ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ. (2017). Μανουήλ Σκριβά του μεταφραστού Carmen et error. Ωδές και Στίχοι. Αθήνα: Τα Φυλλάδια της Περισπωμένης, σ. 23.
Συνθλίβω ανάμεσα στις ευγενικές μου παλάμες το ρόδι της χαράς. Ανοίγω το κλουβί των πουλιών να πετάξουν, ελεύθερα, μέσα στη νύχτα· ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022
Η λογοτεχνία κρατάει ταγάρι
Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
«Της έδειξα το ταγάρι και συγκινήθηκε». Σημείωση συντάκτη: Η συγκεκινημένη δεν είναι μέλος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, που θυμήθηκε τα νιάτα της. Πρόκειται για τη γιαγιά της αφηγήτριας στο διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Οικογενειακή Ιστορία». Υποσημείωση εξεταστή: «Ταγάρι» είδος τσάντας. Παραλείπεται η μεταφορική χρήση της λέξης «ταγάρι», που στην εποχή της νεότητός μου ήταν κάτι αντίστοιχο με τον χαρακτηρισμό κάποιου ή κάποιας ως «πατσαβούρας» – στο πιο ελαφρύ, παρακαλώ. Ερώτηση κρίσεως προς τους εξεταζομένους: «Eσείς αν ήσασταν στη θέση της αφηγήτριας, θα κρατούσατε το ταγάρι ή όχι και γιατί;». Απορία εξεταζομένου: «Ανεξαρτήτως φύλου;». Σχόλιο εξεταστή: «Oχι σεξιστικά σχόλια, παρακαλώ». Δεν είναι τίποτε φοβερό. Είναι το ένα από τα τρία θέματα που δόθηκαν στους υποψηφίους για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στο μάθημα «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία». Το δεύτερο φέρει τον βαρύγδουπο τίτλο «Γιατί να μαθαίνουμε Ιστορία;» απόσπασμα από βιβλίο του Ραϋμόνδου Αλβανού, που προσφέρεται για άσκηση κοινότοπων ιδεών, και το τρίτο από την πρωθιέρεια της ποίησης Κική Δημουλά, με τίτλο «Θυμάμαι, άρα ζω;», στο οποίο η ποιήτρια μάς δείχνει πώς ένα λογοπαίγνιο αρκεί όχι μόνο για να θεωρηθείς μεγάλη ποιήτρια αλλά και για να υπερβείς τα όρια της καρτεσιανής φιλοσοφίας. «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», ο Καρτέσιος. «Θυμάμαι, άρα ζω» η Δημουλά.
Σήμερα θα ασχοληθώ με το ταγάρι. Ζητώ την κατανόησή σας. Στα νιάτα μου φλέρταρα, και ερωτεύθηκα πλειστάκις, με κοπέλες που το κρεμούσαν στον ώμο τους. Oταν αντίκρισα για πρώτη φορά τσάντα Louis Vuitton, αισθάνθηκα το ίδιο πολιτισμικό σοκ που αισθάνθηκα όταν σε παιδικό πάρτι της κόρης μου άκουσα συμπαθή μαμά να μου λέει: «Ο γιος μου πάει στο Αρσάκειο». Παρ’ όλ’ αυτά, τη συνήθισα. Oλα τα συνηθίζεις.
Την εκτίμησή μου για τη λογοτεχνία του Θανάση Βαλτινού την έχω ήδη επιδείξει. Δεν χρειάζεται ως εκ τούτου να την επαναλάβω εδώ για να εξηγήσω ότι όσα ακολουθούν δεν αφορούν το έργο του, αλλά τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει η εκπαίδευση τη λογοτεχνική δημιουργία και τον τρόπο προσέγγισής της. Δεν πονάει, κυρίες και κύριοι. Κι αν εσείς, ως εξεταστές, βαριέστε να διαβάσετε και να κρίνετε ένα λογοτεχνικό κείμενο, υπακούοντας στους όρους που το ίδιο θέτει, δεν σας φταίνε τίποτε οι έφηβοι από τους οποίους στερείτε, με δική σας ευθύνη, μία από τις πιο γενναιόδωρες εκδοχές της σκέψης, την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Η ανάγνωσή της προϋποθέτει την απόλαυση. Κι αν τη στερήσεις αυτή, δεν μένει παρά το ταγάρι και μερικές οδηγίες συναρμολόγησης.
ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022
Ενάντια στην «υμνητική» και «αποδομητική» Ιστορία
«Κατά την ταπεινή μου εκτίμηση, η Ιστορία, κι αν τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας διδάξει, τούτο πρέπει να μας καλλιεργεί: πολιτική συνείδηση. Πολιτική θα πει να είμαι πολίτης. Και πολίτης σημαίνει να είμαι οργανικό μέλος ενός σώματος που λέγεται Πόλις. Η Πόλις ήταν το αυστηρό προγονικό μας ιδανικό. Από αυτή απέρρευσαν και η πολιτική και ο πολιτισμός, ομοίως και η πολιτεία με την έννοια του καταστατικού χάρτη υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Αλίμονο, αν στην αρχαιότητα κάποιος που είχε το προνόμοιο να είναι πολίτης δε σήκωνε την ευθύνη του προνομίου αυτού. Έθετε σε κίνδυνο τα υποστηλώματα της κοινωνίας, πάνω στα οποία στηρίζονται τα δικαιώματα, που τα πλείστα έχουν κατακτηθεί με αίμα. Γι’ αυτό όσοι ασχολούμαστε με την Ιστορία, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάνουμε μάθημα ευθύνης».
ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ. (2021). Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Μεγάλες μορφές και μεγάλες στιγμές του ’21, τ. Β΄. Αθήνα: Ψυχογιός, σ. 260.
Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022
Οι δύο εκδοχές της Ιστορίας
«Οι δύο από τις εκδοχές για ό,τι είναι δυνατόν να θεωρηθεί σήμερα ως “ιστορία” – εκδοχές τις οποίες απλώς σκιαγραφήσαμε και μόνον υπαινικτικά κρίναμε – παρουσιάζουν την ακόλουθη διαφορά, τούτην εδώ: η μία - η ελληνική - χριστιανική – είναι θεμελιωμένη στην παραδοχή του “αρρήτου” και στην εκ μέρους του ανθρώπου αναγνώριση του γεγονότος ότι η δια της λογικής πρόσβαση στην “ουσία” του “αρρήτου” είναι ένα εγχείρημα εξ ορισμού ατελέσφορο· η άλλη – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού – παραπέμπει αδιάκοπα σε μιάν “αντικειμενική” και πάντα κλεισμένη μέσα στα όρια του “φυσικού” “αλήθεια”, της οποίας η κατοχή παρέχει αυτομάτως το δικαίωμα της παρέμβασης (συχνά με “όλα τα μέσα”) στη λεγόμενη σφαίρα της κοινωνικής πράξης με την πρόθεση να εκτραπούν τα πάντα προς μια και μοναδική κατεύθυνση· η μια πάλι – η ελληνική - χριστιανική – είναι σαν πλασμένη από χέρι αόρατο σε μια πολυαίωνη διαδρομή, στην οποία έχουν κατισχύσει διαδοχικά ποικιλόμορφα και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα· η άλλη πάλι – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού – είναι κατασκευασμένη από τον νου ορισμένων, οπωσδήποτε ιδιοφυών ανθρώπων, όμως δεν παύει να υφίσταται - όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα ανθρώπινα – την επενέργεια την αναπόφευκτη του νόμου της γέννησης, της ανάπτυξης και της φθοράς· η μια τέλος – η ελληνική - χριστιανική -, με το να αναγάγει τον ανθρώπινο λόγο και την ανθρώπινη πράξη, σε κάτι το μη λογικά καθορισμένο και μη κωδικοποιημένο, σώζει διαρκώς το στοιχείο και της τραγικότητας και της ελευθερίας σε κάθε κρίσιμη ανθρώπινη εκλογή, ενώ συνάμα, το μυστικό στοιχείο που ενέχεται στα γεγονότα της ύπαρξης, του έρωτος και του θανάτου, κατά κανέναν τρόπο δεν αναιρείται ούτε εξοστρακίζεται αλλά πάντοτε συνανήκει στη ζωή τούτη, που, κατά τον Schmemann, “δόθηκε στον άνθρωπο για να είναι ένα μυστήριο της παρουσίας του Θεού, για να είναι κοινωνία με τον Θεό”· η άλλη, τέλος – δηλαδή εκείνη του ιστορικού υλισμού -, με το να θεσπίζει για τον ανθρώπινο λόγο και την ανθρώπινη πράξη ως κριτήριο της αλήθειας ή της αξίας τους κάτι το φαινομενικά συγκεκριμένο, όπως αυτό οριοθετείται από την παραδοχή ότι η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας διέπεται απόλυτα από “αντικειμενικούς” και επιδεκτικούς έλλογης περιγραφής “νόμους”, απολήγει συχνά και στη θέσπιση μιας εξουσιαστικής αρχής η οποία αποφαίνεται και γνωμοδοτεί για την εκάστοτε πολιτική “αλήθεια-οδηγό” της ανθρώπινης πράξης – “αλήθεια-οδηγό”, την οποία επιβάλλει τελικά».
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗΣ. (1999). Δύο εκδοχές της Ιστορίας. Αθήνα: Αρμός, σσ. 38-40.
Δευτέρα 5 Απριλίου 2021
Η Ιστορία ως επιπτύχωση
Στο δοκίμιο αυτό επιχειρείται μια ανατομία του ιστοριογραφικού λόγου καθώς και της εσωσχολικής και εξωσχολικής διδασκαλίας του, σε μια προσπάθεια να έρθουν στο προσκήνιο οι αγνοημένες καταναλωτικές τους διαστάσεις.
Με οδηγό τη σύγχρονη Φιλοσοφία της Ιστορίας, αρχικά εξετάζουμε τη θεωρία αλλά και τη διαδικασία της υιοθέτησης ενός δογματικού καταναλωτισμού από την ιστορική, και όχι μόνο, εκπαίδευση. Στη συνέχεια αναλύουμε τη βουλιμικότητα της ίδιας της ιστοριογραφίας, όπως καταγράφεται από την εποχή των Annales (1929), με την εκπληκτική «έκρηξη της ιστορίας», τον «πανιστορισμό», Κατόπιν μελετούμε τις επιπτώσεις αυτού του φαινομένου στη σύγχρονη υδροκεφαλική Διδακτική της Ιστορίας, καταλήγοντας στη διερεύνηση των όρων για μια ιστοριογραφική και διδακτική οικολογία. Τέλος, στο επίμετρο του βιβλίου και στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής προσέγγισης, θα ανιχνευτούν οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ μύθου και ιστορίας, αλλά και ανάμεσα στην ιδεολογία και την ιστορία, θα αναλυθεί το στερεότυπο σύνθημα της «ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας» καθώς και ο εν γένει φιλοπόλεμος χαρακτήρας της ιστοριογραφίας.
Η έκκληση για μια δεξίωση της Μυθιστορίας στη θέση του συνήθως εμπειριστικού ιστοριογραφικού λόγου θα αποτελέσει το τελικό πρόταγμα αυτού του δοκιμίου· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].
«Η νεωτερικότητα μας κληροδότησε το διάσημο, μαχητικό και στρατευμένο δίπτυχο “μυθοποίηση - απομυθοποίηση”, όπου τη μυθοποίηση συγκροτούν οι παραδοσιακές αφηγήσεις τους, και την απομυθοποίηση οι επιθετικές αναιρέσεις τους, αποδίδοντας σε αυτό έναν οριστικό, τελεσίδικο χαρακτήρα (όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην απομυθοποιητική ιστοριογραφία). Θεωρούμε όμως ότι είναι ανάγκη να συμπεριληφθεί αυτό το δίπτυχο μέσα σε ένα ευρύτερο τρίπτυχο, όπου τη μυθοποίηση ακολουθεί η απο-μυθοποίησή της, αλλά εκείνην, αναπόδραστα, η διηνεκής ανα-μυθοποίηση […] Περαιτέρω όμως, η συναίνεση στην ανα-μυθοποίηση θα σηματοδοτούσε και την αναγκαιότητα της διερεύνησης του καθεστώτος της επι-μυθοποίησης κάθε είδους λόγου, και συνεπώς του ιστοριογραφικού, δηλαδή του εγγενώς μυθοπλαστικού χαρακτήρα του».
ΑΝΤΩΝΗΣ Λ. ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ. (2020). Η Ιστορία ως επιπτύχωση. Από μια Ιστοριογραφία βουλιμική σε μια υδροκεφαλική Διδακτική της Ιστορίας. Αθήνα: Γρηγόρη, σσ. 202, 208.
Τρίτη 25 Αυγούστου 2020
«Ο τρόμος της Ιστορίας»
«[…] Με συντομία θα ήταν απαραίτητο να φέρουμε αντιμέτωπους “τον ιστορικό άνθρωπο” (τον μοντέρνο άνθρωπο), ο οποίος συνειδητά και με τη θέλησή του δημιουργεί την ιστορία, με τον άνθρωπο των παραδοσιακών πολιτισμών, ο οποίος, όπως έχουμε δει, είχε αρνητική στάση απέναντί της. Είτε την καταργεί περιοδικά, είτε την υποτιμά, ανακαλύπτοντας συνεχώς μεταϊστορικά πρότυπα και αρχέτυπα γι’ αυτήν, είτε τελικά της αποδίδει μεταϊστορικό νόημα (κυκλική θεωρία, εσχατολογικές σημασίες κ.λπ.), ο άνθρωπος των παραδοσιακών πολιτισμών δεν έδινε καμιάν αξία στο ιστορικό γεγονός καθ’ εαυτό· με άλλα λόγια, δεν το θεωρούσε ως μια ειδική κατηγορία τού ίδιου τού τρόπου τής ύπαρξής του. Όμως για να συγκρίνουμε τους δύο αυτούς τύπους τής ανθρωπότητας, προϋποτίθεται μια ανάλυση όλων των μοντέρνων “ιστορικισμών” και μια τέτοια ανάλυση για να είναι πραγματικά χρήσιμη, θα μας απομακρύνει από το κύριο θέμα αυτής της μελέτης. Παρ’ όλα αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να θίξουμε το πρόβλημα του ανθρώπου συνειδητά και με τη θέληση του ιστορικού, γιατί ο μοντέρνος κόσμος στις μέρες μας δεν έχει προσχωρήσει ολοκληρωτικά στον ιστορικισμό. Είμαστε ακόμη μάρτυρες μιας διαμάχης μεταξύ δύο κόσμων: της αρχαϊκής αντίληψης, που θα την ονομάζαμε αρχετυπική και αντιϊστορική, και της μοντέρνας, μετα-εγελιανής αντίληψης, που επιχειρεί να είναι ιστορική. Θα περιοριστούμε στην εξέταση μιας μόνο αλλά σημαντικής πλευράς τού προβλήματος: των λύσεων που προσφέρονται από την ιστορικιστική αντίληψη για να δώσουν τη δυνατότητα στον μοντέρνο άνθρωπο να αντέξει τη διαρκώς πιο ισχυρή πίεση της σύγχρονης ιστορίας».
ΜΙΡΤΣΕΑ ΕΛΙΑΝΤΕ. (1999). Κόσμος και Ιστορία. Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής, μτφρ. Στρατής Ψάλτου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σσ. 179-180.
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019
Λογοτεχνία και ιστορικό παρελθόν
«Ωστόσο κάθε εποχή, κάθε καθρέφτης, έχει τα δικά του συστήματα ιδεών. Ετούτη ή εκείνη η ερμηνεία, που ένα ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός μπορεί να λάβει, ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν και με θεμελιώδη τρόπο στο συγκεκριμένο σύστημα ιδεών, στο οποίο συμβαίνει να καθρεφτίζεται τότε που ζει ή συμβαίνει. Κατά δεύτερο λόγο, μπορεί να επιδεχθεί κάποιες από τις ερμηνείες που προκαλεί η διαχρονική περιπέτεια των ιδεών. Έτσι, όταν ένας συγγραφέας γράφει για τα ιστορικά συμβάντα, οφείλει να μελετήσει και το συγχρονικό και το διαχρονικό είδωλο του αντικειμένου του από πηγές και βιβλιογραφία, εφόσον δεν θέλει να υπεραπλουστεύσει αυτό το εξαιρετικό σύνθετο σε ιδέες και πράξεις που είναι η ιστορία, ούτε βέβαια και το εξίσου σύνθετο που είναι η λογοτεχνία. Από κει και πέρα ο δικός του τρόπος, αν κάπου ενδέχεται να συγγενέψει με τρόπους των ιστορικών, ποτέ, και για κανένα λόγο, δεν πρέπει να θεωρείται ότι ταυτίζονται, γιατί από τη φύση τους είναι αδύνατον να ταυτιστούν.
»Στα παραπάνω θα ήθελα να προσθέσω δύο σχόλια: Πρώτον, ότι καμιά εποχή ή αντίληψη δεν επιτρέπεται να θεωρεί τον εαυτό της εξαιρετικά σοφότερο, επομένως επ’ άπειρον αυτάρκη. Δεύτερον, ότι ο καθρέφτης, που ανακαλεί, επιλέγει σύμφωνα με τις δικές του ιδιαιτερότητες εκείνο το οποίο για ένα διάστημα θα τον ενοικήσει ως είδωλο. Για τη λογοτεχνία η συγκίνηση πρέπει, νομίζω, να είναι μια από τις βασικές αιτίες επιλογής, αιτία που θα συμπλέξει βαθιά και για καιρό ένα πολύ συγκεκριμένο υποκείμενο με ένα από τα αμέτρητα σημεία του παρελθόντος. Η κινητήρια δύναμή της (και όχι η μόδα), από κοινού με το σεβασμό για ό,τι έχει οριστικά διαβεί και κάποιος κάποτε τολμά να το ανακαλέσει και το φανταστεί, θα συνδράμουν το συγγραφέα – που μέσα από τα κάτοπτρα του χρόνου δεν μπορεί να γράψει παρά για τη δική του εποχή και την ίδια του τη ζωή. Δίχως αυτή τη θυμική μέθεξη, αλλά δίχως κι αυτό το δέος μπροστά στο τελειωμένο κι όμως ατελεύτητο, αμφιβάλλω αν είναι δυνατή οποιαδήποτε αξία λόγου προσέγγιση του παρελθόντος. Και δεν μιλώ για τη λογοτεχνία μόνο».
ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (1997). «Λογοτεχνία και Ιστορία», στο: “Βασιλεύς ή Στρατιώτης”; Σημειώσεις, σκέψεις, σχόλια για τη λογοτεχνία. Αθήνα: Άγρα, σσ. 63-65.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
