλλη, όμως, ο βαθμός της θρησκευτικότητάς τους δεν επιτρέπει τη δημιουργία λεπτής ηθικής συνείδησης που απαιτεί το ευαγγέλιο και κηρύττει η εκκλησία. Αυτό συμβαίνει σε πολύ μικρά ποσοστά, στα οποία και έχει εκτόπισμα η στάση της εκκλησίας. Η πλειονότητα κατανοεί τις ρυθμίσεις του κράτους που ανταποκρίνονται στον μέσο όρο και τις κοινές παραδοχές ηθικής, αλλά δεν μειώνει τη θέση της εκκλησίας στο φαντασιακό της, εκεί απ’ όπου πηγάζει κάθε θέσμιση. Το φαντασιακό, παράγοντας μη ελέγξιμος αλλά καθοριστικός, ανθίσταται στους προγραμματικούς σχεδιασμούς και τις ιδεολογικές θέσεις των κομμάτων. Οι κυβερνώντες το αισθάνονται την κρίσιμη στιγμή και υποχωρούν.
Η νομιμοποίηση της παλινόρθωσης δεν υποχρέωσε την ιεραρχία της εκκλησίας να διαχειριστεί το τραύμα της «συνεργασίας» με τη Δικτατορία και να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την εσωτερική ανανέωσή της. Οι πολιτικές ελευθερίες δεν μεταφράστηκαν στο εσωτερικό της εκκλησίας σε συμμετοχή του λαού και του κλήρου στη διοίκησή της, σύμφωνα με τις αρχές της συνοδικότητας. Αντίθετα, η παλινόρθωση διατήρησε την ιεραρχία αυτοανανεούμενη, με συνέπεια την όλο και μεγαλύτερη αυτονόμησή της από το εκκλησιαστικό σώμα. Από την άλλη, ο χωρισμός της από το κράτος στον τομέα της ηθικής την έφερε στη θέση του συνεχώς διαμαρτυρόμενου, συντηρητικού και οπισθοδρομικού κοινωνικού εταίρου, που με τις παρεμβάσεις του δημιουργεί περισσότερο γραφικές εντυπώσεις γύρω από «συμφέροντα» και λιγότερο πείθει για την ευθύνη της μαρτυρίας και της αποστολής της στον κόσμο. Η Μεταπολίτευση κλείνει, αλλά η σχέση εκκλησίας και κράτους παραμένει ανοικτή και πολλά θέματα αναμένουν τη ρύθμισή τους. Η λύση τους προϋποθέτει όχι μόνο την πολιτική βούληση και τον δημοκρατικό διάλογο, αλλά και την προσέγγιση που απαιτούν θεσμοί με μεγάλη ιστορία όπως η εκκλησία.


Fernardo Botero, «Το πορτέρτο της Χούντας», 1971.

ΠΗΓΗ: Η ΕΠΟΧΗ

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση

Του ΧΑΡΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ


50 χρόνια πριν.... 24η Ιουλίου 1974, ώρα 4η πρωϊνή. Ο Κων. Καραμανλής ορκίζεται από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ως Πρωθυπουργός της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος, υπό το βλέμμα του εκπροσώπου του ήδη καταρρεύσαντος δικτατορικού καθεστώτος στρατηγού Γκιζίκη. Ξημερώνει Δημοκρατία!

Συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από την 24η Ιουλίου του 1974, όταν στα ξημερώματα της ημέρας αυτής, μετά την πτώση (ουσιαστικά: αυτοδιάλυση…) του δικτατορικού καθεστώτος της Επταετίας (1967-1974), με την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως Πρωθυπουργού, από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ξημέρωνε Δημοκρατία! Ποιες ήταν απόψεις του Κων. Καραμανλή για τη στάση της δικτατορίας απέναντι στην Εκκλησία και πως η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας στη χώρα συνδέθηκε με την διασφάλιση της σταθερότητας και ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στη κοινωνία, όπως η Εκκλησία;
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κων. Καραμανλής επανειλημμένως είχε “καυτηριάσει” την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το καθεστώς. Στα τέλη του 1969, εποχή κατά την οποία εξελίσσεται εμφαντικώς η προπαγάνδα του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Οκτωβρίου 1969), διακωμωδώντας την «ελληνοχριστιανική» εκδοχή της πολιτικής της δικτατορίας θα δηλώσει: «Το καθεστώς των Αθηνών στερούμενον ιδιαιτέρου ιδεολογικού προσανατολισμού εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – ούτε καν της κλασικής δικτατορίας – ανταποκρίνεται. Και το εν λόγω κενόν δεν δύναται να πληρωθεί ούτε με μεσαιωνικάς θεοκρατικάς εννοίας, ούτε με συνθήματα ως το “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ αι μέθοδοι του καθεστώτος είναι ελάχιστα χριστιανικαί…».
Είναι σαφές ότι με τις δηλώσεις του αυτές ο Καραμανλής επιχειρεί να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο της δικτατορίας από τον χώρο της συντηρητικής δημοκρατικής παρατάξεως που θα μπορούσε θεωρητικώς να παράσχει στο στρατιωτικό καθεστώς μια υποτυπώδη αποδοχή. Από τις δηλώσεις του Καραμανλή δεν λείπει και η καυστική ειρωνεία για την πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και μάλιστα, όπως σημειώνει, μια εκμετάλλευση «με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται για αιχμηρή κριτική αναφορά στις καθεστωτικές πρακτικές στον χώρο της θρησκείας, τις οποίες ο Καραμανλής διακωμωδεί θεωρώντας τες ως μια παρωδία θρησκευτικότητας, με την οποία η αυθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη ουδεμία μπορεί να έχει σχέση.
Την άνοιξη του 1973 ο Καραμανλής με βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη» θα απευθύνει σκληρή κριτική κατηγορώντας τη στρατιωτική Κυβέρνηση ότι με την ανερμάτιστη πολιτική της αποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους «δεινοπαθούντες» θεσμούς και την Εκκλησία. «Η Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκώς αποδιοργάνωσε τη Διοίκηση, την Εκκλησία και την Παιδεία, κατά τρόπον ώστε να παρουσιάζουν την εικόνα επικινδύνου αποσυνθέσεως», θα τονίσει ο αυτοεξόριστος τότε Έλληνας πολιτικός, ο οποίος, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεται και παρακολουθεί στενά το «μαρτύριο» που βιώνει την περίοδο αυτή η Εκκλησία.
Ο Καραμανλής αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως ηθικοποιητικό και φρονηματιστικό φορέα της κοινωνίας που έχει ως αποστολή να συνδράμει στο έργο της Πολιτείας, εντός πάντα ενός πλαισίου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον οποίο, πάντως, ο ίδιος, ως φιλελεύθερο πνεύμα, εννοιολογικά και σημασιολογικά προσλαμβάνει ως αναφορά στο δίπολο του κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και της χριστιανικής ορθοδοξίας, ως ένα «ιδεώδες» πολιτισμού και όχι ως πολιτικοθρησκευτικό ιδεολόγημα. Θεωρεί την Εκκλησία ως φορέα κοινωνικοποιήσεως με πολύ σημαντική αποστολή, καθώς το έργο της άπτεται θεμελιωδών παραδοσιακών αξιών – του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού – που ταυτοχρόνως αποτελούν βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τμήμα του οποίου σκοπεύει να καταστήσει και την Ελλάδα.
Ο Καραμανλής της Μεταπολιτεύσεως, έχοντας ως στόχο να κάνει την Ελλάδα Ευρώπη, να εγκαταστήσει σ’ αυτή μια Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκού, εντάσσει σ’ αυτή την προσπάθεια του δυναμικού ανοίγματος προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την Εκκλησία, την οποία θέλει ελεύθερη από τον κρατικό εναγκαλισμό και κινουμένη εντός του δικού της φύσει δημοκρατικού – του συνοδικού – πολιτεύματος, ακριβώς για να εκπληρώνει αυτή την «ηθικήν και εθνικήν αποστολήν της». Σ’ αυτή την κρίσιμη για τη χώρα φάση αυτό που επιδιώκει είναι να έχει δίπλα του την Εκκλησία ως στήριγμα για την αποκατάσταση στη χώρα της δημοκρατικής ομαλότητας. Και το επιτυγχάνει.
Ο Καραμανλής τον Ιούλιο του 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μια περίοδο οιονεί κανονικότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), αν και είχε ανέλθει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα στη διάρκεια της δεύτερης φάσεως του δικτατορικού καθεστώτος (στις 12.01.1974, επί Δημ. Ιωαννίδη), δεν είχε ταυτισθεί με τη δικτατορία, όπως ο προκάτοχός του Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τούτο εξηγείται λόγω τόσο του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ο Σεραφείμ, όσο και –κυρίως– επειδή συμβόλιζε την εκκλησιαστική παράταξη που ανέλαβε τα ηνία της Ιεραρχίας έχοντας έλθει σε «μετωπική» ρήξη με τον Ιερώνυμο και ευρύτερα με τη μερίδα εκείνη της Ιεραρχίας που αντιπροσώπευε το σύστημα που είχε επιβάλει από τις πρώτες ημέρες της εγκαθιδρύσεώς του και για μια ολόκληρη εξαετία (1967-1973) το (επί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αυτή την πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς της «21ης Απριλίου».
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στον Καραμανλή την κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ησυχία και τάξη στο εσωτερικό της Εκκλησίας, γεγονός που επηρέασε θετικά και έδρασε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη μιας αγαστής συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών και κατά συνέπεια στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας αφενός, αλλά και της αποκαταστάσεως των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφετέρου. Στην ανάπτυξη αυτού του θετικού κλίματος συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο Σεραφείμ αμέσως μετά την ανάρρησή του στην Αρχιεπισκοπή (12.01.1974) επεδίωξε και επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο.
Οι σχέσεις αυτές είχαν σοβαρά διασαλευθεί κατά την περίοδο της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (1967-1973) εξαιτίας της καταστρατηγήσεως κατά την περίοδο εκείνη των θεμελιωδών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου [ΠΣΤ] του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως [ΠΣΠ] του 1928) που καθορίζουν το νομοκανονικό πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Φανάρι. Επρόκειτο για μια πρακτική που αποσκοπούσε στη βαθμιαία αποδυνάμωση των κανονικών δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα στις εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» (Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Αιγαίου) των οποίων η “επιτροπική διοίκηση”, δια της ΠΣΠ του 1928, είχε παραχωρηθεί στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, διατηρηθείσης, ωστόσο, της πνευματικής υπαγωγής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων με το Φανάρι επέδρασε πολύ θετικά στον Μακεδόνα πολιτικό, καθώς ο Κων. Καραμανλής, ως γεννηθείς το 1907, είχε γαλουχηθεί με τις αξίες της μακεδονικής περιφερείας των αρχών του 20ού αιώνα, τις αξίες των γηγενών οικογενειών που υπήρξαν πιστές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, αντιπαλεύοντας τη βουλγαρική επιρροή που επιχειρούσε τότε η κηρυχθείσα σχισματική από το Πατριαρχείο βουλγαρική (εκκλησιαστική) «Εξαρχία». Ακριβώς, λοιπόν, λόγω καταγωγής – από την επαρχία Σερρών που ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου – ο Καραμανλής έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό στη Μητέρα Εκκλησία, αυτή της Κωνσταντινουπόλεως.
Στην ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή περίοδο αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τον Κων. Καραμανλή ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα, μια σταθερότητα που συνδεόταν άμεσα με τη διασφάλιση της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία. Από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών και μ’ ό,τι στη συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, όπως π.χ. η περίοδος της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), ο Καραμανλής, όπως προαναφέρθηκε, είχε έγκαιρα αποστασιοποιηθεί και ασκήσει δριμεία κριτική, ενεργώντας όχι ως πρόσωπο μόνο, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, ως βασικός εκφραστής της πιστής στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον κοινοβουλευτισμό ευρύτερης συντηρητικής παρατάξεως για την οποία δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι παρέχει τα ελάχιστα έστω ερείσματα στο δικτατορικό καθεστώς.
Για την Εκκλησία της Ελλάδος δύο είναι οι μεγάλες και σπουδαίες θεσμικές τομές που επιχειρεί και προωθεί ο Καραμανλής κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1974-1980) στη Μεταπολίτευση: πρώτον, η ψήφιση τον Ιούνιο του 1975 του νέου Συντάγματος με τα άρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 και 105 του οποίου καθορίζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις οι οποίες διέπουν μέχρι και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας (επί το ακριβέστερον δε τις σχέσεις του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας). Με το αρθ. 3 για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής νομοθεσίας κατοχυρώνεται ο ΠΣΤ του 1850 και η ΠΣΠ του 1928, δηλ. θωρακίζεται το κανονικό θεσμικό πλαίσιο οργανώσεως και λειτουργίας της εκκλησιαστικής διοικήσεως (ήτοι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συμφώνως προς τις σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ 1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), το οποίο είχε κλονισθεί κατά τη περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας (με την συγκρότηση της όλως αντικανονικής “Αριστίνδην” Συνόδου, με τα έκτακτα “Ιεροδικεία” η σύσταση και λειτουργία των οποίων αποδοκιμάσθηκε ως κατάλυση του όλου συστήματος του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, κ.λπ.). Δεύτερον, η ψήφιση (επι υπουργίας – στο Παιδείας – του Γεωργίου Ράλλη) του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590) με τον οποίο κατοχυρώθηκαν (και) νομοθετικά οι πατριαρχικές πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε η Εκκλησία από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Πολιτείας και ετέθησαν οι βάσεις της αρμονικής σχέσεώς τους στο πλαίσιο των διακριτών (τους) ρόλων.
Εν συμπεράσματι: Στη διάρκεια των πρώτων και κρισίμων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σύνταγμα του 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Με τις θεσμικές τομές του Κων. Καραμανλή ετέθησαν οι βάσεις για την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και χαράχθηκε ο δρόμος της αγαστής συνεργασίας της με το Κράτος, στο συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτειοκρατικής μεν πάντα σχέσεως, αλλ’ εφεξής ηπιότερης μορφής και σαφώς χαλαρότερης εξαρτήσεως, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε ένα καθεστώς αρμονικής συναλληλίας, αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρείται και στις μέρες μας.

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

*Ανδρεόπουλος, Χαράλαμπος, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση, σσ. 353-372 (πανεπιστημιακά συγγράμματα: ‘’ΕΥΔΟΞΟΣ”).

*Κονιδάρης, Ιωάννης, “Περίοδος της δικτατορίας 1967-1974” και “Περίοδος της Μεταπολιτεύσεως”, στο «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020 (με τη συνεργασία Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου), σσ. 129 – 143 ”EYΔΟΞΟΣ’’

*Ριζάς, Σωτήριος, “Στις απαρχές της Mεταπολίτευσης”, στο «Η στιγμή του 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη Δημοκρατία», Νέα Εστία, Αθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424.

*Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, “Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981”, στο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 2000, τομ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.

Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλάδου ΠΕ01 Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO