Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακ Λακάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζακ Λακάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Η Μονή της Χώρας και η ιστορία μιας λέξης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ· Δρ Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.


Ο πρώτος ναός βρισκόταν έξω από τα τείχη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εξ ου και το όνομα. Η ονομασία της Μονής της Χώρας, που πρόσφατα μετατράπηκε σε τζαμί, συνοψίζει τη δραματική ιστορία της: «Χώρα» ονόμαζαν στο Βυζάντιο την πεδιάδα έξω από τα τείχη της πόλεως. Ο πρώτος ναός βρισκόταν έξω από τα τείχη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εξ ου και το όνομα. Οι μεταγενέστεροι ναοί βρίσκονταν εντός των τειχών του Θεοδοσίου Β΄ και αποτελούσαν μέρος του περιβόλου των οχυρώσεων. Η «χώρα» είχε συμπέσει με το τείχος, που έσωζε την Πόλη μέχρι την ανακάλυψη της πυρίτιδας.
Ο σωζόμενος ναός έχει κτιστεί το 1077-1081 από τη Μαρία Δούκαινα, συγγενή του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, και ανακαινίστηκε το 1310-1317 περίπου από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, ο οποίος τον διακόσμησε με τα διάσημα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1332), αστρονόμος, φιλόσοφος και «μεσάζων», δηλαδή πρωθυπουργός επί αυτοκρατορίας Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328), έδωσε στον όρο «χώρα» συμβολικό περιεχόμενο: Ο Χριστός εικονίστηκε ως η «Χώρα των Ζώντων» και η Θεοτόκος ως η «Χώρα του Αχωρήτου». Ο Πλάτων είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «χώρα» για να περιγράψει την ύλη ως έναν «χώρο» όπου προβάλλονται οι ιδέες.
Ο Θεόδωρος Μετοχίτης, γνώστης του Πλάτωνος και υπομνηματιστής του Αριστοτέλους, ονόμασε την εικονιζόμενη Παναγία «Χώρα του Αχωρήτου», επειδή, κατά τη βυζαντινή θεολογία, προσφέρει τον «χώρο» για να ενσαρκωθεί ο καθ’ εαυτόν «αχώρητος» Θεός. Πρόκειται για μια χριστιανική ερμηνεία του πλατωνισμού, που ανατιμά την ύλη: Στον πλατωνισμό, η «χώρα» είναι μια φιλοσοφική εκδοχή του χάους του Ησιόδου, μια οθόνη όπου προβάλλονται οι ιδέες, χάνοντας την ενάργειά τους και υφιστάμενες διάθλαση και ποικίλες στρεβλώσεις. Στον χριστιανισμό, ο Λόγος γίνεται ο ίδιος ύλη με τη συνδρομή μιας γυναίκας. Ο Χριστός ονομάζεται εσχατολογικώς «Χώρα των Ζώντων», επειδή, κατά τη χριστιανική πίστη, μετά την κοινή ανάσταση στο τέλος της Ιστορίας θα χωρέσει στην καθολική ανθρώπινη φύση του όσους θα ζουν αιώνια.
Ο στόχος είναι η «περι-χώρησις», ένας αστρονομικός όρος που αρχικά σήμαινε την κυκλική τροχιά γύρω από ένα σώμα, κατέληξε, όμως, διά μέσου των στωικών, να σημαίνει έναν υπαρξιακό «εναγκαλισμό» και εν τέλει τη δυνατότητα συμβίωσης και συνύπαρξης διαφορετικών προσώπων που μπορούν να μοιραστούν τον ίδιο χώρο, αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «ενσυναίσθηση». Η φιλόσοφος Τζούλια Κρίστεβα εισήγαγε τον όρο «χώρα» στις φεμινιστικές σπουδές, προκειμένου να δηλώσει ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, όπου το νεογνό δεν έχει αίσθηση ορίων, συγχεόμενο με το μητρικό σώμα. Πρόκειται για μια εμβίωση της γυμνής υλικότητας της ύπαρξης, κοντά στο κατά Λακάν «Πραγματικό». Η Κρίστεβα επανερμηνεύει με μεταμοντέρνο τρόπο τη χριστιανική καταξίωση της ύλης: Θεωρεί τη «χώρα» ως μια «θηλυκή» και γόνιμη υπονόμευση των ορίων του λόγου στην κατεύθυνση της δημιουργικής αμφισημίας.
Η «περι-χώρηση» υπήρξε διηνεκές πολιτικό διακύβευμα. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης έπεσε σε δυσμένεια μετά τον εμφύλιο ανάμεσα στον Ανδρόνικο Β΄ και τον εγγονό του Ανδρόνικο Γ΄ και πέθανε ως μοναχός της Μονής που προίκισε με τη βιβλιοθήκη του. Οι εμφύλιοι των Παλαιολόγων εξασθένησαν το Βυζάντιο με αποτέλεσμα την επικράτηση της οθωμανικής δυναστείας. Η Μονή μετατράπηκε το 1511 σε «Καριγιέ» τζαμί επί Βαγιαζίτ Β΄. Το 1945 έγινε μουσείο σύμφωνα με την πολιτική του κεμαλικού εκσυγχρονισμού, ενώ τις εργασίες επανεύρεσης των ψηφιδωτών ανέλαβε ως το 1958 το αμερικανικό Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών Dumbarton Oaks.
Επί των ημερών του προέδρου Ρετζέπ Ερντογάν εφαρμόζεται μια αντικεμαλική πολιτική «ανακατάκτησης» βυζαντινών ναών, που λειτουργούσαν ως μουσεία. Η χρονική συγκυρία της συγκεκριμένης υλοποίησης απόφασης του τουρκικού Συμβουλίου Επικρατείας απευθύνεται σε τρεις αποδέκτες:
α) Στο εσωτερικό της Τουρκίας, σημαίνει κατάργηση του δυτικού εκσυγχρονισμού του Κεμάλ Ατατούρκ και επικράτηση του νεο-οθωμανισμού. Η έννοια του μουσείου αποτελεί μία εμβληματική εφεύρεση της νεωτερικότητας, συνδεόμενη με τον Μέγα Ναπολέοντα, που εισήγαγε θρησκευτική τέχνη σε εθνικά μουσεία από κοινού με την κοσμική. Στην Τουρκία, ήταν ο εκσυγχρονιστικός κεμαλισμός που προώθησε την εκκοσμίκευση και την προσφορά μιας συνολικής πολιτισμικής κληρονομιάς στο εξωτερικό βλέμμα. Ο Ερντογάν παρουσιάζεται ως νέος Μωάμεθ Πορθητής, που «αλώνει» ξανά την Κωνσταντινούπολη αυτή τη φορά ως κέντρο ευρωπαϊκού και διεθνούς κοσμοπολιτισμού που παραδίδεται στη βαθιά μουσουλμανική Τουρκία της Ανατολίας.
β) Προς την Ελλάδα, ο Ερντογάν λειτουργεί ως διαπραγματευτής-«μποξέρ», που αποσταθεροποιεί τον αντίπαλο συνομιλητή, με ταυτόχρονη επίδειξη πυγμής και πρόταση φιλίας.
γ) Προς τη Δύση, δεδομένου ότι η αναστήλωση της Μονής της Χώρας υπήρξε αμερικανικό εγχείρημα, η κίνηση εντάσσεται σε θεαματικό «πολιτισμικό πόλεμο» στη Μέση Ανατολή, όπου ο τούρκος πρόεδρος προβάλλεται ως υπέρμαχος των μουσουλμάνων.
Η ίδια η οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε εξόχως πολυπολιτισμική, καθώς βασιζόταν στον διαχωρισμό ανάμεσα σε μουσουλμάνους που πολεμούσαν και σε ραγιάδες-φορολογικά υποκείμενα. Οι αλλόθρησκοι έπρεπε οπωσδήποτε να διασωθούν ως ενθυλακωμένες ετερότητες, για να πληρώνουν φόρους. Το Βυζάντιο, αντιθέτως, απαιτούσε ιδεολογική ομοιογένεια και για αυτό ηττήθηκε από το Ισλάμ. Κατά την πρώιμη νεωτερικότητα, οι δυτικοί περιηγητές σκανδαλίζονταν από την ανεκτική πολυπολιτισμικότητα των Οθωμανών έναντι της ομοιογένειας του νεωτερικού κράτους. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, η οθωμανική «πολυπολιτισμικότητα» είχε ως συνέπεια το να αποτελούν ξένες μειονότητες την αστική τάξη, γεγονός που οδήγησε με τη σειρά του στις γενοκτονικές πολιτικές των αρχών του 20ού αιώνα, προκειμένου να αναδυθεί τουρκική αστική τάξη. Ο νεο-οθωμανισμός του Ερντογάν στερείται την πολυπολιτισμικότητα του οθωμανικού προτύπου, βασιζόμενος σε εντόπια αστική τάξη. Αποτελεί μια πολυσυλλεκτική ιδεολογία, με την οποία ο Ερντογάν προβάλλεται ως εκπρόσωπος άλλοτε του σουνιτικού Ισλάμ (βλ. Παλαιστίνη), άλλοτε του παντουρανισμού (Κεντρική Ασία), και άλλοτε ως αναβιωτής της οθωμανικής σφαίρας (Βαλκάνια, Αφρική ως Σομαλία).
Η μετατροπή ενός μουσείου ξανά σε θρησκευτικό χώρο αποτελεί μία συμβολική άρση της εκκοσμίκευσης που έχει συνδυαστεί με τη μουσειοποίηση των πολιτισμικών κληρονομιών. Πρόκειται για μια επιθετική πολιτική τουρκικής ομογενοποίησης, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωμα αδυναμίας ενός καθεστώτος που αντιμετωπίζει εσωτερικές δυσκολίες, τις οποίες υπεραναπληρώνει με θεαματικές κινήσεις, αλλά ταυτοχρόνως παράγει επιτελεστικώς αλλαγές τις οποίες το όποιο διάδοχο καθεστώς θα δυσκολευτεί πολύ να αναιρέσει.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Ο λαϊκισμός της μετανεωτερικής αφήγησης με αφορμή την ομοφυλοφιλία και τα παρεπόμενα της

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Το ζήτημα του νέου νομοσχεδίου για τα ομόφυλα ζευγάρια έχει σηκώσει πολλή συζήτηση και έχει διχάσει σε σημαντικό βαθμό. Μία διάσταση αυτού του προβληματισμού την οποία δεν θα συναντήσει κανείς εύκολα είναι αυτή της μετανεωτερικής έννοιας του έρωτα και της οικογένειας, κάτι που αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τα φύλα. Το έσχατο επιχείρημα των «συγκρατημένων» της υπεράσπισης των ομοφυλοφιλικών πρακτικών οικογενειακού βίου και των συμβάσεων που ακολουθούν είναι ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, η οικογένεια έχει μεταβληθεί στη σημερινή εποχή και η πολιτειακή παρέμβαση θα πρέπει να «επικαιροποιήσει» θεσμικά και τυπικά αυτή τη μεταβολή. Αν προσέξει κανείς θα δει ότι ακόμα και η κυβερνητική νομοθετική επιχειρηματολογία εστιάζει στη συμπόρευση νομικού πλαισίου και κοινωνικής πραγματικότητας. Η εύκολη ένσταση σε αυτό είναι ότι εκλαμβάνει (και θέλει να μας πείσει) τους ανεμόμυλους ως γίγαντες. Πώς και από πότε η ανάγκη «τακτοποίησης» των ομόφυλων ζευγαριών είναι ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα, δεν καταλαβαίνει κανείς. Μάλιστα, αυτός ο πολιτικός σουρρεαλισμός οδηγεί αναπόφευκτα σε σκέψεις περί συνωμοσιών κάποιων φιλελεύθερων καταναλωτικών ελίτ, οι οποίες κάτι επιδιώκουν και θα το αποκαλύψει η Ιστορία.
Ας δούμε λίγο λοιπόν τη σημερινή συνθήκη. «Η διαστροφή (perversion) κατέχει σημαντική θέση τόσο για τον Φουκώ όσο και για τον Ντελέζ, καθώς την βλέπουν ως έναν τρόπο ριζικής αμφισβήτησης της αστικής κοινωνικής τάξης που χαρακτηριζόταν από την "Οιδιπόδεια οικογένεια" της φροϋδικής ερμηνείας. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του Λακάν και του Φουκώ: ο πρώτος έκανε τη διαστροφή μια καθολική δομή προσωπικότητας, όπου η ομοφυλοφιλία ήταν η πιο αγνή ενσάρκωση, ενώ ο δεύτερος ευνόησε τη μελέτη συγκεκριμένων πρακτικών διεστραμμένης σεξουαλικότητας χωρίς να ανησυχεί μήπως τις εντάξει σε κάποια συγκεκριμένη δομή. ή κατηγορία. Για τον Λακάν, ο ομοφυλόφιλος είναι ένα παράδειγμα εξαιρετικής διαστροφής στον πολιτισμό, ενώ για τον Φουκώ ο ομοφυλόφιλος είναι μια φιγούρα που πρέπει να ξεφύγει, με μια ανατρεπτική ή εφευρετική πρακτική, από την εξευτελιστική ταμπέλα που του έχει βάλει ο κανονιστικός λόγος. Βλέπει κανείς πώς η θέση του Λακάν διαφέρει ριζικά από αυτή των ομοφοβικών γιατρών και ερευνητών. Ο Λακάν συνδέει την ομοφυλοφιλία (τόσο γυναικεία όσο και ανδρική) με τη διαστροφή, αλλά απορρίπτει κάθε είδους μεροληπτική στάση. Στη συζήτησή του, η αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας ως διαστροφής δεν οδηγεί ούτε σε μισαλλοδοξία ούτε σε διαχωρισμό. Και ο Λακάν, για τους ίδιους λόγους, δεν καταδίκασε τους ομοφοβικούς […] Επειδή ο Λακάν θεωρούσε την ομοφυλοφιλία διαστροφή, πίστευε ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν ήταν "θεραπεύσιμοι". Διακρίνει τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, την οποία τοποθετεί κοντά στην υστερία και τη σεξουαλική αντιπαλότητα, από την ανδρική ομοφυλοφιλία, στην οποία βρίσκει τις βάσεις του κοινωνικού δεσμού» (Roudinesco & Pommier, 2001).
Η διαστροφή, ας μείνουμε στον Λακάν, δεν έχει την απαξιωτική- επιτιμητική σημασία που συνήθως έχουμε όλοι μας. H διαστροφή δεν είναι μία παράβαση των νόμων ή της τάξης του καλού, αλλά συνιστά τη βασική δομή σύστασης του ανθρώπινου πολιτισμού. Το διεστραμμένο υποκείμενο έχει υποστεί αλλοτρίωση (alienation) αλλά αποκηρύσσει τον ευνουχισμό (castration), υποφέρει από υπερβολική χαρά (jouissance) και έχει τη μια βασική πεποίθηση ότι ο νόμος και οι κοινωνικοί κανόνες είναι δόλιοι στη χειρότερη περίπτωση και αδύναμοι στην καλύτερη. Θα έλεγε κανείς ότι το διεστραμμένο υποκείμενο είναι στην πρωτοκαθεδρία της ουσιαστικής κριτικής του κατεστημένου πολιτισμού και μάλιστα θέλει να τον υπερβεί. Λακανική «αποθέωση» της ομοφυλοφιλίας ως δομής;
Η ψυχανάλυση του Λακάν σκοπεύει στο «επέκεινα» της φαλλικής απόλαυσης που ανοίγει την οδό της «Αγνωσίας» για την απόλαυση του Άλλου. Προσπαθεί (μέσα από μία δυτική οπτική) να υπερβεί τα στενά, ορθολογιστικά, ωφελιμιστικά και υποκριτικά όρια της κοινωνικής σύμβασης. Είμαστε στα αξιολογικά κατάλοιπα της αμφισβήτησης του δυτικού παραδείγματος. Δεν είναι τυχαίο που οι λακανιανοί αρέσκονται στην ερωτική λογοτεχνία των τροβαδούρων του 12ου αιώνα, που τους βλέπουν και ερμηνεύουν ως ουσιαστικά (όχι τυπικά) ομοφυλόφιλους, διότι απορρίπτουν μέσα από την τέχνη τους τη συγκεκριμένη γυναίκα για μία ιδεατή εικόνα της, η οποία δεν υπάρχει πουθενά (Julien, 1993). Τους αρέσουν επίσης οι μυστικοί του ύστερου Μεσαίωνα και κυρίως οι γυναίκες (όπως για παράδειγμα η Hildegard von Bingen) που ανοίγονται στην απόλαυση του Όντως Άλλου. Πίσω από αυτά λανθάνει ο πόθος του δυτικού ανθρώπου να υπερβεί την κατάρα του διαχωρισμού των φύλων μέσω του ανοίγματος σε μία εντελώς άλλη απόλαυση. Η οντολογία πονηρά μπαίνει στη συζήτηση και τον προβληματισμό. Αφήνω τον αναγνώστη, στ5ο σημείο αυτό, να διερωτηθεί για τη διαφορά της Ορθόδοξης αντίληψης περί φύλων (πως η Παναγία υπερβαίνει την ανθρώπινη φθαρτότητα χωρίς να εγκαταλείπει την αφετηρία του φύλου και χωρίς να γίνεται μία ιδεατή Κυρία των Ουρανών)
Αυτή η ψυχαναλυτική θεώρηση των πραγμάτων θα εκ-χυδαϊστεί. Ό ίδιος ο Λακάν θα σχολιάσει αρνητικά την τάση των ομοφυλόφιλων να θέλουν να ακολουθούν πιστά τις συμβάσεις των ετεροφυλόφιλων, τις συμβάσεις μίας αστικής υποκριτικής κοινωνικής ηθικής. Προέβλεπε τη μαζική άλωση αυτής της αγωνίας που εκείνος εξέφρασε. Ο λαϊκισμός της μετανεοτερικής πώλησης και ο φονταμενταλισμός της παίρνει επιλεκτικά σημεία και όψεις αυτών των προβληματισμών και, ως κολάζ, τα εκθέτει, επικαλούμενος την επιστήμη και την αλήθεια της εποχής. Ανάγει το ζήτημα της ψυχικής υπέρβασης των φύλων σε μία ακόμη διεκδίκηση δικαιώματος και έτσι ευνουχίζει πολιτικά και κοινωνικά την ίδια την ομοφυλοφιλία.

ΠΗΓΕΣ

Elisabeth Roudinesco & François Pommier, (2001). “OTHER” SEXUALITIES – I”. Psychoanalysis and Homosexuality: Reflections on the Perverse Desire, Insult and the Paternal function. https://www.journal-psychoanalysis.eu/articles/other-sexualities-i-psychoanalysis-and-homosexuality-reflections-on-the-perverse-desire-insult-and-the-paternal-function/ 
Philippe Julien. (1993). Για την Πατρότητα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Κυριάκου Κατζουράκη.