Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Για την Εικονομαχία. Με αφορμή τη δημιουργικότητα μιας μαθήτριας

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

«Η Ιστορία πρέπει να μελετάται με την πρόθεση και το σκοπό ενός βαθύτερου αντικρίσματος της ζωής και με την ευσυνείδητη σοβαρότητα για την αποστολή και τη συμβολή της στη βελτίωση του πολιτισμού της ανθρωπότητας», γράφει ο αξέχαστος ιστορικός Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, σ’ ένα βιβλίο του· (πρόκειται για ένα από τα εκατοντάδες έργα του που δεν έχει προσεχθεί και τόσο πολύ: Ο χαρακτήρας των Ελλήνων. Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα. Θεσσαλονίκη 1983, σ. 363). Γιατί παραθέτω αυτούσια αυτή την ιστορική θέση του Βακαλόπουλου, ίσως, ρωτήσει κανείς. Απαντώ: η διδακτική της Ιστορίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εδώ και δεκαετίες είναι άκρως προβληματική τόσο ως προς τη διδακτική μεθοδολογία όσο και ως προς τους γενικούς και ειδικούς σκοπούς της, παρότι έχουν γραφτεί πάρα πολλά, με πολλές επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Το αποτέλεσμα είναι ορατό. Η αποσπασματική διδασκαλία, η παπαγαλία ιστορικών γεγονότων και ημερομηνιών από μαθητές/τριες, με την απαίτηση μάλιστα να απαντώνται κατά γράμμα σε τεστ κα διαγωνίσματα, οδηγεί μαθητές και μαθήτριες στη βαρεμάρα του μαθήματος και στην άρνηση ή άγνοια συμβολής της Ιστορίας στη βελτίωση του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Αλλά... η βαρεμάρα, όταν τη διαβλέπει ένας εκπαιδευτικός  σε μαθητές και μαθήτριες, οφείλει να την κάνει δημιουργική. Παράξενη θα μου πείτε αυτή η άποψη. Νομίζω πως όχι. «Η βαρεμάρα» γράφει ο Lars Svendesen, «δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία. Και αυτή η επιθυμία είναι μια επιθυμία για αισθητηριακά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα είναι το μόνο πράγμα που έχει ενδιαφέρον. […]. Η λέξη βαρετό συνδέεται άμεσα με τη λέξη ενδιαφέρον»· [το απόσπασμα από το εξαιρετικό έργο του: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2006, σ. 37].
Πριν λίγες μέρες, μητέρα μιας μαθήτριας μού μετέφερε την αγωνία της κόρης της, που είναι μαθήτρια Γυμνασίου, πως θα μάθει το μάθημά της για να γράψει διαγώνισμα στη διδακτική ενότητα για την Εικονομαχία. Η μικρούλα, καθώς φαίνεται, για να γίνει πιο αποτελεσματικό και δημιουργικό το διάβασμά της, αντί της ξερής παπαγαλίας, αφιέρωσε χρόνο και δημιούργησε ένα σχεδιάγραμμα κάτι σαν «κόμικς» με γεγονότα και πρόσωπα γύρω από την Εικονομαχία. Η αρχική αγωνία της μικρούλας, που στη μητέρα της έλεγε «μαμά δε γίνεται να διαβάσω τίποτα, δεν μπορώ, όλη μέρα προσπαθώ. Αυτά τα πράγματα δεν διαβάζονται», μετατράπηκε σε ένα δημιουργικό παιχνίδι γνώσεων, το οποίο προς τιμήν της, μετέδωσε (μπράβο της!) και σε συμμαθητές/τριές της, όπου όλοι κι όλες, την επόμενη μέρα έγραψαν το διαγώνισμα με μεγάλη άνεση. «Η απόγνωση, η αγανάκτηση και η προσπάθεια ενός παιδιού 13ετών», όπως μου είπε η μητέρα της, «να βρει μόνο του τον τρόπο να εκφραστεί και να δημιουργήσει σε έναν λευκό πίνακα, τον δικό του κόσμο, για να μπορέσει να κατανοήσει όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα, που είναι γραμμένα τόσο δυσνόητα και "άγαρμπα" στα σχολικά βιβλία της ιστορίας», μετατράπηκε σε «γραμματική της φαντασίας», για να θυμηθώ τον Τζιάννι Ροντάρι. Ευθύς αμέσως αναρτώ το έργο της μαθήτριας.


Όμως, πέραν όλων τούτων, ας μου επιτραπεί εδώ να πω και τα εξής. Για την Εικονομαχία, στα σχολικά βιβλία ουδέποτε έχω συναντήσει ένα παράθεμα από το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, τα περιστατικά της οποίας επιμελώς καταγράφει στον τρίτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους που εκδόθηκε στα 1867. Ο κορυφαίος ιστορικός προβαίνει σε καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων που κατασταίνει τον αιώνα της εικονομαχικής διαμάχης, αιώνα κυριολεκτικά καυτής ιστορικής λάβας, που καθόρισε τη μετέπειτα ιστορική πορεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αν και σε προγενέστερο ιστορικό του εγχειρίδιο, ο ίδιος είχε αφιερώσει κάποιες σελίδες για την εικονομαχία, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως αίρεση, την οποία ασπάστηκαν οι ικανότεροι των βυζαντινών αυτοκρατόρων, στο δέκατο βιβλίο του τρίτου τόμου της μετέπειτα πεντάτομης Ιστορίας του, ένα μεγάλο μέρος είναι αφιερωμένο σ’ αυτή. Αποτελούμενο από επτά κεφάλαια με το απαραίτητο επιστημονικό και κραταιό ιστοριογραφικό ύφος, διατρέχει όλα τα γεγονότα ολοκλήρου του 8ου και του πρώτου μισού του 9ου αιώνα. Οι προσωπικότητες των αυτοκρατόρων: Λέοντα Γ΄, Κωνσταντίνου Ε΄, Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου, Μιχαήλ και Θεοφίλου, του Πάπα Γρηγορίου Γ΄· των Οικουμενικών Πατριαρχών: Γερμανού, Αναστασίου, Ταρασίου, Νικηφόρου Α΄, Ιωάννη Ζ΄ του Γραμματικού, Μεγάλου Φωτίου, της Ειρήνης της Αθηναίας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας· των αγίων: Ιωάννη Δαμασκηνού και Θεοδώρου Στουδίτη· των βασικών χρονογράφων της περιόδου αυτής: Θεοφάνη του Ομολογητή και Πατριάρχη Νικηφόρου, καθώς και της αίρεσης των Παυλικανών, της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (754), της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και της Συνόδου 843, αλλά και του καταστροφικού σεισμού της Θήρας το 726, είναι για τον Παπαρρηγόπουλο οι αποφασιστικοί εκείνοι παράγοντες που συνέθεσαν το δράμα της εικονομαχικής περιόδου.
Ο ίδιος, εξάλλου, καταγράφοντας με λεπτομέρεια τα γεγονότα, δεν διστάζει να αναζητήσει τα αίτια της εικονομαχίας και πέραν αυτών που, στη μέχρι και σήμερα ιστορική έρευνα, έχουν έχουν γίνει αποδεκτά. Στο κορυφαίο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα των Ισαύρων, ο Παπαρρηγόπουλος διαβλέπει την προσπάθειά τους να εξουσιάσουν την Εκκλησία και να επωφεληθούν την περιουσία των μοναστηριών, αναγνωρίζοντας παράλληλα σ’ αυτούς και, κυρίως, στον Λέοντα Γ΄ την τεράστια επιτυχία απόκρουσης των Βουλγάρων και των Αράβων και την ταυτόχρονη οικονομική και διοικητική ισχυροποίηση της αυτοκρατορίας. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μεταρρύθμισης υπήρξε ο νομικός κώδικας, ο επονομαζόμενος Εκλογή, όπου ο Παπαρρηγόπουλος αναγνωρίζει τη μεγάλη νομοθετική αξία της.
Εδώ πρόκειται για εκείνη την ιστοριογραφική θεώρηση που θέτει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της πρωτοτυπίας του εθνικού μας ιστορικού. Και αυτή η πρωτοτυπία έγκειται στο γεγονός ότι κείμενα από την εικονομαχική πλευρά, από τα ελάχιστα που διασώθηκαν, όπως ήταν η Εκλογή, μαζί βέβαια με τα πρακτικά της εικονομαχικής Συνόδου της Ιέρειας που συγκάλεσε ο Κωνσταντίνος Ε΄ «πολύ αποτομώτερο του πατρός» τον χαρακτηρίζει - στα 754, της οποίας όρους καταγράφει και κρίνει ο Παπαρρηγόπουλος, δίνουν στον ίδιο τη δυνατότητα να αποτιμήσει την εικονομαχία ως κίνημα που δεν ξέσπασε εξαιτίας των εικονόφιλων θεολόγων, όπως ήταν ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Και το εξηγεί και το ερμηνεύει αυτό, βέβαια, ξανά ο ίδιος στα επόμενα κεφάλαια του τρίτου τόμου της Ιστορίας του, αλλά και στο εναρκτήριο μάθημά του, στις 14 Ιανουαρίου του 1888, που τιτλοφόρησε: Απόπειρα εθνικής αυτοκτονίας και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα την ίδια ημέρα, και ξαναδημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα στο βιβλίο του Ιστορικαί Πραγματίαι, επισημαίνοντας με καίριο τρόπο ότι, η θρησκευτική και κοινωνική αυτή Μεταρρύθμιση ενέταξε το Βυζάντιο στο «κυρίαρχο αφήγημα της Δύσης», μιας και οι προσπάθειες και διεργασίες για εκκοσμίκευση της βυζαντινής πολιτείας έλαβαν χώρα στην Ανατολή επτά αιώνες πριν την Μεταρρύθμιση στη Δυτική Ευρώπη, με τον Προτεσταντισμό.
Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά έχει τονιστεί πως, ο Παπαρρηγόπουλος ακολούθησε τη γιββωνική αντίληψη, ότι δηλαδή οι γενναίες μεταρρυθμίσεις των εικονομάχων αυτοκρατόρων γινόταν για να βγει το Βυζάντιο από τη «μακρά νύχτα της δεισιδαιμονίας». Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να κάνει μια βαθιά επίθεση στα «ατοπήματα» του βυζαντινού μοναχισμού και στις παρεκτροπές του προς το θρησκευτικό φανατισμό. Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για μια στάση που, για τον σημερινό ιστορικό αποτίμησης του συνολικού έργου του Παπαρρηγόπουλου, είναι πράγματι «ανερμήνευτη», προκαλώντας έκπληξη, αναγνωρίζοντάς του όμως το ρόλο του πρώτου βασικού εκπροσώπου του Ιστορισμού.
Αυτές οι επισημάνσεις μου, πράγματι, δεν είναι δυνατόν να ενδιαφέρουν έναν μαθητή ή μια μαθήτρια. Ωστόσο, η έλλειψη τέτοιων ιστορικών αναφορών και προβληματισμών για την Εικονομαχία, η οποία υπάρχει στα διδασκόμενα μαθήματα της Ιστορίας και των Θρησκευτικών, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, είναι ένα πρόβλημα που καταδεικνύει τις «φοβίες» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις στη σχολική τάξη, για γεγονότα που σημάδεψαν τη μακρόσυρτη Ιστορία του Ελληνισμού.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

Στη σκιά των ιστορικών γεγονότων


Στη σκιά των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία αυτών των «πρώτων» διακοσίων ετών, στο υπόβαθρο της ελληνικής κοινωνίας, το ρεύμα του θυμού δεν έπαψε ποτέ να παρασύρει με την ορμή του τη συλλογική μας συμπεριφορά. 
Πώς επηρέασε τις εμφύλιες συγκρούσεις που ξεκίνησαν από την εμβρυακή κιόλας ηλικία του νεοελληνικού κράτους; Πώς λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη της Μεγάλης Ιδέας που αποδείχθηκε αυτοκτονική; Πώς οι «θυμωμένες πληγές» του Μακρυγιάννη έγιναν ο συναισθηματικός οδηγός της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας; Και πώς ο «θυμός», που σήμαινε ψυχή στον Όμηρο, έφτασε να σημαίνει για τους Νεοέλληνες οργή και να θεωρείται ως πιστοποιητικό γνησιότητας της εθνικής μας ταυτότητας, ταυτίζοντας υποσυνείδητα την ψυχή μας με την οργή;
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στο σύντομο αυτό κείμενο συνθέτει το ψυχογράφημα των δύο πρώτων αιώνων της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους. Ένα κράτος που παλεύει να βρει τα όρια ενός οργισμένου Έθνους· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].


«Λέγεται πως ο Καβάφης διάβαζε τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο ως livre de chevet, βιβλίο που έχεις στο κομοδίνο και σε λυτρώνει από τον κάματο και τις σκέψεις της ημέρας. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, δεν θυμάμαι καν πού το διάβασα, όμως δεν χρειάζεται να είναι αλήθεια. Φτάνει η ποίηση του Καβάφη για να το πιστοποιήσει. […] 
»Έργο αναφοράς είναι η βιογραφία που του αφιέρωσε ο Κ. Θ. Δημαράς. Εκεί μαθαίνουμε για τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τον διορισμό του, για την ισόβια οικονομική του δυσπραγία, για την αξιοπρέπειά του. Του άρεσε, λέγεται, να ντύνεται κομψά και ο Δημαράς παρατηρεί ότι φορούσε κίτρινα γάντια. Ως το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο έκανε ένα ταξίδι στις πόλεις της Ευρώπης για να ζητήσει από του φίλους του βοήθεια για την Ελλάδα. Ήταν χτυπημένος από τη μοίρα. Ο γιός του, ο ποιητής Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, αυτοκτόνησε νεότατος. Ο τάφος του ιστορικού βρίσκεται στο Α΄ Νεκροταφείο. Τελευταία φορά που τον επισκέφθηκα, πριν από χρόνια, ήταν σε πλήρη εγκατάλειψη, όπως και το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.
»Προ καιρού η επιτροπή για τους εορτασμούς των διακοσίων ετών αναφέρθηκε σ’ αυτόν με ένα tweet, αν δεν κάνω λάθος. Το μόνο που βρήκαν να πουν ήταν ότι απάντησε στον Φαλμεράιερ και στις θεωρίες του για τον εκσλαβισμό των Ελλήνων με ένα σύντομο κείμενο που φέρει τον τίτλο “Περί της εποικήσεως σλαβικών τινών φυλών εις την Πελοπόννησον”. Τον αναφέρουν επίσης ως υπέρμαχο της Μεγάλης Ιδέας που επηρέασε αρκετούς από τους πολιτικούς της εποχής του. Ξεμπερδεύουν δε με το έργο του λέγοντας ότι έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής ιδεολογίας. Με δυό λόγια, για τους σημερινούς κήνσορες πάσης προόδου, οι οποίοι κρίνουν τη δημιουργία βάσει δικών τους ιδεολογικών συντεταγμένων, ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένας επίδοξος προπαγανδιστής της Μεγάλης Ιδέας. Αναρωτιέμαι πόσοι απ’ αυτούς έχουν διαβάσει την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και πόσοι είναι εις θέσιν να συλλάβουν το μεγαλείο μιας αφηγηματικής ιδιοφυίας που οδηγεί τον αναγνώστη ξεκινώνοντας από τη βαθιά μυθολογία, τον Κρόνο και τη Ρέα, και φτάνει μέσα από τον λαβύρινθο των αιώνων ως την Επανάσταση του 1821. Και πόσοι είναι εις θέσιν σήμερα να αντιληφθούν τη γενναιοδωρία της συγγραφικής του δημιουργίας, που οικοδόμησε έναν καθεδρικό ναό για να κατοικήσει η εθνική συνείδηση και για να αποκτήσει η αντίληψη περί “πατρίδος” ένα ορίζοντα ευρύτερο από το χωριό και τις πληγές του κάθε εγώ – όσο ηρωικό κι αν ήταν».

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΛΥΛΟΣ. (2020). Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα. Δύο αιώνες νευρικής κρίσης. Αθήνα: Μεταίχμιο, σσ. 98, 103-105.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Ο ιστοριονόμος Σπυρίδων Ζαμπέλιος

Σπρίδωνος Ζαμπέλιου, Λόγιοι και Γλώσσα της ΙΔ΄ εκατονταετηρίδος, Πρόλογος Αντώνης Ζέρβας, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 1998, σσ. 121 

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 


«[…] της Νεοελληνικής εθνότητος αι πηγαί υποβλύζουν υπόγειοι και αδιόρατοι αυτής της θείας ενανθρωπίσεως αναπηδώσιν εις την επιφάνειαν της γης επί Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου ζητούσι το ευθύτερον και συμφορώτερον δρόμον επί Λέοντος του Θρακός άχρι Λέοντος του Ισαύρου, και τας ημέρας Βασιλείου του Μακεδόνος και των διαδόχων του, ιθυτενώς έκτοτε προς την σύγχρονον Παλιγγενεσίαν μας ευθυπορούσαι» (Σπ. Ζαμπέλιος, Βυζαντιναί Μελέται, [Αθήνα 1857], σσ. 62-63). Χρειάζεται κανείς να σταθεί με προσοχή στις δύο παραπάνω θεωρήσεις του Σπ. Ζαμπέλιου, ενός από τους σημαντικότερους λογίους του 19ου αιώνα, για να μπορέσει να εκτιμήσει την ερμηνεία που διαλαμβάνει η εθνική ιστορική συνείδηση του αιώνα αυτού. Γιατί τότε αρχίζουν να πυκνώνουν τα φαινόμενα γένεσης της εθνικής ιστοριογραφίας. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, στα χρόνια του αγώνα της Επανάστασης του 1821, στο χώρο της ποίησης, είχε γίνει το πρώτο βήμα, ο Διονύσιος Σολωμός αποτελούσε ήδη τον εθνικό ποιητή. 
Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια, ιστορική ανάγκη, έφερνε στο προσκήνιο, κάτι πιο μεγαλεπήβολο, τη γένεση της εθνικής ιστοριογραφίας, στην κλασικότερη ίσως διατύπωσή της, με το έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου προσδιόριζε μια καινούργια ιστορική πραγματικότητα, την ενδοσκόπηση του ελληνικού κόσμου στους Μέσους Χρόνους, το Βυζάντιο. Η αντίληψη αυτή, είχε βέβαια τις αιτίες της. Ο Ελληνισμός του 19ου αιώνα, μετά από τις μακραίωνες ιστορικές περιπέτειές του, εναγωνίως επιζητούσε την ενότητά του. Την εικόνα ελπιδοφόρας ανασύνταξης παρουσίαζαν τρία βασικά ζητήματα, η αντίθεση πολλών λογίων στη θεωρία του Fallmerayer περί καταγωγής των Ελλήνων από τους Σλάβους, ο Κριμαϊκός πόλεμος (1854-1856), με τις ποικίλες πολιτικές και διπλωματικές ανακατατάξεις, που είχαν άμεσες επιπτώσεις στα ελληνικά πράγματα και το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Προκειμένου επαρκώς να κατανοήσουμε τις πραγματικές διαστάσεις των ζητημάτων αυτών, επιβάλλεται να τις εντάξουμε στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο καθόρισε το ρεύμα της εθνικής ιστοριογραφίας, με τελική απόληξη έναν ιδεολογικό προσανατολισμό που καθιστούσε αναγκαία τη στροφή προς την παρακαταθήκη της μακραίωνης παράδοσης. 
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, πρόβαλλε ο Σπ. Ζαμπέλιος (1815-1881), με έργο πολυσήμαντο και πληθωρικό. «Μεγαλοφυέστατο ιστοριογράφο», τον χαρακτηρίζει ο Κ. Θ. Δημαράς. Η σκέψη του προλείανε το έδαφος της «μετάπλασης» του Βυζαντινού Ελληνισμού σε Νεοελληνικό. Εδώ, ο στοχασμός του Λευκαδίτη λογίου στράφηκε προς το πλάσιμο ενός νεολογισμού: Ιστοριονομία, όρος ανάλογος της Φιλοσοφία της Ιστορίας. Η σύλληψη του υπήρξε πράγματι, ανατρεπτική των τότε ιστορικών δεδομένων. «Οπισθόρμητη» ψαύση του παρελθόντος, από τα νέα οδηγούμαστε στα παλαιά, και προσδιορισμός του τρίσημου σχήματος της Ιστορίας του Ελληνισμού: Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός, με κύριο χαρακτηριστικό, τη συνειδητοποίηση ότι ο Νέος Ελληνισμός ήταν κληρονόμος του Βυζαντίου. 
Κατά τη διαδρομή του 19ου αιώνα οι ιδεολογικοί παρονομαστές του παραπάνω τρίσημου περιγράμματος, καθ’ ολοκληρίαν υπογράμμισαν το πλέγμα στο οποίο κινήθηκε η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ιδεολογικό αντίβαρο στις ιστορικές θεωρήσεις του Διαφωτισμού. Η νέα ιστοριογραφική σχολή, ώθησε σημαντικό τμήμα της λογιοσύνης στη θέαση της πολιτισμικής ενότητας του Γένους. Με τόλμη διατύπωσε όχι μόνο την προσδοκία της εθνικής αυτοτέλειας, αλλά και τη αναμόρφωση της τότε ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, ίσως, για την πιο ρηξικέλευθη επισκόπηση της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού. 
Με γνώμονα τα παραπάνω, η παρούσα έκδοση ενός κειμένου του Σπ. Ζαμπέλιου, που για πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στα 1856 στο περιοδικό Πανδώρα είναι εξαιρετικά σημαντική. Είναι μια πραγματεία «ιστορικής και φιλοσοφικής υφής», στην οποία ο ιστοριονόμος Ζαμπέλιος, προβαίνει σε μια «συγκριτική θεώρηση της φιλολογικής παραγωγής Βυζαντίου και Δύσης». Τίτλος της: Λόγιοι και Γλώσσα της ΙΔ΄ εκατονταετηρίδος. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στη σειρά: Ερμηνείες των εκδόσεων ΄Ινδικτος, με πρόλογο του Αντώνη Ζέρβα. 
Πρόθεση του προλογίσαντα είναι να κάμει γνωστό ότι, η έλλειψη έκδοσης των Απάντων του Σπ. Ζαμπέλιου δημιουργεί σοβαρό κενό, αφού το έργο του συνιστά ιδιαίτερο πνευματικό κεφάλαιο της νεότερης ιστορίας μας (σ. 11). Από τις βασικές επισημάνσεις του Α. Ζέρβα, είναι η ορθή τοποθέτησή του για το γενικότερο περίγραμμα του προβλήματος των διαφορών Ανατολής και Δύσης. Στις «βυζαντινές του αναλύσεις», ο Σπ. Ζαμπέλιος αποτυπώνει την «ουσία του Βυζαντινού Χριστιανισμού» (σ. 18). Η παρατήρησή του αυτή, κατασταίνει τον Σπ. Ζαμπέλιο κορυφαίο εκπρόσωπο της ιστοριογραφικής σχολής, στην οποία στηρίχθηκαν μεταγενέστερες ιστοριογραφικές συνθέσεις. Αναφέρω εδώ επιγραμματικά την Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, του Απ. Βακαλόπουλου. 
Η άποψη ότι η «Βυζαντινή μέση περίοδος οικοδομείται από τρεις κεφαλαιώδεις αρχές, την αρχή της πολιτικής ενότητας, την αρχή της θρησκευτικής ενότητας και την αρχή της αττικής παιδείας» (σ. 18), ορίζει με τον καλύτερο τρόπο το χρυσό κανόνα της ιστοριονομικής σκέψης του Σπ. Ζαμπέλιου, ότι δηλαδή, το Βυζάντιο είχε έναν «χριστιανισμό των αττικιστών, δηλ., των θεολόγων και των λογίων, και έναν χριστιανισμό της πράξεως. Μόνο σε αυτό το δεύτερο είδος αποτυπώνεται ο αληθής χαρακτήρας της χριστιανικής Ελλάδος» (σσ. 19-20) 
Ο διαφορισμός του Σπ. Ζαμπέλιου προς τη φράγκικη Δύση, προσδιόρισε τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Αν και ο όρος αυτός κατά κόρον ως σήμερα χρησιμοποιήθηκε με υπερβολές, ο Σπ. Ζαμπέλιος του προσέδωσε καίριο περιεχόμενο. Σε αντιδιαστολή με βαυκαλισμούς το «ελληνοχριστιανικό όραμά» του, θέτει σε μας σήμερα «αυτόνομα ερωτήματα για να ιδούμε τι μένει ζωντανό και τι όχι».