Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ποιος θα κερδίσει τον λαχνό του μέλλοντος;

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

Στο όνομα της Δύσης
Εδώ και χρόνια, έχοντας μετατοπιστεί ως πολιτισμός στην ασφυκτική πρωτοκαθεδρία του παρόντος, στον παροντισμό για τον οποίο μίλησε εκτενώς ο ιστορικός Φρανσουά Αρτόγκ και πολύ πριν από αυτόν, στον «τώρα-χρόνο» [jetzt-zeit] όπως τον είχε βαφτίσει στη δική του γερμανική ο Xάιντεγκερ, για κάποιο καιρό, λοιπόν, είχαμε εναποθέσει τα σχετικά με το μέλλον στην επιστημονική φαντασία. Το «φανταστικό» ήταν η γραμματολογική και κινηματογραφική επικράτεια των μελλοντικών μας μεταμορφώσεων. Καθώς έχαναν έδαφος οι όποιες αφηγήσεις για ένα άλλο μέλλον σε μια διαφορετική κοινωνία (ήδη δεν κυκλοφορούσε στην αγορά η ιδέα περί «νέου ανθρώπου»), θα λέγαμε πως το μέλλον γινόταν σχεδόν αδιάφορο. Εννοώ, ως αντικείμενο ελπίδας, χρονότοπος εκπλήρωσης κάποιας ιστορικής παρακαταθήκης και συλλογικού πεπρωμένου. Στον αιώνα που διανύουμε θα έρθουν ωστόσο οι ανησυχίες για το κλίμα και πλέον με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις σχετικές μετασχηματιστικές εικασίες / βεβαιότητες, θα δούμε να ανακάμπτει ένα κάποιο ενδιαφέρον για το μέλλον. Κυρίως όμως σε team ερευνητών, σε μικρούς κύκλους ανήσυχων ακτιβιστών για το κλίμα και, από την άλλη πλευρά, σε αυτό το τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας που έχει αναλάβει εργολαβικά την επαύξηση του homo και μαζί τον έξυπνο σχεδιασμό του μέλλοντός μας. Στο μεταξύ, με ραγδαίους ρυθμούς έχει γιγαντωθεί ένας τεχνο-προφητικός λόγος που φτάνει ως την υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης από ένα νέο υβριδικό είδος. Όλες οι εκδοχές περί μετα-ανθρωπισμού δείχνουν συνεπαρμένες από το ζήτημα του μέλλοντος, το οποίο, από πολλές άλλες απόψεις, αφήνει αδιάφορο τον λαϊκό κόσμο και τους ανθρώπους που δίνουν τις καθημερινές μάχες. Παραδόξως, δηλαδή, το μέλλον φαίνεται να προκαλεί ενθουσιασμό μόνο ή κυρίως ως μη αποκλειστικά ανθρώπινο, ως μέλλον που θα δει τη μερική ακύρωση ή τον ανασχηματισμό της ανθρωπότητας.
Ο σφετερισμός της ρητορικής για το μέλλον από τους διάφορους τεχνο-προφήτες, έχει επίσης μια επιπλέον συνέπεια: το να αναρωτιόμαστε για το μέλλον γίνεται αγχωτική και άβολη υπόθεση. Αρκετές περιπλοκές έχει το παρόν μας, γιατί να βάζουμε στο κεφάλι μας μελλοντικά προβλήματα; Ακόμα και οι εικοσάχρονοι, που, λογικά, θα έπρεπε να τους αγγίζει περισσότερο το άνοιγμα στο μέλλον, αντιγράφουν ή καταναλώνουν αποσπάσματα από παλαιότερες ζωές και εμπειρίες. Τι άλλο είναι αυτή η ακμάζουσα εξορυκτική βιομηχανία με αντικείμενο εικόνες, λόγια, ιστορίες από τις δυο, τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα;
Οι περισσότεροι πάντως –και οι νεότεροι– φαίνονται πλήρως απορροφημένοι-ες στη μηχανική εκάστης μέρας, στον στενό ορίζοντα μιας σεζόν, μιας επόμενης προθεσμίας. Έστω και αν το μέλλον εξακολουθεί να πωλείται ως μελλοντολογικό θρίλερ, έχει κάτι το υποτονικό και το κουραστικό όπως αυτές οι μέτριες ταινίες που βλέπει κανείς νυσταγμένα στην τηλεόραση του τουριστικού λεωφορείου ή στο σαλόνι ενός πλοίου.

❧

Ας μιλήσουμε όμως όχι για την υποκειμενική διαίσθηση και σημασία του μέλλοντα χρόνου όσο για τη στρατηγική του θέαση. Αφήνοντας στην άκρη την υπαρξιακή του συρρίκνωση ή τις δυσφορίες που παράγει, μπορούμε να δούμε πως το μέλλον της ανθρωπότητας έχει επανέλθει σε μια ορισμένη δημόσια συζήτηση. Έχει ξανακερδίσει ένα αφηγηματικό ενδιαφέρον, κατά έναν τρόπο, ιδίως μέσα από την αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις άλλες μετασχηματιστικές τεχνολογίες. Οι δημοφιλείς story-tellers της Καταστροφής (τύπου Χαράρι) ή οι ζοφεροί επιχειρηματίες-φιλόσοφοι (τύπου Κέρτις Γιάρβιν) εξαγγέλλουν άλματα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η προαναγγελία αλλαγών στην πολιτική, ψυχο-νοητική και έως τη βιολογική βάση τoυ homo sapiens sapiens έχει γίνει δημοφιλές ανάγνωσμα σε κάθε ιστότοπο, έντυπο, τικ τοκ γωνία του πλανήτη. Δεν είναι πια το παλαιό «φανταστικό» όσο ένα νέο μικτό είδος, αυτό των ρεαλιστικών ουτοπικών εφαρμογών και σχεδίων, κάτι μεταξύ ιδεολογικής προβολής και εξελισσόμενου πειράματος.
Το ερώτημα είναι όμως ποιες εκδοχές πιθανού μέλλοντος απομένουν που να μην είναι απλώς αυτό που θα ήθελε ο καθένας ή καθεμία να αποτελέσει το «επιθυμητό». Αν παραμερίσουμε τις ιδεολογικές και ηθικοπολιτικές προαιρέσεις μας, έχουμε το θάρρος να περιγράψουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε ή εικάζουμε; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μια συζήτηση για το «πού πάμε» έχει ως προϋπόθεση τη διάκριση ανάμεσα στα μέλλοντα που θα ήθελε κανείς να ισχύσουν και να εμπνεύσουν και στα σενάρια μέλλοντος που εμφανίζονται στον ορίζοντα της πραγματικής τάσης, της μεγάλης πιθανότητας να «συμβούν».
Διακρίνω δυο κύριες κατευθύνσεις που τη μία την θεωρώ τελείως ανεπαρκή και την άλλη απεχθή. Θα προσπαθήσω να περιγράψω με λίγα λόγια την ανταγωνιστική τους συνύπαρξη. Τις βλέπω τώρα ως δυο εκδοχές που ερίζουν για τις τύχες και την προοπτική αυτού που ονομάζουμε Δύση.
Δυο οράματα
Το πρώτο όραμα επιδιώκει κυρίως την αποκατάσταση μιας τραυματισμένης κανονικότητας. Θα το λέγαμε, όραμα επούλωσης με στοιχεία παλινόρθωσης.
Το δεύτερο όραμα προσβλέπει σημαντικές στροφές και επιτάχυνση μεταβολών, σχισμάτων και αποκολλήσεων. Είναι ένα όραμα ριζοσπαστικά αντιδραστικό, με στοιχεία επινόησης.
Εισάγουν έτσι δυο αποκλίνουσες στρατηγικές για τη χάραξη του οδικού χάρτη της Δύσης και ευρύτερα του σύγχρονου πολιτισμού.
Το ένα όραμα είναι μια βούληση για εξομάλυνση. Θέλει την ενσωμάτωση των τεχνολογικών, γεωπολιτικών και πολιτισμικών μεταβολών που επιταχύνονται σε μια πιο πολυμερή, διαδικαστική βάση με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές (ΗΠΑ, Κίνα, αναδυόμενες οικονομίες του Νότου). Ονειρεύεται, αν μπορούμε να μιλήσουμε περί ονείρων για δυνάμεις που τρέφονται από έναν φιλελεύθερο πραγματισμό, μια απο-εξτρεμοποίηση των πνευμάτων, την καταλλαγή των άγριων δυναμικών απόσχισης που διαχέονται σε τμήματα των ελίτ, στις κοινωνίες, στα κρατικά και υποκρατικά συστήματα. Η βούληση για εξομάλυνση φέρει μαζί της το παλαιό ιδεώδες μιας τάξης υπό διαπραγμάτευση, μιας negotiated order. Ιδεωδώς, νοσταλγεί τους δύο «σοβαρούς» παίκτες των μεταπολεμικών συμβιβασμών: μία προοδευτική-συμπεριληπτική και μια συντηρητική-προστατευτική παράταξη με αντίστοιχη κατανομή αρμοδιοτήτων, ρόλων και κοινωνικών ακροατηρίων. Συνοδεύεται ακόμα από μια γενική προσδοκία μετριασμού των εντάσεων στην πολυπολιτισμικότητα, στον εθνικισμό, στην «απληστία» (greed), στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτή η βούληση εξομάλυνσης παραδόξως μπορεί να συνενώνει παίκτες από τον ευρωπαϊκό κορμό, την Κίνα, την Ινδία και άλλους. Να συνενώνει «δημοκρατικούς» και «αντιδημοκρατικούς» παράγοντες. Μιλώντας εναλλάξ τη γλώσσα του ελεύθερου εμπορίου, της επικοινωνίας και των συναινετικών πολιτικών.
Η εξομαλυντική θέαση έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο όραμα Δύσης: με εκείνη τη βούληση που επιδιώκει την τάξη μέσω της αταξίας, την αναδόμηση του κόσμου μέσα από επεισόδια πρόκλησης, ρηξικέλευθες μετατοπίσεις και πραξικοπήματα σε επίπεδο ιδεών και εφαρμογής.
Είναι μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε πως αυτή η λογική της επιμελημένης αταξίας αφορά απλώς τον Τραμπ ή μια ομάδα κοντινών πολιτικών προσώπων του τραμπικού γαλαξία σε άλλες χώρες. Αντιθέτως, αυτό το όραμα παράγεται από αντικειμενικούς παράγοντες όχι μόνο ή απλώς από υποκειμενικές διαταραχές οπτικής και αντίληψης. Έτσι, η βούληση για «μπαχαλοποίηση» όλων των συμβολαίων βρίσκεται πολύ κοντά στο πνεύμα ενός καπιταλισμού με στοιχεία μηδενισμού και εξτρεμισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη κίνηση απόσχισης από τη φιλελεύθερη αστική κανονικότητα για χάρη μιας νέας ιεραρχικής κατανομής ρόλων και θέσεων. Μεταφράζει, πάνω από όλα, μια διάθεση ρήξης με τον ιδεολογικό άξονα της ισότητας που υπήρξε δημιούργημα των ιστορικών κόσμων οι οποίοι γεννήθηκαν στη διαλεκτική του 1789, του 1917 και των 1968 (το οποίο ήταν επίσης ένα σχεδόν παγκόσμιο γεγονός, από το Μεξικό μέχρι το Παρίσι και την Πράγα, για να μην πούμε και το Πεκίνο).

❧
Οι δυο βουλήσεις ορίζουν, καθεμία, μια προτιμητέα ή επιλέξιμη Δύση
Είτε μια Δύση πιο διαλογική, με αναδιάταξη των συσχετισμών δύναμης στα φύλα, στις φυλές, στις εθνοπολιτισμικές ομάδες (λιγότερο όμως ως προς τις ταξικές ανισότητες, οι οποίες και παραμένουν κάτι μάλλον ακατανόητο για τον φιλελευθερισμό).
Είτε μια Δύση η οποία διεκδικεί ξανά την πολιτική, τεχνολογική και οικονομική της υπεροχή ως αγγλοαμερικανικός, κατά τεκμήριο λευκός και φυσικά καπιταλιστικός αστερισμός.
Στην πρώτη Δύση η ηγεμονία ανατίθεται σε σύνθετες διαπραγματεύσεις κλασικού τύπου, από όπου δεν απουσιάζει προφανώς η κρατική αυθαιρεσία, η αποδοχή της πορείας προς την πολεμική οικονομία μαζί με τρομαχτικές αναβολές σε κάπως πιο αποφασιστικά μέτρα για το κλίμα ή για ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, είναι η γνωστή μας ευρω-κανονιστική Δύση, μια μυθοπραγματική οντότητα ανάμεσα στα συμφέροντα, σε κληρονομημένες ιδέες και στην αναβλητικότητα κάθε γραφειοκρατικού σχηματισμού.
Στη δεύτερη Δύση η ηγεμονία εκβιάζεται με έκτακτες επιθετικές κινήσεις στο εσωτερικό (προτεραιότητα της ασφάλειας, αυταρχικά μέτρα, κάθετες επεμβάσεις στα ΜΜΕ κ.λπ.) και στο εξωτερικό, σε σχέση, για παράδειγμα, με την Κίνα και διαφόρους εχθρούς ή ενοχλητικούς παίκτες όπως τώρα με το Ιράν.
Αυτές οι δυο Δύσεις συμβιώνουν με όρους αστάθειας και άγχους για το αν το διεθνές σύστημα θα σταθεροποιηθεί κάπως ή αν θα μεγεθυνθούν οι αποκλίσεις και οι στιγμές ασυνεννοησίας. Έχει νόημα, τέλος, να φανταστούμε τους συνασπισμούς που ελκύονται από τις δύο βουλήσεις / οράματα.
Ένας χώρος υπέρ της εξομάλυνσης έχει μαζί του την κόπωση των πολιτών από τις ποικίλες αβεβαιότητες, καθώς και τον βιωματικό συντηρητισμό των μεγαλύτερων ηλικιών που, μην ξεχνάμε, στις δυτικές χώρες έχουν πολύ σημαντικό δημογραφικό, άρα και πολιτικό βάρος. Στο ιδεώδες της εξομάλυνσης συμπίπτουν, με διαφορετικά κίνητρα και ιδιοτέλειες, κυβερνώσες ελίτ χωρών του Νότου, η Κίνα και φυσικά ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο όραμα για εξομάλυνση και για ανάκτηση της κανονικότητας συρρέουν, τέλος, όλες οι ιδεολογίες που βρίσκονται σε αποδρομή ή εξασθένιση: ο κεντρώος φιλελευθερισμός, ο σοσιαλδημοκρατικός ορθολογισμός, η φιλελεύθερη ή ηπίως συντηρητική λογιοσύνη. Από εδώ κρέμονται επίσης συμφέροντα, θεσμοί και τελετουργικά που συνδέθηκαν με παλαιότερες μορφές της αστικής και καπιταλιστικής κοινωνίας.
Πλέον όμως οι δυνάμεις που ωθούν σε μια νέα τάξη μέσω της αναταραχής και της πρόκλησης έχουν πιο καλή αντιστοίχιση με το σημερινό ανώμαλο πεδίο των νέων πραγματικοτήτων. Η «ιδεολογία» τους είναι πιο μέσα στις πραγματικές αποδιαρθρώσεις των συμβολικών και πολιτικών αρχιτεκτονικών που γνωρίσαμε ως άνθρωποι του εικοστού αιώνα. Αντανακλούν έναν θρυμματισμένο κόσμο όπου η ισχύς, η απόλαυση, η διαφθορά και η ικανότητα καταστροφής θα μπορούν να ανθίσουν και να γίνουν εργαλεία βέλτιστης απόδοσης για τους ικανότερους και πιο γρήγορους παίκτες. Είναι επίσης ένας χώρος όπου συνενώνεται εκ νέου –όπως στον ιστορικό φασισμό– ο αντιδιανοουμενισμός και η αποθέωση της επιχειρησιακής και αποτελεσματικής βίας που ασκείται σε μεγάλη κλίμακα και μπορεί να στραφεί σε κάθε δυνατό πόρο, φυσικό ή ψυχικό και συνειδησιακό.

❧

Ποια από τις δυο «προτάσεις πολιτισμού» θα κατισχύσει; Η πρώτη Δύση κουβαλά ακόμα πάνω της έγχαρτες και αναλογικές μνήμες αν και αποδέχεται και ενθαρρύνει ιδεολογικά τα ψηφιακά άλματα. Μπορεί και συσπειρώνει έναν βαθμό ορθολογισμού και κανονιστικής δυτικοφροσύνης με προοδευτικούς τόνους και ανοίγματα. Στρέφεται όμως πλέον, από φόβο ή εκλογικές αγωνίες, σε έναν αντι-μεταναστευτικό και ασφαλειοκεντρικό λόγο, χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει τη φιλελεύθερη ρητορική για τα δικαιώματα και τα λεγόμενα rules based σενάρια μιας επαναρυθμισμένης τάξης. Διακατέχεται από πανικό διότι έχει διευκολύνει τους μηδενιστές της «νέας τάξης» πιστεύοντας πως θα περιοριστούν στη δυσφορία του ηττημένου «λαϊκισμού» και ότι με τη μετάβαση σε νέες μορφές Δύσης θα μπορέσει να αποφύγει τα σοκ και τις διασπάσεις.
Η άλλη, πάλι, Δύση, αγγίζει κάποιες βαθύτερες χορδές. Δεν διστάζει να φτάσει ως τον πόλεμο για να δοκιμάσει την υπεροχή της, να εξορύξει τα υλικά που χρειάζεται, να δείξει τον εχθρό και να διαφημίσει το όραμα μιας ελευθερίας δίχως ισότητα, μια ελευθερία διαθέσιμη για πράξεις ηγεμονικής βίας και καταστροφής.
Φαίνεται ότι αυτή η μηδενιστική Δύση έχει ένα ρεύμα με το μέρος της. Προσελκύει τις πιο φανατικές, φιλόδοξες και ακόρεστες δυνάμεις του δεσπόζοντος τεχνοοικονομικού συστήματος, πράγμα που δεν θέλουν να το καταλάβουν οι κανονιστικοί φιλελεύθεροι και όσοι συντηρητικοί αντιδρούν ηθικά ή αισθητικά στις νεοφασιστικές τάσεις.
Θα έλεγα ότι αν επανέλθει η Δύση της βούλησης για εξομάλυνση θα πάρει κάποια αναβολή το τέλος του πλανήτη ή, έστω, μπορεί να λειανθούν κάπως ορισμένες από τις αναπόδραστες, μεγάλες κρίσεις του μέλλοντος. Ο εξομαλυντικός γραφειοκρατικός λόγος προσφέρει κάποια αγορά χρόνου και λίγη ηρεμία, σαν αυτή μιας εύθραυστης ανακωχής, μιας εφήμερης κατάπαυσης του πυρός.
Με τη Δύση η οποία δεν έχει πρόβλημα με την επιτάχυνση των ρήξεων –για να επανασχεδιάσει τον κόσμο– θα έλθει πιο κοντά μας η ανθρωπιστική, η περιβαλλοντική και η πολιτική καταστροφή. Η ταχύτερη αποσύνθεση του οίκου και του δήμου, των φυσικών και των πολιτικών μας κοινωνιών. Διότι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, το μέλλον αυτής της μηδενιστικής Δύσης παράγει το μη μέλλον των υπολοίπων.
Μια πιθανή λύση θα ήταν η έξοδός μας τόσο από την ανεπαρκή υποκρισία όσο και από τον επιταχυντικό μηδενισμό, από αυτή τη Δύση που επιδιώκει να ανακυκλώσει τον οικείο της εαυτό (σκεπάζοντας τα δεινά και τις ευθύνες της) και από την άλλη Δύση που διεκδικεί, δίχως να κρύβεται, μια νέα αυτοκρατορική υπεροχή. Είπαμε όμως πως αυτή την παράκαμψη του στυγνού διλήμματος, δεν την επιβραβεύουν οι λογής «δημοσκοπήσεις», η τρέχουσα πολιτική και πνευματική διάθεση των εκλογικών πλειοψηφιών. Το όριο, ενδεχομένως, κάθε λόγου για τα μελλοντικά πράγματα είναι το πως διάγει και κατοικεί κανείς στο παρόν. Αυτό όμως είναι θέμα για ένα άλλο αφιέρωμα.

ΠΗΓΗ: Φρέαρ

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Η ήττα της Δύσης

Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΚΟΡΟΒΙΝΗ


Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις ενός Γάλλου ανθρωπολόγου, δημογράφου και κοινωνιολόγου της θρησκείας, του Εμμανουέλ Τοντ. Ως πηγές χρησιμοποιούνται ένα βιβλίο του και μια συνέντευξή του. Το βιβλίο του που μεταφράσθηκε στα ελληνικά το 2003 φέρει τον τίτλο «Μετά την Αυτοκρατορία» (Εκδόσεις Κριτική) και καταδεικνύει την παρακμή της Αμερικής από τότε, όταν όλοι σχεδόν έκαναν λόγο για την μονοκρατορία της μόνης εναπομείνασας υπερδύναμης, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η συνέντευξη του έχει δοθεί στην εφημερίδα Le Figaro, στις 12 Ιανουαρίου 2024 και αναφέρεται στο πρόσφατα εκδοθέν και μη μεταφρασμένο ακόμη βιβλίο του υπό τον τίτλο «Η ήττα της Δύσης».
Το έργο του Τοντ είναι ενταγμένο στην λεγόμενη ανθρωπολογική στροφή που σημειώθηκε στην Γαλλία μετά την αμπώτιδα του Μάη του 1968 και την επακόλουθη κρίση του Μαρξισμού. Η στροφή αυτή σηματοδότησε την προσπάθεια να αντιμετωπισθεί ο διάχυτος πεσιμισμός και η αποπολιτικοποίηση της περιόδου και να υψωθεί ένα ανάχωμα απέναντι στην πολύ δημοφιλέστερη μεταμοντέρνα αποδόμηση. Μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων ήταν μια βαθύτερη, ανθρωπολογική πλέον, ερμηνεία της πολιτικής και των κοινωνικών σχέσεων.

***

Στο έργο του «Μετά την Αυτοκρατορία» ο Τοντ τοποθετείται κατ’ αρχήν απέναντι στις δυο κύριες και συγκρουόμενες μεταξύ τους προσεγγίσεις για το μέλλον του κόσμου μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Γίνεται λόγος για το «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα και την «Σύγκρουση των Πολιτισμών» του Χάντινγκτον.
Για τον Φουκουγιάμα, μετά την πρόσφατη νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας επί του κομμουνισμού και την παλιότερη επί του ναζισμού, ο πλανήτης οδηγείται προς την οικουμενικοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και την διαρκή ειρήνη. Ο Χάντινγκτον θεωρεί αντίθετα ότι την σύγκρουση των ιδεολογιών που χαρακτήρισε τον 20ο αιώνα, θα την διαδεχθεί η σύγκρουση των πολιτισμών τον 21ο αιώνα, με πυρήνα του κάθε πολιτισμού μια διαφορετική θρησκεία.
Ο Τοντ που κλίνει προς την μεριά του Φουκουγιάμα, παρά τις όποιες αντιρρήσεις του για την αφέλεια του εγελιανισμού του Αμερικανού στοχαστή, κατακεραυνώνει τον Χάντινγκτον και δίνει μια διαφορετική, όπως θα δούμε, ερμηνεία για τον βαρύνοντα ρόλο της θρησκείας στις μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις. Ο Τοντ, λοιπόν, στο πόνημα του «Μετά την Αυτοκρατορία» θεωρεί ότι η διάδοση της γραφής και της ανάγνωσης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης καθώς και η μείωση των γεννήσεων αποτελούν αξιόπιστους και αυτόνομους από άλλες παραμέτρους δείκτες, που καταδεικνύουν την μη αντιστρεπτή πορεία του πλανήτη προς τον εκσυγχρονισμό και την μετάβαση του προς την νεωτερικότητα.
Η εκσυγχρονιστική διαδιαδικασία, κατά τον Τοντ, δεν προωθείται χωρίς αναταράξεις. Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, για παράδειγμα, είναι μια ιδεολογία μετάβασης που εκφράζει την αγωνία του μουσουλμανικού κόσμου για την αποκοπή από τις ρίζες του στην πορεία του προς τον εκσυγχρονισμό. Ο ρόλος της θρησκείας είναι λοιπόν επικουρικός στο «Μετά την Αυτοκρατορία», αλλά αλλάζει κατά πολύ δυο δεκαετίες αργότερα στο «Η ήττα της Δύσης», όπως θα φανεί.
Η ποικιλία τώρα των πολιτικών συστημάτων των κοινωνιών που εκσυγχρονίζονται και η μη ταύτισή τους κατ’ ανάγκην με την φιλελεύθερη δημοκρατία κατά τον Γάλλο ανθρωπολόγο συνδέεται με το διαφορετικό ανθρωπολογικό υπέδαφός τους, τις διαφορετικές κυρίως οικογενειακές δομές της παράδοσής τους. Υπάρχουν πέντε τύποι οικογενειακών δομών. Ο αγγλοσαξωνικός, ο ρωσικός, ο γαλλικός, ο γερμανικός και ο μουσουλμανικός. Ο κινεζικός είναι παραλλαγή του ρωσικού. Οι παράμετροι του μαζικού αλφαβητισμού και της μείωσης των γεννήσεων διεθνώς καθώς και η χρήση των τύπων οικογενειακών δομών «γειώνουν» ανθρωπολογικά τον «ιπτάμενο» εγελιανισμό του Φουκουγιάμα.
Σε έναν κόσμο, εν πάση περιπτώσει, που σταθεροποιείται δημογραφικά και προοδεύει πολιτισμικά με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, συνεχίζει ο Τοντ στο «Μετά την Αυτοκρατορία», οι ΗΠΑ ως παγκόσμιος χωροφύλακας τείνουν να γίνουν άχρηστες για τον πλανήτη την ίδια στιγμή που από την δεκαετία του 1970 γίνονται ολοένα και πιο εξαρτημένες οικονομικά από αυτόν.¨
Πράγματι ήδη από την δεκαετία του 1970 η Αμερική εκφυλίζεται σταδιακά σε μαζικό εισαγωγέα πλειάδας προϊόντων, σε έναν οικουμενικό κεϋνσιανό καταναλωτή. Όλα αυτά στα πλαίσια μιας παγκόσμιας οικονομίας που χαρακτηρίζεται από μείωση της ζήτησης λόγω της συμπίεσης των μισθών και της έκρηξης των κερδών. Η Αμερική παράγει χρήμα δανειζόμενη και επίσης τυπώνοντάς το, οι υπόλοιποι παράγουν προϊόντα που καταναλώνονται κατά κύριο λόγο στις ελλειμματικές ΗΠΑ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αμερική μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου επιδίδεται σε έναν «θεατρικό μικρομιλιταρισμό» διαλέγοντας, όπως τονίζει ο Τοντ, πολέμους με αδύναμους αντιπάλους όπως το Ιράκ για να πείσει τους κύριους ανταγωνιστές της, την Ρωσία, την Ευρώπη, και την Ιαπωνία για την ισχύ της.
Το «Μετά την Αυτοκρατορία» κλείνει με μια πρόβλεψη πιθανής χειραφέτησης της Ευρώπης από την Αμερική και συνεργασίας της με μια ανανεωμένη αλλά όχι στρατιωτικά απειλητική Ρωσία. Σε αυτό το κατά τα άλλα ενδιαφέρον πόνημα υποβαθμίζεται ο ρόλος της θρησκείας ως θεμελιώδους πυλώνα του πολιτισμού. Στο πρόσφατα εκδοθέν έργο του «Η ήττα της Δύσης» η θέση της θρησκείας αναβαθμίζεται και ο ρόλος της διαφοροποιείται.

***

Η ήττα της Δύσης αποδίδεται στην έκλειψη του προτεσταντισμού κυρίως αν και αναφέρονται και δυο άλλα αίτια. Υπάρχουν κατά τον Τοντ τρεις φάσεις στην ζωή του προτεσταντισμού: Η ενεργός πίστη, το «στάδιο ζόμπι» και το «στάδιο μηδέν», ή έκλειψη του δηλαδή. Στον προτεσταντικό κόσμο (την Αμερική, την Αγγλία, την Γερμανία και την Σκανδιναβία) στην περίοδο που η θρησκευτική αυτή πίστη ήταν ενεργός, όπως έδειξε ο Μαξ Βέμπερ, ο φόβος καταδίκης στην κόλαση και η ανάγκη να ανιχνευθούν ενδείξεις σωτηρίας οδήγησε στην ανάπτυξη αυστηρού εργασιακού ήθους και στην οικοδόμηση ισχυρής ατομικότητας. Παράλληλα η αναζήτηση άμεσης και χωρίς την διαμεσολάβηση του ιερατείου πρόσβασης στην Βίβλο κατέστησε αναγκαία την μαζική εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης.
Ανάμεσα στην έκλειψη και την ενεργό παρουσία της θρησκευτικής πίστης παρεμβάλλεται κατά τον Τοντ μια ενδιάμεση φάση, το «στάδιο ζόμπι», όπου η πίστη φθίνει αλλά παραμένει ισχυρή η προτεσταντική ηθική. Στην Αμερική το «στάδιο ζόμπι» κρατάει από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και την προεδρία Αϊζενχάουερ. Η Αμερική σ’ αυτό το διάστημα διατηρούσε όλες τις αξίες του προτεσταντισμού -την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, την εργασιακή ηθική και την ομαλή ένταξη του ατόμου στην κοινότητα- με την πίστη όμως να υποχωρεί και να διαβρώνεται.
Ασφαλής δείκτης κατά τον Γάλλο ανθρωπολόγο του περάσματος στο τρίτο στάδιο, το «στάδιο μηδέν», όπου εκλείπει πλέον τόσο η μεταφυσική όσο και η ηθική της πίστης, είναι η υιοθέτηση από τις κυβερνήσεις του γάμου των ομοφύλων και προπαντός οι προσπάθειες των διεμφυλικών ατόμων για τις λεγόμενες φυλομεταβάσεις, καθώς κάτι τέτοιο συνιστά κατά τον Τοντ άρνηση της πραγματικότητας, δηλαδή μια μορφή ακραίου μηδενισμού (εκτός βέβαια αν προϋπάρχουν ανατομικά προβλήματα).
Η φθορά τώρα της θρησκείας και της κοινωνικής ηθικής στην Αμερική αλλά και στην υπόλοιπη Δύση συνδυάσθηκε με ένα δεύτερο αίτιο παρακμής, την οικονομική αποδυνάμωση έναντι άλλων δυνάμεων (Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας κ.λπ.).Η παγκοσμιοποίηση και οι απανωτές κρίσεις των τελευταίων ετών κατέστησαν την Δύση στο σύνολό της -χωρίς εξαιρέσεις πια όπως στο «Μετά την Αυτοκρατορία»- ανίκανη για παράδειγμα να κατασκευάσει τα όπλα και τα πολεμοφόδια τα αναγκαία για την Ουκρανία. Οι Δυτικοί έστειλαν τους Ουκρανούς σχετικά αόπλους στην αποτυχημένη αντεπίθεση τους του καλοκαιριού του 2023.
Το τρίτο αίτιο, πέραν της έκλειψης του προτεσταντισμού και της οικονομικής αποδυνάμωσης, που σχετίζεται με την ήττα της Δύσης είναι η συστράτευση των περισσοτέρων χωρών του κόσμου με την Ρωσία. Ο Παγκόσμιος Νότος, ιδίως, όταν διαπίστωσε ότι η Ρωσία άντεξε το πρώτο σοκ των κυρώσεων κράτησε στάση τουλάχιστον ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στην Ρωσία. Οι επιφυλάξεις της Ρωσίας απέναντι στις υπερβολές των δικαιωματιστών έπαιξαν και αυτές τον ρόλο τους, λειτουργώντας σαν η κατ’ εξοχήν ήπια ισχύς της Μόσχας.
Ο Τοντ έχει δίκιο να επισημαίνει ότι η νεωτερικότητα αργοπεθαίνει στα παλαιά της κέντρα ενώ βρίσκει νέα ζωή στην περιφέρεια του πλανήτη. Εκεί η διαδικασία εκσυγχρονισμού και εξατομίκευσης προσλαμβάνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνδυαζόμενη με τις ντόπιες ανθεκτικές παραδόσεις. Αλλά κάποτε θα έρθει και η σειρά της περιφέρειας να αναρωτηθεί αν υπάρχει το πέρα από το άτομο.

«Στο μπαλκόνι» (1956). Εικαστική κατασκευή του, Άγγλου σερ, Peter Thomas Blake.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

50 χρόνια Diamond Dogs: Ήταν ο Ντέιβιντ Μπόουι προφήτης;

Του ΓΙΩΡΓΗ - ΒΥΡΩΝΑ ΔΑΒΟΥ


Μοιάζει τόσο παράδοξο, όμως 50 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το άλμπουμ Diamond Dogs του Ντέιβιντ Μπόουι (1947-2016) εάν κυκλοφορούσε πάλι σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να παρομοιασθεί ως ένα ευαίσθητο αντηχείο της εποχής μας.
Ο πιο δημοφιλής δίσκος εκείνου του καλοκαιριού του 1974 κι ένα από τα πιο γνωστά άλμπουμ του αξεπέραστου αυτού καλλιτέχνη, εξακολουθεί, επιχειρώντας μία τολμηρή τομή, να μας δίνει -πέρα από τις εκλεπτυσμένες και πρωτοποριακές, ακόμη και τώρα, μουσικές του δημιουργίες- μία αδρή κοινωνιολογική εικόνα του καιρού του, των προβλημάτων του κόσμου της εποχής.
Προβλήματα, συγκρούσεις, αδιέξοδα, μεροληψίες και «ταξικό μίσος» (κάθε είδους), που δυστυχώς, φαίνονται να είναι τα ίδια και στις μέρες μας -έστω και εάν σήμερα τα φαινόμενα τούτα αναδύονται μπροστά μας σάμπως μέσα από ένα ανεστραμμένο είδωλο. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα είναι οι σχετικές ομοιότητες, που ένας εμμονικός της θεωρίας των κύκλων στην Ιστορία και θαυμαστής του Μπόουι θα διατεινόταν ότι ο αείμνηστος μεγαλοφυής καλλιτέχνης ήταν και μένει ένας μεγάλος προφήτης. Και ίσως αυτή η ερμηνεία της προσωπικότητας και του έργου του Μπόουι να μην ήταν και απόλυτα αδικαιολόγητη.
Ακούγοντας το άλμπουμ, που έφθασε στην κορυφή των βρετανικών charts και ήταν και το πρώτο που έφτασε στο Top 5 των ΗΠΑ, που συγκερνά το σκοτεινό και το σαρκαστικό, την παρακμή και τον τρόμο, το υπερφυσικό και το εμπειρικό, το σνομπ και το περιθωριακό, σε ένα αξεπέραστο μείγμα από μουσικές που συνδυάζουν διαφορετικά μουσικά στοιχεία με πρωτοποριακό τρόπο, είναι σα να διαβάζεις εκείνες τις αλληγορικές, αλλόκοτες, προφητείες των μυστικών και των πεσιμιστών στοχαστών του μέλλοντος. Εξάλλου και η αρχική ιδέα για τη σύνθεση του τρίτου άλμπουμ του Μπόουι διαπνέεται από αυτό το πνεύμα της μεταιχμιακής αμφιβολίας που γεννά τέτοιου είδους στοχασμούς και έργα. Σχεδιασμένο σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Μπόουι μετά την επιτυχία του κύκλου του Ziggy Stardust, διάνυε μία μετέωρη φάση, γεμάτη αβεβαιότητα ως προς την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η καριέρα του. Το Diamond Dogs είναι ο καρπός της συγχώνευσης διαφόρων ατέλειωτων έργων και ανεκπλήρωτων ιδεών του Μπόουι: ένα μιούζικαλ για τον χαρακτήρα του Ziggy Stardust, μια προσαρμογή του μυθιστορήματος «1984» του Τζορτζ Όργουελ και μια αστική αποκαλυπτική ιστορία βασισμένη στα γραπτά του Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Δηλαδή ένα κράμα από δυστοπικές μελλοντολογίες, που βασίζονταν στα γραπτά δύο από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς του είδους, οι οποίοι εντούτοις ήσαν παράλληλα κι από τους πλέον διαπρύσιους υποστηρικτές της προσωπικής ελευθερίας, της απελευθέρωσης από τα ιδεολογικά δεσμά και την ηθικολογία που διαιωνίζει την υποτέλεια του καθημερινού ανθρώπου και του πολίτη στις σκοτεινές επιδιώξεις μίας εξουσίας, που βασίζεται στην ψυχική και διανοητική υποδούλωση της μάζας. Το Diamond Dogs είναι ένας δίσκος που είναι φανερό πως αντλεί την έμπνευσή του από ένα πολύ καλλιεργημένο λογοτεχνικό υπόστρωμα, με συνεκτική γραμμή την ελευθερία της σκέψης και της δράσης του υποκειμένου.
Το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο φαίνεται να εμπνέει και μέσα στο οποίο κινείται το Diamond Dogs έχει πολλά από τα μεταιχμιακά και παρακμιακά χαρακτηριστικά που και σήμερα θα το έκαναν δημοφιλές. Το 1974 είναι η εποχή όπου η Βρετανία, (και σε ευρύτερο πλαίσιο η Ευρώπη) έχοντας περάσει μία πολύ σύντομη εποχή ευμάρειας, των ουτοπικών 30 Glorieuses, των πρώτων ένδοξων, μεταπολεμικών χρόνων, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, βιώνει μια φάση βίαιης ριζοσπαστικοποίησης εκείνων των φαινομένων που στην προηγούμενη 10ετία φάνταζαν ελπιδοφόρα και τώρα παράδερναν μέσα στα αδιέξοδα που είχαν δημιουργήσει ο εξιδανικευμένος αυθορμητισμός και ο υποκειμενισμός, που τα εμπόδιζε να συγκροτήσουν μία καθολικευμένη εναλλακτική κοινωνική λύση. Τα κοινωνικά κινήματα, που ναι μεν πρόσφεραν νέα πνοή, αρχικά, με την αλυσιτελή τους αυτοαναφορικότητα και γενικότητα, ενίσχυαν ταυτόχρονα και την αντιδραστικότητα, προαναγγέλλοντας στα μέσα του ‘70 εκείνη τη μετατόπιση που θα χαρακτήριζε την τελευταία περίοδο των κοινωνικών δεσμεύσεων στην ισοπέδωση της δεκαετίας του ‘80.

1974, μια δύσκολη χρονιά

Ιδιαίτερα για την Αγγλία, το 1974 ήταν δύσκολη χρονιά. Η οικονομία παρέπαιε λόγω της ενεργειακής κρίσης, που είχε οδηγήσει την συντηρητική κυβέρνηση του Έντουαρντ Χιθ να θεσπίσει την εργασιακή εβδομάδα των 3 ημερών, για να εξοικονομηθεί θέρμανση και ενέργεια. Η ανεργία και η μείωση των μισθών, η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων έπλητταν τον πληθυσμό, ενώ τα πράγματα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο η παρατεταμένη απεργία των ανθρακωρύχων. Αλλά το κύριο πρόβλημα την εποχή εκείνη ήταν η γενικευμένη ανασφάλεια, που η κλιμάκωση των βομβιστικών επιθέσεων του IRA και η εξέγερση στη Βόρειο Ιρλανδία, καλλιεργούσε σε όλο το μήκος και πλάτος της κοινωνίας με τα τυφλά της χτυπήματα. Από τις βομβιστικές επιθέσεις δεν είχε γλιτώσει ούτε καν το Γουεστμίνστερ (Βουλή των Κοινοτήτων), που τον Ιούνιο του ‘74 βίωσε μία έκρηξη βόμβας στη βόρειο πτέρυγά του. Η έκρυθμη κατάσταση αναβίωσε τότε και τη συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Ήταν επίσης η χρονιά που ο θάνατος του φοιτητή Κέβιν Γκέιτλι στη διάρκεια διαδήλωσης στο Λονδίνο, στην πλατεία Red Lion, προκάλεσε επίσης μεγάλο σάλο, καθώς ήταν το πρώτο θύμα σε διαδήλωση στο βρετανικό έδαφος από το 1939. Ήταν η χρονιά που, έστω και με μόλις 3 έδρες πλειοψηφία οι Εργατικοί του Χάουαρντ Γουίλσον, που είχε να αντιμετωπίσει -όπως κι ο επίγονός του Στάρμερ σήμερα- το πρόβλημα με την Ευρώπη, αποδεχόμενος να μεθοδεύσει το δημοψήφισμα για την παραμονή στην τότε ΕΟΚ, που μόλις στο προηγούμενο έτος είχε ενταχθεί η Βρετανία και ήδη πολλοί συντηρητικοί διέδιδαν ψευδώς πως σε εκείνη οφειλόταν η απώλεια 500.000 θέσεων εργασίας. Στο δημοψήφισμα τότε είχε επικρατήσει το «ναι» και η Βρετανία παρέτεινε την ταραχώδη σχέση της με την Ενωμένη Ευρώπη μέχρι την τελική έξοδό της μία εικοσαετία αργότερα.
Η βαθιά απαισιοδοξία και ο γενικευμένος μηδενισμός που ρίζωσε βαθιά στην κοινωνία το ‘74, θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος στην ανέλπιδη παθητική και αυτοκαταστροφική έξαρση του πανκ λίγα χρόνια αργότερα. Όμως το 1974 είναι η χρονιά του Glam Rock και της φανταχτερής φαντασμαγορίας της παγιέτας στα κοστούμια των Abba, που θα κέρδιζαν τη Eurovision με το Waterloo, την ώρα που το χίπικο κίνημα με τι δική του καλειδοσκοπική φαντασμαγορία ουσιαστικά ξεψυχούσε. Ο Μπόουι με την κριτική του ματιά ήδη από το 1974 είχε συλλάβει τις αντινομίες της βρετανικής κοινωνίας εν κρίσει και σκιαγράφησε εύγλωττα τις κακουχίες και την απόγνωση της αστικής ζωής που ο ιδεαλισμός των χίπις του ‘60 είχε στηλιτεύσει, αλλά δεν κατόρθωσε να αλλάξει. Το Diamond Dogs είναι ένα μουσικό και στιχουργικό, υποβλητικό, ταξίδι σε υποβαθμισμένες βιομηχανικές περιοχές, μισοάδεια βικτωριανά κτίρια, προαστιακά δωμάτια γεμάτα αμφεταμίνες και γυμνά σώματα, πεζοδρόμια γεμάτα με ανθρώπους που αναζητούν ταυτότητα -ακόμα και σεξουαλική- και κυρίως κίνητρο για να ζήσουν ζωντανά συναισθήματα.
Ο Μπόουι, το έχει αποδείξει άλλωστε, θέλοντας να καθορίσει τους όρους και τις συναρτήσεις των ανθρώπινων παθών και πεποιθήσεων, όχι απλά μόνο μέσα στην καθορισμένη ιστορική στιγμή ,αλλά και μέσα στην εξέλιξη της κοινωνίας στα διάφορα στάδιά της, απαγγέλλει την κρίση του πάνω ακριβώς στην εσωτερική τους αξία. Σμιλεύει τα «προπλάσματα», που θα έλεγε και ο μεγάλος ιστορικός Πάουλσεν, της ιστορικής και κοινωνικής της εικόνας και με τις διάφορες περσόνες που επινοούσε συμπύκνωνε τα χαρακτηριστικά της, τις ιδιαιτερότητες, τις αιχμές της κρίσης της, της αποσύνθεσής της και την ελπίδα μίας υπέρβασης ακριβώς τη στιγμή της αυτο-συνείδησης της παρακμής.
Το ίδιο το άλμπουμ είναι άλλωστε ενδεικτικό αυτής της παρακμιακής παράνοιας, του κιτς και του εκλεκτικισμού της. Ξεκινώντας από το ίδιο το εξώφυλλο του άλμπουμ, εμπνευσμένο από τις εικόνες των τσίρκων του Coney Island και τις εικόνες των ανθρώπων-φρικιών. Είναι μάλιστα έργο του Βέλγου καλλιτέχνη Guy Peellaert (που είχε σχεδιάσει επίσης το εξώφυλλο του It’s Only Rock ‘n’ Roll των Rolling Stones). Εκεί ο Μπόουι ποζάρει σαν ένα απόκοσμο πλάσμα στα μισά του δρόμου μεταξύ ανθρώπου και σκύλου, μια «βλάσφημη» επανερμηνεία των κενταύρων της ελληνικής μυθολογίας, που στην επανερμηνεία της του 1974 η πάλη με τους θεούς του Ολύμπου είναι μία πάλη για επιβίωση μέσα στους κάδους των σκουπιδιών. Οι άνθρωποι φρικιά του Μπόουι είναι όλοι εκείνοι οι «διαφορετικοί» κάθε είδους, όσοι αποζητούν μία ‘ταυτότητα’ και που η κοινωνία -ακόμη και σήμερα- απορρίπτει, είτε πρόκειται για ξένους, νέους, ΛΟΑΤΚΙ+ ή «ταξικούς αντιπάλους».


«Θα έλθει μία μέρα που οι άνθρωποι ‘φρικιά’ θα βρουν δικαίωση στον κόσμο;».

Ωστόσο, η έμπνευση του εξωφύλλου από τον κόσμο του τσίρκου δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία του Μπόουι. Είχε ξαναχρησιμοποιηθεί το 1972, με το εύγλωττο φωτογραφικό κολάζ του Exile on Main Street των Rolling Stones. Ένα άλμπουμ αφιερωμένο και αυτό στη «διαφορετικότητα», που έδινε φωνή σε εκείνους που η κοινωνία περιθωριοποιούσε, περιέπαιζε ή εκμεταλλευόταν γιατί ακριβώς επέκλιναν από τη σαθρή και επιφανειακή κανονικότητά της. Δύο χρόνια αργότερα ο Μπόουι ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, εμβαθύνοντας στη δύσκολη κοινωνική κατάσταση των ομοφυλόφιλων, των τρανσέξουαλ και όσων γενικότερα δεν ταιριάζουν στην κρατούσα αντίληψη για τα φύλα ή την κοινωνική συμπεριφορά. Εξάλλου, η σεξουαλική μεταφορά βρίσκεται ακριβώς στη φιγούρα ανθρώπου-σκύλου στο εξώφυλλο, την πόζα του οποίου ο Μπόουι εμπνεύσθηκε από μία παρόμοια φωτογραφία του 1926 της Ζοζεφίν Μπέικερ (άλλης μίας καλλιτέχνιδας που με ειρωνικό τρόπο διέρρηξε τα στεγανά και σόκαρε τη δεκαετία του ‘20 και ‘30).
Το ερώτημα που διέπει το άλμπουμ είναι «θα έλθει μία μέρα που οι άνθρωποι ‘φρικιά’ θα βρουν δικαίωση στον κόσμο τούτο;». Η δυσοίωνη και ασφυκτική ατμόσφαιρα του άλμπουμ γίνεται αμέσως αντιληπτή από το εναρκτήριο κομμάτι, το Future Legend, που βυθίζει τον ακροατή σε ένα δυσοίωνο πέπλο, αυτό της Πεινασμένης Πόλης, όπου η επιβίωση γίνεται πόλεμος στη Χρονιά των Diamond Dogs, όπου «αυτό δεν είναι Ροκ ν’ Ρολ, είναι Γενοκτονία». Μία δυστοπία, όπου ο χομπσιανός bellum omnium contra omnes έχει αποκατασταθεί χωρίς έλεος για τον αδύναμο, χωρίς ένα κοινωνικό συμβόλαιο και υπόσχεση ασφάλειας. Η ίδια ατμόσφαιρα διαχέεται από το φασματικό τρίπτυχο των εννέα λεπτών που αποτελείται από τα τραγούδια Sweet Thing, Candidate, Sweet Thing (Reprise), όπου αφηγούνται συναισθηματικά φορτισμένες περιπέτειες ανδρικής πορνείας. Είναι τα τραγούδια τούτα μία διακειμενική παρατήρηση, που η αφήγησή της παραπέμπει και συναισθηματικά και εικονολογικά σε ορισμένους πίνακες του Jean-Michel Basquiat (πολύ περισσότερο από τις εξυμνητικές φωτογραφίες του R. Mapplethorpe ή τη συμβατική ποπίστικη απεικόνιση του K. Haring), που προέρχονται από τις ίδιες, τραυματικές στην αρχική τους βίωση, εμπειρίες. Αλλά και στη συνέχεια, το 1984 και το Big Brother στιγματίζουν μια κοινωνία που καταπιέζει την ελεύθερη σκέψη με την επιβολή της τεχνολογίας σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και τον ηθικολογικό αυτο-ευνουχισμό της πολιτικής ορθότητας. Ο Μπόουϊ θέτει το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων σε ένα απάνθρωπο και ισοπεδωτικό τεχνολογικό μέλλον, το οποίο υποβιβάζει το υποκείμενο είτε σε ανδρείκελο, είτε σε μια κανιβαλική και λιμπιντινική μηχανή, που θα έλεγε και ο Ζυλ Ντελέζ. Είναι ίσως το τραγούδι που συνοψίζει το βαθύτερο περιεχόμενο κι αποτελεί τη χεγκελιανή υπέρβαση και σύμβαση όλων των αρνητικοτήτων στο Diamond Dogs είναι αναμφισβήτητα το Rebel Rebel: ένα τραγούδι που είναι ένας φόρος τιμής στην παραφορά της υποστασιακής (κι υπαρξιακής) περιδίνισης και τον μηδενισμό της λιμπιντινικής ελευθερίας. Αλλά και εξάρτησης της στιγμιαίας απόλαυσης (του «θέλεις περισσότερα, αλλά τα θέλεις τώρα»), που σε κάνει να αποζητείς την ένταση και τη διάρκεια που ουδέποτε θα κορέσεις. Είναι ένας ύμνος στην επιδειξιμανία μίας εποχής, που εκφράζεται ακόμη και με την επιτηδευμένη αυτοκαταστροφή (του ‘your face is a mess’), η οποία υποτίθεται πως εμβολίζει τον καθωσπρεπισμό, αλλά που στην ουσία -αφήνει να διαφανεί ο Μπόουι- τροφοδοτεί την εμπορευματοποιημένη, εκτεχνικευμένη, «κοινωνία του θεάματος» και δημιουργεί (ας στοχασθεί κάποιος τους επιγόνους του Glam κινήματος, από τον Φρέντι Μέρκιουρι και τους Queen ίσαμε τη Lady Gaga) μια καλά οργανωμένη παγκόσμια αγορά, που εκμεταλλεύεται την εικόνα της «διαφορετικότητας» σε όλες τις εκφάνσεις της.
Το Diamond Dogs σε κάθε περίπτωση είναι ένα πειραματικό άλμπουμ, με κύριο στοιχείο την εκλεκτικιστική συναρμογή πολλών μουσικών στυλ: ίσως ένας προάγγελος των σημερινών samplings από διάφορα τραγούδια. Με τη διαφορά πως η φανκ και η σόουλ, η ροκ όπερα, τα τραγούδια στυλ Frank Sinatra και μιούζικαλ, έως συνθέσεις που θυμίζουν τις concrete δημιουργίες του Karlheinz Stockhausen, στο άλμπουμ του Μπόουι δεν είναι ένα συγκριτικό αποτέλεσμα από γνωστές, επιτυχημένες κι αναγνωρίσιμες μελωδίες, αλλά αποτελούν αυτοτελείς συνθέσεις που απλά το ύφος τους ενισχύει την εννοιολογική τους στόχευση. Πάντως ως τέκνο της εποχής του, το Diamond Dogs αποτελεί ένα δεινό δείγμα του glam rock: κάποιος το αντιμετωπίζει σάμπως μία θεατρική παράσταση, φαντάζεται τούτο το μείγμα λόγου, μουσικής, κίνησης πάνω στη σκηνή και κυρίως, γιατί το άλμπουμ αναπαράγει την εξερεύνηση του Μπόουι σε εκείνο το δαντο-παζολινικό transumanar (e organizzar), το ξεπέρασμα της ανθρώπινης υπόστασης σε μία νέα μορφή. Αυτό που μεταφέρει και υπονοεί ο Μπόουι, σαν σημερινή αναβίωση του μύθου του Γλαύκου, που ακριβώς βρίσκοντας τον επίγειο παράδεισο μακριά από την ανθρώπινη τεχνική διαστροφή, ερωτεύεται τη Σκύλλα, που αποκρούοντας τον (κανονικό) έρωτά του μεταμορφώνεται στο πλάσμα εκείνο που μοιάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης στο εξώφυλλό του, με το κάτω μέρος του σώματός της σε μία αγέλη σκύλων. Transumanata η Σκύλλα από την Κίρκη, από την ίδια μάγισσα που μετέτρεπε τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια, αναδεικνύει τη διττή ουσία της επιθυμίας: συνάμα συναρπαστικής και τερατώδους, αλλά πάντα συνταρακτικής, ακόμη κι όταν είναι αποτρόπαια (ως διαστροφή).
Είναι το όραμα του Μπόουι, που ήδη είχε ξεκινήσει με τον Ziggy, σκόπιμα διφορούμενο, ανδρόγυνο, μηδενιστικό, παρανοϊκό, για να εξερευνήσει περίπλοκα ζητήματα ταυτότητας και εξουσίας. Σαν τον παχινιδιάρη σκύλο Diamond του Νεύτωνα, που ρίχνοντας το κερί έκαψε τις σημειώσεις από τα πειράματα 20 χρόνων, ο Μπόουι καίει τα προηγούμενα προσωπεία του, καυτηριάζει την κοινωνική πραγματικότητα και τις φενάκες ή τις αυταπάτες της, καταγγέλλει τις πλαστές εξαγγελίες της «απόλαυσης», που Σαρτρικά είναι «ο θάνατος της επιθυμίας». Αυτή τη θανατερή, επίκαιρη απόλαυση, σαν λίμπιντο και θάνατο, διαρκή πόλεμο και δυστοπική «βούληση για δύναμη» καταγγέλλει στο Diamond Dogs ο Μπόουι κι εάν κάτι κάνει το άλμπουμ τούτο επίκαιρο στη Βρετανία, αλλά και στον κόσμο του σήμερα, είναι το αδιάψευστο ιστορικό γεγονός πως παρά την τεχνική εξέλιξη, η ψυχική και συναισθηματική πρόοδος του ανθρώπου, όσο και εάν το όραμα των μεγάλων στοχαστών πίστευε στην ορθολογική του βελτίωση ή στο υπαρξιακό transumanar, έχει παραμείνει στην προλογική επικράτεια του homus hominis lupus (ή στην περίπτωσή μας canis).


Ο Γιώργης - Βύρων Δάβος εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός Τέχνης και διδάσκει Αισθητική στην Ακαδημία της Μπρέρα (Μιλάνου) και Κοινωνιογλωσσολογία και Λογική Φιλοσοφία της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βίγο (Ισπανία), ενώ στον ελεύθερο χρόνο του… γράφει.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός μεταξύ προνεωτερικών δεσμεύσεων, νεωτερικών προκλήσεων και μετανεωτερικής συνάφειας

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Στα Μελισσάτικα του Βόλου, στο Συνεδριακό Κέντρο «Θεσσαλία», θα πραγματοποιηθεί το Συνέδριο «Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός μεταξύ προνεωτερικών δεσμεύσεων, νεωτερικών προκλήσεων και μετανεωτερικής συνάφειας» από τις 19 ως τις 22 Οκτωβρίου 2023. Το Συνέδριο διοργανώνεται από την Έδρα Θρησκειολογίας (τομέας Ορθόδοξου Χριστιανισμού) της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ερφούρτης (Γερμανία) και την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου.
Το Συνέδριο είναι ανοικτό για το κοινό, είτε με φυσική παρουσία, είτε διαδικτυακά μέσω της πλατφόρμας Zoom.
Η γλώσσα του Συνεδρίου είναι αγγλική (δεν θα υπάρχει μετάφραση).
Το Συνέδριο φιλοδοξεί να ρίξει φως σε ερωτήματα όπως η πολύπλευρη σχέση της Ορθοδοξίας με τη νεωτερικότητα, ο ενδεχόμενος συντηρητισμός της και η έμφαση στην παράδοση ως ένα δεσμευτικό κανονιστικό παρελθόν, η δυνατότητα της Ορθοδοξίας να ανταποκριθεί στις σημερινές προκλήσεις αλλά και η πρόσφατη σχετικοποίηση παλαιοτέρων αφηγημάτων στο πλαίσιο της μετα-νεωτερικότητας, που αποκαλύπτει νέες προοπτικές για τη σημασία της Ορθοδοξίας σήμερα και αυξάνει το γόητρό της διεθνώς.
Το πρόγραμμα του Συνεδρίου είναι διαθέσιμο εδώ (στα αγγλικά): https://www.acadimia.org/images/pdf_doc_more/2023/programs/orthodoxy_pre_post_modern_program_only.pdf
Το φυλλάδιο με το πρόγραμμα, τα βιογραφικά των συνέδρων και τις περιλήψεις των εισηγήσεων είναι διαθέσιμο εδώ (στα αγγλικά): https://www.acadimia.org/images/pdf_doc_more/2023/programs/orthodoxy_pre_post_modern_booklet.pdf
Οι σύνδεσμοι για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση είναι:
Η αρχική, λεπτομερής ανακοίνωση του σκεπτικού του Συνεδρίου είναι διαθέσιμη εδώ

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Ο Αριστοτέλης, ο W. Benjamin, η Hannah Arendt, ο Thomas Hobbes, ο Fr. Holderlin, ο Carl Schmitt και ο M. Foucault του Giorgio Agamben

Το Homo Sacer του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική. Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer, αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας / κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής. Γυμνή ζωή και κατάσταση εξαίρεσης αποτελούν για τον Αγκάμπεν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας. Το θεμελιώδες έργο της κυρίαρχης εξουσίας είναι η παραγωγή της γυμνής ζωής ως αρχικού πολιτικού στοιχείου και ως κατωφλιού άρθρωσης μεταξύ φύσης και κουλτούρας, ζωής και βίου.
Ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκώ, η Χάνα Άρεντ κ.ά. Η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας. Μέσα από τη μελέτη του για τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα προσεγγίζει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα ως ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι σήμερα ολόκληρη η κοινωνία, οι σύγχρονες «δημοκρατίες» είναι ο φυσιολογικός συνεχιστής του ολοκληρωτισμού, του οποίου οι τεχνικές διαχέονται μέσω αόρατων δικτύων κατεξουσιασμού σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Σε μια περίοδο που η κατάσταση εξαίρεσης επεκτείνεται σε όλο και περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής και «όλοι ανεξαιρέτως είμαστε εν δυνάμει homines sacri», το βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν έρχεται να αναμετρηθεί και να σταθεί κριτικά απέναντι στους σύγχρονους και καθοριστικούς μετασχηματισμούς που συντελούνται στο κοινωνικό πεδίο· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].


«Συνεπώς εκείνο που προσδιορίζει την κατάσταση του homo sacer δεν είναι η αρχέγονη αμφισημία της ιερότητας που είναι σύμφυτη, όσο, αντιθέτως, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του διπλού αποκλεισμού στον οποίο βρίσκεται εγκλωβισμένος και της βίας στην οποία εκτίθεται. Αυτή βία – η μη εγκεκριμένη θανάτωση την οποία μπορεί να διαπράξει οποιοσδήποτε – δεν μπορεί να ταξινομηθεί ούτε ως θυσία ούτε ως δολοφονία, ούτε ως εκτέλεση μιας καταδίκης ούτε ως ιεροτελεστία. Μακριά από τις θεσπισμένες μορφές του ανθρώπου και του θεϊκού δικαίου, διανοίγει μια σφαίρα του ανθρώπινου πράττειν που δεν είναι ούτε εκείνη του sacrum facere (τα ιερά επιτελείν, ιερουργείν, θύειν) ούτε εκείνη της κοσμικής πράξης και την οποία στο σημείο αυτό θα πρέπει να αποπειραθούμε να κατανοήσουμε».

GIORGIO AGAMBEN. (2018). Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Παναγιώτης Τσαμουράς, επίμετρο Φιλήμων Παιονίδης. Αθήνα: Έρμα, σσ. 134-135.