Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Η λαβυρινθώδης σκέψη του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου: Ο Μέγας Αθανάσιος και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

«[…] Ο Χριστιανισμός, το μέγιστον και συντελεστικώτατον συμβάν της παγκοσμίου Ιστορίας, εν Ελλάδι συνίστησιν από πρώτης το θέατρον της ενεργείας του· κατά της φιλομύθου πατρίδος των Ησιόδων και Ομήρων αποσκήπτει τας πρώτας βολάς· εν τήδε τη εστία της θεοποιίας προεξασκείται εις την τελειουργίαν της αναστοιχειώσεως, ήτις θέλει ποτέ μεταβάλει την όψιν του κόσμου! Διατί τας πράξεις των Αποστόλων πληρούσι κατά μέγα μέρος τα Ελληνικά; Διότι έπρεπεν εις την γην ταύτην του Λόγου, να βάλωσι τας πρώτας ρίζας oι σπόροι του Πνεύματος. Η σοφία των Αθηνών, ως από σκοπής εκείθεν εις την οικουμένην πυρσευομένη ως έλεγεν ο μέγας Αλέξανδρος, φλέγει την καρδίαν, ελκύει την προσοχήν των του Χριστού μαθητών. O πρωτάγγελος Παύλος, αληθής περιστερά πτάσα εκ της κιβωτού, σπεύδει προς την Αττικήν. Πρώτος δέ των χριστιανών τας εγχωρίους παραδόσεις επικαλούμενος, πρώτος δωρεά Πνεύματος επαγγελλόμενος της Κλητής γενεάς την σωτηρίαν, αγορεύει υπέρ ενότητος Θεού και θεότητος Χριστού, και προσδοκίας μελλούσης αναστάσεως. Η ηχώ της Πνυκός μεταδίδει την μεγάλην αγγελίαν, από όρους εις όρος μέχρι Κορίνθου και Πατρών, έως άκρας Ελλάδος. Έκαστος φθόγγος του ρήτορος κλονεί τας βάσεις της πολιτείας, κατεδαφίζει ένα βωμόν. Ο Άρειος Πάγος, φύλαξ του παρελθόντος υποχωρεί· η Ακρόπολις, εις μέλλουσαν ανάστασιν προωρισμένη, ανοίγει τας πύλας της, και η Ελλάς άπασα ευαγγελίζεται, της κοσμικής ηγεμονίας της παραιτουμένη πριν ή ο Ανθύπατος Ρωμαίος μάθη, ότι εις την εξουσίαν αυτού άλλος Δεσπότης ισχυρότερος υποκατέστη.
»Νέα φάσις ιστορίας. Απόκρυφος μεταπολίτευσις. Πνεύμα Κυρίου ήλθεν επί την Ελλάδα και δύναμις Υψίστου επεσκίασεν αυτήν.
»Η είσοδος του Θεού Λόγου εις την πατρίδα του Πλάτωνος διαιρεί την ελληνικήν διάνοιαν εις δύω κόμματα, ων ο ανταγωνισμός είμαρται να διατηρήση την ζωήν εις το σώμα, έως ου πληρωθώσιν oι χρόνοι της πνευματικής αναβιώσεως. Το μεν εξ αυτών ασπάζεται την σοφίαν του μέλλοντος, επερειδόμενον προς τον πρεσβύτερον Πλατωνισμόν, διό παραιτείται της μερικής ελληνικής ονομασίας και περιβάλλεται την καθολικήν και οικουμενικήν ονομασίαν του χριστιανισμού. Το δ' έτερον, προσφυέστερον τω Νεοπλατωνισμώ και τω Συγκριτισμώ της Αλεξανδρείας, επιμένει εις την αυθεντίαν του παρελθόντος και εις τα δόγματα της σχολής, διό αποποιείται να ομολογήση θρήσκευμα τον χριστιανισμόν, και διατηρεί το αρχαιοπαράδοτον όνομα της Ελληνικής εθνότητος.
»Τέμνεται λοιπόν ο τότε ελληνισμός εις δύο συστήματα αντίθετα, εις χριστιανισμόν θρησκείαν και εις χριστιανισμόν φιλοσοφίαν […].
[…] Ο Ελληνικός κόσμος ην τότε, ως είρηται, διηρημένος εις δύο στρατόπεδα. Οι μεν αρνούμενοι την Ενσάρκωσιν, έλεγον τον Χριστόν άνθρωπον ψιλόν, ότι ο Ιησούς ουδέποτ' άλλως ωνόμασεν εαυτόν, ή Υιόν Ανθρώπου· οι δε ελάτρευον αυτόν ως Θεόν και επρέσβευον το τρισσόν της θεότητος. -Πότερον των δύο δογμάτων θέλει προτιμήσει ο την πάτριον πολυθεΐαν αποταχθείς αυτοκράτωρ, και εις ζήτησιν νέας πίστεως ελθών εις Βυζάντιον;
»Τούτο, ή εκείνο προς αυτόν αδιάφορον. Εν μόνον απαραιτήτως θέλει, εν μόνον βούλεται, την ενότητα του δόγματος, διά την ενότητα της πολιτείας· αυτήν, χωρίς της οποίας δεν δύναται να εμπεδώση το πολιτικόν του οικοδόμημα. Ο Κωνσταντίνος όρον και τούτοις και εκείνοις τίθησι την ομοφροσύνην των νέων υπηκόων, την αδιάρρηκτον στερεότητα του εδάφους, εφ' ου προυτίθετο να στήση τον θρόνον του. Αν δε ο Χριστός ην Θεός ή άνθρωπος, τι εντεύθεν; Πίστιν ήθελεν μόνον, Religionem ad religationem, τα δε καθέκαστα μεταξύ των οι θεολόγοι ας διασαφήσωσιν.
»Ασύνετος η γνώμη του Κωνσταντίνου· διότι, πως χωρίς Τριάδος, την μονοθεΐαν του ιστορικού κόσμου διακρινούσης από της μονοθεΐας της Παλαιάς Διαθήκης, πώς χωρίς τρισυποστάτου θεαρχίας εκροτείτο σύστημα πολιτικόν άμα και θρησκευτικόν, ιστορικόν ενταυτώ και ιερόν; Χωρίς δε τινος υπερανθρώπου συγχρόνως και ιστορικού θρησκεύματος αντικατασταθησομένου εις το κενόν της μυθοθρησκείας, επί τίνων θεμελίων ήθελε βασίσει τον θρόνον του;
»Ο Ισαπόστολος κληθείς Κωνσταντίνος παραδίδει την έκβασιν του σκοπού του εις διαλεκτικήν θεολόγων συζήτησιν. Πράξις άβουλος, την Ευρώπην όλην διακυβεύσασα εις τινας ολίγας συνεδριάσεις ιερέων.
»Η πρώτη των Οικουμενικών συνόδων συγκαλείται. Τρεις δε ιδέαι παρουσιάζονται εις την Σύνοδον αυτήν, την κυριαρχίαν του κόσμον διαφιλονεικούσαι. Προβαίνει μεν εις το πρόσωπον του Αρείου ο Ιουδαϊκοελληνικός λόγος της Αλεξανδρείας, ο λόγος ο ανυπόβλητος τη του καθολικού λόγου εξουσία. Προέρχεται δε εις απόκρουσιν αυτού ο Αθανάσιος, αντιπρόσωπος του καινού Ελληνισμού, νομοθέτης πίστεως και πνευματικής ενότητος, διδάσκαλος ανακοσμοποιήσεως κοινωνικής συνάμα και εθνικής. Εν δε τω μέσω των ανταγωνιστών αμφιπτερυγίζει ο έκδημος Ρωμαϊκός αετός. Ο Άρειος υπέρμαχος του παρελθόντος, ο Κωνσταντίνος διατάκτης του παρόντος· ο Αθανάσιος δογματοθέτης του μέλλοντος, τουτέστι λόγος ιστορικός, λόγος πολιτικός, λόγος πνευματικός, ιδού αι τρεις ιδέαι αίτινες συνέρχονται εις την εγκαίνισιν του Ελληνικού μεσαιώνος, εις την συγκρότησιν της Οικουμενικής εκείνης συνελεύσεως.
»Ενίκησεν η ευγλωττία του Αθανασίου, ή υπερίσχυσεν η πίστις του χύδην όχλου, αποφανθείσα τη ψήφω 318 Πατέρων; Πιθανώτερον το δεύτερον. Μετ' ολίγον και Β΄ Σύνοδος συναθροίζεται. Αλλά καίτοι Οικουμενική ωσαύτως, οικουμενικά δεν αποβαίνουσι ταύτης τ' αποτελέσματα, ως τα της προηγουμένης. Το ιθαγενές στοιχείον υπερκρατεί. Η επί Θεοδοσίου Σύνοδος δεν συνέρχεται εν Νικαία, καθώς η επί Κωνσταντίνου, αλλά συνεδριάζει εν αυτή τη βασιλευούση· σύγκειται δε υπό πατέρων Ελλήνων καθ' ολοκληρίαν, μηδενός ελθόντος από της Δύσεως· σύμπτωμα τρανόν ελληνικής ζωτικότητος. Το Σύμβολον της Β΄ ταύτης σαφηνίζει, διατυποί, δογματοποεί την μεταξύ Ενανθρωπήσεως και Πανελληνίου συναφθείσαν συνθήκην· γίνεται κέντρον θεόπηκτον, περί το οποίον και Μεσαιών και Αναγέννησις θέλουσι στραφή μέχρι τελεσφορίας· κρίκος συνείρων την Ελλάδα του Πλάτωνος προς την του Παύλου, την του Χρυσοστόμου και την της εν Επιδαύρω Συνελεύσεως. Ό,τι δε θέλει ενεργήσει ο Παπισμός υπέρ της Νεολατινικής αναμορφώσεως, τούτ' αυτό θέλει κατορθώσει η Β΄. Σύνοδος υπέρ της χριστιανικής Ελλάδος. Χαράσσει τας πρώτας της Αναγεννήσεως γραμμάς· προετοιμάζει τας αναγκαίας Ανατολής και Δύσεως διακρίσεις, παρασκευάζει το αυθυπόστατον και ιδιοπρόσωπον της ενότητος. Τις αγνοεί, ότι το Σύμβολον αυτό διέστηκε τον νεώτερον Ελληνισμόν από της Δυτικής πολιτείας όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών;
»Έτερον αξιοσπούδαστον· ο Όρος της Α΄. Συνόδου διχοτομεί τον Ρωμαϊσμόν εις πρεσβύτερον και νεώτερον, καθώς το της Ενσαρκώσεως δόγμα διείλε προηγουμένως τον Ελληνισμόν εις παλαιόν και καινόν. Τόπος δε συνοχής των ανακαινισθέντων δύο τούτων ημικοσμίων της πολυθεΐας τίθεται το Βυζάντιον, η μεσαιτάτη των Δωριέων πόλις, ήν μασχάλην Ελλάδος εκάλεσαν oι παλαιοί. Εντεύθεν, κατά λόγον ιστοριονομικόν, Νέα Ρώμη δηλοί Νέας Αθήνας, σημαίνει εστίαν Πανελληνίου χριστιανικού και γαρ Ελληνικός ο πληθυσμός. Το Ευαγγέλιον μετέβαλε τους Έλληνας εις Χριστιανούς, νυν δε το Πιστεύω μετονομάζει αυτούς Νεορωμαίους, ή απλούστερον Ρωμαίους· φάσις ονοματική δευτέρα, σημειούσα την μετάστασιν του μεσαιώνος εις κύκλον ενεργείας ειδικώτερον, και υπό την ψευδωνυμίαν εθνικώτερον, επειδή Ρώμη επί του παρόντος ουδέν άλλο εκφράζει, ή την σύμπηξιν των Ελληνικών λαών εις μοναρχικήν πολιτείαν μίαν και αδιαχώριστον. Tο ιθαγενές στοιχείον άλλως τε, δεν βραδύνει και πασίδηλον να καταστήση την κυριαρχίαν του επί της πολιτείας αυτής. Λέων ο Θράξ καλείται Μέγας. Διατί; Άρα δια την μεγαλοφυΐαν του; Αλλ' όσα οι χρονογράφοι διηγούνται δεν δικαιολογούσι το επίθετον. Tο εξηγούμεν ημείς· ο Λέων ούτος πρώτιστος των αυτοκρατόρων Έλλην το γένος και το δόγμα, αθετεί την περί βασιλείας ρωμαϊκήν του Κωνσταντίνου παράδοσιν, και πολίτευμα εγκαινίζων ιθαγενές, δέχεται τα μεν σκήπτρα παρά της εγχωρίου Συγκλήτου, το δε στέμμα εκ χειρών του αρχηγού της Ελληνικής Εκκλησίας (457 μ.Χ.). Δι' αυτού, η Α΄ Σύνοδος καθυποτάσσει την Νέαν Ρώμην υπό την εξουσίαν της, πριν ή συμπληρωθή μία και ημίσεια εκατονταετηρίς […]».


ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ. (1857). «Προθεωρία», στο: Βυζαντιναί Μελέται. Περί Πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος. Από Η΄ άχρι Ι΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ. Εν Αθήναις: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, σσ. 40-42, 51-55.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

†Ἀναστάσιος Ἀρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου καί πάσης Ἀλβανίας. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2024: «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί»


†Ἀναστάσιος
Ἀρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου καί πάσης Ἀλβανίας

«Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3:16 )
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε».

Κεντρική αλήθεια και σταθερός άξονας σκέψεως και ζωής όλων των πιστών Χριστιανών παραμένει η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ότι: «…ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιω. 1:14). Ὁπως σταθερἀ ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό «τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων·… Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα». Κατά την υπέροχη σύνοψη του Μ. Αθανασίου «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Τα Χριστούγεννα φανερώνουν δύο φάσεις της Θείας Οικονομίας: πρώτον την έλευση του Υιού και Λόγου του Θεού στην ιστορία της ανθρωπότητος, δεύτερον τον σκοπό της, που είναι η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου∙ επίσης ότι ο μόνος τρόπος της πραγματοποιήσεως αυτού του σκοπού είναι ο δρόμος της αγάπης.
Ο σαρκωθείς Χριστός, ο αληθής «ἄρχων εἰρήνης», δεν «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» ως εξουσιαστής με ανθρώπινη δύναμη, γνώση και ισχύ. Ο άπειρος και απρόσιτος Θεός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στην πληρότητά της, επισημαίνοντας την απέραντη αξία του ανθρώπου. Αυτό που καταξιώνει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο δεν είναι η καταγωγή, η φυλή, οι γνώσεις, οι ικανότητές του, αλλά το γεγονός ότι είναι άνθρωπος.
Ο προσδιορισμός «ἐν σαρκί» περιλαμβάνει οτιδήποτε υλικό και πνευματικό, το οποίο συνιστά τον άνθρωπο. Στο πρόσωπο του Χριστού περιχωρείται η θεία και η ανθρώπινη φύση ατρέπτως. Πρόκειται για ένα Γεγονός που αποτελεί τη βάση της χριστιανικής αποκαλύψεως, που στηρίζει κάθε χριστιανική αξία και πρόταση.

***

Τα Χριστούγεννα διαλαλούν πασίχαρα ότι «Οὕτως (τόσο πολύ, με αυτόν τον τρόπο) γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιω.3:16). Και ακόμη ότι ο Υιός του Θεού σαρκούμενος φανερώνει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Η κορυφαία αυτή δεσποτική εορτή της του Θεού Γεννήσεως φωτίζει την καρδιά με γαλήνη, παρηγοριά, αισιοδοξία, διάθεση γενναιοδωρίας. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει ότι ο Θεός είναι αγάπη. Η χριστιανική αγάπη δεν είναι μια αόριστη συναισθηματική έξαρση, αλλά μια στάση ζωής με εκφράσεις στην καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα θείο φως που λάμπει στην όλη ύπαρξη. Τις ακτίνες του εκφραστικά τις προσδιορίζει ο Απόστολος Παύλος: «Η αγάπη μακροθυμεί, επιζητεί το καλό. H αγάπη δεν φθονεί. H αγάπη δεν κομπάζει, δεν επαίρεται, δεν φέρεται άπρεπα, δεν επιδιώκει το δικό της συμφέρον, δεν παροξύνεται, δεν μνησικακεί, δεν χαίρεται με την αδικία, αλλά συγχαίρει με την αλήθεια. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει». (Α΄Κορ. 13:4-7).
Ο Δημιουργός και Κύριος του σύμπαντος, δεν είναι μια απρόσωπη ενέργεια, σοφία, δύναμη, που προσεγγίζεται με διανοητικές ικανότητες του εγκεφάλου. Είναι Θεός προσωπικός που αγαπά και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή σχέση μαζί του. Μια σχέση που εξυψώνει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ο Θεός, στον οποίο έχουμε στηρίξει τη ζωή μας, δεν εγκατέλειψε την ανθρωπότητα, που ταλαιπωρείται από τον εγωισμό και την εχθρότητα. Παραμένει ο Εμμανουήλ, «ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν», χαρίζοντας νόημα και πληρότητα στη ζωή. Με την ταπείνωση, η οποία συνυφαίνεται πάντα με την αγάπη, αντιτάσσεται στην αλαζονεία, στην παντοτινή ρίζα κάθε κακού, στην πλεονεξία, επιθετικότητα, φονικές συγκρούσεις, ολέθριες συρράξεις. Στην ιδιότυπη σκληρή εποχή μας, που σε πολλές περιοχές λυσσομανά το μίσος και η βία, οι χριστιανοί, πιστοί στον φανερωθέντα εν σαρκί Άρχοντα της ειρήνης, πάντοτε να αντιστεκόμαστε, με όλες μας τις δυνάμεις ψυχικές και σωματικές, όπου και όσο μπορούμε.
Η Εκκλησία δεν περιορίζεται σε απλούς συλλογισμούς∙ εορτάζει με τρόπο δοξαστικό αυτά τα γεγονότα και με ύμνους τα υπομνηματίζει. «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστός ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε». Όσοι πιστοί οφείλουμε αυτές τις εορταστικές ημέρες να υψωθούμε σε μια ζωή δοξολογίας και αγάπης.
Αδελφοί μου, υπενθυμίζω: Ό,τι πιο ωραίο είναι να αγαπάς, έστω κι αν κουράστηκες, όσο κι αν πονάς. Ό,τι πιο υπέροχο είναι ν’ αγαπάς, να αγαπάς αληθινά «ἐν Χριστῷ». «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει, καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ» (Α΄Ιω. 4:16).
Ευλογημένα Χριστούγεννα, με ειρήνη και ελπίδα το νέο έτος 2025.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Τι σημαίνει «συγκατάβαση;»

Του Γρηγόριου Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου


Όλοι γνωρίζουμε πως τα Χριστούγεννα είναι το μυστήριο της «θείας συγκατάβασης». Της συγκατάβασης του Θεού στον άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα είναι η «μητρόπολη των εορτών». Είναι γεγονός πως ο άνθρωπος χωρίστηκε απ’ το Θεό. Άλλωστε, αυτό είναι η αμαρτία: Ο χωρισμός απ’ το Θεό. Έτσι, ήρθε στον άνθρωπο ο σκοτασμός, η σύγχυση και η άγνοια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πλησιάσει το Θεό.
Όμως, αυτό που δεν μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος, το έκανε ο Θεός και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Γίνεται ορατός στη ζωή μας και έρχεται ανάμεσά μας. Όπως λέει ο Mέγας Αθανάσιος: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό». Ναι, χάσαμε τον παράδεισο, αλλά ο Θεός μάς δίνει έναν δεύτερο παράδεισο, καλύτερο αυτή τη φορά. Ποιος είναι αυτός ο παράδεισος; Ο ίδιος του ο εαυτός.
Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, είναι το κέντρο των εορτών. Ο Χριστός είναι ο «θησαυρός» και το κέντρο της ζωής μας. Όπως λέει και ο Άγιος Πορφύριος: «Ο Χριστός είναι το παν». Δηλαδή, αυτό που κάνουμε στην Εκκλησία και στην πνευματική ζωή, είναι ένα διαρκές «κυνηγητό» του Θεού. Μια διαρκής αναζήτηση του Θεού. Μια προσπάθεια καθημερινή να ελκύσουμε το Θεό στη ζωή μας. Ο Χριστός προσφέρεται σ’ όλο τον κόσμο, στον καθένα μας αδιακρίτως. Αυτά που Τον εμποδίζουν, είναι τα «τείχη» και οι οχυρώσεις που έχουμε. Ο αγώνας, όμως, είναι να «γκρεμίσουμε» τα «τείχη» και να δεχθούμε τη χάρη του Θεού.
Τα στοιχεία που μπορούμε να πάρουμε απ’ τη γέννηση του Χριστού είναι δύο. Το πρώτο είναι αυτή η συγκλονιστική έννοια της «συγκατάβασης». Έρχεται ο Θεός στη δική μας κατάσταση και, μάλιστα, αυτό που είναι το δεύτερο στοιχείο, έρχεται με τον πιο ταπεινό τρόπο: Γεννάται στο σπήλαιο και στην αφάνεια. Γιατί επιλέγει αυτό τον τρόπο; Γιατί τα σπουδαία και σημαντικά δεν διαφημίζονται. Τα μειονεκτικά διαφημίζονται. Το αληθινό απαιτεί σιωπή, ησυχία και αφάνεια. Άρα, και εμείς χρειάζεται να ειρηνεύσουμε μέσα στη σιωπή, στην ησυχία και στην αφάνεια.
Όταν λέμε, όμως, «αφάνεια», δεν εννοούμε αφάνεια «ψυχολογική», αλλά αφάνεια «πνευματική». Τι σημαίνει αυτό; Ότι μας συντρίβει ο πόθος για το Θεό τόσο πολύ, που είμαστε ανύπαρκτοι για τον κόσμο. Μας αγνοεί ο κόσμος γιατί αγνοεί αυτό τον πόθο και αυτή την αναζήτηση που έχουμε για το Θεό. Αυτός ο πόθος μάς στρέφει στην καρδιά μας. Βλέπουμε, ταυτόχρονα, κάτι: Θέλει η καρδιά μας να πλησιάσει το Θεό, αλλά δεν μπορεί. Μας ξεπερνάει ο Θεός. Θέλει η καρδιά μας, αλλά είναι «κλειστή». Λέμε: «Πού να έρθει ο Θεός να κατοικήσει μέσα μας;». Η Εκκλησία, όμως, μας δίνει θάρρος και κουράγιο. Ακούμε να μας λέει: «Εμείς οι εξαφανισμένοι και οι ασήμαντοι παίρνουμε θάρρος, γιατί μέσα στη σπηλιά και στην αφάνεια γεννήθηκε ο Χριστός».
Σταδιακά διαπιστώνουμε και βλέπουμε πως ο Θεός είναι μια ολοκληρωτική συγκατάβαση. Όσο παύουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας, αλλά εξακολουθούμε, παρά τα δεδομένα του κόσμου, να ελπίζουμε στο Θεό, τόσο αποκαλύπτεται ο Θεός στην καρδιά μας ως «συγκατάβαση», «γλυκασμός» και «ανάπαυση». Αυτό φέρνει και σε μας ένα μήνυμα, αλλά και μια πρόσκληση. Σκεφτόμαστε και λέμε: «Συγκατάβαση έκανε ο Θεός σε μας, στην πτώση μας, στην αμαρτία μας και στον σκοτασμό μας. Ήρθε και μας ανέστησε για να μας πει: "Είδατε ποιος είναι ο Θεός; Ποιο είναι το ήθος του Θεού; Είδατε τι κάνει ο Θεός; Κάντε το και εσείς σε όλους τους άλλους"». Δηλαδή, μας καλεί και εμάς να κάνουμε συγκατάβαση και να επιδείξουμε επιείκεια, αποδοχή και συγχώρεση στον αδελφό μας.
Όλα αυτά ακούγονται όμορφα και ευχάριστα. Όμως, δεν είναι μόνο λόγια. Είναι πρωτίστως πράξη. «Συγκατάβαση» σημαίνει με απλά λόγια: Όπως ποθώ το Θεό και ο Θεός είναι ένα «άνοιγμα» για μένα, έτσι και εγώ ποθώ τον κάθε άνθρωπο και γίνομαι θυσία για τον καθένα. Ξεχνάω κάθε κόστος και κάθε κόπο. Το πιο σπουδαίο, με λίγα λόγια, είναι να μένουμε «ανοιχτοί» και να βλέπουμε πέρα απ’ τη δική μας ανάγκη. Την ανάγκη του άλλου πριν το πει. Να τον αναπαύουμε και να ξοδεύουμε κόπο και χρόνο. Δεν υπάρχει άλλοθι στο να διακονήσουμε τον άλλον άνθρωπο. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως για ένα λόγο αξίζει να ζούμε: Για να διακονούμε τον άλλον άνθρωπο. Για ποιο λόγο; Διότι πρώτος μας διακόνησε ο Θεός.
Μόνο ένας άνθρωπος που αισθάνθηκε τη διακονία και τη συγκατάβαση του Θεού, μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αν δεν το κάνει, δεν σημαίνει πως είναι «κακός», απλά δεν «γεύτηκε» τη συγκατάβαση του Θεού. Αν, όμως, «γεύτηκε» το Θεό και παραμένει«κλειστός», τότε, αυτός ο άνθρωπος είναι ήδη «νεκρός». Δεν υπάρχει μεγαλύτερη «αναπηρία» απ’ το να δίνει ο Θεός και να παραμένουμε «κλεισμένοι» στον εαυτό μας.
Μήπως και εμείς, τελικά, στην Εκκλησία έτσι είμαστε; Μήπως συμμετέχουμε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, μάθαμε για την εξομολόγηση, για τη Θεία Κοινωνία, βρήκαμε έναν ιερέα που μας βολεύει, μια ενορία που μας αρέσει και περνάμε καλά; Έξω τι κάνουμε; Θυσιαζόμαστε για τους άλλους ή είμαστε αδιάφοροι; Ήρθε η ώρα να «ενεργοποιήσουμε» τη φράση που λέει: «Λειτουργία μετά τη λειτουργία». Δηλαδή: Ήρθες στην Εκκλησία και κοινώνησες; Μετά έχει κι άλλη «λειτουργία». Ποια; Λέει ο Άγιος Χρυσόστομος: «Τη λειτουργία του αδερφού σου». Πού είναι η αγάπη μετά; Πού είναι η αλληλεγγύη και το ενδιαφέρον;
Χρειάζεται να κατανοήσουμε πως δεν σωθήκαμε επειδή κοινωνήσαμε απλώς. Η Θεία Κοινωνία σώζει όταν γίνει πραγματική κοινωνία. Όταν δύο πόθους έχουμε στη ζωή μας: Πώς να βρω το Θεό και πώς ν’ αναπαύσω τον αδελφό μου. Την απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα θα τα βρούμε, όταν μπορέσουμε ν’ ακούσουμε την καρδιά μας. Να θυμόμαστε το εξής: Πως απ’ την στιγμή που ο Θεός γίνεται άνθρωπος, δεν υπάρχει, πλέον, ο ουρανός ως τόπος συνάντησης με το Θεό, αλλά μονάχα η ανθρώπινη καρδιά.