Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ευγένιος Βούλγαρις: Κοσμολογία και Φυσική Φιλοσοφία στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η εισαγωγή των θετικών επιστημών στον υπόδουλο Ελληνισμό αποτέλεσε ένα πεδίο έντονων πνευματικών αναζητήσεων, αλλά και ιδεολογικών συγκρούσεων. Οι Έλληνες λόγιοι της εποχής κλήθηκαν να επιτελέσουν το έργο της «μετακένωσης», δηλαδή της μεταφοράς των επαναστατικών επιστημονικών ανακαλύψεων της Δυτικής Ευρώπης στην καθ' ημάς Ανατολή. Στην πρωτοπορία αυτής της προσπάθειας βρέθηκε ο Ευγένιος Βούλγαρις, μια από τις εμβληματικότερες μορφές της νεοελληνικής παιδείας. Αν και ευρύτερα γνωστός για το θεολογικό και φιλοσοφικό του έργο, ο Βούλγαρις επέδειξε συστηματικό ενδιαφέρον για τη μελέτη της Φυσικής Φιλοσοφίας και της Κοσμολογίας. Το παρόν άρθρο -μικρό μέρος της διδακτορικής διατριβής μου- εξετάζει τη συμβολή του γηραιού δασκάλου στο πεδίο των φυσικών επιστημών, εστιάζοντας στα δύο κορυφαία συγγράμματά του που εκδόθηκαν στη Βιέννη το 1805: το Περί Συστήματος του Παντός και το Τα αρέσκοντα τοις Φιλοσόφοις. Μέσα από τη σύντομη ανάλυση αυτών των έργων, αναδεικνύεται η προσπάθεια του Βούλγαρι να γεφυρώσει τις νέες επιστημονικές θεωρίες με την ορθόδοξη θεολογική παράδοση, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις εσωτερικές αντιφάσεις και τους δισταγμούς της σκέψης του απέναντι στο ηλιοκεντρικό σύστημα και τη νεωτερικότητα.
Πέρα όμως από αυτήν τη συμβολή στο πεδίο των θετικών επιστημών, ο Βούλγαρις θα εκθέσει, κάπως διστακτικά βέβαια, και θεωρίες της φυσικής επιστήμης. Δύο είναι τα βασικά έργα του που καταπιάνονται με ζητήματα της Κοσμολογίας και Φυσικής Φιλοσοφίας. Και τα δύο εκδόθηκαν το 1805 στη Βιέννη, στο τυπογραφείο του Γεωργίου Βενδότη, με χρηματοδότηση των Ζωσιμάδων. Το πρώτο φέρει τον τίτλο Περί Συστήματος του Παντός και είναι ένα κλασικό εγχειρίδιο αστρονομίας. Το δεύτερο, ένας ογκωδέστατος τόμος αποτελούμενος από 432 σελίδες με μεγάλο αριθμό διαγραμμάτων υπό τον τίτλο Τα αρέσκοντα τοις Φιλοσόφοις, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα συγγράμματα Κοσμολογίας και φυσικής της εποχής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.
Και τα δύο αυτά έργα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτουν το μέγεθος και την ευρύτητα της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης του γηραιού δασκάλου, και, όπως φυσικά δείχνουν οι τίτλοι τους, αποτέλεσαν έργα της διδακτικής του δραστηριότητας στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, στην Αθωνιάδα και στην Πατριαρχική Ακαδημία. Τούτο τεκμηριώνεται από τα λεγόμενα του μαθητή του στην Αθωνιάδα, Ιώσηπου Μοισιόδακα, που επικρίνει τη θέση του δασκάλου του για την άρνησή του ότι υπάρχουν άλλοι πλανήτες κατοικημένοι εκτός από το δικό μας:
«ο κλεινός Ευγένιος εν πολλοίς μέρεσι της Λογικής αυτού, και κατ’ εξοχήν είτα εν τω παραγρ. Ιθ΄ της δευτέρας Προδιατριβής αυτού, ουχί μόνον απαρέσκεται τη υπολήψει της οικήσεως των πλανητών, ή τη πληθύι των κόσμων, αλλά και απελέγχει, μάλιστα στηλιτεύει τους δοξάζοντας αυτήν, καλών αυτήν την υπόληψιν αλογιστίαν, και λέγων περί των Φιλοσόφων των προστατών αυτής, πως εξαμαρτάνουσιν αναξιωτάτως της φιλοσοφικής επαγγελίας αυτών, δια τι; διότι μεταπηδώσιν, ως λέγει ο σοφός ανήρ, από του επί μέρους, επί το καθόλου ή από του δυνάμει επί το ενεργεία»· Απολογία, [Βιέννη 1780], επιμέλεια Άλκης Αγγέλου. Αθήνα 1992: Ερμής, σ. 106 σημ. 1. Εδώ βέβαια επικαλείται τη Λογική και προφανώς τις θέσεις, που σε αυτή διατύπωσε για την αστρονομία ο Κερκυραίος δάσκαλος.
Στα δεκατέσσερα κεφάλαια του πρώτου έργου ο Βούλγαρις αναλύει ζητήματα που αφορούν τους αστέρες, τους πλανήτες, τη σελήνη, τον ήλιο, το φως και τους κομήτες. Παρότι περιορίζει τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις σε ό,τι αφορά το ηλιοκεντρικό σύστημα και την κίνηση της γης, δεν παύει να επικαλείται και να συνοψίζει τις θεωρίες παλαιότερων και νεότερων επιστημόνων, όπως του Πτολεμαίου, του Κοπέρνικου και του Τύχωνα Brahe:
«το τρίτον των ημίν εις έρευναν προτεθέντων ει εγκριτέον εστί του Πτολεμαίου, και Κοπέρνικου, το Τυχώνειον σύστημα, εκ των ειρημένων ευαμαρώς πάνυ επιλύεται. Ει γαρ ουχί τη φύσει αντίκειται, ως το Πτολεμαϊκόν ουδέ ταις ιεραίς Σελίσιν, ως το Κοπερνικαίον τη δε Αστρονομία καθ’ εαυτό μάλιστα συνείδον κατείληπται εικότως άρα αμφοτέρων εκείνων εγκρίνεται προτιμώτερον. Καίτοι μηδείς ηγείσθω, ούτως ημάς πεπείσθαι απαρατρέπτων καθ’ εαυτά έχει προς άλληλα τα εν τω παντί σώματα, ως υπό Τύχωνος υποτέθειται. Ου τούτο φρονούμεν εκείνο δε, μάλλον πιθανωτέραν είναι των άλλων ηγούμεθα την δόξαν, και ταύτη εμμένειν προσήκον αποφαινόμεθα, έως αν μείζον επί τούτων φως ημίν επιλάμψη»· Περί Συστήματος του Παντός, σ. 63.
Ωστόσο, επάνω στο ζήτημα του ηλιοκεντρικού συστήματος δεν μπόρεσε να προχωρήσει όπως ο Νικηφόρος Θεοτόκης, στην αποδοχή δηλαδή της κοπερνίκειας θεωρίας. Παρέμεινε διστακτικός απέναντι σε αυτή τη κοσμολογική θεωρία, βρίσκοντας καταφύγιο στη συμβιβαστική τυχώνεια σκέψη. Τούτο, βέβαια, δεν υποδήλωνε καμία αδυναμία αποδοχής των φυσικών εννοιών στη σκέψη του Βούλγαρι. Αντίθετα, πήγαζε από τη θέση του να βλέπει τις θεωρίες των φυσικών επιστημών από τη σκοπιά που αυτές δεν θα παραβίαζαν πρωταρχικές και θεμελιώδεις αλήθειες της Αγίας Γραφής.
Βέβαια, ήταν προϊόν της  συγχώνευσης της προγενέστερης νεοαριστοτελικής κορυδαλικής παράδοσης η οποία, σε συνδυασμό με τη θεολογική σκέψη κατά τον 17ο και στις αρχές του 18ου αιώνα, εμπόδισε σημαντικότατους λογίους, όπως ο ουμανιστής Πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος Νοταράς, να αποδεχθούν πλήρως τις θεωρίες του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα. Πρόκειται εδώ για τη διαμάχη των αριστοτελικών με τους νεότερους, που αυτούσια φαίνεται να μεταφέρθηκε από την αντίστοιχη των σχολαστικών και νεότερων στον ευρωπαϊκό χώρο κατά τον 17ο αιώνα, και, όπως ήταν φυσικό, το απείκασμά της είχε ισχυρό αντίκτυπο στην καθ’ ημάς Ανατολή.
Αν με το παραπάνω έργο ο Βούλγαρις δεν κατόρθωσε να πετύχει αυτό που τόλμησε ο συμπατριώτης του Νικηφόρος Θεοτόκης –να αποδεχθεί δηλαδή τη νευτώνεια φυσική– με το Τα αρέσκοντα τοις Φιλοσόφοις κατάφερε να προσφέρει μια συστηματική ερμηνεία διαφόρων ορισμών της φύσης και αντικειμένων της φυσικής επιστήμης. Διαρθρωμένο σε 31 κεφάλαια, το έργο παρουσιάζει το εξαιρετικό ενδιαφέρον του Βούλγαρι για τις λεπτομέρειες των φυσικών επιστημών. Παράλληλα, εκθέτει και τις γενικότερες τάσεις της φυσικοφιλοσοφικής σκέψης του Έλληνα διανοητή. Γι’ αυτό και ορθά υποστηρίζεται ότι ο χαρακτήρας του έργου είναι αυστηρά φιλοσοφικός. Ονόματα και θεωρίες αρχαίων και νεότερων φιλοσόφων διαπερνούν ολόκληρη την έκταση του έργου. Άλλοτε υιοθετεί και άλλοτε επικρίνει όσα πρέσβευαν οι Σχολαστικοί, οι Ελεάτες, ο Αριστοτέλης, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος, ο Πλούταρχος, ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας, ο Ζήνωνας, ο Descartes, ο Gassendi, ο Leibniz, ο Wolff, ο Musschenbroek, ο Maignan και ο Newton.
Το κύριο σώμα του απαρτίζεται από την απαρίθμηση αρχών της Φυσικής: φύση του σώματος, ύλη, έκταση και μορφή, διαιρετότητα και σύνθεση των σωμάτων, έννοια της μορφής, πυκνότητα, αραιότητα, σκληρότητα, πλαστικότητα και αδράνεια των σωμάτων, έννοια του χρόνου, του χώρου και του κενού, μάζα και βαρύτητα, κίνηση μάζας επί κεκλιμένου πεδίου, κίνηση του εκκρεμούς, κεντρόφυγες και κεντρομόλες δυνάμεις, έλξη, πυκνότητα, συνάφεια, ρευστότητα, υδροστατικές δυνάμεις, γη, νερό, αέρας, φωτιά, φως, αντανάκλαση του φωτός, φάσμα κ.λπ.
Εκείνο, ωστόσο, που οφείλω να σημειώσω εδώ είναι η κριτική του έναντι του καρτεσιανισμού. Καταδικάζει την «κουφότητα του ανδρός», κατατάσσει τον Descartes στους δημιουργούς «φαντασμάτων» και χαρακτηρίζει τη θεωρία του ως «αρχολογίαν» και «αστεϊσμό». Βέβαια, η κριτική αυτή λειτουργεί υποδειγματικά. Η απόρριψη της καρτεσιανής θεωρίας γίνεται κάτω από το βάρος όχι της αδυναμίας του Βούλγαρι να την ενστερνιστεί, αλλά για να στηρίξει την ταύτισή του με τη γεωκεντρική υπόθεση.
Συμπερασματικά, το κοσμολογικό και φυσικοφιλοσοφικό έργο του Ευγένιου Βούλγαρι αποτυπώνει ανάγλυφα τις εσωτερικές εντάσεις και τις ιδεολογικές ισορροπίες που χαρακτήρισαν την πρώιμη φάση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Μέσα από τα συγγράμματά του Περί Συστήματος του Παντός και Τα αρέσκοντα τοις Φιλοσόφοις, ο γηραιός δάσκαλος επιτελεί ένα σπουδαίο μετακενωτικό έργο, εισάγοντας στην ελληνική παιδεία τις σύγχρονες ευρωπαϊκές επιστημονικές αναζητήσεις και έννοιες της Φυσικής. Ωστόσο, η επιμονή του στο συμβιβαστικό τυχώνειο σύστημα και η πολεμική του κατά του καρτεσιανισμού αναδεικνύουν τα όρια της επιστημονικής του τόλμης. Σε αντίθεση με ριζοσπαστικότερους συγχρόνους του, όπως ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Βούλγαρις επιλέγει συνειδητά να μην υπερβεί τα ερμηνευτικά πλαίσια της Αγίας Γραφής και της νεοαριστοτελικής παράδοσης. Η στάση του αυτή, αν και διστακτική απέναντι στο ηλιοκεντρικό μοντέλο, δεν μειώνει την αξία της προσφοράς του· αντίθετα, καθιστά το έργο του ένα πολύτιμο τεκμήριο της πνευματικής μετάβασης της καθ' ημάς Ανατολής προς τη νεωτερικότητα, όπου η ανάγκη για επιστημονική ανανέωση συνομιλεί διαρκώς με τη διαφύλαξη της δογματικής αυθεντίας.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αγγελομάτη - Τσουγκαράκη, Ε. (επιμ.) (2009). Ευγένιος Βούλγαρης. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Κέρκυρα, 1–3 Δεκεμβρίου 2006). Αθήνα: Ιόνιο Πανεπιστήμιο / Εκδόσεις Κανάκη.
Δημαράς, Θ. Κ.  (1985). Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Ερμής.
Καραφύλλης, Γ. (1993). Ο Ευγένιος Βούλγαρις και η Φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Αθήνα: Ίδρυμα Ευαγγέλου Παπανούτσου.
Καλαμάτας, Ι. Α. (2011). Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806): Σκιαγράφηση των πολιτισμικών αλλαγών και των ιδεολογικών ζυμώσεων στον 18ο αιώνα. Θεσσαλονίκη: Διδακτορική Διατριβή. Θεολογική Σχολή ΑΠΘ.
Κιτρομηλίδης, Π. (1999). Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Κονδύλης, Π. (1988). Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Οι φιλοσοφικές ιδέες. Αθήνα: Θεμέλιο.
Νούτσος, Π. (επιμ.) (1993). Η Νεοελληνική Φιλοσοφία: Από τον 14ο ώς τον 19ο αιώνα. Αθήνα: Γνώση.
Πασχαλίδης, Α. Σ. (επιμ.) (2018). Ευγενίου Βουλγάρεως έργα: Θεολογικά - Ιστορικά - Μεταφράσεις. Θεσσαλονίκη: Αγιορειτική Εστία.
Πέτσιος, Θ. Κωνσταντίνος. (επιμ.). (2010). Ευγενίου Βουλγάρεως Η Λογική. Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων - Τομέας Φιλοσοφίας. Εργστήριο Ερευνών Νεοελληνικής Φιλοσοφίας. 
Ψημμένος, Ν. (1989). Η Ελληνική Φιλοσοφία από το 1453 ως το 1821. Αθήνα: Γνώση.

Batalden, K. S.  (1982). Catherine II's Greek Prelate: Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806. New York: Columbia University Press.
Henderson, G. P. (1977). The Revival of Greek Thought, 1620-1830. Edinburgh: Scottish Academic Press· [ελληνική μετάφραση: Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού 1620-183: Η ελληνική φιλοσοφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μτφρ. Φ Βώρος. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών].

Γεννημένος Ποιητής

«Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ελύτης τον χαρακτηρίζει “Ελληνοσύρο μάγο”, με μόνη διαφορά ότι ο Ρωμανός ήταν Έλλην στη γλώσσα του και ουσιαστικά ξένος προς τους συρογλώσσους της ιδιαίτερης πατρίδας του. Η άνθιση της τέχνης του συμβάδιζε με τη δυναμική του κέντρου μέσα στο οποίο ενετάχθη αλλά και με της εποχής του τα ανοίγματα – εποχή δόξας και μεγαλείου. Στο θρόνο ηγεμόνευε ο Ιουστινιανός· πλάι του η “κυπρία” Θεοδώρα. Το όνομά τους συνδέεται με γεγονότα ή πράξεις που συντελούν σε καθοριστικές αλλαγές και οδηγούν στην πολυδύναμη ανάπτυξη της αυτοκρατορίας […]
»Το φωτοστέφανο που στόλιζε την ποίηση του Ρωμανού μας δίνει ακριβώς την εικόνα που είχαν γι’ αυτόν οι άνθρωποι της εποχής του και οι αμέσως επόμενοι. Η πρώτη κιόλας ποιητική του εμφάνιση από του άμβωνος (φαίνεται κι από το αρχαίο Συναξάριο ότι ο ύμνος ψαλλόταν εκεί) συνδέεται από το σημείον της θεοπνευστίας. Άσχετα από την ιστορικότητα ή όχι του θαύματος (το θαύμα είναι ακριβώς η κατάργηση του ιστορικού χρόνου), στεκόμαστε στο φυσικό και αυτονόητο για την εποχή του Ρωμανού γεγονός της κατάποσης χάρτου. Η θεία έμπνευση εισέρχεται στο σώμα του ποιητή ρεαλιστικά και αυτός εγείρεται, ώριμος και πλήρης, όπως η Αθηνά, που βγαίνει με τ’ άρματά της από το κεφάλι του πατέρα της. Κείνο που συμπεράνουμε από την ιστόρηση του θαύματος, είναι ότι ο Ρωμανός γεννήθηκε Ποιητής, του είχε οριστεί με θεία εντολή ν’ ακολουθήσει τον θεσπέσιο δρόμο της υμνογραφικής δημιουργίας […]
»Με λίγα λόγια έχουμε μπροστά μας έναν ποιητή του οποίου η αξία θα πρέπει εξ όνυχος να συλλάβουμε, μη λησμονούντες, επίσης, ό,τι κατ’ ανάγκην λειτουργούμε μονόχορδα – μας διαφεύγει το μέλος που έντυνε τον ύμνο. Πρέπει ακόμα να στοχαζόμαστε πως η σύγχρονη εκκλησιαστική μελωδία (και μαζί της οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις μας) δεν σχετίζονται με τα μελίσματα και τους τρόπους της αρχαίας εκκλησιαστικής μελωδίας του 6ου αιώνα. Είναι βασικό για τον ακροατή αλλά και το μεταφραστή να θυμούνται πως ο ύμνος δεν προοριζόταν προς ανάγνωση παρά ως ψαλμωδία. Χάρη στη σύζευξη του λόγου με τον ήχο αποκτούσε ο ύμνος την πραγματική σημασία και την υπόστασή του. Η σχέση του υμνωδού με το εκκλησίασμα ήτανε μυστική και είχε ως αποτέλεσμα τούτος να γίνεται ο ενδιάμεσος, το γλυκόφθογγο όργανο που εξέφραζε με το έργο του τα αισθήματα των πιστών. Για ν’ αληθεύει το ρηθέν του Μεγάλου Αθανασίου: “Αυτός ο άνθρωπος ψαλτήριον γενόμενος”».


Ρωμανού του Μελωδού. (1997). Τρεις Ύμνοι: Εις την Γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις την Ανάστασιν του Κυρίου. Εις την Ανάληψιν του Κυρίου. Εισαγωγή – μετάφραση Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Αθήνα: Άγρα, σσ. 10-11, 12, 13-14.