Το Υπουργείο Πολιτισμού διαφημίζει ένα πρόγραμμα που το ίδιο ονομάζει «Πολιτιστική Συνταγογράφηση», ένα πιλοτικό σχήμα συνεργασίας δομών ψυχικής υγείας και πολιτιστικών φορέων, υπό την επιστημονική εποπτεία του ΕΠΙΨΥ, για την ένταξη της τέχνης ως συμπληρωματικής φροντίδας για ψυχικά ευάλωτους ανθρώπους.
Και τι διαλέγει να βάλει στο κέντρο αυτής της τόσο τρυφερής, τόσο θεσμικά φωτισμένης καμπάνιας; Ένα λογότυπο όπου το ψ δεν μοιάζει απλώς λίγο, αλλά σχεδόν ξεδιάντροπα, με εβραϊκή μενορά.
Δηλαδή το Υπουργείο Πολιτισμού, εκεί όπου υποτίθεται πως η στοιχειώδης σημειολογική παιδεία θα έπρεπε να περισσεύει, μας παρουσιάζει ως σήμα της ψυχικής υγείας ένα υβρίδιο ιερού εβραϊκού συμβόλου, εταιρικού design ευεξίας και δημοσιοϋπαλληλικού λογοπαιγνίου.
Δεν ξεκινάς από την τέχνη, δεν ξεκινάς από τη φροντίδα, δεν ξεκινάς από τον άνθρωπο. Ξεκινάς από ένα γραφιστικό μπέρδεμα που θέλει να φανεί έξυπνο και καταλήγει να φωνάζει την αμηχανία του από χιλιόμετρα.
Σαν να είπαν κάπου σε σύσκεψη: παιδιά, πώς θα κάνουμε το ψ πιο πνευματικό, πιο συμβολικό, πιο κάπως; Και κάποιος απάντησε: κάν’ το λίγο να θυμίζει μενορά, αλλά με χρώματα ΕΣΠΑ και με ησυχία υπουργικής καλοσύνης. Και έτσι βγαίνει όλη η γνωστή κρατική αλήθεια στη φόρα χωρίς να το θέλει. Γιατί αυτό το ψ-μενορά δεν είναι ένα απλό αισθητικό ατόπημα.
Είναι ολόκληρη πολιτική ψυχολογία. Είναι το κράτος που δεν μπορεί να παράγει πραγματική εγγύτητα, πραγματικές δομές, πραγματική μέριμνα, και άρα αναγκάζεται να παράγει δήθεν σύμβολα φροντίδας.
Και το πιο ειρωνικό είναι ότι μιλάμε για το Υπουργείο Πολιτισμού, δηλαδή ακριβώς για τον θεσμό που θα έπρεπε να ξέρει πως τα σύμβολα δεν είναι διακοσμητικά κουμπιά αλλά φορτισμένα ιστορικά σώματα.
Όταν λοιπόν το Υπουργείο Πολιτισμού παίρνει τη ψυχική οδύνη, την κάνει πρόγραμμα, το πρόγραμμα το κάνει καμπάνια, και την καμπάνια τη στεφανώνει με ένα ψ που μοιάζει με εβραϊκή μενορά, δεν έχουμε απλώς μια κακή γραφιστική επιλογή...
Η υπόθεση του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού», έτσι όπως εκτυλίσσεται πλέον στον δημόσιο χώρο, δεν συγκροτεί απλώς μια δικαστική αφήγηση. Μετασχηματίζεται σε πεδίο όπου διασταυρώνονται η κατηγορία, η σιωπή, η συμπόνια και ο συμβολισμός, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου όπου η πραγματικότητα αναγκάζεται να μιλήσει μέσα από αντιφάσεις. Πίσω από τους τίτλους, τις ποινές και τις ερμηνείες, υπάρχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο, χαμηλόφωνο και σχεδόν αθέατο, που αφορά όχι το γεγονός αλλά τη σχέση, όχι τη δημόσια εικόνα αλλά την ανθρώπινη αντοχή. Εκεί συναντά κανείς τα πρόσωπα που, μακριά από τις κάμερες, κράτησαν τον άνθρωπο αυτό όρθιο μετά τη δίωξη, όταν η κοινωνική απογύμνωση έγινε σχεδόν οντολογική συνθήκη. Γιατί η πτώση εκτός από θεσμική είναι και υπαρξιακή: η στιγμή όπου ο άνθρωπος χάνει όχι απλώς το κύρος του αλλά το έδαφος κάτω από τα πόδια του, την ίδια την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κόσμο που τον αναγνωρίζει.
Ο πατέρας Ευάγγελος Παπανικολάου, χωρίς καμία οικογενειακή συγγένεια, παρά τις λανθασμένες και συχνά επαναλαμβανόμενες αναφορές, αναδύεται σε αυτή την αφήγηση ως μια μορφή που δεν λειτουργεί θορυβωδώς αλλά σταθερά. Η παρουσία του δεν είναι συγκυριακή: εθελοντής στην Κιβωτό ήδη από το 1998, τότε που ήταν ακόμη μόνο ιατρός, πριν την ιερωσύνη, με μια διακονία που μαζί με την επίσης παιδίατρο πρεσβυτέρα του άγγιξε χιλιάδες παιδιά, πάνω από 9.900 ιατρικούς φακέλους, αριθμός που δεν λειτουργεί εδώ ως στατιστική, αλλά ως ίχνος μιας μακράς σιωπηλής εργασίας.
Η φιλοξενία που προσέφερε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη απομακρυνθεί, φέρει μια βαρύτητα σχεδόν αντισυμβατική: σε μια εποχή όπου το συλλογικό βλέμμα ζητά καθαρές αποστάσεις, η παραμονή δίπλα στον «έκπτωτο» μοιάζει με πράξη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της κοινωνικής αυτοπροστασίας. Και όταν αργότερα μια γυναίκα από την Αλβανία παραχώρησε το σπίτι της για να στεγαστεί ο πατέρας Αντώνιος με την οικογένειά του, η ιστορία μετακινήθηκε ακόμη πιο μακριά από το θέαμα προς την αθόρυβη οικονομία της επιβίωσης.
Κι εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο δύσκολη και ίσως πιο αμήχανη διάσταση: η ένδεια. Η δήλωση του ίδιου ότι ζει με μειωμένο μισθό, αδυνατώντας να καταβάλει ακόμη και την ελάχιστη δόση, αφήνοντας τον εαυτό του στην βοήθεια και τη συμπαράσταση των ανθρώπων, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπικό παράπονο. Ακούγεται περισσότερο σαν μετατόπιση υπαρξιακής τάξης. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε δημόσια με την πράξη της φιλανθρωπίας βρίσκεται τώρα στην αντίστροφη θέση, εκεί όπου η ανάγκη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινό βάρος.
Η ένδεια εδώ δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική, και επιτρέψτε μου σχεδόν θεολογική. Είναι η στιγμή όπου η κοινωνική ισχύς διαλύεται και ο άνθρωπος μένει γυμνός μπροστά στον άλλον, ζητώντας όχι αναγνώριση αλλά απλή δυνατότητα συνέχειας. Και αυτή η εικόνα προκαλεί αμηχανία στο πλήθος, γιατί διαλύει τις καθαρές αφηγήσεις: ο «ένοχος» δεν παραμένει απλώς αντικείμενο κρίσης, αλλά εμφανίζεται ως πρόσωπο που βιώνει την πτώση και στο επίπεδο της καθημερινής ανάγκης.
Η δημόσια αφήγηση, ωστόσο, σπάνια αντέχει τέτοιες αποχρώσεις. Η «εκκλησία του βλέμματος», αυτή η άτυπη κοινότητα θεατών που παρακολουθεί την πτώση σαν τελετουργία κάθαρσης, έχει ανάγκη από σαφή σχήματα: άγιος ή έκπτωτος, θύμα ή θύτης, σωτήρας ή απατεώνας. Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ένδεια γίνεται σχεδόν ενοχλητική λεπτομέρεια, γιατί επαναφέρει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα εκεί όπου το βλέμμα ζητά συμβολική καθαρότητα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει: ένας άνθρωπος που άλλοτε είχε θεσμική δύναμη βρίσκεται τώρα να εξαρτάται από τη φιλοξενία άλλων, από την καλοσύνη αγνώστων, από μια εύθραυστη αλυσίδα συμπαράστασης. Η ειρωνία γίνεται εδώ βαθιά θεολογική: η κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας όταν αυτή εμφανίζεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Η χθεσινή πρόταση σε βραδινή εκπομπή του Open του πατέρα Ευαγγέλου, ότι ίσως το μεγαλύτερο έργο θα ήταν να βρεθεί στη φυλακή και να διακονήσει εκεί τους φυλακισμένους, εισάγει μια ριζική αντιστροφή. Δεν είναι απλώς λόγος παρηγορίας. Eίναι μια πρόταση μετασχηματισμού της ίδιας της έννοιας της πτώσης.
Εκεί όπου το πλήθος βλέπει τέλος, προτείνεται μια μορφή συνέχειας κι εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αποκαθήλωση, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας διακονίας μέσα στην ήττα.
Αυτή η πρόταση αγγίζει τον πυρήνα του σταυρού όχι ως εξιδανίκευση του πόνου, αλλά ως αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί. Η φυλακή παύει να είναι μόνο τόπος τιμωρίας και μετατρέπεται σε πιθανό χώρο νοήματος, μια ιδέα που ενοχλεί ακριβώς επειδή αρνείται να αφήσει την αφήγηση να τελειώσει με την πτώση.
Και έτσι σήμερα φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο. Ο πατέρας Αντώνιος βαδίζει προς μια δεύτερη, ίσως βαρύτερη δοκιμασία, ενώ το συλλογικό βλέμμα έχει ήδη αποφασίσει το σενάριο μέσα στο οποίο θα τον εντάξει. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, και γι’ αυτό τόσο ανησυχητικό, αν πρόκειται για έναν αποδιοπομπαίο τράγο πάνω στον οποίο συσσωρεύονται οι αντιφάσεις ενός συστήματος ή για έναν άνθρωπο που συναντά το πλήρες βάρος των «πράξεών» του.
Η κοινωνία αγαπά τα σύμβολα γιατί απλοποιούν την αλήθεια. Η πραγματικότητα όμως αντιστέκεται. Και μέσα σε αυτή την αντίσταση, η ένδεια, υλική, κοινωνική, υπαρξιακή, γίνεται ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο αποκαλυπτική διάσταση της ιστορίας: η στιγμή όπου η πτώση παύει να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία.
Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό που, είτε ως τιμωρία είτε ως μαρτυρία, βαραίνει ολοένα περισσότερο, όχι μόνο εκείνον που τον σηκώνει, αλλά και όσους τον κοιτούν.
Υπάρχει μια απαράμιλλη γελοιότητα στο να στολίζεις χριστουγεννιάτικο δέντρο από τις αρχές Νοεμβρίου. Μια γελοιότητα που δεν κρύβεται ούτε από τα LED, ούτε από τα φιλτραρισμένα Instagram Reels που παριστάνουν ότι ζουν σε μόνιμη κατάσταση χιονισμένου Hallmark.
Όσο πιο νωρίς ανάβουν τα φωτάκια, τόσο πιο γρήγορα υπογράφεται η πολιτισμική παραίτηση μιας κοινωνίας που δεν έχει πια υπομονή για κανέναν χρόνο, για κανένα νόημα, για καμία ιστορία. Ο στολισμός γίνεται πλέον ένα αντανακλαστικό πανικού. Όχι χαράς. Πανικού μήπως και δεν προλάβουν τα καταστήματα, οι βιτρίνες, οι πολυεθνικές, να σε κατασπαράξουν εγκαίρως σε μια εποχική φρενίτιδα αγορών.
Το πιο τραγικό όμως δεν είναι η βιασύνη. Είναι η αποστείρωση. Γιατί ο στολισμός του δέντρου έχει πλέον αποκοπεί συστηματικά από οποιαδήποτε αναφορά στη φάτνη, στη γέννηση, στον Χριστό. Όχι επειδή κάποιοι θίγονται – αυτό είναι το παραμύθι των εταιρικών δελτίων τύπου. Αλλά επειδή πρέπει, πάση θυσία, να πιαστούν όλα τα κοινά: και οι πιστοί και οι αδιάφοροι και οι άθεοι και οι «πνευματικώς ουδέτεροι» και οι υπερευαίσθητοι απέναντι σε οτιδήποτε έχει θεολογικό βάρος.
Το αποτέλεσμα; Ένα δέντρο με φωτάκια. Μόνο. Μια γιορτή χωρίς εορτάζοντα. Ένα σκηνικό που επιδέχεται κάθε πιθανή ερμηνεία, αρκεί να μην απαιτεί καμία.
Η φάτνη είναι πλέον ανεπιθύμητη γιατί δεν μπορεί να καταναλωθεί από όλους το ίδιο. Δεν είναι «Universal Content». Έχει σώμα, έχει ιστορική αλήθεια, έχει Θεό που γεννιέται. Και αυτό το υπαρξιακό βάρος δεν χωρά στο Excel των εταιρικών «Holiday Campaigns». Το δέντρο όμως; Το δέντρο χωρά παντού. Είναι τέλειο: καμία δέσμευση, κανένα μήνυμα, κανένα νόημα. Μόνο αισθητικό glitter. Ένας κενός καμβάς έτοιμος να πουλήσει τα πάντα ― εκτός από αυτό που γιορτάζουμε πραγματικά.
Κι έτσι φτάσαμε στο σημείο η Ελλάδα –η χώρα όπου τα σπίτια στόλιζαν την παραμονή, εκείνη τη μία νύχτα που ο χρόνος έσκυβε προς το άγιο γεγονός– να μετατρέπεται σε διαφημιστικό παρακλάδι των πολυεθνικών. Οι παλιές τελετουργίες χρόνου και νοήματος καταπατούνται στο όνομα μιας νέας θρησκείας: της εμπορικής ουδετερότητας.
Να μην προσβάλλουμε κανέναν. Άρα να μην λέμε τίποτα.
Να μην θυμίζουμε σε κανέναν τι γιορτάζουμε.
Άρα να γιορτάζουμε το τίποτα.
Έτσι, η παράδοση που ήξερε να περιμένει, να συγκεντρώνεται, να φωτίζεται μόνο όταν έφτανε η ώρα, αντικαθίσταται από έναν ατέρμονο μήνα ψεύτικης λαμπρότητας.
Το πιο ειρωνικό; Ότι όλο αυτό βαφτίζεται «Πνεύμα Χριστουγέννων». Λες και το πνεύμα Χριστουγέννων είναι μια corporate αισθητική που πρέπει να αρχίζει από τον Οκτώβριο για να αποδώσουν τα νούμερα.
Λες και ο σταύλος της Βηθλεέμ έχει ανάγκη τα Settings των Malls.
Λες και η γέννηση του Θεού μπορεί να αντικατασταθεί από μια διακόσμηση που να μην ενοχλεί κανέναν και να συγκινεί κανέναν.
Αν υπάρχει κάτι πραγματικά ψυχρό σήμερα, δεν είναι ο Δεκέμβριος. Είναι αυτή η τρομοκρατική εμμονή με την καθολική ουδετερότητα.
Και κάπως έτσι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο –ένα όμορφο, συμβολικό αντικείμενο όταν συνοδεύει τη φάτνη– έχει μετατραπεί στο τέλειο μνημείο της εποχής μας: φωτεινό, υπερφωτισμένο, εντελώς κενό.
Ένα αντικείμενο που μπορεί να αγαπηθεί από όλους επειδή δεν τολμά να πει τίποτα.
Κι όσο η φάτνη διώχνεται στην άκρη, τόσο το δέντρο φωτίζει μια αλήθεια που κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί: ότι γιορτάζουμε πια χωρίς να ξέρουμε τι γιορτάζουμε. Ότι στολίζουμε χωρίς να ξέρουμε γιατί στολίζουμε. Και ότι η πρόωρη λάμψη είναι απλώς η πρόωρη ομολογία του πολιτισμικού μας σκοταδισμού.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ευχαριστώ τον συνάδελφο Γιώργο Κουτλή που μοιράστηκε μαζί μου τις ωραίες σκέψεις του Μάνου Λαμπράκη, θεατρικού συγγραφέα, δραματουργού και μεταφραστή.
Ο θάνατος του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη δεν αποκάλυψε μόνο την πικρή αλήθεια της φθοράς, αλλά και τη σήψη που υποβόσκει σε ένα τμήμα του εκκλησιαστικού σώματος: εκείνη την άμορφη μάζα, που αυτοπροβάλλεται ως «ορθόδοξη συνείδηση» και όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιθετική υποκουλτούραθρησκευτικού Ταλιμπανισμού. Οι αναρτήσεις μίσους που πλημμύρισαν το Διαδίκτυο μετά την κοίμηση του Καθηγητή δεν είναι τυχαίες. Μαρτυρούν μια βαθιά μισαλλοδοξία που εδρεύει σε ψυχές κλειστές, σε σώματα που ζουν από την καχυποψία, σε μια πίστη που δεν λειτουργεί ως μυστήριο ζωής αλλά ως ιδεολογία ελέγχου και αποκλεισμού.
Αυτή η ομάδα, που ευδοκιμεί σε διαδικτυακά καταγώγια και ραδιοφωνικά παραληρήματα, δεν είναι Ορθοδοξία, είναι η παραμόρφωση της Ορθοδοξίας, το γκροτέσκο είδωλό της. H βία τους είναι διαφανής: δεν κρύβεται σε επιχειρήματα ή σε στοχασμό, αλλά προβάλλεται γυμνή ως ύβρις. Η «καθαρότητα» που ευαγγελίζονται δεν είναι θεολογική, αλλά βιοπολιτική, δεν προέρχεται από το σώμα του Χριστού, αλλά από τη λογική της αγέλης που καταδιώκει τον διαφορετικό.
Ο Σταμούλης υπήρξε θεολόγος της αγάπης, όχι του φόβου. Γι’ αυτό και η επίθεση εναντίον του συνεχίζεται ακόμη και μετά τον θάνατό του: γιατί ενσάρκωνε την απειλή απέναντι σε μια θρησκεία που κατέστη θρησκοληψία. Δεν τους συγχωρείται ότι μίλησε για τον έρωτα ως θεολογικό γεγονός, δεν του συγχωρείται ότι τόλμησε να δει στην Εκκλησία όχι στρατόπεδο ηθικολόγων αλλά σώμα Χριστού, όπου η σάρκα και το πνεύμα συν-υφαίνονται.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό βάρος: η Εκκλησία της Ελλάδος, αν παραμένει σιωπηλή απέναντι σε τέτοια φαινόμενα, γίνεται συνένοχη. Όταν το εκκλησιαστικό πεδίο παραδίδεται σε τέτοιους «θεματοφύλακες» της αγνότητας, τότε χάνει το ίδιο το κέντρο της: το άνοιγμα προς τον άλλο, το σκάνδαλο της Χάριτος. Όσο το μίσος εμφανίζεται με εκκλησιαστική επένδυση, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αποθαρρύνονται να πλησιάσουν τα Μυστήρια. Το ίδιο το Ευαγγέλιο παραμορφώνεται σε όπλο αποκλεισμού.
Και όμως, «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Η Ορθοδοξία δεν είναι οχυρό, αλλά σταυρός. Δεν είναι φίλτρο καθαρότητας, αλλά τραύμα φιλοξενίας. Η φωνή του Σταμούλη, ακόμη και μετά τον θάνατό του, μας υπενθυμίζει πως χωρίς το άνοιγμα στον Άλλον —τον άνθρωπο, τον Θεό, τον έρωτα, τη ζωή— η Εκκλησία καταρρέει σε μια θεσμική παρωδία. Το πένθος του λοιπόν δεν είναι ιδιωτικό, είναι δημόσιο και πολιτικό, γιατί φανερώνει με τρόπο οξύ το ρήγμα ανάμεσα σε εκείνους που κατανοούν την πίστη ως μυστήριο κοινωνίας και σε εκείνους που την καταναλώνουν ως όπλο μίσους.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη: η Ορθοδοξία οφείλει να αποκηρύξει τους Ταλιμπάν που μιλούν στο όνομά της. Αλλιώς θα τους μοιάσει. Και τότε, η Εκκλησία θα χάσει την ικανότητα να παράγει «θετικότητα σχέσης» και θα καταβροχθιστεί από τη δική της αρνητικότητα. Το μυστήριο θα σιωπήσει. Και θα απομείνει μόνο η ηχώ του μίσους.