Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Χατζηαντωνίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Χατζηαντωνίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Για τον Π Ο Ι Η Τ Η Γιώργο Θέμελη: 50 χρόνια από την κοίμησή του (1976-2026)

Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ


Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.
Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.
Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική Μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.
Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:
Ψάχνω να βρω σημάδια

Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά
Η μουσικότητα, με κυκλική επιστροφή της τονικής, το υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και μετατροπής κοινών λέξεων σε σύμβολα, η απόσταξη των ιστορικών γεγονότων, όλα έχουν ως κέντρο τον άνθρωπο. Χωρίς τον άνθρωπο, το παν μεταβάλλεται σε κοσμικό χάος. Στο βόρειο κλίμα που προσχωρεί συνειδητά ο ποιητής, μοιάζει ν’ απεκδύεται το ιωνικό φως της καταγωγής του. Ο γαλλικός συμβολισμός, η εσωστρέφεια, ο εσωτερικός μονόλογος, η υπαρξιστική αντίληψη ζωής όχι μόνο ως φιλοσοφείν αλλά και ως μέθοδος και ως γλώσσα φωτισμού του εσωτερικού του κόσμου, δείχνουν πως έχει πλέον στραφεί αλλού. Όμως μέσα από τις εικόνες ενός ρημαγμένου, άδειου και πλήρως παραδομένου στη φθορά κόσμου, όπου περιφέρονται οι σκιές του παρελθόντος κι όπου υπάρχουν ατελή πολλά από τα θέματα των ώριμων συλλογών του, ο ποιητής διατηρεί πάντα τη συνείδηση της προσωπικής του ύπαρξης, όσο και αν αυτή γίνεται ασαφής ή έρμαιο της τύχης. Απευθυνόμενος εις εαυτόν, στο όριο αυτοσυμβουλής και απόφασης, αναγγέλλει «να μην πάψω ποτέ να είμαι», ενώ την ίδια στιγμή παρατηρεί: «Κι όμως δεν είμαι παρά ένας άλλος/ Που σκύβει μέσα στα μάτια μου/ Μ’ ένα βλέμμα που τρυπάει» (Κυμοθόη V). Βιώνει τον ζόφο αλλά δεν παύει να ελπίζει: «Ένα κομμάτι ουρανός ένα πουλί στο παράθυρο/ Σε γνωρίζω τρυφερό χαμόγελο του Θεού μου/ Εξαίσιο μήνυμα από φως καινούργια μέρα» (Άνοιξη).
Η πνευματική ενάργεια, η εσωτερικότητα, η διαρκής επώδυνη αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας, που συναντούμε και στη δεύτερη συλλογή του το 1947 (Άνθρωποι και Πουλιά), παρ’ όλες τις ψυχολογικές ή αισθητικές μετατοπίσεις, θα είναι αταλάντευτης συνέπειας. Εξ αρχής ο Θέμελης, όταν άλλοι παραδίδονται στην αυταπάτη (λυρική, ερωτική ή πολιτική), βρίσκεται σε αναζήτηση του εσχάτου νοήματος. Εγχείρημα αγωνιώδες που συνάπτει τη μεταφυσική του με τον πόνο της ύπαρξης και τείνει σε επίμονη και περιαλγή ερμηνεία του προσώπου («Αναζητώ έναν ήλιο/ Ένα σβησμένο πρόσωπο/ Μέσα σ’ όλες τις νύχτες» – Πώς μπορείς), πριν κατασκηνώσει οριστικά στον χώρο του Μυστικού, με την «Ύπαρξη βλέφαρο ανοιχτό επάνω στα πράγματα» (Άγαλμα).
Από συλλογή σε συλλογή, η ποίηση του Θέμελη θα εξυψώνεται με τον φιλοσοφικό στοχασμό χωρίς να παραμερίζει το λυρικό αίσθημα. Κι αν στις δύο πρώτες συλλογές δεσπόζει η ατομική ψυχή, η στροφή στις δύο επόμενες (1948: Ο γυρισμός, 1949: Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες) σε έναν συλλογικό χώρο, όχι για να υμνηθεί η «χιλιοτραγουδισμένη δόξα» αλλά για να γίνει σαφές πως υπάρχει ακόμη και στη θλίψη και στον θάνατο ένα άλλο φως, δίνει μιαν έξοχη απεικόνιση του άλλου ελληνικού τρόπου που κοντέψαμε να ξεχάσουμε παρασυρμένοι από τη δοξολογία του κτιστού φωτός:
Αγναντεύοντας τ᾽ αδύναμα περιστέρια που δεν μπορούν να σηκωθούν πολύ ψηλά
Κι αφήνουν άσπρους παραδαρμούς πάνω στους κίονες
Στα χιόνια των Καρυάτιδων που κρύβουν ωραίους αιώνες
Στους θείους λαιμούς οπού κρατούνε κάνιστρα αετών
Που ψάλλουν την εντέλεια κ᾽ υμνούν το φως μες σε γαλήνια τόξα
Δροσίζοντας πότε πότε το στήθος τους μες στους αφρούς του Αιγαίου
Για να πάρουν κουράγιο και να σηκώνουν τη διαύγεια
Και τα στιλπνά κοιμητήρια που κρύβουν ζωντανές αγάπες κι άφθαρτους έρωτες
Πεθαμένους μα αθάνατους, θαμμένους μα ξυπνητούς σ’ όλα τα φώτα
(Έβδομη Ραψωδία).
Αισθάνομαι την ανάγκη να σταθώ περισσότερο εδώ στην Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες, ίσως γιατί συντρίβει μιαν ορισμένη παρανόηση κριτικών (από τον Καραντώνη ως τον Κορδάτο κι από τον Βαρίκα ως τον Αργυρίου) που ταύτισαν τον Θέμελη με την αγωνία της ατομικής ψυχής κι έφτασαν να γράψουν πως στεκόταν μακριά από τη συλλογική αγωνία. Ο Γ. Θέμελης μιλώντας σ’ αυτή τη συλλογή για τον Καραϊσκάκη, τον Διάκο, τον Κάλβο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, σε μια εξαίσια εναλλαγή οραματισμού και λυρικής ορμής, όπου ανασταίνονται μορφές περήφανες μέσα στον ίδιο τους τον θάνατο, μορφές οικείες και αναγκαίες για την αναπνοή της μαχόμενης Ελλάδας καταμεσής της δεκαετίας του αίματος, ζητά τον γυρισμό στην ακεραιότητα του ανθρώπου και στις σολωμικές ρίζες του Γένους. Στρεφόμενος στον Ύμνο εις την ελευθερίαν του Σολωμού υποστηρίζει την ανανέωση του νεοελληνικού μύθου. Διότι ξέρει πως ό,τι λείπει στην εποχή μας είναι ο μύθος, το ηθικό μεγαλείο. Συγχρόνως, με το έξοχο Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου, που τον βλέπει να έρχεται πικρός κι αλύγιστος ένα «φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν/ Μέσ’ του χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια», αφομοιώνει μοναδικά το αισθητικό και ηθικό ιδανικό του μεγάλου Ζακύνθιου, το Υψηλό και την Αρετή. Αν ο Καρυωτάκης διαλέγεται μορφικά με τον Κάλβο στο γνωστό «Εις Ανδρέαν Κάλβον», ο Θέμελης ενσωματώνει σε ελεύθερο στίχο λέξεις, φράσεις και μετρικά σχήματα δημιουργώντας με λυρική τόλμη ανάλογη της καλβικής θερμοκρασία ηρωικής ατμόσφαιρας.
Έχοντας σε όλη του τη ζωή γευτεί την κλασική παιδεία, ο Θέμελης βρήκε τον τρόπο αντίστασης με αναγωγή στους ήρωες - σύμβολα των εθνικών μας αγώνων, παρακάμπτοντας κάθε βιογραφική χρήση. Η Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες είναι μια ομολογία πίστης στο Πρόσωπο που θα καταστεί πλέον κεντρική έννοια στην ποίησή του. Στον Γυρισμό είχε ζητήσει από τους πεθαμένους προγόνους «να μας γεννήσουν άλλη μια φορά αληθινούς». Εδώ θαρρείς και θέλει να εξηγήσει πώς εννοεί αυτό το «αληθινούς», παρουσιάζοντάς μας τα πρότυπα. Πρόσωπα ιδεατά που βρήκαν την οριστική μορφή τους στην ένταση του Αγώνα, πρόσωπα αρράγιστα, που επισφραγίζουν τη συνέπειά τους με τη θυσία και δίνουν σάρκα και οστά στη χαμένη ελληνική ιδέα.
Πάντοτε από κάτι που χάθηκε ξεκινάει ο Θέμελης και θέλει αυτό που έχει χαθεί, να το ιδεί ξανά να γυρίζει και να ξανακερδίζει τον αρχικό του πλούτο. Η ψυχή του συγκεντρώνεται στη μάχη κατά του απωλεσθέντος, είτε σαν ατομικός θάνατος παρουσιάζεται αυτό, είτε σαν ιστορική ήττα. Ο Θέμελης δεν είναι αποκλειστικά τραγωδός της ατομικής ψυχής που συντρίβεται ή απελευθερώνεται υπαρκτικά, όπως κάποιοι υποστήριξαν. Όταν έπρεπε ήταν και πρωτοψάλτης της συλλογικής ψυχής. Η βαθύτερη λειτουργία της λυρικής φωνής, εσωτερική περιπέτεια μιας ψυχής που αναπλάθεται με την ιστορία στο σήμερα, φωτίζουν αυτόν τον ποιητή που επιθυμούσε το σκοτάδι («Ας σταματήση ο ήλιος…»), όπου τα πράγματα γίνονται κρυφά μα αληθινά. Ο Θέμελης, ήδη από το Προοίμιο της Ωδής, αρνείται τον ρόλο του ποιητή που ψάλλει τη ζωή των φαινομένων.
Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.
Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.
Θέλει ν’ ακούσει (και να πει και σε μας) «τι λένε τα μεγάλα δέντρα/ τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια./ Κ’ η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντήλια». Θέλει ως μυστικός να αναγνωρίζει και να διερμηνεύει την εσωτερική τάξη των πραγμάτων· όχι την εξωτερική ιστορία αλλά την εσωτερική δράση, αυτήν που δημιουργεί την ιστορία, την ιστορία ηρωικών ψυχών, των «μεγάλων δέντρων». Την περιπέτεια τελικά ενός Λαού. Και για τούτο, η Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες μπορεί να σταθεί ισάξια πλάι στο Άξιον Εστί του Ελύτη, τη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, τον Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου.
Ώριμος πλέον τη δεκαετία του 1950, αποδεχόμενος την απουσία και ότι «ίσως το ανύπαρκτο είναι το υπαρκτό στην ανθισμένη του πληρότητα» (Ακολουθία), ο Θέμελης θα μας δώσει στις Συνομιλίες μια από τις πιο έξοχες αποτυπώσεις της Θεσσαλονίκης («Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,/ Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,/ Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία./ Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός./ Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος./ Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους […] Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις/ Να σβήνεις και να χάνεσαι./ Να περπατείς και να βουλιάζεις/ Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχείς σαν τις καμπάνες» (Τοπίο Ι), αλλά και το θεμέλιο της ποιητικής του: το ποίημα Ερημία:
Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά - σιγά από εγκατάλειψη
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα, που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.
Ναι λοιπόν. Τα πράγματα υπάρχουν μόνο μέσω ημών. Εμείς τα σώζουμε όπως αυτά μας σώζουν. Όσο πιο κοντά πλησιάζουμε «την ωραιότητα της ύπαρξης», το Πρόσωπο, τόσο τελειότερα υπάρχουμε – κι εμείς και τα πράγματα. Όσο απομακρυνόμαστε από την ύπαρξη και το πρόσωπο, όσο βυθιζόμαστε στο σκοτάδι και την «απουσία», τόσο βουλιάζουμε μαζί τους στην ανυπαρξία. Λίγα χρόνια αργότερα, στο ποίημα De rerum natura (στη συλλογή Το πρόσωπο και το είδωλο, 1959) θα γίνει σχετικά ακόμη πιο σαφής:
Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα η γη,
Ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη.

Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ο ουρανός.

Σχήματα χωρίς φως και δίχως μια φωνή
Να τα ονομάσει, δίχως αιωνιότητα.
Για να προχωρήσει ακόμη περισσότερο:
Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θάταν,
Πράγμα χωρίς όνομα και δίχως λάμψη.
Τι σάρκα θάπαιρνε για να φανεί
Χωρίς σάρκα πάνω στη γη, τί πρόσωπο
Χωρίς το ανθρώπινο πρόσωπο.

[…]

Χωρίς εμάς τι θάταν τάχα ὁ θάνατος.
Σαν να ακούγονται οι τόνοι του Ρίλκε από Το βιβλίο των Ωρών («Όταν πεθάνω, Θεέ μου, τί θα κάνεις;»), του Μάιστερ Έκκαρτ, του μεγάλου μυστικού («Αν δεν υπήρχα κι ο Θεός δεν θα υπήρχε») ή του Άγγελου Σιλέσιου όταν επαναλαμβάνει με διαφορετικά λόγια: «Ξέρω πως ο Θεός δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε στιγμή χωρίς εμένα. Αν αφανιζόμουν, θα ξεψυχούσε από απόγνωση». Όλα, ακόμη κι ο Θεός και ο ίδιος ο θάνατος εξαρτούν, τελικά, την ύπαρξή τους από την ατομική ή τη συλλογική ανθρώπινη ψυχή. Αν ανάμεσα στα φαινόμενα της φύσης ο Πεντζίκης κατακλύζεται από ένα αίσθημα «παρουσίας», ο Θέμελης επιβαρύνεται από ένα αίσθημα «απουσίας». Αν ο Πεντζίκης νιώθει ασφαλής στον κρυμμένο εγωκεντρισμό του, ο Θέμελης ζητά στο εγώ που εξομολογείται τη λύτρωσή του. Ο Πεντζίκης αναδέχεται τα πράγματα ως αποκαλύψεις του Θεού. Ο Θέμελης αγωνίζεται να συσχετίσει τα πράγματα με τη συνείδηση και να κατανοήσει τον εαυτό του, ώστε να κατανοήσει και πώς
Ωραία είναι τα πράγματα, ωραία κι όταν πεθαίνουν,
(Σαν σε βαθύ καθρέφτη ονείρων απατηλότερα)
Γιατί πεθαίνουν, γιατί θ’ αναστηθούν
Μαζί μας, γιατί πεθαίνουν το δικό μας θάνατο.
Είναι ωραία: διηγούνται τη δόξα μας.
(Δενδρόκηπος IV).
Με αυτή την οξεία εσωτερικότητα και την υπαρξιακή κατεύθυνση της λύπης, αν και οικειώθηκε τα νεωτερικά σχήματα, ο Γ. Θέμελης παρέμεινε βαθύτατα τραγικός, δηλαδή ελληνικός. Μπορεί σε όλο το έργο του να ενεδρεύει ο θάνατος και η απουσία, τούτο όμως δεν είναι ακύρωση αλλά τουναντίον πύκνωση και άστραμμα της ζωής. Ίωνας του Αιγαίου πάντα (αρκεί να θυμηθούμε το φως της Ραψωδίας στη θάλασσα του Αιγαίου), ο Θέμελης δεν διαλύεται μέσα στον ατμώδη αόριστο χώρο. Καταφάσκει τελικά στη στερεότητα και κοσμιότητα του κτιστού. Είναι κατ’ εξοχήν εμπράγματος και αισθητηριακός. Θέλει να δει με τα μάτια του τον Θεό:
Να σε χορτάσουν, Θεέ μου, θέλουν
Δίχως καθρέφτισμα και συγνεφιά.

Θέλουν τα μάτια να σε δουν,
Τα χέρια μου να σε κρατήσουν.

Κατάματα, κατάσαρκα.

(Βλέπουν τα μάτια και δε βλέπουν,
Τρέμουν τα χείλη και σφαλούν).

Αν είσαι αγέρας σήκωσέ με,
Αν είσαι φως, πυρπόλησέ με.
Αν είσαι θάνατος, θανάτωσέ με.

(Μιλώ καθώς μιλούν οι ερωτευμένοι).
(Φωτοσκιάσεις VII).
Την ίδια στιγμή δεν παύει να αγαπά τη θλίψη, να λατρεύει τη γη:
Εμένα η αγιότητά μου είναι η φωτεινή ματαιότητα,
Αγγελικότητά μου η έκπαγλη πλάνη.
                                                                             Δε θέλω.
Να ’μαι σαν τα σκουλήκια ή τα ποτάμια.

Δε θέλω να ’μαι ένας γυμνός νεκρός ή ένας Άγγελος.
(Φωτοσκιάσεις XI).
Αυτή η άγια θλίψη του Θέμελη, με τα χρόνια ανάγεται σε προφητική θέαση, υπερβαίνει την ατομική του περιπέτεια. Και γι’ αυτό οι παραπάνω στίχοι πρέπει ίσως να συνδεθούν με κάποιους άλλους, της Ελληνικής Γης:
Γη, που σε σκάβουν τα κοιμητήρια του καιρού και τ’ ανέμου,
Με το παντοτινό φθινόπωρο των ερειπίων, το κλίμα της αφθαρσίας.
Τα παιδιά, τα νέα παιδιά σου, είναι γεμάτα θάνατο,
Σκιά θανάτου, και μπορούν και παίρνουν τα ίχνη του δίχως να τρέμουν,
Με μιαν υπόκωφη βοή που πολλαπλασιάζει το βήμα τους σε άπειρες κρύπτες
Κι είν’ η καρδιά τους σαν ένα νησί από λωτούς και πικροδάφνες κι αλλοτινά πουλιά που ταξιδεύει
Και το χαμόγελό τους ένας παλιός σπασμένος καθρέφτης που θυμάται.

Αιώνια παιδιά, σώματα ελαφρά με τη φτενή τη σάρκα,
Και με τις διάφανες ψυχές π’ ανάβουν με το τίποτα.
Ποιο αδυσώπητο φτερό, ποιο μάτι σάς έχει χτυπήσει
Κι έχετε πίσω σας πλήθος σκιές, σπίτια μικρά, τάφους απλόχωρους,
Και γύρω γύρω θάλασσα και χρόνο, χρόνο και θάλασσα και μακρινό ουρανό.
Αυτές οι διάφανες ψυχές δεσπόζουν και σε μια επόμενη συλλογή, στο Δίχτυ των Ψυχών (1965), όπου ο Θέμελης θα παρουσιάσει σ’ ένα πυκνό ποίημα, με την ένταση που ξέρει να δίνει στον λόγο του, τη βαθύτερη αλήθεια της ερωτικής αναζήτησης. Ο έρωτας που υποκαίει, πέρα από το πρόσωπο του Άλλου, κρύβει την ανάγκη να βρούμε αυτό που μας λείπει για να είμαστε ολοκληρωμένη ύπαρξη.
Αν σε γυρεύω, σ’ έχω ανάγκη,
Είσαι αυτό που μου λείπει.

Το πιο ακριβό, το πιο θανάσιμο.

Το μισό μου στήθος, το μισό μου πρόσωπο,
Η μια αδειανή πλευρά μου, η μια φτερούγα μου,

Η ανοιχτή πληγή μου, η σάρκα μου η λειψή.

Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο,
Το εγώ – το εσύ, μοίρασαν το αίμα
Από τη ρίζα μου, από τη γέννησή μου.

Δεν μπορώ να ζήσω ή να πεθάνω
μισό κορμί, μισό κομμένο όνειρο.

Γυρεύω τ’ άλλο στήθος, τ’ άλλο πρόσωπο…
(Το εγώ – το εσύ).
Αν οι στίχοι σάς θύμισαν ένα τραγούδι, δεν κάνατε λάθος. Και είναι εκπληκτικό, αλλά και δείγμα της υψηλής ποίησης, πώς ένα ποίημα που μπορεί να γίνει λαϊκό τραγούδι από τον Κουγιουμτζή, την ίδια στιγμή να λειτουργεί ως δραματική μεταφορά σε στίχους του γνωστού μύθου που αναφέρεται από τον Πλάτωνα στο Συμπόσιο, πώς ο Δίας χώρισε τους ανδρόγυνους ανθρώπους που από τότε αναζητούν το έτερόν τους ήμισυ αφού ο άνθρωπος ως ήμισυ όντος, «μισό κορμί», ανολοκλήρωτο, θα ζητά πάντα να ακεραιωθεί.
Με συναίσθηση της κατάστασης απόλυτης υπαρκτικής ένδειας («Είμαι ζήτημα γύμνιας» θα πει στον Δενδρόκηπο – κατ’ αντιπαραβολή ίσως με το σεφερικό «είμαι ζήτημα φωτός») και ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει σκοπό «να πει και να ορίσει το ανείπωτο σε μια γλώσσα εξαρθρωμένη στην υπηρεσία του τίποτα» (Ars Poetica, Προοίμιο), ο Γ. Θέμελης θα κληροδοτήσει στα Βιβλικά του, την ορμήνια πως «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει απ’ την ψυχή του […] Την ψυχή μονάχα κοίταζε και σώζε,/ Την σεαυτού ψυχήν, τ’ άλλα μην τα κοιτάς». Στοιχειοθετώντας ειδικά στις τελευταίες του συλλογές μια ιδιαίτερη σχέση του Θεού με τον Άνθρωπο ως ζήτημα πνευματικής ολοκλήρωσης (αρχίζοντας λίγο πριν την άρνησή Του και σταματώντας λίγο πριν την πλήρη κατάφασή Του), ουδέποτε αποποιήθηκε την ιερότητα του ενθάδε, την επίγεια παρουσία μας. Έτσι επίπονα θα φθάσει σε κείνη την αισθητική και μεταφυσική ωριμότητα που μόνον η ασάφεια και το άπειρο της Θεσσαλονίκης μπορεί να χαρίζει. «Συγχωρείστε μου την ενοχλητική εισβολή του Απίθανου», θα γράψει στα Βιβλικά. Αλλά, (συνεχίζω τα λόγια του) «δεν είναι δυνατόν να γυρίσουμε πίσω. Είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε, ν’ ανοίξουμε δρόμο προς άλλη διέξοδο, προς έναν άλλο Παράδεισο, όχι εκείνο των Πρωτοπλάστων, αλλά ας πούμε, στη Βασιλεία των Ουρανών, για να συνεχίσω ως το τέλος τη χριστιανική φρασεολογία. Ο Εωσφόρος, θαρρώ, εξαπατώντας, γελάστηκε κι ο ίδιος, όταν είπε: “ωσεί θεοί έσεσθε”. Μας χρειάζεται ανάσταση, όχι επιστροφή».
Κανένας άλλος, σε όλη τη γενιά του, δεν περιέγραψε όπως ο Γ. Θέμελης την εσωτερική δαντικότητα του τοπίου της Θεσσαλονίκης, αλλά και τη δίψα της σωτηριολογικής έξαρσης, την αγωνία χωρίς λύτρωση αλλά και τη θεία χάρη που γνωρίζουμε πως υπάρχει αλλά δεν τη ζούμε. Αυτή είναι ίσως η χαρακτηριστική ουσία της λεγόμενης Σχολής της Θεσσαλονίκης: «Είμαστε από μέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε», ο μέγας του στίχος. Αυτή η διαρκής αμφιβολία, η απαισιοδοξία που εξωτερικά μεν είναι δικαιολογημένη αλλά εσωτερικά αβάσιμη, αυτή η απουσία της ελπίδας μετά από μια καταστροφή που δεν ήταν αναγκαία. Στο παιγνίδι της τύχης με την αναγκαιότητα, το Μοιραίο που μπαίνει από την πόρτα όταν η θεία χάρη βγαίνει από το παράθυρο, είναι ένα κλειδί που η κόρη του, η Ελένη Κιτσοπούλου, μάς χάρισε με τις μελέτες και τη θαυμαστή της διαίσθηση να εντάξει τον πατέρα της ανάμεσα στους δύο μεγάλους πόλους των ελληνικών γραμμάτων, τον Παπαδιαμάντη από τη μία μεριά, που είναι η Πίστη και τον Καβάφη από την άλλη, που είναι η Απόγνωση.
Ο Γιώργος Θέμελης πέθανε τα ξημερώματα του Σαββάτου του Λαζάρου, στις 17 Απριλίου 1976, την ημέρα της ανάστασης του ανθρώπου. Λίγο πριν τον θάνατό του, σε ένα όραμα του νησιού του, έγραφε πως ήταν έτοιμος, να ψάλει, όπως παιδί, μαζί με τον πρωτοψάλτη θάνατο πλέον, το άσμα που πλάι στο ψαλτήρι ψιθύριζε. Έχοντας αναμετρηθεί γενναία με την απειλή του μηδενισμού του Όντος σε ολόκληρη τη ζωή του, υπήρξε στη γενιά του ο πιο υψηλόφρων κομιστής μιας μαρτυρίας. Η ποιητική μαρτυρία είναι τόσο περισσότερο καθολική όσο πιο προσωπικά βιώνεται. Αυτή η ζώσα αντινομία συνιστά τη μόνη καθολικότητα του ατόμου που αρνείται την αδιάφορη καθολικότητα του κόσμου. Αυτό δεν κατάλαβαν οι κριτικοί που τον θεώρησαν ατομοκεντρικό.
Ο αληθινός ποιητής είναι πάντοτε ένας μάρτυρας. Έρχεται στον κόσμο για να μαρτυρήσει την αλήθεια αλλά και να μαρτυρήσει γι’ αυτήν. Να γνωριστείς με έναν τέτοιο ποιητή ισοδυναμεί με δοκιμασία. Διότι τέτοιοι ποιητές δεν ζητούν τη σκέψη, αλλά την ψυχή σου. Σε αρπάζουν κρυφά σε ώρα ανύποπτη. Ο Γιώργος Θέμελης μετά από πενήντα χρόνια είναι πάντα εδώ και συναρπάζει όσους δεν αρκούνται στην τυπική αισθητική αλλά έχουν ψυχή που διψάει για νόημα.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Από το Αιγαίο ως τη Γροιλανδία

Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ


Ποιος να το φανταζόταν! Πως η παγωμένη μεγαλόνησος του απώτερου Βορρά (πέραν και της Θούλης!), θα γινόταν η λυδία λίθος για να αποφασίσει η Ευρώπη αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει ιστορικά με αξιοπρέπεια ή θα μετατραπεί από μιαν ανίσχυρη προβληματική ένωση σε ανυπόληπτη εταιρεία υπό διάλυση. Είναι προφανές πως οποιαδήποτε εναλλακτική λύση στην τραμπική επιθετικότητα απαιτεί παγκοσμίως κυρίαρχους παράγοντες ικανούς να επιβιώσουν.
Όσοι δεν θέλουν αυτοί οι παράγοντες να είναι μόνον η Ρωσία και η Κίνα αλλά και δεν αποδέχονται έναν μονοπολικό αμερικανικό κόσμο, έχουν μία και μόνη επιλογή: μιαν ισχυρή ανεξάρτητη Ευρώπη.
Είναι τούτο εφικτό; Σύντομα θα ξέρουμε. Αν οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να απαντήσουν με τον μόνο τρόπο που κατανοεί ο αμερικανισμός (δηλαδή: με οικονομικά αντίμετρα), κάθε συζήτηση είναι περιττή.
Αν, για παράδειγμα, δεν μπορούν ΟΛΕΣ οι ευρωπαϊκές χώρες (ή έστω όσες θέλουν να ανήκουν στην Ένωση) να διακόψουν την στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ και να οργανώσουν ευρωπαϊκή άμυνα, διακηρύσσοντας το απαραβίαστο των συνόρων ΠΑΝΤΟΥ, από την μεγαλόνησο του αρκτικού κύκλου ως τα νησιά του Αιγαίου, κάθε συζήτηση περί Ευρώπης πρέπει πλέον να σταματήσει. Αρκετά με την κωμωδία αυτήν.
Αντιλαμβάνομαι πως περιγράφω ένα τιτάνιο έργο. Ένα έργο που οι σημερινές ευρωπαϊκές ελίτ δεν μπορούν να αναλάβουν γιατί δεν θέλουν να το αναλάβουν. Γιατί είναι ξένες με την αυθεντική ευρωπαϊκή ταυτότητα. Αυτήν που επιβεβαιώνεται από το Αιγαίο ως τις θάλασσες του απώτερου Βορρά, αυτήν που υμνείται στα μεγάλα ιδρυτικά ποιήματα των Ελλήνων, των Γερμανών και των Κελτών. Εκεί είναι τα θεμέλια μιας Παράδοσης που οι λαοί της Ευρώπης διδάχτηκαν να... αγνοούν από κάποιους που τους έπεισαν ότι η Ευρώπη γεννήθηκε από τις συνθήκες του 20ού αιώνα για να περνάμε καλά, ακόπως και ασκόπως. Οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνον από ανθρώπους που ξέρουν πως από την Κύπρο ως την Ισλανδία και από την Κορνουάλη μέχρι τον Βόλγα, από τους τύμβους στη Δανία ως τους τάφους στις Μυκήνες, θεοί και ήρωες κρατούν τα ίδια σπαθιά. Από την συνέλευση των πολεμιστών στην Ιλιάδα ως την σκανδιναβική Thing και από την κελτική στρογγυλή τράπεζα ως την σλαβική κοινότητα, πουθενά στον ευρωπαϊκό κόσμο δεν θα βρούμε ιερείς-βασιλιάδες επικεφαλής καστών βαβυλωνιακού ή αιγυπτιακού τύπου. Οι ευρωπαϊκές μοναρχίες και οι ευγενείς αντιστέκονταν πάντα στις θεοκρατικές αξιώσεις της Αγίας Έδρας, διατηρώντας παράλληλα την ισορροπία μεταξύ των τριών τάξεων. Μόνο με αυτό το αίσθημα μπορεί η Ευρώπη να αντισταθεί και στον αμερικανό αρχιερέα του Χρυσού Μόσχου.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις πατρίδες της. Θα πέθαινε σκοτώνοντάς τες, διότι θα κατέστρεφε έτσι τα ίδια της τα όργανα. Αλλά οι πατρίδες μας δεν μπορούν πλέον να ζήσουν χωρίς την Ευρώπη. Γεννημένες από την Ευρώπη, πρέπει να επιστρέψουν στην Ευρώπη. Το μερίδιό μας από το πεπρωμένο το καταναλώσαμε, την ευκαιρία της δικής μας αυτοκρατορίας την χάσαμε. Τώρα που η άνοιξη των πόλεων και των πατρίδων, των πριγκιπάτων και των βασιλείων, τελειώνει, τώρα που οι Ρωμαίοι του Καίσαρα ή του... Πομπήιου απειλούν τα ελεύθερα έθνη, πρέπει να βρούμε το κουράγιο να υπερασπιστούμε την Ευρώπη για να ξαναγεννηθούμε (άλλη μια φορά) μέσα σε αυτήν. Γιατί, όπως έγραψε ο Ντομινίκ Βενέρ, «ο κόσμος μας δεν θα σωθεί από τυφλούς επιστήμονες ή αποκαμωμένους μελετητές. Θα σωθεί από ποιητές και αγωνιστές, από εκείνους που θα έχουν σφυρηλατήσει το πνευματικό σπαθί που κάνει τα τέρατα και τους τυράννους να χλωμιάζουν».
Μπορούμε; Η Γροιλανδία προαναγγέλλει.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2024

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ


Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].
Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σσ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού.
Στο 2ο τεύχος του περιοδικού (Φεβρουάριος 1935) ο Παλαμάς είναι και πάλι παρών, με 11 σελίδες: αρχίζει η δημοσίευση της μελέτης του Κων. Τσάτσου για τον Παλαμά (Α΄ Μέρος: Ο Παλαμάς και η ελληνική γη). Στο 3ο τεύχος (Μάρτιος 1935) δημοσιεύεται το Β΄ Μέρος της μελέτης του Τσάτσου (15 σελίδες). Στο τεύχος αυτό υπάρχουν επιπροσθέτως ποιήματα του Παλαμά (Ο Ομηρικός ύμνος – α΄ Δήμητρα και β΄ Δημοφών), άλλες επτά σελίδες. Συνολικά παλαμικές είναι δηλαδή οι 22 από τις 64 σελίδες του περιοδικού. Στο 4ο τεύχος (Απρίλιος 1935) συνεχίζεται η μελέτη του Τσάτσου (18 σελίδες) ενώ υπάρχει επίσης σχόλιο μιας σελίδας για την εκτενή και ενθουσιώδη κριτική της μετάφρασης στη Γαλλία της Φλογέρας του Βασιλιά (από τον Eugene Clement), κριτική που υπέγραφε ο περίφημος κριτικός Αντρέ Τερίβ στην εφημερίδα Le Temps (28-2-1935).
Στο 5ο τεύχος (Μάης 1935) διαβάζουμε ανώνυμο σχόλιο για την ανάγκη να ανεβάσει το Εθνικό Θέατρο την Τρισεύγενη και αναδημοσίευση παλαιότερου άρθρου του Φώτου Πολίτη (από την εφημερίδα Νέα Ελλάς της 16ης-2-1915), στο οποίο κατέκρινε μεν την παράσταση αλλά έγραφε ότι πρόκειται για το καλύτερο ελληνικό δραματικό έργο της εποχής του. Στο 6ο τεύχος (Ιούνης 1935) δημοσιεύεται πεντασέλιδο υμνητικό άρθρο του Νάσου Δετζώρτζη με αφορμή τους εορτασμούς για τα πενήντα χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του Παλαμά που οργανώνει ο δήμος Μεσολογγίου αλλά και τις χυδαίες επιθέσεις που δέχεται ο ποιητής από τον αντιβενιζελικό τύπο (εφημερίδα «Ο Τύπος») για τις βενιζελικές πεποιθήσεις του. Είμαστε στη σκληρή εποχή, μετά την καταστολή του κινήματος του Μαρτίου του 1935.
Στο τεύχος 7-8 (Ιούλιος- Αύγουστος 1935), στη στήλη «Επίκαιρα θέματα», διαβάζουμε μια διαμαρτυρία του Παλαμά: γράμμα του προς τον Κατσίμπαλη (με ημερομηνία 11-4-1935), που αναδημοσιεύεται με έγκρισή του. Με αφορμή απολύσεις δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, ο Κωστής Παλαμάς εκφράζει φόβους ότι η δημοτική θα τεθεί υπό διωγμόν. Στο ίδιο τεύχος, άρθρο του Θεοτοκά για το ίδιο θέμα, αναφέρεται στον Παλαμά, «τον έξοχο γέροντα που αντιπροσωπεύει μόνος του την πνευματική συνείδηση του Ελληνισμού και που με το γράμμα του εκφράζει την αγωνία του ελεύθερου ανθρώπου εμπρός στην κακή μοίρα μιας Πατρίδας που δεν κατορθώνει να λυτρωθεί από τη βαριά επίδραση της πολύχρονης σκλαβιάς».
Στο τεύχος 9 (Σεπτέμβρης 1935), ο Νάσος Δετζώρτζης μεταφράζει το άρθρο του Τερίβ για τη Φλογέρα του Βασιλιά (βλ. παραπάνω) ενώ στο τεύχος 10 (Οχτώβρης 1935) δημοσιεύονται πάλι ποιήματα του Παλαμά (οι Μεθυσμένες ρίμες, γραμμένες το 1932). Επίσης διαβάζουμε κριτική του Καραντώνη, εφτάμισι σελίδες, για τις Νύχτες του Φήμιου που εκδόθηκαν εκείνο τον χρόνο. Χρόνια μετά, στις 15-6-1959 θα δημοσιευθεί στη Νέα Εστία (τ. 767) ανέκδοτο γράμμα του Παλαμά προς την Λ. Πατρικίου- Ιακωβίδη, στο οποίο, το φθινόπωρο του 1935, εκφράζει τη λύπη του για τη σιωπή του αθηναϊκού τύπου για τις Νύχτες του Φήμιου: «Το όνομά μου είναι σβυσμένο και η συγκίνησή μου δεν είναι παρά η απόλυτη αδιαφορία ενός νεκρού. Μόνο τα Νέα Γράμματα τα καϋμένα δεν βαρύνονται να χτυπούν κάποια νεκρώσιμη καμπάνα».
Και όντως. Τα Νέα Γράμματα «δεν βαρύνονται». Στο τεύχος 12 (Δεκέμβρης 1935) δημοσιεύεται το κείμενο του Καραντώνη για την παράσταση της Τρισεύγενης στο Εθνικό (που μπήκε στο πρόγραμμα του θεάτρου) αλλά και κριτική της παράστασης. Το πρώτο τεύχος του 1936 ξεκινά με άρθρο για τα πενηντάχρονα ποιητικής παρουσίας Παλαμά που δεν τιμώνται όπως πρέπει. Στο τεύχος 3/15 (Μάρτης 1936), δημοσιεύεται μελέτημα του Παλαμά για τον Κάλβο («Ο Κάλβος άλλη μια φορά»), γραμμένο στις 30-12-1934. Στο ίδιο τεύχος αναδημοσιεύεται άρθρο του Δημήτριου Κακλαμάνου, για την περίφημη πρώτη διάλεξη του Παλαμά για τον Κάλβο στον Παρνασσό (Κακλαμάνος, Εφημερίς, 18-3-1889). Στο τεύχος 4/16 (Απρίλιος 1936) με τίτλο Οι γιορτές για τον Παλαμά δημοσιεύεται η είδηση για τη συγκρότηση τιμητικής επιτροπής που θα εορτάσει τα πενηντάχρονα του Παλαμά στην ποίηση. Και στο τεύχος 5-6/17-18 (Μάης- Ιούνης 1936), έρχεται η ώρα για το μεγάλο αφιέρωμα.
Το διπλό αυτό τεύχος (226 σελίδες) είναι αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον Κωστή Παλαμά. Το τεύχος ανοίγει με κείμενο 22 σελίδων του Σικελιανού και τίτλο «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης». Ακολουθούν: Κωστής Παλαμάς, ένας απόστολος της αναγεννήσεως (Φάνης Μιχαλόπουλος), Το πρώτο βιβλίο του Παλαμά (Ρήγας Γκόλφης), Ο λυρισμός του Κωστή Παλαμά και τα Παθητικά Κρυφομιλήματα (Τέλλος Άγρας), Τρισεύγενη - Μελένια - Θεοφανώ (Κων. Τσάτσος), Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (Ι. Συκουτρής, 110 σελίδες!), Ο Παλαμάς και η Μουσική (Αύρα Θεοδωροπούλου). Το αφιέρωμα κλείνει με αποσπάσματα από δημοσιευμένα στον Τύπο άρθρα (Μιχαήλ Ροδάς, Λιλίκα Νάκου, Σοφία Σπανούδη, Σπύρος Μελάς, Β. Τατάκης, Κ, Γεωργούλης, Τ. Άγρας), Γράμμα του Στέφαν Τσβάιχ και Χρονολόγιο των ανά την Ελλάδα εκδηλώσεων και άρθρων για τα πενηντάχρονα (από τον Γ. Κατσίμπαλη).
Η λατρεία όμως δεν στομώνει την κριτική αντίληψη της γενιάς. Στο τεύχος 9-10 (Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1936) διαβάζουμε το άρθρο του Γ. Θεοτοκά «Τα πεπρωμένα του Κωστή Παλαμά», που προβλέπει τόσο τη χειραφέτηση της ελληνικής ποίησης από την πολύχρονη επίδραση του Παλαμά, όσο και πως θα τον υιοθετήσει η αριστερά! Τα πρώτα τέσσερα τεύχη του 1937 φιλοξενούν τη μελέτη του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου για τη Φοινικιά. Δεν λείπουν σχετλιαστικά σχόλια (όπως αυτό για τον Π. Χάρη που από τη Νέα Εστία εκδηλώνει πρωτοβουλία για προτομή του Παλαμά ενώ απείχε από τις γιορτές για τα 50 χρόνια και συχνά φιλοξενούσε ειρωνικά σχόλια για το έργο του ποιητή) και βέβαια κριτικά σημειώματα όπως αυτό του Καραντώνη για το βιβλίο Παλαμάς του Τσάτσου, βιβλίο που προκαλεί τη δυσθυμία του Σεφέρη που θα υπολήπτεται πάντα τον Παλαμά, γράφοντας και ένα περίφημο δοκίμιο (βλ., Δοκιμές) αλλά έχει διαφορετική άποψη για την ουσία της σύγχρονης ποίησης από την επιμονή του Τσάτσου σε ιδεοκρατικες απόψεις – διαφωνία που θα γεννήσει τον περίφημο «Διάλογο για την ποίηση». Το γράμμα του Σεφέρη προς τον Κατσίμπαλη από την Κορυτσά (5-2-1937), είναι διαφωτιστικό: «Νομίζω ότι μετά το 1936, μετά το βιβλίο του Τσάτσου, η δράση μας για τον Παλαμά πρέπει να περιοριστεί. Λίγα λόγια, όπως αρμόζει στο σεβασμό μας, αλλά όχι πολεμική».
Από το 1938 η κατάσταση της υγείας του Παλαμά δεν του επιτρέπει πια να δώσει κάποια νέα συνεργασία. Τα Νέα Γράμματα όμως (που περνούν μια δοκιμασία καθώς το αφιέρωμα για τον Περικλή Γιαννόπουλο προκαλεί εσωτερική ρήξη στη Γενιά) δημοσιεύουν στο τεύχος 10-12 (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1938) το κείμενο του Παλαμά από το Άστυ του 1899 «Φαντασία και Πατρίς» (η περίφημη αντιπαράθεση με τον Αργύρη Εφταλιώτη). Το 1939 αναδημοσιεύονται από Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου δύο κείμενα του Παλαμά, Το σπιτάκι που γκρεμίστηκε και η Φοιτητική ζωή.
Ο πόλεμος που θα αλλάξει για πάντα τον κόσμο θα φέρει το τέλος και για τα Νέα Γράμματα, παρά την απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθούν στη ζωή, με τέσσερα τεύχη το 1944 και ένα τεύχος τον Ιούλη του 1945. Το περιοδικό θα περάσει στην Ιστορία, τα μέλη της Γενιάς θα πάρουν ο καθένας τον δρόμο του. Η «αγωνία της επίδρασης» θα κάνει τον «πρώτο της γενιάς του», τον Σεφέρη, βαθιά διαποτισμένο από τον Παλαμά, να εκμεταλλεύεται ποιητικά και να διαμελίζει τον «πατέρα» αλλά να μην τον σκοτώνει· να ενσωματώνει, να αφομοιώνει, τελικά να απαρχαιώνει και να ξεπερνά τον προκάτοχό του μεγάλο ποιητή και να γίνεται ο τρίτος της μεγάλης Τριάδας (Σολωμός, Παλαμάς, Σεφέρης), καταλαμβάνοντας μετά τον πόλεμο τη θέση που κατείχαν εκείνοι και επιβάλλοντας τη δική του κοσμοθεώρηση, γενόμενος, εκών - άκων ο νέος «εθνικός ποιητής», όπως επιβάλλει μια νεοελληνική παράδοση (βλ. Έντμουντ Κήλυ, Η «πολιτική» φωνή του Σεφέρη. Μύθος και φωνή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, Στιγμή 1987) και μάλιστα ο τελευταίος εθνικός ποιητής, αφού η «θέση» ορφάνεψε οριστικά μετά απ’ αυτόν. Η «παρέα» των Νέων Γραμμάτων όμως θα δοξαστεί το 1979 για άλλη μια φορά, όταν ο Οδυσσέας Ελύτης (ο ποιητής που στήριξε τον Ανδρέα Καραντώνη όταν ξέσπασε η εσωτερική κρίση για το αφιέρωμα στον Περικλή Γιαννόπουλο), θα τιμηθεί με το δεύτερο και τελευταίο ελληνικό Νόμπελ.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: Τόσο ώριμη που σαπίζει

Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ


Αν όσοι, με περισσή οίηση, ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα πενήντα χρόνια της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, αντιλαμβάνονταν το βαθύτερο μήνυμα των εκλογικών αποτελεσμάτων, θα έπρεπε να ξανασκεφτούν ποια κοινωνία και ποιο πολιτικό προσωπικό δημιούργησε αυτή η πεντηκονταετία. Διότι μια ιστορική περίοδος δεν κρίνεται απλώς από την εύρυθμη λειτουργία των πολιτικών θεσμών. Χαρακτηρίζεται, κυρίως, από το κοινωνικό ήθος που καλλιεργεί και προάγει.
Βλέποντας τους προσκεκλημένους των τηλεοπτικών δικτύων, πολιτικούς, δημοσιογράφους και... «σελέμπριτις», εύκολα κατανοεί κανείς την εκλογική εικόνα, το θηριώδες ποσοστό της αποχής, το βαθύ αίσθημα αποστροφής του ελληνικού λαού.
Αλήθεια, τι το παράξενο σε αυτήν, όταν με κάθε τρόπο, η κοινωνία μας διαπαιδαγωγεί επί δεκαετίες τους νέους με την ιδιώτευση; Και γιατί να είναι περίεργη η αλαζονεία του κ. Βορίδη που δεν κατάλαβε τίποτα από το γεγονός ότι μέσα σε ένα χρόνο η ΝΔ έχασε ένα εκατομμύριο ψήφους (από 2,1 στο 1,1 εκατομμύριο); Για τον ίδιο όλα πάνε πρίμα: από το περιθώριο, όπου φώναζε «κόκκινη κάρτα στους λαθρομετανάστες», είναι τώρα δεκαπέντε χρόνια υπουργός.
Και η αντιπολίτευση; Εκεί η ιλαροτραγωδία χτυπάει κόκκινο. Ο αερόλιθος εξ Αμερικής έχει προτεραιότητα τη βόλτα με τον σύζυγο και το σκυλάκι τους και είναι έτοιμος για νέα σώου. Τι κι αν σε μια εποχή φτωχοποίησης από 930.000 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε στις 593.000; Μπορεί να χαίρεται που ο γνήσιος ΣΥΡΙΖΑ, η Ν. ΑΡ. συνετρίβη, επέστρεψε δηλαδή στο πραγματικό εν Ελλάδι ποσοστό αυτού του χώρου.
Ευτυχές και το ΠΑΣΟΚ που κέρδισε μια μονάδα αλλά έχασε σχεδόν 200.000 ψήφους και παραδέρνει με σοσιαλδημοκρατικές παρόλες, αρνούμενο τη μόνη δυνατότητα ανάνηψης, την εθνικοανεξαρτησιακή του παράδοση.
Το ΚΚΕ περήφανο που πλησιάζει το ιστορικό 10%, κέρδισε μιάμιση μονάδα, αλλά έχασε και αυτό σε αριθμό ψήφων.
Αυτός που αύξησε τις ψήφους του, ο μόνος, παρά την αποχή, είναι ο Βελόπουλος. Είναι πραγματικά απίστευτα τα ποσοστά του. Όποιος, όμως, έχει επαφή με την επαρχία και γνωρίζει την καθημερινή του παρουσία σε δεκάδες περιφερειακά κανάλια, αντιλαμβάνεται πως δεν είναι τυχαία η εκτόξευση από τον συνδυασμό συστηματικής προπαγάνδας και αισθητικής εξαθλίωσης.
Όσο για την «Νίκη», αξίζει να σταθούμε για λίγο. Η ασήμαντη άνοδος αλλά η πραγματική πτώση (20.000 ψήφοι λιγότερες από πέρσι), αποδεικνύει δύο τινά: πως το περίφημο θέμα του γάμου των ομοφυλοφίλων τελικά δεν απασχολεί πραγματικά την φαρισαϊκή ελληνική κοινωνία - αλλιώς θα είχε εκτοξεύσει τη «Νίκη» που ούτε καν τον κόσμο της Εκκλησίας μπορεί να συγκινήσει αφού η δεσποτοκρατία έχει αλλοιώσει εδώ και δεκαετίες κάθε πολιτικό κριτήριο αυτού του κόσμου. Το δεύτερο στοιχείο που αποδεικνύεται, είναι ο πολιτικός αναλφαβητισμός της ηγεσίας της «Νίκη», γεγονός που οδήγησε (συν τοις άλλοις) στην εκλογή ενός νεαρού θρησκευόμενου φωτομοντέλου, ενώ στο ψηφοδέλτιο του κόμματος υπήρχαν αξιόλογα πολιτικά πρόσωπα. Δεν είναι ευγενικές οι προσωπικές αναφορές (άλλωστε παρόμοια πρόσωπα υπάρχουν σε όλα τα κόμματα) αλλά είναι αναγκαίες για να αντιληφθούμε πως τελικά το πρόβλημα δεν είναι η καθεστωτική ηθική κατάρρευση αλλά η έλλειψη σοβαρής εναλλακτικής πρότασης.
Για τούτο και είναι μάλλον βέβαιο ότι στις επόμενες εκλογές, που θα υπάρχει κίνδυνος πλέον για την αυτοδυναμία της ΝΔ, «Νίκη» και Λατινοπούλου θα σβήσουν. Διότι στην Ελλάδα, εν τέλει, δεν υπάρχει καμία πραγματική άνοδος της «ακροδεξιάς», όπως στην Ευρώπη. Διότι δεν υπάρχει ούτε ανάλογη ιδεολογία, ούτε πολιτική παιδεία ούτε ιστορικές ρίζες ούτε σοβαρή εθνικιστική αισθητική όπως στην Ευρώπη. Η σύγκριση με την ελλαδική ακροδεξιά που ασχολείται με την αποκατάσταση των Έξι, με τον Μεταξά, τον Παπαδόπουλο και τον βασιλιά, είναι αποκαλυπτική. Αν στην Γαλλία η Λεπέν θριαμβεύει, το πέτυχε γιατί συνδέθηκε με πραγματικά κοινωνικά αιτήματα - δεν ασχολείται με την αποκατάσταση του... Πεταίν ή την εκτέλεση του... Μπραζιγιάκ.
Δεν ξέρω τελικά αν τα μεγάλα λόγια έχουν πια καμιά σημασία μπροστά σε έναν οργανισμό εκφυλισμένο που... απέχει ή συμμετέχει επιβεβαιώνοντας την πολιτική σύγχυσή του. Η περίφημη «επανεκκίνηση» πάντως, με αυτούς τους ανθρώπους, αυτό το πολιτικό προσωπικό, δεν έχει κανένα νόημα. Πενήντα χρόνια μεταπολιτευτικής δημοκρατίας κλείνουν και οι συνέπειες δεν είναι ακόμη πλήρως ορατές. Απλώς έχει αρχίσει να φαίνεται σε μία άκρη του μήλου το σάπισμα.
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Βλάσης Γαβριηλίδης έγραφε πως η ελληνική κοινωνία ήταν έτοιμη για μια επανάσταση αλλά δεν υπήρχαν οι επαναστάτες. Αν ζούσε σήμερα δεν νομίζω πως θα έλεγε κάτι παρόμοιο. Μπροστά στην εξαχρείωση του Tik Tok και τους εκλεγόμενους YouTubers (μη ξεχνάμε την Κύπρο που κάπως έτσι αντιμετωπίζει τα πενήντα χρόνια κατοχής), θα έσκυβε το κεφάλι και θα περίμενε μέσα από το σαπισμένο μήλο να προβάλει αυτό στο οποίο κατέφευγε, μπροστά στο αδιέξοδο, ο Ευριπίδης: ο από μηχανής θεός της ελληνικής τραγωδίας.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Ας μιλήσουμε για την Ευρώπη

Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ


Δεν είναι πρωτόγνωρα τα φαινόμενα ιλαροτραγωδίας που συνοδεύουν και τις επικείμενες εκλογές, με τα ψηφοδέλτια για τα επίδοξα μέλη ενός πολιτικού σώματος χωρίς καμιά ουσιώδη αρμοδιότητα, όπως είναι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Η κωμική πρόσοψη, ωστόσο, δεν είναι ικανή να αποκρύψει την τραγική απόληξη που έχει κάθε ιλαροτραγωδία και δεν επιτρέπει τον ψυχωφελή αναχωρητισμό. Πιθανότατα, μάλιστα, αναχωρητισμός να είναι η ίδια η βαρύθυμη προσέλευση σε μια διαδικασία επιλογής αδιάφορης μπροστά στην άλλοτε ύπουλη και άλλοτε βάναυση κατάρρευση της Ευρώπης. Κατάρρευση η οποία δεν αντιμετωπίζεται με την επιλογή χρωμάτων της πρόσοψης ενός κτηρίου που είναι σήμερα άδειο κέλυφος, το κέλυφος της υποτέλειας και της παρακμής της γηραιάς ηπείρου.
Αν οι Βρυξέλλες και το Στρασβούργο αντικατοπτρίζουν σήμερα απλώς την αφάνεια των ευρωπαϊκών λαών, προς δόξαν μιας διαχειριστικής διακυβέρνησης που θυμάται την έννοια της κυριαρχίας μόνο για να απογυμνώνει τα έθνη αλλά όχι και για να απαιτεί μιαν ευρωπαϊκή ισχύ, ομολογώ πως δεν είναι εύκολο να βρει κανείς τον τρόπο να αντισταθεί σε μια εμπεδωμένη νοοτροπία προτεκτοράτου έναντι της αμερικανικής αυτοκρατορίας· νοοτροπία που θέλει την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπάρχει μόνο για να κατανέμει δευτερεύουσες εξουσίες, να διανέμει κονδύλια και να απονέμει τιμές (εξαγοράζοντας όσους την αμφισβητούν ώστε να συντηρείται μια αυταπάτη ενότητας) ή να διοργανώνει κακόγουστα πάρτυ τα οποία απλώς επιβεβαιώνουν και την πνευματική υποτέλεια και την πολιτική παρακμή.
Διχασμένη επί της ουσίας, η Ευρώπη είναι εδώ και καιρό πεδίο άγονης αντιπαράθεσης μεταξύ μιας αλαζονικής δεξιάς και μιας εκφυλισμένης αριστεράς που ομονοούν όταν πρόκειται να επιτεθούν στα τελευταία οχυρά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αφού επιδιώκουν αμφότερες να αντικαταστήσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα με τον παγκοσμιοποιημένο ηδονισμό. Απέναντι σε αυτή την επίθεση εξαπλώνονται κινήματα αντίστασης που όμως εγκλωβίζονται σε ψευδαισθήσεις επιστροφής στα έθνη- κράτη, με συνέπεια η Ευρώπη να κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια σκακιέρα για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα των δύο μεγάλων δυνάμεων του νέου πολυπολικού κόσμου, των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο τρίτος δρόμος, η δέσμευση για μια ευρωπαϊκή ενοποίηση που δεν θα βασίζεται στον αγώνα ενάντια στις ταυτότητες και τις παραδόσεις, όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι φεντεραλιστές αλλά στην συνύπαρξη και την σύνθεσή τους, φαίνεται ακόμη αδιάβατος.
Και στην Ελλάδα; Χρόνια τώρα συντελείται, εν μέσω εξάρσεων και υφέσεων, δοκιμασιών επώδυνων ή σιωπηρών, μια λειτουργία μοιραία και αναπόφευκτη. Πεθαίνει από βιολογική εξάντληση ο πολιτικός κόσμος του μεταπολέμου- όχι απλώς της μεταπολίτευσης. Χρειάστηκαν ογδόντα χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους για να έρθει το 1910 και η είσοδος νέων κοινωνικών δυνάμεων που υποσχέθηκαν μια ευφρόσυνη επέκταση. Χρειάστηκαν ογδόντα πάλι χρόνια από το 1945 (με τη νίκη που αποσόβησε τον εθνικό ακρωτηριασμό), ώστε να φτάσει στα φυσιολογικά της όρια μια ιδιόμορφη (ας την πούμε) αστική ηγεσία. Η μεταπολιτευτική αυταπάτη (μιας ισχυρής δημοκρατίας) κατέρρευσε με πάταγο το 2010 αλλά συνεχίζει να υπάρχει χάρη στον νόμο της αδρανείας και στην πολύτιμη βοήθεια που της «προσέφερε» η λαίλαπα των τάχα αντιμνημονιακών δυνάμεων της αριστεράς και της ακροδεξιάς που με την ανικανότητά τους επανέφεραν στην κυβερνητική ευθύνη, ακόμη πιο θλιβερούς, ακόμη πιο θρασείς, εκείνους που οδήγησαν στην χρεοκοπία. Όλα τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής τα οποία πυργώνουν την λαϊκή αγανάκτηση, τώρα πλέον προκαλούν αίσθημα απόγνωσης και ασφυξίας, μια παραίτηση άνευ προηγουμένου. Σε τούτο το μελαγχολικό λυκόφως, δεν υπάρχει πλέον ούτε ένας ζωτικός σφαδασμός, ούτε βρόντος ή λυγμός, μονάχα ένα εορταστικό ξέσπασμα, όποτε βρεθεί η κατάλληλη αφορμή.
Στο περιβάλλον αυτό τι νόημα έχει η ψήφος για την Ευρώπη; Θα μπορούσαμε να θέσουμε ως όριο σε αυτή την απόφαση τον αγώνα να μην ευνοήσουμε έναν εχθρό έξω από την Ευρώπη για να επιλύσουμε τις εσωτερικές μας διαμάχες. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτοί που θα έπρεπε να είναι οι εγγυητές της ευρωπαϊκής ενότητας, έχουν καταστεί οι εχθροί της; Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η Ευρώπη σήμερα υπάρχει στον βαθμό που αμφισβητείται ο νομικός της μηχανισμός, στον βαθμό δηλαδή που λαοί, τάσεις, κόμματα πολεμούν την κοινή αποξένωση της οποίας αισθάνονται αντικείμενο. Συνεπώς, δεν πρέπει να λυπηθούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν θέλουμε όντως να σώσουμε την ευρωπαϊκή ιδέα. Δεν υπονοώ μιαν απόσχιση. Η απόσχιση από την Ε.Ε. δεν θα άλλαζε τίποτα στην αλληλεξάρτηση και τις κοινές προκλήσεις που οι χώρες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν.
Δεν υπάρχει μια απλή και σίγουρη φόρμουλα για την αναγέννηση και την ευημερία της Ευρώπης. Μπορούμε όμως να τονώσουμε τις λίγες αχτίδες που φέγγουν μέσα στο σκοτάδι. Να αξιολογήσουμε σωστά τις δυνατότητές μας και να τις τεντώσουμε με θάρρος ως τα άκρα. Να αποδεχθούμε την μοίρα μας αλλά και να επιλέξουμε την συνειδητή στάση μας προ αυτής. Κι αυτή η επιλογή είναι η αντίσταση τόσο στην αμερικανική επιθυμία (που θέλοντας να αποτρέψει πάση θυσία την ανάδυση μιας Ευρώπης από τον Ατλαντικό μέχρι το Βλαδιβοστόκ, δεν διστάζει, υποτιμώντας τον κινεζικό κίνδυνο, να διχάσει οριστικά την ήπειρό μας για να οργανώσει έναν παγκόσμιο διπολισμό), όσο και στις υλιστικές ελίτ της Ρωσίας που στρέφονται στην Ασία και στην λογική των αυτοκρατοριών, συμμαχώντας ακόμη και με το Ισλάμ σε μια στρατηγική τρίτου πόλου μεταξύ Δύσης και Κίνας, ελπίζοντας στα αναδυόμενα έθνη που δεν σκοπεύουν πλέον να λυγίσουν στις δυτικές επιταγές. Δεν θα το πετύχουν ούτε οι δυτικές ελίτ ούτε η Ρωσία. Θα συνθλιβούν μαζί, γιατί μόνο μαζί θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια πορεία ευημερίας και ανεξαρτησίας σε έναν πολυκεντρικό κόσμο που δύο αυτοκρατορίες, οι ΗΠΑ και η Κίνα, θα κατευθύνουν.
Η Ευρώπη κινδυνεύει σήμερα να γίνει και πάλι το πεδίο μάχης όπου επαναλαμβάνεται η αιώνια αντιπαράθεση, που κάποτε περιέγραψε ο Θουκυδίδης, μεταξύ της αναδυόμενης και της κυρίαρχης δύναμης. Κι όμως. Η μοίρα μας ως Ευρωπαίων δεν είναι να παραμείνουμε στο περιθώριο της ζωής, είτε στο ιστορικό προαύλιο είτε σ’ ένα φανατικό μίσος για το παρελθόν μας που μας εκθέτει στον θανατηφόρο μαύρο ήλιο του ανεξέλεγκτου μοντερνισμού. Αν είχαμε προσέξει περισσότερο την ετυμολογία της επανάστασης, θα ξέραμε ότι η λέξη σημαίνει επιστροφή σε ένα σημείο προέλευσης, ορίζει μια κυκλική κίνηση, μια εξέλιξη που επιστρέφει, μια αιώνια επιστροφή της άνοιξης. Το ζήτημα δεν είναι φυσικά να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο, σε ένα παρελθόν μουσειακό ή και θρυλικό, για να στήσουμε ξανά τις σκηνές μας εκεί, αλλά να αναβαπτιστούμε στους θησαυρούς της μακραίωνης μνήμης μας. Αλλά αυτό, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι μια προσωπική απόφαση που πάει πολύ πιο πέρα από την ψήφο της 9ης Ιουνίου.