Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση

Του ΧΑΡΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ


50 χρόνια πριν.... 24η Ιουλίου 1974, ώρα 4η πρωϊνή. Ο Κων. Καραμανλής ορκίζεται από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ως Πρωθυπουργός της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος, υπό το βλέμμα του εκπροσώπου του ήδη καταρρεύσαντος δικτατορικού καθεστώτος στρατηγού Γκιζίκη. Ξημερώνει Δημοκρατία!

Συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από την 24η Ιουλίου του 1974, όταν στα ξημερώματα της ημέρας αυτής, μετά την πτώση (ουσιαστικά: αυτοδιάλυση…) του δικτατορικού καθεστώτος της Επταετίας (1967-1974), με την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως Πρωθυπουργού, από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ξημέρωνε Δημοκρατία! Ποιες ήταν απόψεις του Κων. Καραμανλή για τη στάση της δικτατορίας απέναντι στην Εκκλησία και πως η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας στη χώρα συνδέθηκε με την διασφάλιση της σταθερότητας και ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στη κοινωνία, όπως η Εκκλησία;
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κων. Καραμανλής επανειλημμένως είχε “καυτηριάσει” την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το καθεστώς. Στα τέλη του 1969, εποχή κατά την οποία εξελίσσεται εμφαντικώς η προπαγάνδα του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Οκτωβρίου 1969), διακωμωδώντας την «ελληνοχριστιανική» εκδοχή της πολιτικής της δικτατορίας θα δηλώσει: «Το καθεστώς των Αθηνών στερούμενον ιδιαιτέρου ιδεολογικού προσανατολισμού εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – ούτε καν της κλασικής δικτατορίας – ανταποκρίνεται. Και το εν λόγω κενόν δεν δύναται να πληρωθεί ούτε με μεσαιωνικάς θεοκρατικάς εννοίας, ούτε με συνθήματα ως το “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ αι μέθοδοι του καθεστώτος είναι ελάχιστα χριστιανικαί…».
Είναι σαφές ότι με τις δηλώσεις του αυτές ο Καραμανλής επιχειρεί να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο της δικτατορίας από τον χώρο της συντηρητικής δημοκρατικής παρατάξεως που θα μπορούσε θεωρητικώς να παράσχει στο στρατιωτικό καθεστώς μια υποτυπώδη αποδοχή. Από τις δηλώσεις του Καραμανλή δεν λείπει και η καυστική ειρωνεία για την πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και μάλιστα, όπως σημειώνει, μια εκμετάλλευση «με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται για αιχμηρή κριτική αναφορά στις καθεστωτικές πρακτικές στον χώρο της θρησκείας, τις οποίες ο Καραμανλής διακωμωδεί θεωρώντας τες ως μια παρωδία θρησκευτικότητας, με την οποία η αυθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη ουδεμία μπορεί να έχει σχέση.
Την άνοιξη του 1973 ο Καραμανλής με βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη» θα απευθύνει σκληρή κριτική κατηγορώντας τη στρατιωτική Κυβέρνηση ότι με την ανερμάτιστη πολιτική της αποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους «δεινοπαθούντες» θεσμούς και την Εκκλησία. «Η Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκώς αποδιοργάνωσε τη Διοίκηση, την Εκκλησία και την Παιδεία, κατά τρόπον ώστε να παρουσιάζουν την εικόνα επικινδύνου αποσυνθέσεως», θα τονίσει ο αυτοεξόριστος τότε Έλληνας πολιτικός, ο οποίος, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεται και παρακολουθεί στενά το «μαρτύριο» που βιώνει την περίοδο αυτή η Εκκλησία.
Ο Καραμανλής αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως ηθικοποιητικό και φρονηματιστικό φορέα της κοινωνίας που έχει ως αποστολή να συνδράμει στο έργο της Πολιτείας, εντός πάντα ενός πλαισίου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον οποίο, πάντως, ο ίδιος, ως φιλελεύθερο πνεύμα, εννοιολογικά και σημασιολογικά προσλαμβάνει ως αναφορά στο δίπολο του κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και της χριστιανικής ορθοδοξίας, ως ένα «ιδεώδες» πολιτισμού και όχι ως πολιτικοθρησκευτικό ιδεολόγημα. Θεωρεί την Εκκλησία ως φορέα κοινωνικοποιήσεως με πολύ σημαντική αποστολή, καθώς το έργο της άπτεται θεμελιωδών παραδοσιακών αξιών – του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού – που ταυτοχρόνως αποτελούν βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τμήμα του οποίου σκοπεύει να καταστήσει και την Ελλάδα.
Ο Καραμανλής της Μεταπολιτεύσεως, έχοντας ως στόχο να κάνει την Ελλάδα Ευρώπη, να εγκαταστήσει σ’ αυτή μια Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκού, εντάσσει σ’ αυτή την προσπάθεια του δυναμικού ανοίγματος προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την Εκκλησία, την οποία θέλει ελεύθερη από τον κρατικό εναγκαλισμό και κινουμένη εντός του δικού της φύσει δημοκρατικού – του συνοδικού – πολιτεύματος, ακριβώς για να εκπληρώνει αυτή την «ηθικήν και εθνικήν αποστολήν της». Σ’ αυτή την κρίσιμη για τη χώρα φάση αυτό που επιδιώκει είναι να έχει δίπλα του την Εκκλησία ως στήριγμα για την αποκατάσταση στη χώρα της δημοκρατικής ομαλότητας. Και το επιτυγχάνει.
Ο Καραμανλής τον Ιούλιο του 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μια περίοδο οιονεί κανονικότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), αν και είχε ανέλθει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα στη διάρκεια της δεύτερης φάσεως του δικτατορικού καθεστώτος (στις 12.01.1974, επί Δημ. Ιωαννίδη), δεν είχε ταυτισθεί με τη δικτατορία, όπως ο προκάτοχός του Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τούτο εξηγείται λόγω τόσο του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ο Σεραφείμ, όσο και –κυρίως– επειδή συμβόλιζε την εκκλησιαστική παράταξη που ανέλαβε τα ηνία της Ιεραρχίας έχοντας έλθει σε «μετωπική» ρήξη με τον Ιερώνυμο και ευρύτερα με τη μερίδα εκείνη της Ιεραρχίας που αντιπροσώπευε το σύστημα που είχε επιβάλει από τις πρώτες ημέρες της εγκαθιδρύσεώς του και για μια ολόκληρη εξαετία (1967-1973) το (επί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αυτή την πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς της «21ης Απριλίου».
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στον Καραμανλή την κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ησυχία και τάξη στο εσωτερικό της Εκκλησίας, γεγονός που επηρέασε θετικά και έδρασε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη μιας αγαστής συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών και κατά συνέπεια στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας αφενός, αλλά και της αποκαταστάσεως των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφετέρου. Στην ανάπτυξη αυτού του θετικού κλίματος συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο Σεραφείμ αμέσως μετά την ανάρρησή του στην Αρχιεπισκοπή (12.01.1974) επεδίωξε και επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο.
Οι σχέσεις αυτές είχαν σοβαρά διασαλευθεί κατά την περίοδο της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (1967-1973) εξαιτίας της καταστρατηγήσεως κατά την περίοδο εκείνη των θεμελιωδών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου [ΠΣΤ] του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως [ΠΣΠ] του 1928) που καθορίζουν το νομοκανονικό πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Φανάρι. Επρόκειτο για μια πρακτική που αποσκοπούσε στη βαθμιαία αποδυνάμωση των κανονικών δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα στις εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» (Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Αιγαίου) των οποίων η “επιτροπική διοίκηση”, δια της ΠΣΠ του 1928, είχε παραχωρηθεί στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, διατηρηθείσης, ωστόσο, της πνευματικής υπαγωγής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων με το Φανάρι επέδρασε πολύ θετικά στον Μακεδόνα πολιτικό, καθώς ο Κων. Καραμανλής, ως γεννηθείς το 1907, είχε γαλουχηθεί με τις αξίες της μακεδονικής περιφερείας των αρχών του 20ού αιώνα, τις αξίες των γηγενών οικογενειών που υπήρξαν πιστές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, αντιπαλεύοντας τη βουλγαρική επιρροή που επιχειρούσε τότε η κηρυχθείσα σχισματική από το Πατριαρχείο βουλγαρική (εκκλησιαστική) «Εξαρχία». Ακριβώς, λοιπόν, λόγω καταγωγής – από την επαρχία Σερρών που ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου – ο Καραμανλής έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό στη Μητέρα Εκκλησία, αυτή της Κωνσταντινουπόλεως.
Στην ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή περίοδο αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τον Κων. Καραμανλή ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα, μια σταθερότητα που συνδεόταν άμεσα με τη διασφάλιση της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία. Από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών και μ’ ό,τι στη συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, όπως π.χ. η περίοδος της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), ο Καραμανλής, όπως προαναφέρθηκε, είχε έγκαιρα αποστασιοποιηθεί και ασκήσει δριμεία κριτική, ενεργώντας όχι ως πρόσωπο μόνο, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, ως βασικός εκφραστής της πιστής στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον κοινοβουλευτισμό ευρύτερης συντηρητικής παρατάξεως για την οποία δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι παρέχει τα ελάχιστα έστω ερείσματα στο δικτατορικό καθεστώς.
Για την Εκκλησία της Ελλάδος δύο είναι οι μεγάλες και σπουδαίες θεσμικές τομές που επιχειρεί και προωθεί ο Καραμανλής κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1974-1980) στη Μεταπολίτευση: πρώτον, η ψήφιση τον Ιούνιο του 1975 του νέου Συντάγματος με τα άρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 και 105 του οποίου καθορίζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις οι οποίες διέπουν μέχρι και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας (επί το ακριβέστερον δε τις σχέσεις του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας). Με το αρθ. 3 για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής νομοθεσίας κατοχυρώνεται ο ΠΣΤ του 1850 και η ΠΣΠ του 1928, δηλ. θωρακίζεται το κανονικό θεσμικό πλαίσιο οργανώσεως και λειτουργίας της εκκλησιαστικής διοικήσεως (ήτοι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συμφώνως προς τις σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ 1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), το οποίο είχε κλονισθεί κατά τη περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας (με την συγκρότηση της όλως αντικανονικής “Αριστίνδην” Συνόδου, με τα έκτακτα “Ιεροδικεία” η σύσταση και λειτουργία των οποίων αποδοκιμάσθηκε ως κατάλυση του όλου συστήματος του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, κ.λπ.). Δεύτερον, η ψήφιση (επι υπουργίας – στο Παιδείας – του Γεωργίου Ράλλη) του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590) με τον οποίο κατοχυρώθηκαν (και) νομοθετικά οι πατριαρχικές πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε η Εκκλησία από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Πολιτείας και ετέθησαν οι βάσεις της αρμονικής σχέσεώς τους στο πλαίσιο των διακριτών (τους) ρόλων.
Εν συμπεράσματι: Στη διάρκεια των πρώτων και κρισίμων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σύνταγμα του 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Με τις θεσμικές τομές του Κων. Καραμανλή ετέθησαν οι βάσεις για την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και χαράχθηκε ο δρόμος της αγαστής συνεργασίας της με το Κράτος, στο συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτειοκρατικής μεν πάντα σχέσεως, αλλ’ εφεξής ηπιότερης μορφής και σαφώς χαλαρότερης εξαρτήσεως, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε ένα καθεστώς αρμονικής συναλληλίας, αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρείται και στις μέρες μας.

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

*Ανδρεόπουλος, Χαράλαμπος, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση, σσ. 353-372 (πανεπιστημιακά συγγράμματα: ‘’ΕΥΔΟΞΟΣ”).

*Κονιδάρης, Ιωάννης, “Περίοδος της δικτατορίας 1967-1974” και “Περίοδος της Μεταπολιτεύσεως”, στο «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020 (με τη συνεργασία Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου), σσ. 129 – 143 ”EYΔΟΞΟΣ’’

*Ριζάς, Σωτήριος, “Στις απαρχές της Mεταπολίτευσης”, στο «Η στιγμή του 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη Δημοκρατία», Νέα Εστία, Αθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424.

*Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, “Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981”, στο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 2000, τομ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.

Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλάδου ΠΕ01 Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς καί ἡ Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Μέ ἀφορμή την 48η ἐπέτειο τῆς ἀποκαταστασης τῆς Δημοκρατίας

Γράφει ὁ ΧΑΡΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ

Στά τέλη τοῦ 1969, ἐποχή κατά τήν ὁποία ἐξελίσσεται ἐμφαντικῶς ἡ προπαγάνδα τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος τῶν Συνταγματαρχῶν, ὁ αὐτοεξόριστος τότε στό Παρίσι Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, σέ συνέντευξή του στήν ἑλβετική ἐφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Ὀκτωβρίου 1969), διακωμωδῶντας τήν «ἑλληνοχριστιανική» ἐκδοχή τῆς πολιτικῆς της δικτατορίας θά δηλώσει: «Τό καθεστώς τῶν Ἀθηνῶν στερούμενον ἰδιαιτέρου ἰδεολογικοῦ προσανατολισμοῦ εἰς οὐδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – οὔτε κἄν τῆς κλασσικῆς δικτατορίας – ἀνταποκρίνεται. Καί τό ἐν λόγῳ κενόν δέν δύναται νά πληρωθεῖ οὔτε μέ μεσαιωνικάς θεοκρατικάς ἐννοίας, οὔτε μέ συνθήματα ὡς το “Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν”, ἐνῶ αἱ μέθοδοι τοῦ καθεστῶτος εἶναι ἐλάχιστα χριστιανικαί…»
Εἶναι σαφές ὅτι μέ τίς δηλώσεις του αὐτές ὁ Καραμανλῆς ἐπιχειρεῖ νά ἀποκόψει τόν ὀμφάλιο λῶρο τῆς δικτατορίας μέ τόν χῶρο τῆς συντηρητικῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως πού θά μποροῦσε θεωρητικῶς νά παράσχει στό στρατιωτικό καθεστώς μιά ὑποτυπώδη ἀποδοχή. Ἀπό τίς δηλώσεις τοῦ Καραμανλῆ δέν λείπει καί ἡ καυστική εἰρωνεία γιά τήν πολιτική ἐκμετάλλευση τῆς θρησκείας καί μάλιστα, ὅπως σημειώνει, μιά ἐκμετάλλευση «μέ μεθόδους ἐλάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται γιά αἰχμηρή κριτική ἀναφορά στίς καθεστωτικές πρακτικές στό χῶρο τῆς θρησκείας τίς ὁποῖες ὁ Καραμανλῆς διακωμωδεῖ θεωρῶντας τες ὡς μιά παρωδία θρησκευτικότητας μέ τήν ὁποία ἡ αὐθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη οὐδεμία μπορεῖ νά ἔχει σχέση.
Τήν ἄνοιξη τοῦ 1973 ὁ Καραμανλῆς μέ βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στίς ἐφημερίδες «Βραδυνή» καί τή «Θεσσαλονίκη», θά ἀπευθύνει σκληρή κριτική κατηγορῶντας τήν στρατιωτική Κυβέρνηση ὅτι μέ τήν ἀνερμάτιστη πολιτική της ἀποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς τοῦ κράτους καί τῆς κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αὐτούς τούς «δεινοπαθοῦντες» θεσμούς καί τήν Ἐκκλησία. «Ἡ Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκῶς ἀποδιοργάνωσε τή Διοίκηση, τήν Ἐκκλησία καί τήν Παιδείαν, κατά τρόπον ὥστε νά παρουσιάζουν τήν εἰκόνα ἐπικινδύνου ἀποσυνθέσεως», θά τονίσει ὁ αὐτοεξόριστος τότε Ἕλληνας πολιτικός, ὁ ὁποῖος, ὅπως φαίνεται, ἐνδιαφέρεται καί παρακολουθεῖ στενά τό «μαρτύριο» πού βιώνει τήν περίοδο αὐτή ἡ Ἐκκλησία.
Ὁ Καραμανλῆς ἀντιλαμβάνεται τήν Ἐκκλησία ὡς ἠθικοποιητικό καί φρονηματιστικό φορέα τῆς κοινωνίας πού ἔχει ὡς ἀποστολή νά συνδράμει στό ἔργο τῆς Πολιτείας, ἐντός πάντα ἑνός πλαισίου ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, τόν ὁποῖο, πάντως, ὁ ἴδιος, ὡς φιλελεύθερο πνεῦμα, ἐννοιολογικά καί σημασιολογικά προσλαμβάνει ὡς ἀναφορά στό δίπολο τοῦ κλασικοῦ ἑλληνικοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τῆς χριστιανικῆς ὀρθοδοξίας, ὡς ἕνα «ἰδεῶδες» πολιτισμοῦ καί ὄχι ὡς πολιτικοθρησκευτικό ἰδεολόγημα. Θεωρεῖ τήν Ἐκκλησία ὡς φορέα κοινωνικοποιήσεως μέ πολύ σημαντική ἀποστολή καθώς τό ἔργο της ἅπτεται θεμελιωδῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν – τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ – πού ταυτοχρόνως ἀποτελοῦν βασικούς πυλῶνες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οἰκοδομήματος, τμῆμα τοῦ ὁποίου σκοπεύει νά καταστήσει καί τήν Ἑλλάδα. Ὁ Καραμανλῆς τῆς μεταπολιτεύσεως, ἔχοντας ὡς στόχο νά κάνει τήν Ἑλλάδα Εὐρώπη, νά ἐγκαταστήσει σ’ αὐτή μιά Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκοῦ, ἐντάσσει σ’ αὐτή τήν προσπάθεια τοῦ δυναμικοῦ ἀνοίγματος πρός τόν πολιτικό φιλελευθερισμό καί τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία θέλει ἐλεύθερη ἀπό τόν κρατικό ἐναγκαλισμό καί κινουμένη ἐντός τοῦ δικοῦ της φύσει δημοκρατικοῦ -τοῦ συνοδικοῦ – πολιτεύματος, ἀκριβῶς γιά νά ἐκπληρώνει αὐτή τήν «ἠθικήν καί ἐθνικήν ἀποστολήν της». Σ’ αὐτή τή κρίσιμη γιά τή χώρα φάση ὁ Καραμανλῆς αὐτό πού ἐπιδιώκει εἶναι νά ἔχει δίπλα του τήν Ἐκκλησία ὡς στήριγμα γιά τήν ἀποκατάσταση στή χώρα τῆς δημοκρατικῆς ὁμαλότητας. Καί τό ἐπιτυγχάνει.
Τόν Ἰούλιο τοῦ 1974, ὅταν ὁ Κων. Καραμανλῆς μετά τήν πτώση τῆς δικτατορίας ἔφθανε στήν Ἀθήνα γιά ν’ ἀναλάβει τίς τύχες τῆς χώρας καί γινόταν δεκτός περίπου ὡς «Μεσσίας», στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε νέος Ἀρχιεπίσκοπος, ὁ ὁποῖος λίγες ὧρες μετά τήν ἄφιξη τοῦ Καραμανλῆ, τά ξημερώματα τῆς 24ης Ἰουλίου 1974 τόν ὅρκισε Πρωθυπουργό. Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος, ὁ ἀπό Ἰωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), ἄν καί εἶχε ἀνέλθει στό ὕπατο ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα στή διάρκεια τῆς δεύτερης φάσεως τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος (στίς 12.01.1974, ἐπί Δημ. Ἰωαννίδη), δέν εἶχε ταυτισθεῖ μέ τή δικτατορία, ὅπως ὁ προκάτοχός του Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τοῦτο ἐξηγεῖται λόγῳ τόσο τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος πού εἶχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ὁ Σεραφείμ, ὅσο καί -κυρίως- ἐπειδή συμβόλιζε τήν ἐκκλησιαστική παράταξη πού ἀνέλαβε τά ἡνία τῆς Ἱεραρχίας ἔχοντας ἔλθει σέ «μετωπική» ρήξη μέ τόν Ἱερώνυμο καί εὐρύτερα τή μερίδα ἐκείνη τῆς Ἱεραρχίας πού ἀντιπροσώπευε τό σύστημα πού εἶχε ἐπιβάλει ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἐγκαθιδρύσεώς του καί γιά μιά ὁλόκληρη ἑξαετία (1967-1973) τό (ἐπί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αὐτή τή πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς τῆς ”21ης Ἀπριλίου”. Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στόν Καραμανλῆ τήν κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ἡσυχία καί τάξη στό ἐσωτερικό τῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού ἐπηρέασε θετικά καί ἔδρασε ἀποτελεσματικά στήν ἀνάπτυξη μιᾶς ἀγαστῆς συνεργασίας στίς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν καί κατά συνέπεια στίς σχέσεις Πολιτείας – Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός, ἀλλά καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀφ’ ἑτέρου. Στήν ἀνάπτυξη αὐτοῦ τοῦ θετικοῦ κλίματος συνετέλεσε καί τό γεγονός ὅτι ὁ Σεραφείμ ἀμέσως μετά τήν ἀνάρρησή του στήν Ἀρχιεπισκοπή (12.01.1974) ἐπεδίωξε καί ἐπέτυχε τήν ἐξομάλυνση τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Πατριαρχεῖο. Οἱ σχέσεις αὐτές εἶχαν σοβαρά κλονισθεῖ κατά τήν περίοδο τῆς ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου Ἀ΄ (1967-1973) ἐξ αἰτίας τῆς καταστρατηγήσεως κατά τήν περίοδο ἐκείνη τῶν θεμελιωδῶν κειμένων (τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου [ΠΣΤ] τοῦ 1850 καί τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως [ΠΣΠ] τοῦ 1928) πού καθορίζουν τό νομοκανονικό πλαίσιο τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Φανάρι, πρακτική πού ἀποσκοποῦσε στή βαθμιαία ἀποδυνάμωση τῶν κανονικῶν δικαιωμάτων τοῦ Πατριαρχείου στήν ἑλληνική ἐπικράτεια καί εἰδικότερα στίς ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν» (Μακεδονίας, Θράκης, Ἠπείρου, Αἰγαίου) τῶν ὁποίων ἡ “ἐπιτροπική διοίκηση”, διά τῆς ΠΣΠ τοῦ 1928, εἶχε παραχωρηθεῖ στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διατηρηθείσης, ὡστόσο, τῆς πνευματικῆς ὑπαγωγῆς τους στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
Ἡ ἀποκατάσταση αὐτῶν τῶν σχέσεων μέ τό Φανάρι ἐπέδρασε πολύ θετικά στόν Μακεδόνα πολιτικό καθώς ὁ Κων. Καραμανλῆς, ὡς γεννηθείς τό 1907, εἶχε γαλουχηθεῖ μέ τίς ἀξίες τῆς Μακεδονικῆς περιφερείας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνα, τίς ἀξίες τῶν γηγενῶν οἰκογενειῶν πού ὑπῆρξαν πιστές στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τόν Ἑλληνισμό, ἀντιπαλεύοντας τή βουλγαρική ἐπιρροή πού ἐπιχειροῦσε τότε ἡ κηρυχθεῖσα σχισματική ἀπό τό Πατριαρχεῖο βουλγαρική (ἐκκλησιαστική) «Ἐξαρχία». Ἀκριβῶς, λοιπόν, λόγῳ καταγωγῆς – ἀπό τήν ἐπαρχία Σερρῶν πού ἀνῆκε ἐκκλησιαστικά στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου – ὁ Καραμανλῆς ἔτρεφε ἰδιαίτερο σεβασμό στή Μητέρα Ἐκκλησία, αὐτή τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Στήν ἰδιαίτερα κρίσιμη αὐτή περίοδο αὐτό πού πρωτίστως ἐνδιέφερε τόν Κων. Καραμανλῆ ἦταν ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατικῆς σταθερότητας στή χώρα, μιά σταθερότητα πού συνδεόταν ἄμεσα μέ τή διασφάλιση τῆς ἠρεμίας σέ κρίσιμους θεσμούς, μέ ἐπιρροή στήν κοινωνία, ὅπως ἡ Ἐκκλησία. Ἀπό τή δικτατορία τῶν Συνταγματαρχῶν καί μ’ ὅ,τι στή συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, ὅπως π.χ., ἡ περίοδος τῆς ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου (1967-1973), ὁ Καραμανλῆς, ὅπως προαναφέρθηκε, εἶχε ἔγκαιρα ἀποστασιοποιηθεῖ καί ἀσκήσει δριμεῖα κριτική, ἐνεργῶντας ὄχι ὡς πρόσωπο μόνο, ἀλλά, κυρίως καί πρωτίστως, ὡς βασικός ἐκφραστής τῆς πιστῆς στό δημοκρατικό πολίτευμα καί τόν κοινοβουλευτισμό εὐρύτερης συντηρητικῆς παρατάξεως γιά τήν ὁποία δέν ἤθελε σέ καμιά περίπτωση νά θεωρηθεῖ ὅτι παρέχει τά ἐλάχιστα ἔστω ἐρείσματα στό δικτατορικό καθεστώς.
Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δύο εἶναι οἱ μεγάλες καί σπουδαῖες θεσμικές τομές πού ἐπιχειρεῖ καί προωθεῖ ὁ Καραμανλῆς κατά τήν περίοδο τῆς πρωθυπουργίας τοῦ (1974-1980) στή μεταπολίτευση: πρῶτον, ἡ ψήφιση τόν Ἰούνιο τοῦ 1975 του νέου Συντάγματος μέ τά ἄρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 καί 105 τοῦ ὁποίου καθορίζονται οἱ θεμελιώδεις διατάξεις οἱ ὁποῖες διέπουν μέχρι καί σήμερα τίς σχέσεις Πολιτείας – Ἐκκλησίας (ἐπί τό ἀκριβέστερον δέ τίς σχέσεις τοῦ κράτους καί τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων στή χώρα μας). Μέ τό ἀρθ. 3 γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας κατοχυρώνεται ὁ ΠΣΤ τοῦ 1850 καί ἡ ΠΣΠ τοῦ 1928, δηλ., θωρακίζεται τό κανονικό θεσμικό πλαίσιο ὀργανώσεως καί λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως (ἤτοι ἡ συγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καί τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, συμφώνως πρός τίς σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ 1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), τό ὁποῖο εἶχε διασαλευθεῖ κατά τή περίοδο τῆς ἑπτάχρονης δικτατορίας (μέ τήν συγκρότηση τῆς ὅλως ἀντικανονικῆς “Ἀριστίνδην” Συνόδου, μέ τά ἔκτακτα “Ἰεροδικεία” ἡ σύσταση καί λειτουργία τῶν ὁποίων ἀποδοκιμάσθηκε ὡς κατάλυση τοῦ ὅλου συστήματος τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας, κλπ.). Δεύτερον, ἡ ψήφιση (ἐπι ὑπουργίας – στό Παιδείας – τοῦ Γεωργίου Ράλλη) τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ν. 590) μέ τόν ὁποῖο κατοχυρώθηκαν (καί) νομοθετικά οἱ πατριαρχικές πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε ἡ Ἐκκλησία ἀπό τόν σφιχτό ἐναγκαλισμό τῆς Πολιτείας καί ἐτέθησαν οἱ βάσεις τῆς ἁρμονικῆς σχέσεώς τους στό πλαίσιο τῶν διακριτῶν (τους) ρόλων.
Ἐν συμπεράσματι: Στή διάρκεια τῶν πρώτων καί κρισίμων χρόνων τῆς μεταπολιτεύσεως ἡ συνετή ἐκκλησιαστική πολιτική πού χάραξε ὁ τότε Πρωθυπουργός Κων. Καραμανλῆς ὄχι μόνο ἔφερε τήν ποθουμένη γαλήνη καί ἠρεμία στό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶχε σοβαρά κλυδωνισθεῖ στή διάρκεια τῆς προηγηθείσης Ἑπταετίας, ἀλλά θεμελίωσε τόν ἐκδημοκρατισμό της μέ σειρά συνταγματικῶν ρυθμίσεων (κατοχύρωση τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου τοῦ 1850 καί τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ 1928 στό Σ. 1975), καί νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) πού ρύθμισαν θετικά τόσο τήν ἐσωτερική της λειτουργία, ὅσο καί τίς σχέσεις της μέ τήν Πολιτεία. Μέ τίς θεσμικές τομές τοῦ Κων. Καραμανλῆ ἐτέθησαν οἱ βάσεις γιά τήν αὐτοδιοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί χαράχθηκε ὁ δρόμος τῆς ἀγαστῆς συνεργασίας της μέ τό Κράτος, στό συνταγματικό πλαίσιο μιᾶς πολιτειοκρατικής μέν πάντα σχέσεως, ἀλλ’ ἐφεξῆς ἠπιότερης μορφῆς καί σαφῶς χαλαρότερης ἐξαρτήσεως, μέσῳ τῆς ὁποίας διαμορφώθηκε ἕνα καθεστώς ἁρμονικῆς συναλληλίας, ἀμοιβαίου σεβασμοῦ καί διακριτῶν ρόλων τό ὁποῖο σέ γενικές γραμμές διατηρεῖται καί στίς μέρες μας.

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἀνδρεόπουλος, Χαράλαμπος, Ἡ Ἐκκλησία κατά τή δικτατορία 1967-1974. Ἱστορική καί νομοκανονική προσέγγιση, ἐκδ. Ἐπίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Ἡ Ἐκκλησία στή Μεταπολίτευση, σσ. 353-372.
Ριζάς, Σωτήριος, “Στίς ἀπαρχές τῆς μεταπολίτευσης”, Στό Ἡ στιγμή τοῦ 1974. Τό χρονικό τῆς μετάβασης στή Δημοκρατίας. Νέα Ἑστία, Ἀθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424.
Χατζηβασιλείου, Εὐάνθης, “Ἡ σύσταση καί ἑδραίωση τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος 1974-1981”, Στό στορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτική Ἀθηνῶν, 2000, τ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO