Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαν Κλωντ Μισεά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαν Κλωντ Μισεά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

Για το σχολείο της αμάθειας

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Κάθε Υπουργός Παιδείας, με τους υφιστάμενούς του υφυπουργούς που, συνήθως, οι περισσότεροι είναι άσχετοι με την Παιδεία, για όσο χρονικό διάστημα βρεθούν στην υπουργική της Παιδείας καρέκλα, κοκορεύονται ότι κάνουν μεταρρυθμίσεις. Τους τελευταίους μήνες, οι πιο πολυδιαφημιζόμενες είναι το ψηφιακό φροντιστήριο και το κλείσιμο σχολικών μονάδων σε απομακρυσμένες περιοχές της πατρίδας-μας όπου δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών. Σ’ αυτές να εντάξουμε και το Νομοσχέδιο «σκούπα» που αυτές τις μέρες συζητιέται στην Βουλή των Ελλήνων.
Στο εν υπνώσει ελληνικό -κι όχι μόνο- εκπαιδευτικό σύστημα οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις, όπως βέβαια και όλες οι άλλες που εδώ και χρόνια κάνουν οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας, αφορούν το δημόσιο σχολείο και γίνονται για τον λεγόμενο «εκδημοκρατισμό-του». 
Ο Ζαν Κλωντ Μισεά, στο VII κεφάλαιο του βιβλίου του Η εκπαίδευση της αμάθειας, είναι ιδιαίτερα αφοριστικός και καυστικός γι’ αυτόν τον μεταρρυθμιστικό «εκδημοκρατισμό του σχολείου» και την «αναγκαία προσαρμογή-του στον σύγχρονο κόσμο». Οι εντός των εισαγωγικών ορολογία, να πω εδώ, συγκινεί πολλούς εκπαιδευτικούς.
Ο Μισεά, λοιπόν, αφού πρώτα κάνει λόγο για ένταξη του εκπαιδευτικού συστήματος στον «παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα» (σ. 34), αναφέρεται και στις γνώσεις που προσλαμβάνουν οι μαθητές μέσω «τεχνολογικού πλαισίου». Ετούτες οι γνώσεις, για τον Γάλλο διανοητή και φιλόσοφο είναι «μαθήσεις ωφελιμιστικού χαρακτήρα και ουσιαστικά αλγοριθμικής φύσεως –δηλαδή που δεν απευθύνονται με αποφασιστικό τρόπο στην αυτονομία και τη δημιουργικότητα εκείνων που τις χρησιμοποιούν- είναι μαθήσεις που οριακά μπορεί στο εξής να τις αποκτήσει κανείς μόνος-του, στο σπίτι-του, στον υπολογιστή-του, χρησιμοποιώντας το αντίστοιχο λογισμικό» (σσ. 39-40). Στο εντός εισαγωγικών απόσπασμα, ο Μισεά παραθέτει μια λίαν ενδιαφέρουσα υποσημείωση που αναφέρεται στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Την αντιγράφω αυτούσια γιατί αξίζει να μας προβληματίσει. Ο υπομνηματισμός στο έλληνα φιλόσοφο και οικονομολόγο έχει ως εξής: «Παρένθεση για την εκπαίδευση: φλυαρούν χωρίς τελειωμό για την κρίση της εκπαίδευσης. Κάθε υπουργός φτιάχνει τη δική-του μεταρρύθμιση ενώ αφήνουν απ’ έξω το ουσιώδες. Όπως έλεγε ήδη ο Πλάτων πριν 2.500 χρόνια, στη βάση κάθε απόκτησης και μεταβίβασης γνώσεως υπάρχει ο έρως: ο έρως για το διδασκόμενο αντικείμενο που αναγκαστικά περνά μέσα από την ιδιαίτερη ουσιαστική σχέση μεταξύ διδάσκοντος και διδασκομένου». «Αυτά τα προφανή», συνεχίζει ο Μισεά, «μας υπευνθμίζουν τα a priori όρια κάθε τηλεκπαίδευσης. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτά που η μηχανή μπορεί να αποτυπώσει δεν είναι παρά μια μάθηση αποκομμένη από τις πραγματικές όσο και τις πολιτιστικές-της αναφορές, στερημένη, επομένως, από τις ανθρώπινες σημασίες-της και τις κριτικές δυνατότητές της. Στην ουσία δεν είναι διαφορετική από την επιδέξια εκγύμναση που μπορεί να “διδαχθεί” ένα ζώο. Αλλά γνωρίζουμε ότι τα “δισεκατομμύρια του Μπιλ Γκαίητς, μεταξύ άλλων, γεννήθηκαν απ’ αυτό το μικρό ζωώδες φως που ανάβει στο κρανίο ενός υπουργού μόλις προφέρονται μπροστά-του οι λέξεις υπολογιστής, πληροφορική, μοντερνισμός” (περιοδικό Charlie-Heblo, 17.09.1997)» (σ. 40).
Σ’ αυτή την «εκπαίδευση της αμάθειας», με τις «ενδιάμεσες δεξιότητες»[1] - που αποκτούν διδάσκοντες και εκπαιδευόμενοι, με την «εξ αποστάσεως διδασκαλία χάρη στα πολυμέσα», ζουν και βασιλεύουν οι «μεγάλες εταιρείες» που κατασκευάζουν τα πολυμέσα, πουλώντας τα προϊόντα-τους «στην αγορά της δια βίου εκπαίδευσης, αγορά που διέπουν οι νόμοι της αγοράς και της ζήτησης». 
Που οδηγεί αυτή λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος σήμερα; Μα, είναι προφανές. Στους «δεκάδες χιλιάδες διδάσκοντες» της Δημόσιας Εκπαίδευσης, οι οποίοι αποβαίνουν «απολύτως άχρηστοι», αφού τα κράτη προσανατολίζονται στην «εξοικονομούμενη μισθωτή μάζα σε δραστηριότητες επικερδείς για τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες» (σ.40). Πάνω σ’ αυτή, λοιπόν, την κατ’ επίφαση φιλοσοφία της εκπαίδευσης, γίνονται οι μεταρρυθμίσεις, με τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς να είναι πλήρως ενταγμένοι στην υπηρεσία της «καθεστηκυίας τάξεως».
Η τελευταία παράγραφος του VII κεφαλαίου του βιβλίου είναι καταπέλτης, με αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα. Ας την απολαύσουμε: «Φυσικά, κατ’ αυτόν τον τρόπο καθορίζεται ως αντικειμενικός στόχος το τι θα απομείνει από το δημόσιο Σχολείο. Αλλά ο στόχος αυτός προϋποθέτει, μάλλον μακροπρόθεσμα, ένα διπλό αποφασιστικό μετασχηματισμό: Από τη μια μεριά, τον μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών που, στο εξής, οφείλουν να εγκαταλείψουν το σημερινό-τους καθεστώς ως υποκειμένων που κατά τεκμήριο είναι φορείς γνώσεων, ώστε να επωμισθούν την ιδιότητα του υπεύθυνου διαφόρων δραστηριοτήτων αφύπνισης ή παιδαγωγικών εκδρομών ή φόρουμ συζητήσεων (σύμφωνα, εννοείται, με το μοντέλο των τηλεοπτικών τοκ σόου). Υπεύθυνοι που θα τους ανατεθούν διάφορα υλικά καθήκοντα ή καθήκοντα ψυχολογικής στήριξης, ώστε η χρήση να γίνει αποδοτική. Από την άλλη μεριά, προωθείται ο μεταχηματισμός του ίδιου του Σχολείου ως τόπου ζωής, τόπου δημοκρατικού και χαρούμενου. Το Σχολείο μετασχηματίζεται σε δημόσιο τόπο φύλαξης των παιδιών, όπου η διοργάνωση εορτών θα είναι δυνατόν να ανατεθεί, επ’ ωφελεία, στους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, των πλέον δραστήριων και πρόθυμων να εμπλακούν στο παιχνίδι αυτό, […] και συνάμα χώρου φιλελεύθερου και ανοιχτού σε όλους τους αντιπροσώπους της πόλεως (μέλη συλλόγων, συνταξιούχοι στρατιωτικοί, υπεύθυνοι επιχειρήσεων, ταχυδακτυλουργοί, θαυματοποιοί κ.λπ.) όπως και στα πάσης φύσεως τεχνολογικά ή πολιτιστικά εμπορεύματα τα οποία οι μεγάλες εταιρείες, άμεσοι εταίροι της “διδακτικής πράξης” θα κρίνουν ότι είναι θαυμάσιο πράγμα να πουλήσουν στους διαφόρους συμμετέχοντες. Σκέφτομαι ότι θα τους έρθει επίσης η ιδέα στην είσοδο αυτού του μεγάλου πάρκου σχολικών ατραξιόν να στήσουν μερικές, πολύ απλές, ηλεκτρονικές συσκευές επιφορτισμένες με καθήκον να ανιχνεύουν την πιθανή ύπαρξη μεταλλικών αντικειμένων» (σσ. 43-44).
Να συμπληρώσω εδώ αυτό που υποστηρίζει για τον Μισεά ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Στο βιβλίο-του Έντεκα συνταντήσεις. Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, Αθήνα 2020: Πόλις), στη μακροσκελή συνέντευξή του με θέμα το σχολείο χαρακτηρίζει τον Μισεά ως έναν αριστερό συντηρητικό στα ζητήματα εκπαίδευσης όπως, άλλωστε, ήταν και ο μεταφραστής του βιβλίου, ο Άγγελος Ελεφάντης, συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Ο Πολίτης. Θα συμφωνήσω μαζί-του γιατί το αδιέξοδο στο οποίο επί σειρά ετών βρίσκεται το σχολείο τόσο εδώ στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, προέρχεται από την «βαθιά κρίση μετάδοσης», που δεν είναι μόνο ενδοεκπαιδευτική –παρόμοιες κρίσεις μετάδοσης συναντάμε και σε άλλους θεσμούς: οικογένεια, Εκκλησία. 
Ο Μισεά, ο Ζουμπουλάκης (και σε άλλο βιβλίο-του, το Για το Σχολείο. Αθήνα 2017: Πόλις), αλλά και η Νατάσα Πολονύ, στο Τα χαμένα παιδιά-μας (Αθήνα 2006: Πόλις), με τρόπο καίριο διαπιστώνουν ότι, το σχολείο όλο και περισσότερο προοδεύει στην αμάθεια, «εκπαιδεύει στην αμάθεια» (σ. 13)[2].
Τι πρέπει να κάνουμε; Είναι η ερώτηση που, ουκ ολίγες φορές, κάνουν μαθητές-μου όταν συζητούμε για την κρίση στην οποία βρίσκεται το σχολείο. Θα υποστηρίξω εδώ αυτό που υποστηρίζει και ο Μισεά: οι «γενιές που έρχονται να πάρουν στις πλάτες τους την αντίσταση» (σ. 58-59).

[1] Δια του λόγου το αληθές αναφέρω το παράδειγμα της εξ αποστάσεως επιμόρφωσης που έγινε σε εκατοντάδες εκπαιδευτικούς για την εφαρμογή των εργαστηρίων δεξιοτήτων. Σ’ αυτή, ο κάθε επίδοξος επιμορφωτής και η κάθε επίδοξη επιμορφώτρια, νόμιζαν πως εισήγαγαν τους εκπαιδευτικούς στον παράδεισο της διδακτικής καινοτομίας. Αναμφίβολα, εδώ, με συνέπεια υπηρετήθηκε ένας «πολυπλόκαμπος καταναλωτικός εγγραμματισμός», με κύριο χαρακτηριστικό τη «μετανεωτερική νοοτροπία του copy paste». Οι εντός εισαγωγικών ορολογία προέρχεται από το βιβλίο του Αντώνη Λ. Σμυρναίου. (2020). Η Ιστορία ως επιπτύχωση. Από τη μια Ιστοριογραφική βουλιμική σε μια υδροκεφαλική Διδακτική της Ιστορίας. Αθήνα: Γρηγόρη, σ. 33.
[2] Πολύ καλές αναφορές στον Μισεά, με τεκμηρίωση και επιχειρήματα κι από άλλους διανοητές, κάνει ο Αντώνης Α. Σμυρναίος στο έργο-του: Λατρεία και νεύρωση στην παιδαγωγική της Καινοτομίας. Σημειώσεις σε μια μετανεωτερική Φιλοσοφία της Παιδείας. Αθήνα 2009: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σσ. 326κ.ε.


Ευθύμιος Βαρλάμης, Θέρος, (120Χ130 εκ.). ΠΗΓΗ: warlamis

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

Το ΥΠΑΙΘΑ πανέτοιμο για την εκπαίδευση της αμάθειας

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισεά: Η εκπαίδευση της αμάθειας, έχω τη γνώμη, πως λίγες ημέρες πριν την έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς, όλων των βαθμίδων οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να το διαβάζουν και να το ξαναδιαβάζουν. Πρόκειται για βιβλίο - εκπαιδευτικό μανιφέστο. Στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Άγγελος Ελεφάντης γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «βασικός παιδαγωγικός και ιδεολογικός μηχανισμός για τη διδασκαλία της αμάθειας, έτσι όπως αποτυπώνεται στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς θεσμούς, προγράμματα σπουδών, τρόπους διδασκαλίας και εξέτασης, αποβαίνει ο κατακερματισμός της γνώσης και της εκπληροφόρησής της. Οι νέοι “μαθαίνουν” χίλια δυο και από την άλλη μεριά δεν είναι σε θέση να συνδυάσουν τις όποιες μαθήσεις τους προσφέρονται στη διάρκεια μιας πολυετούς μαθητείας τους. Συλλέγουν πληροφορίες “σερφάροντας” μέσα στον ωκεανό των λεπτομερειών και της κατακερματισμένης γνώσης». Η παραπάνω διαπίστωση είναι χιλιοειπωμένη αλλά ουδείς τολμά να αλλάξει τα εκπαιδευτικά πράγματα. Ο Μισεά γράφει για εκείνες τις εκπαιδευτικές αλήθειες που, στις επιστήμες της εκπαίδευσης, είναι γνωστές αλλά αρκετοί διδάσκοντες στις σχολικές τάξεις αγνοούν. Μια απ’ αυτές τις αλήθειες είναι: η «πρόοδος της αμάθειας» όλο και περισσότερο κυριαρχεί στο σχολείο. Και «με την έκφραση “πρόοδο της αμάθειας”», γράφει ο Μισεά, «εννοώ εδώ λιγότερο την εξαφάνιση των απαραίτητων γνώσεων με τον τρόπο που συνήθως διεκτραγωδείται (και συχνά δικαίως) και περισσότερο την προοδευτική παρακμή της κριτικής διάνοιας, δηλαδή αυτής της θεμελιώδους δεξιότητας του ανθρώπου να κατανοεί σε ποιόν κόσμο καλείται να ζήσει και, συνάμα, κάτω από ποιες συνθήκες η εξέγερση εναντίον του κόσμου συνιστά ηθική αναγκαιότητα».

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Στελέχη της εκπαίδευσης: στελέχη των «τυπικών προσόντων». Φεύ!

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Από τον επιθεωρητή στον σχολικό σύμβουλο[*], από τον σχολικό σύμβουλο στον συντονιστή εκπαιδευτικού έργου, από τον συντονιστή εκπαιδευτικού έργου στον σχολικό σύμβουλο… Από το έναν διευθυντή σχολικής μονάδας στον άλλο διευθυντή σχολικής μονάδας, από τον άλλο διευθυντή σχολικής μονάδας στον επόμενο διευθυντή σχολικής μονάδας, που συνήθως είναι το ίδιο πρόσωπο - τα ίδια πρόσωπα και πάει λέγοντας, χρόνια τώρα…
Θέσεις ευθύνης είναι οι σχολικοί σύμβουλοι, οι διευθυντές σχολικών μονάδων, οι διευθυντές πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι περιφερειακοί διευθυντές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο τρόπος που επιλέγονται από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, δείχνει τον πολιορκητικό κριό της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής, του εκάστοτε κόμματος που κυβερνά την πολύπαθη πατρίδα μας, κατεπάνω στην εκπαίδευση. Με την απογοήτευση και την απελπισία στα πρόσωπα πολλών εκπαιδευτικών πως, τίποτα δεν αλλάζει στον εκπαιδευτικό διοικητικό μηχανισμό, με τη διαπίστωση ότι αυτός, στην κυριολεξία, περνά παρατεταμένη κρίση, με τις θέσεις ευθύνης να είναι προσωποπαγείς και να στηρίζονται μόνο στα τυπικά προσόντα. Ζούμε στην εποχή των «τυπικών προσόντων». Φεύ! Η αξιολόγηση της προσωπικότητας του υποψηφίου όταν διεκδικεί μια θέση ευθύνης να αφήνεται σε επιτροπές που με την εκμαυλιστική ρητορική τους νομίζουν πως όλα γίνονται αξιοκρατικά. Όμως, αυτή η ρητορική μπάζει από όλες τις μπάντες με την αναξιοκρατία της. Την αναξιοκρατία όχι μόνο των ημερών μας αλλά και παλαιότερων καιρών. Πολλοί θα θυμούνται τι «μαγειρέματα» γίνονταν πριν ολίγα χρόνια, με την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων μέσα από τους συλλόγους διδασκόντων.
Θα συνταιριάξω εδώ δύο σημαντικούς κατ’ εμέ φιλοσόφους. Κι αυτό γιατί η εκπαίδευση και στο ζήτημα του διοικητικού μηχανισμού της εξαρτάται άμεσα από την πολιτική. Ο πολύς Μοντεσκιέ έλεγε για τους πολιτικούς ότι είναι «πληρωμένοι πράκτορες των χρηματιστών». Κι ο Γάλλος φιλόσοφος - δύο αιώνες μετά τον Μοντεσκιέ - Ζαν Κλωντ Μισεά, με οξύτατο τρόπο καταγγέλλει ότι το σχολείο έχει καταντήσει ένα «μεγάλο πάρκο σχολικών ατραξιόν». Οι «αξιολογητές», λοιπόν, των στελεχών ευθύνης στην εκπαίδευση, στηριζόμενοι στις επιλογές των εκάστοτε πολιτικών του ΥΠΑΙΘ, αξιολογούν μόνο τα «τυπικά προσόντα» του υποψηφίου για μια θέση ευθύνης· ορέγονται ένα σχολείο - εκσυγχρονισμένο το λένε - το οποίο, όμως, «δεν θα είναι ποτέ ικανό να συναγωνιστεί ούτε μια στιγμή τη σπινθηροβόλα, πανταχού παρούσα και αδιάκοπα ανανεούμενη νεανική κουλτούρα».
Όλα θυσιάζονται στο βωμό της καριέρας - πολλά από τα στελέχη της εκπαίδευσης είναι καριερίστες - με τα θεμέλια της εκπαίδευσης να διασαλεύονται επικίνδυνα. Προσδοκία όχι τον καλύτερο αλλά κάθε αποτροπή του μετρίου ή του χειρότερου, που με καλπασμό θεριεύει. Αυτή, δυστυχώς, είναι η εικόνα όταν έρχεται η στιγμή να γίνει επιλογή στελεχών στην εκπαίδευση. Στελέχη δημιουργήματα κλώνων, πιστοί αναμεταδότες μιας «φιλοσοφίας της παιδείας», που μετατρέπει το σχολείο και τη γνώση από αλήθεια που οφείλει να είναι σε χρήση, σχολείου αυστηρά προσκολλημένου στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας, σχολείο υποχείριο του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της μετανεωτερικότητας. Ελπιδοφόρο το πρόταγμα, εκατό σχεδόν χρόνια πριν: «Κλείστε τα σχολειά για να χτίσουμε καινούργια». Το ‘λεγε ο Μίλτος Κουντουράς. Αλλά ποιος σήμερα διαβάζει Μίλτο Κουντουρά; Ανησυχητικό, πράγματι, το ερώτημα.

[*] Φράγκος, Π. Χρήστος. (1986). «Από τον Επιθεωρητή στον Σχολικό Σύμβουλο». Στο Επίκαιρα Θέματα Παιδείας. Αθήνα: Gutenberg, σσ. 145-152.