Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θανάσης Ν. Παπαθανασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θανάσης Ν. Παπαθανασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

«Ιεραποστολή και Πολιτισμός. Το διαχρονικό παράδειγμα μαρτυρίας των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου»

Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΥ


Εισαγωγή[1]

Το ιεραποστολικό έργο των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου είναι μοναδικό στην Ιστορία. Σε μεγάλο βαθμό το επίτευγμά τους οφείλεται στον τρόπο διαχείρισης του σλαβικού πολιτισμού. Δεν τον αρνήθηκαν, ούτε τον υποτίμησαν, αλλά τον εξύψωσαν. Σύνδεσαν την εκκλησιαστική ζωή, τη θεολογική σκέψη και τις αξίες των Βυζαντινών με την κοινωνία και τον πολιτισμό των Σλάβων, χωρίς να χαθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα των τελευταίων.
Ουσιαστικά οι δύο άγιοι ως απεσταλμένοι του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μεγάλου Φωτίου, εργάστηκαν για τη σάρκωση του Λόγου του Θεού στον σλαβικό πολιτισμό. Αυτή η μέθοδος δεν είναι καινούρια για την Εκκλησία. Θεμελιώνεται στο παράδειγμα επικοινωνίας πολλών ιεραποστόλων, ανδρών και γυναικών. Η προσέγγιση αυτή στον πολιτισμό είναι αναμφίβολα χρήσιμη για τις νέες ανά τον κόσμο εκκλησίες αλλά και ενδεχομένως και για την ποιμαντική στους χριστιανούς.

Ο σεβασμός της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας και των θρησκευτικών παραδόσεων κάθε λαού

Στον Ορθόδοξο χώρο ο πολιτισμός θεωρήθηκε ως μέσο διάδοσης του μηνύματος του Ευαγγελίου και ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των ιεραποστόλων και των γηγενών. Προφανώς αυτή η πολιτισμική συνάντηση προϋποθέτει τη βαθιά γνώση, τον σεβασμό και τη δημιουργική αξιοποίηση των συμβολικών εκφράσεων, των ηθικών αξιών, των κοινωνικών αναπαραστάσεων και οπωσδήποτε και των θρησκευτικών δοξασιών κάθε λαού.
Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Θεολόγο, ο πολιτισμός κάθε λαού έχει την πηγή της δημιουργίας του στην αναζήτηση του Θεού. Οι πρώτοι χριστιανοί, όπως ο Απόστολος Παύλος, αξιοποίησαν δημιουργικά τις πολιτιστικές και θρησκευτικές αναπαραστάσεις των ανθρώπων της εποχής τους για να μεταδώσουν το Ευαγγέλιο. Με περισσή τόλμη ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και άλλοι Πατέρες, μίλησαν για τον «άσαρκο Λόγο» που καθοδήγησε σε μοναδικά επιτεύγματα τους Αρχαίους Έλληνες. Έτσι λοιπόν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και παιδεία θεωρήθηκαν ως προπαρασκευή για την εν Χριστώ διδασκαλία.
Κάτι αντίστοιχο έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Πριν την αποστολή τους, μελέτησαν και γνώρισαν σε βάθος τον σλαβικό πολιτισμό για να τον κατανοήσουν. Στη συνέχεια τον αξιοποίησαν ως «αγωγό» μετάδοσης του μηνύματος του Ευαγγελίου και κωδικοποίησης των χριστιανικών αληθειών. Όσα στοιχεία ήταν ενάντια με το εν Χριστώ ήθος, τα περιόρισαν ή τα αποκόψανε σταδιακά. Άλλα πάλι τα μεταμόρφωσαν, προσφέροντας τους ένα νέο νόημα.
Ενδεικτικά αναφέρω τρία παραδείγματα από τη σύγχρονη ιεραποστολή. Η πολυγαμία δεν είναι αποδεκτή στον Χριστιανισμό. Στις αφρικανικές φυλές ομάδες η πολυγαμία των ανδρών δε σχετίζεται με την ηδονή, αλλά με την αγωνία για επιβίωση στις ζούγκλες και τις άγριες σαβάνες καθώς και με τη διατήρηση της επικοινωνίας με τους προγόνους. Προφανώς η πρακτική αυτή είναι ενάντια στο χριστιανικό ήθος και θα πρέπει να αποκοπεί ριζικά. Συνήθως αυτό το πετυχαίνουν οι ιεραπόστολοι μετά από 2-3 γενιές. Τότε γίνεται σε βάθος κατανοητή η ιερότητα του γάμου, και ότι αυτό το Μυστήριο είναι μέγα και αποτυπώνει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία.
Εξάλλου σε πολλούς πολιτισμούς της Αφρικής και της Ανατολικής Ασίας οι πρόγονοι λατρεύονται ως μικροί θεοί, που όμως καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Οι Αφρικανοί προσφεύγουν και ικετεύουν τους προγόνους για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής και να λάβουν σημαντικές αποφάσεις. Αν και πιστεύουν σε έναν ανώτερο θεό, ωστόσο δεν τον επικαλούνται. Μάλιστα η προγονολατρία είναι τόσο σημαντική, ώστε οι σαμάνοι που επικοινωνούν με τους προγόνους, καθορίζουν τη ζωή και τις επιλογές της κοινότητας. Προφανώς αυτή η λατρεία δεν είναι αποδεκτή στον Ορθόδοξο κόσμο. Ωστόσο οι δοξασίες αυτές μπορούν να μεταμορφωθούν νοηματικά και να λειτουργήσουν ως γέφυρα για την ανάδειξη της τιμής των αγίων και της ιερότητας των μνημόσυνων στη ζωή της Εκκλησίας.
Το τρίτο παράδειγμα αναφέρεται σε πολιτιστικά στοιχεία που μπορούν να γίνουν αποδεκτά δίχως αλλαγή. Τέτοια είναι τα σύμβολα στον γάμο, π.χ., αντί για στεφάνια να χρησιμοποιούνται τοπικά στοιχεία ή η μουσική, τα τύμπανα και ο χορός, όπως συμβαίνει στη λατρεία της Αφρικανικής Ορθοδοξίας.
Αυτή άλλωστε είναι η πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο διάλογο με τις ετερότητες. Γι’ αυτό οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι έχουν το χρέος να μελετούν διαρκώς τις πολιτιστικές εκφράσεις, τη θρησκεία και τις κοινωνικές αξίες του έθνους, που καλούνται να κηρύξουν. Πολλές φυλές που θεωρούνται πρωτόγονες για τα στενά κριτήρια του δυτικού πολιτισμού, έχουν μία μεγάλη πολιτιστική εξέλιξη και έναν πολιτιστικό κώδικα, με τον οποίον αναπαριστούν τις εμπειρίες και τα βιώματά τους. Ο εθιμικός αυτός κώδικας απαιτείται να μελετηθεί σε βάθος και να αξιοποιηθεί για να μεταδοθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση η επιθετική και δίχως αξιολόγηση απόρριψη των τοπικών πολιτιστικών στοιχείων απογυμνώνει τον εθιμικό πλούτο των γηγενών. Οι ντόπιοι λειτουργούν νοσηρά, αφού αποδέχονται δίχως αφομοίωση ξενότροπα νοητικά κατασκευάσματα. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε πολλές φορές από δυτικούς ιεραποστόλους, οι οποίοι απέρριψαν καθετί τοπικό ως ειδωλολατρικό. Το αποτέλεσμα ήταν το ιεραποστολικό τους έργο να μην αποκτήσει ρίζες και να αποτύχει εξ ολοκλήρου με το πέρασμα του χρόνου.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι η σάρκωση του Λόγου του Θεού σε κάθε πολιτισμό με κριτικό τρόπο και δημιουργική σκέψη. Το γράφει πολύ ωραία ο Μέγας Βασίλειος, ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα «προς το αγαθόν οικειώσεως» (ΒΕΠ 53, 148). Έργο των ιεραποστόλων δεν είναι η πολιτιστική αφομοίωση των γηγενών ή η εξαφάνιση του πολιτισμού τους. Χρέος τους είναι ο διάλογος, η γόνιμη αλληλεπίδραση και η δημιουργική σύνθεση μεταξύ των πολιτισμών. Κάθε λαός καλείται να αναπτύξει τον δικό του πολιτισμό μέσα από τις ευαγγελικές σταθερές και ξέχωρα από εθνικιστικά και ξένα προσωπεία.
Αποκορύφωμα αυτού του τρόπου εργασίας αποτελεί η μετάφραση των ιερών κειμένων (Αγία Γραφή, Πατέρες, Λειτουργικά Κείμενα) στη γλώσσα και τις διαλέκτους κάθε λαού. Το παράδειγμα των ισαποστόλων αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου παραμένει μοναδικό στην χριστιανική ιστορία. Στην προσπάθεια τους να μεταφέρουν το Ευαγγέλιο στους Σλάβους, ασχολήθηκαν συστηματικά με τη δημιουργία ενός αλφαβήτου, στο οποίο θα μπορούσε να καταγραφεί η μέχρι τότε προφορική σλαβική γλώσσα. Έτσι λοιπόν οι Σλάβοι για πρώτη φορά πέρασαν από τον προφορικό στο γραπτό λόγο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια γενναία αναβάθμιση του σλαβικού πολιτισμού αλλά και ευρύτερη προαγωγή του πολιτισμού.

Η δημιουργία στελεχών και η σύσταση Τοπικής Εκκλησίας

Όλα όσα αναφέρθηκαν απαιτούν τη συνεργασία με τα γηγενή στελέχη. Αυτό άλλωστε έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος και συνεργάστηκαν με τους ντόπιους μαθητές τους Κλήμη, Ναούμ, Σάββα, Γεράσιμο και Αγγελάριο. Όλοι μαζί αποτέλεσαν τους άγιους Επτάριθμους. Αυτοί συνέχισαν τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου στις γύρω περιοχές.
Και στις μέρες μας, η χειροτονία ιθαγενών κληρικών και η δημιουργία ομάδας γηγενών λαϊκών στελεχών, ανδρών και γυναικών, καλλιεργεί σχέσεις εμπιστοσύνης με την τοπική κοινότητα και διευκολύνει την κωδικοποίηση του Ευαγγελίου στον τοπικό πολιτισμό. Έτσι λοιπόν δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια γνήσια και προσωπική «ψηλάφηση» της αναστάσιμης εμπειρίας από τους νεοφώτιστους. Κατά αυτόν τον τρόπο οι κατηχούμενοι μπορούν να μεταβληθούν σταδιακά σε νέους ιεραποστόλους.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, «κάθε Εκκλησία, χωρίς να απωλέσει την “τοπική” της ταυτότητα, οφείλει να αναπτύξει την “καθολικότητα” της, ζώντας οργανικά την παράδοση, την ενότητα και την κοινωνία με την «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία» (2000:125). Και αυτή είναι η καθοριστική συμβολή των γηγενών στο ιεραποστολικό κήρυγμα.

Επίλογος

Η προσωπικότητα του ιεραποστόλου αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα για τον ευαγγελισμό των εθνών. Ο ιεραπόστολος συνταράσσεται υπαρξιακά από την Ανάσταση του Χριστού και επιθυμεί να μοιρασθεί αυτή την εμπειρία και με άλλους ανθρώπους. Το βίωμα αυτό τον οδηγεί να κηρύξει το Ευαγγέλιο με φιλική διάθεση, έργα διακονίας και με αυτοθυσιαστικό φρόνημα. Αυτό άλλωστε έπραξαν και οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος και αποτελούν διαχρονικά πρότυπα αποστόλων. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν όλοι οι μετέπειτα κήρυκες του Ευαγγελίου στα έθνη, όπως ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας, ο π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος που διακόνησε στην Αφρική, η οσία Γερόντισσα Γαβριηλία, ο αρχιμανδρίτης Κοσμάς Γρηγοριάτης, ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος Γιαννίρης, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ο Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας Αμφιλόχιος και άλλοι πολλοί. Όλοι τους δεν αναζητήσαν την πολιτιστική ομοιομορφία, αλλά την ομοψυχία στην πολυφωνία.
Σήμερα το παράδειγμά των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου είναι σημαντικό και για την ποιμαντική εργασία της Εκκλησίας, ώστε οι χριστιανοί να μάθουν με σωστό τρόπο την πίστη τους, χωρίς θρησκοληψία ή φανατισμό. Το διαδίκτυο και ο σύγχρονος πλουραλιστικός τρόπος ζωής έχουν οδηγήσει στη διαμόρφωση ποικίλων αναπαραστάσεων και διαφορετικών αντιλήψεων, ακόμη και μεταξύ των ατόμων που έχουν κοινή εθνική καταγωγή και θρησκευτική πίστη. Ειδικά οι νέοι επικοινωνούν με τους δικούς τους κώδικες και επιλέγουν τις δικές τους πολιτιστικές εκφράσεις, που είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες των προηγουμένων γενιών. Επομένως και εδώ απαιτείται μια ανάλογη προετοιμασία για να κωδικοποιηθεί το αναλλοίωτο μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας στις αναζητήσεις των νέων.
Άλλωστε, «ο μεν θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως είναι λίγοι· παρακαλέστε, λοιπόν, τον κύριο του θερισμού να βγάλει εργάτες στον θερισμό του» (Μτ. 9:37-38)!

Αναφορές

Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Τίρανα 2000.
Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Έως εσχάτου της γης. Ιστορικά ιεραποστολικά μελετήματα, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2009.
Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Στην Αφρική. Άρθρα, μελέτες, απολογισμοί, οδοιπορικά (Με ανταποκρίσεις συνεργατών), εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2010.
Βασιλείου Μέγα, Ερώτησις Β’ . ΒΕΠ 53, 148.
Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος θεολογικός Ε΄ Περί του Αγίου Πνεύματος, PG 36.
Ιουστίνου Μάρτυρος, Απολογία Β΄).
Ευαγγέλου Ηλία, Ιστορία της Μεσαιωνικής Γραμματείας των Ορθοδόξων Σλάβων, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2023.
Κούκουρα Δήμητρα, Το κήρυγμα της Εκκλησίας και η διαμόρφωσή του. Ομιλία - Λόγος, εκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 2019.
Ματσούκα Νίκου, Ορθοδοξία και αίρεση στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ αιώνα, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992.
Παναγιωτόπουλου Πέτρου, «Η ιεραποστολή ως πληρότητα», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 145 (2018), σελ. 15-21.
Παπαθανασίου Θανάση, Πες το στον άνεμο! Μελέτες για το ειδύλλιο Μαύρης Αφρικής και Χριστιανισμού, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2022.
Ταρνανίδη Ιωάννη, Μεσαιωνική Γραμματεία των Σλάβων, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013.
Τσιρέβελου Νικολάου, Θεολογική θεμελίωση της Ορθόδοξης Μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2015.
Τσιρέβελου Νικολάου, Ένας πρόδρομος της Ορθόδοξης Μαρτυρίας στην Οικουμένη. Άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2019
Τσιρέβελου Νικολάου, Η Ορθόδοξη Μαρτυρία κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο ρόλος των ιεραποστολικών περιοδικών Πορευθέντες και Πάντα τα Έθνη, εκδ. Αρμός, Αθήνα

[1] Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της Εσπερίδας με θέμα: «Η Ιεραποστολή χθες και σήμερα. Από τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο στη σύγχρονη Ιεραποστολική Μαρτυρία», η οποία πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Προσκυνηματικό Ναό Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026. Ο Νικόλαος Τσιρέβελος, είναι Δρ Θεολογίας ΑΠΘ - Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ και Διδάσκων στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο ΛΟΓΟΣ 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Στρίβειν δια του αρραβώνος; Η Ιεραποστολή, τα Θρησκευτικά και το σύστημα

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


Στις μέρες μας (εδώ και 10-15 χρόνια) εκδηλώνεται στη χώρα μας μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Ιεραποστολή. Την αναζωπύρωση αυτή εντούτοις χρειάζεται να την ακτινογραφήσουμε, διότι σε αυτήν εγγράφονται τάσεις και αντιφάσεις που χρειάζεται να τις λογαριάσουμε.
Από τη μια είναι υπέροχο το ότι αυξήθηκαν στον θεολογικό χώρο πυρήνες και άνθρωποι οι οποίοι κοπιάζουν για το αντικείμενο της Ιεραποστολής, για την έρευνα και για την διδασκαλία του (κάμποσοι από τους ανθρώπους αυτούς βρίσκονται εδώ σήμερα, και αυτό είναι χαρά μεγάλη).
Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες. Αυτού του είδους η αναζωπύρωση τρέφεται από τα ξυλοκέρατα θριαμβολογικών αφηγήσεων, από έκσταση για εξάπλωση του βυζαντινισμού και συχνά… από καπατσοσύνη για χρηματικές ροές. Και πώς δένουν όλα αυτά; Με ομερτά απέναντι σε ανοιχτά θεολογικά ερωτήματα και σε χρόνια ζητήματα. Πώς λέμε, στρίβειν δια του αρραβώνος…;
Θα αναφέρω ενδεικτικά τέσσερα πεδία όπου χρειαζόμαστε μελέτες και κόπους. Τα πεδία αυτά αφορούν την συνάντησή μας με ολότελα άλλους πολιτισμούς, αλλά (τηρουμένων των αναλογιών) αφορούν και την συνάντηση του θεολόγου με τους εφήβους στην ελλαδική πραγματικότητα, όπου πλέον οι νεότερες γενιές βιώνουν εν πολλοίς διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα από προηγούμενες γενιές και από όσα έχουν αποκρυσταλλωθεί ως μορφές στην εκκλησιαστική γλώσσα και τις δομές. Χρειαζόμαστε λοιπόν μελέτες και κόπους:
  • για την λειτουργική ζωή των νεόφυτων, συνυφασμένη με τα πολιτισμικά και γεωγραφικά τους δεδομένα,
  • για το μπόλιασμα της εκκλησιαστικής τέχνης με την προίκα των άλλων πολιτισμών,
  • για την διατύπωση της παραδεδομένης πίστης (του δόγματος) και με τα εννοιολογικά εργαλεία άλλων πολιτισμών, οι οποίοι δεν σκέφτονται με οντολογικές έννοιες («ουσία», «υπόσταση», «πρόσωπο», όπως εμείς – και γενικά όπως η δυτική σκέψη και το Ισλάμ), αλλά σκέφτονται με εικόνες και παραστάσεις. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον πελώριο κινέζικο πολιτισμό.
  • για το τι κομίζει όχι μόνο ο ιεραπόστολος στον άλλον λαό, αλλά και αυτός ο άλλος λαός στην οικουμενική Εκκλησία. Πώς δηλαδή αυτός που δέχεται τον ευαγγελισμό δεν είναι άδειο δοχείο για γέμισμα, αλλά ήδη διαθέτει δικό του πλούτο, ο οποίος θα εμπλουτίσει και μας, αν υποψιαστούμε ότι οι ιθαγενείς δεν έχουν μόνο αυτιά, αλλά έχουν και στόμα… Εννοώ στόμα για να μιλάνε, κι όχι μονάχα για να πιπιλάνε φιλάνθρωπες καραμέλες.
Γνωρίζω ότι το καθένα από αυτά απαιτεί ιδιαίτερη συζήτηση, και μακάρι να το μπορέσουμε. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο να τα έχουμε προ οφθαλμών – ώστε μη στρίβειν δια του αρραβώνος…
Σχηματικά μιλώντας, θα έλεγα ότι τρεις είναι οι θέσεις για το τι εστί και (συνακόλουθα) τι ρόλο έχει η Ιεραποστολή. Και τις τρεις θέσεις τις συναντάμε αδιάκοπα, και στον θεολογικό χώρο, και στην ευρεία κοινωνία και, φυσικά, στον χώρο του σχολείου.
Άποψη πρώτη: Η Ιεραποστολή είναι πράγμα κακό, διότι είτε με το στανιό είτε με χαϊδολόγημα αποτελεί πολιτισμικό ιμπεριαλισμό και αλλοιώνει την ταυτότητα του άλλου. Συνεπώς, η Ιεραποστολή απορρίπτεται συλλήβδην. Η άποψη αυτή υπάρχει σε μη-χριστιανικούς κύκλους, όμως υπάρχει και παραϋπάρχει και σε χριστιανικούς. Καλώς δονείται από αγανάκτηση κατά της αποικιοκρατίας, ωστόσο μένει απελπιστικά ακατέργαστη, και ως εκ τούτου είναι σαρωτική. Και σχετίζεται με το διαβόητο αίσθημα ενοχής (the guilt feeling) του δυτικού ανθρώπου για την αποικιοκρατική Ιεραποστολή των νεώτερων χρόνων. Αυτό το αίσθημα ενοχής έχει οδηγήσει σε κάτι πολύ θετικό και σε κάτι πολύ αρνητικό:
Το θετικό είναι ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτάχυνε στην δυτική χριστιανοσύνη την σπουδαία, αξιοθαύμαστη αυτοκριτική και τον ριζικό αναστοχασμό της Ιεραποστολής, με την ανάπτυξη πάρα πολύ σημαντικής σκέψης – για την οποία βέβαια, στην πλειονότητά του, ο καθ’ ημάς εκκλησιαστικός και ακαδημαϊκός ναρκισσισμός έχει μαύρα μεσάνυχτα.
Το αρνητικό είναι ότι με την ουσιοκρατική απόρριψη κάθε έννοιας Ιεραποστολής, κάποιοι χριστιανοί δημιουργούν την χίμαιρα ενός χριστιανισμού ο οποίος στην πραγματικότητα τίποτα δικό του δεν έχει να κομίσει, και δεν αντέχει το φορτίο της ίδιας του της πίστης.
Η άποψη που αφθονεί στον θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο λέει ότι η Εκκλησία έχει Ιεραποστολή, η οποία Ιεραποστολή είναι γέννημα, προϊόν του εαυτού της Εκκλησίας. Δηλαδή (στην οπτική αυτή) πρώτα υπάρχει ο εαυτός της Εκκλησίας, και κατόπιν αυτός παράγει διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την Ιεραποστολή. Αυτή η (θετική, ας πούμε) προσέγγιση έχει, κατά τη γνώμη μου, το εξής πρόβλημα: Δεν θεωρεί την Ιεραποστολή δομικό, συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, αλλά κάτι παρεπόμενο του εκκλησιαστικού εαυτού. Όμως κάτι παρεπόμενο, καλό είναι αν υπάρχει, αλλά δεν έσταξε και η ουρά του γαϊδάρου αν δεν υπάρχει.
Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» Ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός Ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή Ιεραποστολής. Η ίδια η Ευχαριστία πηγάζει από ιεραποστολικό γεγονός, δηλαδή από την πρωτοβουλία του Θεού και την ανταπόκριση του ανθρώπου, δηλαδή από την μεταξύ τους σύναψη Διαθήκης. Και γι’ αυτό στη θεία Λειτουργία η ομολογία της πίστης προηγείται της τέλεσης της Ευχαριστίας.
Όντας λοιπόν δομικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, τι είναι η Ιεραποστολή;
Είναι η κίνηση για συνάντηση του Ευαγγελίου με τον άλλον, με κάθε τρόπο (και με λόγο και με πράξη, ακόμα και με σιωπή), παντού και πάντα. Είναι η μαρτυρία η οποία συνιστά διάσχιση συνόρων (συνόρων υπό οιαδήποτε έννοια). Οτιδήποτε στην εκκλησιαστική ζωή δεν είναι διάσχιση συνόρων, δεν είναι Ιεραποστολή. Προς τούτο δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε απλώς τους δογματικούς ορισμούς της Εκκλησίας ή να τελούμε απλώς τα της θείας λατρείας. Χρειαζόμαστε τον ιεραποστολικό στοχασμό, δηλαδή χρειαζόμαστε εκείνη την θεολογική δουλειά, η οποία αφορά ειδικά την έξοδο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα τη συνάντηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κάθε ανθρώπινης συνάφειας. Χωρίς την ιδιαίτερη, Ιεραποστολική θεολόγηση, θα έχουμε την αυτοαναίρεση μιας Εκκλησίας η οποία θα μιλά με δογματική ακρίβεια για την Πεντηκοστή, και θα τελεί με ακρίβεια την συγκλονιστική Ακολουθία της Πεντηκοστής, αλλά δεν θα είναι γεγονός Πεντηκοστής. Θα είναι μια Εκκλησία που την Μεγάλη Είσοδο την έχει μόνο ως τελετουργία, και δεν την πράττει – δεν την ζει στη ζωή. Θυμίζω ότι Μεγάλη Είσοδος είναι η πράξη της εισόδευσης του κόσμου στην Εκκλησία, πράξη που εμπεριέχει την έξοδο στα χωράφια του κόσμου, την πρόσληψή του και κατόπιν την εισόδευσή του στην Λειτουργία ως άρτου και οίνου, για να διαχυθεί κατόπιν στον κόσμο ως νέα πρόταση ζωής.
Την αποστολή της η Εκκλησία την επιτελεί τόσο με ρηματική μαρτυρία, όσο και μεταφέροντας / διαχέοντας την αγάπη του Τριαδικού Θεού και έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις της κοινωνικής αδικίας, της υποτέλειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι ρήξη χάριν των εικόνων του Χριστού, δηλαδή χάριν όλων απολύτως των ανθρώπων, και όχι συντεχνιακή δράση μόνο για τα μέλη της ή marketing για καμάκωμα νέων μελών. Η ρήξη με την κοινωνική αδικία είναι «σημείον» της Βασιλείας: φέρνει το φως των εσχάτων στο σήμερα και μαρτυρά τι λογής είναι η μέλλουσα Βασιλεία της αγάπης του Τριαδικού Θεού.
Είπα ότι Ιεραποστολή είναι η διάσχιση συνόρων. Αυτό σημαίνει, το Ευαγγέλιο να συναντά τον άνθρωπο μέσα στη συγκεκριμένη χρονική, πολιτισμική, κοινωνική και τοπική συνάφειά του. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου συνάφειες. Όχι μόνο πολιτισμούς υπό την γενική και αφηρημένη εννόησή τους (π.χ., γαλλικός πολιτισμός, νιγηριανός πολιτισμός, κορεάτικος πολιτισμός), σαν οι πολιτισμοί να είναι στατικές ουσίες. Κάθε πολιτισμός αναπλάθεται μέσα στον χρόνο, ζει διαδικασίες ανταλλαγών με άλλους πολιτισμούς και κανένας δεν είναι συμπαγής. Όλοι συντίθενται από υπο-πολιτισμούς, από ελίτ και από ευάλωτους, από δυνάμεις της ζωής και από δυνάμεις του θανάτου και του άδικου. Επιπλέον ζούμε την εμφάνιση νέων, υβριδικών πολιτισμικών μορφών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δηλαδή και μέσα στον πολιτισμό της καθημερινότητάς μας – τον σύγχρονο δυτικό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι, πώς τα ζωηφόρα δεδομένα κάθε συνάφειας θα γίνουν αποκαλυπτικό υλικό, δηλαδή νέα σάρκα του Χριστού.
Και προσοχή: Ιεραποστολή δεν είναι «η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού» – τελεία. Είναι η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού με τον τρόπο του Χριστού. Δηλαδή με την κένωση. Κήρυξη του ευαγγελίου χωρίς τον τρόπο του Χριστού γίνεται κήρυγμα αντί-χριστου. Αν μία Καινή Διαθήκη την χειριστούμε όπως ένα τούβλο, τότε ανοίγουμε κεφάλια.
Με αυτά φτάνουμε σε κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο.
Η αποστολή της Εκκλησίας καλείται να είναι συνέργεια στην Ιεραποστολή του όντως Ιεραποστόλου, του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι και η ίδια η Εκκλησία καλείται να μαθητεύει (ενεστώτας διαρκείας) στον Χριστό. Ο ζωντανός Θεός εργάζεται ακατάπαυστα για τη σωτηρία του σύμπαντος, με τρόπους φανερούς και με τρόπους αθέατους και (πολύ βασικό) με τρόπους που εκπλήσσουν. Είναι παρών και δρα πάντα και παντού: και μέσα στην Εκκλησία του, και πέρα από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας του. Τα κανονικά όρια της Εκκλησίας δεν είναι όρια του Θεού. Ο Θεός προσκαλεί και δέχεται στη Βασιλεία του (στην έσχατη προκοπή του σύμπαντος) όλους τους ανθρώπους, ακόμα και ανθρώπους που δεν θα γίνουν ποτέ –με τον τρόπο που εμείς γνωρίζουμε– μέλη της Εκκλησίας του (η περίπτωση των αβάπτιστων αγίων είναι ενδεικτική). Η Εκκλησία δηλαδή δεν εγκιβωτίζει τον Κύριό της, αλλά καλείται να είναι η διακόνισσά του και η δειγματική φανέρωση της Βασιλείας του.
Περνώ στο τελευταίο μέρος, για το πλαίσιο της διδακτικής πράξης στο εκπαιδευτικό σύστημα:
Μάθημα για την αποστολή της Εκκλησίας ή μαθήματα διαποτισμένα από την αποστολή της Εκκλησίας οφείλουν εξ αντικειμένου να παρουσιάσουν την πρόταση και πρόσκληση που κομίζει η χριστιανική πίστη. Αυτό μπορεί να ξενίζει ανθρώπους οι οποίοι ακούγοντας «πρόταση» και «πρόσκληση» καταλαβαίνουν προπαγάνδα και κατηχητικό στρατωνισμό. Χρειάζεται λοιπόν και μια έξτρα δουλειά για την νομιμοποιητική βάση αυτών των μαθημάτων σε ένα σχολείο για όλους (το οποίο σχολείο για όλους συνεχίζουμε και υπερασπιζόμαστε, ακόμα κι αν τα πράγματα δεν πάνε προς αυτή την κατεύθυνση).
Πρώτα απ’ όλα, χριστιανοί και μη-χριστιανοί να είμαστε ξεκάθαροι: Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ερμηνείας και νοηματοδότησης του ανθρωπίνου βίου (δηλαδή καμία ηθική, καμία πολιτική, καμία θρησκεία, καμία φιλοσοφία) η οποία δεν εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση – ακόμα και υπαρξιακή δόνηση από αυτή την πρόσκληση και πρόταση. Και απλό ρεπορτάζ να κάνουμε για την Αντιγόνη, αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την Αντιγόνη: πρόταση και πρόσκληση και δόνηση. Ακόμα και το ουδετερόθρησκο κράτος, επιλογή αποτελεί: εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση. Κατάφαση κάποιων αξόνων, άρνηση άλλων αξόνων.
Λέω λοιπόν το εξής: Η Ιεραποστολή εδράζεται σε μια πανίσχυρη ανθρωπολογική σπουδαιότητα, την οποία πρέπει να κατανοήσουν όλοι. Όχι όλοι να αποδεχτούν ντε και καλά την άποψη του Χριστιανισμού, αλλά όλοι να κατανοήσουν την πανανθρώπινη ανθρωπολογική βάση της: Η Ιεραποστολή συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της μεταστροφής. Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του. Με άλλα λόγια η Ιεραποστολή υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε αντικείμενα καθηλωμένα εκεί όπου η τυχαιότητα μας έριξε, αλλά είμαστε, όπως λέει ο Τέρυ Ήγκλετον, «πηλός στα ίδια μας τα χέρια».
Οπότε, αν όντως κατανοούμε τον ιεραποστολικό εαυτό του Χριστιανισμού, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε τραγικά δημοφιλείς διατυπώσεις όπως «Η Ορθόδοξη πίστη βρίσκεται στο DNA του λαού μας… Η απόδοση της θρησκευτικής ταυτότητας στο DNA (του όποιου λαού), άρα η θεώρηση της θρησκευτικής ταυτότητας ως στοιχείου ανεπίλεκτου, όπως τα βιολογικά μας δεδομένα, αποτελούν ριζική άρνηση του χριστιανικού Ευαγγελίου, το οποίο ζητά από κάθε άνθρωπο προσωπική, ελεύθερη και ολόκαρδη αποδοχή.Εν τέλει, το κάλεσμα ο άνθρωπος να εγκολπώνεται ή να απορρίπτει υπεύθυνα, αφορά ακριβώς ό,τι μισούν όλα τα συστήματα χειραγώγησης του ανθρώπου, θρησκευτικά και πολιτικά: Αφορά την κριτική ματιά «εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου».

Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομότιτλης εισήγησης του συγγραφέα (5-9-2025) στην 8η Πανελλήνια Συνάντηση του Πανελληνίου Θεολογικού Συλλόγου «Καιρός» με γενικό θέμα «H Ιεραποστολή της Εκκλησίας και η αποστολή του σχολείου σε διάλογο. Μαρτυρία χτες και σήμερα», 5-7 Σεπτεμβρίου 2025, Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλίνων, Νέο Ψυχικό, Αθήνα. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιεραποστολικής,Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας και Διαλόγου, στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών. Διευθύνει το περιοδικό «Σύναξη» και είναι μέλος της European Society for Intercultural Theology and Interreligious Studies. Διδάσκει επίσης στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Ζει στην Αθήνα με την σύζυγό του Ελένη Ταμαρέση και τον γιο τους Αλέξανδρο-Αρέθα.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

Πόσοι είναι οι κόσμοι μας: Τρεις; Πρώτος, δεύτερος και τρίτος;

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Έξοδος στην Κοινωνία και τη Ζωή. 3/1987.

Σε πρόσφατο άρθρο του Η Ε.Ε. ως εξαγωγέας σκουπιδιών, ρύπων και μεταναστών ο Παντελής Μπουκάλας, συγγραφέας και δημοσιογράφος -με τα γραφόμενά του να έχουν σταθερή αξία-  διερωτάται: 
«Σε πόσους κόσμους χωρίζεται άραγε ο Κόσμος, ο πλανήτης μας δηλαδή, όχι το Σύμπαν που προσδιορίζει ο διεθνής όρος «Cosmos»; Σε τρεις, πρώτο, δεύτερο και τρίτο; Ανεπτυγμένο, αναπτυσσόμενο και υπανάπτυκτο; Ή μήπως σε δύο, κυρίαρχο και κυριαρχούμενο, ηγεμονεύοντα και ηγεμονευόμενο, ή πολιτισμένο και «απολίτιστο», όπως διατείνονται όσοι στη Δύση φρονούν ότι το ανθρώπινο είδος πλάστηκε για να υπηρετεί τον Λευκό Αφέντη, και δη τον χριστιανό; Να υπηρετεί, εν ολίγοις, τις πρώην και τις νυν αυτοκρατορίες, που μοιράζουν τη Γη σε ζώνες επιρροής, ευεργετώντας μια στο τόσο τους προθυμότερους των προθύμων και ασκώντας την εξουσία τους με τη λογική και την ηθική της αποικιοκρατικής εποχής, πλην με ρητορική δημοκρατίας και δικαιοσύνης;» 
Σαφέστατα πρόκειται για ερωτήματα που ανέκαθεν βασάνιζαν και συνεχίζουν να βασανίζουν και τη θεολογική σκέψη: πολλά, άλλωστε, είναι τα βιβλία – μακρύς ο κατάλογος- που μιλούν για μια νέα θέαση του κόσμου, ενάντια στην κοινωνική αδικία.
Το συγκεκριμένο άρθρο μού θύμισε το βιβλίο Θρησκευτικών της Γ΄ Λυκείου, των Μάριου Π. Μπέγζου και Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής, το οποίο επί πολλά έτη διδάχθηκε σε τελειόφοιτους λυκειόπαιδες. Όσοι θεολόγοι το δίδαξαν θα θυμούνται την ωραία ενότητα: «Το κοινωνικό πρόβλημα». Σ’ αυτή, το κείμενο που εισήγαγε τους μαθητές και τις μαθήτριες στη θεολογική οπτική γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες είχε παρόμοιο με του Παντελή Μπουκάλα τίτλο: «Πόσοι “κόσμοι” είναι ο σύγχρονος κόσμος;» Ασχέτως κι αν ο Παντελής Μπουκάλας και οι δύο καλοί συνάδελφοι διαφοροποιούνται στο πόσοι είναι σήμερα οι «κόσμοι» του σύγχρονου κόσμου που ζούμε, εκείνο που έχει μέγιστη σημασία είναι ότι παραμένει ζητούμενο η αποκατάσταση των πολλών ρωγμών που υπάρχουν ανάμεσα στον αναπτυσσόμενο δυτικό και τον υπανάπτυκτο κόσμο. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, για να έχουμε σαφή εικόνα για το πώς στη θεολογική και εκκλησιαστική γλώσσα, όταν συζητάμε για την κοινωνική αδικία στοχεύουμε στην επίλυση και όχι στην επικάλυψή της.
«Συχνά, για να αναφερθούμε στη σύγχρονη πραγματικότητα, χρησιμοποιούμε την έκφραση “ο κόσμος μας”. Κι όμως, αν παρακολουθήσουμε δημοσιεύματα και μελέτες κοινωνιολογικές και οικονομικές, θα δούμε ότι γίνεται λόγος για “τρίτο” και για “τέταρτο κόσμο”! Οι όροι αυτοί σηματοδοτούν σε παγκόσμια κλίμακα το σημερινό κοινωνικό πρόβλημα, το ζήτημα, δηλαδή, της δίκαιης κατανομής των υλικών αγαθών και των μέσων παραγωγής, καθώς και της δυνατότητας του κάθε ανθρώπου να απολαμβάνει τα υλικά αγαθά με ασφάλεια και ειρήνη. Αν παραδοσιακά ως “πρώτος” και “δεύτερος” κόσμος υπονοούνται η Ανατολή και η Δύση, τότε “τρίτος” κόσμος είναι οι αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, αυτές που, μετά από αιώνες αποικιοκρατίας, μαστίζονται από την πείνα, τη φτώχεια, τις επιδημίες, τον αναλφαβητισμό, έχοντας οικονομίες εξαρτημένες από δυτικά κεφάλαια. Και “τέταρτος κόσμοςˮ είναι εκείνες οι ομάδες πληθυσμού των αναπτυγμένων δυτικών κρατών, οι οποίες ωθούνται στο περιθώριο της ζωής. Είναι οι άνεργοι και οι άστεγοι, τεράστιες νησίδες εξαθλίωσης μέσα σε ωκεανούς ευμάρειας και καταναλωτισμού. Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η κατάσταση σήμερα. Μια ανθρωπότητα δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων. Η ανισότητα δεσπόζει και αυτό που για τους ευημερούντες είναι περίσσευμα, για τους εξαθλιωμένους είναι έλλειψη. Ποια θέση καλείται να πάρει η Εκκλησία απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα; Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες της παράδοσής της, που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν λύσεις και να δώσουν προσανατολισμούς και διέξοδο;»
Στην ίδια σχεδόν τροχιά κινείται και ο Παντελής Μπουκάλας:
«Ναι, δύο οι κόσμοι: ο κόσμος που ζει και ο κόσμος που απλώς επιβιώνει. Και τέτοιος κόσμος, φτωχός και ζορισμένος, υπάρχει πολύς και μέσα σε χώρες ανεπτυγμένες. Δεν κατοικεί μόνο στα «τριτοκοσμικά» κράτη της Αφρικής και της Ασίας. Και δεν τολμάει καν να ονειρευτεί μιαν άσπρη μέρα, γιατί τα πάντα τον εξαναγκάζουν να δηλώσει υποταγή στην κορυφαία θεότητα των καιρών μας, την ΤΙΝΑ. Όχι, δεν πρόκειται για παραφθορά του ονόματος της Αθηνάς, αλλά για το αρκτικόλεξο There Is No Alternative. Δεν υπάρχει εναλλακτική. Η Ιστορία τελείωσε με τη στέψη του νεοφιλελεύθερου πολιτισμού ως μοναδικής ρεαλιστικής εκδοχής διαχείρισης των ανθρωπίνων. Αυτό ήταν το πεπρωμένο, η μοίρα, η ειμαρμένη. Μην το πολεμάτε. Ηρεμήστε πια. Παραιτηθείτε. Νομοτελειακά, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιητικής ΤΙΝΑ διαμορφώθηκαν ο κόσμος πομπός και ο κόσμος δέκτης, κι αυτό πρέπει να μείνει εσαεί απαρασάλευτο. Ο κόσμος που εκπέμπει, πέμπει και εξάγει (δόγματα, κανόνες, διαταγές, στρατεύματα, αλλά και «αγαθά», και ρύπους βέβαια, μια και οφείλει να συνεχίζει την πρόοδό του) και ο κόσμος που εισάγει, δέχεται και οφείλει να ανέχεται».
Και οι δύο, πάντως, συγγραφείς δείχνουν την αγωνία τους για τη σημερινή κατάσταση του ανθρώπου ενώπιον της κοινωνικής αδικίας και των κοινωνικών ανισοτήτων. Είναι, άλλωστε, ένας τρόπος για αγώνα για το τι λογής δικαιοσύνη μπορεί να υπάρξει ώστε όλοι οι άνθρωποι ετούτου του κόσμου να μπορούν να απολαμβάνουν τα αγαθά που προσφέρει ο Θεός, στην πράξη κι όχι βασιζόμενα μόνο σε θεωρητικές αρχές.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

Finis Finis: Στοχασμοί και στεναγμοί, κεράκι στην έξοδο του Χρήστου Γιανναρά

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


«Τὸ μὲν ἐπιτιμᾷν οὐ μέγα· ῥᾷστον γὰρ, καὶ τοῦ βουλομένου παντός.
Τὸ δὲ ἀντεισάγειν τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀνδρὸς εὐσεβοῦς καὶ νοῦν ἔχοντος».
«Το να επιπλήττουμε δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Είναι πανεύκολο
και μπορεί να το κάνει όποιος θέλει. Αλλά το να αντιπαραθέτει κάποιος την άποψή του, είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου και ευσεβούς και μυαλωμένου».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος κθ’.
Λόγος θεολογικός τρίτος περί Υιού, PG 36, 73Α.

Εδώ και χρόνια το τελείωμα κάθε καλοκαιριού μού επισφραγίζει και μία διάψευση. Κάθε χρόνο περνά το καλοκαίρι δίχως να ʼχω μπορέσει να βρω τον χρόνο που περίμενα ώστε να μαζέψω, να ανοίξω, να ξαναδώ, να τακτοποιήσω το αρχείο μου. Υλικό δεκαετιών πλέον, και πολύ ποικίλων διαδρομών, το οποίο αυγαταίνει κι από πάνω, αφού τα τρεχάματα δεν καταλαγιάζουν…
Προσπάθησα να ανασκαλέψω κάπως το αρχείο μου όταν –λίγο πριν ξεψυχήσει ο Αύγουστος– ήρθε η είδηση θανάτου του εκ των δασκάλων της γενιάς μας Χρήστου Γιανναρά. Ανασκαλεύοντας, προσπάθησα να ψαχουλέψω το δέος που ξαναχτυπά την πόρτα, καθώς μαζεύονται δεκαετίες στην καμπούρα μας, οι απώλειες από ψιχάλα γίνονται πια βροχή και καταλαβαίνεις ότι μιλώντας για τον εκλιπόντα ή την εκλιπούσα στοχάζεσαι όχι μόνο τη δική τους διαδρομή, αλλά και τη δική σου – αφού η ύπαρξή τους και η παρουσία τους συν-έθεσε τους βηματισμούς σου. Η εκδημία του Χρήστου Γιανναρά εύλογα συσχετίστηκε με αυτήν του άλλου μεγάλου, Ιωάννη Ζηζιούλα, ενάμιση χρόνο νωρίτερα (2 Φεβρουαρίου 2023). Στη δική μου αίσθηση σχετίζεται και με άλλες δύο αναχωρήσεις: της Καίτης Χιωτέλλη πριν τέσσερα ολόκληρα χρόνια (30 Ιουνίου 2020) και του Γιάννη Παπαδόπουλου μόλις πριν δυο μήνες (29 Ιουνίου φέτος). Είναι δυο άνθρωποι άλλου διαμετρήματος, που συνδέονταν με τον Γιανναρά προσωπικά, με το εγχείρημα της θεολογίας του ’60 αλλά και με τους ποικίλους δρόμους των κατοπινών δεκαετιών. Ιδίως η σχέση μου με τον Γιάννη Παπαδόπουλο (μεταφραστή του Φλωρόφσκυ το 1972[1], μέλος της συντακτικής επιτροπής της Σύναξης από το 1995 και συνομιλητή του Γιανναρά) εμπλούτιζε την σχετική πληροφόρηση και όξυνε τα κριτήρια – κριτικά και αυτοκριτικά.
Δίχως λοιπόν να έχω κατορθώσει να μπω όσο ήθελα στο αρχείο μου, ανασύρω κάποια πράγματα για τον Χρήστο Γιανναρά, κι ελπίζω σε περισσότερα κάποια άλλη στιγμή. Τώρα που έκλεισε το επίγειο ταξίδι του, χρειαζόμαστε ανασκούμπωμα για ήρεμη, γερή και ειλικρινή δουλειά πάνω σε όσα έχει καταθέσει, αλλά και πάνω σε όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν[2].
Καθώς στα βιβλία που αγοράζω σημειώνω ημερομηνία απόκτησης (και στη συνέχεια πολλά και διάφορα άλλα), βλέπω ότι το πρώτο βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά που διάβασα ήταν το Ορθοδοξία και Δύση: Η θεολογία στην Ελλάδα σήμερα, στην πρώτη του έκδοση, των 174 σελίδων[3]. Το είχα αγοράσει από τον «Γρηγόρη» στις 20 Φεβρουαρίου 1979. Ήμουν 19,5 ετών και φοιτητής Νομικής. Ακολούθησαν τα άλλα του. Βλέπω τώρα μάλιστα (από τις σημειώσεις μου πάνω τους) ότι κάποια τα αγόρασα από την πώληση θεολογικών βιβλίων που οργανώναμε κάθε τόσο στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Βύρωνα μια νεανική παρέα, με την οποία είχαμε αναλάβει τα κατηχητικά. Φέρναμε δηλαδή στους ενορίτες βιβλία των συγγραφέων που τότε –στη δεκαετία του 1980– ταρακουνούσαν ελπιδοφόρα και πάσχιζαν να αφαιρέσουν λέπια από τα μάτια. Βλέπω, για παράδειγμα, ότι από εκεί είχα πάρει το Τίμιοι με την Ορθοδοξία[4] το 1981 και τις Κριτικές Παρεμβάσεις[5] το 1983. Ας παρεμβάλω εδώ ότι το 1979 ήταν η χρονιά γνωριμίας μου και με τη σκέψη του Παναγιώτη Νέλλα. Τότε εκδόθηκε το Ζώον Θεούμενόν του, λίγο μετά γνωρίστηκα με τον ίδιο.

[1] π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού. Μία ορθόδοξος ερμηνεία της Εκκλησίας, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1972 [μερική επανέκδοση, στη δημοτική, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999].
[2] Έγραψα στο facebook δύο μέρες μετά την κοίμησή του: «Πολλά πολλών ετών, πολλές συναντήσεις, πολλές αναμετρήσεις, πολλές συμφωνίες και πολλές διαφωνίες, και σεβαστικά και παρρησιασμένα, όλα με νόημα, όλα ως στοίχημα για μαθητεία στα πολύτιμα που μας ξεπερνούν όλους, έχουν φορτωθεί στον νου και στην καρδιά μου από το απόγευμα της 24ης, που έφυγε ο Χρήστος Γιανναράς. Πολλά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 μέχρι τούτες τις μέρες. Μα δεν το μπόρεσα να βάλω πενιά πριν γίνει ή έστω πριν ανακοινωθεί η κηδεία του[2]. Απομένει δουλειά να γίνει, ή μάλλον να συνεχιστεί… Τι πράμα είναι τούτο το καλοκαίρι, ή μάλλον η τελευταία μιάμιση χρονιά… Φιλοσόφησης αφορμές. Οι κρίσεις που έχουμε επί χρόνια διατυπώσει, φτάνουν μπροστά σε έναν μυστήριο επίλογο, που οι ναρκισσιστές θαρρούν πως αφορά μόνο τους άλλους: την Κρίση. Είτε δηλώνεις ένθεος είτε δηλώνεις άθεος, Κρίση σημαίνει το να λογάς πως δεν είσαι ο αφέντης της τελείας».
[3] Εκδ. Αθηνά (σειρά «Σύνορο»), Αθήνα 1972.
[4] Εκδ. Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1968.
[5] Εκδ. Δόμος, Αθήνα 1983.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: Φρέαρ

Τρίτη 20 Αυγούστου 2024

Αποικισμένη Αριστερά

Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ*


Η καρδιά των woke κινήσεων είναι ο φυλετισμός, η αποθέωση του επιμέρους και η απεμπόληση του οικουμενικού.

Η Αμερικανίδα Σούζαν Νέιμαν είναι διευθύντρια του «Φόρουμ Αϊνστάιν», το οποίο εδρεύει στο Πότσδαμ της Γερμανίας. Το Φόρουμ αυτοπροσδιορίζεται ως ανοιχτό εργαστήρι σκέψης που ζευγαρώνει την κριτική σκέψη με την κοινωνική έγνοια, όπως έκανε ο ίδιος ο Αϊνστάιν.
Με τίτλο «Η Αριστερά δεν είναι Woke», το βιβλίο επιχειρηματολογεί ακριβώς για τη ριζική διαφορά μεταξύ αριστερής οπτικής και οπτικής Woke. Η συγγραφέας δίνει εξαρχής το στίγμα της: «Κανείς άλλος πλην του Αλμπερτ Αϊνστάιν δεν έγραψε μια περήφανη υπεράσπιση του σοσιαλισμού στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Όπως ο Αϊνστάιν και τόσοι άλλοι, είμαι περήφανη να λέγομαι αριστερή και σοσιαλίστρια».
Η Νέιμαν υπενθυμίζει τη βασική διαφορά μιας φιλελεύθερης αντίληψης από μια αριστερή: Για την αριστερή τα πολιτικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες (πολύτιμα αμφότερα) αναιρούνται στην πράξη αν δεν έχουν κοινωνικό χαρακτήρα, αν δηλαδή δεν δένουν με δομική κοινωνική δικαιοσύνη. Με αυτό το πρόταγμα η συγγραφέας προχωρά στα επίδικα και επισημαίνει ότι σήμερα η woke σκέψη είναι άλλο πράγμα από αυτό που ξεκίνησε πριν από λίγες δεκαετίες. Είναι ενδεικτική η αναφορά της στην Μπάρμπαρα Σμιθ. Η Αφροαμερικανή φεμινίστρια, λεσβία και σοσιαλίστρια που πρωταγωνίστησε τo 1977 στη δημιουργία του όρου «πολιτική της ταυτότητας» (identity politics), ψέγει σήμερα τον εκφυλισμό του κοινωνικού κινήματος σε κίνηση αυτάρεσκου απομονωτισμού.
Η αριστερή οπτική είναι καταστατικά οικουμενική. Το επιμέρους δεν το ακυρώνει, αλλά ούτε το αυτονομεί. Το κρατά σε όσμωση με το πανανθρώπινο. Οπότε αντιθέτως αποθεώνεται το επιμέρους, απεμπολείται το οικουμενικό. Αυτή την αποθέωση η Νέιμαν την αποκαλεί φυλετισμό (tribalism) και εννοεί την απολυτοποίηση και αυτονόμηση κάποιας ταυτότητας (εθνικής, φυλετικής, βιολογικού ή κοινωνικού φύλου κ.ο.κ.). Αυτή τη στιγμή ο φυλετισμός είναι η καρδιά των woke κινήσεων.
Η Νέιμαν υποστηρίζει ότι οι woke πολίτες έχουν αποικιστεί πνευματικά από αντιλήψεις που έχουν τα ριζώματά τους στη Δεξιά. Μεγάλα τμήματα της Αριστεράς έχουν μεταλλαχθεί ιλιγγιωδώς, απομακρύνονται από τα προκρίματα που καθιστούν αριστερή την Αριστερά και αυτομολούν στον «φυλετισμό». Αυτό συμβαίνει σαρωτικά· κι όμως πολλοί δεν μπορούν καν να το δουν, διότι η αυτομόληση δεν γίνεται με το παλιό λεξιλόγιο των αυταρχικών καθεστώτων που απορρίπτουν τα δικαιώματα. Η αυτομόληση γίνεται με αναπεπταμένες τις σημαίες των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Μα εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα: δημιουργείται θολούρα. Η φωνή υπέρ των περιθωριοποιημένων είναι σωστή, απερίφραστα. Αλλά το ζήτημα στρεβλώνεται από τη στιγμή που η όποια ταυτότητα θα νοηθεί ως κάτι συμπαγές, χωρίς την απελευθερωτική έγνοια για διάκριση μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων στο εσωτερικό της, και με το ερώτημα για το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα ουσιαστικά να προσπερνιέται. Στις woke διεκδικήσεις φυσικά και γίνεται λόγος για την κοινωνία, αλλά ως αίτημα, η κοινωνία να θεσπίζει την αυτάρκεια της ταυτότητας. Όμως αυτό σημαίνει –προδήλως αντιφατικά– ότι από την κοινωνία ζητείται άρρητα η αυτοαναίρεσή της, δηλαδή η πρόταξη του φυλετικού έναντι του κοινωνικού, αλλά... μέσω κοινωνικών θεσμίσεων!
Σήμερα κυριαρχεί η εντύπωση ότι ο αποφασιστικός αντίπαλος του woke είναι η Ακρα Δεξιά. Άλλη μια έκφανση της θολούρας! Η Neiman λοιπόν αρνείται να χαρίσει την κριτική κατά της woke οπτικής στη Δεξιά. Αντιθέτως, φωτίζει παράδοξες συγγένειες μεταξύ των δύο. Η Άκρα Δεξιά είναι καταστατικά φυλετιστική, κι αυτό εξηγεί την αύξηση των ψήφων που λαμβάνει ο Τραμπ από μαύρους και Λατίνους. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι προσπερνούν ως ελάσσονα τα ρατσιστικά ξεσπάσματα του Τραμπ, διότι μείζον θεωρούν την πολιτική αντίληψή του η οποία εδράζεται ακριβώς στον φυλετισμό και εύχεται την αυθυπαρξία κάθε φυλετικής ταυτότητας – πράγμα το οποίο αυτοί οι ψηφοφόροι επιθυμούν! Ουσιαστικά, με τέτοιας λογής κριτήρια η (κατά τα άλλα αντίπαλος του Τραμπ) Χίλαρι Κλίντον εξέφρασε χαρά για την εκλογή της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, επειδή αναδείχθηκε πρωθυπουργός γυναίκα – σαν το φύλο να είναι τάχα ένα μασίφ πράγμα πέρα από δομές ιεραρχίας και κυριάρχησης. Ταυτόχρονα ο ευέλικτος καπιταλισμός ενσωματώνει πανεύκολα την ποικιλότητα ταυτοτήτων για να τη μετατρέπει σε ποικιλότητα καταναλωτικών προϊόντων. Μαϊμού οικουμενικότητα (fake universalism) αποκαλεί η Neiman αυτού του είδους την οικουμενικότητα – όπως μαϊμού είναι και η οικουμενικότητα του ιμπεριαλισμού.
Όχι λοιπόν κάθε οικουμενικότητα, αλλά συγκεκριμένα η οικουμενικότητα της πανανθρώπινης ανθρωπιάς, των πανανθρώπινων αξιών, έχει τεράστια σπουδαιότητα. Είναι αυτή που δεν καταστέλλει την ποικιλότητα, αλλά, αντιθέτως, την αναδεικνύει και την κάνει πανηγύρι, επειδή κάθε μοναδικότητα την καθιστά ομοτράπεζη όλων. Και γι’ αυτό η οικουμενικότητα των πανανθρώπινων αξιών αντιτίθεται στη woke αποθέωση του μερικού. Δίχως την πανανθρώπινη οικουμενικότητα και δίχως συμφωνία περί πανανθρώπινων αληθειών, νομιμοποιείται ως αυθύπαρκτο και αύταρκες κάθε τι, ακόμα και η μισαλλοδοξία. Αυτό ακούγεται ως παραλογισμός, και ναι, για παραλογισμό πρόκειται. Καθόσον, πώς θα απορριφθεί η μισαλλοδοξία, αν ισχυριστεί ότι αποτελεί ταυτότητα, στο πλαίσιο της ιεροποίησης κάθε ταυτότητας και κάθε επιλογής; Νομίζετε ότι ήταν τυχαίο το μίσος του Καρλ Σμιτ (εμβληματικού θεωρητικού του Ναζισμού) κατά της οικουμενικότητας; Η Νέιμαν μάλιστα υπενθυμίζει ότι στη Βίβλο βρίσκουμε τον πρωιμότερο συναγερμό για τον κίνδυνο εγκλωβισμού στην αντι-οικουμενική ταυτότητα αίματος, γης, φυλής. Δύναμαι να βεβαιώσω ότι η ματιά της μπορεί να συναντηθεί εξαιρετικά με τη χριστιανική πίστη και ειδικότερα με τη Θεολογία της Απελευθέρωσης.
Χάριν όλης αυτής της κρίσιμης σχοινοβασίας, θεωρώ επείγουσα ανάγκη τον διάλογο με τους καλοπροαίρετους που κινούνται στον woke χώρο, χωρίς όμως να έχει εξατμιστεί η δίψα τους για το πανανθρώπινο και η ευλογημένη καχυποψία απέναντι στον ιδεολογικό ναρκισσισμό. Το βιβλίο προστίθεται σε όσα παλεύουν τα τελευταία χρόνια ποικιλοτρόπως με τον αναπροσδιορισμό Αριστεράς και Δεξιάς στη διεθνή πραγματικότητα (Νορμπέρτο Μπόμπιο, Ραφαέλε Σιμόνε, Αδριανός Εριγκέλ κ.ά.), με το ζήτημα όχι απλώς να μην κλείνει, αλλά να ανοίγει ολοένα και περισσότερο. Ο αποικισμός τρέφεται από την εθελοδουλία, μα η αντίσταση θέλει αναστοχασμό. Όχι ξόρκια.

*Αναπληρωτής Καθηγητής στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας & Διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη».

ΠΗΓΗ: efsyn.gr

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Αββάς Σισώης: άνθρωπος απείρως οικουμενικότερος του στρατηλάτη Μεγαλέξανδρου

Το δέος του αββά Σισώη μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου· (Μονή Βαρλαάμ, Μετέωρα, 1566).


Στην επιγραφή εντός περίτεχνου πλαισίου διαβάζουμε τα εξής ποιητικότροπα λόγια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού:
«Ορώ σε τάφε, δειλιώ σου (την) θέαν
κ(αι) καρδιοστάλακτον δάκρυον
χέω. Χρέος το κ(οι)νόφλητον εις νουν
λαμβάνω. Πώς γαρ [μέλλω διελ]θείν πέρ(ας)
τοιούτον, αι [θάνατε, τις δύναται] φυγ[είν] σε;»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για ετούτη την εικονογραφική παράσταση του αββά Σισώη, που θρηνεί έμπροσθεν του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για διάβασμα προτείνω την ωραία μελέτη του αγαπητού συναδέλφου Θανάση Ν. Παπαθανασίου, «Σισώης και Αλέξανδρος. Διλήμματα για την εκκλησιαστική αποστολή σε εποχές Παγκοσμιοποίησης», Νέα Εστία, τχ. 1174 (2005) 92-109· [και στο: Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και ως εφιάλτης, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2008, σσ. 155-181]. 
Ο Θ. Ν. Παπαθανασίου εξετάζει το περιεχόμενο της εικόνας «ανιστορικά και αφηρημένα», «υπό συγκεκριμένους όρους», «σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνάφεια», αφού το «εικονιζόμενο περιστατικό δεν μνημονεύεται στο Γεροντικό (το οποίο συνετέθη κατά τον πέμπτον ή έκτον αιώνα […] ούτε στο βυζαντινό Συναξάρι του αγίου» (10ος αιώνας), «[…] ούτε στην ακολουθία της εορτής του την 6η Ιουλίου». Όμως, τίθεται το βασικό ερώτημα που «δεν αφορά απλώς τη φιλοσόφηση του θανάτου, αλλά την παρουσία του Αλεξάνδρου»· γιατί, λοιπόν, «κάποιοι επέλεξαν ειδικά τον Αλέξανδρο, πως προέκυψε η εν λόγω εικονογραφική σύνθεση δίχως να έχει έρεισμα στις σχετικές αγιολογικές πηγές, και γιατί αυτό συνέβη μετά την πτώση της βασιλεύουσας και όχι πριν». 
Νομίζω πως αξίζει να σταθούμε στην ερμηνεία που δίνει ο Θ. Ν. Παπαθανασίου. Είναι γνωστό ότι, στο Βυζάντιο η μορφή του Μακεδόνα στρατηλάτη, από τον τέταρτο αιώνα και εξής, «πρόβαλε ως υπόδειγμα παγκόσμιου ηγεμόνα» και θεωρούνταν «πρόδρομος της βυζαντινής οικουμενικότητας». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μέγας Αλέξανδρος βαθμηδόν να «μεταμορφωθεί σε χριστιανό και μάλιστα απεικονίστηκε ως βυζαντινός αυτοκράτορας πλαισιωμένος από τη συνήθη αυτοκρατορική επιγραφή “Εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής και πάσης Δύσεως”». Με άλλα λόγια «σκιαγραφήθηκε ως προσωπικότητα με χαρακτηριστικά αγιότητας». Γι' αυτή την ιδιότητα του Μακεδόνα βασιλέα, στα 1938 και 1940, ο κορυφαίος βυζαντινολόγος Ανδρέας Ξυγγόπουλος έχει γράψει δύο σημαντικές μελέτες, η μία στο Μακεδονικόν Ημερολόγιον και η άλλη στην Επιστημονική Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών. Για τον Θ. Ν. Παπαθανασίου, «αυτή η εξαιρετική θέση που κατέκτησε ο Αλέξανδρος στη βυζαντινή αυτοσυνειδησία, δεν μπορεί να μην εδράζεται στο κυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο». Πρόκειται για τη «βυζαντινοποίηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου» και τη μεταμόρφωσή του σε «άγιο, μάρτυρα και ασκητή που ίδρυσε μοναστήρια στην έρημο», όπως εύστοχα αναφέρει και η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ στο ωραίο βιβλίο της Ο Μέγας Αλέξανδρος των Βυζαντινών. Που είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος;, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2018. 
«Όλα αυτά, όμως, όσο συγκινητικά και εθνοσωτήρια κι αν είναι,» γράφει ο Θ. Ν. Παπαθανασίου, «σημαίνουν πως, στην αγκαλιά της ρωμαιοτραφούς χριστιανικής ιδεολογίας, κινδύνευε να παραδοθεί σε ύπνο η εκκλησιαστική συνείδηση ότι όλα τα κτιστά (όσο σπουδαία κι αν είναι) είναι φθαρτά και ότι η πραγματικά αιώνια πραγματικότητα θα είναι η μέλλουσα, εσχατολογική Βασιλεία κι όχι οποιαδήποτε ενδοϊστορική φάση. Μέχρι που συνέβη το αντίθετο. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε, αλλά – σε πείσμα της ιδεολογίας που προαναφέραμε – η ιστορία συνέχισε να προχωρεί σε νέες απρόσμενες φάσεις. Όταν, λοιπόν, οι “ταπεινοί αγιογράφοι της Τουρκοκρατίας”, όπως τους αποκαλεί ο Κόντογλου, συνέθεσαν την εν λόγω εικόνα παρουσιάζοντας τον Αλέξανδρο όχι ως ένδοξο νεκρό, αλλά, αντιθέτως, ως σκελετό, ως λείψανο αποσυντεθειμένο μέσα σε τάφο και μάλιστα υποκείμενο στη φιλοσόφηση του Σισώη, δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ξαναφέρουν στο προσκήνιο τη θεολογική οπτική που στα χρόνια του Βυζαντίου είχε εν πολλοίς παραθεωρηθεί».
Η ερμηνεία που εισηγείται ο καλός συνάδελφος Θ. Ν. Παπαθανασίου, από θεολογικής πλευράς, νομίζω, πως είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Γράφει: «η εικόνα αυτή εφευρέθηκε παρ’ όλο που δεν υπήρχε σχετικό έρεισμα στις αγιολογικές πηγές (ή, μάλλον ακριβέστερα: στην εφεύρεση αυτής της συγκεκριμένης σύνθεσης απέληξε η προγενέστερη απεικόνιση φιλοσοφήσεων του θανάτου) για να εκφραστεί, λίγο ως πολύ, ένα ιδεολογικό ρεύμα το οποίο διακατεχόταν από τον θεολογικό ρεαλισμό ότι η Εκκλησία συνεχίζει να πορεύεται παρά τις απρόσμενες ιστορικές ανατροπές. Ο Αλέξανδρος μπήκε, κατά κάποιον τρόπο, στο στόχαστρο ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι συμβόλιζε το αιώνιο της αυτοκρατορίας. Το εν λόγω ρεύμα, δηλαδή, μετατόπισε το κέντρο βάρους από την πεποίθηση περί μιας αιωνιότητας που εγγενώς ανήκει σε ένα ιστορικό μόρφωμα, στη μεταϊστορική αιωνιότητα που υπόσχεται η Εκκλησία. Και τούτο, βέβαια, παράλληλα ή και αντίθετα προς άλλα ρεύματα, τα οποία διατηρούσαν το κέντρο βάρους στο ιστορικό μόρφωμα και εκφράζονταν με την αναμονή ιστορικής επιστροφής του τελευταίου αυτοκράτορα και με την γοργόνεια πεποίθηση στην αθανασία του Αλεξάνδρου».
Για την απήχηση που είχε ο Μέγας Αλέξανδρος στην εποχή της Τουρκοκρατίας, με τη γνωστή «Φυλλάδα», την οποία γνωρίζουμε από την έκδοση που έκαμε ο Αλέξανδρος Πάλλης, στα 1935, (φωτομηχανική ανατύπωσή της από τις εκδόσεις Γαλαξίας - Ερμείας, στα 1993 – νεότερη έκδοση από τις εκδόσεις της Εστίας, στα 1989, σε μετάφραση του Γιώργου Βελουδή· υπάρχει ακόμα μία έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Γαλαξίας, στα 1961), έχουν γραφτεί πολλά, με κύριο χαρακτηριστικό ότι ο Μακεδόνας ήρωας προβάλλεται ως «σύμβολο αντίστασης στον Τούρκο κατακτητή». Ο ιστορικός Χαράλαμπος Μηνάογλου, στη μελέτη του «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και ο Μεγαλέξανδρος», γράφει πως ακόμα και οι Κολλυβάδες Πατέρες, με προεξάρχοντα τον άγιο Αθανάσιο Πάριο, που ήταν ιδιαίτερα επικριτικός σε καθετί αρχαιοελληνικό, θεωρούσε τον Μέγα Αλέξανδρο ηθικό άνδρα.
Στο ερώτημα γιατί ο Αλέξανδρος να έχει απέναντί του τον αββά Σισώη, ο Θ. Ν. Παπαθανασίου πιθανολογεί «ότι η επιλογή αυτή οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ο Σισώης ασκήτεψε στη χώρα όπου ο Μακεδόνας είχε ταφεί». Αλλά, ίσως, «να συντρέχει άλλος ένας λόγος. Πρωταγωνιστής της εικόνας κατέστη ένας άγιος, στον οποίο, σύμφωνα με το Συναξάρι του, δόθηκε από το Θεό η χάρη να ανασταίνει νεκρούς. “Νεκρούς ανιστάν αυτώ ο των όλων εδωρήσατο Κύριος”. Η εν λόγω εικόνα, συνεπώς, δεν είναι απλώς παράσταση θρήνου. Είναι μια διακήρυξη με σχήματα, χρώματα και λόγους, της θεμελιώδους εσχατολογικής εκκλησιαστικής πίστης ότι τα ανθρώπινα δεν έχουν οντολογικό θεμέλιο τη δική τους μεγαλοσύνη, αλλά τη σχέση τους με τον Αναστάντα και χορηγό της μέλλουσας Ανάστασης». Αυτή η «εσχατολογική αυτοσυνειδησία, άλλωστε, υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας του αιγυπτιακού Χριστιανισμού», στον οποίο αναφέρεται η μελέτη του Δημήτριου Ν. Μόσχου, Από τον Όσιρι στον Υιό Δαυίδ. Η γένεση και το αρχέγονο πολίτευμα του Χριστιανισμού στην Αίγυπτο, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 2002.
Συνεπώς, η εικόνα του αββά Σισώη να θρηνεί πάνω στον τάφο του Μεγαλέξανδρου, για τον Θ. Ν. Παπαθανασίου ερμηνεύεται ως το γεγονός εκείνο όπου ο ασκητής Σισώης είναι πιθανόν να μην ταξίδεψε ποτέ εκτός Αιγύπτου, γι’ αυτό «συλλαμβάνει την αλήθεια του σύμπαντος κόσμου», είναι δηλαδή «άνθρωπος απείρως οικουμενικότερος του στρατηλάτη που άγγιξε τις γεωγραφικές εσχατιές της εποχή του». Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, μπορεί κανείς να κατανοήσει το γεγονός γιατί ο αγιογράφος ετούτης της εικονογραφικής παράστασης είχε την «εσχατολογική αυτοσυνειδησία του εκκλησιαστικού ανθρώπου», όπου μέσω του έργου του, τονίζει πως ο «βασιλιάς που λάμπρυνε την εποχή του δεν είναι απλώς γυμνός, ούτε καν μαρμαρωμένος, αλλά νεκρός! [...] Ο Σισώης ίσταται μπροστά σε οστά επώνυμα. Όχι διότι ο Αλέξανδρος υπήρξε εξαιρετικά διάσημος, αλλά επειδή για την Εκκλησία ουδείς ανώνυμος υπάρχει. Τα οστά, λοιπόν, μέσα στον τάφο δηλώνουν την αναπόφευκτη φθορά του αιώνος τούτου, αλλά και την προσδοκία της ανάστασης. Ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον Χριστό, την απαρχή των κεκοιμημένων, για να γίνει ο ίδιος μέτοχος της ανάστασης όχι απλώς με σώμα, αλλά με το σώμα του». 
Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία του Θ. Ν. Παπαθανασίου είναι σημαντική, διότι διερευνά συμβολισμούς Ορθόδοξης οικουμενικότητας και εσχατολογίας που, εξ ολοκλήρου, προέρχονται από την Ανατολή. Ας μην ξεχνάμε και το ρητό «ex oriente lux».

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Διαδικτυακή Διάλεξη· Θανάσης Ν. Παπαθανασίου: Φως από τη Βασιλεία του Θεού, στο σήμερα: Το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στους Πατέρες της Εκκλησίας

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Την Πέμπτη 25 Ιανουαρίου και ώρα Ελλάδας 8 μ.μ. πραγματοποιείται η δεύτερη εκδήλωση του κύκλου «Η λειτουργία μετά τη λειτουργία», που διοργανώνεται από την Ιερά Μητρόπολη Γαλλίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο) σε συνεργασία με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Πρόκειται για την ομιλία του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Ιεραποστολικής στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας και Αρχισυντάκτη του περιοδικού «Σύναξη», με τίτλο «Φως από τη Βασιλεία του Θεού, στο σήμερα: Το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στους Πατέρες της Εκκλησίας». Η εκδήλωση θα είναι προσβάσιμη διαδικτυακά είτε μέσω της πλατφόρμας Zoom (στη διεύθυνση https://us02web.zoom.us/j/84913433453, με δυνατότητα δωρεάν εγγραφής στη διεύθυνση https://vicariatorthodoxe.fr/inscription-catechese/ ) είτε μέσω του καναλιού της Μητρόπολης Γαλλίας στο YouTube στη διεύθυνση https://www.youtube.com/c/lalettreduvicariat. Η γλώσσα της εκδήλωσης θα είναι τα ελληνικά με μετάφραση στα γαλλικά. Η εκδήλωση αυτή αποτελεί και την πρώτη εκδήλωση του τέταρτου κύκλου διαλέξεων «Καιρός του Ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, που θα υλοποιηθεί μέσα στο εαρινό εξάμηνο του 2024.
Η εισήγηση θα επιχειρήσει να εντοπίσει τα κριτήρια τα οποία μας δίνουν οι Πατέρες, και τα οποία έχουν καίρια σημασία και για την εποχή μας. Θα εξετάσει πρώτα απ’ όλα την σχέση της κοινωνικής δικαιοσύνης με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Θα υποστηρίξει ότι η έμπρακτη αγάπη, η αλληλεγγύη προς τους αδύναμους και το όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας δεν είναι το αντίθετο των μυστηρίων ή κάτι δευτερεύον στην πνευματική ζωή, αλλά –αντιθέτως– ότι αποτελεί όρο των μυστηρίων και βασική παράμετρο της πνευματικής ζωής. Στη συνέχεια θα εξετάσει πώς συγκεκριμένοι Πατέρες της Εκκλησίας προσεγγίζουν την θεσμική κοινωνική αδικία (δηλαδή την δημιουργία αδικίας και αποκλεισμών από το ίδιο το κοινωνικό σύστημα), πώς αξιολογούν την ελεημοσύνη, πώς απαντούν στην πεποίθηση ότι οι ταξικές διαφορές είναι θέλημα Θεού, πώς προσεγγίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων και τι έχουν να πουν για την διεκδίκηση αυτών των δικαιωμάτων. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο αγώνας των χριστιανών για κοινωνική δικαιοσύνη αποτελεί και μαρτυρία για την Βασιλεία την οποία προσδοκούν και στην οποία προσκαλούν τον κόσμο.
O Θανάσης Ν. Παπαθανασίου γεννήθηκε το 1959. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιεραποστολικής, Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας και Διαλόγου στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Αθήνας. Διδάσκει στο θεολογικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι αρχισυντάκτης του θεολογικού περιοδικού «Σύναξη» και μέλος της European Society for Intercultural Theologyand Interreligious Studies. Το έργο του επικεντρώνει στην Ιεραποστολική, τις Διαπολιτισμικές Σπουδές και την Πολιτική Θεολογία. Ζει στην Αθήνα με την σύζυγό του Ελένη και τον γιο τους Αρέθα - Αλέξανδρο.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Θεολογία των Θρησκειών στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό και το Ισλάμ

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

Η τελευταία εκδήλωση της σειράς «Καιρός του ποιήσαι» για φέτος θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023, ώρα 07.00 μ.μ., στην Αθήνα, στα γραφεία της Ε.Σ.Η.Ε.Α. (Ακαδημίας 20, 1ος όροφος). Θα είναι η Στρογγυλή Τράπεζα με θέμα «Θεολογία των Θρησκειών στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό και το Ισλάμ» με τη συμμετοχή του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, εκδότη του περιοδικού Σύναξη, Αναπληρωτή Καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών και της Nayla Tabbara, Προέδρου του Ιδρύματος Adyan, Καθηγήτριας Ισλαμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Saint Joseph της Βηρυτού (Λίβανος). Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Παντελής Καλαϊτζίδης, Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Οι αύνδεσμοι: αγγλικά - https://www.youtube.com/watch?v=bHalPBH3hiM

Ο πρώτος ομιλητής θα πραγματευθεί κυρίως το ερώτημα αν έχουν δυνατότητα σωτηρίας οι πιστοί των άλλων θρησκειών και αν οι άλλες θρησκείες αποτελούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο οδούς σωτηρίας. Το ερώτημα αυτό είναι ουσιαστικά συνομήλικο της Βιβλικής πίστης, και ζήτημα το οποίο συνάντησε η χριστιανική Εκκλησία από την πρώτη της στιγμή. Η συστηματική όμως συζήτηση ξεκίνησε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Οι Ορθόδοξοι, με πλούσια εμπειρία, μπήκαν στη συζήτηση μία δεκαετία αργότερα, και ασχολήθηκαν συστηματικότερα από το 2010. Η οπτική η οποία εκφράζει την χριστιανική πίστη είναι η λεγόμενη «περιεκτική» (inclusivist), η οποία βεβαίως γνωρίζει πολλές διαφοροποιήσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Τριαδικός Θεός αναγνωρίζεται ως η παγκόσμια αλήθεια και ο μοναδικός σωτήρας, ο οποίος όμως δρα μυστικά, απελευθερωτικά και σωστικά παντού: και μέσα και έξω από την θεσμική Εκκλησία, προσκαλώντας όλους στη Βασιλεία του. Η αγάπη αναγνωρίζεται ως μετοχή στη ζωή του Θεού και αποτελεί κριτήριο για την αξιολόγηση των θρησκειών. Ο θρησκευτικώς «άλλος» είναι δέκτης της δράσης και της αγάπης του Θεού, και υπ’ αυτή την έννοια γίνεται και αγγελιοφόρος του Θεού. Χωρίς να αποσιωπώνται οι όποιες αγεφύρωτες διαφορές, το χρέος των Ορθοδόξων είναι να ενθαρρύνουν τον διάλογο ο οποίος θα ανιχνεύει τα σημάδια του Θεού σε κάθε ανθρώπινη συνάφεια.
Η δεύτερη ομιλήτρια θα εξετάσει τι λέει το Κοράνι για τις άλλες θρησκείες. Είναι μονοπάτια προς τη σωτηρία και τον Παράδεισο ή οι οπαδοί τους είναι καταδικασμένοι στις φωτιές της κόλασης; Ποιο μήνυμα έχει το Κοράνι σχετικά με την αντιμετώπιση της διαφορετικότητας; Καλεί τους μουσουλμάνους να πολεμήσουν με όσους είναι διαφορετικοί ή τους ζητά να συνυπάρξουν; Αυτά τα ερωτήματα θα προσεγγιστούν με βάση το ίδιο το Κοράνι, σε μια ανάγνωση ολιστική, χρονολογική και μέσα στα συμφραζόμενα του, με προσπάθεια ανασκευής των ερμηνειών αποκλεισμού, προκειμένου να παρουσιαστεί μια νέα ισλαμική θεολογία των θρησκειών.
Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου γεννήθηκε το 1959. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιεραποστολικής, Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας και Διαλόγου στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας. Διδάσκει στο θεολογικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι διευθυντής του θεολογικού περιοδικού Σύναξη και μέλος της Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαπολιτισμικής Θεολογίας και Διαθρησκειακών Σπουδών (European Society for Intercultural Theology and Interreligious Studies). Το έργο του επικεντρώνει στην Ιεραποστολική, τις διαπολιτισμικές σπουδές και την πολιτική θεολογία. Ζει στην Αθήνα με την σύζυγό του Ελένη και τον γιο τους Αρέθα–Αλέξανδρο. Ανάμεσα στις δημοσιεύσεις του: «Χριστιανική μαρτυρία και διάλογος με ανθρώπους άλλων πεποιθήσεων: Πατερικές ενοράσεις», Sources Chrétiennes. Ελληνική και λατινική συμβολή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης & Πιέρ Σαλαμπιέ), εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2019, σσ. 383-412. «"Μακριά απ' την παρουσία σου πού να φύγω;" (Ψαλμ. 139: 7). Μια Ορθόδοξη κατάφαση της δράσης του Θεού έξω από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας», Σύναξη 120 (2011), σσ. 16-31. Υποτέλεια, Ιεραποστολή και Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Άπω Ανατολή, εκδ. Red ’n’ Noir, Αθήνα 2023.
Η Nayla Tabbara είναι Πρόεδρος και συνιδρυτής του Οργανισμού Adyan «για την πολυμορφία, την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» που ιδρύθηκε το 2006. Είναι συμπρόεδρος του οργανισμού «Θρησκείες για την Ειρήνη» (Religions for Peace) και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου του. Έλαβε το διδακτορικό της στη Θρησκειολογία από την Ecole Pratique des Hautes Etudes (Σορβόννη, Παρίσι) και το Πανεπιστήμιο Saint Joseph (Βηρυτός) και είναι Καθηγήτρια του τμήματος Θρησκευτικών και Ισλαμικών Σπουδών στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Ως θεολόγος του Ισλάμ έχει πραγματοποιήσει δημοσιεύσεις στους τομείς της ισλαμικής θεολογίας της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, της θεολογίας της ευπάθειας, του ισλαμικού φεμινισμού, της εξήγησης του Κορανίου, της Ισλαμικής κοινωνικής ευθύνης και του Σουφισμού, όπως επίσης και για την εκπαίδευση στη διαθρησκειακή και διαπολιτισμική πολυμορφία. Εργάζεται στην ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων (επίσημων και ανεπίσημων) για την πολυθρησκευτική εκπαίδευση, την συμπεριληπτική πολιτική αγωγή και την ελευθερία της θρησκείας. Από το 2011 ως το 2020, διηύθυνε το Ινστιτούτο Πολιτικής Αγωγής και Διαφορετικότητας του Ιδρύματος Adyan. Το 2019 έλαβε το Γαλλικό Βραβείο Αναγέννησης για το σύνολο της δουλειάς της και το Ειδικό Βραβείο κριτικής επιτροπής του οργανισμού Fr. Jacques Hamel, το βραβείο «Γραφές και Πνευματικότητες» και το βραβείο της Ακαδημίας Διεθνών Επιστημών για το βιβλίο της «Μια γυναικεία κατανόηση του Ισλάμ» (L’islam pensé par une femme, Bayard, 2018). Το 2022 έλαβε το Βραβείο Ibn Rushd για την Ελευθερία της Σκέψης.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Για το Ολοκαύτωμα

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΑΡΑΝΤΙΝΟΣ, μαθητής της Α΄ Λυκείου του Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, διάβασε το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, Για το Ολοκαύτωμα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2018 και γράφει για αυτό:

27 Ιανουαρίου Διεθνής Ημέρα Μνήμης στην εκατόμβη Εβραίων, που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με αφορμή αυτό το γεγονός διάβασα την ομιλία του συγγραφέα Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εκφωνήθηκε στις 27 Ιανουαρίου του 2018 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, με τίτλο: Για το Ολοκαύτωμα. Ο κύριος Ζουμπουλάκης που γεννήθηκε το 1953 στη Συκιά Λακωνίας μπορεί να θεωρηθεί ένας καταξιωμένος φιλόλογος, καθώς εκτός από το ότι έχει σπουδάσει Νομική και Φιλολογία στην Αθήνα και Φιλοσοφία στο Παρίσι, αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου - Κριτικής για το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος.
Στη συγκεκριμένη ομιλία του Για το ολοκαύτωμα περιλαμβάνει πολλά στοιχεία για αυτό το ιστορικό ζήτημα και αναφέρει πολλές αλήθειες όπως ότι, η ναζιστική θηριωδία προς τον εβραϊκό λαό δεν ήταν αποκλειστικά επινόηση του ναζισμού αλλά αποτέλεσε προέκταση ενός ιστορικού ευρωπαϊκού αντισημιτισμού. Ο αντιϊουδαϊσμός ήταν και είναι η σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας στα βάθη των αιώνων και δεν αποτελεί ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο μόνο του 20ού αιώνα. Όπως αναφέρει ο ομιλητής «ο ναζισμός δεν επινόησε τον αντισημιτισμό, τον βρήκε έτοιμο» και τον οδήγησε στα άκρα, στον αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου με τη θανάτωση του, ώστε ο κόσμος να απαλλαγεί οριστικά από αυτό το «μίασμα», (σσ. 18-19).
Μου προκάλεσε εντύπωση και συνάμα θλίψη μία σημαντική και ταυτόχρονα τραγική επισήμανση του συγγραφέα. Αναφέρω ακριβώς τα λόγια του: «Το έγκλημα της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης δεν έγινε από μόνο του. Το έκαναν άνθρωποι. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν μόνο τα στελέχη του ναζιστικού κόμματος, τα ES ES και κάποια άλλα τέρατα, ήταν οι κανονικοί άνθρωποι της γερμανικής κοινωνίας, καλοί οικογενειάρχες, προικισμένοι επαγγελματίες, ευσυνείδητοι υπάλληλοι. Το έγκλημα έγινε με την ενεργό συμπαράσταση ή την ενοχή αδιαφορία όλης της γερμανικής κοινωνίας», (σ. 14). Και όχι μόνο της γερμανικής κοινωνίας. Όπως σε κάθε έγκλημα υπήρχαν και συνεργοί, εδώ οι φασίστες και οι αντισημίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Πολωνία. Τους 1.600 κατοίκους του Γεντβάμπνε δεν τους σκότωσαν οι Γερμανοί αλλά οι συγχωριανοί τους με το πιο άγριο τρόπο: «με μαχαίρια δρεπάνια ρόπαλα πέτρες και τους περισσότερους τους έκαψαν ζωντανούς μέσα σε μία αποθήκη», (σ. 15).
Όπως αναφέρει ο ομιλητής το Ολοκαύτωμα δεν είναι κάτι που συνέβη αλλού, μακριά και πέρα, χιλιάδες χιλιόμετρα έξω από τα σύνορα μας. Συνέβη και στον τόπο μας, δίπλα μας. Το 1941 οι Εβραίοι στην Ελλάδα ήταν γύρω στις 75 με 80 χιλιάδες από αυτούς 62 με 65 χιλιάδες εξοντώθηκαν, αφού οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου. Όμως, αξίζει να αναφερθεί και η περίπτωση της Ζακύνθου, όπου από τους 275 Εβραίους του νησιού σώθηκαν και οι 275 διότι κινητοποιήθηκαν έγκαιρα θρησκευτικοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες του νησιού αλλά και η τοπική κοινωνία.
Ο ομιλητής, τελειώνοντας την ομιλία του καταλήγει σε δύο σημαντικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι, κανείς δεν μπορεί να είναι προφυλαγμένος από το κακό της αβέβαιης, ρευστής και αντιφατικής ανθρώπινης φύσης, και το δεύτερο ότι η παθητικότητα μπροστά στο κακό δεν είναι μία ηθικά ουδέτερη στάση, μία και αφήνει το κακό να κυριεύει. Ηθικά επιλήψιμος δεν είναι μόνο αυτός που διαπράττει το κακό αλλά κι αυτός που το παρατηρεί αμέτοχος.
Ο αντισημιτισμός είναι ένα φαινόμενο που εκφράζει όλες τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας, που όσο πιο ανεπτυγμένη κι αν είναι, η βαρβαρότητα πολλές φορές εκφράζεται πιο έντονα. Στο χέρι του καθενός από εμάς είναι να επιλέξει να μην είναι παθητικός δέκτης ακραίων καταστάσεων αλλά ενεργός και σωστά σκεπτόμενος πολίτης, για να μην ζήσουμε ποτέ ξανά ποια τέτοια φαινόμενα.

Η ΜΥΡΤΩ – ΒΑΡΒΑΡΑ ΣΩΤΗΡΧΕΛΛΗ & Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΖΑΝΗΣ, μαθήτρια και μαθητής της Α΄ Λυκείου του Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου διάβασαν το βιβλίο της Ξένιας Κουναλάκη, Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2019 και γράφουν για αυτό:

Με αφορμή την Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος μάς δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουμε το βιβλίο της συγγραφέως και αρθρογράφου της εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ξένιας Κουναλάκη, Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα. Στο βιβλίο, που είναι μια ομιλία της κας Κουναλάκη η οποία έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννίνων, με αφορμή την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος, σκιαγραφείται το φαινόμενο του αντισημιτισμού στην Ελλάδα. Με ευσύνοπτο τρόπο η συγγραφέας αναφέρεται στις ρατσιστικές απόψεις ή ακόμα και στην άσκηση βίας κατά ανθρώπων εβραϊκής καταγωγής ή θρησκεύματος. 
Υπάρχει σήμερα πληθώρα παραγόντων στην Ελλάδα που διατηρούν ζωντανές αυτές τις απόψεις και τις μεταδίδουν στις νεότερες γενιές. Κύριος παράγοντας αυτού του γεγονότος είναι η ανικανότητα πολλών Ελλήνων πολιτών να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα. Γεγονός το οποίο αποδίδεται με στερεότυπα και με οπισθοδρομικές αντιλήψεις που εξακολουθούν να υφέρπουν στην κοινωνία μας. Η συνεχής και άσκοπη αναφορά στο Ολοκαύτωμα από πολιτικά πρόσωπα, με απώτερο σκοπό την επίτευξη των στόχων τους, ως αποτέλεσμα έχει να μας κάνουν απαθείς έναντι του τόσο σημαντικού αυτού ιστορικού γεγονότος, το οποίο, δυστυχώς, εμείς οι μαθητές να μην το γνωρίζουμε ούτε να το διδασκόμαστε στο σχολείο ή, αν το διδασκόμαστε, αυτό να γίνεται με θολές και ασαφείς εικόνες για όσα έγιναν. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε πως, ακόμα και το μάθημα των Θρησκευτικών, παραγκωνίζει τις υπόλοιπες θρησκείες ωθώντας τους αλλόθρησκους μαθητές στο περιθώριο.
Συνοψίζοντας, οι παραπάνω λόγοι συντελούν στην άγνοια μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας για το Ολοκαύτωμα. Με αποτέλεσμα να μην αντιδρούμε σε όσα αρνητικά για αυτό γίνονται και λέγονται.


ΣΧΟΛΙΟ: Οι δύο παραπάνω βιβλιοπαρουσιάσεις διαβάστηκαν στην Αίθουσα Τελετών του Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο ενός μικρού αφιερώματος στην 27η Ιανουαρίου: Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ως διδάσκων στο μάθημα των Θρησκευτικών στο Λύκειο, θεώρησα χρέος μου να δώσω την ευκαιρία σε μαθητές μου να διαβάσουν δύο σύντομα βιβλία που αναφέρονται στον ολικό διωγμό και τη γενοκτονία των Εβραίων από τους ναζί. Στόχος μου, ευθύς εξ αρχής, ήταν να αναπτύξουν ιστορικό και θεολογικό κριτήριο που άμεσα σχετίζεται με το Ολοκαύτωμα, ως γεγονότος μοναδικού καθολικής σημασίας. Στέκομαι ιδιαίτερα στο θεολογικό κριτήριο υιοθετώντας αυτό που σε ένα άρθρο του γράφει Θανάσης Ν. Παπαθανασίου: «Με δεδομένη την ευθύνη που συνεπάγεται η ιδιότητα του ποιμένα, - [και του εκπαιδευτικού - παιδαγωγού θα ΄λεγα· με πλάγια γραφή η υπόμνηση δική μου] - ιερωμένος που ερωτοτροπεί με τον ναζισμό θα πρέπει να απαλλαγεί από το βάρος του Ευαγγελίου: ή να αποχωρήσει ο ίδιος εντίμως από την Εκκλησία, ή η Εκκλησία να αναγνωρίσει ότι ο εν λόγω δεν αποτελεί μέλος της», στο: «Σημεία εθνικοσοσιαλισμού στην ελλαδική Εκκλησία;», Σύναξη, τχ. 125 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2013), 25.

Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας