Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπιστικές Σπουδές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωπιστικές Σπουδές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων: Μήνυμα για την έναρξη των Πανελλαδικών Εξετάσεων

«Κηρυγματοπληξία» παθαίνουν κάθε χρόνο οι περί την εκπαίδευση εκπρόσωποι -μετριότητες οι περισσότεροι- πριν αρχίσουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις. Και δεν είναι μόνον αυτοί. Είναι και οι Ενώσεις Γονέων και Κηδεμόνων. Τα ευχολόγιά τους για καλή επιτυχία δεν έχουν προηγούμενο. Διακοσμητικά και στερεοτυπικά, πέρα για πέρα. Τα διαβάζω κι αναρωτιέμαι σε ποιους απευθύνονται. Θα μου πει κάποιος, γιατί τα ψέγω. Απαντώ: καλοπροαίρετη είναι η κριτική μου. Σ’ ένα κοινωνικό σύστημα που η εκπαίδευση είναι ζωντανό κομμάτι της, τα με «κηρυγματοπληξία» ευχολόγια, πιστέψτε με, δεν τα λαμβάνουν υπόψη τους οι υποψήφιοι μαθητές. 
Το μόνο μήνυμα που διάβασα και το περιεχόμενό του είναι ουσιαστικό, προέρχεται από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων (ΠΕΦ). Αξίζει να το διαβάσουμε γιατί πέραν της υποστήριξης προς τους υποψήφιους μαθητές, καταθέτει δημόσια τις σοβαρές ενστάσεις και τους προβληματισμούς της για το ισχύον εξεταστικό σύστημα· «κάνει λόγο για ένα μοντέλο αξιολόγησης που εντείνει την πίεση στους νέους, περιορίζει την ουσιαστική εκπαιδευτική διαδικασία και αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ένα σχολείο με επίκεντρο τη γνώση, την καλλιέργεια και την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών». Α.Ι.Κ.


Ιδού τα καίρια που καταθέτει η ΠΕΦ:
Λίγες μέρες πριν από την έναρξη των Πανελληνίων Εξετάσεων, αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχηθούμε καλή δύναμη στους μαθητές και στις μαθήτριες που δίνουν αυτή τη δύσκολη δοκιμασία, καθώς και στους γονείς τους και στους συναδέλφους μας, αλλά και να μοιραστούμε ορισμένες σκέψεις και ευρύτερους προβληματισμούς σχετικά με τον χαρακτήρα και τη θέση των εξετάσεων στο σημερινό σχολείο.
Ως Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, στεκόμαστε δίπλα στις αγωνίες, στις προσδοκίες και στις ανησυχίες των νέων ανθρώπων για το μέλλον τους, αλλά και στον αγώνα που δίνουν για τη ζωή και τα όνειρά τους. Άλλωστε, βρισκόμαστε δίπλα τους σε όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και γνωρίζουμε από κοντά τόσο τις αιτίες όσο και τις μορφές της πίεσης που βιώνουν σε σχέση με την επαγγελματική τους πορεία και τη ζωή τους γενικότερα, πίεσης που συνδέεται άμεσα με τη δοκιμασία των Πανελληνίων Εξετάσεων.
Για τον λόγο αυτό, και με αφορμή την έναρξη των Πανελληνίων Εξετάσεων, θέτουμε δημόσια τους προβληματισμούς μας σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους ως μοναδικού τρόπου αξιολόγησης για την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, έχοντας πρωτίστως παιδαγωγικά κριτήρια.
Όλα αυτά τα χρόνια διαπιστώνεται ότι δεν επιτυγχάνεται η ουσιαστική προετοιμασία των μαθητών, όχι απλώς για να ανταποκριθούν στις εξετάσεις, αλλά κυρίως για να είναι σε θέση να προσεγγίσουν ουσιαστικά το επιστημονικό αντικείμενο με το οποίο θα ασχοληθούν στη σχολή εισαγωγής τους. Πρώτα απ’ όλα, επιβεβαιώνεται η διαρκής υποχώρηση των γενικών γνώσεων, των πνευματικών ερεθισμάτων, των κλίσεων και των ανησυχιών των μαθητών· γεγονός που δεν επιτρέπει την καλλιέργεια, σε ακαδημαϊκό επίπεδο, επιστημολογικών αρετών ικανών να ενισχύσουν μια ουσιαστική και αναβαθμισμένη σχέση με την επιστήμη και την έρευνα.
Με άλλα λόγια, η αποτυχία του συστήματος είναι βαθύτερη και αφορά την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία· αποτυπώνεται, όμως, και στους αριθμούς, όπως δείχνει η διαρκής υποχώρηση των βάσεων εισαγωγής, η οποία μαρτυρεί την αδυναμία πολλών μαθητών να ανταποκριθούν σε ομολογουμένως αμφίσημης αξίας θέματα εξετάσεων.
Δηλαδή, η αποτυχία είναι θεμελιώδης όσον αφορά την εκπαιδευτική πράξη, αλλά αποτυπώνεται και σε ποσοτικούς δείκτες, όπως προκύπτει από τη διαρκή υποχώρηση των βάσεων εισαγωγής, η οποία καταδεικνύει την αδυναμία ανταπόκρισης των μαθητών.
Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μαθήματα των ανθρωπιστικών σπουδών, είμαστε βέβαιοι ότι οι ρυθμοί των αλλεπάλληλων εξετάσεων δεν επιτρέπουν την ουσιαστική αφομοίωση των γνωστικών αντικειμένων, ενώ θέτουν σοβαρούς περιορισμούς στη μεθοδολογική επάρκεια που απαιτείται για την προσέγγιση ιστορικών φαινομένων, την ερμηνεία ιστορικών γεγονότων, την αποκωδικοποίηση του νοήματος μέσω της μεταγραφής ενός γλωσσικού κώδικα στη νεότερη εκδοχή του, χωρίς να παραβιάζεται το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς ενός «άγνωστου» αρχαίου κειμένου — το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν είναι άγνωστο — καθώς και στην καλλιέργεια μιας μηχανιστικής και τεχνοκρατικής οριοθέτησης των στοιχείων που απαιτούνται για την παραγωγή γραπτού λόγου κ.ά.
Ως Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, προφανώς και δεν θεωρούμε ότι η προσπάθεια των μαθητών αποτιμάται σε μια τρίωρη εξέταση, ούτε και ότι πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο. Διαφωνούμε, τόσο παιδαγωγικά όσο και επιστημονικά, με τους όρους της αξιολογικής διαδικασίας για την είσοδο στην Ανώτατη Εκπαίδευση, καθώς, στην ουσία της, αντανακλά και αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό της εκπαίδευσης.
Δική μας προσπάθεια είναι να αναδεικνύουμε ότι σήμερα είναι εφικτή η θεσμοθέτηση και οργάνωση ενός σχολείου στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται η γνώση και η ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών και μαθητριών μας. Ένα σχολείο που δεν θα λειτουργεί αποκλειστικά ως προθάλαμος της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ούτε ως κοινωνικά παθητικός θεσμός σε μια κοινωνία που συχνά καλλιεργεί τον ανορθολογισμό, τις εξαρτήσεις, την παραβατικότητα των νέων και τον ατομισμό ως στάση ζωής.
Ένα σχολείο με κοινές αξίες και σαφείς σκοπούς, το οποίο θα μπορούσε να συμπυκνώνει το όραμά του στο σύνθημα: «Ένας για όλους και όλοι για έναν». Δηλαδή, ένα σχολείο που θα αναγνωρίζει κάθε ξεχωριστό μαθητή και μαθήτρια. Ένα σχολείο, τελικά, για όλους. Το Δ.Σ.
ΠΗΓΗ: Alfavita

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Φοιτήτρια Φιλολογίας σώζει την τιμή των Ανθρωπιστικών Επιστημών!!!

Γιατί χρειαζόμαστε ακόμα τον Φιλόλογο σε μια εποχή που ζητά μόνο Τεχνοκράτες;

Γράφει η Μάιρα Τρικαλίτη, Φοιτήτρια Φιλολογίας ΕΚΠΑ

Ας είμαστε ειλικρινείς: Αν αύριο το πρωί εξαφανίζονταν όλοι οι προγραμματιστές του κόσμου, το Διαδίκτυο θα κατέρρεε, οι τράπεζες θα παρέλυαν και η ανθρωπότητα θα επέστρεφε -τρομοκρατημένη- στην εποχή του περιστεριού. Αν όμως εξαφανίζονταν οι Φιλόλογοι; Πιθανότατα θα χάνονταν απλώς η σωστή χρήση της υποτακτικής και κάποιοι ενοχλητικοί τύποι που επιμένουν να διορθώνουν το «σαν» και το «ως» στα σχόλια του Instagram. Ή μήπως όχι;
Σε έναν κόσμο που η επιτυχία μετριέται σε gigabytes, ο Φιλόλογος μοιάζει με τον τελευταίο των Μοϊκανών μέσα σε ένα data center. Γιατί όμως επιμένουμε στην ύβρη του Αγαμέμνονα ή στον Θουκυδίδη, όταν το ChatGPT γράφει περιλήψεις σε δευτερόλεπτα; Και τελικά, σε έναν κόσμο που μαθαίνει στα παιδιά μας «πώς» να φτιάχνουν πράγματα, ποιος θα τους μάθει το «γιατί» αξίζει να τα φτιάχνουν;
Μέσα σε αυτό το κυρίαρχο ψηφιακό περιβάλλον, η γλώσσα είναι ο πρώτος και σημαντικότερος κώδικας. Αν ο προγραμματιστής κάνει debug (=εντοπισμός σφαλμάτων) σε μια εφαρμογή, ο Φιλόλογος κάνει debug στη σκέψη, χωρίς φυσικά να αποτελεί τον «αστυνόμο λέξεων». Για παράδειγμα, στα social media, ο διάλογος έχει αντικατασταθεί από παράλληλους μονολόγους. Όταν ο μαθητής γράφει στην έκθεση «πρέπει να πείσουμε τον άλλον με κάθε μέσο», ξεχνάει τη λέξη διαλεκτική. Ο Φιλόλογος του μαθαίνει ότι συζήτηση σημαίνει «θέτω τη γνώμη μου στην κρίση του άλλου», όχι «ουρλιάζω πιο δυνατά μέχρι να σωπάσει» προκειμένου να αποφευγχθούν αυτά τα σφάλματα λογικής (“logic error”).
Αυτή η πνευματική θωράκιση είναι που κάνει τον Θουκυδίδη πιο επίκαιρο από ποτέ. Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από fake news και αλγοριθμικά φιλτραρισμένες αλήθειες, η ανάλυση λόγου δεν είναι φιλολογική πολυτέλεια, αλλά πράξη αυτοάμυνας. Ο μαθητής που έμαθε να αποδομεί την προπαγάνδα στους δημηγορικούς λόγους του 5ου π.Χ. αιώνα, είναι ο ίδιος που σήμερα μπορεί να «διαβάσει» πίσω από τις γραμμές ενός λαϊκίστικου post ή μιας παραπλανητικής διαφήμισης και στην τελική να καταλάβει πότε τον «δουλεύει» ένας influencer ή ένας πολιτικός σήμερα. Επομένως, οι τεχνοκράτες μπορεί να φτιάχνουν τους αλγόριθμους που διασπείρουν την πληροφορία, αλλά ο Φιλόλογος δίνει τα αντισώματα.
Ωστόσο, η Φιλολογία δεν σταματά στην ψυχρή ανάλυση. Εκεί που η τεχνοκρατία βλέπει μονάδες και δεδομένα, εμείς αναζητούμε την ενσυναίσθηση. Η Λογοτεχνία λειτουργεί ως ο απόλυτος προσομοιωτής πραγματικότητας: χωρίς να χρειάζεται VR γυαλιά, ο μαθητής μπαίνει στα παπούτσια του «άλλου», βιώνει τον πόνο, τη χαρά και το δίλημμα ανθρώπων που δεν συνάντησε ποτέ. Αυτή η «εκπαίδευση καρδιάς» είναι που μας προστατεύει από το να γίνουμε αποτελεσματικά ρομπότ, αλλά κοινωνικά αναλφάβητοι. Όταν διαβάζεις έναν ήρωα που υποφέρει, «εκπαιδεύεις» τους νευρώνες σου να καταλαβαίνουν τον διπλανό σου. Σε μια κοινωνία που γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακά αυτιστική, ο Φιλόλογος διδάσκει το μοναδικό πράγμα που η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα έχει ποτέ (ή τουλάχιστον ακόμα): ανθρώπινη επαφή.
Τελικά, η διαφορά μας από την αμιγώς τεχνοκρατική προσέγγιση συνοψίζεται σε μια μικρή λέξη. Από τη μία, η τεχνοκρατία εστιάζει στο αποτέλεσμα, ενώ η Φιλολογία στη διαδρομή. Η τεχνολογία και οι θετικές επιστήμες είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι στο «πώς»: πώς θα χτίσουμε έναν ουρανοξύστη, πώς θα φτιάξουμε έναν αλγόριθμο. Ο Φιλόλογος, όμως, είναι αυτός που επιμένει να θέτει, αλλά και να βοηθά τους μαθητές να απαντήσουν αυτό το ενοχλητικό «Γιατί»: γιατί χρειαζόμαστε αυτή την εφαρμογή; Γιατί είναι σημαντικό να είμαστε δίκαιοι; Και κυρίως, το μόνιμο παράπονο της έδρας: γιατί να μαθαίνουμε αρχαία σήμερα; Σε έναν ωκεανό πληροφορίας που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Φιλόλογος είναι αυτός που επιμένει να ελέγχει τα φρένα των αξιών. Γιατί σε έναν κόσμο που έμαθε μόνο να πατάει γκάζι, η ικανότητα να σταματάς και να στοχάζεσαι είναι η μόνη διαφορά ανάμεσα στην εξέλιξη και την καταστροφή. Και εμείς είμαστε οι φύλακες των αξιών σε μια εποχή που όλα έχουν τιμή, αλλά τίποτα δεν έχει αξία.
Ίσως, λοιπόν, ο Φιλόλογος να μην είναι ο άνθρωπος που διορθώνει απλώς εκθέσεις, αλλά αυτός που προσανατολίζει το μέλλον. Γιατί, αν η τεχνολογία μας κάνει πιο ισχυρούς, οι ανθρωπιστικές σπουδές μας κάνουν πιο ανθρώπους. Κι αν στο τέλος της ημέρας οι μαθητές μας ξεχάσουν πού μπαίνει η υπογεγραμμένη, μικρό το κακό· αρκεί να θυμούνται πώς να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές. Γιατί εκεί, ανάμεσα στις γραμμές, κρύβεται η ελευθερία τους.

ΠΗΓΗ: ESOS


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Ιστορική Βιβλιοθήκη Γυμνασίου Μυτιλήνης, νυν Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου· χειρόγραφο χαρτώον του ΙΗ΄ αιώνος, σχ. 0,195χ0,145, εκ φύλλων 145. Περιέχει Ξενοφώντος Κύρου Παιδείαν, μετά πολλών σημειώσεων. Βλ. Αθανασίου Γ. Τσερνόγλου. Συμπληρωματικός Κατάλογος Χειρογράφων της Παλαιάς Γυμνασιακής Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης νυν Α΄ Γυμνασίου Μυτιλήνης, Μυτιλήνη 1991· [ανάτυπον].

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024

Καλή σχολική χρονιά. Αν και δεν τη βλέπω, ωστόσο ελπίζω

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στο ΥΠΑΙΘΑ μας δουλεύουν «ψιλό γαζί». Από το νέο σχολικό έτος εισάγονται, λένε, αλλαγές. Τις διατυμπανίζουν λες και θα γίνει η… ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ!!! Και σαν μην έφτανε η προπαγάνδα τους, προϊστάμενοι διευθύνσεων εκπαίδευσης και σχολικοί σύμβουλοι, ετοιμάζονται, λένε και αυτοί, για τις επιμορφώσεις που θα κάνουν, διαδικτυακώς -η Webex ζει και βασιλεύει!!!- σε όλους τους εκπαιδευτικούς. Kαι με τι θεματολογία θα γίνουν αυτές οι «επιμορφώσεις»!!! Είναι να γελάει και ταυτόχρονα να κλαίει κανείς. Κατά πως έλεγε σε δύο στίχους του ο Μανώλης Ρασούλης, στο ωραίο τραγούδι που τραγουδούσε ο αλησμόνητος Νίκου Παπάζογλου: «Όλο ίδια και τα ίδια, / του μυαλού σου ροκανίδια». Μα, για όνομα του Θεού. Αυτό είναι το σχολείο που ονειρεύονται;
Ετούτες τις μέρες διαβάζω το λογοτέχνημα – αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη. Μόλις κυκλοφόρησε: Η βία της αποτυχίας Δύο δολοφονίες, η πρώτη ενός πανεπιστημιακού καθηγητή της ΑΣΟΕ (ονόματι Θεμιστοκλής Ροδάκης), που διδάσκει Μαθηματικά για Οικονομολόγους, και η δεύτερη ενός γραμματέα της μέσης εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, στον οποίο ανατέθηκαν αλλαγές που αφορούσαν μαθήματα στο Λύκειο, με καυστικό τρόπο φέρνουν στο προσκήνιο όλα τα στρεβλά κι ανάποδα που συμβαίνουν για πάνω από τρεις δεκαετίες στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αντιγράφω τρεις ανακοινώσεις των υποτιθέμενων δολοφόνων των δύο παραπάνω προσώπων του βιβλίου. Ο δεύτερος μάλιστα (ονόματι Στέφανος Ρόκκος) άδικα δολοφονήθηκε, αφού ήταν αντίθετος με τις αλλαγές· τις φορτώθηκε όμως σαν καλός «πολλαπλασιαστής» που ήταν. Ο κύριος ήρωας του βιβλίου, ο γνωστός διευθυντής Ασφάλειας Αττικής Κώστας Χαρίτος, στις καλύτερες, νομίζω, υποθέσεις του. Η λογοτεχνική μαστοριά του Πέτρου Μάρκαρη, ομολογουμένως, καθηλώνει τον αναγνώστη. Και, βέβαια, έχει πολλούς αποδέκτες. Όχι μόνο φίλους της λογοτεχνίας, αλλά και όλους εμάς που, ζούμε, αναπνέουμε και διδάσκουμε μαθητές και φοιτητές.

Ανακοίνωση 1η:
«Ποιος ενδιαφέρεται σήμερα για τη φιλοσοφία, τα γράμματα ή την ποίηση; Τα πάντα είναι στραμμένα γύρω από την τεχνολογία και τα μαθηματικά που απαιτεί η Οικονομία. Οι σημερινές βιβλιοθήκες βρίσκονται στο κινητό και το Google. Δεν θα αφήσουμε να μετατραπούν τα βιβλία των ανθρωπιστικών επιστημών σε αντίκες ούτε οι βιβλιοθήκες σε μουσεία. Πρέπει να σταματήσουμε αυτούς που καταργούν τη σοφία και βάζουν στη θέσης της το Google. Θα φέρουν καταστροφή. Εμείς κάναμε την αρχή» (σ. 52).

Ανακοίνωση 2η:
«Όσοι σπούδασαν φιλοσοφία, ξέρουν τη ρήση του Καρτέσιου “σκέπτομαι, άρα υπάρχω”. Στην Ελλάδα ανατρέψαμε αυτή τη ρήση και λέμε: “έχω καρέκλα, άρα υπάρχω”. Ο Στέφανος Ρόκκος ανήκε σ’ αυτούς που είχαν καρέκλα. Και αποφάσισε να αναμορφώσει τις σπουδές του λυκείου, ώστε να ανοίγουν στους μαθητές δρόμο για τις καρέκλες σε επιχειρήσεις και σε οργανισμούς. Η σκέψη δεν έχει σημασία, η καρέκλα μετράει. Θα παλέψουμε, όποιο και αν είναι το κόστος για εμάς» (σ. 97).

Ανακοίνωση 3η:
«Εμείς οι Έλληνες μάθαμε μια πικρή αλήθεια: κάθε αλλαγή φέρνει τα χειρότερα. Γι’ αυτό η πρώτη αντίδρασή μας σε κάθε καινούργιο νόμο είναι ο πανικός. Και γι’ αυτό στην Ελλάδα ισχύει πάντα το “κάθε πέρυσι και καλύτερα”. Οι μεταρρυθμίσεις στην παιδεία είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα. Τώρα, σχετικά με τους δολοφόνους, θα συνιστούσα στην αστυνομία να ψάξει ανάμεσα σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που πηγαίνουν στα σχολεία για να ασκηθούν στη γνώση και ασκούνται στο μπούλινγκ. Δεν αποκλείεται, κάποιοι απ’ αυτούς να πέρασαν, με την είσοδό τους στα πανεπιστήμια, από την άσκηση του μπούλινγκ στην εφαρμογή και στην πράξη» (σσ. 110-111).

Το βιβλίο του Μάρκαρη, πίσω από τους φόνους και πίσω από τη λογοτεχνική περιγραφή της εσκεμένης, από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας, υποβάθμισης των ανθρωπιστικών σπουδών, κάνει λόγο και για τη βία στα σχολεία. Ευχής έργο θα ήταν σε μια επιμόρφωση εκπαιδευτικών, βιβλία όπως του Μάρκαρη, να ήταν το κύριο θέμα της. Αλλά το σημερινό σχολείο και οι ιθύνοντες που το εποπτεύουν και το αξιολογούν, ενδιαφέρονται μόνο για επιφανειακά ζητήματα τα οποία σχετίζονται με τη λειτουργία του (απουσίες, ποινολόγια, κινητά τηλέφωνα, καταργήσεις σχολικών μονάδων, συγχωνεύσεις τμημάτων και πάει λέγοντας).
Καλή σχολική χρονιά. Αν και δεν τη βλέπω, ωστόσο ελπίζω.


Γεράσιμος Στέρης, Ελληνικό νησί. ΠΗΓΗ: paletaart – Χρώμα & Φως

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

Η βία της αποτυχίας

Η Αθήνα αλλάζει όψη κάτω από τις νέες οικονομικές συνθήκες και η βία εξαπλώνεται ανάμεσα στους νέους. Η δολοφονία ενός καθηγητή οικονομικών της ΑΣΟΕ μέσα στον χώρο του πανεπιστημίου φέρνει τον διευθυντή Ασφάλειας Αττικής Κώστα Χαρίτο και την αστυνόμο Αντιγόνη Φερλέκη αντιμέτωπους με μία από τις πιο δύσκολες υποθέσεις.
Οι φοιτητικές διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις με την αστυνομία βοηθούν τους δράστες να καλύψουν τα ίχνη τους. Μια ανακοίνωση αποκαλύπτει τους λόγους, αλλά το κίνητρο είναι βαθύτερο. Η δολοφονία ενός γραμματέα μέσης εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας που ακολουθεί και η σύνδεση των δύο φόνων περιπλέκει την έρευνα για την εξιχνίασή τους.
Οι κινήσεις του τμήματος Ανθρωποκτονιών δεν οδηγούν πουθενά. Μια απρόσμενη ανατροπή όμως θα ρίξει φως στην υπόθεση. Μια ανατροπή που ενισχύει τη συνέχεια του κύκλου της βίας· [Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου].
«Ένας από τους δέκα καλύτερους σύγχρονους αστυνομικούς συγγραφείς της Ευρώπης» (Brian Oliver, The Observer).


«Αυτός που μιλάει είναι ο νέος υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Αναλαμβάνει σήμερα τα καθήκοντά του και μας κάλεσε για τη συνάντηση γνωριμίας. Οι συναντήσεις με τους υπουργούς είναι συνήθως μια πλύση εγκεφάλου, πάντα με το ίδιο νερό και με το ίδιο σαπούνι» (σ. 11).
«…Το πρόβλημα είναι ότι βρισκόμαστε στο μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν αφήσεις όλους αυτούς, αναρχικούς και μπαχαλάκηδες, αδέσποτους, για να μην οξύνεις την κατάσταση, θα διαλύσουν τα πανεπιστήμια. Αν στείλεις την αστυνομία, όπως κάναμε χτες, ξυπνάς τα αντιεξουσιαστικά τους σύνδρομα και πιστεύουν ότι ανασταίνουν την αντίσταση και το Πολυτεχνείο. Άντε τώρα να τα εξηγήσεις όλα αυτά στον καινούργιο υπουργό, που νομίζει ότι η εμφάνιση της αστυνομίας είναι το μαγικό ραβδί, που διώχνει τη βία» (σ. 24).

«Στο τελευταίο βιβλίο του, "Η βία της αποτυχίας", που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κείμενα, ο Μάρκαρης βουτάει σε ακόμα βαθύτερα νερά, θίγοντας θέματα πολιτικά, αλλά και ζητήματα κοινωνικά και οικουμενικά. Ξεκινώντας από το θέμα της πανεπιστημιακής αστυνομίας και τις συγκρούσεις στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, επεκτείνεται στο πρόβλημα του μπούλινγκ στα σχολεία και στη σύνδεσή του με τη βία στους δρόμους και στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στην αλλαγή του εγχώριου εργασιακού τοπίου με την εγκατάσταση πολλών εταιρειών τεχνολογίας στην Ελλάδα. Παράλληλα, ασκεί κριτική στον τρόπο πολιτικής διαχείρισης και στην πραγματικότητα της κυβερνητικής ανάμειξης σε θέματα, όπως αυτά της ασφάλειας, αλλά και στις αγκυλώσεις που διαιωνίζονται στη δημόσια διοίκηση. Εκεί όμως που κάνει την κίνηση ματ είναι όταν επιλέγει να αναδείξει ένα θέμα που έχει περάσει κάτω από το ραντάρ της δημόσιας συζήτησης, αυτό της απαξίωσης των ανθρωπιστικών σπουδών τα τελευταία χρόνια και της υποχώρησής τους στις προτιμήσεις των υποψήφιων φοιτητών, οι οποίοι στρέφονται προς τις σπουδές οικονομικών και τεχνολογίας λόγω της αύξησης των θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις τεχνολογίας και επιστήμης των υπολογιστών»· [απόσπασμα: ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. «Ανθρωπιστικές σπουδές μετά φόνων», στην: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ].

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Η χαμένη τιμή των φιλολόγων

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Κάποτε, όχι και τόσο κάποτε εδώ που τα λέμε, οι φιλολογικές σχολές των ΑΕΙ υποδέχονταν τους καλύτερους. Για να σπουδάσεις φιλολογία έπρεπε να αποδείξεις ότι σου αρέσει το διάβασμα κι ότι μπορείς να χειριστείς τον πολύπλοκο μηχανισμό της υπέροχης μηχανής των αρχαίων ελληνικών. Οι περίφημες βάσεις εισαγωγής στις φιλολογικές σχολές ήσαν οι υψηλότερες. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, ήταν υψηλότερη ακόμη κι από τη Νομική. Η δε Φιλολογία του Αριστοτελείου αντιμετωπιζόταν όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Φέτος, για την εισαγωγή στη Φιλολογία του Αριστοτελείου απαιτούνταν λιγότερα μόρια κι από τις θεατρικές σπουδές. Δεν είναι να απορείς κατόπιν τούτου που διάφοροι θεατρολόγοι θεωρούν πως ο Αισχύλος υπερασπιζόταν τον αγώνα των Παλαιστινίων. Απλώς κανείς δεν τους έμαθε να διαβάζουν. Όπως δεν είναι να απορεί κανείς που οι Ελληνες μαθητές αποτυγχάνουν στην κατανόηση κειμένου. Οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής στις φιλολογικές σχολές δίνουν και το μέτρο της εκτίμησης με την οποία αντιμετωπίζει το σχολείο την ανάγνωση, την ελληνική γραμματεία, τη γλώσσα. Διότι όλα ξεκινούν από τη μέση εκπαίδευση. Στην πρώτη εφηβεία θα κριθεί αν θα γίνεις αναγνώστης ή αν θα αντιμετωπίζεις την ανάγνωση ως μια ξεπερασμένη δραστηριότητα που την ασκούν μόνον όσοι δεν έχουν τι άλλο να κάνουν. Ο σημερινός κόσμος προσφέρει στον έφηβο όλες τις δυνατότητες να συμμετέχει ενεργά στην ηλεκτρονική οικουμένη. Το κενό που οφείλει να καλύψει το σχολείο είναι η σχέση του εφήβου με το πολιτισμικό μας κεφάλαιο.
Με τις ίδιες ελάχιστες απαιτήσεις αντιμετωπίζονται και όσοι θέλουν να σπουδάσουν αρχαιολογία. Κι εκεί οι βάσεις είναι χαμηλές. Κι αυτό σε μια χώρα που υποτίθεται ότι θέλει να προσελκύσει φοιτητές απ’ όλον τον κόσμο για να σπουδάσουν αρχαιολογία από «πρώτο χέρι». Αν εμείς οι ίδιοι κατεβάζουμε τον πήχυ των απαιτήσεων τόσο χαμηλά, πώς θα πείσουμε τους άλλους ότι αξίζει τον κόπο το αγώνισμα; Πόσες γενιές φιλολόγων έχουν κοπιάσει για να ρίξουν το επίπεδο της τέχνης τους; Πόση παπαγαλία έχει ξοδευτεί για να πεισθούν οι μαθητές ότι η τέχνη της ανάγνωσης είναι μια ανιαρή και άχρηστη δραστηριότητα; Δεν ισχυρίζομαι ότι το «κάποτε» ήταν καλύτερο από το τώρα. Το σπέρμα της σημερινής απαξίωσης βρίσκεται στον φορμαλισμό από τον οποίον έπασχαν πάντοτε οι εν Ελλάδι φιλολογικές σπουδές. Ομως, αντί να διορθώσουμε τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, τις εντάξαμε στον κανόνα της «ήσσονος προσπαθείας» και των ελάχιστων απαιτήσεων για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Η πολιτεία δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του προβλήματος. Κι ότι εκεί διακυβεύεται η ύπαρξη της γλώσσας μας και κατά συνέπεια της εθνικής μας συνείδησης. Αν δεν υπάρχουν αναγνώστες ελληνικών, η γλώσσα μας θα πεθάνει από έλλειψη οξυγόνου.