Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσταση Χριστού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσταση Χριστού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Μελέτη ζωής

«Με μεγάλη προσωπική σιγουριά και ακόμη μεγαλύτερη άνεση» ο Σταύρος Ζουμπουλάκης γράφει πως, αφόρητη του είναι πια η «περίφημη ιδέα του πλατωνικού Φαίδωνα ότι η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου και πως οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι (67e). Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ιδέα αυτή δεν εκφράζει κανενός είδους νοσηρή σαγήνευση από τον θάνατο, αλλά, καθώς θεμελιώνεται στην πίστη για την αθανασία της ψυχής, σημαίνει τελικά προσδοκία και προπαρασκευή για την αιωνιότητα». Τρανταχτό παράδειγμα ο Σωκράτης του οποίου η γαλήνη «έναντι του θανάτου δεν παρουσιάζεται στον Φαίδωνα ως κουράγιο και γενναιοφροσύνη, αλλά φάνεται να έχει ως πηγή της τη βεβαιότητα για την αθανασία της ψυχής και την ελπίδα για την αιώνια μακαριότητα. Δεν παύει ωστόσο ο θάνατος, όσο και αν δεν επιδιώκεται, να θεωρείται καλός. Ο φιλόσοφος πρέπει να μάθει να φιλιώσει μαζί του και τελικά να τον θέλει».
Καίριος ο παρακάτω λόγος του Σταύρου Ζουμπουλάκη, μιας και «περισσότερο αφόρητο» του είναι το γεγονός ότι η παραπάνω ιδέα «διαπότισε τον χριστιανισμό, τη θρησκεία της Ανάστασης, και αλλοίωσε το κήρυγμα του ευαγγελίου του Χριστού, εκείνου που διαβεβαίωσε όσους θέλουν να είναι μαθητές του ότι αυτός ο ίδιος είναι η ζωή (Εγώ ειμί […] η ζωή, Ιω 14:10) και ότι ήρθε στον κόσμο για να ζήσουν οι άνθρωποι, να ζήσουν τη ζωή στην πληρότητά της, και με το παραπάνω (εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν, Ιω 10:10). Και περισσόν, έτσι, χωρίς άλλο προσδιορισμό, ζωή περίσσια, ζωή πλήρη και ακόμη παραπάνω». Ακόμη πιο καίρια, όμως, η διαπίστωσή του Ζουμπουλάκη: «Ο ιστορικός χριστιανισμός ωστόσο γέμισε μαυρίλα, άρνηση της χαράς, ασκητική στέρηση, mortificatio, memento mori και μακάβριους χορούς. Η διηνεκής μνήμη του θανάτου θεωρήθηκε θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Ο λόγος περί αλλοιώσεως μιας καθαρής αρχικής θέσης, ιδίως όταν πρόκειται για διδασκαλίες με μακρά παράδοση, είναι κατά κανόνα ανιστόρητος και τελικά μάταιος, στο ζήτημα ωστόσο που μας απασχολεί εδώ δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη λέξη “αλλοίωση”, όταν όλα αυτά συνδέθηκαν με διάφορους τρόπους με το κήρυγμα της Ανάστασης. Για την ευαγγελική διδασκαλία, ο θάνατος όχι μόνο δεν είναι φίλος αλλά είναι ο έσχατος εχθρός που πρέπει να νικηθεί και που νικήθηκε από τον Φίλο της ζωής, τον Χριστό, με την Ανάστασή του. Στον σημερινό χριστιανισμό έχουν υποχωρήσει, είναι αλήθεια, όλα τα παραπάνω θανατερά στοιχεία». Κι έχουν υποχωρήσει όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Στην Ευρώπη μάλιστα «μέχρι εξαφανίσεως – και η πίστη στην Ανάσταση». Διαφωτισμός και εκκοσμίκευση, ερωτά ο Ζουμπουλάκης, μήπως έχουν συμβάλλει ευεργετικά «σε αυτή την απαλλαγή του χριστιανισμού από τα θανάσιμα χαρακτηριστικά και στην ευαγγελικότερη έκφρασή του;»
Το ζήτημα πάντως «δεν είναι πως θα πεθάνουμε αλλά πως να ζήσουμε». Ο θάνατος, ούτως ή άλλως, κάποια στιγμή θα ‘ρθει, και καλό είναι να ‘ρθει «όσο πιο αργά γίνεται». Φτάνει να ‘ρθει σύμφωνα με την προσευχή της Εκκλησίας «ανώδυνος, ανεπαίσχυντος και ειρηνικός». Στην προκειμένη περίπτωση η πηγή δημιουργικότητας, «μοναδικό γνώρισμα του ανθρώπου» να μη συγχέεται με «κάθε είδους θανατοφιλία». Κι αυτό διότι η επίγνωση της θνητότητας δεν κάνει καλύτερους τους ανθρώπους, απεναντίας μπορεί να τους κάνει «μηδενιστές, και κυνικά φιλήδονους, όπως το γνώριζε ήδη η Βίβλος: φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν (Ησ 22:13, 1Κορ 15:32)». Άρα «η φιλοσοφία δεν (πρέπει να) είναι μελέτη θανάτου αλλά, αντίθετα, vitae moditatio, μελέτη ζωής, όπως ακριβώς έγραφε ο Σπινόζα στην Ηθική του (IV, LXVII).
Όσο σημαντικά είναι όλα τα παραπάνω ακόμη πιο σημαντική είναι η διαπίστωση: «Για τους Χριστιανούς, ειδικότερα, το ερώτημα, το μόνο ουσιαστικά ερώτημα, είναι πώς να ζήσουν, σε τούτο τον κόσμο της φθοράς, ως μάρτυρες της Αναστάσεως, έχοντας μέσα τους τη χαρά της συμφιλίωσης του κόσμου με το Θεό εν Χριστώ, τη χαρά της τελικής νίκης επί του θανάτου; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πως γίνεται; Πως μεταφράζεται στην καθημερινή ζωή τους;» «Ο μόνος τρόπος της αναστημένης ζωής», για τον Ζουμπουλάκη, είναι «η απροϋπόθητη αγάπη, η αγάπη που σπάει το σκληρό κέλυφος του εγωισμού και ανοίγεται στον άλλον, που φτάνει να βάλει τον άλλον πάνω από τον εαυτό. Μόνο αυτή η αγάπη λυτρώνει, μόνο αυτή δίνει χαρά, μόνο αυτή τελικά σώζει».

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. (2021). Ανθοδέσμη για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Αθήνα: Άρτος Ζωής, σσ. 141-144.

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Το γυρεύει ένας άπιστος με τους πεπεισμένους!

«Ο Θωμάς πιστεύει μόνο στα μάτια του. Αν δεν δη, αρνείται να παραδεχθή πως ο Ιησούς αναστήθηκε, πως είναι ο χριστός του Θεού. Όμως δεν γίνεται και να μην λάβη υπ’ όψιν του την μαρτυρία τόσων γνωστών του ανθρώπων. Εάν απέρριπτε συλλήβδην την μαρτυρία τους, η ψυχολογική του κατάσταση θα ήταν διαφανής –η καθαρή απιστία δεν παρουσιάζει τους μαιάνδρους της αμφιβολίας, η οποία ως αναπόδεικτη επίσης πεποίθηση συνιστά αρνητική πίστη- και δεν θα είχε κανένα λόγο το επόμενο Σάββατο να ξαναβρεθή μαζί τους και να συζητή, κατά πάσαν πιθανότητα, το επίμαχο θέμα. Το γυρεύει ένα άπιστος με τους πεπεισμένους! Το γεγονός ότι ξαναπήγε στη σύναξη των μαθητών δείχνει πως η απιστία του ήταν αμφιβολία και όχι απόλυτη απόρριψη, πράγμα το οποίο βεβαιώνουν και τα λειτουργικά κείμενα, που μιλούν για δισταγμό (τω δε διστάζοντι Μαθητή, ψάλλομε εις την Λιτήν· ου μάτην διστάσας Θωμάς, στο τροπάριο της ζ΄ ωδής), χαρακτηρίζοντας εύστοχα τον τύπο της απιστίας. Ο Θωμάς διστάζει, αμφιβάλλει όχι αν είδαν τον Ιησού, αν τους φανερώθηκε το πνεύμα του, αλλά αν ήταν με σάρκα και οστά. Αμφιβάλλει μέχρις αποδείξεως και εν των μεταξύ αιωρείται δίψυχος σε στάση αναμονής, θύμα της παρεμβολής του λογικού στο χώρο της πίστεως».


ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ. (1983). Η απιστία του Θωμά. Σχόλιο εις το Ευαγγέλιο του Αντίπασχα. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 28-29· [τηρώ τον τρόπο γραφής του συγγραφέα}.

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Πεντζίκεια αναστάσιμη αύρα

«Ανάσταση νεκρών. Ιάσεις ασθενών. Χορτασμός πεινασμένων. Η ενσάρκωσή του προσφορά παραδειγματίζουσα. Υπόμεινε καταδιωγμούς και μαρτύρια. Προσευχήθηκε. Ακάνθινο στεφάνι φόρεσε και πορφύρα εμπαιγμού. Ανέβηκε τον Γολγοθά. Στο Σταυρό προσηλώθηκε και πληγή στα πλευρά κεντήθηκε. Ετάφη σε τάφο σφραγισμένο με βούλα, που φρουρά από στρατιώτες φύλαγε. Η βαριά πλάκα κυλίστηκε από τον Άγγελο, που σε σχήμα εφήβου λαμπρού, με το πρόσωπο απαστράπτον ήρθε και κάθισε δεξιά, για να δείξει πως ο τάφος ήταν κενός, με μόνο τ’ απορριγμένα σάβανα, στους ανθρώπους που θα ‘ρχονταν να προσκυνήσουν. “Ουκ έστιν ώδε αλλ’ εγήγερται”. Γιατί χωρίς ανάγκη βοήθειας σε πρόσκομμα υλικό, η Ανάσταση γίνηκε μοναχιά της. Οι πύλες του Άδη έσπασαν. Άνοιξαν, ξέφυγαν οι μεντεσέδες. Τα καρφιά που κρατούσαν τα πορτόφυλλα, κατάπεσαν και πατήθηκαν δια του Σταυρού. Εξήγειρε και ανήγειρε τους προγόνους, τον Αδάμ και την Εύα, ο Χριστός εκ του τάφου. Δύναμη, πλούτος, ισχύς, βασιλεία εγκόσμια, στην αλήθεια που εννοώ ακουμπούν και στηρίζονται. Στέκουν οι βασιλείς, ακούν τα παραγγέλματα, υπακούουν, σκύβουν, ταπεινώνονται μπροστά στο Θεοφόρο άνθρωπο. Γονυπετούν. Σηκώνουν πόλεμο. Στρατιές μάχονται για την κατοχή της Οσίας κεφαλής, λευκασμένων οστών. Εγκαταλείπουν ανάκτορα, ιερά παλάτια, την εγκόσμια αίγλη και λαμπηδόνα. Γόνοι εκλεκτοί φεύγουν. Από τύψη αυτοτιμωρούνται. Κατάγυμνοι αναχωρούν στην έρημο. Κατάκοποι, προσεύχονται. Κάνουν μετάνοιες σαράντα και εκατό. Διδάσκονται. Την ώρα που γεύονται ένα ξερό κομμάτι ψωμί βρεγμένο με ξίδι, ομολογούν ότι ουδέποτε δοκίμασαν τέτοια αμβροσία. Ουδέποτε έφαγαν με περισσότερη ευδαιμονία και χαρά. Ελπίζουν ότι είναι κοντά να γνωρίσουν, να δουν την απανταχού του Χριστού παρουσία».


ΝΙΚΟΣ ΓΡΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. ( 1987). Ο Πεθαμένος και η ανάσταση. Αθήνα: Άγρα, σσ. 94-95.

Σάββατο 19 Απριλίου 2025

Καλή Ανάσταση!

 


«Η προοπτική των εσχάτων δεν δικαιώνει των ηθικολόγων τη μυωπική αφέλεια. Αυτοί πιστεύουν πως θα νικήσουν τον θάνατο με την ταπεινοφροσύνη ή την ατομική αποφυγή της γενετήσιας μίξης. Όμως, στην προοπτική των εσχάτων, ο θάνατος νικιέται μόνο με τον θάνατο- και απαρχή ο Νύμφιος, ο θανάτω θάνατον πατήσας. Παραίτηση από τη φιλοδοξία της αυτοζωής, ταπεινή αποδοχή του θανάτου, και η αποδοχή κατάφαση στον έρωτα του ανιστώντος τους νεκρούς».

«Κάθε χούφτα χώμα, μια χούφτα θάνατος. Σβυσμένα ροδοπέταλα, σβυσμένα μάτια, αφανισμένη ανατριχίλα καλλίγραμμης σάρκας, ξέπλεκα οστά πουλιών, ζώων, ανθρώπων. Τόση μοναδικότητα πνιγμένη στο ίδιο πάντα ουδέτερο χώμα, στο αδηφάγο στόμα της γης που μας περιμένει όλους. Το χώμα ψηλαφητός θάνατος, το επέκεινα αψηλάφητη ελπίδα».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (1995). Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων. Αθήνα: Δόμος, σσ. 149-150, 154.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

Μ. Παρασκευή: Μέρα αφιερωμένη στην Αγάπη

Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου


Υπάρχουν στιγμές που δεν μπορεί ούτε η λογική, ούτε τα συναισθήματα να περιγράψουν τα γεγονότα που βιώνουμε. Ένα τέτοιο μοναδικό γεγονός είναι ο Σταυρός και η Ταφή του Κυρίου μας. Είναι περιορισμένα η λογική και τα συναισθήματα, γιατί τα ξεπερνάει το γεγονός αυτό. Τι βιώνει ο άνθρωπος; Την αίσθηση και την παρουσία της ζωής. Τι μένει; Η ενόραση του Θεού. Η απόλαυση του Θεού. Η εμπειρία του Θεού. Και μπορεί και λες: «Τώρα ζω».
Πώς μπορείς και λες ότι «τώρα ζω»; Γιατί ο Θεός πέθανε. Ανέβηκε στον σταυρό, μπήκε στον τάφο για ν’ αποδείξει την αγάπη Του. Εφόσον είναι τέτοια η αγάπη Του, που ανεβαίνει μέχρι τον σταυρό και μέχρι τον τάφο, τότε, μπορούμε και εμείς να ελπίζουμε για τον κάθε δυσκολεμένο άνθρωπο, αμαρτωλό ή δίκαιο. Είναι εγγύς ο Θεός, είναι παρών ο Θεός, είναι δικός μας ο Θεός και μπορεί να γίνει ορατός στη ζωή μας.
Η πνευματική, λοιπόν, εμπειρία ούτε συναισθήματα είναι, ούτε λογική. Είναι εμπειρία της αγάπης του Θεού και εμπειρία της ζωής. Και ζωή είναι ο Χριστός. Αυτά τα παράδοξα ζούμε εμείς, που δεν μπορούν να καταλάβουν η λογική και οι άνθρωποι του κόσμου. Ποια παράδοξα; Ότι η ζωή για εμάς αποδεικνύεται στον σταυρό και στην ταφή. Απ’ τον τάφο ανέτειλε η ζωή.
Τι κάνουμε σήμερα; Πανηγυρίζουμε. Τι πανηγυρίζουμε; Αυτό το θλιβερό γεγονός. Γιατί; Γιατί είναι το τεκμήριο της αγάπης του Θεού. Λατρεύουμε και αγαπούμε τον σταυρό. Είμαστε ερωτευμένοι μ’ αυτό το σύμβολο. Γι’ αυτό σήμερα, κανείς δεν μπορεί να θρηνεί και να στενοχωριέται. Αυτή είναι η μεγαλύτερη βλασφημία ενώπιον του Θεού: Να στενοχωριόμαστε όταν βλέπουμε αυτά τα γεγονότα. Όταν ανεβαίνει στον σταυρό και όταν μπαίνει στον τάφο. Τι κάνουμε λοιπόν; Ησυχάζουμε, ειρηνεύουμε και σιωπούμε. Απολαμβάνουμε τη ζωή, τον έρωτα, το πρόσωπο και τον Χριστό.
Καλά κάνει ο Θεός που μας δίνει τέτοια μυστήρια και μας αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα. Να μείνουμε, επομένως, μέσα στη μνήμη του Ονόματός Του. Να εντυπωθεί μέσα στην καρδιά μας αυτό το γλυκύτατο όνομα του Ιησού. Να μένει μέσα μας και να μας δίνει δύναμη. Να είμαστε ασήμαντοι και, ταυτόχρονα, εξαιτίας αυτού του ονόματος που είναι εντυπωμένο στην καρδιά μας, να γίνεται «έκρηξη ζωής» για μας. Να είμαστε αδύναμοι και, ταυτόχρονα, δυνατοί. Ασήμαντοι και, ταυτόχρονα, οι πλέον σημαντικοί. Διότι έχουμε Αυτόν ως αδελφό και φίλο.
Θρηνούμε και χαιρόμαστε. Θρηνούμε για την αμαρτία μας, χαιρόμαστε, όμως, γι’ αυτή την απόδειξη της αγάπης του Θεού. Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει. Έχουμε την απόδειξη της αγάπης του Θεού μπροστά μας. Είναι ο σταυρός και ο τάφος. Αυτή είναι η δύναμή μας και αυτό είναι το σκάνδαλο του κόσμου. Οπότε, βλέπουμε πως είναι μεγάλος ο «καρπός» του σταυρού. Ποιος είναι ο «καρπός»; Η σωτηρία ολόκληρου του κόσμου. Με το τίμιο αίμα Του ο Χριστός «πλήρωσε» όλες τις αμαρτίες του ανθρώπινου γένους. Ο κάθε άνθρωπος είναι σωσμένος δωρεάν, αρκεί να δεχτεί αυτή τη δωρεά με τη μετάνοια και ν’ αφεθεί στο Θεό.
Όλη η υπόθεση η δική μας είναι η κατάθεση της ελευθερίας μας και η παράδοσή μας στα χέρια του Θεού. Δεν μας σώζουν οι αρετές μας, αλλά ο σταυρός. Είδατε πόσο ωραία είναι τα πράγματα και πόσο τα τακτοποίησε η πρόνοια του Θεού; Ένα «ναι» χρειάζεται από εμάς ουσιαστικά. Να πούμε ένα «ήμαρτον». Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Τι κόπο απαιτεί ένα ήμαρτον; Ούτε χρήματα, ούτε δόξα, μόνο διάθεση ψυχής». Αυτό είναι το κατόρθωμα του σταυρού. Απ’ τη μια είναι ο σταυρός που «ξεπλένει» τις αμαρτίες μας, και απ’ την άλλη είναι η κατάθεση της ελευθερίας μας.
Εμείς στενοχωριόμαστε για τον σταυρό του Χριστού, αλλά καθημερινά μπορεί να Τον σταυρώνουμε. Μπορεί κάποιος να προσκυνάει τον σταυρό και να κλαίει, αλλά μέσα του διαρκώς να σταυρώνει τον Χριστό και να Τον αρνείται. Η μεγαλύτερη άρνηση του Χριστού είναι η απελπισία. Η μεγαλύτερη βλασφημία προς τον Σταυρό είναι να πιστέψω πως ο Χριστός δεν μπορεί να κατέβει στο δικό μου Άδη, να έρθει στη δική μου πτώση και να με σώσει. Αν, δηλαδή, πιστέψω πως δεν μπορεί να με αναστήσει ο Σταυρός του Χριστού.
Σήμερα, λοιπόν, στην Εκκλησία βιώνουμε άλλη μια αντίφαση: Ο Επιτάφιος είναι το πιο θλιβερό, αλλά, ταυτόχρονα, και το πιο ευχάριστο γεγονός. Ζούμε μια αντίφαση που δεν ερμηνεύεται εύκολα. Όμως, για μας, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η Μ. Παρασκευή είναι μια μέρα αφιερωμένη στην αγάπη, μιας και η απόδειξη της αγάπης είναι η θυσία. Αυτό ακριβώς έκανε και ο Χριστός.
Φυσικά, μη ξεχνάμε πως πολύ σύντομα «πλησιάζει» το μεγαλύτερο γεγονός: Η Ανάσταση του Χριστού. Μια έννοια, όμως, λίγο δυσνόητη στις μέρες μας, μιας και αδυνατούμε να κατανοήσουμε πρακτικά τι πάει να πει και τι έχει να μας προσφέρει η «Ανάσταση του Χριστού» σ’ όλους εμάς τους Χριστιανούς. Προκύπτουν τα εξής ερωτήματα: «Πώς μπορούμε να ζήσουμε σε τούτο τον κόσμο της φθοράς, ως μάρτυρες της Αναστάσεως, έχοντας μέσα μας τη χαρά της συμφιλίωσης του κόσμου με το Θεό εν Χριστώ, τη χαρά της τελικής νίκης επί του θανάτου; Τι μπορεί, τέλος πάντων, να σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται; Πώς μεταφράζεται στην καθημερινή ζωή μας;».
Η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή: Ο μόνος τρόπος της αναστημένης ζωής είναι η απροϋπόθετη αγάπη. Ποια είναι η «απροϋπόθετη αγάπη»; Η αγάπη που «σπάει» το σκληρό «κέλυφος» του εγωισμού και ανοίγεται στον άλλον. Η αγάπη που φτάνει να βάλει τον άλλον πάνω απ’ τον εαυτό της. Μόνο αυτή η αγάπη λυτρώνει, μόνο αυτή δίνει χαρά, μόνο αυτή, τελικά, σώζει. Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει: «Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, του θαύματος της του Χριστού αναστάσεως, το οποίο συνεχίζεται διαρκώς σε όλες τις καρδιές των χριστιανών από μέρα σε μέρα, από έτος σε έτος, από αιώνα σε αιώνα μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας».
Τι σημαίνει «Ανάσταση», λοιπόν; Λέει ο π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος: «Ορίστε τι σημαίνει: ν’ απαντάς στο θάνατο με ζωή. Στο σκοτάδι ν’ ανάβεις φως. Στη μιζέρια να δίνεις ελπίδα. Στον πόνο να προσφέρεις ένα χέρι να πιαστεί ο άλλος, στην απελπισία να γίνεσαι όλος μια αγκαλιά». Η ανάσταση του Χριστού είναι μια βαθιά μεταμόρφωση της ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

Η αδυνατότητα των πολιτικών να συγκροτήσουν λόγο ενότητας σημαίνοντος και σημαινόμενου

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στην τηλεόραση βλέπω την εικόνα του Πρωθυπουργού της πατρίδας μας απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν. Αναδίδει αίσθηση μιζέριας. Η ήττα είναι δεδομένη: ο Τούρκος Πρόεδρος κυριαρχεί, ενώ ο της πατρίδας μας ηγέτης είναι άβολος και άβουλος. Δεν έχει τα κότσια, φοβάται να κουνηθεί παραπέρα, να διακινδυνεύσει την αποφασιστικής σημασίας ρήξη με τον αντίπαλο, με στόχο την νίκη, μέσα στο γήπεδό του. Αναρωτιέμαι, ο Πρωθυπουργός της πατρίδας μας, μιλώντας για την Μονή της Χώρας των Ζώντων, αν είχε διαβάσει όσα γι' αυτήν έχει γράψει ο Θεόδωρος Μετοχίτης -αυτός ο άρχοντας και Μέγας Λογοθέτης του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄, που απεικονίζεται στο περιώνυμο ψηφιδωτό πάνω από τη θύρα του δεύτερου νάρθηκα, όπου ο Χριστός κάθεται σε θρόνο και δεξιά του γονατιστός κάθεται ο πανεπιστήμονας και διακεκριμένος ανθρωπιστής του 14ου βυζαντινού αιώνα, προσφέροντας το εν σμικρύνσει ομοίωμα της Μονής της Χώρας στον Παντοκράτορα Χριστό- θα είχε να πει κάτι διαφορετικό απ’ αυτά που ψέλλισε και που είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση;
Ο Μετοχίτης, στο ποίημά του: «Δοξολογία εις Θεόν και περί των καθαυτόν και της Μονής της Χώρας» -πλήρη έκδοσή του ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει εδώ- αναφερόμενος στην εικονογράφηση της Μονής κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης που κοσμεί το παρεκκλήσιο, την Ανάσταση του Χριστού. Στους στίχους 1094 – 1103 γράφει για τον Χριστό που «κατήλθε στον Άδη και τον κατέλυσε παίρνοντας ως λεία όλους τους νεκρούς που εκεί ήταν φυλακισμένοι και καθηλωμένοι από αρραγή δεσμά». «Άπαντες», συνεχίζει ο Μετοχίτης, «αναστήθηκαν αφού πρώτα αναστήθηκε ο Χριστός. Αυτά τα γεγονότα απεικονίστηκαν από αγιογράφους, οι οποίοι με μόχθο ιστόρησαν αυτές τις εικόνες».
Αξίζει, εδώ, να σημειώσω ότι ο Μετοχίτης ήταν και πολιτικός: Μέγας Λογοθέτης, επικεφαλής δηλαδή της πολιτικής διοίκησης τους βυζαντινού κράτους. Ο Βασίλειος Ν. Τατάκης, οξυδερκής στη φιλοσοφική κι όχι μόνο σκέψη του, στο κλασικό έργο του Η Βυζαντινή Φιλοσοφία (Αθήνα 1977), γράφει για το πολιτικό αισθητήριο του Μετοχίτη τα εξής αποκαλυπτικά: «Δάσκαλος του Γρηγορά και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της βυζαντινής γραμματείας, ο Μετοχίτης έχει έντονο το αίσθημα ότι είναι Έλληνας και μια εξίσου αίσθηση των κινδύνων που απειλούν την πατρίδα του, κίνδυνοι οι οποία τον έστρεψαν στην πολιτική. Όταν η πατρίδα κινδυνεύει, μόνο οι αδιάφοροι έχουν το θάρρος να μείνουν μακριά από την πολιτική ζωή. Ο Μετοχίτης συλλαμβάνει σε βάθος την αξία του πολιτισμού της χώρας του και την αξία της συντελούμενης αναγέννησης, αλλά συγχρόνως η καθαρή ματιά του τον κάνει να βλέπει τον επερχόμενο εχθρό, που μέλλει να καταλύσει τα πάντα. Γι’ αυτό φτάνει να καταραστεί την ημέρα που παντρεύτηκε και την ημέρα που έγινε πατέρας. Το τραγικό αυτόν τόνο τον ξαναβρίσκουμε σ’ όλους τους μεγάλους ανθρωπιστές των δύο τελευταίων αιώνων».
Να γιατί και πως πρέπει να είναι ένας πολιτικός όταν η πατρίδα του κινδυνεύει από εχθρούς. Σήμερα, όμως, το θηριώδες πρόβλημα των πολιτικών μας, κάθε λογής και απόχρωσης, η έννοια πατρίδα, για όλους τους, είναι βαρίδι.


Ο Θεόδωρος Μετοχίτης προσφέρει στον Χριστό ομοίωμα της Εκκλησίας. ΠΗΓΗ: ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΤΑΛΜΠΟΤ ΡΑΪΣ. (1994). Βυζαντινή Τέχνη, μτφρ. Ανδρέας Παππάς. Αθήνα: Υποδομή, εικ. 205.


Υ.Γ. Ο Μετοχίτης πιθανόν εικονίζεται και σε μια άλλη παράσταση της Μονής της Χώρας. Σύμφωνα με την Δρ. Μυρτάλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, παλαιοτέρα Διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, στην καμάρα του κεντρικού διαμερίσματος του παρεκκλησίου «Η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία», στο «Θρόνο της Ετοιμασίας μπροστά προσκυνούν ο Αδάμ και η Εύα, ενώ πιο κάτω τελείται η Ψυχαστασία. Στα γωνιακά μέρη, σάμπως σε λοφία τρούλου, είναι δυτικά η έγερση των νεκρών στην ξηρά και στη θάλασσα, και άγγελος προστάτης που άγει στην κρίση την ψυχή – πιθανώς του Μετοχίτη, καθώς σε γραπτή του επίκληση στον αρχάγγελο Μιχαήλ επιζητούσε». Βλ. ΜΥΡΤΑΛΗ ΑΧΕΙΜΑΣΤΟΥ – ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ. (1995). Βυζαντινές Τοιχογραφίες. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, εικ. 129, περιγραφή και σχολιασμός σ. 244.

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ


Αναστάσεως ημέρα και
λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει
και αλλήλους περιπτυξώμεθα.
Είπωμεν, αδελφοί,
και τοις μισούσιν ημάς
συγχωρήσωμεν πάντα
τη Αναστάσει
και ούτω βοήσωμεν
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν
ζωήν χαρισάμενος.
Η συγχώρηση είναι δημιουργία, κίνηση και τέχνη, έξοδος από τον κλειστό εαυτό και είσοδος στον αστερισμό του άλλου, που επιτρέπει την ύπαρξη επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Ένας πυρετός είναι η συγχώρηση και μια αντρειοσύνη, που παλεύει τα σκοτάδια της ηρωοποίησης της μοναξιάς· τα σκοτάδια της αδράνειας και της διαστρέβλωσης, αποτέλεσμα στείρων συναισθηματικών προσποιήσεων που φτάνουν έως και την κόλαση της υποκρισίας. Από τη μια η λεβεντιά, το γύμνωμα του μέσα μας ψεύδους και από την άλλη το ντύσιμο, το χτίσιμο της μεγάλης μας γύμνιας. Από τη μια η δημιουργικότητα και η τέχνη της εξόδου στο φως και από την άλλη η κακοτεχνία της διαίρεσης και η εκβολή στο σκότος της κόλασης. «Φεύγετε ουν τας κακοτεχνίας και ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη», λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και συμπληρώνει, δείχνοντας το δρόμο για το φως: «αλλά πάντες επί το αυτό γίνεσθε εν αμερίστω καρδία», διότι οι μερισμοί είναι «αρχή κακών».
Υπήρχε κάποτε, στα χρόνια του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, ένας όσιος, ο Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης, ο οποίος «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτίναξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Τι έκανε, λοιπόν, ο τρελός για τη χάρη του Θεού. Τριγυρνούσε στις ερημιές του Αγίου Όρους, έφτανε κάπου, έφτιαχνε μια καλύβα και μετά από λίγο της έβαζε φωτιά και έφευγε. Πήγαινε παραπέρα και έκανε πάλι τα ίδια, δεύτερη καλύβα και δεύτερη φωτιά και μετά ξανά από την αρχή, εξ ου και Καυσοκαλύβης. Οι άλλοι τον έλεγαν τρελό, μα τούτος, φλεγόμενος από έρωτα για τον Θεό, καίγοντας την καλύβα του, έκαιγε τη βεβαιότητα που αυτή κάθε φορά γεννούσε και ζούσε ως άνθρωπος «πάροικος και παρεπίδημος», άνθρωπος βιβλικός, γεμάτος έρωτα και πίστη. Άλλωστε, «Ο χωρών “χωρείτω”. Τόπος μηδένα φυσιούτω», όπως λέγει και πάλι ο άγιος Ιγνάτιος διότι «το γαρ όλον πίστις και αγάπη, ων ουδέν προκέκριται». Και έχει σημασία αυτό σε μια εποχή που το δικαίωμα -το άγιο κατά τα άλλα δικαίωμα- γεννά απανθρωπία, γεννά διαίρεση και μαρασμό. «Το δίκαιο», γράφει ο άλλος τρελός, ο τρελός της ευθύνης, ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο εξαιρετικό του, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση, «μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω». Το δίκαιο και το δικαίωμα, συγγενείς εξ αίματος, το λιγότερο αδελφοποιτοί. Μαζί και η αυτοδικαίωση, που ακολουθεί την αυτοερωτικότητα και την αυτοϊκανοποίηση, στον τόπο που νομίζω πως έχω, νομίζω πως είμαι, αλλά εν τέλει ούτε έχω, ούτε είμαι. Το δίκαιο και το δικαίωμα, μαζί και η ελευθερία, χωρισμένα από την αγάπη -και το λέγω τούτο, διότι δεν είπε «μείζων δε τούτων η ελευθερία, μήτε το δικαίωμα, μήτε το δίκαιο», ούτε καν η πίστη ή ελπίδα, αλλά «μείζων δε τούτων η αγάπη»-, οδηγούν τον άνθρωπο στο «υπόγειο» της ύπαρξης, όπου τελείται το έγκλημα της αφαίμαξης της αγάπης. Και είναι αυτή η αγάπη που χωράει τα πάντα· που συγχωρεί τα πάντα και τα συγκινεί, που τα κάνει να γεμίζουν από το φως του μαζί. Εκεί όπου ο τόπος μου δεν γίνεται το υπόγειο της φυσίωσης, αλλά ο χώρος της ομοήθειας, που πλατύνεται, συνεχώς πλατύνεταικαι πλαταίνει και χωρά τα αχώρετα, ως άλλη Θεοτόκος.
Ναι, η συγχώρεση είναι ήττα. Μια ήττα που ελπίζει και προσδοκά. Μια ήττα που μπορεί να κραυγάζει πως «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Μια ήττα γεμάτη από αγάπη, σαν τον Χριστό που είναι η αγάπη, η ανάσταση και η ζωή, που ανθίζει μέσα από την καρδιά του Άδη και βγαίνει στο φως κρατώντας από τα χέρια τον Αδάμ και την Εύα όλων των εποχών.
Αυτή την ήττα να μη την αρνηθούμε. Το είπε, άλλωστε και η ποιήτρια.
Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δεν τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξή της.

Αβέβαια ζήσε.
Τίμα την προέλευσή σου.
(Κική Δημουλά).

Δημοσιευθηκε και στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» | Μ. Σάββατο 4 – Κυριακή Πάσχα 5 Μαίου 2024.

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS

Οικειότητα Ιησού

«/14/ με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς
     εφέτος
προς την Ανάσταση...
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
    γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους
    παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω
    τη μαλλούρα του
το γεγονός είν' ολοφάνερο:
    βαρέθηκε».



ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. (1991). Τα Ποιήματα (1979 – 1991). Αθήνα: Ίκαρος, σ. 144.

ΣΧΟΛΙΟ: 

Δεν χωρά αμφιβολία πως είμαστε λαός «γεμάτοι αντιφάσεις, οι οποίες μπορεί να γίνονται απανθρωπιά, σε κρίσιμες στιγμές» γράφει ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου σ’ ένα άρθρο του για τον Γολγοθά. Η Μεγαλοβδομάδα και, κυρίως, οι μέρες της κορύφωσης του Πάθους του Χριστού, μαζί με την Ανάστασή του (Μ. Πέμπτη, Μ. Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο), σε μεγάλους ναούς πόλεων, οι σκηνές φολκλόρ δεν έχουν προηγούμενο: στρατιωτικές και αστυνομικές μπάντες, πολιτικοί, τοπικοί άρχοντες και κάθε παρατρεχάμενος συνοδός τους καταλαμβάνουν θέσεις δίπλα στον Εσταυρωμένο, στον Επιτάφιο και στην εικόνα της Ανάστασης του Χριστού, με τα τηλεοπτικά κανάλια να τους αποθανατίζουν για να έχουν να πουν κάτι για δαύτους στις ψεύτικες ειδήσεις τους. Η γελοιότητα αυτή, κυρίως, κορυφώνεται κατά την περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους των πόλεων. Ετούτο το προνομιακό καθεστώς των παραπάνω προσωπικοτήτων προκαλεί την αίσθηση μιας στενάχωρης θρησκευτικότητας, που καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με την παράδοση της Εκκλησίας. Σε ποιόν από τους παραπάνω πολιτικούς κυρίως, να θεολογήσει κάποιος, λέγοντάς τους ότι αν ο Χριστός δεν πέθαινε με τον τρόπο που πέθανε, ατιμωτικό και οδυνηρό, θα είχε κάνει απλά ένα πέρασμα από τη ζωή κάθε ανθρώπου, θα την είχε παρατήσει, αλλά δεν θα την είχε κάνει σάρκα του –και άρα, δεν θα την οδηγούσε σε ανάσταση.
Φίλες και φίλοι αναγνώστες, δυστυχώς, η Εκκλησία τις μέρες της Μεγαλοβδομάδας που πέρασαν και που θα ξανάρθουν του χρόνου, σε μεγάλο βαθμό, καθώς φαίνεται, καίγεται μόνο για να μην χάσει αυτό το «ποίμνιο» του σφιχταγκαλιάσματος με την πολιτική εξουσία, το οποίο σωρηδόν λίγο πριν την έξοδο του Επιταφίου και λίγο πριν το Χριστός Ανέστη μεταβαίνει στους ναούς για να φωτογραφηθεί και να παίξει στα τηλεοπτικά κανάλια. Ευτυχώς είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν σταθερά βήματα αυτογνωσίας προς την Εκκλησία. Σε πολλές περιπτώσεις όμως βρίσκουν τα παραπάνω εμπόδια τόσο απ’ έξω όσο και μέσα στην Εκκλησία. Ένα μυστικό ειδύλλιο μεταξύ Αναστημένου Χριστού και των παραπάνω θλιβερών προσωπικοτήτων, δείχνει δρόμο ανηφορικό και δύσκολο στους λίγους, τους υποψιασμένους, οι οποίοι παραβλέπουν του κόσμου τα κουσούρια και τα ελαττώματα κι αναζητούν την ελπίδα, το ποθούμενον, το «προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών». ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! 
Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας

Σάββατο 15 Απριλίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!


«Όταν κάποιος σας λέει “Χριστός Ανέστη” και εσείς απαντάτε “Αληθώς Ανέστη”, τότε επιλέγετε και για εσάς τον αναστάσιμο τρόπο της ζωής. Δεν είναι μία φράση, απλώς ένας κούφιος τυπικός διάλογος. Το “Αληθώς Ανέστη” περιέχει μέσα σε δύο λέξεις μόνον, όλο το νόημα του γεγονότος της Αναστάσεως και των καρπών που προέκυψαν από την Ανάσταση του Χριστού για ολόκληρο τον κόσμο. Κάποτε, πρέπει να μάθουμε στη ζωή μας να είμαστε συνειδητοί και τίμιοι με τον εαυτό μας. Να πιστεύουμε γνήσια και αληθινά, να βιώνουμε πραγματικά την Ανάσταση του Χριστού. Αν θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί, να είμαστε χριστιανοί, όπως μας θέλει ο Χριστός και όχι όπως θέλουμε εμείς! Και τον αναστημένο Χριστό, μόνον στην Εκκλησία μπορούμε να τον συναντήσουμε και να το ζήσουμε».

+ Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης ΠΑΥΛΟΣ

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Πάντα Ξένοι

Γράφει ο ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ

Βράδιασε πια εκείνο το Μεγάλο Σάββατο, που μεγαλύτερο δεν γινότανε, αφού το μόνο που είχαν να κάνουν οι κάτοικοι της μικρής μας πόλης, ήταν να περιμένουν την ώρα του φαγητού, μετά το Χριστός Ανέστη. Άλλο τίποτα δεν μπορούσαν, αφού ζούσαν την πιο μακρά περίοδο απομόνωσης και απραξίας, περιμένοντας να νικήσουν την τρισκατάρατη πανδημία, που είχε φέρει τ’ απάνω κάτω, σ’ όλον τον κόσμο.
Η Μεγάλη Εβδομάδα πέρασε χωρίς τελετές και ακολουθίες, που γινόντουσαν σε κλειστές εκκλησίες και σήμερα οι καμπάνες για την Ανάσταση θα σήμαιναν λίγο πριν τις εννέα. Με το πανηγυρικό χτύπημα της καμπάνας κάθισαν στο τραπέζι για το πασχαλινό δείπνο. Οι δυο τους. Ο ένας απέναντι στην άλλη. Σερβιρίστηκε η σούπα, τσούγκρισαν τα κόκκινα αυγά τους, δοκίμασαν το τουλουμοτύρι[1], ήπιαν από δυο γουλιές κόκκινο κρασί του αμπελιού τους, έτσι για το καλό, ψιθυρίζοντας Kristi Eshte Ringiallur.
Καθολικός αυτός, δηλαδή έτσι του είπαν, αφού όταν γεννήθηκε δεν υπήρχαν στην πατρίδα του, ούτε εκκλησιές, ούτε θρησκείες. Άθεη αυτή, δηλαδή έτσι της είπαν, αφού ο πατέρας της, ήταν μεγάλος αξιωματούχος του καθεστώτος. Δεν είχε ποτέ ακούσει τίποτα για τις γιορτές των Χριστιανών, αλλά ούτε γι αυτές των άλλων θρησκειών. Πώς βρέθηκαν κι αγαπήθηκαν, ήταν ιστορίες που ίσως θα μπορούσαν να τις θυμηθούν άλλες ώρες. Τότε προείχε η επιβίωση.
Πήρε τους δρόμους, μαζί με όλους τους νέους που έφευγαν την μαύρη εκείνη περίοδο, γεμάτοι φόβο και αγωνία, τραβώντας προς τον Νότο. Βουνά, λαγκάδια, απάτητες βουνοκορφές, ποτάμια, ζωσμένος με μια στρατιωτική χλαίνη κι ένα ζευγάρι, αμφίβολης ανθεκτικότητας παπούτσια, που τον εγκατέλειψαν στη διαδρομή, κατηφόρισε όπως μπορούσε, για να βρεθεί τελικά σ’ ένα νησί του Ανατολικού Αιγαίου. Απ’ αυτά που τα είχαν αφήσει πίσω τους, κυνηγώντας καλύτερη τύχη στην Αφρική, την Αυστραλία ακόμα και την Γερμανία οι περισσότεροι από τους νέους τους.
Δεν ήξερε τίποτα και κανέναν ο Ανδρέας, που αυτό το όνομα βρήκε εύκολο, να ξαναρχίσει τη ζωή του στον ξένο τόπο. Και πολλοί συμπατριώτες του, αυτό το όνομα επέλεξαν, ίσως γιατί περνούσε εύκολα. Τί να έλεγαν όταν τους έπιανε καμιά φορά κάποιος αστυνομικός; Εκερέμ, Μουσταφά, Αλή; Δε θα καλοπερνούσαν Άλλωστε δεν είχαν κάποιο έγγραφο, που να πιστοποιεί την ταυτότητά τους.
Περίοδος ελαιοσυγκομιδής ήταν την εποχή που έφτασε στη μικρή πόλη της εγκατάστασής του και οι μεγάλης ηλικίας κάτοικοί της, βρίσκονταν σε απόγνωση. Δεν είχαν χέρια να δουλέψουν τις ελιές. Κι αυτή η απόγνωση ήταν η ευκαιρία για τον Ανδρέα και τους συμπατριώτες του. Βρέθηκε μπροστά σ’ έναν άνθρωπο με περισσή κατανόηση και περισσότερο μυαλό απ’ τους άλλους. Που έψαχναν τις τοπικές εφημερίδες να ανακαλύψουν την πανομοιότυπη καθημερινή είδηση. «Βεβήλωση εξωκκλησίου» ή «κλοπή σε αφύλακτο εξοχικό» ή «απόπειρα βιασμού» με την πάντοτε σίγουρη κατάληξη. «Εικάζεται ότι ο δράστης είναι αλλοδαπός» που, φυσικά, δεν είχε συλληφθεί.
Έκαναν μια συμφωνία. Ο Ανδρέας θα μάζευε τον ελαιόκαρπο και ο ιδιοκτήτης θα του παραχωρούσε στέγη σ’ ένα παλιό σπιτάκι, σχεδόν ερείπιο, χτισμένο στο μεγάλο του κτήμα, χωρίς θέρμανση και νερό, την καθημερινή τροφή του κι ένα μεροκάματο, μισό απ’ αυτό που ζητούσαν οι ελάχιστοι πια ντόπιοι εργάτες γης. Δεν ήξερε τίποτα από ελιές, μαθαίνοντας σε πολύ λίγο να ραβδίζει, να μαζεύει τον καρπό κι αργότερα να κλαδεύει, να λιπαίνει, να γίνει τέλος πάντων ένας σωστός ελαιοκαλλιεργητής. Κι εκεί πάνω που άρχισε να στηρίζεται στα πόδια του, έφερε και την γυναίκα του με το πρώτο παιδί τους από την Αλβανία. Νόμιμα τώρα. Συνέχισε να δουλεύει σε κήπους, σε αγρούς, σε οικοδομές. Γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί του. Ήθελε πια να γίνει πολίτης της χώρας, όπου ζούσε. Με πρώτο βήμα κοινωνικής ενσωμάτωσης το θρήσκευμα των παιδιών. Ορθόδοξα. Γιατί στη μικρή μας πόλη, όπως άλλωστε και στη μικρή μας χώρα, όλα έπρεπε να είναι δικά μας. Να είναι κάτι από μας. Κι αυτός παρότι δεν ξεχνούσε, όπως του είπαν, πως είναι Καθολικός, πήγαινε τακτικά στην (Ορθόδοξη προφανώς) εκκλησία, μετέχοντας στις τελετές και τις εκδηλώσεις. Κι αυτό όμως δεν το έβλεπαν με καλό μάτι οι ακραιφνείς Έλληνες, δεν ήταν δα και πολλοί στην μικρή μας πόλη και δεν ξεχνούσαν να του κάνουν κάπου - κάπου και καμιά ζημιά. Πότε στο αγροτικό του, πότε στο μηχανάκι του, πότε στα εργαλεία που χρησιμοποιούσε, τονίζοντας ταυτόχρονα και το σύνθημα που επικράτησε για πολλά χρόνια: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ!»
Κάπως έτσι σκεφτότανε κι ο δον Μπαζίλιο εφημέριος της εκκλησίας που πήγαινε η μητέρα του, που την επισκέπτονταν δύο φορές το χρόνο, όταν έμαθε πως τα παιδιά του θα τα βαφτίσει Ορθόδοξα. «Δεν μπορεί να γίνει αυτό, προσβάλεις τη μνήμη του παππού σου που υπηρέτησε με ζήλο την εκκλησία και του πατέρα σου που έκανε το ίδιο όσο μπορούσε και του επέτρεπαν οι συνθήκες. Αν επιμένεις, θα διαγραφείς από τα μητρώα της Κοινότητας, με όλες τις συνέπειες». Τί ήξερε τις συνέπειες, αλλά τα παιδιά του έπρεπε να συμβαδίζουν με την κοινωνία στην οποία ζούσαν. Δεν είχε ποτέ σχεδόν την επιθυμία να τραγουδήσει, αλλά βιώνοντας όλα αυτά του έρχονταν στο νου οι στίχοι ενός τραγουδιού, που δεν θυμόταν πού το είχε ακούσει: «Παλιά πατρίδα μου χαμένη / Σύνορα κλειστά στο χθες / Και καινούργια μου πιο ξένη / Ξένος είμαι δυο φορές»[2].
Τα παιδιά του τελείωσαν το σχολείο κι έπρεπε να διαλέξουν τους δρόμους που θα πάρουν. Ο ένας έφυγε για το Λονδίνο, η άλλη τέλειωσε ελληνικό πανεπιστήμιο, πέφτοντας όμως στην μεγάλη οικονομική κρίση, πήρε κι αυτή των ομματιών της για το Λονδίνο, για δουλειά. Όμως η πανδημία του κορωνοϊού σε συνδυασμό με το brexit, δεν της επέτρεπε να γυρίσει στην πατρίδα.
Τρεις βδομάδες πριν, είχαν ανταλλάξει πασχαλινές ευχές με τη μητέρα του και τον αδερφό του στη Ρώμη, που ως Kαθολικοί, συναντούσαν πιο γρήγορα την Ανάσταση. Είπανε το Kristi Eshte Ringiallur, θυμήθηκαν παλιές ιστορίες και κλείσανε το τηλέφωνο. Σχεδόν ευχαριστημένοι. Το ίδιο όμως έγινε και με τα παιδιά του, που κι αυτά στο Λονδίνο την ίδια Ανάσταση είχανε, λέγοντας στο τέλος καλή αντάμωση. Για τον γιο του δεν το πίστευε και πολύ, αφού είχε παντρευτεί και του είχε χαρίσει ένα εγγονάκι, μ’ ένα περίεργο όνομα. Ούτε αλβανικό, ούτε ελληνικό, ούτε εγγλέζικο. Όπως και να το κάνουμε ρίζα του ήταν και δάκρυζε όταν άκουγε απ’ τα χειλάκια του, τη λέξη παππού. Για την κόρη όμως είχε ελπίδες. Επιστήμων ήταν, νέα, έξυπνη, κέρδιζε τους ανθρώπους.
Όλα γύριζαν στο κεφάλι του. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά κόκκινο κρασί, απ’ το δικό του, άφησε να λειώσει στο στόμα του κι ένα κομμάτι τουλουμοτύρι από κατσικίσιο γάλα δικό του και είπε Χριστός Ανέστη, αυτή τη φορά στα ελληνικά, εισπράττοντας από την γυναίκα του, ένα συγκαταβατικό κούνημα της κεφαλής. Του ήρθε να πει το τραγούδι που τον σημάδεψε, κάπως διασκευασμένο, αλλά δεν ήθελε να πικράνει τη γυναίκα του. Το σκεφτόταν όμως τονίζοντας, πως με τις καταστάσεις που ζούσε οι ρίζες του είχαν τρεις ίσως και περισσότερες ξένες. Ύστερα πήρε το κινητό και κάλεσε με Viber τα παιδιά του, να δει και ν’ ακούσει τον εγγονό του, που δεν ήξερε ακόμα για Αναστάσεις πρώιμες και όψιμες. Προσπαθώντας μόνο να συλλαβίζει λέξεις. Τη μάνα του δεν θα την έπαιρνε, τουλάχιστον σήμερα, γιατί πού να μπερδεύεται η γυναίκα με Χριστούς Καθολικούς και Ορθόδοξους. Αυτή έναν ήξερε και σ’ αυτόν συνέχιζε να ελπίζει, παρ’ όλο που τη γλύκα του δεν την είδε ως τα σήμερα.


Κωνσταντίνος Παρθένης, Η Ανάσταση, (1917-1919)· Λάδι σε καμβά 123,5Χ135,5.

[1] Τουλουμοτύρι, μαλακό κατσικίσιο (συνήθως) τυρί, πηγμένο σε τουλούμι (ολόκληρη προβιά μικρού ζώου) με γάλα, πιπέρια και λίγο λάδι, συνηθισμένο πολύ στη Λέσβο το Πάσχα.
[2] Στίχοι από το τραγούδι: «Δυο ξένοι» του Νίκου Πορτοκάλογλου.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

Ποίηση - Φιλοσοφία - Ανάσταση

«ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΑ) – Εάν μη ο κόκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δεν αποθάνη (με του ποιήματος το νεκρό απολίθωμα γραμμένο απάνω στη σελίδα) πολύν καρπόν φέρει (ο καρπός είναι η ποίηση ή όποια τέχνη). Δίχως ΑΥΤΟ δεν υπάρχει ποίηση. Αν δεν πεθάνει ή απολιθωθεί - με το ποίημα γραμμένο  απάνω στη σελίδα – η ποίηση, χάνεται, διαλύεται, αυτή μόνη μένει, απομένει μονάχη, δίχως καρπό. Αν όμως απολιθωθεί απάνω στη σελίδα, εάν δε αποθάνη, έχομε την ποιητική καρποφορία, τον πλούσιο καρπό της ποίησης, πολύν καρπόν φέρει. Ο θάνατος είναι η ζωή (και το αντίθετο). Για τούτο και στον Πλάτωνα οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι. Με τον τρόπο αυτόν και ο φιλόσοφος πολύν καρπόν φέρει. Διαφορετικά, αν ο φιλόσοφος δεν καταλάβει πως ο θάνατος είναι δουλειά του, δεν κάνει τίποτα, αυτός μόνος μένει. Έτσι και με την ποίηση, ή όποια άλλη τέχνη. Έτσι και με όλα στη ζωή. Ο δρόμος περνάει, με διαφορετικά λόγια, μέσα από το Θάνατο για να φτάσει μια μέρα στην Ανάσταση. ΑΥΤΟ (συμβαίνει) με όλα και σε όλα. Ο Xριστός μάς μιλάει με τη γλώσσα του Ιωάννη: εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται. Είτε το ξέρει είτε δεν το ξέρει – και προ Χριστού και μετά Χριστόν – ο ποιητής ή ο δημιουργός πιστεύει στην Ανάσταση (στο Χριστό) από τη στιγμή που εμπιστεύεται το απολίθωμα του ποιήματος απάνω στη σελίδα, με την ελπίδα της ποιητικής καρποφορίας. Et tour le reste est literature».


ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (2009). Collectanea. Αθήνα: Δόμος, σ. 245 [484].

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

«Μεγάλη Πέμπτη»

«Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.

Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μας θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.

Όσα μας έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ’ αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου».


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ. (2002), «Μεγάλη Πέμπτη», στο: Ήχος απομακρύνσεων, Αθήνα: Ίκαρος, σσ. 60-61.

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Περί των μετά την ανάστασιν


ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ. (2002). Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως. Κείμενο - Μετάφραση - Εισαγωγή - Σχόλια Νίκου Ματσούκα. Θεσσαλονίκη: Πουρναρά, σσ. 328-329.

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Το άγιο ελληνικό Πάσχα

«Αν κάποιαν εποχή, όσο και να απέχει από αυτή που περνούμε, αποφασίσει ο άνθρωπος ν’ αναθεωρήσει το ρυθμόν αυτό της πορείας του και καταφέρει ν’ αποτρέψει τον βέβαιο θάνατο, πνευματικό και ηθικό, που τον απειλεί, αναζητώντας με κάθε νέα σωστή απόφαση και κίνηση το σωσίβιό του, που δεν είναι άλλο από τη ριζικήν αλλαγή τού τρόπου ζωής του, τότε, έχοντας περάσει κι’ αυτός την ατέλειωτη περίοδο της δοκιμασίας του, τη μακρά εβδομάδα των δικών του παθών,… 
…, Τότε ακόμα κι ο Καλός Θεάνθρωπος, που κάθε χρόνο γιορτάζουμε την Ανάστασή Του, θα γιόρταζε κι’ Εκείνος με τη σειρά Του, πασίχαρος, τη δική μας ανάσταση, την ανάσταση του ανθρώπου. 
Άμποτε!...»


Μενέλαος ΠΑΛΛΑΝΤΙΟΣ, «Περιμένοντας την Ανάσταση…», Ευθύνη, τχ. 316 (Απρίλιος 1998) 147-148.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Το «σκάνδαλο» της Ανάστασης του Χριστού: Οι θεολογικές συντεταγμένες

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ολάκερη η βιβλική και πατερική θεολογία τονίζει ό,τι ο άνθρωπος πραγματώνει την ύπαρξή του στο μέτρο που υψώνεται στον Αναστάντα Χριστό. Το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με τρόπο απλό, είναι απερινόητο μυστήριο, παράτολμο εγχείρημα να κατανοηθεί με τη γλώσσα της διανόησης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι αδύνατο να βεβαιωθεί ο ευαγγελισμός της εκκλησιαστικής πίστης σε γεγονότα κάτω από το φως της λογικής και του ορθολογισμού. Αλλά κι αν ετούτο αποτολμήσει κανείς, θα σκοντάψει στους μηχανισμούς που θέλουν την πίστη στην Ανάσταση εγκλωβισμένη σε ηθικιστική διδασκαλία, «ατομική κατοχύρωση της υπάρξεως», «αποδοχή κάποιας μεταφυσικής διδασκαλίας»
Μια από τις στιγμές όπου η δόξα του Χριστού έγινε ιδιαίτερα αισθητή, ήταν η Ανάστασή του: ο κενός τάφος έσπασε τις πύλες του θανάτου πιεζόμενος από τη θεία ζωή, αποθέτοντας στο περιθώριο τη θνητότητα της ανθρώπινης φύσεως, (Ware. 1999: 357). Έτσι, ο Χριστός έθραυσε το θάνατο την τρίτη ημέρα μετά την ταφή του. Το γεγονός αυτό, από τη βιβλική και τη μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία υποδηλώνεται έμμεσα. Φαίνεται, ίσως, παράξενο ότι κανένας από τους Ευαγγελιστές δεν αναφέρει την Ανάσταση με συγκεκριμένο τρόπο, πως δηλαδή έγινε. Αρκούνται μόνο σε πληροφορίες που δεν προϋποθέτουν καμιά λογική ερμηνεία και κατοχύρωση αυτής: «άγγελος Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον», (Ματθ. 28, 2), κενό μνημείο, οθόνια της ταφής πάνω στον τάφο, (Γιανναράς. 1996: 172). Πέρα όμως από τούτα τα «τεκμήρια», στην εμπειρία και βεβαιότητα της Εκκλησίας, η Ανάσταση του Χριστού βρίσκει την άμεση μαρτυρία της στις αμέσως μετά από αυτή σωματικές εμφανίσεις του και αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει καμία απομύθευσή της. Απεναντίας, αυτές τοποθετούνται στο πλαίσιο της εμπέδωσης της πίστης στο γεγονός ό,τι η Ανάσταση δεν σημαίνει επιστροφή του Χριστού στον κόσμο, αλλά είσοδος σε μια νέα μορφή ζωής που δεν επιδέχεται το θάνατο, (Πατρώνος. 1997: 522). Γι’ αυτό και ο αναστάσιμος ύμνος «θανάτω θάνατω πατήσας». Γι’ αυτό και στην πατερική γλώσσα ο Χριστός ονομάζεται νέος Αδάμ, αναπλάσει τον παλαιό, αναδημιουργεί τον καινούργιο κόσμο, ανακαινίζει τα πάντα και δεν απατάται, «αλλ’ απατά τον απατεώνα», κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Γι’ αυτό και η επίγνωση της βιωματικής μετοχής μας σ’ αυτή, πάνω απ’ όλα είναι κατόρθωμα προσωπικής ελευθερίας. Γι’ αυτό και η Ανάσταση της μακαρίας σαρκός του υποδηλώνει την απελευθέρωση της ανθρώπινης φύσης από τη φθορά και το θάνατο. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν εμφανίστηκε μόνο στους μαθητές και αποστόλους του, αλλά και στη μικρή κοινότητα των πιστών του, με «σώμα αθάνατον», κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, (Νέλλας. 2000: 124), σώμα ελεύθερο από κάθε περιορισμό και κάθε βιολογική ανάγκη της ανθρώπινης φύσης, αλλά υποστασιαζόμενο σε «πραγματική ύπαρξη χάρη στην προσωπική σχέση με το Θεό», που αυτή και μόνη το συνιστούσε και το ζωοποιούσε, (Γιανναράς. 1996: 175). Αξιοσημείωτες είναι εδώ δύο οριοθετήσεις, τις οποίες ο Γιόζεφ Ράτζιγκερ, Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, τις θεωρεί απαραίτητες για την κατανόηση του γεγονότος της Ανάστασης. Η πρώτη, θέλει τον Αναστάντα Ιησού να «ζει καινοπρεπώς σε κοινωνία με το Θεό έχοντας ξεφύγει από το θάνατο». Και η δεύτερη, θέλει τις συναντήσεις του με το κύκλο των μαθητών του να είναι «συναντήσεις με τον ζώντα ο οποίος έχει σώμα με καινούργιο τρόπο» και να παραμένει σωματικός, (Ράτζιγκερ. 2012: 260-261). 
Η Ανάσταση του Χριστού υπήρξε η αποκορύφωση του αποστολικού κηρύγματος. Ο απόστολος Παύλος σε μια κοινή γραμμή με τους μαθητές του Χριστού, θεωρεί ό,τι το κήρυγμά του περί Ανάστασης δεν είναι μια προσωπική αντίληψη και διδασκαλία, (Α΄ Κορ. 15, 1-11), αλλά ότι αυτός «παρέλαβε» από αυτούς, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τονίσει ό,τι η πίστη σ’ αυτή είναι μέγιστο γεγονός για την ανθρώπινη ιστορία, με σωτηριολογικές και εσχατολογικές προεκτάσεις, (Πατρώνος, 1997: 528-530). Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η Ανάσταση του Χριστού ως ανάμνηση, ξεφεύγει από το επίχρισμα μόνο μιας μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης και γίνεται κυριακό σώμα, και για κάθε πιστό αποτελεί στο έξης καινή πνευματική ζωή, με σκοπό τη σωτηρία του. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ 

ΣΑΒΒΑΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ. (1996). «Χριστός», ανάτυπο από τη Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαιδεία
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (1996). Αλφαβητάρι της Πίστης. Αθήνα: Δόμος. 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΣ. (1974). Το Πάθος του Χριστού κατά τα Συνοπτικά Ευαγγέλια. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς. 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΛΛΑΣ. (2000). Ζώον θεούμενον. Προοπτικές για μια ορθόδοξη κατανόηση του ανθρώπου. Αθήνα: Αρμός. 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΤΡΩΝΟΣ. (1997). Η ιστορική πορεία του Ιησού. Από τη φάτνη ως τον κενό τάφο. Αθήνα: Δόμος. 
ΓΙΟΖΕΦ ΡΑΤΖΙΓΚΕΡ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄). (2012). Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ: Από της είσοδο στην Ιερουσαλήμ μέχρι και την Ανάσταση, τ. Β΄, μτφρ. Σωτήριος Δεσπότης.Αθήνα: Ψυχογιός. 
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE. (1999). Η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αθήνα: Ακρίτας. 


Η εις Άδου Κάθοδος του Χριστού - Η Ανάσταση· Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, 1315-1320.