Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης». Ένα ποιητικό ταξίδι... ψυχής και μνήμης

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο[1]


Παλαιότεροι και νεότεροι ποιητές, άλλοι γνωστοί κι άλλοι άγνωστοι -«Αφανείς ποιητές»[2] τους ονοματίζει η κα Αρβανίτη- στο βιβλιόφιλο κοινό, ειδικότερα στο κοινό που διαβάζει ποίηση, που ψάχνει στα ράφια βιβλιοπωλείων και βρίσκει ποιητές για να γιορτάσει τη γλώσσα των ποιημάτων, «στην πιο καθαρή και ωραία μορφή» τους[3], όπως γράφει Πωλ Βαλερύ σ’ ένα στοχασμό του, δίνουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα όχι να απαντήσουν στο γνωστό ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής», αλλά αν στον αναγνώστη, η γλώσσα της ποίησης αντηχεί το βαθύτερο είναι του. Πριν λίγο μίλησα για γνωστούς ποιητές. Τους γνωρίζουμε όσοι διαβάζουμε ποίηση. Όλοι σχεδόν έχουν κατακτήσει το κοινό τους και κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον τους. Πρόκειται για μια τέχνη θα ‘λεγα επικοινωνίας -φτάνει να σκεφτούμε αυτό που γράφει και η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Πεπρωμένο σχοινί» πως, «Εν τέλει όλα είναι ποίηση»[4]- συναιρώντας το μέσο που είναι η ποίηση, με το μήνυμα που δίνει στον αναγνώστη. Ο Δημήτρης Τζιόβας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, φιλόλογος και συγγραφέας, σ’ ένα εισαγωγικό του κείμενο στο μυθιστόρημα του Νταίηβιντ Λοτζ «Αλλάζοντας θέσεις» γράφει ότι, «το καλό μυθιστόρημα είναι σαν τη σεξουαλική πράξη δεν υφίσταται χωρίς σύντροφο ή συμμέτοχο (τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια)»[5]. Πιστεύω πως και η ποίηση είναι σαν τη σεξουαλική - ερωτική πράξη, μακριά, βέβαια, από τη συχνή θεώρηση που οι περισσότεροι έχουν για τη σεξουαλικότητα, ως μια δηλαδή επιδερμική εκδήλωση πάθους, κι όχι ως μια υπαρξιακή και ιερή δύναμη. Το γράφει κι ο Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «-Ήτανε που δεν το υπόφερα να ‘μαι μισός σ’ αυτό τον κόσμο· κι αποζητούσα την Ποίηση σαν τη γυναίκα· να μου δώσει ένα παιδί, μήπως κι απ’ το ΄να στ’ άλλο δεν πεθάνω. Ποτέ δεν πήγε ο νους μου να φωνάξω που όλα γύρω μου ήτανε θολά. Μια φουχτιά νερού καθάριου ας ήταν δυνατόν να σώσω. Έκλαια μπρος στα κύματα κι έβλεπα στα ποιήματα να καθαρίζει ο ουρανός»[6]. Αυτή τη διάσταση της ερωτικής σχέσης της ποίησης με τον αναγνώστη, μπορεί να τη βρει ο αναγνώστης και στην ποίηση της κας Αρβανίτη, φτάνει με ερωτικό οίστρο να απαγγείλει τους στίχους από το Αυγουστιάτικο ποίημά της «Ωδή στο διπλό ουράνιο τόξο»: «Χρώματα επτά, ιερός αριθμός, / όσα τα τσάκρα του κορμιού, / οι νότες, τα μυστήρια, οι σοφοί, / οι μέρες της εβδομάδας, / τα θαύματα του κόσμου, / του έρωτα η εκτόξευση στον έβδομο ουρανό»[7]. Για όσες κι όσους δεν γνωρίζουν τι είναι τα τσάκρα, σημειώνω ότι πρόκειται για εκείνα τα επτά βασικά ενεργειακά σημεία του ανθρώπινου σώματος που κατανέμονται κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης και επηρεάζουν τη σωματική και συναισθηματική ταυτότητα του ανθρώπου. Σημειώνω, επίσης, ότι τα τσάκρα αναφέρονται και στην ινδική φιλοσοφία.
Επιμένω στην ποίηση. Σε μια εποχή, όπως είναι η σημερινή, ανέραστη, εποχή διαχωρισμού του ανθρώπινου βίου από τον πολιτισμό, εποχή υπερπληροφόρησης κατά της πληροφορίας, εποχής εν τέλει, που, «Τα συμπυκνώνουμε σε λίγες ώρες όλα», πως «Γίνεται μια μέρα να χωρέσει / σύσσωμη την πληθωριστική έκρηξη / του τιμάριθμου της απληστίας μας;» καθώς ερωτά η κα Αρβανίτη στο ποίημά της «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα»[8], η ποίηση είναι «ένα αγωνιώδες ερωτηματικό και περιμένει εκείνον τον ποιητή που θα απαντήσει. Και καθόλου δεν υποπτεύεται ότι και ο ποιητής, όταν γράφει, στο χάος της προσωρινότητάς του περιπλανάται ρωτώντας. Η ποίηση κι αν είναι που ζητά απαντήσεις!» υποστηρίζει η Κική Δημουλά σε μια συνέντευξή της[9]. Απαντήσεις, όμως, όχι στο ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής». Γιατί, κατά την Δημουλά: «... αν διαβάζει κανείς ποίηση, δεν είναι γιατί ανακαλύπτει εκεί μέσα ιδέες και θέματα, όσο γιατί υποτίθεται ότι συναντά τη γλώσσα στην καλύτερή της ώρα. Και εγώ δίνω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτή τη συμπεριφορά της γλώσσας, η οποία είναι σαν να βάζει τα καλά της για να ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερη αξίωση. Επομένως, συνιστώ την ποίηση, χωρίς να βαριέστε και χωρίς σαν κουράζεστε. Και μην ψάχνετε να βρείτε… “τι εννοεί ο ποιητής”. Ακούστε μόνο αν έχει κάποιο ήχο, κάποιο ρυθμό, αν αυτές οι λέξεις σάς λένε κάποια μυστικά»[10].

≠≠≠

Κυρίες και κύριοι, δέχθηκα να μιλήσω απόψε για την ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη με δυσκολία. Όταν με προσκάλεσε η Πέρθα Καλέμη -την ευχαριστώ θερμά- της ζήτησα πρώτα να δω το βιβλίο. Πράγματι, όταν μού το ‘φερε στο σχολείο, ξεφυλλίζοντάς το διαπίστωσα το πρώτο βασικό θετικό χαρακτηριστικό του. Είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Θα μου πει κάποια-κάποιος: μα, τόση αξία δίνεις στους τόνους. Απαντώ ευθύς αμέσως, ξεκάθαρα. Ναι! Η γραμματική δεν είναι κανόνας, αλλά εργαλείο για να κατανοήσουμε τη γλώσσα, λέγει ο Fernando Pessoa, κορυφαίος Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Δεν χωρά αμφιβολία ότι, η ποίηση που δεν έχει στοιχεία τονισμού στις λέξεις της δεν είναι ποίηση. Της λείπει η μουσικότητα και ο ρυθμός.
Δεύτερο ποιοτικό χαρακτηριστικό της ποιητικής συλλογής της κας Αρβανίτη είναι η μνήμη, ο νόστος, η λυρικότητα· η τελευταία είναι βασική συνιστώσα του ποιητικού λόγου, που εκφράζει βαθιά υποκειμενικά συναισθήματα, που εστιάζει στη μουσικότητα της γλώσσας, με πλούσιες εικόνες, που στον αναγνώστη δίνει τη δυνατότητα να εξερευνήσει όχι μόνο τον κόσμο του ποιητή αλλά και τον δικό του.
Η ποιήτρια ψέγει εκείνο το «Κάτι σάπιο υπάρχει εκεί στο / βασίλειο της Δανιμαρκίας», κατά τον σοφό Άμλετ του Σαίξπηρ. Στο ποίημά της «Παγόνι» ακολουθεί τον Σαίξπηρ. Τέσσερεις από τις έντεκα στροφές του αξίζει να τις απαγγείλω, δια του λόγου το αληθές: «Παγόνι είσαι· / παγώνει το βλέμμα σαν σε θωρεί / με ανοιχτά φτερά, βεντάλια υπεροψίας. / Μ’ ένα πολύχρωμο μάτι σε κάθε φτερό / κρυφοκοιτάζει πόσο σε θαυμάζουν / οι αυλικοί της Δανιμαρκίας». […] «Πατάς επί θυμάτων, ψηλότερο να δείξεις. / Το κρώξιμο προαναγγέλλει αγριότητα, / οσάκις καιροφυλακτείς για νέο θήραμα». // «Κίνδυνος ελλοχεύει αναπόφευκτος / θύμα άλλου θύτη να βρεθείς και σύ. / Έτσι άδοξα σαφώς κλείνει ο κύκλος / των οπαδών του δόγματος Δοξάστε με. / Αξίωμα της φύσης, / νομοτελειακό χαστούκι / στους μειοδότες της ταπείνωσης». // Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία, / όπου σ’ ένα σου άδικο ξέσπασμα / σ΄ ώθησαν βολεμένοι σαλτιμπάγκοι αυλικοί / κι έκοψες την ουρά σου, ιδίοις χερσί»[11]. Ολίγα τινά για τους συμβολισμούς που έχει το γλυκύτατο αυτό πολύχρωμο πλάσμα της φύσης, που λέγεται παγόνι: αθανασία, ανάσταση, ομορφιά, αγιότητα, αγάπη είναι οι συμβολισμοί του. Στην ελληνική μυθολογία ήταν το ιερό πτηνό της θεάς Ήρας· αυτή λένε ότι τοποθέτησε τα μάτια του τερατόμορφου Άργου του Πανόπτη στην ουρά του[12]. Ωστόσο, πέρα από τον συμβολισμό της ομορφιάς μπορούμε να δούμε και τον συμβολισμό του θανάτου. Ο στίχος «Κάτι σαπρόν όζει στη Δανιμαρκία», πράγματι, μας δείχνει τη σαπίλα και τη θανατίλα της εποχής μας. Τη βιώνουμε καθημερινά: ναρκισσισμός, εξουσιομανία, διαπλοκή, μίσος, αποτελούν τα χαρακτηριστικά της ανέραστης εποχής μας κι η ποιήτρια κα Αρβανίτη, τον διαρκώς πτωτικό πολιτισμό μας, τον ψέγει με άριστη γνώση της ποιητικής γλώσσας, με μουσικότητα και με βαθιά νοήματα.
Η ποιητική συλλογή της κας Αρβανίτη περιλαμβάνει πέντε θεματικές ενότητες. Η τρίτη, με τίτλο: «Δώδεκα στιχοπλόκοι μήνες» είναι ένα εξαιρετικό ποιητικό καλαντάρι. Όποια κι όποιος όλες τις διαβάσει θα διαπιστώσει μια βαθιά λυρική, εσωτερική και πνευματική κατάθεση ψυχής. Μολονότι είναι η πρώτη προσωπική της ποιητική συλλογή είναι γεγονός ότι, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά ενός πρωτόλειου έργου, αλλά αντανακλά την ωριμότητα, την ευρυμάθεια και την πλούσια ανθρωπιστική παιδεία της δημιουργού. Μην ξεχνάμε πως η κα Αρβανίτη είναι φιλόλογος και χρησιμοποιεί λόγια ποιητική γλώσσα. Φέρνω ένα παράδειγμα: «Χορικό τραγωδίας με λόγο ηδυσμένο, / διεκτραγωδεί τα πάθια σου, / αλί και τρισαλί, / χώρα του ήλιου, της αβόγκηχτης πέτρας, / ως μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας», από το δεύτερο ποίημά της, με τίτλο «Ελλάδα μου»[13]. Ο τελευταίος στίχος, όπως γνωρίζετε, παραπέμπει στο έργο «Περί Ποιητικής» του Αριστοτέλη, το γνωστό απόφθεγμα: «έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης». Πρόκειται για αισθητική εμμονή θα ‘λεγα της ποιήτριας να γεφυρώσει την κλασική παιδεία με την σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα, μιας και η ποίηση αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο, όπου η εξιστόρηση γεγονότων διαπλάθει τον πνευματικό ορίζοντα των ανθρώπων, σφυρηλατεί ακόμα και την ιστορική του συνείδηση. Τα δύο ποιήματα με τίτλο: «Έπλεξα κορνίζα από στίχους», είναι ένα θυμητάρι μνημοσύνης των μπαρουτοκαπνισμένων «απ΄ της Σμύρνης τη φωτιά» τραγικών ανθρώπων της Μικρασιατικής προσφυγιάς [14].
Διαβάζοντας ως θεολόγος ποιήματα της κας Αρβανίτη διαπίστωσα πως έχει και θεολογικές αναζητήσεις. Ενδεικτικό παράδειγμα οι παρακάτω στίχοι, στο ποίημα: «Για τον φόβο χρυσοδάκτυλων»: «Φαινόμενο σαφώς αποκαρδιωτικό. / Άγιες Κυριακές, δίχως παπά κι ευλογητό; / Κάθε μάνταλο σε ναό / ίδιο καρφί ‘ναι σταυρικό» και «Το γνώριζε Εκείνος / σαν έλεγε στη Σαμαρείτιδα: / “Πνεύμα ο Θεός” / Κι εμείς που ψάλλουμε: / “Έν εκκλησίαις ευλογείτέ Τον” / τις φτιάξαμε / τις κλείσαμε / και τις ανοίγουμε, / στην έσχατη περίπτωση, / άπαξ της εβδομάδας, / και μόνο για λειτουργικό σκοπό. / Για τα λοιπά πνευματικά σκιρτήματα / υψώνεται τοίχος, / τείχος απροσπέλαστο. / Ντιν ντον, ντιν νταν ντονν»[15].
Θα κλείσω την ομιλία μου με μια επισήμανση, βασική κατ’ εμέ. Στο ποίημα «Πιπερόριζα» η κα Αρβανίτη καταγράφει στίχους από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, με την έμπνευσή της να είναι δεδομένη. Είναι γνωστό ότι, οι επιδράσεις του κορυφαίου, παγκόσμιου Ελύτη σε πολλούς σήμερα ποιητές διαμορφώσαν και συνεχίζουν να διαμορφώνουν καθοριστικά την πορεία της σύγχρονης ποίησης. Όπως, άλλωστε, το γράφει κι ίδιος ο Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: «Τι στιγμή που η αόρατη, αλλά γι’ αυτό πιο ουσιαστική, πιο συγκλονιστική θαυματουργία συνεχίζεται με τη μορφή ενός απλού άνθους που ανοίγει τα πέταλά του ή μιας θάλασσας που στραφτοκοπάει στον ήλιο, έχει το δικαίωμα να ελπίζει κανείς ότι, ανάμεσ’ από τα φοβερά κυκλοτρόνια, και τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, μια μέρα, όπως ανάμεσ’ από δύο μαλτεζόπετρες, θα ξεφυτρώσει πάλι, σαν καταπόρφυρη παπαρούνα, η Ποίηση. Δεν μιλώ για την ικανότητα να συνθέτει κανένας στίχους αλλά για την άλλη – ν’ ανασυνθέτει τον κόσμο κυριολεκτικά και μεταφορικά, έτσι που οι πόθοι του όσο περισσότερο καταφέρνουν να πραγματοποιούνται τόσο και πιο πολύ θα συντελούν στο να υλοποιηθεί ένα Αγαθό αποδεκτό από το σύνολο των ανθρώπων»[16]. Αυτά, ο Ελύτης.
«Τριγύρω το αγέρι ευωδιάζει / δέησης μοσχολίβανο και Άξιον Εστί / Απ’ το εωθινό λιβανωτό της Μητροπόλεως»[17]. Αυτά, η ποιήτρια κα Αρβανίτη.

[1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της κας Εύας Αρβανίτη -Μιχαλοπούλου, στο πλαίσιο της 6ης Έκθεσης Βιβλίου «Στράτης Μυριβήλης» του Δήμου Μυτιλήνης (Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026).
[2] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. (2026). Κίτρινη αζαλέα: Ροδόδεντρο ποίησης. Αθήνα: Ενύπνιο, σσ. 11-13.
[3] ΒΕΛΕΡΥ. (1996). Επιλογή από το έργο του. Εισαγωγή – μετάφραση Χαρά Μπανάκου – Καραγκούνη. Αθήνα: Στιγμή, σ. 71,
[4] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 28.
[5] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ. (1995). «Γράμμα από το Brummidge», στο: Νταίηβιν Λοτζ, Αλλάζοντας Θέσεις. Αθήνα: Πόλις, σ. 6.
[6] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (2000). Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 16-17.
[7] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 86.
[8] Οπ., π., σ. 101.
[10] ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. [Αφορισμοί], στο: Εντευκτήριο, τχ. 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008) 154.
[11] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 43-44.
[12] PIERRE GRIMAL. (1991). «Άργος», στο: Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας. Επιμέλεια Βασίλειος Άτσαλος. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 103.
[13] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 21.
[14] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 34-38.
[15] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σσ. 94-95, 96-97. Πρβλ., στίχους στα ποιήματα: «Αφανείς ποιητές», «Το δικό σου τ’ όνειρο», «Φως πασιφανώς», «Τίτλος: Δρόμος στρωμένος έχιδνες. Υπότιτλος: Ζωή σπαρμένη φίδια», «Της γλώσσας το κεντρί», «Ομορφιάς πινελιές στο νησί με τις ελιές», «Ωδή σε διπλό ουράνιο τόξο», «Δεκέμβρης εσύ», «Δειλό ερώτημα με υποερωτήματα», «Διάδοχος ΜΗΤΕΡΑ», «Ποιος είσαι σύ;», «ΕΣΥ κι εγώ».
[16] ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Όπ., π., σ. 36.
[17] ΕΥΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ – ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ. ‘Οπ., π., σ. 49.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Πρωινό με την Κική Δημουλά!

«Σαν μια φωλιά η ποίηση. Χτισμένη σε αιχμηρό ύψος, ώστε να είναι δυσπρόσιτη στην αρπαχτική περιέργεια να θέλει κανείς να δει καθαρά το εντός της επωνομαζόμενο. Την αποτελεσματική προστασία τής απόκρυψης την παρέχει η αφαίρεση. Η τέχνη επαγρυπνά. Δια της ελλειπτικότητας. Ισορρoπώντας στο ένα της πόδι. Γράφοντας αφαιρούμε».


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2010). Ο Φιλοπαίγνων Μύθος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 13.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Καλό Μήνα

[…] Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης
με σημαίες παντού χτεσινής του βροχής
παραδομένα στη γύμνια τα δέντραδυο τρία φύλλα μόνον εστασίαζαν υπάρχοντας.
Το στρογγυλό λιβάδι σαν περιβραχιόνιο
στην ελεύθερη εξάπλωση της φύσης
και πάλι έσκυβα να πιω μέσα απ’ την ίδια ακινησία
που έπιναν σκυμμένα εκείνα τα μουλάρια.
Αστραφτερή η διάταξη του ήλιου πάνω στο τρίχωμά τους
δεμένη χαλαρά σε ζουζουνιού κορμό
για να μη φύγει. […]

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ. Νοέμβρης. [1972]. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: paletaart – Χρώμα & Φώς

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Υπήρξες / χιλιάδες έτη φωτός / απέχεις

Αντί για υακίνθους
είπα να σου φέρω σήμερα ηλιοτρόπια
να έχει η φροντίδα μου πιο ευθυτενές κοτσάνι
και το οστεώδες πλέον νόημά της να μου φανεί
στρογγυλοπρόσωπο ηλιόσπορους γεμάτο.

Ηλιοτρόπια. Συσσωρευτές λάμπουσας θερμότητας.
Ευχήθηκα να επωφεληθείς.

Κι αφού ετακτοποίησα σε ύψος ομοιόμορφο
αισθητικά το χρέος μου στο βάζο
κοντοστάθηκα λίγο να βεβαιωθώ
ότι τα ηλιοτρόπια θα τραπούν
εκεί που επαγγέλλει το όνομά τους.

Κατάπληκτη να στρέφουνε τα είδα
προς της ευχής μου την παράφρονα
εκπλήρωση κοιτάζοντας αντί τον ήλιο εσένα.

Τιμής ένεκεν.
Υπήρξες
χιλιάδες έτη φωτός
απέχεις.


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2001). «Εκτροπή», στο: Ήχος απομακρύνσεων. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 18.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Τέλος!!!


«Καλό παιδί το τέλος. Πρόθυμο / αυτοδημιούργητο αυτεπάγγελτο ταχύ επινοητικό. / Εσύ βάζεις μόνο το κεφάλαιο», γράφει η Κική Δημουλά. Μόνο που αυτό το τέλος είναι του μηνός Σεπτεμβρίου. Δεν πειράζει, μήνας είναι κι αυτός, όπως και ο Απρίλης, που κι αυτός σήμερα τελειώνει. [Άντε, ας αναφέρω και την παραπομπή για να είμαι συνεπής στην ΠΟΙΗΣΗ: Οι παραπάνω στίχοι είναι οι ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ -τί σύμπτωση κι αυτή- στο ποίημα της κορυφαίας ποιήτριας, με τίτλο «Λυόμενο», στην καλαίσθητη από εκδοτικής απόψεως ποιητική συλλογή της Χαίρε Ποτέ, Αθήνα 1988: Στιγμή, σ. 95, με εξώφυλλο του ζωγράφου Σωτήρη Σόρογκα]. 

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ


Αναστάσεως ημέρα και
λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει
και αλλήλους περιπτυξώμεθα.
Είπωμεν, αδελφοί,
και τοις μισούσιν ημάς
συγχωρήσωμεν πάντα
τη Αναστάσει
και ούτω βοήσωμεν
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν
ζωήν χαρισάμενος.
Η συγχώρηση είναι δημιουργία, κίνηση και τέχνη, έξοδος από τον κλειστό εαυτό και είσοδος στον αστερισμό του άλλου, που επιτρέπει την ύπαρξη επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Ένας πυρετός είναι η συγχώρηση και μια αντρειοσύνη, που παλεύει τα σκοτάδια της ηρωοποίησης της μοναξιάς· τα σκοτάδια της αδράνειας και της διαστρέβλωσης, αποτέλεσμα στείρων συναισθηματικών προσποιήσεων που φτάνουν έως και την κόλαση της υποκρισίας. Από τη μια η λεβεντιά, το γύμνωμα του μέσα μας ψεύδους και από την άλλη το ντύσιμο, το χτίσιμο της μεγάλης μας γύμνιας. Από τη μια η δημιουργικότητα και η τέχνη της εξόδου στο φως και από την άλλη η κακοτεχνία της διαίρεσης και η εκβολή στο σκότος της κόλασης. «Φεύγετε ουν τας κακοτεχνίας και ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη», λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και συμπληρώνει, δείχνοντας το δρόμο για το φως: «αλλά πάντες επί το αυτό γίνεσθε εν αμερίστω καρδία», διότι οι μερισμοί είναι «αρχή κακών».
Υπήρχε κάποτε, στα χρόνια του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, ένας όσιος, ο Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, ο οποίος «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτίναξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Τι έκανε, λοιπόν, ο τρελός για τη χάρη του Θεού. Τριγυρνούσε στις ερημιές του Αγίου Όρους, έφτανε κάπου, έφτιαχνε μια καλύβα και μετά από λίγο της έβαζε φωτιά και έφευγε. Πήγαινε παραπέρα και έκανε πάλι τα ίδια, δεύτερη καλύβα και δεύτερη φωτιά και μετά ξανά από την αρχή, εξ ου και Καυσοκαλύβης. Οι άλλοι τον έλεγαν τρελό, μα τούτος, φλεγόμενος από έρωτα για τον Θεό, καίγοντας την καλύβα του, έκαιγε τη βεβαιότητα που αυτή κάθε φορά γεννούσε και ζούσε ως άνθρωπος «πάροικος και παρεπίδημος», άνθρωπος βιβλικός, γεμάτος έρωτα και πίστη. Άλλωστε, «Ο χωρών “χωρείτω”. Τόπος μηδένα φυσιούτω», όπως λέγει και πάλι ο άγιος Ιγνάτιος διότι «το γαρ όλον πίστις και αγάπη, ων ουδέν προκέκριται». Και έχει σημασία αυτό σε μια εποχή που το δικαίωμα -το άγιο κατά τα άλλα δικαίωμα- γεννά απανθρωπία, γεννά διαίρεση και μαρασμό. «Το δίκαιο», γράφει ο άλλος τρελός, ο τρελός της ευθύνης, ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο εξαιρετικό του, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση, «μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω». Το δίκαιο και το δικαίωμα, συγγενείς εξ αίματος, το λιγότερο αδελφοποιτοί. Μαζί και η αυτοδικαίωση, που ακολουθεί την αυτοερωτικότητα και την αυτοϊκανοποίηση, στον τόπο που νομίζω πως έχω, νομίζω πως είμαι, αλλά εν τέλει ούτε έχω, ούτε είμαι. Το δίκαιο και το δικαίωμα, μαζί και η ελευθερία, χωρισμένα από την αγάπη -και το λέγω τούτο, διότι δεν είπε «μείζων δε τούτων η ελευθερία, μήτε το δικαίωμα, μήτε το δίκαιο», ούτε καν η πίστη ή ελπίδα, αλλά «μείζων δε τούτων η αγάπη»-, οδηγούν τον άνθρωπο στο «υπόγειο» της ύπαρξης, όπου τελείται το έγκλημα της αφαίμαξης της αγάπης. Και είναι αυτή η αγάπη που χωράει τα πάντα· που συγχωρεί τα πάντα και τα συγκινεί, που τα κάνει να γεμίζουν από το φως του μαζί. Εκεί όπου ο τόπος μου δεν γίνεται το υπόγειο της φυσίωσης, αλλά ο χώρος της ομοήθειας, που πλατύνεται, συνεχώς πλατύνεταικαι πλαταίνει και χωρά τα αχώρετα, ως άλλη Θεοτόκος.
Ναι, η συγχώρεση είναι ήττα. Μια ήττα που ελπίζει και προσδοκά. Μια ήττα που μπορεί να κραυγάζει πως «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Μια ήττα γεμάτη από αγάπη, σαν τον Χριστό που είναι η αγάπη, η ανάσταση και η ζωή, που ανθίζει μέσα από την καρδιά του Άδη και βγαίνει στο φως κρατώντας από τα χέρια τον Αδάμ και την Εύα όλων των εποχών.
Αυτή την ήττα να μη την αρνηθούμε. Το είπε, άλλωστε και η ποιήτρια.
Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δεν τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξή της.

Αβέβαια ζήσε.
Τίμα την προέλευσή σου.
(Κική Δημουλά).

Δημοσιευθηκε και στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» | Μ. Σάββατο 4 – Κυριακή Πάσχα 5 Μαίου 2024.

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Σε λίγες ημέρες ανοίγουν τα σχολεία. Μάθημα 2ο

Επιμέλεια ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Καίριο το ερώτημα: στη διδακτική πράξη, για τον φιλόλογο όταν διδάσκει ποίηση και για τον θεολόγο όταν διδάσκει περί του Θεού, τι άραγε έχει μεγαλύτερη σημασία: τι εννοεί ο ποιητής, και αν υπάρχει ή όχι Θεός; H Κική Δημουλά... υπενθυμίζει... σαρκάζει... συμβουλεύει...


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. [Αφορισμοί], στο: Εντευκτήριο, τχ. 83 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2008) 154.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Η λογοτεχνία κρατάει ταγάρι

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Της έδειξα το ταγάρι και συγκινήθηκε». Σημείωση συντάκτη: Η συγκεκινημένη δεν είναι μέλος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, που θυμήθηκε τα νιάτα της. Πρόκειται για τη γιαγιά της αφηγήτριας στο διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Οικογενειακή Ιστορία». Υποσημείωση εξεταστή: «Ταγάρι» είδος τσάντας. Παραλείπεται η μεταφορική χρήση της λέξης «ταγάρι», που στην εποχή της νεότητός μου ήταν κάτι αντίστοιχο με τον χαρακτηρισμό κάποιου ή κάποιας ως «πατσαβούρας» – στο πιο ελαφρύ, παρακαλώ. Ερώτηση κρίσεως προς τους εξεταζομένους: «Eσείς αν ήσασταν στη θέση της αφηγήτριας, θα κρατούσατε το ταγάρι ή όχι και γιατί;». Απορία εξεταζομένου: «Ανεξαρτήτως φύλου;». Σχόλιο εξεταστή: «Oχι σεξιστικά σχόλια, παρακαλώ». Δεν είναι τίποτε φοβερό. Είναι το ένα από τα τρία θέματα που δόθηκαν στους υποψηφίους για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στο μάθημα «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία». Το δεύτερο φέρει τον βαρύγδουπο τίτλο «Γιατί να μαθαίνουμε Ιστορία;» απόσπασμα από βιβλίο του Ραϋμόνδου Αλβανού, που προσφέρεται για άσκηση κοινότοπων ιδεών, και το τρίτο από την πρωθιέρεια της ποίησης Κική Δημουλά, με τίτλο «Θυμάμαι, άρα ζω;», στο οποίο η ποιήτρια μάς δείχνει πώς ένα λογοπαίγνιο αρκεί όχι μόνο για να θεωρηθείς μεγάλη ποιήτρια αλλά και για να υπερβείς τα όρια της καρτεσιανής φιλοσοφίας. «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», ο Καρτέσιος. «Θυμάμαι, άρα ζω» η Δημουλά.
Σήμερα θα ασχοληθώ με το ταγάρι. Ζητώ την κατανόησή σας. Στα νιάτα μου φλέρταρα, και ερωτεύθηκα πλειστάκις, με κοπέλες που το κρεμούσαν στον ώμο τους. Oταν αντίκρισα για πρώτη φορά τσάντα Louis Vuitton, αισθάνθηκα το ίδιο πολιτισμικό σοκ που αισθάνθηκα όταν σε παιδικό πάρτι της κόρης μου άκουσα συμπαθή μαμά να μου λέει: «Ο γιος μου πάει στο Αρσάκειο». Παρ’ όλ’ αυτά, τη συνήθισα. Oλα τα συνηθίζεις.
Την εκτίμησή μου για τη λογοτεχνία του Θανάση Βαλτινού την έχω ήδη επιδείξει. Δεν χρειάζεται ως εκ τούτου να την επαναλάβω εδώ για να εξηγήσω ότι όσα ακολουθούν δεν αφορούν το έργο του, αλλά τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει η εκπαίδευση τη λογοτεχνική δημιουργία και τον τρόπο προσέγγισής της. Δεν πονάει, κυρίες και κύριοι. Κι αν εσείς, ως εξεταστές, βαριέστε να διαβάσετε και να κρίνετε ένα λογοτεχνικό κείμενο, υπακούοντας στους όρους που το ίδιο θέτει, δεν σας φταίνε τίποτε οι έφηβοι από τους οποίους στερείτε, με δική σας ευθύνη, μία από τις πιο γενναιόδωρες εκδοχές της σκέψης, την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Η ανάγνωσή της προϋποθέτει την απόλαυση. Κι αν τη στερήσεις αυτή, δεν μένει παρά το ταγάρι και μερικές οδηγίες συναρμολόγησης.

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

«Μεγάλη Πέμπτη»

«Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.

Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μας θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.

Όσα μας έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ’ αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου».


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2002), «Μεγάλη Πέμπτη», στο: Ήχος απομακρύνσεων, Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 60-61.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Αποχαιρετισμός στην ΠΟΙΗΤΡΙΑ Κική Δημουλά

«Συνολικά η ποίηση της Δημουλά είναι μια έντονη διαμαρτυρία προς το Θεό που έπλασε τον κόσμο πριν χρειαστεί να κλάψει, μια έμπρακτη αντίσταση στην υπαρξιακή αγωνία που γεννά το άγχος του θανάτου»


ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. (2005). «”Το λίγο του κόσμου και το πολύ της ποίησης”, στο: Τιμή στην Κική Δημουλά, Μυτιλήνη: Σύνδεσμος Φιλολόγων Λέσβου – Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λέσβου, σ. 34.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Πολλές Ευχές για Καλή Χρονιά... με διαρκή αναφορά στην Ποίηση

«Μακρύ κουραστικό ταξίδι 
το πεπρωμένο 
μα το χειρότερο 

πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις».


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2017). «Μακρύ κουραστικό ταξίδι», στο: Άνω Τελεία. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 33.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Ο χρόνος όλα τα έχει καρπωθεί

«Θυμάσαι τη μικρή κανάτα του κρασιού 
ζωγραφισμένη με ανθάκια μπλε στεφάνι 
στο οινοχόο χείλος της; 
- από την Αλσατία μού την πήρες ανόρεχτος 
τι τη θες εμείς δεν πίνουμε ποτέ 
που ξέρεις, επέμεινα, κάποτε ίσως χρειαστεί 
θολά να γνωριστούμε. 

Έσπασε το χεράκι της άνευ λόγου εκτός 
από ένα ράγισμα βαθύ που είχε η αφή μου. 

Τώρα από το χέρι το δικό σου την κρατώ 
με το δικό σου χέρι στέρεα την κρατά 
και οίνον τη γεμίζει θολωμένη 
η αλκοολική εφεύρεσή μου»

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2002). «Όλο μαζί τίποτα δε χάνεται», στο: Ήχος απομακρύνσεων. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 47.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Στον πυρήνα της ποίησης

«Σαν μια φωλιά φυγής η ποίηση. Χτισμένη σε αιχμηρό ύψος, ώστε να είναι δυσπρόσιτη στην αρπαχτική περιέργεια να θέλει κανείς να δει καθαρά το εντός της επωμιζόμενο. Την αποτελεσματική προστασία τής απόκρυψης την περιέχει η αφαίρεση. Η τέχνη επαγρυπνά. Δια της ελλειπτικότητος. Ισορροπώντας στο ένα της πόδι. Γράφοντας αφαιρούμε».

Κική Δημουλά. (2010). Ο φιλοπαίγμων μύθος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 13.