Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Τρεις καταγραφές του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον Άγιο Παΐσιο

«Τα παπαδιαμαντικά σύνορα “μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης” τα προσδιόρισε, μιά για πάντα, με την πνευματική φρονιμάδα του, ο Αγιορείτης ασκητής Παΐσιος, όταν του ζητήθηκε, από τους ενδιαφερόμενους, η γνώμη του για την απόφαση ενός παπά, σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας, να μη διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία σε ένα κοριτσάκι που κρεμάστηκε σε ένα δέντρο, επειδή σκοινιάστηκε η γίδα τους -εκεί που βόσκαγε τη βρήκε πνιγμένη- και την είχε φοβερίσει από το πρωί ο πατέρας της πως, αν δεν πρόσεχε και πάθαινε τίποτα το ζωντανό, θα την κρεμούσε: -“Καλά έκανε ο παπάς, είπε ο πάτερ Παΐσιος, “που δεν το διάβασε το (κοριτσάκι)· καλά έκανε και ο Θεός που το πήρε στον Παράδεισο!”».


«Έφυγε και ο Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο τελευταίος από τους Γέροντες -πνευματικοπαίδι με την αράδα του και αυτός του Αρσένιου από τα Φάρασα της Μικράς Ασίας (από τα Φάρασα κι αυτός )- που αξιώθηκα να διαβάσω βιβλίο του ή να γνωρίσω στη ζωή μου. Να έχει την ευχή του ο κόσμος όλος και ιδιαίτερα οι Ορθόδοξοι, όσοι θέλουν, για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, να διορθώσουν εκείνοι την Εκκλησία αντί να διορθώσει η Εκκλησία εκείνους. Αμήν!»

«Δυό λόγια του Γέροντα Παΐσιου, Θεός σχωρέσ’ την ψυχή του, δοκιμασμένα, αξίζουν περισσότερο από εκατοντάδες τόμους λόγια αδοκίμαστα όταν θέλουν να διορθώσουν… την Ορθόδοξη Εκκλησία: “Εάν θέλεις να βοηθήσεις την Εκκλησία, διόρθωσε τον εαυτό σου, και αμέσως διορθώνεται ένα κομματάκι της Εκκλησίας. Εάν φυσικά αυτό το έκαναν όλοι, η Εκκλησία θα ήταν διορθωμένη” (Επιστολές)».

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (2009). Collectanea. Αθήνα: Δόμος, σσ. 233 [459], 513 [895], 533 [920].

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

Του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ


Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου - συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:
«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης» (σ. 54).
Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…
Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.
Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.
Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.
Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.
Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει:
«Γοητευμένος από την αίσθηση του λερού, φθαρμένου λινού, κολλημένου στη λεία επιφάνεια του κόντρα πλακέ, βαμμένη με τσάι και γυαλοχαρτισμένη μετά, πολλές φορές, ν’ αλλάζει χρώμα, ν’ αλλάζει υφή, στο μάτι, στο χέρι, έμενα να την κοιτώ, να την αγγίζω ώρες. Ορθάνοιχτος ο χρόνος πάνω της και όλα ωσεί παρόντα. Άνοιξη άρχισα το πρώτο έργο, με τον κλασικό, παραδεδομένο τρόπο. Είχα τη φωτογραφία του διαδικτύου, κάναβο, μολύβι, σεμνόχρωμα γεώδη μόνο, ώχρα, άσπρο, μαύρο, λίγο κόκκινο. Πήρε να εμφανίζεται η μορφή του…» (σ. 40).
Όλα γύρω από την περίφημη φωτογραφία στη Δεξαμενή, που είχε τραβήξει ο Νιρβάνας παρά τις επιφυλάξεις του Παπαδιαμάντη. Ο Μποκόρος είχε τη φωτογραφία, ζωντανή όσο γίνεται, στην ηλεκτρονική μορφή της εποχής και άρχιζε να ζει μαζί της. Δύσκολα ζεις με μια φωτογραφία. Εξάλλου τί είναι η φωτογραφία; Η απεικόνιση μιας στιγμής. Ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο ακινητοποιημένο, όταν μάλιστα πρόκειται για απλή αλλά προσεκτικά βγαλμένη φωτογραφία. Μα εδώ έχουμε κάτι ξεχωριστό. Η φωτογραφία είναι μοναδική. Ο Μποκόρος έχει «συναντηθεί» με τον Παπαπαδιαμάντη στα κείμενά του, στις αφηγήσεις του, στα διηγήματα. Τώρα τον έχει μπροστά του και γυρεύει να καταδυθεί μέσα του, να περάσει από το στιγμιαίο της φωτογραφίας στη διάρκεια της ζωγραφικής εικόνας, σε κάτι που όχι μονάχα να διαρκέσει αλλά να διαστείλει το χρόνο. Χρειάζεται να ετοιμάσει μια νέα πραγματικότητα. Αυτή η ζωγραφική πραγματικότητα χρειάζεται να σε καταλάβει ολόκληρο για να περάσεις στην π ρ ά ξ η: να ποιήσεις έργο.


Όταν τον φωτογράφησε ο Νιρβάνας σημείωσε: «Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας». Και αλλού:
«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσέληνου ή του Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία» (σ. 26).
Σ’ αυτά στάθηκε ο Μποκόρος. Τι αναδύει η φωτογραφία; Τι κρύβει; Τι φανερώνει; Τι μεταδίδει; Ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε στο αυτί του Νιρβάνα: “Nous excitons la curiosité du public”. Και ο Νιρβάνας σχολίασε:
«Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιού κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δύο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το κοινό που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργειά” του. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζόταν να της δώσει ένα τέλος» (σ. 26).
Κι έρχεται ύστερα από αυτά ο ζωγράφος να επιβεβαιώσει, να συγκατανεύσει, να ανοίξει ακόμα περισσότερο τον κύκλο μέσα στον οποίο ανέπνεε ο Παοαδιαμάντης, συνέθετε, έγραφε, πονούσε, θαύμαζε, έψαλλε, μεταρσιωνόταν. Γράφει:
«Συγχωνευμένος στον κόσμο και ολομόναχα διακριτός συγκάτοικος αγόγγυστος στ’ αξεδιάλυτα όρια της ανθρώπινης και της θείας δικαιοσύνης. Όλα τα ξέρει. Μα πώς καλλιεργεί έτσι επ’ αγαθώ, τόση γνώση της αβυσσαλέας ψυχής των ανθρώπων; Πώς μπορεί να υψώνει αυτό τον τόπο σε κοινότητα και να τον φανερώνει κόσμο ολόκληρο, ανθισμένο λιβάδι, αυτό το χωραφάκι που οργωνόμαστε καταξεσκισμένοι, αυτό τ’ αλωνάκι που αλωνιζόμαστε ποδοπατημένοι απ’ τον πόθο, που λιχνιζόμαστε στον ήλιο μετέωροι, παίγνιο του αέρα η λαχτάρα μας και του κενού, μυλόπετρες μας αλέθουνε, μας συνθλίβουνε, μας κάνουνε σκόνη, να ζυμωθούμε στο πάθος, να λάβουμε σχήμα, να ψηθούμε –καμίνι ο βίος αβίωτο– να στεριώσουμε, να γίνουμε ψωμάκι γλυκό –τι άλλο;– και κατάκοποι εν τέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα. Τη συμφιλίωση με το δικό μας και με το άλλο. Τη συν-χώρεση επιτέλους, την αγάπη, την αμαρτία και την μετάνοια εν ταυτώ. Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά. Κεντημένοι τα σημάδια της υλικής μας υπόστασης να φτάνουμε αυτοπρόσωποι στο ιδανικό και στο αρχέτυπο, μια ουράνια κοινωνία επί γης! Η μήπως τ’ αντίστροφο; Ν’ αναγνωρίζουμε την κοινωνία μας σαν τόπο περιούσιο, χάρισμα ουράνιο, στερέωμα φωτός στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και στο κενό! Την αγιότητα των ταπεινών και των μικρών που μπορούν να χωρέσουν το Όλο! Την αξεδιάλυτη εντέλει συνάφεια δικαίων και αδίκων. Την τελειότητα και την ατέλεια χωρίς τελειωμό. Αυτή την κατ’ εξοχήν απλή αλήθεια μού φανερώνει το βλέμμα του –χάρισμα επ’ αγαθώ–, αυτή η αλήθεια μένει ανοξείδωτη –ζωή ολοζώντανη– στο έργο του. Ο ίσκιος του πάλι! και πάλι! και ξανά!» (σ. 29)
Ο Μποκόρος εναλλάσσει ζωγραφική με κείμενο. Δεν μένει στο εικαστικό, ερωτοτροπεί με τον λόγο και τον Λόγο. Μυστικά. Άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης τι άλλο έκανε; Περιπλανιόταν στην πόλη, στο νησί, στις ερημιές, στα ξωκκλήσια, στις παννυχίδες, στη θάλασσα, στις πανηγύρεις, στα ταπεινά καφενεία, στα ταβερνεία και βέβαια στην «αβυσσαλέα ψυχή των ανθρώπων», βυθομετρούσε, αφουγκραζόταν, συμπονούσε, προσευχόταν. Έκανε όλα αυτά που σημειώνει με ποιητικό τρόπο ο Μποκόρος, παρουσιάζοντας τους καημούς και τα πάθη των ανθρώπων, αυτό που λέει «καμίνι» και που για πολλούς γίνεται άσβηστο, είτε το νιώθουν είτε όχι, μα και που μέσα από εκεί βλέπει ο ζωγράφος τον λυτρωμό, βλέπει να φτάνει ο άνθρωπος να ζυμωθεί και να γίνει γλυκό ψωμί (έχει σημασία το ερώτημά του «τί άλλο;», γιατί σαν υπάρχει το γλυκό ψωμί ύστερα από τόσο παιδεμό, τί άλλο να ζητήσει κανείς;) Φτάνει ωστόσο να πει εκείνο το ωραίο: «και κατάκοποι εντέλει χορτάτοι μα πεινώντες και διψώντες αλλιώς, εξημερωμένοι, εν ετέρα μορφή, να γευτούμε μια αχτίδα φωτός, της ζωής μας το νόημα». (Ξέρει ο Μποκόρος ότι δεν φτάνει η τροφή που μας κάνει χορτάτους από τα υλικά, χρειάζεται και η άλλη που «αλλιώς» την αναζητάς και «αλλιώς» τη βρίσκεις. Και επειδή το ξέρει, κόλλησε στον Παπαδιαμάντη και του αφιέρωσε ατέλειωτες ώρες της μέρας και της νύχτας, είτε επιλέγοντας τρόπους αποτύπωσης της «σκιάς», είτε κοιτάζοντας ατέλειωτα αυτή την μορφή την μάλλον «ετέρα».
Έχει ξεχωριστή σημασία η φράση του: «Ό,τι είναι η παιδική και αιώνια πατρίδα του γένους των ανθρώπων και του καθενός μας ξεχωριστά». Η φράση είναι δυνατή, φτάνει πίσω στο χρόνο, φτάνει στον Ηράκλειτο και στη ρήση του: «αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη». Αλλά φτάνει και στη ρήση του Χριστού στο Ευαγγέλιο που δεν την αναφέρει κανένας: «αν δεν στραφείτε να γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία». Κάτι μεγάλο κρύβεται στο παιδί, κάτι μυστήριο που συνδυάζει παιχνίδι με αιωνιότητα, απρόσμενο με αυθορμητισμό, «σαλότητα» με αντι-ορθολογισμό. Σε βαριά γλώσσα λέγεται υπέρβαση εαυτού, σχεδόν παραίτηση από το εγώ.
Μ’ αυτά τα βιώματα, μ’ αυτές τις μνημικές αισθήσεις, μ’ αυτά τα σκιρτήματα και μ’ αυτό «τον έρωτα» πιάνει να ζωγραφίσει. Παιδεύεται. Για κάθε επιφάνεια που χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει εναλλάσσοντας τον ίσκιο του Παπαδιαμάντη, προβαίνει σε διαφορετική επεξεργασία, σε άλλη προετοιμασία του υλικού. Κάθε φορά άλλη επιφάνεια και άλλα υλικά. Το χειροποίητο δίνει και παίρνει. Παρατημένα υφάσματα, σχεδόν πεταμένα, έρχονται στο προσκήνιο, χρησιμεύουν για βάση πάνω στην οποία θα πέσει ο ίσκιος, μία άλλη κάθε φορά και εν ταυτώ η ίδια. Και κάθε φορά στο κάτω μέρος της σελίδας περιγράφεται:
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Κόλλα με τσάι, μολύβι και λάδια σε λινό και κόντρα πλακέ, 80Χ60 εκ.».
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Ο ίσκιος του, 2024. Ψευδόχρυσος οξειδωμένος και σκόνες χρωστικές με βερνίκι σε mdf, 80Χ60 εκ.».
Σε άλλη περίπτωση εξηγεί για το «καπνόπανο» που μεταχειρίστηκε:
«Με κάτι τέτοια σκεπάζαμε στις λιάστρες τις αρμάθες του καπνού για να σωθεί η σοδειά απ’ τις ξαφνικές τις μπόρες του καλοκαιριού» (σ. 50).
Ό,τι πέρασε κατά καιρούς από τα χέρια και από τα μάτια του το φέρνει μπροστά του και το ζυμώνει για να αποτυπώσει πάνω τη σκιά του Παπαδιαμάντη. Για να ποιήσει έργο ολόκληρο δαπανάται ολόκληρος. Κάτι ολότελα ξεχωριστό συμβαίνει εδώ. Πρέπει να προσέξουμε, να σταθούμε σε κάθε διαφορετική αποτύπωση.
Και βέβαια θα υπήρχε αναφορά στο «Έρωτας στα χιόνια». Και βέβαια θα υπήρχε κρυφός συσχετισμός ανάμεσα στον ήρωα και τον Παπαδιαμάντη. Και βέβαια θα συνέδεε τους δύο ίσκιους, του «μπαρμπα-Γιαννιού» και του κυρ Αλέξανδρου και θα περιέγραφε τη σχετική ζωγραφιά έτσι:
«Το φύλαγα στο νου μου αυτό το έργο απ’ την αρχή κι έγινε τελευταίο. Δοξαστικό για το λευκό, εγκώμιο στον μπαρμπα-Γιαννιό, που ξεροστάλιασε στ’ αγιάζι, στον έρωτα, στα χιόνια. Τ’ αγιάζι όλα τ’ αγιάζει. “Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον […] άσπρισεν όλος κ’ εκοιμήθη”, φιλάνθρωπος σινδόνη του θανάτου κι ο έρωτας σοκάκι… ζωντανό σοκάκι» (σ. 66).
Σε άλλη αποτύπωση του ίσκιου παραθέτει το ποίημα του Καρούζου «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» και αναφωνεί (σε σχέση με τους στίχους: «Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει / πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο / κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα»): «Αχ, κυρ Νίκο! Δεν σκουριάζει πια η πρόοδος, μόνον εμείς». (σ. 74)
Είναι δύσκολο, αλλά καθώς μετακινείται ο θεατής από έργο σε έργο και από ίσκιο σε ίσκιο, θα ήταν άριστο αν μπορούσε να στέκει με τον Κατάλογο στο χέρι και να διαβάζει και το αντίστοιχο κείμενο. Έτσι θα «έβλεπε» ζωγραφική και κείμενο. Εξομολογητικό και αυτοβιογραφικό. Το τελευταίο απόσπασμα που παραθέτω κλείνει μέσα του όλη τη συγκίνηση του Μποκόρου από την «συνομιλία» του με τον Παπαδιαμάντη:
«Εδώ στον Πειραιά, που έμεινες κάποτε κι εσύ, απόθεσα στα ξύλα τη σκιά σου με κερί, μελισσοκέρι, μοσχοβόλησε η άνοιξη, όλη η ανθοφορία της μαζεμένη στη σοδειά των μελισσών, να επουλώνει τις ρωγμές του χρόνου, και της χρήσης την ταλαιπωρία. Μόνο κερί – το μέλι και την πίκρα του το γεύτηκα γλυκό μες τα γραπτά σου. Εκεί ονειρεύτηκα πως ήμουν ευτυχής κι ας μην κατέχω καν το νόημα της ευτυχίας. Τι κι αν δροσίζομαι στον ίσκιο σου ακόμα, αγνώριστος ο τόπος σου κι ας λεν πως είσαι εκεί. Μ’ ακούς;» (σ. 80).

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Χριστουγεννιάτικος κυρ Αλέξανδρος της Σκιάθου

ΠΗΓΗ: PROlogos

Εξαιρετικό το άρθρο της συναδέλφου ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑΣ ΒΡΑΝΑ. (2017). «Ο έρωτας στα χιόνια»: Μέθη όπως μέθεξη (;). Στο: ανθρώπινο, τχ. 6 (Οκτώβριος), σσ. 27-53. 

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Τρία ποιητικά κάδρα για τον Γιαννούλη Χαλεπά, τον Θεόφιλο και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη


Αν ο άνθρωπος αγιάζει μέσα στον πολύ πόνο, τότε και ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ αγίασαν, όχι όμως με τη σημασία που αποδίδουν στην αγιοσύνη οι θρησκείες. Δεν πρόκειται πάντως για μια κοσμική, ανθρώπινη «αγία τριάδα», αλλά για μια τριάδα θεριών. Ή μάλλον για μια τριάδα Αιγαιοπελαγιτών ποιητών:
Ο Τηνιακός ποιητής της γλυπτικής. Ο Σκιαθίτης ποιητής των λέξεων. Ο Λέσβιος ποιητής των χρωμάτων. Κανείς τους δεν έζησε βίο ήρεμο, ανεμπόδιστο. Τα στοιχεία που τους διαφοροποιούν ωστόσο, προσδίδοντας ξεχωριστή, απαράμιλλη σφραγίδα στο έργο του καθενός, είναι περισσότερα από τα κοινά.
Φυσικά και θα προστρέξεις σε βιογραφίες και μελέτες, αν δοκιμάσεις το μάλλον ανέφικτο: να συνοψίσεις έναν άνθρωπο, και μάλιστα πλούσια δημιουργικό, με τρία ποιήματα, λυρικά ή αφηγηματικά. Κανένας διαμεσολαβητής όμως δεν μπορεί να σου τους συστήσει καλύτερα από το ίδιο τους το έργο. Πληροφορίες μπορείς να δανειστείς, και ιδέες ακόμα. Συναισθήματα όμως όχι. Και δίχως συγκίνηση, η ποίηση υποβαθμίζεται σε ρητορική άσκηση. Το ρίγος που θα σου προκαλέσει η τήξη του χρόνου και η συνύπαρξη των σφόδρα αντιθέτων στα γλυπτά του Χαλεπά· η αθώα, αυθόρμητη ομορφιά που θα μεταλάβεις στις εικόνες του Θεόφιλου· η ψυχογραφική τέχνη του Παπαδιαμάντη που ανασταίνει τους αποκαλούμενους «απλούς ανθρώπους» στην τόση πολυπλοκότητά τους· αυτά θα σε έλξουν και θα κινήσουν τη γραφή σου· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (+3 Ιανουαρίου 1911). «Κάνε γρήγορα. Προκαλούμε την προσοχή του κοινού»

Μέρες χρονιάρες που ‘ναι, καταπιάστηκα με το διάβασμα έργων του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου, με αναφορές στο Άγιο Δωδεκαήμερο. Και σήμερα που μνημονεύω την κοίμησή του (03 Ιανουαρίου 1911), 114 χρόνια μετά, ξεφυλλίζω το βιβλίο: Ο Παπαδιαμάντης του Ζήσιμου Λορεντζάτου, με επιμέλεια του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 2011, σσ. 20-22). Κι επειδή στις γιορτινές ημέρες του Αγίου Δωδεκαημέρου σύνηθες είναι το φαινόμενο να προβάλλεται -όπως, βέβαια, προβάλλεται- το έργο του Σκιαθίτη διηγηματογράφου, θα συμφωνήσω με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον μείζονα στοχαστή του 20ού αιώνα. Α.Ι.Κ.


Στη Μελέτη Α΄, γράφει τα εξής αποκαλυπτικά:
«Που αποβλέπουν τάχατες οι ψεύτικες και ανούσιες σημερινές γιορτές; Να προβάλουν το άτομο του Παπαδιαμάντη; Τότε είναι ψεύτικες. Να προβάλουν το έργο του, όπως προβάλλομε συνήθως ένα έργο λογοτεχνικό; Τότε είναι ανούσιες, δηλ. χάνουν ή δεν πιάνουν την ουσία.
»Πρώτα ψεύτικες. Όταν ο Νιρβάνας τον φωτογράφιζε κάποτε στη Δεξαμενή –γύρω τους δε βρισκόταν σχεδόν κανένας- ο Παπαδιαμάντης του είπε ήσυχα και βιαστικά: “Nous excitons la curiosite du public…” («Παναθήναια» ΙΓ΄, 1906). Όταν του έκαναν τη φιλολογική γιορτή στον «Παρνασσό» -πήγε όλη η Αθήνα (13/3/1908)- εκείνος είχε καταφύγει στο σπίτι του Νικόλα του Μπούκη του μανάβη, που ήταν φίλος του, και βεβαίωνε τη γυναίκα του: «Όλ’ αυτά δεν έχουν για μένα καμιά σημασία. Προτιμώ να περάσω τη βραδιά στο σπίτι σας. Κυρία Πολυξένη, κάνε μου, παρακαλώ, ένα χαμομήλι, και δος μου ένα σπίρτο. Άναψε το τσιγάρο του και άρχισε να ψάλλη» (Ο. Merlier, Α. Παπαδιαμάντη Γράμματα, 1934).
»Το άτομό του, λοιπόν, δε χρειάζεται προβολή, χρειάζεται μάλλον προφύλαξη και αποσιώπηση. Ησυχία. Από τη Σκιάθο έγραφε του Βλαχογιάννη: «ενοικίασα ένα πυργάκι, υψηλόν, αγναντερόν, μαγευτικόν, όπου θα εργάζωμαι» (10/5/1904). [Αλληλογραφία, επ. 203, στ. 5]. Το αληθινό κλίμα του Παπαδιαμάντη είναι η ανωνυμία. Αυτή που απόχτησαν, ύστερα από μεγάλο αγώνα (να νικήσουν ακριβώς το άτομό τους), οι απρόσωποι τεχνίτες όλων των μεγάλων παραδόσεων, είτε σε Ανατολή είτε σε Δύση.
»Έπειτα οι γιορτές είναι ανούσιες, δηλ. δεν έχουν ουσία. Μήπως αποβλέπουν να προβάλλουν το έργο του; Έτσι βεβαιώνει τουλάχιστον η εφημερίδα: «θα καταβληθή προσπάθεια όσον το δυνατόν ευρυτέρας προβολής του έργου του Παπαδιαμάντη». Ποιο είναι το έργο αυτό; Είναι ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος, οι λογοτεχνικές σελίδες που από επαγγελματική –ας το πούμε έτσι- άποψη μπορούν ισοδύναμα να συγκριθούν με παρόμοιες σελίδες από άλλες λογοτεχνίες, επιτεύγματα ανθρώπων που ξέρουν “να γράφουν καλά” ή που είναι καλοί “ποιητές” ή “πεζογράφοι”, και που αξιώνονται μια διεθνή κατάταξη και ανθολόγηση μέσα στη λεγόμενη περιοχή των γραμμάτων; Ο καλλιτέχνης ή ο τεχνίτης του λόγου – αυτό είναι το έργο που θα ζητήσομε να προβάλομε; Ή το έργο είναι αυτό μόνο; Αυτή είναι η σημασία του Παπαδιαμάντη; Δεν μπορεί, δε γίνεται, αυτό το ξέρομε όλοι. Αλλά ποιο είναι τότε το έργο ή εκείνο το ανεξήγητο καθεστώς –πως αλλιώς να το πω- το καθεστώς των πατέρων, που μας αγκαλιάζει αμέσως εμάς τους θεληματικά απόκληρους από την παράδοση μόλις προφέρομε το όνομά του; Και γιατί τάχα βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε κάτι ευρύτερο από τα γράμματα (Lettres) –που οδηγάει στο επίκεντρο της πνευματικότητάς μας- και που το έχουν, στη δική μας παράδοση, μόνο ορισμένοι μακάριοι, όπως ο Σολωμός ή ο Μακρυγιάννης;»

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (1994). «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Α΄. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του», στο: Μελέτες, τ. Α΄. Αθήνα: Δόμος, σσ. 238-240.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Τιμώντας τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας εγκαινιάζει στη Σκιάθο το τετραήμερο 19-22 Σεπτεμβρίου έναν ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων αφιερωμένων στο έργο του. Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024 περιλαμβάνουν ένα πλούσιο πρόγραμμα ομιλιών, συζητήσεων, λογοτεχνικών αναγνώσεων, συναυλιών και ξεναγήσεων σε ιστορικούς τόπους της Σκιάθου και διοργανώνονται με την πολύτιμη αρωγή του Δήμου Σκιάθου.
Κορμός των Ημερών Παπαδιαμάντη κάθε χρονιά θα είναι το Συμπόσιο της Σκιάθου στο οποίο θα πάρουν μέρος εφέτος 35 διακεκριμένοι συγγραφείς, στοχαστές, επιστήμονες και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Στην Εναρκτήρια Τελετή της Πέμπτης (Μπούρτζι, Πολιτιστικό Κέντρο Σκιάθου, 18:30) ο Περιφερειάρχης κ. Δημήτρης Κουρέτας θα απονείμει το Βραβείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον φιλόλογο κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, επιμελητή της ιστορικής Κριτικής Έκδοσης των Παπαδιαμαντικών Απάντων (Δόμος, 1981-1988). Το νέο Βραβείο θα απονέμεται κάθε χρόνο, εναλλάξ σε έναν εξέχοντα μελετητή και σε έναν ομότεχνο του κορυφαίου Σκιαθίτη, Έλληνα ή ξένο.
Η Εναρκτήρια Τελετή θα κλείσει με συναυλία του τραγουδοποιού Ορφέα Περίδη ελεύθερη για το κοινό (Μπούρτζι, Ανοιχτό Θέατρο, 20:30). Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη θα συνεχιστούν ώς το μεσημέρι της Κυριακής 22.09.2024 οπότε και θα ολοκληρωθούν με την ξενάγηση των συνέδρων στο Κάστρο.
Η προσωπογραφία του Α. Παπαδιαμάντη που κοσμεί τα έντυπα της διοργάνωσης είναι έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου, φιλοτεχνημένο ειδικά για τις Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024. Την ευθύνη για την κατάρτιση και τον συντονισμό του προγράμματος έχει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ψάλτης της Ορθοδοξίας


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έργο του ζωγράφου Φιλ. Μαρκόπουλου.


Παράσταση η οποία δείχνει τον άγιο Νικόλαο Πλανά λειτουργούντα και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στο Ψαλτήρι. Έργο Αγιορείτη Μοναχού.


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έργο του αιδεσιμωτάτου πρεσβυτέρου – αγιογράφου π. Χριστοδούλου Φεργαδιώτη.

ΠΗΓΗ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο ψάλτης της Ορθοδοξίας και τα υμνογραφήματά του», στο: Πεμπτουσία, τχ. 6 (Αύγουστος – Νοέμβριος 2001).

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Ποίηση: μεταμόρφωση και θεραπεία, σε καιρό απόλυτης διάλυσης της βιοτής μας

«… Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (1993). Άξιον Εστί. Ίκαρος: Αθήνα, σ. 54.

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Κράτος – Πολιτική και Πολιτικοί «οι πλάσαντες τα ερείπια»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όσοι έχουμε απομείνει και ακόμα διαβάζουμε κυρ Αλέξανδρο της Σκιάθου, τον «άγιον» Παπαδιαμάντην, διαπιστώνουμε ότι είναι παρών και σήμερα, εκατό και πλέον έτη μετά το θάνατό του. Ο Σαράντος Καργάκος στο βιβλίο του: Η πολιτική σκέψη του Παπαδιαμάντη, με έμφαση σημειώνει πως ο άλιος γέρων της Σκιάθου υπήρξε «οξύτατος παρατηρητής και κριτής των κοινωνικών πραγμάτων, ήταν αδύνατον να αγνοήσει την πολιτική». Η διαπίστωση, επίσης, πως ο Παπαδιαμάντης «δεν πλησίασε το λαό, ήταν ο ίδιος ο λαός κι έμεινε ως τέλος της ζωής του ένας απλός άνθρωπος του λαού, χωρίς να ντρέπεται για την ιδιότητά του αυτή», δείχνει πόσο επίκαιρος είναι ο λόγος του σήμερα, τον καιρό των θεομηνιών (πυρκαγιών και πλημμυρών), που η μια μετά την άλλη μαστίζουν πολλές περιοχές της πατρίδας μας, με το κράτος, την πολιτική και τους πολιτικούς να είναι ανίκανοι να προστατέψουν το λαό μας, να είναι οι μεγάλοι απόντες.
Τα συμβάντα των τελευταίων ημερών στη Θεσσαλία μαρτυρούν τη γελοιότητα κρατικών θεσμών, την ανικανότητα των πολιτικών μας και τη φαυλότητα του πολιτικού συστήματος. Στις δύσκολες ώρες που περνάνε συνάνθρωποί μας στη Θεσσαλία, η μόνη βοήθεια που τους παρέχεται προέρχεται από την κοινωνική αλληλεγγύη απλών ανθρώπων, ανθρώπων του λαού. Με την κοινωνική πρόνοια, ως θεσμοθετημένη μέριμνα, σ’ ένα κράτος ανύπαρκτο, να χάνεται στο γραφειοκρατικό της χαρακτήρα. Η αλληλεγγύη, λοιπόν, αυτές τις δύσκολες στιγμές είναι παρούσα στις συνειδήσεις όλων μας.


Όσο για το κράτος, την πολιτική και τους πολιτικούς μας, ο λόγος του Παπαδιαμάντη είναι τσεκουράτος:
«Εις οιωνός άριστος. Αλλά τις έβαλεν εις πράξιν την συμβουλήν του θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ της παρούσης ημών γενεάς τις ημύνθη περί πάτρης;
Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί του ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους, του «στειρεύοντος πριν και ητεκνωμένου δεινώς σήμερον»;
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.
Τις ημύνθη περί πάτρης;
Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος»· [το απόσπασμα από το άρθρο του Σκιαθίτη διηγηματογράφου με τίτλο: «Οιωνός», δημοσιευμένο στην κριτική έκδοση των Απάντων του, από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, εκδ. Δόμος, τ. 5ος, σσ. 253-254].

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Η ψηφοκαπηλία στους «Χαλασοχώρηδες»

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ψάχνοντας αποκούµπι στο «κάθε πέρσι και χειρότερα», τηρώ απαρεγκλίτως το εκλογικό μου έθιμο: τις μέρες της κάλπης διαβάζω κείμενα δημοσιευμένα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ιδού η τριάδα που με παρηγορεί με την παράδοξη ομοιοπαθητική της: ο Κωστής Παλαμάς και το διήγημα «Ενας ψηφοφόρος» (1887), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η «μικρά μελέτη» «Χαλασοχώρηδες» (1892), ο Εμμανουήλ Ροΐδης και το δοκίμιό του «Η πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία» (1896).
Έπειτα από 13-14 δεκαετίες η Ελλάδα είναι η νύχτα με τη μέρα, παρά τις τραγωδίες που μεσολάβησαν: ο πόλεμος του 1897, ξορκισμένος με τον χαρακτηρισμό «ατυχής», οι Βαλκανικοί που μεγάλωσαν τη χώρα, η Μικρασιατική Καταστροφή που την ξανάπλασε με πολύ πόνο, οι Παγκόσμιοι, ο Εμφύλιος, ο «Αττίλας» στην Κύπρο. Συν τα τυραννικά καθεστώτα του Ιωάννη Μεταξά και της χούντας, νοσταλγοί των οποίων υπάρχουν και σήμερα· οι φανεροί σε φασίζουσες σέχτες, οι κρυφοί ακόμα και στη Βουλή.
Η νύχτα τότε, λοιπόν, η μέρα σήμερα. Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Σ’ αυτό το πυκνότατο χρονικό διάστημα, αμέτρητοι πολιτικοί ποικίλων δογμάτων αυτοειδωλολατρεύτηκαν σαν σωτήρες, μα κατέληξαν ένα μικρό λήμμα στις εγκυκλοπαίδειες. Επίσης αμέτρητα κόμματα, με ονόματα ευρηματικά ή κοινότοπα, υποσχέθηκαν αναγεννήσεις, αναζωογονήσεις, αναπτερώσεις, μόνο που τη μνήμη τους την έσβησε ταχύτατα ο καταποτήρας Χρόνος, πάντα βιαστικός κι αχόρταγος. Υπήρξαν, σαν να λέμε, σχηματισμοί με τη σημασία τού «αχύρου του απολειπομένου κατά το αλώνισμα» που έχει η λέξη «κόμμα», παράγωγο του «κόπτω». Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα με όσα κόμματα πολιτεύτηκαν επιλέγοντας από τις σημασίες του «κόμματος» εκείνη του νομίσματος. Όσα χρηματίστηκαν και χρημάτισαν, διεκπεραιώνοντας τις αποστολές που τους ανέθεσαν οι χρυσοί χορηγοί τους.
Αν ξαφνικά ξεφύτρωνε ανάμεσά μας ένας Ελληνας του 1880 ή του 1890, φουστανελάς ή μη, θα τρελαινόταν από τα «αυτονόητα» και τα «κεκτημένα» μας, τα αυτοκίνητα, τα κινητά, τα κομπιούτερ μας. Τεχνολογικά, δεν μας χωρίζουν 13-14 δεκαετίες αλλά 13-14 αιώνες, και πάλι λίγα λέω, αν συνυπολογίσουμε τη νέα ευλογία - κατάρα: την τεχνητή νοημοσύνη. Ως προς την πολιτική ηθολογία, αντίθετα, ή την κομματική παθολογία, δεν απέχουμε από το 1880 παρά λίγα χρόνια.
Ο «ξένος» μας λοιπόν, ο όμαιμος ξένος, γρήγορα θα νιώσει άνετα, σχεδόν σαν σημερινός, αν τύχει να ξεφυτρώσει ανάμεσά μας μέρες εκλογών. Και η γλώσσα ίδια θα του φανεί, και στα ήθη θα βρει πολλά κοινά στοιχεία. Ιδίως αν στον καιρό του ήταν κι αυτός ένα Ελληνόπουλο ροϊδικού τύπου: «Υπό την στέγην της πατρικής του καλύβης περί ουδενός άλλου ακούει ο ελληνόπαις τους οικείους του συζητούντας, παρά περί της πιθανής εκβάσεως των εκλογών και των ωφελημάτων τα οποία δύνανται να καρπωθώσιν εκ της εξυπηρετήσεως τούτου ή εκείνου του υποψηφίου».
Ναι, δεν υπάρχουν καλύβες πια. Ως προς αυτό προκόψαμε· κάτι τσαντίρια των Τσιγγάνων μας μόνο, που μάθαμε να τους λέμε Ρομά, αλλά συνεχίζουμε να μην τους συμπεριλαμβάνουμε στο Ρωμαίικο. «Ωφελήματα» πάντως, εξατομικευμένα ή οικογενειακά, πάντα υπάρχουν. Και φενακισμός υπάρχει, μαζικός, επιστημονικός. Και εκμαυλισμός συνειδήσεων επίσης, με πολύ περισσότερα και ισχυρότερα μέσα (και Μέσα) στη διάθεση των μεσσιανικώς πολιτευομένων. Που χρησιμοποιούν σαν προσηλυτιστές τούς περιφερειακούς κομματάρχες τους, ειδικευμένους στη χρήση της παλαμικής «απόχης του ρουσφετιού». Αυτοί φέρνουν εις πέρας τη λερή δουλειά, τα ταξίματα και τους εκβιασμούς. Οι επιφανείς δεν μαγαρίζουν τα χέρια τους, και δεν χρειάζονται καν το νερό του Πιλάτου.
Οι «Χαλασοχώρηδες» δημοσιεύθηκαν το 1892 στην «Ακρόπολι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες. Τα αποκαλυπτήρια των ρουσφετολόγων υποψηφίων και των πρωτοπαλίκαρών τους καταλήγουν στην πλήρη ηθική απογύμνωσή τους. Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους για να ωφεληθούν (κυρίως σε κρασί και κοψίδια) από την κατεστημένη ανηθικότητα των πολιτικάντηδων –που εξαγοράζουν ψήφους άνευ αιδούς και ενδοιασμών–, αλλά και για να την ξεμπροστιάσουν, βάζουν μπρος, με «εκλογική ορθοφροσύνη» και «πρακτική ηθική», την απλή κομπίνα τους: ο ένας θα δηλώνει πως είναι με τους «Χαλασοχώρηδες», ο άλλος με τους «Ανδρογυνοχωρίστρες»: «Ενώ άλλοι φανατίζονται και “χαλνούν την ζαχαρένια τους”, αυτοί οι δύο, “ζευγαράκι ταιριαστό”, παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα στρατόπεδα, περνούν με γέλια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον “το έχουν δίπορτο”. Με όποιον κόμμα νικήσει θα είναι φίλοι, αφού θα είναι ο εις. “Οποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι”». Ο ίδιος ο Γιάννης της Χρυσάφους συνοψίζει το τερψιλαρύγγιο δόγμα του παραπέμποντας σε άλλο τετράποδο: «Το καλό αρνί τρώει από δύο προβατίνες». Ανάλογη βιοποριστική φιλοσοφία υιοθετεί μια «πεντακέφαλος εύθυμος παρέα», που «επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Αγγουρον».
Τους «ψηφοκαπήλους» χλευάζει ανελέητα ο Παπαδιαμάντης. Να, σαν τον «τετραπέρατο» Μανόλη τον Πολύχρονο, που «επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωστές. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ’ ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα εν λεπτά, παρά εν κλάσμα, η ψήφος». Δεν μπόρεσα να εξακριβώσω αν η λέξη «ψηφοκάπηλος», αριστοφανικής οξύτητας και διαύγειας, είναι δημιούργημα του Σκιαθίτη. Ο Στέφανος Κουμανούδης, στη «Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων», έχει τα λήμματα «ψηφοκαπηλία» και «ψηφοκάπηλος», παραπέμπει δε στις εφημερίδες «Παλιγγενεσία» και «Ώρα», δίχως χρονολογία όμως.
Δεν έχει σημασία η πατρότητα της λέξης «ψηφοκαπηλία», αλλά το ότι η μήτρα που γέννησε την τέχνη του ρουσφετολογιού παραμένει γόνιμη, παρότι τώρα την ονομάζουμε ουδέτερα, «πελατειακό κράτος». Φυσικά, η χρηματική συναλλαγή είναι πια ντεμοντέ. Υπάρχουν πια πολύ πιο σοφιστικέ τρόποι για να αποσπαστεί η ψηφοδότρια συναίνεση. Έχουμε προκόψει, το είπαμε.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

ΕΚΛΟΓΕΣ: 21η Μαΐου 2023. Φευ!

«Α! αι εκλογαί, αυτή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθή ψευδές το δημώδες λόγιον:– "Άλλαξε ο Μανολιός κ’ έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς"».


Νίκος Εγγονόπουλος, Ο Παπαδιαμάντης, 1953.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. (1998). «Άϊ μου Γιώργη!», στο: Άπαντα, τ. 5ος. Κριτική Έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σσ. 191-192.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

«Να κάνουμε τα ζώπυρα φωτιά»

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Αντιγράφω από αδημοσίευτο κείμενο του Θεόδωρου Παντούλα: «Στη φετεινή επέτειο του Πολυτεχνείου (17 του Νοέμβρη) κανόνιζαν φίλοι μου προσυγκέντρωση, για την καθιερωμένη πορεία. Ζήτησα από τους νεώτερους να έχουν μαζί τους σημαίες – made in China, βεβαίως, αλλά ελληνικές σημαίες. Αντέδρασαν ομοθύμως: “Όχι σημαίες, θα μας την πέσουν” – ήσαν κατηγορηματικοί στην άρνησή τους.
Τις μέρες που προηγήθηκαν της επετείου, σε ένα ατελιέ γραφικών τεχνών, παρακολούθησα μιαν ακόμη λαλέουσα απρέπεια. Ένας εκπαιδευτικός ετοίμαζε την αφίσα για τον σχολικό εορτασμό του Πολυτεχνείου, ζητώντας από την γραφίστρια να μεγαλώσει την ιστορική εικόνα της πύλης του Πολυτεχνείου, τόσο όσο να μην φαίνονται οι σημαίες που βρίσκονταν αμφιπλεύρως της πύλης – “να μην μας πούνε και εθνίκια”, όπως δικαιολογήθηκε. Έμεινα ενεός και μετανιώνω για την αμηχανία μου. Εξομολογήθηκα το περιστατικό σε φίλη, που ήταν επίσης υπεύθυνη για τον εορτασμό στο σχολείο της. Κι αυτή με τη σειρά της μου επιβεβαίωσε τον σκανδαλισμό των συναδέλφων της, όταν τους ανακοίνωσε ότι η γιορτή θα έκλεινε με τον εθνικό ύμνο: “Ε, όχι και τον εθνικό ύμνο στην επέτειο του Πολυτεχνείου”! αντέδρασαν ομοφώνως.
Όλα αυτά τα αναφέρω για να σας θυμίσω ότι την ώρα που το τανκ έριχνε την πόρτα του Πολυτεχνείου, ο νεαρός εκφωνητής του παράνομου ραδιοσταθμού του απήγγειλε τον εθνικό ύμνο –λυπάμαι που σας κακοκαρδίζω, αλλά δεν απήγγειλε ούτε τα “Στρουμφάκια” ούτε τη “Διεθνή”. Διονύσιο Σολωμό απήγγειλε ο άνθρωπος.
Αυτά το ’73. Σήμερα σκιαζόμαστε μην “μας την πέσουν”. Ποιοι θα μας την πέσουν, ποιοι είναι αυτοί που μας την πέφτουν; Ποιοι είναι οι πορτιέρηδες, οι νταβατζήδες του Πολυτεχνείου; Τους μνημόνευσα πριν από λίγο. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας είναι. Και κάποιοι νέοι, που είναι λιγότερο κομψοπρεπείς και πολύ πιο ειλικρινείς στην αρνησιπατρία τους: “στο Διάολο η οικογένεια, στο Διάολο η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει, να ζήσουμε εμείς”.
Αν πίστευα ότι όλα αυτά είναι υπερβολές μιας βολεμένης νεότητας, δεν θα τα ανέφερα. Αν πίστευα ότι ανήκουν σε ένα περιθώριο, δεν θα τα κουβέντιαζα. Δεν ανήκουν όμως. Ένα “παλιόπανο” είναι η σημαία μας, που όταν δεν το παίρνει ο άνεμος, το κάνουμε προσάναμμα μόνοι μας! Ξέρετε γιατί σας μιλώ. Οι μαρτυρίες δεν λείπουν. Οι διαψεύσεις, ναι, λείπουν. Όπως λείπει και η ντομπροσύνη να παραδεχτούμε πως η πατρίδα κι ο πατριωτισμός μπορεί να μην είναι ακριβώς στον Διάολο, που τη στέλνουν τα καλόπαιδα, αλλά είναι, μετά βεβαιότητας, καθ’ οδόν. Αμφότερα βρίσκονται σε αποδρομή…
…Επί των ημερών μας, απλώς ολοκληρώνεται η τυμβωρυχία. Λογαριάστε πόση Ελλάδα μας απέμεινε και, κυρίως, ποια –αναφέρομαι στη μεταβίβαση της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας σε ξένα χέρια… στη διακομματική, αριστεροδεξιά φιλοδοξία να γίνει το Ελληνικό, το εκθαμβωτικό διαμάντι της Αττικής, ναός του τζόγου, να γίνει μπαρμπουτιέρα. Και τι μένει των Ελλήνων; Τους μέλλει να γίνουν γκρουπιέρηδες, παρκαδόροι και δανειολήπτες… Λοιπόν, σε ποια ακριβώς πατρίδα να ακουμπήσει ο πατριωτισμός; Κατάπιαμε πολύ ευρωπαϊσμό και δυσκολευόμαστε στη χώνεψή του. Κάθε τρεις και λίγο ρευόμαστε την αποστροφή μας για τον εαυτό μας και όχι για την έκπτωσή μας. Θέλουμε να ανήκουμε στη Δύση, όχι στη Γεωγραφία και στην Ιστορία μας. Αλλά, όποιος δεν ανήκει στην Ιστορία και στη Γεωγραφία, είναι φτερό στον άνεμο, άθυρμα, έρμαιο στον μεταμοντέρνο χυλό, που κατά τα λοιπά αυτορυθμίζεται μια χαρά, πουλώντας κι αγοράζοντας τα πάντα.
Τι μας μένει να υπερασπίσουμε; Την εθνική μας μοναξιά ή τον ΑΦΜ μας; Ποιων βωμών και ποιων εστιών να υπεραμυνθούμε; Θυμάστε τα λεβεντόπαιδα της ΕΟΚΑ, που πήραν τις ανηφοριές και η αποικιοκρατία τούς πήρε τα κεφάλια; Λοιπόν, αυτή η λεβεντιά τους, σήμερα μένει ακατάληπτη. Ένα όραμα κονόμας και ευζωίας και ανόδου έγινε το μέτρο ολονών μας.
…Ο πατριωτισμός δεν είναι ανιστόρητος κομπασμός, είναι ιστορημένη περηφάνια. Δεν είναι χουλιγκανισμός, είναι η από τα κόκαλα βγαλμένη ελευθερία, που δεν την έκανε ζάφτι καμιά αγχόνη… Είναι μια πέριξ του ιερού συγκρότηση, ένα πρόσφορο, μια προσφορά. Δεν είναι μια “απρόσωπη αγάπη” η πατρίδα. Είναι μια αγάπη που, για να το πω με λόγια του πάλαι ποτέ Σαββόπουλου, “έχει σώμα και θρησκεία”. Η θρησκεία έχει ακόμη θέση στις παράτες, αλλά έχει ξεθωριάσει. Τι υπολείπεται από το “σώμα”; Οι “σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες”;
Το κακό μάς βρήκε αδελφοί μου, και δεν μνημονεύουμε ούτε Διονύσιο Σολωμό ούτε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη… Το πανελλήνιο ξεβλάχεψε κάνοντας τους Έλληνες από ακέραιους ανθρώπους, ανάπηρους μικροεπενδυτές. Κι οι μικροεπενδυτές, όπως θα ξέρετε, κάνουν μίτιγκ, δεν κάνουν συνάξεις γιορτινές. Εδώ είναι ο καθείς και η οθόνη του, τηλεκρατία, επικουρούμενη επ’ εσχάτοις από την τηλεργασία. Μένουμε ασφαλείς και αποστειρωμένοι. Τι μένει να κάνουμε; Να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια και να παραδωθούμε αμαχητί. Ή να σηκώσουμε τα μανίκια και να κάνουμε τα ζώπυρα φωτιά».



Χρήστος Μποκόρος. Εθνική Μνήμη II

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Ακόμη ένα λιθαράκι στην κοίμηση του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου (03 Ιανουαρίου 1911)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Παραθέτω ολίγα τινά φωτογραφικά τεκμήρια για την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αντλημένα από τη Χαραυγή, πρωτοποριακό περιοδικό της Μυτιλήνης, που κυκλοφόρησε κατά την τριετία 1910 – 1913. Σε παλαιότερη μελέτη μου: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην Χαραυγή της Μυτιλήνης: Ερμηνευτικό σχόλιο είχα καταγράψει την παρουσία του Σκιαθίτη διηγηματογράφου σ' αυτό το περιοδικό, λίγους μήνες πριν τη θανή του. Ευχαριστώ θερμά το προσωπικό της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης για την πολύτιμη βοήθειά του: άμεσα ανταποκρίθηκαν στο αίτημά μου να έχω πρόσβαση στο αρχειακό υλικό των περιοδικών της βιβλιοθήκης.


Η αναγγελία θανάτου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη· Χαραυγή, τχ. 7 (15 Ιανουαρίου 1911) 112.


Ποίημα του Φίλωνα Οφερέτη [ψευδώνυμο του Μιχαήλ Στεφανίδη (1868 – 1957), Φυσικομαθηματικού και Καθηγητού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών], αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη· Χαραυγή, τχ. 8 (31 Ιανουαρίου 1911) 113.


Άρθρου του Άγγελου Σημηριώτη, Διευθυντή της Σμυρναϊκής εφημερίδας Ανατολή, με τίτλο: «Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη»· Χαραυγή, τχ. 8 (31 Ιανουαρίου 1911) 131-132.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

«Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Η φωνή όσο πάει και λιγοστεύει. Γίνεται ψίθυρος, γίνεται αναπνοή, ύστερα παύει. Θα νύσταξε. Έχει σταυρώσει τα χέρια του, έχει σφαλίσει τα βλέφαρα κι άφησε το κεφάλι να γείρει όπως πάντα μπροστά, μ’ ελαφρή κλίση αριστερά.
»Στην ίδια στάση, παγομένον, τον βρήκαν το πρωί οι αδερφές του.
»Ξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου 1911. Έξω εχιόνιζε πάλι».
Με το θάνατο του κυρ Αλέξανδρου κλείνει το βιβλίο του ο Μιχ. Περάνθης, Ο Κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το απόσπασμα από τη δέκατη έκδοση, του 1994, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., σ. 288.
112 χρόνια από τότε και τα ολόφωτα γραπτά του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου, καθώς φαίνεται, συνεχίζουν να επηρεάζουν τη βιοτή μας· όσοι, τουλάχιστον, έχουμε απομείνει και παίρνουμε «σοβαρά τον κόσμο που μας παρουσίασε»[1], με το έργο του να «μαρτυρεί σε πολλές γενιές την προσήλωσή του στη Λειτουργική Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας»[2].
Στη μνήμη του, λοιπόν, τέσσερα αποσπάσματα από την αφιερωμένη σ’ αυτόν πλούσια βιβλιογραφία έχουν, νομίζω, την αξία τους. Τα παραθέτω, μνημονεύοντας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, 112 χρόνια μετά την κοίμησή του...

«Ο Παπαδιαμάντης […] αρνούμενος με σφοδρότητα το γλωσσικό ζήτημα –που συνεπαγόταν τομή, καινοτομία, απόσταση από το περελθόν, άρα αφελληνισμό- ξανοίχτηκε γενναία σε μια γλωσσική πρόσμειξη που έδινε στον εαυτό της κάθε ελευθερία. Από τη λαϊκή ντοπιολαλιά και την ευρέως εννοούμενη δημοτική, ως την αυστηρή καθαρεύουσα με αρχαΐζουσες μνήμες. Άλλωστε ήταν κάτι που του το υπαγόρευε η συγγραφική του ηθική. Κινούμενος μόνιμα μέσα στους κόλπους της μικρής κοινότητας, θα έχανε όλα τα πλεονεκτήματα αν ακολουθούσε τη γλώσσα της. Η φωνογραφική πιστότητα, σε αυτή την περίπτωση, αντί να αποτελεί πιστοποιητικό αυθεντικότητας, θα σήμαινε απλούστατα αποτυχία. Αντίθετα, επιβάλλοντας γλωσσικούς αναβαθμούς, έπλαθε μια ατμόσφαιρα που, έστω και ως δαιμόνιο τέχνασμα, πρόσφερε στα πρόσωπά του μια υπόσταση, που από μόνη της η αφήγηση των ιστοριών πιθανώς αδυνατούσε να χορηγήσει». ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ. (1997). Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 61-62.

«Ο Παπαδιαμάντης πέρασε όλη τη ζωή του στην Εκκλησία. Έζησε σαν το έμβρυο που τρέφεται, αναπνέει, κινείται και ησυχάζει στη μήτρα της μάνας του και σαν βρέφος που δεν βρίσκει αλλού ευχαρίστηση και αναψυχή παρά μόνο στο μαστό και την αγκαλιά της. “Εγώ είμαι τέκνο γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, διαβεβαιώνει, για να δώσει με σαφήνεια το στίγμα και την ταυτότητά του. Ελάχιστοι λογοτέχνες έδειξαν τη συνέπεια και την αλληλοεξάρτηση προσωπικής ζωής και λογοτεχνικής δημιουργίας, που έδειξε ο Παπαδιαμάντης. Η λειτουργική ζωή που βίωνε στις ακολουθίες της Εκκλησίας και το δικό του λειτουργικό ήθος υπαγορεύουν τις σκέψεις και τα έργα των ηρώων των διηγημάτων του. Ο ίδιος θα ομολογήσει: “ταύτα δεν τα εσκέπτετο όλα ο Σαμουήλ με την κεφαλήν του αλλά τις συγγραφεύς υπήρξεν όστις δεν υποκατέστησεν ενίοτε εαυτόν εις τα σκέψεις του ήρωός του;”». ΑΝΕΣΤΗΣ Γ. ΚΕΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη. Θεσσαλονίκη: Το Παλίμψηστον, σσ. 41-42.

«Ο Παπαδιαμάντης αξιώθηκε τη λογοτεχνική αθανασία. Και συνάμα βρίσκεται (εκεί όπου βρίσκεται) μετά πνευμάτων δικαίων, τετελειωμένων. Αυτό που ζητούσε – και ασκούσε- περισσότερο από όλα τα άλλα στη ζωή του». ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, Collectanea, Δόμος, Αθήνα 2009, σ. 687 [1184].

Άφησα τελευταίο το απόσπασμα από ένα άρθρο του Αντώνη Ζέρβα (έφυγε από τη ζωή αδόκητα πέρυσι), άρθρο που ασκεί κριτική στο βιβλίο του Λάκη Προγκίδη, με τίτλο: Η Κατάκτηση του Μυθιστορήματος και υπότιτλο Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, μελέτη που κυκλοφόρησε το 1998 από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». Το βιβλίο αυτό προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις. Πράγματι, όποιος το διαβάσει διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας του γκρεμίζει κάθε αξιακό υπόβαθρο του παπαδιαμαντικού έργου. Στο άρθρο του ο Αντώνης Ζέρβας γράφει τα εξής κοφτερά: «Από τον Μακρυγιάννη στον Παπαδιαμάντη και από εκεί στους καβαφικούς Ανδρείους της Ηδονής. Η Νεοελληνική Λογοτεχνία είναι πολύ πιο περίπλοκή και πιο προβληματική απ’ όσο φανταζόμαστε. Θα ήταν όμως μια tabula rasa της γραφομανίας μας, αν δεν έμειναν ζώπυροι οι απαράβατοι όροι της οικουμενικότητας που θέσπισε ο Μακρυγιάννης. Τι χρειάζεται στο κάτω της γραφής να “αποβυζαντινοποιηθεί” ο Παπαδιαμάντης, τη στιγμή που στον τόπο μας πλέον η έκδοση των οικουμενικών αντιρωμαντικών και ρεαλιστικών μυθιστορημάτων συναγωνίζεται τους ευρωπαίους εκτοξευτήρες δορυφόρων». ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ. (1999). «Ο Παπαδιαμάντης της καθολικότητας εναντίον του Παπαδιαμάντη της Ορθοδοξίας», στο: Ίνδικτος 10:58-59.


[1] ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (1994). «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Α΄. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του», στο: Μελέτες, τ. Α΄. Αθήνα: Δόμος, σσ. 243-244.
[2] ΑΝΕΣΤΗΣ Γ. ΚΕΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (1993). Η Λειτουργική Παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά, σ. 32.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «κάθε καιροῦ καὶ τόπου»· πάντα ἐπίκαιρος!

Tὸ ἐκήρυξεν ὁ θεῖος Ὅμηρος πρὸ ἐτῶν τρισχιλίων: Εἷς οἰωνὸς ἄριστος !…
Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι, καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.
Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος, εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem…
Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια…
Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα. Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί, ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, διὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.
Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.
Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, ὅσας χιλιάδας προῖκα. Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.
Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἦσαν τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. Ἀδιάφορον ὅμως.
Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.
Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.
Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ, ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος. Ποῦ ἀλλοῦ;
Ἐντοσούτῳ ἐκεῖνοι τὴν ἐθώπευον, τὴν ἔτρωγον, τὴν ἔλειχον, τὴν ἐπιπίλιζον, ἐνετρύφων μὲ τὸ βλέμμα, καὶ ἦσαν οἰκτρῶς εὐτυχεῖς.
Ὅσον καὶ οἱ ἔγκλειστοι τῶν ὑγιεινῶν οἴκων.

***

Τέλος ὁ εἷς ἀπέσπασε τὸ ὄμμα.
Ἴσως τοῦ ἦλθεν ἀμυδρὰ ἡ συναίσθησις τοῦ κωμικοῦ.
Τὸ βλέμμα του ἔπεσε χαμαί, εἰς τὴν γῆν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν ἐξώστην, μία μεγάλη, λευκή, ὑπερήφανος σκύλα. Ὡραία σκύλα, γένους ἐκλεκτοῦ.
Ἡ σκύλα ἐχαμήλωνε κάτω τὴν κεφαλὴν καὶ ἔψαχνε καὶ ἐζήτει τροφήν.
Ὄπισθεν τῆς οὐρᾶς της ἵσταντο δύο μικρά, οἰκτρὰ κυνάρια. Τὰ δύο κυνάρια ἐμάχοντο μεταξὺ των, ἔγρυζον, ἔτριζον τοὺς ὀδόντας, καὶ ἐζήτουν, πότε τὸ ἕν, πότε τὸ ἄλλο (καὶ πάλιν αἰτῶ συγγνώμην), νὰ ἐπιβῶσι τῆς σκύλας.
Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν.
Τὰ νῶτα τῆς σκύλας ἦσαν πολὺ ὑψηλά.
Θὰ τοὺς ἐχρειάζετο σκαλωσιὰ διὰ ν’ ἀναβῶσιν.
Ἡ μεγάλη, εὔμορφη σκύλα, οὔτε ἐγύριζε νὰ τὰ ἰδῇ, τὰ δύο κυνάρια. Ἔκυπτε χαμαί, ἐξηκολούθει νὰ ψάχνῃ, καὶ δὲν ἠνωχλεῖτο ποσῶς ἀπὸ τὰς παιδιὰς οὔτε ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις των.
Οὔτε τὰ ἐνεθάρρυνε, οὔτε τὰ ἀπεθάρρυνε. Προφανῶς, εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰ ὑψηλὰ νῶτα της.
Τὰ δύο κυνάρια ἐξηκολούθουν νὰ μάχωνται, νὰ γρύζουν καὶ νὰ δαγκάνονται, ἑωσότου, τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασε μέγας, μαῦρος σκύλος.
Ὁ μαῦρος σκύλος ἐγαύγισε μεγαλοπρεπῶς, ἔδειξε τοὺς ὀδόντας, ἐφυγάδευσε τὰ δύο κυνάρια, καὶ ἔμεινε κύριος τοῦ πεδίου, ἐκρέμασε τὴν γλῶσσαν, ὠργίασεν, ἐγαύγισε… καὶ γαυγίζει ἀκόμη.

***

Τὸ σύμβολον ἦτο εὔγλωττον. Ὁ οἰωνὸς ὡμίλει ἀφ’ ἑαυτοῦ.
Ὁ νέος ὁ εἷς, «ὁ ἐγγύτατα καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν», τὸ ἐνόησεν, ἔφυγε, καὶ ἀκόμη φεύγει, διότι δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μὲ τὸν μαῦρον σκύλον. Ὁ ἄλλος δὲν ἐβράδυνε νὰ τὸν ἀκολούθησῃ.
Ἀλλὰ τί ἐχρειάζετο ὁ οἰωνός;
Μήπως δὲν ἦσαν τὰ πράγματα; Μήπως δὲν ἦτο ἡ δυσαναλογία τοῦ πλούτου καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως, καὶ τὸ ὕψος τῶν νώτων;

***
 
Ὁμοίως, καὶ παντοῦ ἀλλοῦ.
Τί χρειάζεται ὁ οἰωνός;
Μήπως δὲν εἶναι τὰ πράγματα;
Εἷς οἰωνὸς ἄριστος. Ἀλλὰ τίς ἔβαλεν εἰς πρᾶξιν τὴν συμβουλὴν τοῦ θειοτάτου ἀρχαίου ποιητοῦ; Ἐκ τῆς παρούσης ἡμῶν γενεὰς τὶς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ «στειρεύοντος πρὶν καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον»;
Ἄμυνα περὶ πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεοκοπίας.
Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.

***

Καὶ σήμερον, νέον ἔτος ἄρχεται. Καὶ πάλιν τί χρειάζονται οἱ οἰωνοί;
Οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα.
Μόνον ὁ λαὸς λέγει: «Κάθε πέρσι καλύτερα».
Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ ἀρχόμενον ἔτος νὰ μὴ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ ἔτος τὸ φεῦγον.

(1896)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. (1998). «Οἰωνός», στὸ: Ἅπαντα, τ. Ε΄. Κριτική Ἔκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ἀθήνα: Δόμος, σσ. 251-254.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Παλαμάς, Παπαδιαμάντης, Χατζόπουλος, Βλαχογιάννης

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης έγραψε το πρώτο διήγημα για το Εικοσιένα το 1882. Στα δεκάξι του, στην Κόρινθο. Ένας γνώριμός του, «παραλής, φίλος των γραμμάτων» όπως τον ζωγραφίζει ο συγγραφέας, «δέχτηκε τότε να το τυπώσει μ’ έξοδά του σε βιβλιαράκι». Ο τίτλος: «Παιχνιδιάρα». Εικοσάρης πια, στην Αθήνα, «έψαχνε όλη μέρα, δεν άφηνε άκρη, δεν του ’φευγε φυλλάδα από τα χέρια, παλιόχαρτα στα μπακάλικα και στις ταβέρνες», όπως αυτοϊστορείται. Το 1893 τύπωσε τις «Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη». Από το 1891, τελειόφοιτος πια της Φιλοσοφικής, δούλευε διορθωτής στην «Εφημερίδα» του Δημητρίου Κορομηλά.
Θυμάται: «Στο ίδιο παγερό και μίζερο γραφείο της εφημερίδας εργαζόντουσαν τότε κοντά μου κι άλλοι τρεις. Ο Γιάννης Κοντυλάκης, που ’γραφε το χρονογράφημα, ο Κωστής Παλαμάς, που ’γραφε τις “Πινακίδες”, κι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, που μετάφραζε απ’ το αγγλικό τις “επιφυλλίδες”». Μεγαλύτεροί του και οι τρεις. Αν έδωσε τις «Ιστορίες» του στον Κονδυλάκη και τον Παπαδιαμάντη, σαραντάρη τότε, δεν το ξέρω. Από επιστολή του Παπαδιαμάντη, του 1892, όπου μιλάει για το διήγημα του Βλαχογιάννη «Ο ξενιτεμός», που το είχε διαβάσει από χειρόγραφο, καταλαβαίνουμε ότι οι δύο άντρες συζητούσαν τα λογοτεχνικά τους, άλλωστε κάποια στιγμή ο Επαχτίτης έπεισε τον Σκιαθίτη να γράψει ένα-δυό διηγήματα στη δημοτική. Σίγουρα πάντως ο Βλαχογιάννης δεν έδωσε το βιβλίο του στον Παλαμά ιδίαις χερσί, στο κοινό γραφείο. Παρότι και συντοπίτης του ήταν, Αιτωλοακαρνάνας, και δεν τον περνούσε δα ο Μεσολογγίτης πολλά χρόνια. Μόλις οχτώ.
Γι’ αυτή την αποκαλυπτική χαρακτήρος στάση του Βλαχογιάννη μάς πληροφορεί ο ίδιος ο Παλαμάς, στο εκτενές κριτικό κείμενό του για τις «Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη»: «Τοιαύτην επιγραφήν φέρει βιβλιάριον απλά και πτωχικά τυπωμένον, μόλις εξηκοντασέλιδον· δεν γνωρίζω αν διενεμήθη εις εφημερίδας, δεν το είδα που αναγγελλόμενον, το αντίκρυσα μόνον εις την βιτρίναν ενός βιβλιοπωλείου, και ίσως θα το παρηρχόμην αδιαφόρως αν δεν είχε την καλωσύνην να μου το στείλη ο συγγραφεύς. Μετριόφρων ούτος και αποφεύγων ή φοβούμενος την θορυβώδη δημοσιότητα, δεν εφρόντισε ούτε περί της κυκλοφορίας του βιβλίου του, […] ουδέ έστερξε να μας αποκαλύψη το αληθινόν του όνομα, οχυρωθείς όπισθεν ψευδωνύμου· αλλά τι προς αυτό; Ο Γιάννος Επαχτίτης ο ψευδώνυμος κατέχει αληθινήν και πλουσίαν φλέβα διηγηματογράφου».
Ξέρουμε, το έχει γράψει ο ίδιος, πως ο κριτικός Παλαμάς ανήκει στη σχολή της αγάπης, και πως, όταν αποφασίζει τον έπαινο, τον προσφέρει αφειδώλευτο. Τον Επαχτίτη τον εγκωμιάζει απροσωπόληπτα, δεν ξέρει πως είναι ο διπλανός του στο γραφείο. Και οι παρατηρήσεις του είναι ουσιώδεις. Υπογραμμίζει την «αρρενωπή μελαγχολία» των «Ιστοριών» του Βλαχογιάννη και στέκεται στον «πλούτον της γλώσσης και το κάλλος σπανίων τινών επιθέτων» των δύο ποιημάτων στα οποία καταλήγουν οι «Ιστορίες». Και βέβαια επαινεί την «αγνοτάτη δημοτική» τους (είκοσι χρόνια αργότερα την εγκωμίαζε και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης). Τέλος, θίγει το ζήτημα της χρήσης του τοπικού ιδιώματος.
Ο Παλαμάς ειρωνεύεται τους «σχολαστικούς ποιητές», «οίτινες αψύχους σχηματισμούς παραγεμίζουν αμέτρως διά νεκρών λέξεων, τας οποίας ως τυμβωρύχοι ξεθάπτουν από τα αρχαία κείμενα και τα λεξικά της αρχαίας», και συμπαρατάσσεται με τον Επαχτίτη: «Πάσαι αι λέξεις τας οποίας μεταχειρίζεται ο δημοτικός ποιητής είναι ολοζώνταναι, κυκλοφορούσιν από στόματος εις στόμα, περιλαμβάνονται εις το μέγα άγραφον ή γραπτόν σύνολον του λεξικού του λαού, το απαύστως και ανεπαισθήτως εξογκούμενον, πλουτιζόμενον, αλλοιούμενον, έχουσιν αίμα και χρώμα. […] Αν μερικαί εξ αυτών είναι άγνωστοι εις τάξιν τινά κυρίων και κυριών, δεν θα εξαλειφθώσι διά τούτο από την βίβλον της ζωής και από την χρήσιν του ποιητού».
Μολαταύτα, ο Παλαμάς δεν βρίσκει «όλως διόλου άδικα τα παράπονα των αναγνωστών», που, κάτοικοι του άστεως αυτοί, δυσκολεύονται να κατανοήσουν λέξεις του αγροτοποιμενικού βίου και των χρόνων της κλεφτουριάς, και παρατηρεί ότι «δεν δικαιούται απολύτως ο ποιητής εις κατάχρησιν των δυσκολονοήτων λέξεων». Αλλά ο λογοτέχνης Βλαχογιάννης αυτό ήταν: η γλώσσα του, το ιδίωμά του. Και μάλιστα ο πεζογράφος παρά ο ποιητής, ο πλήρως ενημερωμένος για τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις, χάρη και στη γλωσσομάθειά του. Η παρατήρηση του Αγρινιώτη συγγραφέα Δημητρίου Χατζόπουλου, του γνωστού Μποέμ, ότι το έργο του Βλαχογιάννη θεμελιώνεται «στο αξίωμα προ παντός η γλώσσα διά το καλλιτέχνημα και διόλου το καλλιτέχνημα διά την γλώσσαν» έχει αλήθεια μέσα της.
Ο Βλαχογιάννης, που ταυτίζει ρητά την ψυχή της Ελλάδας με τη γλώσσα της, διαισθάνεται, γνωρίζει μάλλον, ότι ο κόσμος ο παλιός δεν ανασταίνεται με τη λογοτεχνία παρά μόνο στον χώρο της λογοτεχνίας, αν αυτή είναι καλή. Θέλει λοιπόν να σώσει –σαν άγιο λείψανο; Σαν προζύμι ίσως;– τουλάχιστον κάτι από τη γλωσσική πραγματικότητα του κόσμου εκείνου. Να σώσει και τις λέξεις του, όπως σώζει τα απομνημονεύματα των καπεταναίων του. Σαν τεκμήρια του βίου και του ήθους του. Όχι σαν αδρανή λήμματα ενός αναμνηστικού λεξικού.
Η ποιητική του Βλαχογιάννη είναι πιστεύω γραμμένη ανάμεσα στις αράδες του εξαιρετικού διηγήματος «Έτσι ήτανε», που το βρίσκουμε, πού αλλού, στα «Μεγάλα χρόνια». Όταν πρωτάκουσα την ιστορία, μισόν αιώνα πριν, πρωταγωνιστούσε ο ζουρνάς, που κυριαρχεί άλλωστε στο μεσολογγίτικο πανηγύρι του Αϊ-Συμιού. Στην αφήγηση του Βλαχογιάννη πρωταγωνιστεί η λύρα.
Σάββατο του Λαζάρου στο Μεσολόγγι, στην ελεύθερη Ελλάδα πια, και το μαθητούδι με τον εξοδίτη παππούλη του, ζωσμένον στο σπαθί, πάνε να δούνε την Έξοδο, την ετήσια «λιτανεία». «Ο λαός παίζει με τη φαντασία του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψει τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δει “πώς ήτανε”». Αυτό το «πώς ήτανε» επιχειρεί μάταια να το ζωγραφίσει κάποιος επίσημος, βγάζοντας τον καθιερωμένο λόγο στους Τάφους, στον Κήπο των Ηρώων. Γράφει ο Βλαχογιάννης:
«Μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερεί.
– Ωρέ, δεν ήταν έτσι, κράζει με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.
Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.
– Να, ωρέ, έτσι ήτανε.
Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καημό του».
Έτσι ήτανε ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Έτσι τον φαντάζομαι δηλαδή. Να κλαίει ήσυχα, περήφανα, με κάθε σελίδα του παλιού κόσμου που έβρισκε στα μπακάλικα, με κάθε σελίδα που έγραφε για τον παλιό κόσμο. Και με την πικρή γνώση πως οι λέξεις δεν αρκούν δίχως τη δυσεύρετη πια μουσική τους, τη μουσική της λύρας ή του ζουρνά.