Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιππος Σέρραρντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιππος Σέρραρντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Η Άλωση της Πόλης

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Η βιβλιογραφία για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453 εμπλουτίστηκε με τον παρόντα τόμο. Πρόκειται για συλλογική προσπάθεια ειδικών επιστημόνων που καταγράφουν τις ιστορικές συντεταγμένες που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλεύουσας. Μολονότι τα γεγονότα της Άλωσης έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και ερμηνευτεί, ο παρών τόμος προσφέρει στην ιστορική έρευνα ένα corpus μελετημάτων, οι οποίες σκιαγραφούν πολύπλευρα τις τελευταίες ημέρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η συλλογή των κειμένων, όπως υπογραμμίζει ο επιμελητής του τόμου καθηγητής βυζαντινολόγος Ευάγγελος Χρυσός, έγινε «sine ira et studio» και την ευθύνη για το περιεχόμενο τους έχουν αποκλειστικά οι συγγραφείς τους. Αυτό, συνακόλουθα, καταδεικνύει και τις «ερμηνευτικές τάσεις» του κάθε μελετήματος. Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων της Άλωσης συντελείται στο πλαίσιο της διακρίβωσης αυτών, υπό την «οπτική γωνία του κάθε ερευνητή». Ωστόσο, στην προσέγγιση και την κατανόησή τους παραμένει σταθερή η άποψη ότι η πτώση της Πόλης το 1453 δεν έγινε απροσδόκητα. Στην προκείμενη περίπτωση, η δουλεία που προέκυψε επέφερε μεν την πνευματική κατάπτωση, επέτρεψε δε στο Γένος να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να επιβιώσει. Τούτο άριστα μπορεί κανείς να το διαγνώσει στο γεγονός ότι στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας ο Ελληνισμός ανάπλασε το παρόν με το παρελθόν του, συντήρησε τη μακραίωνη βυζαντινή παράδοση και αφομοίωσε νέες ιδέες, όπως αυτές της Αναγέννησης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, στοχεύοντας έτσι στην Εθνική Παλιγγενεσία του 1821.
Οι περισσότερες μελέτες του παρόντος τόμου συγκλίνουν στην παραπάνω θέση. Η πρώτη, του Ph. Serrand, τιτλοφορούμενη «Η καταστροφή μιας εικόνας», παρουσιάζει με τρόπο ποιητικό, την «εσωτερική εικόνα» της Πόλης προς τον κόσμο της Δύσης και της καθ’ ημάς Ανατολής. Εδώ, η «εσχατολογική διάσταση» των γεγονότων δείχνει τη «στάση των ίδιων των Βυζαντινών απέναντι στη μοίρα της Πόλης τους». Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η αίσθηση του τέλους της Κωνσταντινούπολης, για τους Ρωμηούς κατοίκους του πρώτου μισού του 15ου αιώνα, θεωρήθηκε ως αντανάκλαση φυσικών φόβων που προερχόταν από την εμπειρία πολλών επιθέσεων και πολιορκιών. Προσεκτική ανάλυση των πρωτογενών πηγών, καταδεικνύει πως σκοτεινές και αλύτρωτες δυνάμεις καταστροφής και διαφθοράς της ιδιωτικής και δημόσιας βυζαντινής κοινωνίας ενέδρευαν παντού, εξωθώντας τον επίλεκτο λαό της Νέας Ιερουσαλήμ να εκπίπτει από την υψηλή κλήση στην οποία είχε κληθεί. Για το λόγο αυτό δεν ήταν λίγοι οι βυζαντινοί λόγιοι που πίστευαν ότι κάθε εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός, όπως η πανώλη, ο πόλεμος, ακόμη και οι σεισμοί, αποτελούσαν θεϊκή παρέμβαση ως τιμωρία για αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ο πυρίπνους σοφός διδάσκαλος, γνωστός από τη ρήση του «ουκ αρνησόμεθά σε, φίλη ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας», στον 14ο αιώνα, όταν το κακό της πτώσης της Βασιλεύουσας φαινόταν μη αναστρέψιμο, με λεπτομερή τρόπο καταγράφει την αντίσταση ολίγων στην κατάσταση φθοράς στην οποία είχε περιέλθει μεγάλο μέρος του βυζαντινού λαού: «Αν η εικόνα των τιμωριών που μας επιβάλει ο Θεός, προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, ας αναλογιστούμε τους παραλογισμούς μας και τότες θα εκπλαγούμε γιατί ακόμη δεν μας κτύπησε κεραυνός… Παραπονιόμαστε στο Θεό είτε βρέχει είτε δε βρέχει, είτε κάνει κρύο είτε κάνει ζέστη, πως δίνει πλούτο στον ένα ενώ αφήνει τον άλλο φτωχό, πως πνέει νοτιάς ή έρχεται καταιγίδα από βοριά, και εντελώς απλά μεταμορφωνόμαστε σε αδιάλλακτους δικαστές του Θεού. Πολλοί από μας αδιάντροπα βλασφημούν την ορθόδοξη πίστη, το Σταυρό, το Νόμο, τους αγίους, τον ίδιο το Θεό, όταν ακόμη κι ένας άπιστος δε θα έκανε τόσο πολύ… Αυταπατόμαστε όταν πιστεύουμε στους αστρολόγους, πως η ύπαρξή μας δηλαδή κατευθύνεται από τις Ώρες, την Τύχη, τις Μοίρες, την Ειμαρμένη, τα σημάδια του Ζωδιακού Κύκλου και των Πλανητών. Είμαστε βέβαιοι πως οι Νηρηίδες ζουν στη θάλασσα και πως Στοιχειά υπάρχουν παντού… Προσέχουμε τα όνειρα και πιστεύουμε πως λένε το μέλλον. Κρεμάμε φυλακτά στο λαιμό μας και εξασκούμε τη μαντεία… Απομακρυνόμαστε ακόμη πιο πολύ και από την αρετή ψάχνοντας συνεχώς το κακό… Αυτές και άλλες είναι οι αμαρτίες που μας καθιστούν αξίους των τιμωριών μας, με τις οποίες ο Θεός μας επισκέπτεται ως πληρωμή γι’ αυτά τα λάθη και άλλες ίσης βαρύτητας κακοήθειες. Έτσι τιμωρεί ο Θεός το λαό Του»[1]. Η περιγραφή αυτή φανερώνει την αίσθηση ότι οι πολλές «αμαρτίες» της Πόλης έκαμε αναπόφευκτη τη θεία εκδίκηση και δεν υπάρχει αμφιβολία πως για τους βυζαντινούς το τέλος της, πέρα από οποιαδήποτε ιστορική ερμηνεία, προήλθε και μέσα από ένα ισχυρό κτύπημα εσωτερικών εχθρών έχοντας εσχατολογική διάσταση.
Η δεύτερη μελέτη, γραμμένη από τον Γ. Πρίντζιπα, εκθέτει τους ιστορικούς αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης. Οι Γ. Σφραντζής, Δούκας, Μ. Κριτόβουλος και Λ. Χαλκοκονδύλης προσεγγίζονται με βάση την παλαιότερη μελέτη του Ν. Β. Τωμαδάκη[2].
Η τρίτη μελέτη του Αθανάσιου Αγγέλου παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Προσεγγίζει από διαφορετική σκοπιά τον πρώτο μετά την Άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο. Για λόγους που έχω εξηγήσει σε σχετικό άρθρο μου[3], η μελέτη του κ. Αγγέλου παρακάμπτει τη μοναδική ως σήμερα μονογραφία του π. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος Βίος – Συγγράμματα - Διδασκαλία, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980. Ωστόσο, η άποψή του ότι ως «βυζαντινός λόγιος» ο Γεννάδιος είχε μια ιδιότυπη στάση, που τον έκανε να εξαρτιέται από το δυτικό σχολαστικισμό φρονώ ότι είναι διερευνήσιμη, στο πλαίσιο της συσχέτισής του με τον Θωμά Ακινάτη, τον οποίο και εκτενώς είχε μεταφράσει.
Ακολουθούν δύο μελέτες παρόμοιες ως προς τη θεματολογία τους. Η μία, του Κ. Κωνσταντινίδη παρουσιάζει τους Κωνσταντινοπουλίτες πρόσφυγες στην Μεγαλόνησο και τη δραστηριότητά τους στην αντιγραφή χειρογράφων στη Μονή Μαγγάνων, και η άλλη της Μ. Ευθυμίου, διαπραγματεύεται το ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι κατά τις ημέρες της Άλωσης.
Τον Νικόλαο Κουζάνο, φιλόσοφο-θεολόγο και το έργο του «De pace fidei» προσεγγίζει ο Γερμανός ιστορικός E. Meuthen. Υπό τη σκιά της άλωσης της Πόλης, ο Ν. Κουζάνος συνέγραψε τον παραπάνω διάλογο, διαπνεόμενος από την ιδέα της συγκλίσεως των θρησκειών.
Η έβδομη μελέτη, του W. Brandmuller, παρουσιάζει την αντίδραση της Ρώμης στην πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η αξιοπιστία όμως του άρθρου είναι ελέγξιμη, γιατί με κέντρο βάρους τη στάση του Πάπα Νικολάου Ε΄ και όσα συνέβησαν στη Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439), ο συγγραφέας επιχειρεί μονοσήμαντη και μεροληπτική θεώρηση των γεγονότων, στηριζόμενος σε μονομερείς ως επί το πλείστον πηγές, όπως του G. Hofmann και του J. Gill, και αποσιωπώντας τα απομνημονεύματα του Σίλβεστρου Συρόπουλου, αλλά και το έργο του Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, Εστία, Αθήνα 1966, σσ. 131-170.
Τα επόμενα τέσσερα άρθρα παρουσιάζουν τον απόηχο που είχε η Άλωση της Βασιλεύουσας στον σλαυϊκό και ισλαμικό κόσμο. Η J. Kalic, μελετά το ρόλο των Σέρβων κατά την πτώση της, οι V. Tapkova-Zaimova και A. Miltenova, προσεγγίζουν την Άλωση μέσα από την ιστορικοαποκαλυπτική λογοτεχνία της Βουλγαρίας, ο ρώσος ιστορικός D. Afinogenov, παραθέτει άγνωστες ειδήσεις για την Άλωση μέσα στα ρωσικά χρονικά και ο S. Aksin, παρουσιάζει την οθωμανική άποψη γι’ αυτή.
Εξίσου σημαντικές είναι και οι επόμενες τρεις μελέτες. Ο Μ. Βαρβούνης, προσφέρει μια διεισδυτική προσέγγιση των «λαϊκών αντιλήψεων» των Ελλήνων για την Άλωση. Λαϊκές παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια και διηγήσεις, δικαιολογούσαν κατά πολύ το χαρακτηρισμό της Πόλης ως «εθνικό και θρησκευτικό σύμβολο». Ο W. Puchner, περιγράφει τη θεατρική δραματουργία του 16ου και 17ου αιώνα και τον αντίκτυπο που είχε σ’ αυτή η Άλωση. Τέλος, μακαριστός ο πρωτοπρ. Γ. Δ. Μεταλληνός. με τον ευαίσθητο πάντα τρόπο που χαρακτηρίζει το λόγο του μας πλοηγεί στην ιστορική πορεία του Γένους μετά την Άλωση. Βασικός άξονας των απόψεων του πατρός Γεωργίου είναι η οικουμενική συνείδηση της Ρωμανίας, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή διάστασή της.
Τις σελίδες του συγκεκριμένου έργου κοσμούν πολλές λιθογραφίες και χαλκογραφίες της Κωνσταντινούπολης. Ξεχωριστή είναι η χαλκογραφία του 1728 που παρατίθεται στο τέλος του τόμου. Το παράρτημα με τα χρονικά της Άλωση είναι ο μεγεθυντικός φακός, απ’ όπου αυτούσια έρχονται κοντά μας τα ιστορικά γεγονότα.


[1] L’ Etat intellectuel et moral des Byzantins au XIVe siècle, Mélanges Charles Diehl, vol. I, Paris, 225.
[2] Δούκας, Κριτόβουλος, Σφραντζής, Χαλκοκονδύλης. Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1953.
[3] Ο Ποιμήν, 63 (1998) 149-151.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Άγγελου Σικελιανού

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ[*]

Πολλές και ιδιαίτερα αξιόλογες είναι σήμερα οι μελέτες που καταγράφουν τη συνάντηση Θεολογίας και Λογοτεχνίας· λόγου χάριν βλ. Παντελής Καλαϊτζίδης, «Ορθοδοξία και νεοελληνική ταυτότητα»Ίνδικτος, τχ. 17 (Ιούνιος 2003) 44-94, Νέα Εστία, τχ. 1765, (Μάρτιος 2004), Νέα Εστία, τχ. 1776, (Μάρτιος 2005), καθώς και την ωραία μελέτη της Κίρκης Κεφαλά, Κραταιά ως θάνατος αγάπη. Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2015. Στη συνάντηση, όμως, αυτή οφείλουμε σοβαρά να λάβουμε υπόψιν το εξής γεγονός: πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία κοιτάζει μόνο προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Αυτό, αυτομάτως, σε σχέση με το εδώ θέμα μας, καταδεικνύει πόσο ανυποψίαστοι είμαστε σε ζητήματα που σχετίζονται με τη μακρόχρονη ελληνορθόδοξη παράδοση και τις προοπτικές της στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση όταν ομιλούμε γι' αυτήν, συχνά πυκνά την αναγάγουμε σε ιδεολόγημα, με όλες εκείνες τις συνεπαγωγές που, πολλές φορές γεννούν και τις γνωστές ιδεοληψίες, πιστές στο άλλοτε γιγαντιαίο σύνθημα «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», (σημαντικά για το θέμα αυτό είναι όσα γράφει η Έφη Γαζή στη μελέτη της, Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια. Ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011), σύνθημα παλαιών κακών ημερών. Όταν, λοιπόν, κάμουμε λόγο για συνάντηση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, πρωτίστως πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η πρώτη συνδέεται με χίλια νήματα με τον δεύτερο, την ελληνικότητα και το ελληνικό έθνος. Και τα δύο αυτά μεγέθη, στη μακρά διάρκεια της Ιστορίας του Ελληνισμού δέθηκαν μεταξύ τους, τόσο στη γλώσσα όσο και στα ήθη - έθιμα. Με ποια όμως έννοια; Φυσικά, όχι με την έννοια της οποιαδήποτε ταύτισης. «Η Ορθοδοξία δεν είναι προϊόν ούτε και έκφανση της ζωής του ελληνικού έθνους, σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανικού Ευαγγελίου, ούτε το ελληνικό έθνος», όπως παλαιότερα υποστήριζε ο κορυφαίος πανεπιστημιακός διδάσκαλος Σάββας Αγουρίδης, μπορεί να «παραστήσει εν παντί το διάκονο της Ορθοδοξίας», γιατί αυτό θα σήμαινε «παραγνώριση της ουσίας του Χριστιανισμού και εν πολλοίς παραχάραξη της Ιστορίας». Συνεπώς, αν συνέβαινε αυτό τότε θα είχαμε εκείνη τη λανθασμένη σύνδεση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, η οποία, δυστυχώς, όπως παραπάνω ετόνισα, δημιούργησε το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού. Εκείνο, λοιπόν, που πραγματικά συνέβη ήταν πρόσληψη, κρίση και μεταμόρφωση, αναφαίρετα άλλωστε «χαρακτηριστικά οποιασδήποτε κοινωνίας της Ορθοδοξίας με οποιοδήποτε έθνος», (βλ. «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα», στον τόμο: Θεολογία και επικαιρότητα, εκδ. Άρτος ζωής, Αθήνα 1996, σσ. 66-67.) 
Την παραπάνω θα ‘λεγα θεολογική και λογοτεχνική θέση μπορεί κανείς να τη δει αν μελετήσει ένα από έργα του Άγγελου Σικελιανού, το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Αυτό γράφτηκε όταν ο Σικελιανός, με συνταξιδιώτη τον Νίκο Καζαντζάκη, επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος, παραμένοντας εκεί κάποιο χρονικό διάστημα. Στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της Αγιορείτικης Πολιτείας και οι δυο τους φαίνεται πως παρακολούθησαν προσεκτικά την ησυχαστική πρακτική των μοναχών, μελετώντας μάλιστα και τα σχετικά με τον ησυχασμό κείμενα. Ειδικότερα, ο Σικελιανός μελέτησε τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, δίτομο σύγγραμμα που εκδόθηκε το 1782 στη Βενετία από τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη και τον άγιο Μακάριο Νοταρά. Από αυτήν ερανίζεται χωρία της ορθόδοξης πνευματικότητας και τα καταγράφει στο Ημερολόγιό του: «Κομποσκοίνι. Πνευματική προσευχή. Εκπνοή: ελέησόν με. Εισπνοή: Κύριε Ιησού Χριστέ. Αυτή είναι η καθαρά προσευχή των μοναχών από την ώρα του ξυπνητηριού μέχρι της στιγμής της ακολουθίας», (σσ. 112-113). «Η συγκέντρωσις του νοός εν τη καρδία. Νηπτικοί πατέρες, οι επιδιδόμενοι εις την νοεράν προσευχήν. Γρηγόριος Παλαμάς, ο κατεξοχήν νηπτικός, εις το βιβλίον Φιλοκαλία. Το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι», (σσ. 115-117). 
Όπως σωστά υποστηρίζει ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Σικελιανός υπήρξε «ανέκαθεν καλός χριστιανός». Κατά την τελευταία μάλιστα περίοδο του βίου του, «τον παρακολουθούμε να εκκλησιάζεται τακτικά και να μετέχει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε κοινωνία αγάπης με τους πιστούς», γεγονός που δείχνει πως η «άσκησή του υπό την καθοδήγηση ενός δασκάλου – ας είναι και δια μέσου ενός συγγράμματος – ακολουθεί μια γνήσια θρησκευτική παράδοση», (βλ. Άγγελος Σικελιανός. Τρία κεφάλαια βιογραφίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1984, σσ. 83-84). Σε αυτό το πλαίσιο ο Σικελιανός διαπιστώνει πως η διδασκαλία της Ορθοδοξίας είναι ασκητική. Δεν αρκεί μόνο ο εξαγιασμός της ψυχής, αλλά απαιτείται και ο καθαγιασμός του σώματος. Νηστεία και προσευχή για τον Σικελιανό δρουν αγιαστικά. Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητας του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ως ολοκληρωτικό δόσιμο στο Θεό, η άσκηση προϋποθέτει υπέρβαση των ορίων της ατομικής και αισθητής ύπαρξης του ανθρώπου και άνοδό του από τον επίγειο χώρο στην πνευματική εκείνη κατάσταση, όπου τον πλημμυρίζει το φως της Μεταμόρφωσης του Χριστού. Την κατάσταση αυτή οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν μανικό έρωτα. Εδώ, ο Σικελιανός είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός μιας και αρέσκεται στο λειτουργικό λεξιλόγιο: «τελείωμα του αθλητού. Αστερίσκος, λόγχη, σπόγγος, λαβίς, ριπίδια, ζέον. Εξαφτέρυγα. Λειτουργικός αέρας», (σ. 22). Ως ποιητής εμπνέεται από τον ευαγγελικό λόγο: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ», (Ιω. 6: 56). «Είναι η δεύτερη Μετάληψη που πήρα σήμερα έπειτ’ από το Μεγάλο Σάββατο. Ζω σε μια άμετρη συγκέντρωση που δεν πρέπει τίποτα να τη διασπάσει», (Γράμματα στην Άννα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1981, σ. 153). 
Υπ’ αυτήν την έννοια στον αυτοδιδασκόμενο ποιητή είναι έκδηλη η διάθεση να προσεγγίσει το Θεό μέσα από το δρόμο της καρδιάς. Ακόμη και οι πολλαπλές καταγραφές του για την Παναγία, την υμνολογία και την αγιογραφία καταδεικνύουν πως θέτει στον εαυτό του το καίριο μεταφυσικό πρόταγμα: ο Θεός είναι απρόσιτος στη λογική σκέψη, αλλά το φως του μπορεί να καταυγάσει την καρδιά που φλέγεται από τον θείον έρωτα. Η απορία περί Θεού είναι εγγενής στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο, επειδή αντιλαμβάνεται τα αισθητά πράγματα ως σύμβολα του υπεραισθητού κόσμου. Από το χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής, δύο κορυφαίοι κριτικοί, με ισχυρές επιδράσεις από την Ορθοδοξία, ο Φίλιππος Σέρραρντ και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, αποτιμώντας συνολικά το έργο του Σικελιανού, υποστηρίζουν ότι φιλοδόξησε να είναι θρησκευτικός αλλά και μεταφυσικός ποιητής. Κατά συνέπεια, καθώς λέγει ο πρώτος: «η αίσθησή του για την Ελλάδα και για το τι σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας, καθώς και η αντίληψή του για το τι συνιστά τη βαθύτερη μορφή της ελληνικής παράδοσης, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εκτίμησή του για την πνευματική κατάσταση του Δυτικού κόσμου του καιρού του», (βλ. Η μαρτυρία του ποιητή. Προοπτικές και παραλληλισμοί, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 1998, σ. 103)· και ο δεύτερος: «ο αμάλαγος ποιητής του Αλαφροΐσκιωτου ανακατώνει την ιστορία με την ιερή ιστορία, τη βασιλεία του Καίσαρα με τη βασιλεία του Θεού», (βλ. Μελέτες, τ. Α΄, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994, σ. 276), κηρύττοντας μια ενιαία πνευματική ενόραση ολάκερης της γήινης ιστορίας. 

Υ. Γ. Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο μπορεί κανείς να το βρει στις εκδόσεις της Ακαδημίας Αθηνών / Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, με φιλολογική επιμέλεια και κατατοπιστική εισαγωγή της Ιωάννας Κωνσταντουδάκη – Χάντζου, η οποία για τη σύνδεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επιχειρεί ο Σικελιανός, με καίριο τρόπο επισημαίνει πως η «μυστική συμβίωση με το Παν είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα του ημερολογίου. Υπερευαίσθητες, οι αισθήσεις σκιρτούν στο παραμικρό ερέθισμα: στη δροσιά του νερού, στη μυρωδιά του δεντρολίβανου, στους πιο διαφορετικούς ήχους (χαρούμενο σήμαντρο, σφυράκι του ηγούμενου, κόχυλας του ρώσικου μοναστηριού…). Το κάθε δέντρο, το κάθε φυτό είναι μήνυμα: το έλατο, η λεύκα, το κυπαρίσσι, η βαλανιδιά, ο κισσός, ο άγριος μενεξές, η δάφνη… Βαθύτατο μουσικό κάλεσμα της ζωής, η τέλεια ταύτιση με τα στοιχεία, η πανθεϊστική έξαρση του ποιητή, είναι συναφής με την αρχαιολατρία του και τη χριστιανική του αντίληψη… Η Ποίηση έχει μυσταγωγικό χαρακτήρα κι ο Ποιητής είναι ιεροφάντης», (σ. XI). 

[*] Εισήγηση που έγινε στο ΠΕΚ Μυτιλήνης, στο πλαίσιο της Επιμόρφωσης Νεοδιόριστων Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λέσβου (Θεολόγων και Φιλολόγων), τον Σεπτέμβριο του 2007. Εδώ, δημοσιεύεται με κάποιες περαιτέρω προσθήκες, κυρίως βιβλιογραφικές.