Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονομαχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονομαχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

«Εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα»

«Ο σημερινός άνθρωπος της ευκολίας και της επιτυχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ακόμα και την ιερή τέχνη για να “δοξαστεί” πρωτοτυπώντας συχνά στα υλικά και τα χρώματα, άλλοτε πάλι στις συνθέσεις και στην τεχνική. Ξεχνά ίσως πως δημιουργεί κάτι το εφήμερο, το στείρο και ξένο προς την εικόνα, κάτι το πεθαμένο αφού έχει κόψει κάθε δεσμό με το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας. Η έννοια της εικόνας και αυτή η ίδια η εικόνα παραμορφώνεται, γίνεται είδος τουριστικής κατανάλωσης αφού ο τεχνίτης που την φτιάχνει με την καλύτερη δυνατή απομίμηση του παλαιού στοχεύει στο κέρδος. Φαίνεται αποτρόπαιο στη συνείδηση ενός χριστιανού καλλιτέχνη να εικονίζεται το πρόσωπο του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάνω σε καμβά με γύψινη προετοιμασία, χωρίς ξύλινη επιφάνεια για να μπορέσει στη συνέχεια η ζωγραφισμένη επιφάνεια να σπάσει σε μικρά κομμάτια, να κάνει το λεγόμενο “κρακλέ” που θα μοιάσει έτσι στην παλαιά εικόνα· ή πάλι να ρίχνονται οξέα πάνω στο θεωμένο πρόσωπο που αναπαρίσταται για να “μαυρίσει” και να δικαιολογήσει έτσι την φαινομενικά αρχαιολογική του αξία. Καταλαβαίνουμε πως έχει χαθεί και το παραμικρό αίσθημα ταπεινοφροσύνης, όταν ακούμε πολλές φορές να καταξιώνεται το “εικονογραφικό” εμπόριο και μάλιστα να κατοχυρώνεται και Θεολογικά. Όταν βλέπουμε τις Εικόνες όμοια με τις τοιχογραφίες της Κνωσού ή της Σαντορίνης, αλλοιώνεται το βλέμμα μας, η στάση μας απέναντι στο ιερό και το άγιο, είναι μια προσβολή στα δόγματα της 7η Οικουμενικής Συνόδου και στη μνήμη των αγίων ομολογητών που μαρτύρησαν υπερασπιζόμενοι τις εικόνες. Ας έχουμε λοιπόν το ελάχιστο – της ταπείνωσης – την κοινή λογική – ξεκαθαρίζοντας τη θέση μας: εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα· το πρώτο αναιρεί το δεύτερο και αντιστρόφως».


ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΗΣ. (1991). «Εικόνα: εκφαντορική του κρύφιου και δεικτική», στο: Εικόνα ή έργο τέχνης. Διάλογος μ’ ένα εικονογράφο (Λ. Α. Ουσπένσκυ). Αθήνα: Παρουσία, σσ. 14-15. 

Από πότε λοιπόν άρχισες να ζωγραφίζεις εικόνες; 

Όχι να ζωγραφίζω εικόνες, αλλά να μ’ ενδιαφέρουν ωστόσο. 
(Σιωπή). 
(Ξαναπιάνει το σχέδιο του ενδύματος και στρογγυλεύει τους ώμους). 
Βλέπεις, εδώ κυλά η κύρια μελωδία… καταλαβαίνεις; 

Υπάρχει λοιπόν μια σχέση ανάμεσα στη μελωδική γραμμή και το σχέδιο; 

Όχι μόνον μια σχέση, αλλά είναι το ίδιο πράγμα. Θα το βρεις σε κάθε εικόνα αυτό. Να μια φωτογραφία της εικόνας του Ρουμπλιέφ· η Αγία Τριάδα. Η γραμμή κυλά με πολύ ήσυχο τρόπο, μεγαλόπρεπα. (Ησυχία). Μπορεί να πει κανείς, πως όλα τα εικονογραφικά δεδομένα αποδίδονται με μια αντεστραμμένη “προοπτική” σε σύγκριση με τη φυσική οπτική. Εξ άλλου, μέσα στην εικόνα η αντεστραμμένη “προοπτική” κυριαρχεί πάντα δίπλα στις αναπαραστάσεις που υπακούουν στους νόμους της προοπτικής. Αυτού του είδους η “προοπτική” – που δεν είναι ωστόσο προοπτική – ερμηνεύει την επί του Όρους Ομιλία: “Οι τελευταίοι θα είναι πρώτοι…” είναι από μόνο του μια αντεστραμμένη “προοπτική”, ή δεν είναι έτσι; Και φυσικά ο Σταυρός. Το μαρτύριο και ο θάνατος του Χριστού είναι μια νίκη για μας. Ολόκληρη η διδασκαλία του Ευαγγελίου έχει διατυπωθεί μέσα σε μια αντεστραμμένη “προοπτική”. Κι αυτή εκφράζεται κυρίως στην εικονογραφία». 


Αυτόθι, σσ. 28-29. 

Ο διάλογος αυτός αποτέλεσε μέρος δημοσίευσης της Σαντάλ Σαβινκώφ με τίτλο: «Γένεσις της Εικόνος» στο: Les Imaginaires, t. 1063, Paris 1976.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Για την Εικονομαχία. Με αφορμή τη δημιουργικότητα μιας μαθήτριας

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

«Η Ιστορία πρέπει να μελετάται με την πρόθεση και το σκοπό ενός βαθύτερου αντικρίσματος της ζωής και με την ευσυνείδητη σοβαρότητα για την αποστολή και τη συμβολή της στη βελτίωση του πολιτισμού της ανθρωπότητας», γράφει ο αξέχαστος ιστορικός Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, σ’ ένα βιβλίο του· (πρόκειται για ένα από τα εκατοντάδες έργα του που δεν έχει προσεχθεί και τόσο πολύ: Ο χαρακτήρας των Ελλήνων. Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα. Θεσσαλονίκη 1983, σ. 363). Γιατί παραθέτω αυτούσια αυτή την ιστορική θέση του Βακαλόπουλου, ίσως, ρωτήσει κανείς. Απαντώ: η διδακτική της Ιστορίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εδώ και δεκαετίες είναι άκρως προβληματική τόσο ως προς τη διδακτική μεθοδολογία όσο και ως προς τους γενικούς και ειδικούς σκοπούς της, παρότι έχουν γραφτεί πάρα πολλά, με πολλές επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Το αποτέλεσμα είναι ορατό. Η αποσπασματική διδασκαλία, η παπαγαλία ιστορικών γεγονότων και ημερομηνιών από μαθητές/τριες, με την απαίτηση μάλιστα να απαντώνται κατά γράμμα σε τεστ κα διαγωνίσματα, οδηγεί μαθητές και μαθήτριες στη βαρεμάρα του μαθήματος και στην άρνηση ή άγνοια συμβολής της Ιστορίας στη βελτίωση του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Αλλά... η βαρεμάρα, όταν τη διαβλέπει ένας εκπαιδευτικός  σε μαθητές και μαθήτριες, οφείλει να την κάνει δημιουργική. Παράξενη θα μου πείτε αυτή η άποψη. Νομίζω πως όχι. «Η βαρεμάρα» γράφει ο Lars Svendesen, «δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία. Και αυτή η επιθυμία είναι μια επιθυμία για αισθητηριακά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα είναι το μόνο πράγμα που έχει ενδιαφέρον. […]. Η λέξη βαρετό συνδέεται άμεσα με τη λέξη ενδιαφέρον»· [το απόσπασμα από το εξαιρετικό έργο του: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2006, σ. 37].
Πριν λίγες μέρες, μητέρα μιας μαθήτριας μού μετέφερε την αγωνία της κόρης της, που είναι μαθήτρια Γυμνασίου, πως θα μάθει το μάθημά της για να γράψει διαγώνισμα στη διδακτική ενότητα για την Εικονομαχία. Η μικρούλα, καθώς φαίνεται, για να γίνει πιο αποτελεσματικό και δημιουργικό το διάβασμά της, αντί της ξερής παπαγαλίας, αφιέρωσε χρόνο και δημιούργησε ένα σχεδιάγραμμα κάτι σαν «κόμικς» με γεγονότα και πρόσωπα γύρω από την Εικονομαχία. Η αρχική αγωνία της μικρούλας, που στη μητέρα της έλεγε «μαμά δε γίνεται να διαβάσω τίποτα, δεν μπορώ, όλη μέρα προσπαθώ. Αυτά τα πράγματα δεν διαβάζονται», μετατράπηκε σε ένα δημιουργικό παιχνίδι γνώσεων, το οποίο προς τιμήν της, μετέδωσε (μπράβο της!) και σε συμμαθητές/τριές της, όπου όλοι κι όλες, την επόμενη μέρα έγραψαν το διαγώνισμα με μεγάλη άνεση. «Η απόγνωση, η αγανάκτηση και η προσπάθεια ενός παιδιού 13ετών», όπως μου είπε η μητέρα της, «να βρει μόνο του τον τρόπο να εκφραστεί και να δημιουργήσει σε έναν λευκό πίνακα, τον δικό του κόσμο, για να μπορέσει να κατανοήσει όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα, που είναι γραμμένα τόσο δυσνόητα και "άγαρμπα" στα σχολικά βιβλία της ιστορίας», μετατράπηκε σε «γραμματική της φαντασίας», για να θυμηθώ τον Τζιάννι Ροντάρι. Ευθύς αμέσως αναρτώ το έργο της μαθήτριας.


Όμως, πέραν όλων τούτων, ας μου επιτραπεί εδώ να πω και τα εξής. Για την Εικονομαχία, στα σχολικά βιβλία ουδέποτε έχω συναντήσει ένα παράθεμα από το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, τα περιστατικά της οποίας επιμελώς καταγράφει στον τρίτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους που εκδόθηκε στα 1867. Ο κορυφαίος ιστορικός προβαίνει σε καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων που κατασταίνει τον αιώνα της εικονομαχικής διαμάχης, αιώνα κυριολεκτικά καυτής ιστορικής λάβας, που καθόρισε τη μετέπειτα ιστορική πορεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αν και σε προγενέστερο ιστορικό του εγχειρίδιο, ο ίδιος είχε αφιερώσει κάποιες σελίδες για την εικονομαχία, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως αίρεση, την οποία ασπάστηκαν οι ικανότεροι των βυζαντινών αυτοκρατόρων, στο δέκατο βιβλίο του τρίτου τόμου της μετέπειτα πεντάτομης Ιστορίας του, ένα μεγάλο μέρος είναι αφιερωμένο σ’ αυτή. Αποτελούμενο από επτά κεφάλαια με το απαραίτητο επιστημονικό και κραταιό ιστοριογραφικό ύφος, διατρέχει όλα τα γεγονότα ολοκλήρου του 8ου και του πρώτου μισού του 9ου αιώνα. Οι προσωπικότητες των αυτοκρατόρων: Λέοντα Γ΄, Κωνσταντίνου Ε΄, Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου, Μιχαήλ και Θεοφίλου, του Πάπα Γρηγορίου Γ΄· των Οικουμενικών Πατριαρχών: Γερμανού, Αναστασίου, Ταρασίου, Νικηφόρου Α΄, Ιωάννη Ζ΄ του Γραμματικού, Μεγάλου Φωτίου, της Ειρήνης της Αθηναίας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας· των αγίων: Ιωάννη Δαμασκηνού και Θεοδώρου Στουδίτη· των βασικών χρονογράφων της περιόδου αυτής: Θεοφάνη του Ομολογητή και Πατριάρχη Νικηφόρου, καθώς και της αίρεσης των Παυλικανών, της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (754), της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και της Συνόδου 843, αλλά και του καταστροφικού σεισμού της Θήρας το 726, είναι για τον Παπαρρηγόπουλο οι αποφασιστικοί εκείνοι παράγοντες που συνέθεσαν το δράμα της εικονομαχικής περιόδου.
Ο ίδιος, εξάλλου, καταγράφοντας με λεπτομέρεια τα γεγονότα, δεν διστάζει να αναζητήσει τα αίτια της εικονομαχίας και πέραν αυτών που, στη μέχρι και σήμερα ιστορική έρευνα, έχουν έχουν γίνει αποδεκτά. Στο κορυφαίο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα των Ισαύρων, ο Παπαρρηγόπουλος διαβλέπει την προσπάθειά τους να εξουσιάσουν την Εκκλησία και να επωφεληθούν την περιουσία των μοναστηριών, αναγνωρίζοντας παράλληλα σ’ αυτούς και, κυρίως, στον Λέοντα Γ΄ την τεράστια επιτυχία απόκρουσης των Βουλγάρων και των Αράβων και την ταυτόχρονη οικονομική και διοικητική ισχυροποίηση της αυτοκρατορίας. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μεταρρύθμισης υπήρξε ο νομικός κώδικας, ο επονομαζόμενος Εκλογή, όπου ο Παπαρρηγόπουλος αναγνωρίζει τη μεγάλη νομοθετική αξία της.
Εδώ πρόκειται για εκείνη την ιστοριογραφική θεώρηση που θέτει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της πρωτοτυπίας του εθνικού μας ιστορικού. Και αυτή η πρωτοτυπία έγκειται στο γεγονός ότι κείμενα από την εικονομαχική πλευρά, από τα ελάχιστα που διασώθηκαν, όπως ήταν η Εκλογή, μαζί βέβαια με τα πρακτικά της εικονομαχικής Συνόδου της Ιέρειας που συγκάλεσε ο Κωνσταντίνος Ε΄ «πολύ αποτομώτερο του πατρός» τον χαρακτηρίζει - στα 754, της οποίας όρους καταγράφει και κρίνει ο Παπαρρηγόπουλος, δίνουν στον ίδιο τη δυνατότητα να αποτιμήσει την εικονομαχία ως κίνημα που δεν ξέσπασε εξαιτίας των εικονόφιλων θεολόγων, όπως ήταν ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Και το εξηγεί και το ερμηνεύει αυτό, βέβαια, ξανά ο ίδιος στα επόμενα κεφάλαια του τρίτου τόμου της Ιστορίας του, αλλά και στο εναρκτήριο μάθημά του, στις 14 Ιανουαρίου του 1888, που τιτλοφόρησε: Απόπειρα εθνικής αυτοκτονίας και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα την ίδια ημέρα, και ξαναδημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα στο βιβλίο του Ιστορικαί Πραγματίαι, επισημαίνοντας με καίριο τρόπο ότι, η θρησκευτική και κοινωνική αυτή Μεταρρύθμιση ενέταξε το Βυζάντιο στο «κυρίαρχο αφήγημα της Δύσης», μιας και οι προσπάθειες και διεργασίες για εκκοσμίκευση της βυζαντινής πολιτείας έλαβαν χώρα στην Ανατολή επτά αιώνες πριν την Μεταρρύθμιση στη Δυτική Ευρώπη, με τον Προτεσταντισμό.
Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά έχει τονιστεί πως, ο Παπαρρηγόπουλος ακολούθησε τη γιββωνική αντίληψη, ότι δηλαδή οι γενναίες μεταρρυθμίσεις των εικονομάχων αυτοκρατόρων γινόταν για να βγει το Βυζάντιο από τη «μακρά νύχτα της δεισιδαιμονίας». Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να κάνει μια βαθιά επίθεση στα «ατοπήματα» του βυζαντινού μοναχισμού και στις παρεκτροπές του προς το θρησκευτικό φανατισμό. Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για μια στάση που, για τον σημερινό ιστορικό αποτίμησης του συνολικού έργου του Παπαρρηγόπουλου, είναι πράγματι «ανερμήνευτη», προκαλώντας έκπληξη, αναγνωρίζοντάς του όμως το ρόλο του πρώτου βασικού εκπροσώπου του Ιστορισμού.
Αυτές οι επισημάνσεις μου, πράγματι, δεν είναι δυνατόν να ενδιαφέρουν έναν μαθητή ή μια μαθήτρια. Ωστόσο, η έλλειψη τέτοιων ιστορικών αναφορών και προβληματισμών για την Εικονομαχία, η οποία υπάρχει στα διδασκόμενα μαθήματα της Ιστορίας και των Θρησκευτικών, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι ένα πρόβλημα που καταδεικνύει τις «φοβίες» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις στη σχολική τάξη, για γεγονότα που σημάδεψαν τη μακρόσυρτη Ιστορία του Ελληνισμού.

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

Η Αγιολογία ως Ιστοριογραφία ή οι Θεολόγοι και οι Ιστορικοί επιτρέπεται να συνομιλούν;

Της ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΙΩΣΗΦ

Anna Lampadaridi, Vincent Déroche, and Christian Høgel, eds. L’histoire comme elle se présentait dans l’hagiographie byzantine et médiévale / Byzantine and Medieval History as Represented in Hagiography. Acta Universitatis Upsaliensis, Studia Byzantina Upsaliensia, 21. Uppsala Universitet, 2022.


Η Αγιολογία, δηλαδή τα κείμενα που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων και κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου δεν είθισται να αξιοποιούνται από την παραδοσιακή ιστορική έρευνα. Οι συντάκτες τους τα έγραψαν πρωτίστως για να περάσουν ένα θεολογικό μήνυμα. Έτσι, για αιώνες μόνο όσοι είχαν θεολογικά ερωτήματα στρέφονταν σε αυτά. Πρόσφατα και διστακτικά έχει αρχίσει να γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτό ότι η αγιολογία αποτελεί μια εξαιρετικά πλούσια πηγή για την προσέγγιση του παρελθόντος και κυρίως για την ανάδειξη συνηθισμένων πρακτικών της καθημερινότητας που παραμελούνται ή αποσιωπούνται από τις επίσημες ιστορικές πηγές. Ειδικά όσα παρεμπιπτόντως μόνο αναφέρουν οι αγιοβιογράφοι, όσα άθελά τους αφήνουν να διαφανούν έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και περιμένουν την ιστορική ματιά για την κατασκευή νέων αφηγημάτων για το παρελθόν.
Το παρακάτω βιβλίο επιτελεί ένα σπουδαίο έργο καθώς θέτει ένα αναπάντεχο ερώτημα στα αγιολογικά κείμενα: πόση έκθεση στην κοσμική ιστορία είχε ο αναγνώστης και ο ακροατής ενός αγιολογικού κειμένου; Και υποστηρίζει ότι η Αγιολογία ήταν ουσιαστικά το πιο διαδεδομένο μέσο για την προώθηση ιστορικών γνώσεων για το ευρύ κοινό, σε συνάρτηση με τα νομίσματα και τα δημόσια κτήρια.
Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη: Ανασυνθέτοντας την Τοπική Ταυτότητα, Θρησκευτικές Διαμάχες (κυρίως Εικονομαχία), Ανακαλύπτοντας Προσωπικότητες του Παρελθόντος και η Περίπτωση του Βυζαντινού Συναξαρίου. Περιλαμβάνει τα ακόλουθα άρθρα:

Anna Lampadaridi – Introduction: Hagiographie et (ré)écriture de l’Histoire

Reconstuire une identité

Dimitris Kyrtatas – Hagiography and church politics: Gregory of Nyssa on Gregory Thaumaturgus.
Steffen Hope – Byzantine History in the legend of Saint Olaf of Norway, c. 1150-c.1230. 

Réécrire une controverse religieuse

Marie-France Auzépy – Hagiographie et histoire: le cas du premier iconoclasme.
Anna Lampadaridi – La Vie de Pancrace de Taormine (BHG 1410) et l’histoire des images à Byzance.

Réinventer une figure du passé

Charis Messis – « Maximien » chez les martyrs: Lectures du passé romain dans l’hagiographie byzantine.
Daria Resh – Subjectivity and Truth in Hagiographical Discourse: The Case of St.Barbara’s Dossier

Relire le Synaxaire de Constantinople

Stratis Papaioannou – The Philosopher’s Tongue: Synaxaria between History and Literature. With an Excursus on the Recension M of the Synaxarion of Constantinople and an Edition of BHG 2371n*.
Sophie Métivier – Le Synaxaire de Constantinople, une autre manière de raconter et faire l’histoire.
Paolo Odorico – L’histoire dans les synaxaires : de sa construction à la transmission d’un savoir.

Η πρόσβαση στο βιβλίο είναι ελεύθερη στον παρακάτω σύνδεσμο:

ΠΗΓΗ: Post Augustum