Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζαντινή Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζαντινή Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

«Εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα»

«Ο σημερινός άνθρωπος της ευκολίας και της επιτυχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ακόμα και την ιερή τέχνη για να “δοξαστεί” πρωτοτυπώντας συχνά στα υλικά και τα χρώματα, άλλοτε πάλι στις συνθέσεις και στην τεχνική. Ξεχνά ίσως πως δημιουργεί κάτι το εφήμερο, το στείρο και ξένο προς την εικόνα, κάτι το πεθαμένο αφού έχει κόψει κάθε δεσμό με το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας. Η έννοια της εικόνας και αυτή η ίδια η εικόνα παραμορφώνεται, γίνεται είδος τουριστικής κατανάλωσης αφού ο τεχνίτης που την φτιάχνει με την καλύτερη δυνατή απομίμηση του παλαιού στοχεύει στο κέρδος. Φαίνεται αποτρόπαιο στη συνείδηση ενός χριστιανού καλλιτέχνη να εικονίζεται το πρόσωπο του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάνω σε καμβά με γύψινη προετοιμασία, χωρίς ξύλινη επιφάνεια για να μπορέσει στη συνέχεια η ζωγραφισμένη επιφάνεια να σπάσει σε μικρά κομμάτια, να κάνει το λεγόμενο “κρακλέ” που θα μοιάσει έτσι στην παλαιά εικόνα· ή πάλι να ρίχνονται οξέα πάνω στο θεωμένο πρόσωπο που αναπαρίσταται για να “μαυρίσει” και να δικαιολογήσει έτσι την φαινομενικά αρχαιολογική του αξία. Καταλαβαίνουμε πως έχει χαθεί και το παραμικρό αίσθημα ταπεινοφροσύνης, όταν ακούμε πολλές φορές να καταξιώνεται το “εικονογραφικό” εμπόριο και μάλιστα να κατοχυρώνεται και Θεολογικά. Όταν βλέπουμε τις Εικόνες όμοια με τις τοιχογραφίες της Κνωσού ή της Σαντορίνης, αλλοιώνεται το βλέμμα μας, η στάση μας απέναντι στο ιερό και το άγιο, είναι μια προσβολή στα δόγματα της 7η Οικουμενικής Συνόδου και στη μνήμη των αγίων ομολογητών που μαρτύρησαν υπερασπιζόμενοι τις εικόνες. Ας έχουμε λοιπόν το ελάχιστο – της ταπείνωσης – την κοινή λογική – ξεκαθαρίζοντας τη θέση μας: εικονογράφος και επαγγελματίας είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα· το πρώτο αναιρεί το δεύτερο και αντιστρόφως».


ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΙΝΗΣ. (1991). «Εικόνα: εκφαντορική του κρύφιου και δεικτική», στο: Εικόνα ή έργο τέχνης. Διάλογος μ’ ένα εικονογράφο (Λ. Α. Ουσπένσκυ). Αθήνα: Παρουσία, σσ. 14-15. 

Από πότε λοιπόν άρχισες να ζωγραφίζεις εικόνες; 

Όχι να ζωγραφίζω εικόνες, αλλά να μ’ ενδιαφέρουν ωστόσο. 
(Σιωπή). 
(Ξαναπιάνει το σχέδιο του ενδύματος και στρογγυλεύει τους ώμους). 
Βλέπεις, εδώ κυλά η κύρια μελωδία… καταλαβαίνεις; 

Υπάρχει λοιπόν μια σχέση ανάμεσα στη μελωδική γραμμή και το σχέδιο; 

Όχι μόνον μια σχέση, αλλά είναι το ίδιο πράγμα. Θα το βρεις σε κάθε εικόνα αυτό. Να μια φωτογραφία της εικόνας του Ρουμπλιέφ· η Αγία Τριάδα. Η γραμμή κυλά με πολύ ήσυχο τρόπο, μεγαλόπρεπα. (Ησυχία). Μπορεί να πει κανείς, πως όλα τα εικονογραφικά δεδομένα αποδίδονται με μια αντεστραμμένη “προοπτική” σε σύγκριση με τη φυσική οπτική. Εξ άλλου, μέσα στην εικόνα η αντεστραμμένη “προοπτική” κυριαρχεί πάντα δίπλα στις αναπαραστάσεις που υπακούουν στους νόμους της προοπτικής. Αυτού του είδους η “προοπτική” – που δεν είναι ωστόσο προοπτική – ερμηνεύει την επί του Όρους Ομιλία: “Οι τελευταίοι θα είναι πρώτοι…” είναι από μόνο του μια αντεστραμμένη “προοπτική”, ή δεν είναι έτσι; Και φυσικά ο Σταυρός. Το μαρτύριο και ο θάνατος του Χριστού είναι μια νίκη για μας. Ολόκληρη η διδασκαλία του Ευαγγελίου έχει διατυπωθεί μέσα σε μια αντεστραμμένη “προοπτική”. Κι αυτή εκφράζεται κυρίως στην εικονογραφία». 


Αυτόθι, σσ. 28-29. 

Ο διάλογος αυτός αποτέλεσε μέρος δημοσίευσης της Σαντάλ Σαβινκώφ με τίτλο: «Γένεσις της Εικόνος» στο: Les Imaginaires, t. 1063, Paris 1976.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Καλό Μήνα! Καλό Δεκαπενταύγουστο!


Η Κοίμησις. Τοιχογραφία εξ αγίου Νικολάου του Ορφανού Θεσσαλονίκη.


Κ. Δ. ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ. (1972). Η Θεοτόκος εις την Εικονογραφίαν της Ανατολής και της Δύσεως. Θεσσαλονίκη: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, σσ. 239-242, 254-255, πίναξ 180.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Αββάς Σισώης: άνθρωπος απείρως οικουμενικότερος του στρατηλάτη Μεγαλέξανδρου

Το δέος του αββά Σισώη μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου· (Μονή Βαρλαάμ, Μετέωρα, 1566).


Στην επιγραφή εντός περίτεχνου πλαισίου διαβάζουμε τα εξής ποιητικότροπα λόγια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού:
«Ορώ σε τάφε, δειλιώ σου (την) θέαν
κ(αι) καρδιοστάλακτον δάκρυον
χέω. Χρέος το κ(οι)νόφλητον εις νουν
λαμβάνω. Πώς γαρ [μέλλω διελ]θείν πέρ(ας)
τοιούτον, αι [θάνατε, τις δύναται] φυγ[είν] σε;»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για ετούτη την εικονογραφική παράσταση του αββά Σισώη, που θρηνεί έμπροσθεν του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για διάβασμα προτείνω την ωραία μελέτη του αγαπητού συναδέλφου Θανάση Ν. Παπαθανασίου, «Σισώης και Αλέξανδρος. Διλήμματα για την εκκλησιαστική αποστολή σε εποχές Παγκοσμιοποίησης», Νέα Εστία, τχ. 1174 (2005) 92-109· [και στο: Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και ως εφιάλτης, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2008, σσ. 155-181]. 
Ο Θ. Ν. Παπαθανασίου εξετάζει το περιεχόμενο της εικόνας «ανιστορικά και αφηρημένα», «υπό συγκεκριμένους όρους», «σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνάφεια», αφού το «εικονιζόμενο περιστατικό δεν μνημονεύεται στο Γεροντικό (το οποίο συνετέθη κατά τον πέμπτον ή έκτον αιώνα […] ούτε στο βυζαντινό Συναξάρι του αγίου» (10ος αιώνας), «[…] ούτε στην ακολουθία της εορτής του την 6η Ιουλίου». Όμως, τίθεται το βασικό ερώτημα που «δεν αφορά απλώς τη φιλοσόφηση του θανάτου, αλλά την παρουσία του Αλεξάνδρου»· γιατί, λοιπόν, «κάποιοι επέλεξαν ειδικά τον Αλέξανδρο, πως προέκυψε η εν λόγω εικονογραφική σύνθεση δίχως να έχει έρεισμα στις σχετικές αγιολογικές πηγές, και γιατί αυτό συνέβη μετά την πτώση της βασιλεύουσας και όχι πριν»
Νομίζω πως αξίζει να σταθούμε στην ερμηνεία που δίνει ο Θ. Ν. Παπαθανασίου. Είναι γνωστό ότι, στο Βυζάντιο η μορφή του Μακεδόνα στρατηλάτη, από τον τέταρτο αιώνα και εξής, «πρόβαλε ως υπόδειγμα παγκόσμιου ηγεμόνα» και θεωρούνταν «πρόδρομος της βυζαντινής οικουμενικότητας». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μέγας Αλέξανδρος βαθμηδόν να «μεταμορφωθεί σε χριστιανό και μάλιστα απεικονίστηκε ως βυζαντινός αυτοκράτορας πλαισιωμένος από τη συνήθη αυτοκρατορική επιγραφή “Εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής και πάσης Δύσεως”». Με άλλα λόγια «σκιαγραφήθηκε ως προσωπικότητα με χαρακτηριστικά αγιότητας». Γι' αυτή την ιδιότητα του Μακεδόνα βασιλέα, στα 1938 και 1940, ο κορυφαίος βυζαντινολόγος Ανδρέας Ξυγγόπουλος έχει γράψει δύο σημαντικές μελέτες, η μία στο Μακεδονικόν Ημερολόγιον και η άλλη στην Επιστημονική Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών. Για τον Θ. Ν. Παπαθανασίου, «αυτή η εξαιρετική θέση που κατέκτησε ο Αλέξανδρος στη βυζαντινή αυτοσυνειδησία, δεν μπορεί να μην εδράζεται στο κυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο». Πρόκειται για τη «βυζαντινοποίηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου» και τη μεταμόρφωσή του σε «άγιο, μάρτυρα και ασκητή που ίδρυσε μοναστήρια στην έρημο», όπως εύστοχα αναφέρει και η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ στο ωραίο βιβλίο της Ο Μέγας Αλέξανδρος των Βυζαντινών. Που είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος;, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2018. 
«Όλα αυτά, όμως, όσο συγκινητικά και εθνοσωτήρια κι αν είναι,» γράφει ο Θ. Ν. Παπαθανασίου, «σημαίνουν πως, στην αγκαλιά της ρωμαιοτραφούς χριστιανικής ιδεολογίας, κινδύνευε να παραδοθεί σε ύπνο η εκκλησιαστική συνείδηση ότι όλα τα κτιστά (όσο σπουδαία κι αν είναι) είναι φθαρτά και ότι η πραγματικά αιώνια πραγματικότητα θα είναι η μέλλουσα, εσχατολογική Βασιλεία κι όχι οποιαδήποτε ενδοϊστορική φάση. Μέχρι που συνέβη το αντίθετο. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε, αλλά – σε πείσμα της ιδεολογίας που προαναφέραμε – η ιστορία συνέχισε να προχωρεί σε νέες απρόσμενες φάσεις. Όταν, λοιπόν, οι “ταπεινοί αγιογράφοι της Τουρκοκρατίας”, όπως τους αποκαλεί ο Κόντογλου, συνέθεσαν την εν λόγω εικόνα παρουσιάζοντας τον Αλέξανδρο όχι ως ένδοξο νεκρό, αλλά, αντιθέτως, ως σκελετό, ως λείψανο αποσυντεθειμένο μέσα σε τάφο και μάλιστα υποκείμενο στη φιλοσόφηση του Σισώη, δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ξαναφέρουν στο προσκήνιο τη θεολογική οπτική που στα χρόνια του Βυζαντίου είχε εν πολλοίς παραθεωρηθεί».
Η ερμηνεία που εισηγείται ο καλός συνάδελφος Θ. Ν. Παπαθανασίου, από θεολογικής πλευράς, νομίζω, πως είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Γράφει: «η εικόνα αυτή εφευρέθηκε παρ’ όλο που δεν υπήρχε σχετικό έρεισμα στις αγιολογικές πηγές (ή, μάλλον ακριβέστερα: στην εφεύρεση αυτής της συγκεκριμένης σύνθεσης απέληξε η προγενέστερη απεικόνιση φιλοσοφήσεων του θανάτου) για να εκφραστεί, λίγο ως πολύ, ένα ιδεολογικό ρεύμα το οποίο διακατεχόταν από τον θεολογικό ρεαλισμό ότι η Εκκλησία συνεχίζει να πορεύεται παρά τις απρόσμενες ιστορικές ανατροπές. Ο Αλέξανδρος μπήκε, κατά κάποιον τρόπο, στο στόχαστρο ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι συμβόλιζε το αιώνιο της αυτοκρατορίας. Το εν λόγω ρεύμα, δηλαδή, μετατόπισε το κέντρο βάρους από την πεποίθηση περί μιας αιωνιότητας που εγγενώς ανήκει σε ένα ιστορικό μόρφωμα, στη μεταϊστορική αιωνιότητα που υπόσχεται η Εκκλησία. Και τούτο, βέβαια, παράλληλα ή και αντίθετα προς άλλα ρεύματα, τα οποία διατηρούσαν το κέντρο βάρους στο ιστορικό μόρφωμα και εκφράζονταν με την αναμονή ιστορικής επιστροφής του τελευταίου αυτοκράτορα και με την γοργόνεια πεποίθηση στην αθανασία του Αλεξάνδρου».
Για την απήχηση που είχε ο Μέγας Αλέξανδρος στην εποχή της Τουρκοκρατίας, με τη γνωστή «Φυλλάδα», την οποία γνωρίζουμε από την έκδοση που έκαμε ο Αλέξανδρος Πάλλης, στα 1935, (φωτομηχανική ανατύπωσή της από τις εκδόσεις Γαλαξίας - Ερμείας, στα 1993 – νεότερη έκδοση από τις εκδόσεις της Εστίας, στα 1989, σε μετάφραση του Γιώργου Βελουδή· υπάρχει ακόμα μία έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Γαλαξίας, στα 1961), έχουν γραφτεί πολλά, με κύριο χαρακτηριστικό ότι ο Μακεδόνας ήρωας προβάλλεται ως «σύμβολο αντίστασης στον Τούρκο κατακτητή». Ο ιστορικός Χαράλαμπος Μηνάογλου, στη μελέτη του «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και ο Μεγαλέξανδρος», γράφει πως ακόμα και οι Κολλυβάδες Πατέρες, με προεξάρχοντα τον άγιο Αθανάσιο Πάριο, που ήταν ιδιαίτερα επικριτικός σε καθετί αρχαιοελληνικό, θεωρούσε τον Μέγα Αλέξανδρο ηθικό άνδρα.
Στο ερώτημα γιατί ο Αλέξανδρος να έχει απέναντί του τον αββά Σισώη, ο Θ. Ν. Παπαθανασίου πιθανολογεί «ότι η επιλογή αυτή οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ο Σισώης ασκήτεψε στη χώρα όπου ο Μακεδόνας είχε ταφεί». Αλλά, ίσως, «να συντρέχει άλλος ένας λόγος. Πρωταγωνιστής της εικόνας κατέστη ένας άγιος, στον οποίο, σύμφωνα με το Συναξάρι του, δόθηκε από το Θεό η χάρη να ανασταίνει νεκρούς. “Νεκρούς ανιστάν αυτώ ο των όλων εδωρήσατο Κύριος”. Η εν λόγω εικόνα, συνεπώς, δεν είναι απλώς παράσταση θρήνου. Είναι μια διακήρυξη με σχήματα, χρώματα και λόγους, της θεμελιώδους εσχατολογικής εκκλησιαστικής πίστης ότι τα ανθρώπινα δεν έχουν οντολογικό θεμέλιο τη δική τους μεγαλοσύνη, αλλά τη σχέση τους με τον Αναστάντα και χορηγό της μέλλουσας Ανάστασης». Αυτή η «εσχατολογική αυτοσυνειδησία, άλλωστε, υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας του αιγυπτιακού Χριστιανισμού», στον οποίο αναφέρεται η μελέτη του Δημήτριου Ν. Μόσχου, Από τον Όσιρι στον Υιό Δαυίδ. Η γένεση και το αρχέγονο πολίτευμα του Χριστιανισμού στην Αίγυπτο, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 2002.
Συνεπώς, η εικόνα του αββά Σισώη να θρηνεί πάνω στον τάφο του Μεγαλέξανδρου, για τον Θ. Ν. Παπαθανασίου ερμηνεύεται ως το γεγονός εκείνο όπου ο ασκητής Σισώης είναι πιθανόν να μην ταξίδεψε ποτέ εκτός Αιγύπτου, γι’ αυτό «συλλαμβάνει την αλήθεια του σύμπαντος κόσμου», είναι δηλαδή «άνθρωπος απείρως οικουμενικότερος του στρατηλάτη που άγγιξε τις γεωγραφικές εσχατιές της εποχή του». Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, μπορεί κανείς να κατανοήσει το γεγονός γιατί ο αγιογράφος ετούτης της εικονογραφικής παράστασης είχε την «εσχατολογική αυτοσυνειδησία του εκκλησιαστικού ανθρώπου», όπου μέσω του έργου του, τονίζει πως ο «βασιλιάς που λάμπρυνε την εποχή του δεν είναι απλώς γυμνός, ούτε καν μαρμαρωμένος, αλλά νεκρός! [...] Ο Σισώης ίσταται μπροστά σε οστά επώνυμα. Όχι διότι ο Αλέξανδρος υπήρξε εξαιρετικά διάσημος, αλλά επειδή για την Εκκλησία ουδείς ανώνυμος υπάρχει. Τα οστά, λοιπόν, μέσα στον τάφο δηλώνουν την αναπόφευκτη φθορά του αιώνος τούτου, αλλά και την προσδοκία της ανάστασης. Ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον Χριστό, την απαρχή των κεκοιμημένων, για να γίνει ο ίδιος μέτοχος της ανάστασης όχι απλώς με σώμα, αλλά με το σώμα του». 
Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία του Θ. Ν. Παπαθανασίου είναι σημαντική, διότι διερευνά συμβολισμούς Ορθόδοξης οικουμενικότητας και εσχατολογίας που, εξ ολοκλήρου, προέρχονται από την Ανατολή. Ας μην ξεχνάμε και το ρητό «ex oriente lux».

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

Η αδυνατότητα των πολιτικών να συγκροτήσουν λόγο ενότητας σημαίνοντος και σημαινόμενου

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στην τηλεόραση βλέπω την εικόνα του Πρωθυπουργού της πατρίδας μας απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν. Αναδίδει αίσθηση μιζέριας. Η ήττα είναι δεδομένη: ο Τούρκος Πρόεδρος κυριαρχεί, ενώ ο της πατρίδας μας ηγέτης είναι άβολος και άβουλος. Δεν έχει τα κότσια, φοβάται να κουνηθεί παραπέρα, να διακινδυνεύσει την αποφασιστικής σημασίας ρήξη με τον αντίπαλο, με στόχο την νίκη, μέσα στο γήπεδό του. Αναρωτιέμαι, ο Πρωθυπουργός της πατρίδας μας, μιλώντας για την Μονή της Χώρας των Ζώντων, αν είχε διαβάσει όσα γι' αυτήν έχει γράψει ο Θεόδωρος Μετοχίτης -αυτός ο άρχοντας και Μέγας Λογοθέτης του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄, που απεικονίζεται στο περιώνυμο ψηφιδωτό πάνω από τη θύρα του δεύτερου νάρθηκα, όπου ο Χριστός κάθεται σε θρόνο και δεξιά του γονατιστός κάθεται ο πανεπιστήμονας και διακεκριμένος ανθρωπιστής του 14ου βυζαντινού αιώνα, προσφέροντας το εν σμικρύνσει ομοίωμα της Μονής της Χώρας στον Παντοκράτορα Χριστό- θα είχε να πει κάτι διαφορετικό απ’ αυτά που ψέλλισε και που είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση;
Ο Μετοχίτης, στο ποίημά του: «Δοξολογία εις Θεόν και περί των καθαυτόν και της Μονής της Χώρας» -πλήρη έκδοσή του ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει εδώ- αναφερόμενος στην εικονογράφηση της Μονής κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης που κοσμεί το παρεκκλήσιο, την Ανάσταση του Χριστού. Στους στίχους 1094 – 1103 γράφει για τον Χριστό που «κατήλθε στον Άδη και τον κατέλυσε παίρνοντας ως λεία όλους τους νεκρούς που εκεί ήταν φυλακισμένοι και καθηλωμένοι από αρραγή δεσμά». «Άπαντες», συνεχίζει ο Μετοχίτης, «αναστήθηκαν αφού πρώτα αναστήθηκε ο Χριστός. Αυτά τα γεγονότα απεικονίστηκαν από αγιογράφους, οι οποίοι με μόχθο ιστόρησαν αυτές τις εικόνες».
Αξίζει, εδώ, να σημειώσω ότι ο Μετοχίτης ήταν και πολιτικός: Μέγας Λογοθέτης, επικεφαλής δηλαδή της πολιτικής διοίκησης τους βυζαντινού κράτους. Ο Βασίλειος Ν. Τατάκης, οξυδερκής στη φιλοσοφική κι όχι μόνο σκέψη του, στο κλασικό έργο του Η Βυζαντινή Φιλοσοφία (Αθήνα 1977), γράφει για το πολιτικό αισθητήριο του Μετοχίτη τα εξής αποκαλυπτικά: «Δάσκαλος του Γρηγορά και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της βυζαντινής γραμματείας, ο Μετοχίτης έχει έντονο το αίσθημα ότι είναι Έλληνας και μια εξίσου αίσθηση των κινδύνων που απειλούν την πατρίδα του, κίνδυνοι οι οποία τον έστρεψαν στην πολιτική. Όταν η πατρίδα κινδυνεύει, μόνο οι αδιάφοροι έχουν το θάρρος να μείνουν μακριά από την πολιτική ζωή. Ο Μετοχίτης συλλαμβάνει σε βάθος την αξία του πολιτισμού της χώρας του και την αξία της συντελούμενης αναγέννησης, αλλά συγχρόνως η καθαρή ματιά του τον κάνει να βλέπει τον επερχόμενο εχθρό, που μέλλει να καταλύσει τα πάντα. Γι’ αυτό φτάνει να καταραστεί την ημέρα που παντρεύτηκε και την ημέρα που έγινε πατέρας. Το τραγικό αυτόν τόνο τον ξαναβρίσκουμε σ’ όλους τους μεγάλους ανθρωπιστές των δύο τελευταίων αιώνων».
Να γιατί και πως πρέπει να είναι ένας πολιτικός όταν η πατρίδα του κινδυνεύει από εχθρούς. Σήμερα, όμως, το θηριώδες πρόβλημα των πολιτικών μας, κάθε λογής και απόχρωσης, η έννοια πατρίδα, για όλους τους, είναι βαρίδι.


Ο Θεόδωρος Μετοχίτης προσφέρει στον Χριστό ομοίωμα της Εκκλησίας. ΠΗΓΗ: ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΤΑΛΜΠΟΤ ΡΑΪΣ. (1994). Βυζαντινή Τέχνη, μτφρ. Ανδρέας Παππάς. Αθήνα: Υποδομή, εικ. 205.


Υ.Γ. Ο Μετοχίτης πιθανόν εικονίζεται και σε μια άλλη παράσταση της Μονής της Χώρας. Σύμφωνα με την Δρ. Μυρτάλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, παλαιοτέρα Διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, στην καμάρα του κεντρικού διαμερίσματος του παρεκκλησίου «Η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία», στο «Θρόνο της Ετοιμασίας μπροστά προσκυνούν ο Αδάμ και η Εύα, ενώ πιο κάτω τελείται η Ψυχαστασία. Στα γωνιακά μέρη, σάμπως σε λοφία τρούλου, είναι δυτικά η έγερση των νεκρών στην ξηρά και στη θάλασσα, και άγγελος προστάτης που άγει στην κρίση την ψυχή – πιθανώς του Μετοχίτη, καθώς σε γραπτή του επίκληση στον αρχάγγελο Μιχαήλ επιζητούσε». Βλ. ΜΥΡΤΑΛΗ ΑΧΕΙΜΑΣΤΟΥ – ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ. (1995). Βυζαντινές Τοιχογραφίες. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, εικ. 129, περιγραφή και σχολιασμός σ. 244.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Οι επέτειοι της 10ης και της 24ης Ιουλίου: Η πολιτική και η πολιτιστική μας μοίρα

Γράφει ο ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΑΝΙΔΗΣ


Θα ήθελα, λόγω της ημέρας, να μεταφέρω στους απανταχού Έλληνες ένα ψύχραιμο μήνυμα αισιοδοξίας. Παρά τις εντυπωσιακές δυσκολίες των ημερών και τα πολιτικά παίγνια που βρίσκονται σ' εξέλιξη... Χωρίς να υποβαθμίζω διόλου το γεγονός ότι η σημερινή επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας συμπίπτει με τη μεγάλη πληγή της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Σχεδόν μισόν αιώνα. Κι η μεγάλη μας ευθύνη του «Δεν Ξεχνώ». Ή, μήπως ξεχνάμε;
Επίσης, τέτοιες μέρες, το 2020 - συγκεκριμένα στις 10 Ιουλίου - ο θρησκολαϊκιστής Ερντογάν προκαλώντας εκ νέου ολόκληρη την χριστιανική Δύση και ανατρέποντας την κοσμική, κεμαλική παράδοση μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί προκαλώντας όχι αμελητέες φθορές στο μνημείο και προσβάλλοντας βάναυσα ένα πάνδημο συναίσθημα. Ως προς την τύχη και το μέλλον της Μεγάλης Εκκλησίας. Όμως οφείλουμε να θυμόμαστε ότι και ως τζαμί, ο περικαλλής ναός Haghia Sofia λέγεται πάλι. Έτσι λεγόταν πάντα και η ιστορία δεν αλλάζει από τα πρόσκαιρα καμώματα ενίων σατραπίσκων... Έτσι εξάλλου λέγεται κι ο σύγχρονος του, μικρότερος, γειτονικός ναός «Άγιοι Σέργιος και Βάκχος» που λειτουργούσε ανέκαθεν ως τζαμί. Κioutsouk Haghia Sofia λέγεται! Δηλαδή Μικρή Αγιασοφιά. Από τους πάντες. Με το Ισλάμ (που θα πει «υποταγή») να μη μπορεί να υπερβεί την αισθητική υπεροχή του Βυζάντιου. Τον ανυπότακτο, διαχρονικό πολιτισμό μας.
Όμως, έτσι συνέβαινε πάντα με την τέχνη των Ελλήνων. Θυμηθείτε τους κατακτητές Ρωμαίους, θυμηθείτε την λατρεία του αυτοκράτορα Αδριανού για ο,τιδήποτε ελληνικό, αθηναϊκό. Επειδή η ιστορία τιμωρεί, αυτό το ξέρουμε πολύ καλά. Και επειδή υπάρχουν μνημεία που αντιστέκονται στη βία ή την μικροπολιτική των περιστάσεων και παραμένουν αήττητα στο πέρασμα του χρόνου διατυπώνοντας βαρυσήμαντο, πολιτικό - εθνικό λόγο και γελοιοποιώντας όσους προσπάθησαν να τα εξευτελίσουν. Ένα τέτοιο μνημείο είναι και η Αγία του Θεού Σοφία.
Ο Ερντογάν, πάλι, με τον πολιτικό πρωτογονισμό και τη υλική ή συμβολική βία που ασκεί εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία, ζήλεια εκφράζει περισσότερο αλλά και συγκαλυμμένο θαυμασμό. Κάτι ανάλογο δηλαδή με το κακόζηλο turkaegean.
Πιο συγκεκριμένα: Απέναντι στην ορθολογιστική καθαρότητα αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής η Αγία Σοφία λειτουργεί με όρους υπερβατικούς, σαν ένα θαύμα που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους της βαρύτητας. Στην κλασική αρχιτεκτονική αποθεώνεται η λογική, στη βυζαντινή το υπέρλογο. Ένα ημισφαίριο που κρέμεται σε μεγάλος ύψος, σχεδόν 70 μ., θαρρείς από το πουθενά και κρύβει ιδιοφυώς τους τρόπους στήριξης του.
Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα μνημεία, τα κτίσματα εν γένει, ξεφεύγουν από τη βούληση των κτητόρων τους, ζουν τη δική τους ζωή ενσωματώνοντας τις επιδράσεις και τις προσθήκες διαφορετικών εποχών, καθώς μεταμορφώνονται ανάλογα με τη χρήση ή τη σκοπιμότητα των εκάστοτε ιδιοκτητών τους επιβιώνοντας μαγικά σαν τον Πρωτέα. Η Αγία Σοφία και ως κεμαλικό μουσείο διατηρούσε και διατηρεί τόσο τα αρχικά, βυζαντινά όσο και τα ισλαμικά, επίκτητα της χαρακτηριστικά: δηλαδή τους μιναρέδες, τους κουμπέδες εξωτερικά, το μιχράμπ, τη κίμπλα (τον τοίχο προς τη Μέκκα), το θεωρείο του Σουλτάνου, ανάλογο εκείνου του αυτοκράτορα, το μίνμπαρ (τον άμβωνα) εσωτερικά κλπ.
Θα 'λεγα πως το μνημείο αυτό είναι ένα υλοποιημένο λεξικό της ιστορίας της αρχιτεκτονικής όπως αυτή διαμορφώνεται από τις κατακτήσεις του Πανθέου της Ρώμης και φτάνει ως το Duomo της Φλωρεντίας και τον τρούλο του Μικελάντζελο στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης. Για παράδειγμα ο λεγόμενος αθωνικός τύπος ναού στο Άγιο Όρος αποτελεί εξέλιξη της κάτοψης της Αγιά Σοφιάς όπως και η θολοδομία της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης αλλά και πολλών άλλων, ιστορικών εκκλησιών. Κυρίως, όμως, η Αγία του Θεού Σοφία ενυπάρχει ως διαδικασία κατασκευής και ποιητικός συμβολισμός του άπειρου ουρανού σε όλα τα τρουλαία, ισλαμικά κτίσματα τόσο της Κωνσταντινούπολης, λ.χ., το Σουλεϊμανιέ του Σινάν ή το Μπλέ Τζαμί, όσο και της Προύσας, της Αδριανούπολης, του Ικονίου, της Τραπεζούντας κ.λπ. Χίλια χρόνια μετά! Γι' αυτό παραμένει ακατάλυτη και αείζωη και για αυτό κανένας όψιμος σουλτάνος δεν μπορεί να την αμαυρώσει. Στώμεν, άρα, καλώς και άνευ φόβου! Στώμεν μετά πίστεως.

Υ.Γ.1. Οι Οθωμανοί μετέτρεψαν εκατοντάδες Ορθόδοξους ναούς σε τζαμιά για πρακτικούς, συμβολικούς (πολιτικούς) αλλά και αισθητικούς λόγους. Οι Χριστιανοί έχοντας αίσθηση υπεροχής δεν επιδίδονταν σε τέτοιες μετατροπές. Η μόνη εξαίρεση που γνωρίζω, είναι ο καθεδρικός του Αγίου Τίτου στο Ηράκλειο Κρήτης. Και βέβαια υπάρχει ιστορική ερμηνεία για το γεγονός. Τα ιστορικά τζάμια του Διδυμοτείχου, της Ξάνθης, της Κομοτηνής, των Τρικάλων, το φετιχιέ τζαμί που έχτισε ο Μωάμεθ Β΄ δίπλα στους Αέρηδες της Πλάκας - μετατρέποντας επίσης το ελληνιστικό μνημείο του Κηρύστου σε τεκκέ των δερβίσηδων - το ελληνικό κράτος τα σεβάστηκε. Κάνοντας τα ή μουσεία ή επιτρέποντας να λειτουργούν ως τεμένη σε περιοχές που ζούσαν μουσουλμάνοι. Στην μελέτη μου για τα τζαμιά και τα μετζίτια - μικρότερα τεμένη χωρίς μιναρέ - της Δυτικής Θράκης (εκδόσεις Μίλητος) μέτρησα πάνω από 250 εν χρήσει τεμένη στο ελληνικό έδαφος. Αυτά ως απάντηση στον Υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας που ισχυρίζεται ψευδώς ότι δεν υπάρχουν τζαμιά στην Ελλάδα. Μια τέτοια μέρα οφείλουμε να επαγρυπνούμε, να επιμένουμε στην τήρηση των διεθνών κανόνων, να είμαστε υπερήφανοι για τον διαχρονικό πολιτισμό μας επιδιώκοντας να αποδεικνυόμαστε αντάξιοι του.

Υ.Γ.2. Η Αγία του Θεού Σοφία, το υπεροχότερο κτίσμα του Μεσαιωνικού κόσμου λοιπόν, η μεγαλοφυής, αισθητική εξισορρόπηση Ανατολής και Δύσης, αποδεικνύεται, ακόμη μία φορά, ακατανίκητη και υπερέχουσα. Παρά τις ύβρεις που υφίσταται. Τόσο ώστε, κατά βάθος, να μην την αγγίζουν ούτε στο ελάχιστο τα βέβηλα χέρια κάθε νεοβάρβαρου ή τα ψοφοδεή όσο και υποκριτικά ψευτοδάκρυα των δήθεν πολιτισμένων και δήθεν, πρόσκαιρα ισχυρών της γης. Είτε διαμένουν στην Ουάσιγκτον, είτε στη Μόσχα, είτε στο Βερολίνο, είτε στη Ρώμη, είτε στις Βρυξέλλες, είτε οπουδήποτε αλλού...

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020