Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Εύκολο και βολικό να θεωρητικολογείς, δύσκολο να είσαι «αληθινός νεωκόρος της Εκκλησίας»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Κανέναν δεν έπεισε ο Σεβ. Πολυανής και Κιλκισίου κ. Βαρθολομαίος, στη συνέντευξη που έδωσε στο Σπύρο Χαριτάτο και την Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου, στην εκπομπή «Καθαρές Κουβέντες». Έστριψε δια του αρραβώνος, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την προκλητικότατη αύξηση του μισθολογίου των Αρχιερέων. Η αναφορά του στην περιουσία που η Εκκλησία έχει δώσει στο Κράτος ως «ελάχιστο αντίδωρο» στη μισθοδοσία του κλήρου γενικότερα, συνιστά κατάφωρη άρνηση της ακτημοσύνης, στην οποία οφείλει να ζει ο Σεβασμιώτατος μοναχός, μιας έχει και την ιδιότητα του μοναχού. Μην ξεχνά ότι οι Αρχιερείς πρέπει να προέρχονται από την τάξη των μοναχών. Εκτός κι αν αρέσκεται να υπηρετεί την Εκκλησία μόνο ως κοσμικός Αρχιερέας. Αλλά ούτε επί της ουσίας απάντησε στον Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, που ζήτησε την απόσυρση της σχετικής διάταξης αύξησης του μισθολογίου, κάνοντας λόγο για διασυρμό των Ιεραρχών, αμφισβητώντας μάλιστα ότι υπήρξε πάγιο αίτημα της Εκκλησίας για αύξηση των αποδοχών τους. Η απάντηση του Σεβ. κ. Βαρθολομαίου στον Σεβ. Νέας Σμύρνης κ. Συμεών: «η Εκκλησία είναι σώμα ελευθερίας και ότι κάθε Αρχιερέας έχει δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τη γνώμη του, χωρίς εκφοβισμό ή περιορισμό», είναι μόνο για αφελείς.
Να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθολομαίο:
  • Τον πλούσιο νεανίσκο που ρωτά τον Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή, με τον Χριστό να του απαντά: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» (Ματθ. 19, 21).
  • Την Επί του Όρους Ομιλία, όπου ο Χριστός λέγει: «Μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς σ’ αυτή τη γη, που το σαράκι κι η σκουριά τους καταστρέφουν και που οι κλέφτες τρυπούν τον τοίχο και τους κλέβουν. Αλλά να μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, που ούτε το σαράκι κι η σκουριά τους καταστρέφουν, και που οι κλέφτες τρυπούν τον τοίχο και τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. ΣΤ΄, 19-21)· στην ωραία μετάφραση του Ντίνου Χριστιανοπούλου. (2007). Η Επί του όρους Ομιλία του Κυρίου: Από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. Ε΄- Ζ΄. Αθήνα: Μπιλιέτο, σ. 23.
  • Την Παραβολή του άφρονος πλουσίου, όπου ο πλούσιος γκρεμίζει τις αποθήκες του για να χτίσει μεγαλύτερες, πιστεύοντας ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον του. Με τον Χριστό να λέγει: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12, 20).
  • Να θυμίσω, επίσης, στον Σεβασμιώτατο κ. Βαρθολομαίο τον ΙΣΤ΄Λόγο του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, αφιερωμένο στην φιλαργυρία και την ακτημοσύνη: «Φιλάργυρός έστιν εααγγελίων μυκτηριστής, καί παραβάτης εκούσιος. Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα· ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, εαυτόν ηπάτησεν»· ΚΛΙΜΑΞ Ιωάννου του Σιναΐτου. Κείμενο επί τη βάσει χειρογράφου της εν Άθω Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου. Το πρώτον εκδοθέν υπό Σωφρονίου ερημίτου. Δαπάνη των εκ Ραιδεστού αδελφών Σ. Κεχαγιόγλου. Νυν δε επανεκδιδόμενον υπό του Εκδοτικού Οίκου «Αστήρ». Εις Β΄ έκδοσιν. Βάσει της εν Κωνσταντινουπόλει εκδόσεως 1883. Εκ του τυπογραφείου Κ. Α. Βρεττού, εκδ. Αστήρ – Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1979, σ. 98, και σε μετάφραση: «Φιλάργυρος είναι εκείνος που καταφρονεί τις ευαγγελικές εντολές και τις παραβαίνει ενσυνείδητα. Όποιος απέκτησε αγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Όποιος όμως ισχυρίζεται πως συμβαδίζει στην ζωή του και τα δύο, αυτοαπατήθηκε», Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ. Μετάφραση: Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου Πουλουπάκη. Εισαγωγή: Ιωάννου Κορναράκη. Επίμετρο: Ιωάννου Φουντούλη, εκδ. Imago. Αθήνα 1983, σσ. 248-249.
  • Να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθολομαίο το: «Ξύπνα παππά, ξύπνα λαέ!», επίκαιρο σύνθημα του παπα- Γιώργη Πυρουνάκη, όχι μόνον για την περίοδο που ειπώθηκε, επίκαιρο και σήμερα.
  • Τέλος, να θυμίσω στον Σεβ. κ. Βαρθλομαίο το «Φως στο λαό: Λαός φωτισμένος ποτέ γελασμένος» του θεολόγου συγγραφέα Γιώργου Γρατσέα, με πολύ καλές αναφορές στον πλούτο και τη φτώχεια, με τους φτωχούς να ευαγγελίζονται.
Είναι εύκολο και βολικό να θεωρητικολογείς. Δύσκολο, όμως, να είσαι «αληθινός νεωκόρος της Εκκλησίας», κατά Θανάση Ν. Παπαθανασίου.
Δεν χωρά αμφιβολία πως οι Αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας, όσον αφορά στη σχέση τους με την Πολιτεία, οφείλουν να βάλουν στην άκρη παγιωμένες βεβαιότητες. Είναι καιρός πια για τα πρώτα ρήγματα στην μακαριότητά τους.


Joaquin Salvador Lavado «Quino», Το σκάκι των τάξεων [Πρόβλημα: Τα μαύρα παίζουν και κάνουν ματ, όποτε τους αρέσει]· το συγκεκριμένο σκίτσο του Αργεντινού δημιουργού Quino αποτελεί μια ευφυή κοινωνική σάτιρα που αποδομεί τις ταξικές ανισότητες. Χρησιμοποιώντας το σκάκι ως μεταφορά, καυτηριάζει το γεγονός ότι οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους και πως η άρχουσα τάξη («τα μαύρα») επιβάλλει τη θέλησή της εκτός των ορίων της κανονικότητας. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Χριστιανισμός και Κόσμος: Θρησκευτικά Γ΄ Λυκείου. IΤΥΕ - ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ. Αθήνα 2024, σ. 25.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Καφωδεία

«Καφωδείoν σημαίνει, σε ώρα ιδίως απογευματινή, όταν δεν έχει δύσει ο ήλιος, να πίνεις το κεφαδάκι σου, να ψάλλεις το μεράκι σου και να πλησιάζεις την επιθυμία σου γυμνή – φωτογραφία κόρης ή κι εφήβου τρέχοντος εις την πλατεία της συνοικίας. Κι ο φωνογράφος, να παίζει ένα τραγούδι του Χριστιανόπουλου ασταμάτητα και βραχνά:
Θανάση γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά:
Για ένα άλφα χάνεις την αθανασία…
Θανάση,
Αχ Θανάση…».
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. (1970). Σχόλια του Τρίτου· Αθήνα: Εξάντας, σ. 41


ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Χαγιάτια στο Πρωτάτο, (1924). 58Χ65 εκ. ΠΗΓΗ: ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΝ

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

Σαν σήμερα... Ντίνος Χριστιανόπουλος (Θεσσαλονίκη, 20 Μαρτίου 1931 - Θεσσαλονίκη, 11 Αυγούστου 2020)

H θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.


ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1998). «Η θάλασσα», στο: Ποιήματα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Διαγωνίου, σ. 124.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Τα κωλόπαιδα της πολιτικής, της τηλεόρασης και των δημοσκοπήσεων

Για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μου και στον κόσμο, βλέπω και διαβάζω τις συνεντεύξεις πολιτικών που μας κυβερνούν, πολιτικών της αντιπολίτευσης παιδικής χαράς (όλοι ανεξαιρέτως λαγοί των κυβερνώντων), των δημοσιογράφων και των δημοσκόπων που, άλλο ρόλο δεν έχουν, από το να διαμορφώνουν όπως αυτοί θέλουν - η ηθική του συμφέροντος, όπως έλεγε κι ο μακαρίτης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος- την κοινή γνώμη, κι έρχονται στο νου μου οι ωραίοι στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Α.Ι.Κ.


«καημένε Μακρυγιάννη να ‘ξερες
γιατί το τσάκισες το χέρι σου

το τσάκισες για να χορεύουν σέικ
τα κωλόπαιδα»

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (31998). Ποιήματα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Διαγωνίου, σ. 211.

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

Οι καθαρίστριες στα σχολεία

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Πιστεύουν πως πέτυχαν κάτι σπουδαίο οι αρμόδιοι για την καθαριότητα των σχολικών κτιρίων. Στις 6 εργαζόμενες πλήρους απασχόλησης προστίθενται άλλες 10 λένε, εδώ, στο Δήμο Μυτιλήνης. Και νομίζουν πως το πρόβλημα περί καθαρών σχολείων λύθηκε! Προσκαλώ κάποιον ή κάποια από τους υπεύθυνους της καθαριότητας του Δήμου Μυτιλήνης να επισκεφθεί ένα σχολείο. Να μπει σε σχολικές τάξεις. Και να μου πει ποια εικόνα αποκόμισε ιδίοις όμμασι, και ευθύς αμέσως θα τον παραπέμψω να απαγγείλει το ωραίο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, με τίτλο «Καθαρίστρια»: «Φώναξε έξαλλη. // Μπήκαν μπουλούκι, λέρωσαν, / με τις αρβύλες-τους το πάτωμα. / Μόλις το είχα σφουγγαρίζει / τρίβοντας ένα ένα τα σανίδια, / φτύνοντας αίμα ένα ολόκληρο πρωί».
Ας μη γελιόμαστε, η Μυτιλήνη όπου και να την περπατήσεις… και σε σχολεία, είναι μια βρώμικη πόλη. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους εκάστοτε υπεύθυνους για την καθαριότητα δημοτικούς άρχοντες. Αφορά και εμάς τους πολίτες που με την απαιδευσία μας, πετάμε τα σκουπίδια-μας όπου να ‘ναι, φτάνει να μην είναι μέσα στο σπίτι-μας.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Ο αξέχαστος Γιώργος Ιωάννου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Γιώργος Ιωάννου / Χάρτης 41 (Μάιος 2022). Επιμέλεια αφιερώματος: Έλενα Χουζούρη


«Φαγιούμ». Γιώργος Ιωάννου». Ψηφιακή σύνθεση του Δημήτρη Καλοκύρη (2006).

Στις 18 Φεβρουαρίου 1985, ο Γιώργος Ιωάννου επιστρέφει στη γενέτειρα πόλη, την Θεσσαλονίκη. Χιονίζει. Λευκές νιφάδες σκεπάζουν απαλά το Σέιχ - Σου, το ξανθωπό βουνό των ξανθομάλλικων παιδικών του χρόνων. Από την μεριά της γκρίζας θάλασσας φαίνεται να έρχεται η τρελή Ρωσίδα με το κάτασπρο μακρύ της φόρεμα κρατώντας στο προτεταμένο της χέρι το λευκό λουλούδι τού Ευαγγελισμού. Και ο Γιώργος Ιωάννου προχωρεί, η ομίχλη και το χιόνι πυκνώνουν, αλλά εκείνος χαίρεται και αγαλλιάται γιατί επιτέλους το σώμα του γίνεται ένα με το σώμα της πόλης του. Είναι 57 ετών και τριών μηνών, πιστός στην μόνη κληρονομιά που του άφησε ο πατέρας του, όταν στην ίδια ηλικία, είχε και αυτός πάρει τον ίδιο δρόμο για το νεκροταφείο του Ευαγγελισμού. Ο πατέρας, ο πρόσφυγας από την Κεσσάνη και η μητέρα του, η πρόσφυγας από την Ραιδεστό, αμφότεροι από την Ανατολική Θράκη, θα μετοικήσουν άρον άρον, άκοντες, διωγμένοι και καταπατημένοι, στην πόλη του Λευκού Πύργου ή του Αίματος ορθότερα, εκεί στον μυχό του Θερμαϊκού, με στεφάνι Τα Χίλια Δέντρα. Δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία ξεριζωμών, απώλειας και προσφυγιάς αλλά και ανασύνταξης δυνάμεων για την επιβίωση, για την συνέχεια της ζωής. Η Θεσσαλονίκη από το πολεοδομικό όραμα του Εμπράρ που θα την αναγόρευε σε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη, περιορίζεται στο να τιθασεύσει όπως - όπως τις τεράστιες ανάγκες που δημιουργεί το πολυπληθές και απρόβλεπτο, έως πρότινος, κύμα των προσφύγων. Από μελλοντική ευρωπαϊκή μεγαλούπολη μετατρέπεται σε πρωτεύουσα των προσφύγων. Ως «Νέα Χώρα» πια, αυτή η πανάρχαια πολιτεία, αντιμετωπίζει την ένταξή της στο Ελληνικό Βασίλειο με σκεπτικισμό και αμοιβαία καχυποψία. Οι έως το 1922 εθνοθρησκευτικές πληθυσμιακές αναλογίες της πόλης, με το εβραϊκό στοιχείο να κυριαρχεί, ανατρέπονται. Όταν θα γεννηθεί ο Γιώργος Ιωάννου, στις 20 Νοεμβρίου 1927, η Θεσσαλονίκη θα έχει αφήσει ήδη πίσω της πολλά από τα «εξωτικά» στοιχεία που είχαν γοητεύσει τον Πιερ Λοτί τον προηγούμενο αιώνα. Θα φέρει όμως ακόμα εμφανή τα σημάδια του κοσμοπολιτισμού της, τα οποία καθώς θα συναντηθούν με εκείνα των νεοφερμένων, θα δημιουργήσουν ένα αμάλγαμα ικανό να τροφοδοτήσει ευαίσθητα φαντασιακά, που θα εκφραστούν στην ποίηση και στην πεζογραφία της πόλης. Ο Ιωάννου θα ανατραφεί μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα και τα πολλαπλά σημάδια της θα εγγραφούν στο σώμα του. Οι πρώτες εικόνες που προσλαμβάνει στην παιδική του ηλικία προέρχονται από τις, πάνω από την οδό Εγνατίας, γειτονιές, όπου πριν την έλευση των δικών μας προσφύγων, τις κατοικούσαν τουρκικές οικογένειες, οι οποίες επίσης θα πάρουν την άγουσα της προσφυγιάς, γεγονός που δεν θα αφήσει ασυγκίνητο τον μικρό Ιωάννου. Κοινωνική οικογενειακή κατάσταση δύσκολη, ο αγώνας για την επιβίωση επίμοχθος. «Δεν μιλώ γενικά για τη Θεσσαλονίκη, αλλά για την προλεταριακή πόλη, μέσα από μια οικογένεια προλεταρίων», θα δηλώσει. Η εξαμελής οικογένεια Σορολόπη —το πραγματικό επίθετο του συγγραφέα— θα ζήσει αποκλειστικά από τον πενιχρό μισθό τού (μηχανοδηγού των Ελληνικών Σιδηροδρόμων) πατέρα. Το τρένο και το ταξίδι κατακάθονται μέσα στον μετέπειτα συγγραφέα ως πατρικές αφηγήσεις. Αργότερα θα μετουσιωθούν σε προσωπικά βιώματα. Η εφηβεία του θα ταυτιστεί με την Κατοχή, με εικόνες στέρησης, πείνας, κακουχιών αλλά και πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων. Η οικογένεια έχει αφήσει τις προσφυγικές πάνω γειτονιές, με τα παραδοσιακά καλντερίμια, και έχει κατηφορίσει νοτιότερα, στην οδό Ιουστινιανού, στην περιοχή της Παναγίας Χαλκέων, γνωστή ως «Παλιά Οβριακή», αφού ανέκαθεν τον κυρίαρχο τόνο έδιναν σ’ αυτή οι εβραϊκές οικογένειες. Ο 15χρονος, τότε, Γιώργος Ιωάννου, θα είναι ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες του εξολοθρεμού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, βίωμα εντονότατο που θα χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα του και αργότερα θα μετουσιωθεί σε ποίηση και πεζογραφία. Εκείνη ακριβώς την περίοδο αρχίζει τις πρώτες προσωπικές του ημερολογιακές καταγραφές, γνωστές πολύ αργότερα ως «Κατοχικό Ημερολόγιο». Σε αυτές τις ημερολογιακές καταγραφές κατατίθεται και η αντιφατική του εμπειρία από τα κατηχητικά σχολεία στα οποία εγγράφεται στις 26 Μαρτίου 1944, βασικά λόγω των συσσιτίων που αυτά οργάνωναν. Σ’ αυτά θα κάνει δυο σημαντικές, αλλά λίαν αμφιλεγόμενες, ως προς την σχέση που θα αναπτύξει μαζί τους, γνωριμίες: Τους σχεδόν συνομηλίκους του, Ντίνο Χριστιανόπουλο και Δημήτρη Μαρωνίτη. Από το 1946 έως το 1950 φοιτά στο Ιστορικό - Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, έχοντας την τύχη να διδαχθεί από σπουδαίους καθηγητές, και τους οποίους θα μνημονεύσει τιμητικά στο πεζογράφημά Επιχωμάτωση. Υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και αμέσως μετά την αποστράτευσή του, το 1951 έχει να αντιμετωπίσει συνολικά την ζωή του. Προς τα πού θα την κατευθύνει; Τι δυνατότητες έχει; Ποια είναι τα σχέδια του; Από όσα έχει γράψει ο ίδιος οι δυνατότητες του είναι και αντικειμενικά και προσωπικά περιορισμένες. Οι ερωτικές του επιθυμίες πατικωμένες κάτω από ανελέητα βλέμματα και αδυσώπητους αυταρχισμούς. Του απομένουν οι μοναχικοί περίπατοι, τα φευγαλέα αγγίγματα, τα αδιόρατα βλέμματα και οι λέξεις που όταν τις βάζει στο χαρτί τον προστατεύουν αλλά και τον απελευθερώνουν. «Έφραξε ο φόβος πια τους δρόμους μου / Έφραξε ο δρόμος του σπιτιού /  Μόνο η μορφή σου απόμεινε να με δροσίζει», [Τα Χίλια Δέντρα]. Αυτές τις λέξεις τολμά στα 26 του χρόνια να τις δημοσιοποιήσει με τη μορφή μιας πλακέτας και 11 συνολικά ποιήματα. Την τυπώνει στο τυπογραφείο του Νίκου Νικολαϊδη, τον Μάρτιο του 1954, ιδίοις αναλώμασιν. Τίτλος της: Ηλιοτρόπια.
Την ίδια σημαδιακή χρονιά βρίσκει και την πρώτη του εργασία, για καλή του τύχη μακριά από το γονεϊκό σπίτι, σε ένα ιδιωτικό σχολείο στον Γιδά (σημερινή Αλεξάνδρεια). Το σπυρί αρχίζει και σπάει, το ξανθομάλλικο αγόρι - έφηβος - νεαρός άντρας προσπαθεί να διεκδικήσει την ζωή του. Με τις ποικίλες ενοχές του, την αίσθηση της οιονεί απώλειας, την σφιχτή, έως ασφυξίας, παράδοση της προσφυγικής ανασφάλειας, την βαθιά ανάγκη των λυγμικών υπαινιγμών, το χωνεμένο τραύμα του ερωτικού αποκλεισμού από τις αδιάλλακτα αυστηρές ψυχοκοινωνικές κατηγοριοποιήσεις γύρω του, συν την έντονη διάθεση να μιλήσει, να καταθέσει ότι κρυμμένα βιώματα έχει εντός του, εισέρχεται βήμα το βήμα στην ελληνική λογοτεχνία. Μετά τα Ηλιοτρόπια έρχονται Τα Χίλια Δέντρα. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένα διάστημα εννέα χρόνων. Γιατί τόσο; Γιατί οι ανάγκες της επιβίωσης τον σέρνουν, κυριολεκτικά, από δω και από κει ανά την ελληνική επικράτεια. Μέχρι να διοριστεί σε δημόσιο σχολείο, το 1960, τον βρίσκουμε για λίγο στην Αθήνα, στη Σχολή Μπαρμπίκα, μετά στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, και όταν έρθει ο διορισμός του τον στέλνουν στο Καστρί Κυνουρίας· στη συνέχεια τον μεταθέτουν στην… Βεγγάζη, έπεται η Κασσάνδρα Χαλκιδικής, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και επιτέλους φτάνει η πολυπόθητη μετάθεση για Αθήνα, το 1971.
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, παρά τις συνεχείς μετακινήσεις, τις αλλεπάλληλες ματαιώσεις και προδοσίες φίλων, όπως ο ίδιος θα ομολογήσει, συν την κάκιστη αντιμετώπιση του από την οικογένεια του, και προπαντός απο τη μητέρα του, κατορθώνει να γράψει. Να καταθέσει δημιουργικά ό,τι τον τραυματίζει, τον πληγώνει. Αποτέλεσμα, αυτής της δύσκολης, επώδυνης περιόδου, η δεύτερη ποιητική του συλλογή Τα Χίλια Δέντρα και τον επόμενο ακριβώς χρόνο, το 1964, με ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο με τον τίτλο Για ένα φιλότιμο, ο νεαρός, έως τότε, ποιητής κάνει το μεγάλο βήμα προς την πεζογραφία. Ο Γιώργος Ιωάννου, όπως τον γνωρίσαμε μέσα από την λογοτεχνία του, γεννιόταν και μαζί του ένα ρεύμα λογοτεχνικό που αργότερα θα επηρεάσει και νεότερους συγγραφείς, εκείνο της «βιωματικής λογοτεχνίας». «Για πρώτη σου φορά ένιωθες σε τέτοιο βαθμό αυτό που διάβαζες να λένε οι άλλοι, ξένοι ιδίως. Το ξαλάφρωμα, τη λύτρωση, από το γράψιμο της λογοτεχνίας… Για σένα "η αποκάλυψη του Θεού" όπως μας την παραδίνουν οι μεγάλοι μυστικοί συγγραφείς, είναι το γράψιμο αυτών των πεζογραφημάτων». Θα ομολογήσει αργότερα με το μοναδικό υποβλητικό εξομολογητικό του ύφος.
Πολλά και λίαν ευνοϊκά έχουν γραφεί για εκείνο το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο του Ιωάννου με τα εικοσιδύο πεζογραφήματα, όπως —για πολλούς λόγους— θα τα ονομάσει ο ίδιος ο συγγραφέας τους. Εικοσιδύο πεζογραφήματα, μικρά διαμαντάκια, που ανοίγουν μια ιδιαίτερη σελίδα στην μεταπολεμική μας λογοτεχνία. Ειδολογικά δεν ανήκουν στην κλασική φόρμα του διηγήματος. Χωρίς να εντάσσονται στην ποιητική πρόζα δονούνται από ποιητική διάθεση, όπως πρώτος παρατηρεί ο Π. Μουλλάς. Και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, πιο αναλυτικά, σημειώνει: «Πεζογραφήματα χαρακτηρίζονται στον υπότιτλο τα εικοσιδύο σύντομα κείμενα του και ο προσδιορισμός αυτός, έτσι στην γενικότητα του είναι ο μόνος σωστός, αφού ούτε στο διήγημα, ούτε σε κανένα άλλο από τα γνωστά είδη μπορούν να ενταχθούν οι ιδιότυπες αυτές σελίδες, όπου ο εξομολογητικός προσωπικός τόνος και η καίρια παρατήρηση του περιβάλλοντος κόσμου εναλλάσσονται, με περίπου "παπαδιαμάντεια αδιαφορία" για τους κανόνες μιας τεχνικής, για την τήρηση κάποιων παραδεδεγμένων ή πειστικών αφηγηματικών συμβάσεων».
Ωστόσο, η πλήρης αποδοχή και η προσωπική του ωρίμανση θα έρθει όταν επιτέλους μετατεθεί στην Αθήνα, το 1971. Και όλως παραδόξως η πόλη που τον πλήγωνε και τον απόδιωχνε —«ο συνδυασμός Θεσσαλονίκης και δικών σου εσένα ποτέ δεν σε σήκωσε…»— θα κυριαρχήσει στα περισσότερα από τα βιβλία του, μετά την κάθοδό του στην Αθήνα. Όλα τα βιώματα της παιδικής - εφηβικής και νεανικής του ηλικίας στην γενέτειρα του θα αναδημιουργηθούν, θα μεταπλαστούν σε μια σπάνιας θερμοκρασίας και ατμόσφαιρας λογοτεχνία, κατά την οποία η Θεσσαλονίκη, από νύφη του Θερμαϊκού θα μετατραπεί σε νύφη της λογοτεχνίας! Και αυτό γιατί η απόσταση που την χωρίζει από την Αθήνα τον βοηθάει να αποστασιοποιηθεί, να απενοχοποιηθεί, να απελευθερωθεί από τα οικεία δηλητηριώδη βλέμματα που διαρκώς του υπενθύμιζαν τις «απαγορευμένες» ερωτικές του προτιμήσεις.
Ωστόσο, κακά τα ψέματα, δεν θα μπορέσει ποτέ να επουλωθεί το βαθύ τραύμα που έχει κατακαθίσει βαθιά μέσα του και με το παραμικρό η τραυματισμένη του ψυχοσύνθεση, με τα πολλά συναισθηματικά κενά, αντιδρά στην οποιαδήποτε κριτική, πολλώ μάλλον αν προέρχεται από παλιούς «φίλους», όπως στην περίπτωση του Ντίνου Χριστιανόπουλου και περισσότερο του Δ. Ν. Μαρωνίτη.
Δεκατέσσερα χρόνια θα μεσολαβήσουν από το 1971 έως την αποφράδα εκείνη ημέρα της 16ης Φεβρουαρίου 1985 που εξαιτίας μια μετεγχειριτικής επιπλοκής θα καταλήξει. Στο διάστημα αυτό θα ευτυχήσει και να γράψει και να εκδώσει δεκαεπτά τίτλους, ανάμεσα στους οποίους πεζογραφήματα, διηγήματα, μελέτες, δοκίμια, μεταφράσεις καθώς και δύο θεατρικά έργα. Για αρκετά χρόνια θα εκδίδει το προσωπικό του περιοδικό, Το φυλλάδιο που, για τον σημερινό μελετητή, αποτελεί σπουδαία πηγή πληροφοριών για τα λογοτεχνικά πεπραγμένα εκείνης της εποχής. Θα αξιωθεί του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος 1980 για το βιβλίο του Το δικό μας αίμα, θα έχει αναμφισβήτητα κερδίσει την εκτίμηση της δύσκολης αθηναϊκής λογοτεχνικής κοινότητας, θα έχει συγκαταλεγεί στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων μαζί με σπουδαία ονόματα της λογοτεχνίας μας, θα έχει ανοίξει νέους δρόμους σε νεότερους λογοτέχνες. Θα φύγει, έτσι άδικα και πάνω στην ωριμότητα του, ηλικιακή και δημιουργική, με ένα παράπονο: Ότι δεν πρόλαβε να γράψει ένα μυθιστόρημα, όπως σχεδίαζε να κάνει, μόλις έπαιρνε την σύνταξή του. Μήπως όμως είχε ήδη γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα της γενέτειρας του με τους δικούς του λογοτεχνικούς τρόπους; Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του, στο αφιέρωμα του περιοδικού Γράμματα και Τέχνες, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ανάμεσα στα άλλα, σημείωνε: «Ο Γιώργος Ιωάννου είναι εισηγητής ενός καινοφανούς αφηγηματικού τρόπου στα γράμματα μας: εκόμισε αυτά τα κανόνα σύντομα κείμενα σε πρώτο πρόσωπο, που απαρτίζουν το μέγιστο της τέχνης του. Πρόκειται για καθαρά λογοτεχνικά έργα που άλλοτε κλίνουν προς τον "άμορφο" συνειρμικό μονόλογο, άλλοτε υποδύονται το δοκίμιο και άλλοτε εμφανίζονται ως παραδοσιακά διηγήματα, έμφορτα όμως με αλλότρια στοιχεία ή απαλλαγμένα σε βαθμό ριζοσπαστικό από τις συμβάσεις του είδους. […] Είναι τόσο έντονη η προσωπική σφραγίδα του Γιώργου Ιωάννου στα λογοτεχνικά κείμενα του, το αδιαφιλονίκητο δικό του ύφος, ώστε όσες καταβολές κι αν ιχνηλατήσει η έρευνα, η θέση και η σημασία της προσφοράς του δεν πρόκειται να μεταβληθούν».
Τριάντα επτά χρόνια μετά τον θάνατο τού Γιώργου Ιωάννου, ο Χάρτης, τιμώντας αυτήν την προσφορά, επανέρχεται με ένα αφιέρωμα για τη ζωή και το έργο του. Συμμετέχουν με κείμενά τους, είκοσι δύο συγγραφείς, πανεπιστημιακοί και κριτικοί, από ένα ηλικιακό φάσμα που καλύπτει τρεις γενιές, από τον νεότερο Χρήστο Κυθρεώτη έως τον μεγαλύτερο Θέμη Λιβεριάδη. Έγινε προσπάθεια να «ακουστούν» και νεότερες ηλικιακά φωνές αλλά και φωνές που δεν είχαν έως σήμερα καταθέσει την άποψη τους για το έργο του Γιώργου Ιωάννου. Επίσης, στο αφιέρωμα φιλοξενείται η ραδιοφωνική [ΕΡΑ] εκπομπή που είχε κάνει η υπογράφουσα με τον Γιώργο Ιωάννου στις 20 Ιανουαρίου 1985, λίγες μόνο μέρες πριν την εισαγωγή του στο Σισμανόγλειο που τον οδήγησε στις 16 Φεβρουαρίου στον θάνατο. Ακόμα οι αναγνώστες/στριες του αφιερώματος θα έχουν την δυνατότητα μέσω του link των Αρχείων της ΕΡΤ (https://archive.ert.gr/68962/) να παρακολουθήσουν την εκπομπή «Παρασκήνιο» για τον Γιώργο Ιωάννου. Το αφιέρωμα φιλοξενεί επίσης φωτογραφίες του, αλλά και φωτογραφίες προσωπικών του αντικειμένων, όπως εκτίθενται σε ειδικά διαμορφωμένη για τον συγγραφέα αίθουσα, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η συνέχεια του αφιερώματος με τους συγγραφείς που χαρτογραφούν τον Γιώργο Ιωάννου εδώ

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου: 89 χρόνια από τη γέννησή του (17 Σεπτεμβρίου 1931)

«Ο ρόλος ενός ποιητή σήμερα μπορεί να είναι ευρύτερος, πολύ σημαντικότερος από το να εκδίδει ένα ποιητικό βιβλίο κάθε χρόνο ή κάθε πέντε χρόνια. Ο ρόλος του ποιητή είναι καθαρά πολιτιστικός, με την έννοια ότι μπορεί να πάρει μέρος στο πολιτιστικό γίγνεσθαι των ημερών. Μπορεί να είναι όμως και πολιτισμικός, με την έννοια ότι ενδιαφέρεται για το πολιτιστικό παρόν άλλων εποχών του τόπου όπου γεννήθηκε ή της χώρας στην οποία έζησε, με μια διάθεση κριτική του αποθησαυρισμένου πολιτισμικού παρελθόντος του τόπου. 
Ένας άλλος ρόλος μπορεί να είναι κοινωνικός. Κι επειδή είμαι και εκπαιδευτικός, μπορώ να πω ότι ο ρόλος είναι ίσως κι ο πιο ενδιαφέρων, απ΄ την άποψη ότι ο ποιητής δεν καλείται μόνο να εκδίδει βιβλία της άλφα ή της βήτα αξίας, αλλά καλείται να παίξει ένα ρόλο κοινωνικό στο καθημερινό γίγνεσθαι, που δεν είναι μόνο πολιτισμικό αλλά έχει πολλαπλό χαρακτήρα. Κι από αυτή την σκοπιά μπορεί να βλέπουμε τον ρόλο του ποιητή σαν εκπαιδευτή· ένα ρόλο κοινωνικό, να εκπαιδεύει ομάδες κοινωνικές, και προπάντων τους νέους, οι οποίοι – η πείρα δεν κληροδοτείται – δεν είναι δυνατόν να αντιληφθούν τη σημασία της οπτικής γωνίας ενός συγγραφέα, ενός ποιητή ο οποίος έχει στην πλάτη του σαράντα – πενήντα χρόνια δημιουργικής πνευματικής ζωής».

«Ο ρόλος του ποιητή μπορεί να είναι πολύ ευρύτερος από το να εκδίδει ένα βιβλίο». Συνέντευξη του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου στον Μισέλ Φάις, στο: Εντευκτήριο, τχ. 36 (Φθινόπωρο 1996), σ. 13.


Ο Νίκος – Αλέξης Ασλάνoγλου το 1968· Φωτογραφία από το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου, στο: Εντευκτήριο, τχ. 18 (Μάρτιος 1992), σ. 103.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Πάσχουσα κι αληθινή αγάπη

«Η ίδια η ζωή κάνει καταφάνερη την αλήθεια για την αγάπη, που είναι συγκεκριμένη και αγωνιστική, στο περιρρέον κλίμα τής ζωής, ενός σώματος, μιας κοινότητας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι διαβολική ενέργεια σημαίνει ιδίωση, ανέραστη ζωή, διάσπαση, απομόνωση και κόσμο κατά την ιωάννεια σημασία. […] Για τη συγκεκριμένη αγάπη, τη μόνη αληθινή, αποκαλυπτικό είναι ένα μικρό πεζό τού Ντίνου Χριστιανόπουλου. Πρόκειται για τη φημισμένη τραγουδίστρια του ’30, τη ντίβα τού παλαιού λαϊκού τραγουδιού Ρόζα Εσκενάζη. Πετυχημένη τραγουδίστρια με ευτυχισμένη οικογένεια, στοργική και τρυφερή και με μύριες όσες καλοσύνες, στον πόλεμο και την κατοχή κατάντησε ερείπιο με σαλεμένα τα μυαλά της. Την πέταξαν σ’ ένα καλύβι, στην άκρη της Αθήνα. Ένας φορτηγατζής, πρώην χωροφύλακας – τον είχε κάποτε βοηθήσει, ή ήταν ένα κρυφό του ειδύλλιο – την ανακάλυψε και ήθελε να την πάρει μαζί του, στην Κορινθία. Δεν ήθελε ν' αποχωριστεί το βρομερό κοτέτσι της. Κι έτσι μόνος του την υπηρετούσε εκεί και τη ντάντευε, μόνος του έκανε τη λάτρα στο καλύβι της, την τάιζε, την έλουζε, τη χτένιζε, την έβγαζε περίπατο, τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι όταν η Ρόζα πέθανε, τρελή κι αλλοπαρμένη, την πήρε και την έθαψε στην Κορινθία. Κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος καταλήγει: Κερδίζεις την εμπιστοσύνη σου στον άνθρωπο, όταν μαθαίνεις τέτοιες ιστορίες[1]».


ΝΙΚΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ. (1999). Ο Σατανάς. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σσ. 170, 171-172. 


[1] ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1991). Η κάτω βόλτα. Διηγήματα και μικρά πεζά. Θεσσαλονίκη: Διαγώνιος, σσ. 127-128.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Ενός λεπτού σιγή»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«πόρνοι και καταδόται / βασιλείαν θεού ου κληρονομήσουσι // Θεέ μου / είναι τρομερό / να με βάζεις με τους χαφιέδες»ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1988). Ανυπεράσπιστοι και υπερασπισμένοι καημοί. Επιλογή ποιημάτων από τον Παναγιώτη Σ. Πίστα. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σ. 31.












Χαρακτήρισαν τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ποιητή, δοκιμιογράφο και στιχουργό, «μάλλον συντηρητικό, ιδιότυπο χριστιανό». Διαφωνώ. Γι’ αυτή τη διαφωνία ας μου επιτραπεί το σύντομο παρακάτω σχόλιο, ελαχίστη πρόσφορα στην εγκόσμια ζωή τού Θεσσαλονικιού λογοτέχνη, που εχθές 11 Αυγούστου 2020 μας άφησε χρόνους, ταξιδεύοντας στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ο Χριστιανόπουλος όταν μεταφράζει το Άγιο και Ιερό Ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο κι όταν, επίσης, μεταφράζει την Επί του Όρους ομιλία τού Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαια Ε΄ - Ζ΄ (εκδ. Μπιλιέτο, Θεσσαλονίκη 2007), δεν είναι ο πιστός χριστιανός που, συνήθως, στην εξωτερική του μορφή συναντάμε πολλές φορές στις εκκλησιές. Ένας τέτοιος χριστιανός είναι αυστηρά τυποποιημένος, περιορισμένος και περίκλειστος στο δικό του χώρο και στη δική του συνείδηση. Και είναι προφανές ότι, έναν τέτοιο χριστιανό ο Χριστιανόπουλος τον βλέπει αδιάφορα στην ποίησή του· γιατί ο ίδιος αναζητά το Θεό στα πιο απροσδόκητα μέρη και στους πιο απροσδόκητους ανθρώπους, ανθρώπους αμαρτωλούς, που οι προσευχές τους γίνονται δάκρυ μετανοίας. Τα ποιήματά του: «Εκατόνταρχος Κορνήλιος», «Μαγδαληνή», «Μαρία η Αιγυπτία», «Στίχοι της Αγίας Άννης για τον Άγιο Σεβαστιανό» (από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950-1951), «Μυστικός Δείπνος», «Έγκλημα της μοναξιάς» (από τη συλλογή Ξένα γόνατα, 1952-1957), είναι ποιήματα αυτοβιογραφικά και άκρως εξομολογητικά, όπου ιερά πρόσωπα (βιβλικά και εκκλησιαστικά) λειτουργούν ως σύμβολα και εικόνες τού Θεού για λυτρωμό τού ποιητή. Τύψεις και μετάνοια, στον Χριστιανόπουλο, αποκαλύπτουν την αγωνία μιας βαθιάς θρησκευτικής συνείδησης, με κέντρο την αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπο.

Ο Χριστιανόπουλος γνώριζε πως ο κόσμος μπορεί να ζήσει μέσα στην αγάπη του Θεού, γι’ αυτό και επί σαράντα χρόνια, όπως ο ίδιος γράφει στο σημείωμα τού μεταφραστή, καταπιάνεται με τη μετάφραση τού Κατά Ματθαίου Ευαγγελίου (εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1996), το οποίο θεωρεί «το πιο αυθεντικό αλλά και το πιο πλήρες – σ’ αυτό βασίστηκαν οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς», διότι «έχει αρχιτεκτονική συγκρότηση και διασώζει αρκετά καλά τη ζωντάνια τής κοινής ελληνικής και τον ποιητικό χαρακτήρα τής αραμαϊκής στην εποχή τού Χριστού». Η αγάπη του μάλιστα γι’ αυτό το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζεται κι από το γεγονός ότι, «είναι το πιο ωραίο, γιατί περιέχει ολόκληρη την επί του όρους ομιλία και περιγράφει με τον δραματικότερο και αναλυτικότερο τρόπο τα πάθη του Κυρίου».

Μέσα από μια τέτοια, λοιπόν, ματιά με το λογοτεχνικό του έργο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στάθηκε απέναντι σε λογής λογής ηθικολόγους, «φανερούς και μασκαρεμένους», δίνοντάς τους ξεκάθαρη απάντηση: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας / κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, / έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, / ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, // κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, / έστω και μια φορά; / είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή / για τους απεγνωσμένους;» («Ενός λεπτού σιγή» , από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1955-1970).

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

«Είμαι εναντίον... των κουλτουριάρηδων»

«Νομίζω πως το κακό αυτό, που όλο και φουντώνει, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλούνε, να σκέφτονται περισσότερο απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει κανείς να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς “εγώ νομίζω”, “εγώ πιστεύω”, “έχω τη γνώμη”, και τα συναφή. Μέσα σ’ αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας κι εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. Μια φορά ένας κομμουνιστής μού πιπίλιζε τον Μαρξ σαν καραμέλα και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το “Κεφάλαιο”. Μα και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα απ’ το ευαγγέλιο; Κι άσε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!»












ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1990). Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων. Μια συζήτηση με τον Περικλή Σφυρίδη. Θεσσαλονίκη: Τα Τραμάκια, σ. 15.

Αποχαιρετισμός στον Ντίνο Χριστιανόπουλο (Θεσσαλονίκη 1931 - Θεσσαλονίκη 11 Αυγούστου 2020)

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣTΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1988). «Εγκαταλείπω την Ποίηση», στο: Ανυπεράσπιστοι και υπερασπισμένοι καημοί. Επιλογή ποιημάτων από τον Παναγιώτη Σ. Πίστα. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σ. 41.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Μαγδαληνή· μυστηριώδης ελπίδα για μετάνοια

«Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα ταχτική στα κηρύγματά του·
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες· 
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι. 
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του. 
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι 
κι από την πόλη στο Όρος των Ελαιών. 

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση. 
Για ένα βάζο αλαβάστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου. 
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα. 
Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του, 
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του, 
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω. 
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια, 
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο. 
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του· 
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ’ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει. 
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια 
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο 
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν ότι ηγάπησαν πολύ». 


ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1990). «Μαγδαληνή», στο: Το τραμ, τχ. 11-12, Θεσσαλονίκη, σ. 82.