Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η εποχή του: 1700 χρόνια από το διάταγμα των Μεδιολάνων



Έχει ειπωθεί ότι η απαρίθμηση όλων των βιβλίων και μελετών που έχουν γραφτεί για τον Μεγάλο Κωνσταντίνο αποτελεί ματαιοπονία: «μοιάζει σαν να θέλει να μετρήσει κανείς τ’ αστέρια στον ουρανό ή τις κόκκους της άμμου». Το επιστημονικό ενδιαφέρον για τον πρώτο Ρωμαίο χριστιανό αυτοκράτορα υπήρξε ανέκαθεν μεγάλο σε διεθνές επίπεδο και παραμένει πολύ ζωηρό έως τις μέρες μας.
Ο παρών τόμος περιλαμβάνει σε επεξεργασμένη μορφή τις ανακοινώσεις του Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η εποχή του» που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη με αφορμή τα 1700 χρόνια από το διάταγμα των Μεδιολάνων. Γνωστοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ερευνητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό φωτίζουν τις διάφορες πτυχές τη πολιτικής του Κωνσταντίνου, που δρομολογεί τη μετεξέλιξη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο «καθ’ ημάς» Βυζάντιο, αφενός, και τη μεσαιωνική Δύση, αφετέρου. Το διάταγμα της ανεξιθρησκίας, που συνυπογράφει με τον Λικίνιο το 313 στα Μεδιόλανα, αναλύεται διεξοδικά, λόγω της ιστορικής σημασίας του αλλά και του επίκαιρου μηνύματος που μεταφέρει: την αναγκαιότητα σεβασμού των διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων που συνυπάρχουν σήμερα στα πλαίσια της κοινωνίας. Οι μελέτες που περιλαμβάνει ο τόμος κατανέμονται για τη διευκόλυνση του αναγνωστικού κοινού σε έξι θεματικές ενότητες, που αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους. Μία προς μία αναδεικνύουν τον σύνθετο προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί στην έρευνα σχετικά με τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και δίνουν την ευκαιρία για έναν γόνιμο αναστοχασμό πάνω στην προσωπικότητα, τη δράση του και την κληρονομιά που άφησε στους αιώνες· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Η λαβυρινθώδης σκέψη του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου: Ο Μέγας Αθανάσιος και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

«[…] Ο Χριστιανισμός, το μέγιστον και συντελεστικώτατον συμβάν της παγκοσμίου Ιστορίας, εν Ελλάδι συνίστησιν από πρώτης το θέατρον της ενεργείας του· κατά της φιλομύθου πατρίδος των Ησιόδων και Ομήρων αποσκήπτει τας πρώτας βολάς· εν τήδε τη εστία της θεοποιίας προεξασκείται εις την τελειουργίαν της αναστοιχειώσεως, ήτις θέλει ποτέ μεταβάλει την όψιν του κόσμου! Διατί τας πράξεις των Αποστόλων πληρούσι κατά μέγα μέρος τα Ελληνικά; Διότι έπρεπεν εις την γην ταύτην του Λόγου, να βάλωσι τας πρώτας ρίζας oι σπόροι του Πνεύματος. Η σοφία των Αθηνών, ως από σκοπής εκείθεν εις την οικουμένην πυρσευομένη ως έλεγεν ο μέγας Αλέξανδρος, φλέγει την καρδίαν, ελκύει την προσοχήν των του Χριστού μαθητών. O πρωτάγγελος Παύλος, αληθής περιστερά πτάσα εκ της κιβωτού, σπεύδει προς την Αττικήν. Πρώτος δέ των χριστιανών τας εγχωρίους παραδόσεις επικαλούμενος, πρώτος δωρεά Πνεύματος επαγγελλόμενος της Κλητής γενεάς την σωτηρίαν, αγορεύει υπέρ ενότητος Θεού και θεότητος Χριστού, και προσδοκίας μελλούσης αναστάσεως. Η ηχώ της Πνυκός μεταδίδει την μεγάλην αγγελίαν, από όρους εις όρος μέχρι Κορίνθου και Πατρών, έως άκρας Ελλάδος. Έκαστος φθόγγος του ρήτορος κλονεί τας βάσεις της πολιτείας, κατεδαφίζει ένα βωμόν. Ο Άρειος Πάγος, φύλαξ του παρελθόντος υποχωρεί· η Ακρόπολις, εις μέλλουσαν ανάστασιν προωρισμένη, ανοίγει τας πύλας της, και η Ελλάς άπασα ευαγγελίζεται, της κοσμικής ηγεμονίας της παραιτουμένη πριν ή ο Ανθύπατος Ρωμαίος μάθη, ότι εις την εξουσίαν αυτού άλλος Δεσπότης ισχυρότερος υποκατέστη.
»Νέα φάσις ιστορίας. Απόκρυφος μεταπολίτευσις. Πνεύμα Κυρίου ήλθεν επί την Ελλάδα και δύναμις Υψίστου επεσκίασεν αυτήν.
»Η είσοδος του Θεού Λόγου εις την πατρίδα του Πλάτωνος διαιρεί την ελληνικήν διάνοιαν εις δύω κόμματα, ων ο ανταγωνισμός είμαρται να διατηρήση την ζωήν εις το σώμα, έως ου πληρωθώσιν oι χρόνοι της πνευματικής αναβιώσεως. Το μεν εξ αυτών ασπάζεται την σοφίαν του μέλλοντος, επερειδόμενον προς τον πρεσβύτερον Πλατωνισμόν, διό παραιτείται της μερικής ελληνικής ονομασίας και περιβάλλεται την καθολικήν και οικουμενικήν ονομασίαν του χριστιανισμού. Το δ' έτερον, προσφυέστερον τω Νεοπλατωνισμώ και τω Συγκριτισμώ της Αλεξανδρείας, επιμένει εις την αυθεντίαν του παρελθόντος και εις τα δόγματα της σχολής, διό αποποιείται να ομολογήση θρήσκευμα τον χριστιανισμόν, και διατηρεί το αρχαιοπαράδοτον όνομα της Ελληνικής εθνότητος.
»Τέμνεται λοιπόν ο τότε ελληνισμός εις δύο συστήματα αντίθετα, εις χριστιανισμόν θρησκείαν και εις χριστιανισμόν φιλοσοφίαν […].
[…] Ο Ελληνικός κόσμος ην τότε, ως είρηται, διηρημένος εις δύο στρατόπεδα. Οι μεν αρνούμενοι την Ενσάρκωσιν, έλεγον τον Χριστόν άνθρωπον ψιλόν, ότι ο Ιησούς ουδέποτ' άλλως ωνόμασεν εαυτόν, ή Υιόν Ανθρώπου· οι δε ελάτρευον αυτόν ως Θεόν και επρέσβευον το τρισσόν της θεότητος. -Πότερον των δύο δογμάτων θέλει προτιμήσει ο την πάτριον πολυθεΐαν αποταχθείς αυτοκράτωρ, και εις ζήτησιν νέας πίστεως ελθών εις Βυζάντιον;
»Τούτο, ή εκείνο προς αυτόν αδιάφορον. Εν μόνον απαραιτήτως θέλει, εν μόνον βούλεται, την ενότητα του δόγματος, διά την ενότητα της πολιτείας· αυτήν, χωρίς της οποίας δεν δύναται να εμπεδώση το πολιτικόν του οικοδόμημα. Ο Κωνσταντίνος όρον και τούτοις και εκείνοις τίθησι την ομοφροσύνην των νέων υπηκόων, την αδιάρρηκτον στερεότητα του εδάφους, εφ' ου προυτίθετο να στήση τον θρόνον του. Αν δε ο Χριστός ην Θεός ή άνθρωπος, τι εντεύθεν; Πίστιν ήθελεν μόνον, Religionem ad religationem, τα δε καθέκαστα μεταξύ των οι θεολόγοι ας διασαφήσωσιν.
»Ασύνετος η γνώμη του Κωνσταντίνου· διότι, πως χωρίς Τριάδος, την μονοθεΐαν του ιστορικού κόσμου διακρινούσης από της μονοθεΐας της Παλαιάς Διαθήκης, πώς χωρίς τρισυποστάτου θεαρχίας εκροτείτο σύστημα πολιτικόν άμα και θρησκευτικόν, ιστορικόν ενταυτώ και ιερόν; Χωρίς δε τινος υπερανθρώπου συγχρόνως και ιστορικού θρησκεύματος αντικατασταθησομένου εις το κενόν της μυθοθρησκείας, επί τίνων θεμελίων ήθελε βασίσει τον θρόνον του;
»Ο Ισαπόστολος κληθείς Κωνσταντίνος παραδίδει την έκβασιν του σκοπού του εις διαλεκτικήν θεολόγων συζήτησιν. Πράξις άβουλος, την Ευρώπην όλην διακυβεύσασα εις τινας ολίγας συνεδριάσεις ιερέων.
»Η πρώτη των Οικουμενικών συνόδων συγκαλείται. Τρεις δε ιδέαι παρουσιάζονται εις την Σύνοδον αυτήν, την κυριαρχίαν του κόσμον διαφιλονεικούσαι. Προβαίνει μεν εις το πρόσωπον του Αρείου ο Ιουδαϊκοελληνικός λόγος της Αλεξανδρείας, ο λόγος ο ανυπόβλητος τη του καθολικού λόγου εξουσία. Προέρχεται δε εις απόκρουσιν αυτού ο Αθανάσιος, αντιπρόσωπος του καινού Ελληνισμού, νομοθέτης πίστεως και πνευματικής ενότητος, διδάσκαλος ανακοσμοποιήσεως κοινωνικής συνάμα και εθνικής. Εν δε τω μέσω των ανταγωνιστών αμφιπτερυγίζει ο έκδημος Ρωμαϊκός αετός. Ο Άρειος υπέρμαχος του παρελθόντος, ο Κωνσταντίνος διατάκτης του παρόντος· ο Αθανάσιος δογματοθέτης του μέλλοντος, τουτέστι λόγος ιστορικός, λόγος πολιτικός, λόγος πνευματικός, ιδού αι τρεις ιδέαι αίτινες συνέρχονται εις την εγκαίνισιν του Ελληνικού μεσαιώνος, εις την συγκρότησιν της Οικουμενικής εκείνης συνελεύσεως.
»Ενίκησεν η ευγλωττία του Αθανασίου, ή υπερίσχυσεν η πίστις του χύδην όχλου, αποφανθείσα τη ψήφω 318 Πατέρων; Πιθανώτερον το δεύτερον. Μετ' ολίγον και Β΄ Σύνοδος συναθροίζεται. Αλλά καίτοι Οικουμενική ωσαύτως, οικουμενικά δεν αποβαίνουσι ταύτης τ' αποτελέσματα, ως τα της προηγουμένης. Το ιθαγενές στοιχείον υπερκρατεί. Η επί Θεοδοσίου Σύνοδος δεν συνέρχεται εν Νικαία, καθώς η επί Κωνσταντίνου, αλλά συνεδριάζει εν αυτή τη βασιλευούση· σύγκειται δε υπό πατέρων Ελλήνων καθ' ολοκληρίαν, μηδενός ελθόντος από της Δύσεως· σύμπτωμα τρανόν ελληνικής ζωτικότητος. Το Σύμβολον της Β΄ ταύτης σαφηνίζει, διατυποί, δογματοποεί την μεταξύ Ενανθρωπήσεως και Πανελληνίου συναφθείσαν συνθήκην· γίνεται κέντρον θεόπηκτον, περί το οποίον και Μεσαιών και Αναγέννησις θέλουσι στραφή μέχρι τελεσφορίας· κρίκος συνείρων την Ελλάδα του Πλάτωνος προς την του Παύλου, την του Χρυσοστόμου και την της εν Επιδαύρω Συνελεύσεως. Ό,τι δε θέλει ενεργήσει ο Παπισμός υπέρ της Νεολατινικής αναμορφώσεως, τούτ' αυτό θέλει κατορθώσει η Β΄. Σύνοδος υπέρ της χριστιανικής Ελλάδος. Χαράσσει τας πρώτας της Αναγεννήσεως γραμμάς· προετοιμάζει τας αναγκαίας Ανατολής και Δύσεως διακρίσεις, παρασκευάζει το αυθυπόστατον και ιδιοπρόσωπον της ενότητος. Τις αγνοεί, ότι το Σύμβολον αυτό διέστηκε τον νεώτερον Ελληνισμόν από της Δυτικής πολιτείας όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών;
»Έτερον αξιοσπούδαστον· ο Όρος της Α΄. Συνόδου διχοτομεί τον Ρωμαϊσμόν εις πρεσβύτερον και νεώτερον, καθώς το της Ενσαρκώσεως δόγμα διείλε προηγουμένως τον Ελληνισμόν εις παλαιόν και καινόν. Τόπος δε συνοχής των ανακαινισθέντων δύο τούτων ημικοσμίων της πολυθεΐας τίθεται το Βυζάντιον, η μεσαιτάτη των Δωριέων πόλις, ήν μασχάλην Ελλάδος εκάλεσαν oι παλαιοί. Εντεύθεν, κατά λόγον ιστοριονομικόν, Νέα Ρώμη δηλοί Νέας Αθήνας, σημαίνει εστίαν Πανελληνίου χριστιανικού και γαρ Ελληνικός ο πληθυσμός. Το Ευαγγέλιον μετέβαλε τους Έλληνας εις Χριστιανούς, νυν δε το Πιστεύω μετονομάζει αυτούς Νεορωμαίους, ή απλούστερον Ρωμαίους· φάσις ονοματική δευτέρα, σημειούσα την μετάστασιν του μεσαιώνος εις κύκλον ενεργείας ειδικώτερον, και υπό την ψευδωνυμίαν εθνικώτερον, επειδή Ρώμη επί του παρόντος ουδέν άλλο εκφράζει, ή την σύμπηξιν των Ελληνικών λαών εις μοναρχικήν πολιτείαν μίαν και αδιαχώριστον. Tο ιθαγενές στοιχείον άλλως τε, δεν βραδύνει και πασίδηλον να καταστήση την κυριαρχίαν του επί της πολιτείας αυτής. Λέων ο Θράξ καλείται Μέγας. Διατί; Άρα δια την μεγαλοφυΐαν του; Αλλ' όσα οι χρονογράφοι διηγούνται δεν δικαιολογούσι το επίθετον. Tο εξηγούμεν ημείς· ο Λέων ούτος πρώτιστος των αυτοκρατόρων Έλλην το γένος και το δόγμα, αθετεί την περί βασιλείας ρωμαϊκήν του Κωνσταντίνου παράδοσιν, και πολίτευμα εγκαινίζων ιθαγενές, δέχεται τα μεν σκήπτρα παρά της εγχωρίου Συγκλήτου, το δε στέμμα εκ χειρών του αρχηγού της Ελληνικής Εκκλησίας (457 μ.Χ.). Δι' αυτού, η Α΄ Σύνοδος καθυποτάσσει την Νέαν Ρώμην υπό την εξουσίαν της, πριν ή συμπληρωθή μία και ημίσεια εκατονταετηρίς […]».


ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ. (1857). «Προθεωρία», στο: Βυζαντιναί Μελέται. Περί Πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος. Από Η΄ άχρι Ι΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ. Εν Αθήναις: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, σσ. 40-42, 51-55.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος χαρακτήρισε μία Αυτοκρατορία. Σήμερα, τι ακριβώς θα εορτάσουμε;

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ


Η άνοδος του Αρειανισμού στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία επιταχύνθηκε σημαντικά επειδή το κράτος βρήκε στις θέσεις του έναν βολικό σύμμαχο. Η ευελιξία και η προθυμία του Αρειανισμού να συμβιβαστεί με την αυτοκρατορική εξουσία του προσέδωσαν το προνόμιο μιας ασφαλούς και εύκολης λύσης για την κυβέρνηση, η οποία επιθυμούσε να επεκτείνει τον έλεγχό της και σε θέματα πίστης. Αυτή η συμμαχία μεταξύ της ρωμαϊκής εξουσίας και της αίρεσης οδήγησε σε μια συστηματική και ευρεία αντίθεση έναντι της Ορθοδοξίας.
Ο Αρειανισμός τραβούσε ιδιαίτερα την προσοχή των νέων αξιωματούχων της αυλής. Η αντίληψή τους για τον Χριστό ως έναν ουράνιο «αντιπρόσωπο» του Θεού, αντιστοιχούσε τέλεια με την κοσμική πραγματικότητα: ένας ανώτερος αξιωματούχος, που κάθεται στους πρόδρομους του Αυτοκράτορα και ασκεί την εξουσία του σε μια απομακρυσμένη επαρχία, εκπροσωπώντας τον ίδιο τον Κωνστάντιο Β΄ (P. Brown, Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, 150-750 μ. Χ., μτφρ. Ε. Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 96.)
Με την επιλογή του να υποστηρίξει την αίρεση, ο Κωνστάντιος Β΄ [Ο Κωνστάντιος Β΄ (Flavius Iulius Constantius, 317-361 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος Αυτοκράτορας. Ως γιος του Μέγα Κωνσταντίνου και συναυτοκράτορας μαζί με τα αδέλφια του, κυβέρνησε το ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας και, μετά από εμφύλιες συρράξεις, έγινε ο μόνος Αυτοκράτορας για τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του], έδειξε ξεκάθαρα ποιο ήταν το διακύβευμα: ευνοούσε ουσιαστικά τη θεολογική γραμμή των λόγιων απολογητών της προηγούμενης περιόδου, η οποία βρισκόταν σε αντιδιαστολή με το πνευματικό μοντέλο του Μ. Αθανασίου. Το τελευταίο εδράζονταν στον αυξανόμενο θρησκευτικό ενθουσιασμό των μοναχών της Αιγύπτου. Παράλληλα, για τον μέσο επίσκοπο της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η επικράτηση του Χριστιανισμού συνεπαγόταν κατ’ εξοχήν τη νίκη του αυστηρού μονοθεϊσμού έναντι της πολυθεΐας, μιας πίστης για την οποία οι μάρτυρες είχαν προσφέρει τη ζωή τους στον έναν και ύψιστο Θεό.
Η αυτοκρατορία επιζητούσε την ιδεολογική της ενότητα και ταυτότητα. Η παράδοση της σύγκλησης των Οικουμενικών Συνόδων ξεκίνησε από τους Αυτοκράτορες, καθώς εξυπηρετούσε τον βασικό σκοπό της Εκκλησίας: την «εκκλησιοποίηση», δηλαδή τη μεταμόρφωση ολόκληρου του κόσμου (και κατ’ επέκταση, του κράτους) εν Χριστώ. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, στους πρώτους αιώνες η προεδρία των Συνόδων αναγνωριζόταν τυπικά στον Αυτοκράτορα ή στους αντιπροσώπους του. Ωστόσο, αυτοί ασκούσαν το καθήκον τους μόνο «προς ευκοσμίαν» (Π. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Αθήνα 2002, σ. 182)– δηλαδή, για τον συντονισμό και την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών – κατέχοντας μια τιμητική και όχι αποφασιστική θέση.
Σύμφωνα με τον Βλάσιο Φειδά (Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Αθήναι 1994, σσ. 430-431), ο Μέγας Κωνσταντίνος γνώριζε πολύ καλά ότι το τελευταίο λόγο στις Συνόδους είχε η συνέλευση των επισκόπων και όχι εκείνος, ακολουθώντας το πρότυπο του αυτοκρατορικού «εκκλήτου» (συμβουλευτικού σώματος). Το βάρος της απόφασης έπεφτε στους επισκόπους, που ψήφιζαν είτε με πλειοψηφία είτε ομόφωνα. Ο Φειδάς υποστηρίζει ότι ο Αυτοκράτορας είχε απλώς την αίσθηση ότι «συμμετείχε» στις εργασίες· γι’ αυτό ακριβώς οι πηγές της εποχής αναφέρονται στην «παρουσία» του, και όχι με όρους που θα υπέδειχναν ρόλο προέδρου ή ηγέτη, όπως «προκαθήμενος» ή «προεξάρχων».
Προσοχή όμως! Και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνάνε οι αντιπρόσωποι των Εκκλησιών που θα «εορτάσουν» μαζί στο Ιζνίκ (Νίκαια) την 1.700η επέτειο της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), ο Μ. Κωνσταντίνος χαρακτηρίζει τον εαυτό του «Επίσκοπο» των εκτός της Εκκλησίας. Ομολογούν το ίδιο οι πολιτικοί ηγέτες του χριστιανικού κόσμου;
Και τότε, άλλωστε, ο Μ. Κωνσταντίνος δεν ήταν πολύ σχετικός με τα δόγματα. Θυμίζουμε πως μετά τη νικηφόρα είσοδό του στη Νικομήδεια τον Σεπτέμβριο του 324, ο αυτοκράτορας αντιμετώπισε μια άσχημη έκπληξη. Οι ανατολικές επαρχίες βυθίζονταν σε ένα πλήρες σχίσμα, που είχε ξεσπάσει μετά τη ρήξη ανάμεσα στον Άρειο, ιερέα της Αλεξάνδρειας και στον επίσκοπό του Αλέξανδρο. Η διαμάχη είχε οδηγήσει σε αμοιβαίους αφορισμούς και είχε διαιρέσει τους πιστούς. Η κατάσταση ανησύχησε τον Αυτοκράτορα, ο οποίος ανέβαλε αμέσως το προγραμματισμένο ταξίδι του στις νέες κτήσεις και παρέμεινε στη Νικομήδεια, αποφασισμένος να αποκαταστήσει την ενότητα με κάθε μέσο.
Σύμφωνα με επίσημες αναφορές, η φωτιά της διχόνοιας είχε ήδη απλωθεί από την Αίγυπτο και τη Λιβύη έως τη Θηβαΐδα και απειλούσε να κατακαύσει κι άλλες επαρχίες. Ωστόσο, αυτό που ο Κωνσταντίνος θεωρούσε πιο θλιβερό, όπως εξέφρασε σε επίσημη επιστολή του, ήταν το γεγονός ότι μια τόσο τεράστια διαμάχη είχε ξεσπάσει από μια φαινομενικά ασήμαντη αιτία. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης μεταξύ κληρικών, ο Επίσκοπος Αλέξανδρος είχε θέσει ένα ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία μιας συγκεκριμένης θεολογικής λεπτομέρειας. Ο Άρειος, με αυτό που ο Αυτοκράτορας θεώρησε ως απερισκεψία, απάντησε με μια γνώμη που θα ήταν καλύτερα να είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Αυτή η απλή ανταλλαγή αποτέλεσε τη σπίθα που πυροδότησε τον αφορισμό, τη διχόνοια και τον τελικό διαχωρισμό του λαού. Η άποψη του Κωνσταντίνου ότι η κρίση προκλήθηκε από ένα «ασήμαντο» ζήτημα αποκαλύπτει την έλλειψη βαθιάς θεολογικής κατανόησής του, χαρακτηρίζοντάς τον ως άπειρο σε τέτοια ζητήματα (I. Ortiz de Urbina, Nicée et Constantinople. Histoire des Conciles Oecuméniques (G. Dumeige). Paris: Editions de l’ Orlante, 1963, σ. 23).

ΠΗΓΗ: manolisgvardis

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Τα πρώτα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

«Το ανά χείρα βιβλίο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μια λεπτομερή ιστορική καταγραφή της περιόδου 324-451, αλλά να περιγράψει την ανάδυση του μεσαιωνικού Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Για να το εκφράσουμε διαφορικά, επιδίωξή μας είναι δείξουμε πως και γιατί το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος αναγεννήθηκε, ώστε να αποτελέσει σιγά – σιγά αυτό που σήμερα ονομάζουμε ως Βυζάντιο.
Πρόκειται για μια συναρπαστική περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας, η οποία μόλις απέβαλε το στίγμα της “παρακμής” και της “πτώσης” αποκάλυψε τον πλούτο και το βάθος της. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα η σχετική έρευνα έχει προχωρήσει πολύ και διερευνώνται πεδία που παλαιότερα είχαν παραμεληθεί, όπως ο καθημερινός βίος ή η ιστορία της σεξουαλικότητας. Κι ακόμα, οι πηγές ξαναδιαβάζονται, νέες παράμετροι συνεκτιμούνται και τα γεγονότα φωτίζονται απρόσμενα και δημιουργικά από διάφορες γωνίες.
Οι καινούργιες αυτές θεωρήσεις βρήκαν τη θέση τους και σε αυτό το βιβλίο, με συνέπεια η εικόνα του πρώιμου Βυζαντίου και των πρωταγωνιστών του να εμφανίζεται συχνά διαφορετική από την παραδοσιακή. Δεν περιοριστήκαμε όμως στη μελέτη και τη χρήση της σύγχρονης βιβλιογραφίας. Η συγγραφή του βιβλίου αποτέλεσε την αφορμή για να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε τις πηγές κι ο αναγνώστης θα βρει συχνά αναφορές, σκέψεις ή και αμφισβητήσεις που τις αφορούν. Τα κείμενα αυτά είναι πλούσια όχι μόνο σε πληροφορίες, αλλά και σε ιδέες κι αισθήματα, περιέχουν τους φόβους και τις αγωνίες, τις ελπίδες και τις προσδοκίες των συγγραφέων και του κόσμου τους, δίνοντάς μας πιο ολιστικά την εικόνα μιας εποχή που, χωρίς ίσως να το έχει συνειδητοποιήσει η ίδια, στάθηκε το μεταίχμιο και η ανατολή ενός νέου κόσμου». 


ΦΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. (2020). Βυζάντιο (324-451). Η ανάδυση μιας νέας αυτοκρατορίας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σσ. 12-13.