Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Στην πυρακτωμένη και βαθιά απελπισμένη Ελλάδα (26 Ιουλίου 2015)

Της ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΚΟΡΟΜΗΛΑ


Με μια εικόνα της αγιά Παρασκευής έφυγε κυνηγημένος από το Αϊβαλί ο Κόντογλου το ΄22. Ανέστιος και πένης, όπως χιλιάδες άλλοι Μικρασιάτες πρόσφυγες που βρέθηκαν στη Λέσβο. Ήταν είκοσι επτά ετών. Με τη μεσολάβηση της Έλλης Αλεξίου, της Γαλάτειας και του Νίκου Καζαντζάκη, του Βάσου Δασκαλάκη και άλλων ήρθε στην Αθήνα, πεταγμένος κυριολεκτικά σε μια ελλαδική κοινωνία καταρρακωμένη από την κατάληξη της Μικρασιατικής περιπέτειας, βαριά πληγωμένη από τον Διχασμό και την Καταστροφή, ανίσχυρη να αντιδράσει, δίχως ελπίδα, δίχως προοπτική.
Το ΄23, ο Κόντογλου κατέφυγε στο Άγιον Όρος. Μέσα σε «θεϊκό μεθύσι, με καρδιά που καιγότανε, σε έκσταση» βρήκε τον δρόμο του και άνοιξε νέους ορίζοντες για τη γενιά του ΄30. Το ΄27, γνώρισε τον Τσαρούχη. Ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών, φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Κοντά στον κυρ Φώτη μελέτησε βυζαντινή τέχνη, από το ΄30 ως το ΄34. Ένας καταφρονεμένος ως τότε κόσμος του δόθηκε πλουσιοπάροχα για να εντρυφήσει και να κάνει το μέγα ταξίδι της ζωής του, καλώντας και τους σύγχρονούς του και όλους τους επόμενους να αποδεχτούμε τη συνέχεια του ελληνιστικού κόσμου και να ταξιδέψουμε μαζί του στη βυζαντινή χιλιετία από την κοπτική Αίγυπτο και την υφαντική της (φωτ. Αντιγραφή από κοπτικό μαξιλάρι, Γ. Τ. 1931) έως τα εργαστήρια των αγιογράφων της Πόλης και τα ψαλτήρια όπου ξεροστάλιαζαν οι μεγάλοι μαΐστορες –άλλοτε ψέλνοντας ο ίδιος, καθώς ανακάτευε τα χρώματα κι άλλοτε τραγουδώντας αποσπάσματα από τις αγαπημένες του όπερες.
Πριν από πενήντα χρόνια, στις 13 Ιουλίου του 1965, πέθανε ο Κόντογλου (Αϊβαλί 8/11/1895). Στις 20 Ιουλίου του 1989 πέθανε ο Τσαρούχης (Πειραιάς 13/1/1910). Και ακόμα «Ο φτυχισμένος Κονέκ-Κονέκ, βασιλιάς της Ισπροβάνας, συλλογίζεται το τι είναι ο άνθρωπος» δίχως να μάθουμε ποτέ πού κατέληξε. Το ενεπίγραφο έργο, νωπογραφία του 1932 σε έναν κατάγραφο τοίχο του σπιτιού του Κόντογλου στην Κυψέλη, έχει μεταφερθεί στην Εθνική Πινακοθήκη όπου έχει ξαναστηθεί όλος ο τοίχος. Στα σαραντάχρονα από τον θάνατο του Κόντογλου, ένας άλλος Αϊβαλιώτης ζωγράφος, ο Γιώργος Χατζημιχάλης, εξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων ένα βιβλίο τέχνης και διαλογισμού με τίτλο τον «Κονέκ-Κονέκ ...».
Αυτά, με την ευκαιρία της γιορτής της αγίας Παρασκευής, τον Ιούλιο του 2015. Μισόν αιώνα δίχως Κόντογλου και πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα δίχως Τσαρούχη. Άφησαν ανυπολόγιστης αξίας έργο. Το ζήτημα που ανακύπτει πάντα είναι ο τρόπος της αποδοχής και της χρήσης μιας κληρονομιάς.


Εθνική Πινακοθήκη, τοίχος του σπιτιού του Κόντογλου. Αριστερά «Ο φτυχισμένος Κονέκ-Κονέκ, βασιλιάς της Ισπροβάνας …» που τον συντροφεύουν γυμνόστηθες κοπέλες, 1932. Πάνω άγιοι, δίπλα το ζεύγος Κόντογλου και η κόρη, γύρω ξακουστοί κουρσάροι, εξερευνητές, ήρωες και βρακοφόροι.


Αϊβαλί. Το μοναστηράκι της αγιά Παρασκευής στο ρημονήσι όπου μεγάλωσε ο Φώτης κοντά στον ασκητή θείο του.


Έργο του Γιάννη Τσαρούχη επηρεασμένο από τον δάσκαλο Κόντογλου. Μαζί έκαναν και τις ζωγραφιές στον «Αστρολάβο» του Κόντογλου.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

Σαρακοστιανό του Σπύρου Βασιλείου

Από τον ΕΥΩΧΟ


Παρατηρώ τον πίνακα του Σπύρου Βασιλείου. Αυτόν με το τρίποδο τσίγκινο τραπεζάκι υπαίθριου καφενείου με τα λίγα σαρακοστιανά. Είναι μάλλον στην ταράτσα του σπιτιού του, κάτω από την Ακρόπολη, όπου κάθε Καθαρά Δευτέρα καλούσε τους φίλους του να τους φιλέψει με την τέχνη του και τα καλούδια της ημέρας. Κάτω ξαποσταίνει ένας χαρταετός, που μάλλον τον παράτησε κουρασμένος κάποιος πιτσιρικάς.
Δίπλα το ψάθινο καπέλο για τον Μαρτιάτικο ήλιο και το μπαστούνι. Και ένας χάρτινος μύλος, φτηνό χαροποιό παιχνίδι των παιδικών μας χρόνων, όταν τον έκανε ο μπάτης του Φαλήρου να γυρίζει τρελά. Στον τοίχο της ταράτσας η ζωγραφιά ενός κοριτσιού. Στο βάθος ο Υμηττός φωτισμένος, όσο αφήνουν τα σύννεφα, από τον ήλιο του μεσημεριού. Στα σύρματα του ηλεκτρικού μπλεγμένος ένας μισοτρύπιος χαρταετός, που υπομένει κρεμασμένος την παρελθούσα αιθέρια δόξα του.
Απλά πράγματα μιας άλλης ζωής.
Όπως απλά και λιτά τα σαρακοστιανά εδέσματα. Οι μαύρες ελιές μπροστά-μπροστά. Η λαγάνα, όπως θα έπρεπε να είναι: άζυμη και όχι φουσκωτή τίγκα στα διογκωτικά. Τα φρέσκα κρεμμυδάκια, καθαρισμένα, δροσερά, τραγανά. Ο χαλβάς του μπακάλη με το αμύγδαλο περιμένει το σπιτικό μαχαίρι να τον τεμαχίσει. Η καρδιά από το τρυφερό μαρουλάκι περιμένει κάποιο παιδί να την αρπάξει. Στο κίτρινο πήλινο πιάτο η μαρουλοσαλάτα μαζί με ρόκες και κάρδαμα. Κι αλήθεια, αυτό το κοκκινωπό στο άσπρο πιάτο να ’ναι καρποί ροδιού; Πάντως το κρασί στα ποτήρια είναι ρετσίνα, μάλλον από τα Μεσόγεια.
Απλά πράγματα μιας άλλης ζωής…

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!!!

«Η λευτεριά 'ναι, γιέ μου, δύο φτερά που ανθρώπου χέρια επλάσαν!»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (1960). «Ραψωδία Η΄», στο: Οδύσσεια. Αθήνα: Δωρικός, σ. 252, στ. 866.


Αλέξανδρος Αλεξανδράκης, Κατάληψη εχθρικών θέσεων (“Αέρα!”). ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου


Ν. ΜΑΣΤΟΡΟΠΟΥΛΟΣ. (2007). «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», στο: Ο Φάρος της Ανατολής, 17:259.


Π. Γ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. (2007). «Βαρβαρότητα στον Πόντο 19η Μαΐου», στο: Ο Φάρος της Ανατολής, 14:215.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ψάλτης της Ορθοδοξίας


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έργο του ζωγράφου Φιλ. Μαρκόπουλου.


Παράσταση η οποία δείχνει τον άγιο Νικόλαο Πλανά λειτουργούντα και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στο Ψαλτήρι. Έργο Αγιορείτη Μοναχού.


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έργο του αιδεσιμωτάτου πρεσβυτέρου – αγιογράφου π. Χριστοδούλου Φεργαδιώτη.

ΠΗΓΗ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο ψάλτης της Ορθοδοξίας και τα υμνογραφήματά του», στο: Πεμπτουσία, τχ. 6 (Αύγουστος – Νοέμβριος 2001).

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

20 Ιουλίου: Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης


Η πυρφόρος ανάβασις του Προφήτου Ηλιού εις τους ουρανούς, 1990. Αυγοτέμπερα σε ξύλο. Ιερός Ναός Προφήτου Ηλιού, Χαλάνδρι. Αθήναι· [στο: π. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ. (1994). Ζωγραφικό Ταξίδι - Itineraire Pictural. Αθήνα: Ακρίτας, εικ. 33].

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

«Οι ασκοί του Αιόλου... είναι τερπνό της βουλιμίας του ανθρώπου εφεύρημα»

«Οι ασκοί του Αιόλου, καθώς ξεφουσκώνουν, σπάζουν
τα χαλινάρια των ανέμων. Αμολιούνται οι θύελλες,
με λευκούς καλπασμούς, πάνω στο φουσκωμένο κύμα.

Τα σύννεφα με τη θάλασσα σμίγουν, τα καράβια
συμπλέκονται με τα συντρίμματα των αεροπλάνων.
Κι οι καπετάνιοι, στων πλοίων τα εικονοστάσια,
μαζί με του αϊ-Νικόλα τη λευκή γενειάδα,
και του Αιόλου προσκυνούν τα φουσκωμένα μάγουλα.

Ασκαύλους είπαν κάτι άλλους ασκούς, που ξέραν
να τραγουδούνε στους παλιούς εκείνους χρόνους.
Επιβίωσαν και τούτοι στων χωριών τις πίπιζες,
απ’ των αρχαίων σατύρων τα ωδικά σχολεία.

Καθώς των αυλητών η ανάσα μεταγγίζεται
στο δερμάτινο κοίλωμά τους, αναδίνονται
λυγρές μελωδίες απ’ τα κανάλια των αυλών.
Έτσι η πίπιζα ξαναλέει του ασκαύλου το παράπονο.

Είναι και κάτι άλλοι ασκοί, φουσκωμένοι
όχι με θύελλες και λυγρές μελωδίες του μύθου.
Μοιάζουν πρησμένες κοιλιές, που στα κελάρια μέσα
εναβρύνονται για το παχύ τουλουμοτύρι τους.

Τούτοι οι ασκοί, αυτά τα λιπαρά χοντρά τουλούμια,
δεν αναδύθηκαν από καμιά μυθολογία.
Είναι τερπνό της βουλιμίας του ανθρώπου εφεύρημα,
έξω από κάθε χρόνο κι από κάθε τόπο.

Αλλά, μέσα σε κάθε χρόνο και σε κάθε τόπο,
κυκλοφορούνε, πάνω στα λιγνά τους ποδαράκια,
κάτι άδειοι ασκοί, που λέγονται "πεφυσιωμένοι'.

Φορούσαν άλλοτε φανταχτερές χλαμύδες,
αντιγνωμούσαν στα πλατωνικά συμπόσια,
δίναν με στόμφο συμβουλές στα γυμναστήρια.

Τώρα διασχίζουν την Πλατεία του Συντάγματος,
κούφιοι κι αγέρωχοι, ανεμίζοντας την τήβεννό τους,
μ’ έπαρση σείοντας το κοκορόφτερο λοφίο τους,
αποφαινόμενοι, με γνώμη τελεσίδικη,
για την ποίηση, τη μουσική και το ποδόσφαιρο.

Συμβαίνουν κάποτε όμως κι ατυχήματα:
Αναπάντεχα πέφτουν στα κεντριά κάποιου σκαντζόχοιρου
—φαίνεται πως ακόμα υπάρχουν ακανθόχοιροι—
και διάτρητοι ξεφουσκώνουν στα λιγνά τους ποδαράκια,
απορρίμματα θλιβερά στην άσφαλτο των δρόμων.

Με συμπάθεια βλέπουμε και κάποιους άλλους ασκούς,
ξεφουσκωμένους κι αδειανούς απ’ το κρασί τους,
ανήμπορους να δεχθούν το νέο κρασί, γιατί είναι ακόμα
μεθυσμένοι απ’ το παλιό δικό τους. Τους κλωτσούνε τώρα
κι όσοι είχανε άλλοτε μεθύσει απ’ το κρασί τους,
απελπισμένοι που δε βρίσκουν νέα ασκιά για το δικό τους.

Όμως τούτοι οι συμπαθείς ασκοί είχαν κάποτε
τη γλυκιά κι αβλαβή τους μέθη μεταγγίσει
στις καρδιές και στο πνεύμα των απλών ανθρώπων»
.

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ. (1977). «Οι ασκοί», στο: Τα Επιγενόμενα. Θεσσαλονίκη, σσ. 23-24.



Γιώργος Βαφόπουλος, 1942· λάδι σε ξύλο, 91χ75 εκ., στο: Προσωπογραφίες Πολύκλειτου Ρέγκου (1925 – 1984). Θεσσαλονίκη: Δήμος Θεσσαλονίκης - Δημοτική Πινακοθήκη, σ. 112.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Λύτρωση η ποίηση

«Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού. 
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος. 
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς 
ο ξυπόλητος ερωμένος της αγωνίας 
ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης 
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο. 
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια 
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός 
αέρας ο υπνοφόρος. 
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο, 
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!» 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. (1995). «Περ’ απ’ την κατανάλωση», στο: Τα Ποιήματα (1961-1978), τ. Α΄. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 295. 


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΕΡΑΛΗΣ, «Το άναμμα του καντηλιού»· λάδι σε μουσαμά, (1923).