Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία και Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία και Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αφιερωμένο, τέτοιες ημέρες, σε όλους τους βαθύτατα ευλαβείς πολιτικούς ημών

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

«Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Ο Κύριος.


Νομίζω ότι ο αχώρητος Θεός, μέσα στην άπειρη απεραντοσύνη της μοναξιάς Του, πρέπει να πλήττει θανάσιμα με τις αενάως επαναλαμβανόμενες,πλην αδιαλείπτως ομοιόμορφες, προσευχές των υποκειμένων Του. Ιδιαίτερα με εκείνες τις ξεδιάντροπα υμνητικές που Τον δοξάζουν δουλικά λέγοντας Του τ' αυτονόητα - ότι είναι ο όντως Ων, ο Παντοδύναμος, ο Πανάγαθος, ο Άχρονος κ.λπ. Ο Θεός, όμως, δεν είναι ανασφαλής, ξέρει καλά ποιος είναι. Ως Πάνσοφος! Ανασφαλής είναι ο άνθρωπος. Επειδή δεν ξέρει. Επίσης, έχω την υποψία ότι ιδιαίτερα ο Χριστός - που πήρε παραμάζωμα τους λογής εμπόρους από το Ναό - θυμώνει με τους γλείφτες. Δηλαδή τους επαγγελματίες θρησκόληπτους. Ενώ, αντίθετα, πρέπει να διασκεδάζει αφάνταστα με τους βλάσφημους.
Θα πρέπει να γουστάρει την αποκοτιά τους. Να Τον προκαλούν, να Τον καθυβρίζουν ως ίσοι προς ίσο και, επιπλέον, να ερωτοτροπούν λόγω και διανοία με τη Μητέρα του! Αυτός ο βέβηλος ερωτισμός των πληβείων του κόσμου τούτου μάλλον Τον κάνει να θυμάται με νοσταλγία τα επίγεια, ελάχιστα νιάτα Του. Τι θεολογική ειρωνεία! Αναστήθηκε τριάντα τριών χρόνων για να μην ξαναγίνει ποτέ πια νέος. Να καταστεί για πάντα ο Παλαιός των Ημερών... Νυν και αεί! Άπαγε της βλασφημίας!
Άρα και η βλασφημία, σκέφτομαι, είναι είδος προσευχής από την ανάποδη. Μια ενεργητική επίκληση που δεν γίνεται με τους συνήθεις τρόπους των θρησκόληπτων αλλά με τον αλήτικο τσαμπουκά του μόρτη. Μια επιμειξία του παγανισμού με τον Χριστιανισμό που επιβιώνει λόγω της δημοφιλίας της. Η βίαιη οικειοποίηση, μ' άλλα λόγια, του θείου εκτός του τυπικού τελετουργικού. Η βλασφημία όθεν είναι προσωπική, ερωτική σχέση με το υπερβατικό. Μόνο ένας που θρησκεύεται, έστω και έτσι, δηλαδή υποσυνείδητα, μπορεί να εκτονώνεται βλασφημώντας. Μόνο κάποιος που έχει εμπειρία του ιερού, μπορεί να προκαλεί το ιερό, την ύπατη μορφή εξουσίας. Απλά, θεολογικά μαθηματικά.
Προσωπικά πιστεύω ότι ο άνθρωπος έπλασε τους θεούς του κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση. Κι όχι το αντίθετο. Κι ότι η σύλληψη της έννοιας ενός όντος ανόλεθρου και αιωνίου και της συνακόλουθης θρησκείας που το περιέχει και του δόγματος που το περιχωρεί, αποτελεί το υψηλότερο μας πολιτιστικό επίτευγμα. Το opus magnum της φυλής των ανθρώπων. Το μέγιστο δημιούργημα μας.
Κι αυτό σάς το λέει ένας άθεος ήρεμα. Άθεος μεν, χριστιανός Ορθόδοξος δε. Όλα κι όλα. Ήρεμα οπωσδήποτε. Αφού αυτή είναι και η κουλτούρα και η παιδεία μου. Οι Χαιρετισμοί, η νεκρώσιμη ακολουθία, τα εγκώμια και η περιφορά του Επιταφίου, οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου και τα ρεμπέτικα. Όπως τα βίωσα από παιδί στα Ταμπούρια του Πειραιά και τον Άγιο Δημήτριο. Στις ιερές ακολουθίες του οποίου, ιδιαίτερα στους Εσπερινούς και στα Απόδειπνα - τί λέξη - άσκησα τα ελληνικά μου. Νιώθω άρα και δέος και τρόμο για ότι αγνοώ αλλά δεν καταδέχομαι μεταφυσικές παρηγοριές. Ο θάνατος μου είναι ότι πιο αιώνιο διαθέτω ως ανθρώπινο ον και για αυτό τον αναμένω με περιέργεια. Ενώ το σώμα μου είναι η ψυχή μου, αιώνια θνητό και γενναίο στον αφανισμό του. Χωρίς ελπίδα αναστάσεως.

Φωτό: Ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Πάνω Χωριό Ηρακλειάς. Μία Εκκλησία παμπάλαιη που ανακαινίστηκε πρόσφατα και που το μαρμάρινο της τέμπλο φιλοτέχνησε ο Φιλιππότης ο νεότερος γύρω στα 1990. Ο ιερομόναχος που ιερουργεί ανήμερα της γιορτής της Παναγίας είναι ένας από τους τρεις μοναχούς που απομένουν στη Μονή Χοζοβιώτισσας Αμοργού. Σύντομα θα επιστρέψει στο νησί του. Ένας ρασοφόρος Οδυσσέας των μικρών Κυκλάδων. Του ομφαλού της καθ' ημάς Ανατολής.


Σημ. Ένας ναός είναι, πάνω απ' όλα, η σύνθεση αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και ζωγραφικής. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα και στα νεότερα χρόνια. Το θείο αναδύεται μέσα από την αισθητική και ότι πεθαίνει νικημένο από τη ζωή, αν αξίζει, είναι η τέχνη μόνο που το ανασταίνει. Η δικιά μας αθανασία, η αιωνιότητας των θνητών, η φτιαγμένη με απολύτως χοϊκά υλικά.


Τέλος, η ιδιωτική εκκλησία των Ταξιαρχών στον Άγιο Γεώργιο Ηρακλειάς που χτίστηκε το 1894 από τους Στεφανίδηδες και ανήκουν σήμερα στην οικογένεια των Δανέζηδων...
Φέρει ενσωματωμένα, αρχιτεκτονικά στοιχεία από προηγούμενο, ειδωλολατρικό ναό που είχε ανεγερθεί στο ίδιο σημείο. Χαρακτηριστικός είναι ο κίονας που χωρίζει τις δύο καμπάνες του κωδωνοστασίου. Είναι μονόλιθος με δωρικό κιονόκρανο και φέρει εγχάρακτο σταυρό εξορκισμού. Έτσι γίνονταν η οικείωση - ενσωμάτωση του παρελθόντος. Ένα είδος προσευχής από την ανάποδη κι εδώ. Μια βλασφημία που κατέστη ευλογία.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

ΕΜΜΑΝΟΥΕΛ ΤΟΝΤ: Σε κατάσταση μηδενικής θρησκείας

Συνδέετε την παρακμή της Δύσης με την εξαφάνιση της θρησκείας – κυρίως του Προτεσταντισμού – και χρονολογείτε αυτή την εξαφάνιση με τους νόμους με την καθιέρωση των γάμους ομοφυλόφιλων…

Δεν εξέφρασα καμία προσωπική άποψη για αυτό το κοινωνικό θέμα. Είμαι εδώ μόνο ως κοινωνιολόγος της θρησκείας, πολύ χαρούμενος που έχω έναν ακριβή δείκτη για να εντοπίσω εγκαίρως το πέρασμα της θρησκείας από μια κατάσταση ζόμπι σε μια κατάσταση μηδενική. Στα προηγούμενα βιβλία μου, εισήγαγα την έννοια της θρησκευτικής κατάστασης ζόμπι: η πίστη εξαφανίστηκε, αλλά τα ήθη, οι αξίες και οι ικανότητες συλλογικής δράσης κληρονομημένες από τη θρησκεία παραμένουν, συχνά μεταφρασμένες σε ιδεολογική γλώσσα –εθνική, σοσιαλιστική ή κομμουνιστική. Αλλά η θρησκεία φτάνει στις αρχές της τρίτης χιλιετίας σε μια κατάσταση μηδενική (νέα έννοια), την οποία αντιλαμβάνομαι με τρεις δείκτες– αναζητώ πάντα στατιστικούς δείκτες για να αξιολογήσω τόσο ηθικά όσο και κοινωνικά φαινόμενα: Είμαι θαυμαστής του Durkheim, ιδρυτή της ποσοτικής κοινωνιολογίας, ακόμη περισσότερο από τον Βέμπερ.
Στην κατάσταση των ζόμπι, οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν πλέον στη θεία λειτουργία, αλλά εξακολουθούν να βαφτίζουν τα παιδιά τους. Η εξαφάνιση του βαπτίσματος είναι εμφανής σήμερα, έφτασε στο στάδιο μηδέν. Στο στάδιο των ζόμπι, θάβουμε πάντα τους νεκρούς, υπακούοντας έτσι πάντα στην άρνηση της αποτέφρωσης της Εκκλησίας. Σήμερα, η μαζική διάχυση της αποτέφρωσης γενικεύτηκε: πρακτική και φθηνή πρακτική, σχεδόν μηδενική η δαπάνη. Τέλος, ο πολιτικός γάμος της περιόδου των ζόμπι είχε όλα τα χαρακτηριστικά του αρχαίου θρησκευτικού γάμου – άντρας, γυναίκα, παιδιά που πρέπει να μορφωθούν. Με τον γάμο ομοφυλόφιλων, που δεν έχει νόημα για τη θρησκεία, φεύγουμε από το κράτος των ζόμπι και χάρη στους νόμους για ισοδύναμους γάμους, μπορούμε να χρονολογήσουμε τη νέα κατάσταση της μηδενικής θρησκείας.

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Εμμανουέλ Τοντ: Ανιχνεύσεις


EMMANUEL TONT. (2024). Η ήττα της Δύσης, μτφρ. Σοφία Σφυρόερα. Αθήνα: Πεδίο.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ έθεσε και πάλι την Ιστορία σε κίνηση. Δημιούργησε ένα κενό που απορρόφησε το δυτικό και κυρίως το αμερικανικό σύστημα σε μια εποχή που το ίδιο βρισκόταν σε κρίση και ατροφούσε στο κέντρο του. Προκλήθηκε έτσι ένα διπλό κίνημα: ένα κύμα επέκτασης της Αμερικής προς τα έξω, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της εντείνονταν η φτώχεια και η θνησιμότητα. Η υποχώρηση του προτεσταντισμού οδήγησε τις ΗΠΑ από τον νεοφιλελευθερισμό στον μηδενισμό και τη Μεγάλη Βρετανία από τη χρηματιστικοποίηση στην απώλεια του χιούμορ. Το διάστημα 2016-2022 το ΝΑΤΟ και η Ουκρανία βρέθηκαν μπροστά σε μια σταθεροποιημένη Ρωσία που έγινε ξανά μια ισχυρή αλλά συντηρητική δύναμη, η οποία καθησυχάζει τον «υπόλοιπο κόσμο», καθώς εκείνος δεν θέλει να ακολουθήσει τη Δύση στην περιπέτειά της. Το 2022 η ηγεσία της Ρωσίας αποφάσισε να πάρει θέση: αψήφησε το ΝΑΤΟ και εισέβαλε στην Ουκρανία. Αντλώντας από τις πηγές της κριτικής οικονομίας, της κοινωνιολογίας της θρησκείας και της ανθρωπολογίας, ο Emmanuel Todd μας ξεναγεί στον πραγματικό κόσμο, από τη Ρωσία στην Ουκρανία, από τις πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες στη Γερμανία, από τη Μεγάλη Βρετανία στη Σκανδιναβία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να ξεχνά τον «υπόλοιπο κόσμο», η επιλογή του οποίου έκρινε την έκβαση του πολέμου· [Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Ελπιδοφόρος και Τράμπ

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ I. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Τα πολιτικά λογίδρια, μαζί με τα εκκλησιαστικά, στις εθνικές επετείους έχουν φτάσει στα όρια του παραλόγου. Ετούτο, εκτός των άλλων, οφείλεται και στην έκπτωση του πολιτικού και εκκλησιαστικού λόγου. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος, σήμερα, στην προσφώνηση που έκανε στον Πρόεδρο Τραμπ, εντός Λευκού Οίκου, στην ετήσια γιορτή που γίνεται εκεί, για να τιμηθεί η Ελληνική Εθνική Γιορτή της 25ης Μαρτίου 1821, συνέκρινε τον Αμερικανό Πρόεδρο με τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκκλησιαστικός λόγος καιροσκοπισμού, ντυμένος με την ευτέλεια ακόρεστης πολιτικολογίας. Και στο βάθος… η διαδοχή στον Πατριαρχικό Θρόνο. Στην περίπτωση αυτή το σημαντικότερο βρίσκεται αλλού: θρησκεία και πολιτική, με τους εκπρόσωπους τους ζουν με τις εντυπώσεις και χάνουν την αίσθηση της πραγματικότητας. Να μην ξεχάσω: το σκηνικό και το διάλογο ανάμεσα στον θρησκευτικό με τον πολιτικό ηγέτη, λιβάνισε και το team της δημοσιογραφίας στο Protagon!

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Για τον πόλεμο στη Γάζα... ΟΛΜΕ και ΥΠΑΙΘΑ... δύο «άσπονδοι φίλοι»

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Για τον άδικο πέρα για πέρα πόλεμο στη Γάζα, οι ανακοινώσεις της ΟΛΜΕ και του ΥΠΑΙΘΑ, δείχνουν αυτό που δεκαετίες γίνεται ανάμεσα στο συνδικαλιστικό όργανο των εκπαιδευτικών και τους εκάστοτε Υπουργούς Παιδείας: ένας άνευ ουσίας «διάλογος» ή, στη χειρότερη περίπτωση, παράλληλοι μονόλογοι. Για αντίστοιχα ζητήματα, τόσο σημαντικά όπως είναι ο πόλεμος στη Γάζα, και οι δύο πλευρές, ετούτη τη στιγμή της σφαγής ανθρώπων, ένθεν κακείθεν, είναι σφιγμένες μέσα σε δύο στενούς κορσέδες και δεν μπορούν να δουν ξεκάθαρα το κακό που γεννά ο πόλεμος. Και οι δύο τους θάβουν την ελπίδα να λάβει τέλος το «μίσος που γεννάει η αδικία». Έχω τη γνώμη ότι και οι δύο θεσμικοί φορείς της παιδείας οφείλουν να αποϊδελογικοποιήσουν τις θέσεις τους και να δουν το εν λόγω ζήτημα ξεκάθαρα. Τι γνωρίζουμε γι’ αυτό; Νομίζω ότι απάντηση δίνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο παρακάτω απόσπασμα, αντλημένο από τον πρόλογο που ο ίδιος έγραψε στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Ρεζίς Ντεμπρέ, Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου, μτφρ. Άννα Καρακατσούλη, Πόλις, Αθήνα 2010.

«Το παλαιστινιακό ζήτημα βεβαίως δεν είναι σήμερα και δεν ήταν ποτέ ένα αυτόνομο ζήτημα, μια αυτονομημένη εθνική διεκδίκηση. Συνδέθηκε πάντα με τη συνολική πορεία του αραβικού ζητήματος και άλλα επιμέρους ενδοαραβικά ή ενδοϊσλαμικά επίδικα, πολύ συχνά μάλιστα χρησιμοποιήθηκε από τις αραβικές χώρες για δικές τους επιδιώξεις ή, όπως λέγεται σήμερα, εργαλειοποιήθηκε. Αν το εθνικό παλαιστινιακό κίνημα δεν μπορεί να αυτονομηθεί, αυτό διόλου δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει μια διακριτή εθνική παλαιστινιακή ταυτότητα, προϊόν αυτού ακριβώς του κινήματος. Η παλαιστινιακή ταυτότητα μάλιστα είναι σήμερα πολύ πιο ισχυρή από τον δεσμό που ενώνει μεταξύ τους Άραβες των γειτονικών χωρών, Ιορδανούς, Σύρους, Αιγύπτιους, Ιρακινούς, οι οποίοι μετά την αποτυχία του αραβισμού –η ήττα του 1967 θέτει ουσιαστικά τέρμα στο νασερικό όραμα της παναραβικής ενότητα- υπάρχουν, παρά την κοινή γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό, ως χωριστές εθνικές οντότητες. Χωριστό έθνος αποτελούν και οι Παλαιστίνιοι, ένα έθνος διασκορπισμένο, κυνηγημένο, ένα έθνος, στο μεγαλύτερο μέρος του, προσφύγων, που διεκδικεί και δικαιούται ένα κράτος. Όπως ήταν και οι Εβραίοι όλων των αναλογιών τηρουμένων.
»Το εθνικό παλαιστινιακό κίνημα –ορισμένες θαμπές απαρχές του πρέπει να αναζητηθούν στα τέλη του 19ου αιώνα- αναγνωρίζει σήμερα στο πρόσωπο του Ιτσιντίν αλ Κασάμ (1880-1935) μια από τις ιδρυτικές μορφές του, όσοι πιστεύουν ότι η σύνδεση θρησκείας και πολιτικής στο παλαιστινιακό κίνημα έγινε πρώτη φορά από τη Χαμάς θα διαπιστώσουν, μελετώντας την περίπτωσή του, ότι αυτός ο σούφι σεΐχης δεν ξεχώρισε ποτέ στα φλογερά κηρύγματά του τη θρησκευτική πίστη από την πολιτική δράση, και δη την ένοπλη, στην οποία έβλεπε τη μόνη λύση του παλαιστινιακού εθνικού ζητήματος. Οι ένοπλες ομάδες του, τις οποίες είχε αρχίσει να συγκροτεί από το 1925, θα ξεκινήσουν τη δράση τους το 1932, τρία χρόνια δηλαδή μετά την πολύνεκρη εκατέρωθεν σύγκρουση Αράβων και Εβραίων, τον Αύγουστο του 1929, για τον έλεγχο του Δυτικού Τείχους (ή Τείχους των Δακρύων). Σκοτώνεται ηρωικά (ή μαρτυρικά, αφού αποφάσισε την τελευταία μάχη χωρίς καμία ελπίδα), τον Νοέμβριο του 1935 στην Τζενίν, από τον βρετανικό στρατό. Τον θάνατό του θα ακολουθήσει, το 1936-1039, η παλαιστινιακή εξέγερση, κατά των Βρετανών και των Εβραίων ταυτόχρονα, που θα πνιγεί τελικά στο αίμα. Τούτη η σύντομη μνεία στον αλ-Κασάμ, τον οποίο έχει καταστήσει σήμερα παγκοσμίας γνωστό η Χαμάς –το όνομά του φέρει το στρατιωτικό τμήμα της και οι ρουκέτες της- γίνεται απλώς για να δείξουμε ότι η σύνδεση πολιτικής και θρησκείας στους Παλαιστίνους δεν είναι αποκλειστικά σημερινή και η Χαμάς δεν έπεσε ουρανοκατέβατη τον Δεκέμβριος του 1987, αλλά έχει ρίζες στην παλαιστινιακή ιστορία.
»Το παλαιστινιακό αίμα έχει τρέξει ποτάμι, με αυτουργούς τούτης της αιματοχυσίας όχι μόνο τους Βρετανούς ή τους Εβραίους αλλά και τους ομόθρησκους Άραβες (η σφαγή χιλιάδων Παλαιστινίων φενταγίν τον Σεπτέμβριος του 1970 και τον Ιούλιο του 1971 από τον ιορδανικό στρατό δεν συγκρίνεται, σε αριθμό και αγριότητα, με εκείνες που διέπραξαν οι Βρετανοί ή οι Εβραίοι) και βεβαίως τους ίδιους τους Παλαιστίνιους στις ατέρμονες εμφύλιες συγκρούσεις τους. Η Χαμάς, φονταμενταλιστική, τρομοκρατική, ανελεύθερη, δυναστευτική, δεν είναι ασφαλώς μια οργάνωση στην οποία μπορεί να τρέφει συμπάθεια ένας δημοκρατικός άνθρωπος. Ό,τι πάντως και αν είναι η Χαμάς, όσο και αν διαφωνείς με την πολιτική της, όσο απεχθή και αν βρίσκεις την ιδεολογία και την πρακτική της, όταν έχεις, όπως ο Ντεμπρέ, το θλιβερό προνόμιο να επισκεφτείς τη Γάζα, τούτη τη μεγαλύτερη φυλακή του κόσμου, με ενάμισι εκατομμύριο φυλακισμένους (70.000 ήταν οι κάτοικοί της το 1948), που στοιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο χωρίς νερό, χωρίς αέρα, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής, χωρίς δουλειά, τότε δεν μπορείς, ενώπιον αυτής της πελώριας αδικίας, παρά να σταθείς στο πλευρό των κατοίκων της, είτε είναι μέλη, φίλοι, οπαδοί της Χαμάς είτε όχι, να αγανακτήσεις με την άδικη και ανήθικη πολιτική του Ισραήλ, και να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να λάβει τέλος αυτή η αδικία».


ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. (2019). «Ιερή γη και ιερή βία», στο: Άσπονδοι Φίλοι: Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι. Αθήνα: Πατάκη, σσ. 32-35.

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

Γίνεται η Εκκλησία «κόμμα;»

Του ΧΑΡΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν έλειψαν και στην παρούσα εκλογική αντιπαράθεση τα κόμματα εκείνα, στα μηνύματα των οποίων κυριαρχούσαν οι αναφορές περί «πατριωτισμού» και «χριστιανισμού / ορθοδοξίας», όπως δεν έλειψαν και οι καταγγελίες για «στρατευμένη» υποστήριξη των κομμάτων αυτών από (μεμονωμένους) κληρικούς και (δυο - τρία από τα είκοσι) αγιορείτικα μοναστήρια. Κι αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που βγήκε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος για να ξεκαθαρίσει εκκλησιολογικά και θεολογικά τη θέση της Εκκλησίας, προειδοποιώντας, μάλιστα, τους παρεκτρεπομένους κληρικούς ότι η ανοχή έχει φθάσει στα όριά της. «Ως εδώ!», είπε με νόημα, υπογραμμίζοντας την ιστορική, συνοπτική, πλην όλως περιεκτική σχετική αναφορά του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Σεραφείμ (Τίκα) ότι «η Εκκλησία μας ούτε πολιτεύεται, ούτε συμπολιτεύεται, ούτε αντιπολιτεύεται, αλλά πορεύεται» (βλ. «E», 28.05.2023, σ. 15). Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι η επιταγή της διάκρισης Πολιτείας / Κράτους - Θεού δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά -κυρίως- χριστιανική. Ο ίδιος ο Χριστός το είπε: «απόδοτε ούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22, 21). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί μεν η κοσμική (= άθρησκη) Πολιτεία να επιτρέπει σε κάθε πολίτη να ασχολείται με «τα του Καίσαρος» και «με τα του Θεού», είτε φορά ράσο είτε όχι, όμως, η χριστιανική παράδοση δεν το επιτρέπει. Μπορεί η Πολιτεία να παραχωρεί το δικαίωμα στους (ανεξαρτήτως θρησκεύματος) πολίτες της να λένε ότι θέλουν (κι όπως θέλουν), στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, όμως, το δικαίωμα αυτό για τη κατηγορία των πολιτών που είναι αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσλαμβάνει άλλο περιεχόμενο (εν Χριστώ) ελευθερίας.
Η χριστιανική παράδοση θέλει τους εν τω κόσμω ποιμενάρχες (μητροπολίτες / επισκόπους) και ποιμένες (ιερείς / ιερομονάχους) να ασκούν ποιμαντική μέριμνα και να επιτελούν κοινωνικό έργο, όχι, όμως, κατά τον τρόπο που ενεργούν οι κοσμικοί άρχοντες, αλλά όπως ταιριάζει σε ποιμένες, κατά την επιταγή της Αγίας Γραφής, η οποία τους θέλει να μην μπλέκονται σε διαμάχες και έριδες. «Δούλον δε κυρίου ουδεί μάχεσθαι, αλλά ήπιον είναι προς πάντας, διδακτικόν, ανεξίκακον...» (:o δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, πρόθυμος να διδάξει, ανεκτικός), λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Τιμόθεο (Β’, 2, 24) ποιμαντική επιστολή του και προσθέτει, στο ίδιο χωρίο, για το πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται ο κάθε ποιμένας: «εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας» (: πρέπει να παιδαγωγεί με πραότητα τους αντιτιθεμένους για να τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια να καταλάβουν την αλήθεια). Η χριστιανική παράδοση θέλει τους ποιμένες ενωτικούς, γιατί «το της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλά ενώσεως έστι και συμφωνίας όνομα» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Α’ Κορινθίους, P.G. 61, 13).
Σημαίνουν όλα αυτά ότι η Εκκλησία θα πρέπει να περιορισθεί μόνο στη λεγόμενη πνευματική σφαίρα της ζωής του ανθρώπου και να κρατηθεί μακριά από την υλική - κοσμική; Φυσικά και όχι - πρέπει, όμως, να προσαρμόζει τις όποιες παρεμβάσεις της στο θεολογικό πλαίσιο του μεταμορφωτικού και ανακαινιστικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ως κιβωτός σωτηρίας των ανθρώπων.
Η αντίληψη που θέλει την Εκκλησία να ασχολείται μόνο με τα θρησκευτικά – πνευματικά ζητήματα, μόνο με τον χώρο του ιερού, εκχωρώντας σε άλλους τα λεγόμενα υλικά πράγματα, είναι μανιχαϊκή - και άρα εσφαλμένη από την ορθόδοξη σκοπιά, καθώς σκοπός της Εκκλησίας είναι να μεταμορφώσει και να σώσει τον όλο άνθρωπο (σώμα και ψυχή, πνεύμα και ύλη). Σύμφωνα με τη θεολογία μας, ο Χριστός προσέλαβε «ασυγχύτως», «ατρέπτως», «αχωρίστως», «αδιαιρέτως» (όπως, επί λέξει, ορίσθηκε στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας), τον όλο άνθρωπο. Συνεπώς και όλη την ανθρώπινη ιστορία - άρα και την πολιτική, κοινωνική και όχι μόνο την πνευματική ή θρησκευτική πλευρά της. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «το γαρ απρόσληπτον αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Επιστολή 101, P.G. 37, 181 C).
Υπάρχει, όμως, ριζική διαφορά και διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτικής, και άρα ποιμένων και πολιτικών, καθώς, όπως προείπαμε, άλλο Θεός, άλλο Καίσαρ (βλ. Mατθ. 22, 21). Η Εκκλησία δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να προδώσει την ουσία και τη σωτηριολογική αποστολή της μεταβαλλόμενη σε σχήμα και εξουσία του αιώνος τούτου. Για την Εκκλησία η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των πολιτικών ζητημάτων (πρέπει να) γίνεται, όχι με τη συνήθη αντιπαραθετική πολιτική - κομματική πρακτική, αλλά με την αναγωγή τους στην πνευματική τους βάση. Το ζητούμενο για την Εκκλησία μας και τους ποιμένες της είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση του κόσμου, η κλήση σε μετάνοια και η αναγγελία του ευαγγελίου της Βασιλείας και όχι η με κάθε μέσο και τρόπο (δημόσια ή παρασκηνιακή) παρουσία της / τους στον χώρο της πολιτικής - κοσμικής εξουσίας, γεγονός που κατά τη γνώμη μας συνιστά εκκλησιολογική εκτροπή. Εξάλλου η Εκκλησία είναι μάνα όλων (δεξιών, κεντρώων και αριστερών) και η κάθε διάκριση των ανθρώπων με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω θα ήταν ξένη προς τη θεολογία της, το ευχαριστιακό της ήθος, προς την ίδια την ταυτότητά της:
«Εκκλησία δε καλείσθαι φερωνύμως, δια τό πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγειν», μας υπενθυμίζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (Κατηχήσεις, 18, 24. P.G. 33, 1044 B). Τι σημαίνει τούτο; Ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνεται κόμμα - γιατί όταν γίνεται παύει να είναι η Εκκλησία του Χριστού. Οι εμπλοκές εκκλησιαστικών παραγόντων και φορέων που παρατηρήθηκαν στο προηγούμενο προεκλογικό διάστημα θα πρέπει να προβληματίσουν όχι μόνο την Ιεραρχία της Εκκλησίας μας και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, αλλά και, ευρύτερα, τον θεολογικό και πνευματικό κόσμο, όλους μας, πριν φθάσουμε -μη γένοιτο!- στην έσχατη βαθμίδα εκπτώσεως, με την εισαγωγή των πολιτικών (= κομματικών) διαιρέσεων μέσα στην Εκκλησία.

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2023

Ένας ολοκληρωτικός φονταμενταλισμός

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

Η κριτική μου στο κόμμα ΝΙΚΗ δεν στρέφεσαι ενάντια σε «μια οργάνωση με θρησκευτικό προσανατολισμό». Αντίθετα κάτι τέτοιο θα το θεωρούσα θεμιτό και καθόλου απορριπτέο, σε μια εποχή σύγχυσης και μηδενισμού. Άλλωστε και ανάμεσα στους διαγκωνιζόμενους/ες για την είσοδο στη Βουλή, βρίσκονται πολλές φαιδρές και βλαπτικές για το επίπεδο της δημοκρατίας μας, περιπτώσεις, ενώ και μέσα στη Βουλή υπάρχουν και άλλα κόμματα με εθνομηδενιστική και ολοκληρωτική ιδεολογία.
Πρόκειται, αντίθετα, για μια κριτική σε μια οργάνωση -κόμμα που αλιεύει στον πατριωτικό «χώρο» και στον χώρο των πιστών –που αποτελούν ένα πλειοψηφικό μέρος του ελληνικού λαού– αλλά εμφορείται από αντιλήψεις φονταμενταλιστικού /ολοκληρωτικού χαρακτήρα, και η οποία, καθόλου τυχαία άλλωστε, συντάσσεται με τον Βλαδίμηρο Πούτιν και ενάντια στον Ουκρανικό λαό.
Η ΝΙΚΗ διαστρέφει προς μια ολοκληρωτική κατεύθυνση, αντιλήψεις και επιλογές του δημοκρατικού πατριωτισμού, ενώ με την συστηματική αντιπαράθεσή της με όλους τους θεσμούς της Ελληνικής Ορθοδοξίας προετοιμάζει και προοιωνίζεται ένα κυριολεκτικό σχίσμα στο εσωτερικό της. Διότι είναι πανθομολογούμενο πως, πίσω από τη ΝΙΚΗ βρίσκονται όλες οι ρωσόφιλες δομές του εκκλησιαστικού χώρου. Αυτές –από μονές του Αγίου Όρους μέχρι ευσεβιστικές «χριστιανικές» οργανώσεις–, ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Ουκρανία, έχουν επιδοθεί σε έναν γενικευμένο πόλεμο ενάντια στην Ελληνική Ορθοδοξία. Προωθούν και εισηγούνται μια αντίληψη της Ορθοδοξίας όχι μόνο ξενοκίνητη και σχισματική, αλλά μισαλλόδοξη, ευσεβιστική, ολοκληρωτική.
Τα φτωχότερα και πλέον περιθωριοποιημένα ή παραδοσιακά και οικονομικά κατεστραμμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας αποτελούν τον βιότοπο όπου ανθούν οι συνωμοσιολογικές αντιλήψεις. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι αποτελούν πολύ συχνά σκληρά εργαζόμενους, καλούς οικογενειάρχες και αληθινούς πατριώτες. Ωστόσο η μεταβολή της κοινωνίας σε ένα καζίνο με τους επιταχυνόμενους ρυθμούς της κυκλοφορίας του χρήματος, την ταξική αναλγησία, την τεχνολογική εργαλειακότητα, την πολιτισμική παρακμή, και τις επιβουλές στην εθνική ταυτότητα και κυριαρχία μπορεί να έχει δύο διεξόδους. Είτε την προσπάθεια μιας ορθολογικής και συνεκτικής αντιμετώπισης αυτού του επικίνδυνου κόσμου είτε το βύθισμα σε έναν κόσμο φανταστικό, συνωμοσιολογικό με μόνη κατάληξη τον φονταμενταλισμό του ενός ή του άλλου χαρακτήρα.
Και υπεύθυνοι γι’ αυτό δεν είναι μόνο οι χριστέμποροι και οι έμποροι ελπίδων συχνότατα ρωσοκίνητοι που προσπαθούν να τους εκμεταλλευτούν αλλά –ίσως και περισσότερο– εκείνοι που με τις πολιτικές και τη συμπεριφορά τους αποξενώνουν αυτές τις λαϊκές δυνάμεις από το σώμα της κοινωνίας. Όταν το κέντρο βάρους της οικονομίας της χώρας μεταφέρεται δραματικά και ξεδιάντροπα στην Αθήνα και τα τουριστικά νησιά, και η περιφέρεια, ιδιαίτερα ο Βορράς, και οι άνθρωποί του, εγκαταλείπεται, τότε ανοίγει ο δρόμος σε κάθε είδους καπήλους.
Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε καθήκον και υποχρέωσή μας να υποβάλουμε σε κριτική τη ΝΙΚΗ. Παρότι, μάλιστα, πολλοί φίλοι μάς παρακινούσαν να μην αναμιχθούμε, διότι έτσι το εκτρέφουμε αποξενώνοντας και ανθρώπους καλοπροαίρετους που το στήριξαν, – συχνά από αντισυστημική διάθεση. Και όμως, ακριβώς γι’ αυτό, θα πρέπει να γίνει καθαρό περί τίνος πρόκειται, ώστε κανείς να μη μπορεί να ισχυριστεί πως «δεν γνώριζε». Η κριτική -εμπεριστατωμένη και ξένη προς κάθε είδους συμφέροντα, κομματικά ή άλλα- είναι αναγκαία. Και μια τέτοια κριτική θα πρέπει να αφορά κατ’ εξοχήν, στις οργανωτικές και προγραμματικές αντιλήψεις του κόμματος, ώστε κανείς να μη μπορεί να ισχυριστεί πως αποτελούν διαδόσεις ή δίκη προθέσεων, καθώς έχουν διατυπωθεί από τη δική τους γραφίδα.

Ενάντια στην «κομματοκρατία» - κατάργηση των κομμάτων;

Κατά την περίοδο των μνημονιακών χρόνων είχε γενικευτεί η κριτική της «κομματοκρατίας», δηλαδή της μονόχορδης φύσης του Ελληνικού Συντάγματος καθώς και της ευθύνης των πολιτικών κομμάτων για την κρίση,. Μάλιστα μετά την περίοδο της Χούντας το ελληνικό πολιτικό σύστημα έγινε κομματοκεντρικό, χωρίς ιδιαίτερα θεσμικά αντίβαρα, μια και μετά την Αναθεώρηση του ΠΑΣΟΚ μηδενίστηκαν σχεδόν οι δικαιοδοσίες της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, είχαν προταθεί συνταγματικές αλλαγές που αφορούσαν τόσο την πιθανότητα δημιουργίας δεύτερου νομοθετικού σώματος, τύπου γερουσίας, όσο και την ενίσχυση δομών άμεσης δημοκρατίας, όπως τα δημοψηφίσματα, κ.ά. Παράλληλα όμως η κριτική στην «κομματοκρατία» αναμόχλευσε και μια παλιά παράδοση της Ακροδεξιάς, όπως είχε εκφραστεί και από τη Δικτατορία και την προωθούσε η Χρυσή Αυγή.
Ποια πολιτική παράδοση ακολουθεί άραγε η ΝΙΚΗ, στην κριτική της ενάντια στην «κομματοκρατία»; Διαβάζουμε σχετικά στο καταστατικό της πως η ΝΙΚΗ σκοπεύει στην «νομοθετική κατάργηση της κομματοκρατίας, ήτοι της επιρροής των κομματικών μηχανισμών στην εθνική και κοινωνική ζωή του ελληνικού Λαού…». Δηλαδή η κατάργηση της κομματοκρατίας πραγματοποιείται με απλή «νομοθετική κατάργηση» της! Όμως πως ακριβώς συντελείται; Με «…την απευθείας εκλογή βουλευτών από το Λαό. Κάθε επαρχία / νομός θα εκλέγει σταθερό αριθμό δικών του εκπροσώπων στη Βουλή, χωρίς ελάχιστες πανελλαδικές επιδόσεις κομμάτων. Το Νομοθετικό Σώμα της Βουλής θα συγκροτείται επομένως, από ανθρώπους που θα έχουν εκλεγεί απευθείας, χωρίς αριστερές ή δεξιές ατζέντες, όχι με βάση δοσοληψίες με κομματικές κλίκες… Όσοι θήτευσαν σε κυβερνήσεις, κοινοβούλιο και ευρωκοινοβούλιο, θα λογοδοτήσουν για όλο το κακό που έχουν προξενήσει στην πατρίδα και στο λαό…».
Η κατάργηση της «κομματοκρατίας» στηρίζεται λοιπόν, στην άμεση εκλογή αντιπροσώπων και οδηγεί τελικώς στην κατάργηση των ίδιων των κομμάτων μια και «οι κομματικές κλίκες» αποκλείονται! Όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα προβάλλουν άλλοτε τα Σοβιέτ ή την Ούμμα των πιστών μουσουλμάνων ως θεμέλιο του πολιτικού συστήματος. Μάλιστα το χαρακτηρίζουν ως δημοκρατία «ανώτερη» από την αντιπροσωπευτική, διότι είναι «άμεση». Ο δε Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε δημιουργήσει τη «Συμβουλευτική Επιτροπή», ως νομοθετικό όργανα το 1970, χωρίς προφανώς… την παρουσία κομμάτων.
Παράλληλα, όλοι όσοι θήτευσαν σε πολιτικά αξιώματα, δεν θα κρίνονται κατά περίπτωση, αλλά συλλήβδην: «θα λογοδοτήσουν για όλο το κακό που έχουν προξενήσει στην πατρίδα και στο λαό…». Δηλαδή η αντιπολιτική «δικαιοσύνη» που προτείνει, στρέφεται εναντίον όλων των πολιτικών που πρέπει να λογοδοτήσουν – άραγε στο «λαϊκό δικαστήριο» ή την «Ιερά Εξέταση» της Νίκης; Μήπως χρειάζεται να θυμηθούμε το Χρυσαυγίτικο «Αλήτες - ρουφιάνοι - πολιτικοί»;

Διαβάζουμε στους «βασικούς στόχους» της ΝΙΚΗΣ

«ζ. Η ενότητα όλων των καλοπροαίρετων και έντιμων πολιτών που εμφορούνται από τα Ελληνορθόδοξα ιδεώδη…. Η πολιτική ταυτότητα της ΝΙΚΗΣ αποτελεί την ενσάρκωση των αξιών της Ρωμιοσύνης, οι οποίες προϋπήρχαν πολύ πριν εφευρεθούν έννοιες, όπως δεξιά ή αριστερά».
Αρκούν λοιπόν «οι αξίες της ρωμιοσύνης» ως πρόταγμα, και η ενσάρκωσή τους δεν είναι άλλη από το ένα κόμμα, τη ΝΙΚΗ. Όμως, στην πραγματικότητα, ακόμα και η «ρωμιοσύνη», δηλαδή οι κοινότητες στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, διαπερνιούνταν από έντονες «κομματικές» αντιπαραθέσεις που έφταναν ακόμα και σε ένοπλες συγκρούσεις. Οι αρχαίοι Έλληνες αλληλοσπαράσσονταν με βάση κομματικούς ανταγωνισμούς – αρκεί να διαβάσουμε τον Θουκυδίδη. Οι Βυζαντινοί είχαν τους Πράσινους και τους Βένετους επί Ιουστινιανού. Πολύ πριν λοιπόν η Γαλλική Επανάσταση μιλήσει για Αριστερά και Δεξιά, οι κομματικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις διαπερνούσαν τις κοινωνίες. Αλλά αυτή η ολοκληρωτική λογική διευκρινίζεται περισσότερο στη συνέχεια: «Στο πλαίσιο της ενότητας, η ΝΙΚΗ σχεδιάζεται κατά τρόπον ώστε να αποτελεί η ίδια τον φορέα ενότητας όλων των πολιτών που περιγράφονται παραπάνω… για σχηματισμό ενός ενιαίου και άρρηκτου πολιτικού σχηματισμού».
Δηλαδή η ΝΙΚΗ αποτελεί το πρόπλασμα της «οργανικής» «ενότητας» της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας: τo κόμμα μπορεί να καταβροχθίσει ολοκληρωτικά την κοινωνία, όπως έκανε επί Στάλιν το μπολσεβίκικο κόμμα. Η μόνη διαφορά θα είναι πως αντί για τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού θα διέπεται από εκείνες της «πονεμένης ρωμιοσύνης» που υπερβαίνουν κάθε άλλη πολιτική ταυτότητα.

Η Ομαιχμία, το Βουλευτήριον και ο Αρχηγός

Και για να μη θεωρηθεί ότι όλα τα ανωτέρω συνιστούν lapsus calami, ή απλή άγνοια των συντακτών του Καταστατικού, διαβάζουμε σχετικά με τα «Όργανα Λειτουργίας του Κινήματος»:
  • «Τα όργανα λειτουργίας της ΝΙΚΗΣ αποτελούνται από την ΟΜΑΙΧΜΙΑ, το ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟΝ… Το σώμα της Ομαιχμίας αποτελείται από μέλη της ΝΙΚΗΣ που εξουσιοδοτούνται από το Βουλευτήριον και τον Πρόεδρο κατά περίπτωση να εκπροσωπούν τη ΝΙΚΗ… Τα μέλη της Ομαιχμίας μπορούν να είναι υποψήφιοι σε εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και να αναλαμβάνουν διευρυμένες αρμοδιότητες ως Υπεύθυνοι στις Τοπικές Κοινότητες, σε Τομείς Διοίκησης ή σε Θεματικές Ομάδες».
  • «… Για την εκλογή Προέδρου το Βουλευτήριον προτείνει έως τρία πρόσωπα ως υποψηφίους και τα ταμειακώς τακτοποιημένα μέλη του κόμματος ψηφίζουν ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά για την τελική εκλογή του Προέδρου…».
Πρόκειται για την αντιδημοκρατική κορωνίδα της οργάνωσης του κόμματος: Η Ομαιχμία δεν εκλέγεται αλλά «εξουσιοδοτείται» από το Βουλευτήριον και τον Πρόεδρο! Εντούτοις, παρότι μη εκλεγμένα, τα μέλη της «μπορούν να αναλαμβάνουν διευρυμένες αρμοδιότητες ως Υπεύθυνοι στις Τοπικές Κοινότητες, σε Τομείς Διοίκησης ή σε Θεματικές Ομάδες».
Ο πρόεδρος της Ομαιχμίας που είναι και πρόεδρος του κόμματος, είναι ο μόνος που εκλέγεται. Ωστόσο και αυτός «εκλέγεται» αριστίνδην, μετά από πρόταση τριών προσώπων από το Βουλευτήριον! Άλλωστε τα μέλη της Ομαιχμίας ορίζονται από τον πρόεδρο και το Βουλευτήριο. Ένα αντιδημοκρατικό γαϊτανάκι όπου ο ένας ορίζει τον άλλο.
Το επταμελές Βουλευτήριον –τα άδυτα των αδύτων του κόμματος, κάτι σαν την Εκτελεστική Επιτροπή του Πολιτικού Γραφείου των Ολοκληρωτικών Κομμάτων– δεν εκλέγεται, αλλά «ορίζεται» από Συνέδριο. Ορίζονται δε μόνο τα πέντε μέλη και τα άλλα δύο ορίζονται, με τη σειρά τους, από τους πέντε! «Η σύνθεση του Βουλευτηρίου ορίζεται για τα πέντε πρώτα μέλη από συνέδριο της Ολομέλειας. Τα υπόλοιπα δύο μέλη του Βουλευτηρίου, θα οριστούν από το αρχικό 5μελές Βουλευτήριον…».
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα μέλη της Ομαιχμίας –που αριθμεί 29 μέλη, με επικεφαλής τον πρόεδρο–, αναφέρονται ονομαστικά, ενώ η σύνθεση του μυστηριώδους Βουλευτηρίου παραμένει άγνωστη. Γιατί άραγε; Πώς είναι δυνατό το «ανώτερο όργανο» του κόμματος να είναι μυστικό και αφανές; Αυτό δεν συμβαίνει ούτε στα πιο συγκεντρωτικά κόμματα. Ή μήπως πρόκειται για την αρχή της παρανομίας απέναντι στην «εχθρική» κοινωνία, από την οποία κάτι έχουν να κρύψουν:

Δοξάζονται κρυπτόμενοι

Πρόκειται λοιπόν για ένα οργανωτικό μοντέλο μυστικιστικού χαρακτήρα –η κοινότητα των πιστών– το οποίο όταν μεταφέρεται στην κοινωνία (το παπικό κράτος άλλοτε, ο ισλαμισμός σήμερα) γεννά ολοκληρωτικές τερατογενέσεις. Εξάλλου και το «Οργανικό Κράτος» του Φράνκο, στηριγμένο σε έναν φονταμενταλιστικό καθολικισμό, ήθελε να εξαλείψει την «κομματοκρατία». Ή για να πάμε πιο κοντά σε μας τον ίδιο στόχο έθετε όπως είδαμε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.
Ακριβώς όμως επειδή η κοινωνία διαπερνάται από αντιθέσεις και έχει πλουραλιστικά χαρακτηριστικά, η επιβολή μιας «οργανικής» αρχής για τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας, –είτε είναι ο ισλαμισμός, ο μαρξισμός λενινισμός είτε η «πονεμένη ρωμιοσύνη»– οδηγεί, πέρα από τις όποιες προθέσεις, στο ίδιο ανελεύθερο αποτέλεσμα.
Όταν η πίστη γίνεται κόμμα, παράγει αναπόφευκτα έναν «οργανικό» ολοκληρωτισμό στο εσωτερικό του κόμματος και εάν το κόμμα βρεθεί με αυτές τις αρχές στην εξουσία, αυτός θα πρυτανεύσει και στο σύνολο της κοινωνίας. Το ίδιο θα συμβεί στο Ιράν όπου η θρησκευτική αρχή επικαθορίζει την πολιτική.
Έχουμε λοιπόν ανάγκη από ένα κόμμα που επιδιώκει να μεταφέρει αυτό το πρότυπο και στη δική μας παράδοση; Και να λεηλατήσει το θρησκευτικό αίσθημα και τον πατριωτισμό για κομματικούς, διχαστικούς στόχους;
Και γιατί άραγε «δοξάζονται κρυπτόμενοι» από τη δημόσια αντιπαράθεση και υπεράσπιση των θέσεών τους; Μήπως γιατί δεν μπορούν να τις υπερασπίσουν ή γιατί δεν τολμούν να αποκαλύψουν το πρόσωπό τους; Μήπως γιατί δεν θέλουν να απαντήσουν για τις αντι-εμβολιαστικές και φονταμενταλιστικές θέσεις τους, ή την συνηγορία τους με τον Πούτιν; Μήπως γιατί δεν θέλουν να αποκαλυφθούν οι όποιες σχέσεις τους;

ΠΗΓΗ: ΑΡΔΗΝ

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

Στο Ελλαδιστάν του 2023

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ζοφεροί καιροί! Πολιτικοθρησκευτικοί ιρρασιοναλισμοί λαμβάνουν χώρα σε μυστικούς χώρους, για λύτρωση τάχαμου, του λαού μας από το κακό. Αυτό, θα μου πείτε, γίνονταν πάντοτε στο Ελλαδιστάν. «Τότες ακόμη βέβαια, η Ελλάδα ήτανε γνησίως βαλκανική και το Αιγαίον άγνωστον. Όμως οι προικισμένοι γνώριζαν τα επερχόμενα», έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις. «Οι προικισμένοι», για τον κορυφαίο Έλληνα μουσικό, ήταν ο Ελύτης και ο Καζαντζάκης.
Και στη δύσμοιρη Εκπαίδευση; Τράπεζες Θεμάτων καταρρέουν και κανενός «το αυτί δεν ιδρώνει». Εισβολή χάκερς, μας λένε, για να μας καθησυχάσουν. Μα «ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν έχει άλλο. Γι’ αυτό δεν είναι νοήμων […] Οι μηχανές πάνε πιο γρήγορα επειδή είναι αποσυνδεδεμένες από κάθε ετερότητα», κατά Jean Baudrillard· πρόκειται για «άγαμες μηχανές».
Συμπέρασμα μετά απ’ αυτό το αλαλούμ διαρκείας; «Είναι δύσκολο πράμα να κοιτάξεις κατάματα το παιδί / καθώς εκείνο κατάματα σε κοιτάζει. / Σαν ν' ανεβαίνεις σε κατάψηλο χιονισμένο βουνό / και ν' αντικρύζεις τον ήλιο, / και να αντικρίζεις το φως τ' ανοιχτό, το καθάριο, το πρώτο», κατά Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο.


ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ. Το Παιδί με το Ηλιοτρόπιο, περ. 1948.

Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

Η θρησκεία δεκανίκι πολιτικών κομμάτων

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Η θρησκεία έχει αμετάκλητα γίνει υπόθεση προσωπικού γούστου», ΕΡΝΕΣΤ ΡΕΝΑΝ[1]

Όποιες κι αν είναι οι προθέσεις (καλές θέλω να πιστεύω) κάποιων πολιτικών κομμάτων –αντισυστημικών όπως τα χαρακτηρίζουν- τα οποία στο πρόγραμμά τους, σ’ αυτές τις εκλογές, προτάσσουν την ελληνορθόδοξη κληρονομιά μας, έχω την ταπεινή γνώμη πως κάνουν τη θρησκεία δεκανίκι της κομματικής πολιτικής τους. Ένας αχταρμάς με ονόματα άλλοτε ιερά κι άλλοτε κορυφαίου πνευματικού και ιστορικού μεγέθους (Ιησούς Χριστός, Παναγία, Άγιοι, Μακρυγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης κ.ά.), δυστυχώς, έχουν γίνει άθυρμα ενός λανθάνοντος πατριωτισμού που επιθυμεί να έχει ηγετικό ρόλο για να ξεπεραστεί η κρίση του πολιτικού μας συστήματος. Πρόκειται για μια πρακτική που σώνει και καλά θέλει τη θρησκεία να αποτελεί αντίπαλο της πολιτικής, ενώ όπως πολύ σωστά έχει υποστηριχθεί συμβαίνει το αντίθετο. Ο καλός φίλος και συνάδελφος Δημήτρης Μαγριπλής θεωρεί ότι, η θρησκεία είναι «σημαντικός συντελεστής επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, στην προοπτική μιας πανανθρώπινης και υπερκοινωνικής πραγματικότητας». Βασικό πρόβλημα αυτών των κομματικών μορφωμάτων, στην επί δύο σχεδόν δεκαετίες διαδρομής τους, είναι ότι επιστρατεύουν κληρικούς και Γεροντάδες του Αγίου Όρους να κάνουν προεκλογικό αγώνα για την προβολή τους. Στο Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πολλά βιντεάκια, άλλα σύντομα κι άλλα μεγάλης διάρκειας, όπου ρασοφόροι αμύντορες της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, ως θεραπεία της πολιτικής αρρώστιας της πατρίδας μας προτείνουν ψήφο σε κόμματα όπου το ελληνικό και το θρησκευτικό περπατάνε χεράκι - χεράκι. 
Για να κατανοήσουμε πλήρως αυτό το φαινόμενο θα αναφέρω επί λέξει τα γραφόμενα του Δημήτρη Μαγριπλή: «Η τρομοκρατία ως τυφλή επιδίωξη των ιδιαίτερων απόψεων μιας πολιτικής – θρησκευτικής ομάδας μέχρι το δήθεν απολιτικό χαρακτήρα των φανατικών πιστών, από όποια θρησκεία κι αν εκπορεύεται, δεν αποτελεί παρά μια αυτοαναίρεση της αληθινής πίστης. Τα βράδια που καίγονται βιβλία από “πιστούς” της όποιας ομολογίας, μάλλον ο Θεός τους είναι απών»[2].
Στο κομματικό παράλογο, (συστημικών και αντισυστημικών κομμάτων), που και σ' αυτές τις εκλογές κυριαρχεί, απαιτείται περισσότερο από ποτέ αντίδραση, αντίκρουση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο προσδοκάται κάποια στιγμή να ανατείλει η ελπίδα να απεγκλωβιστούμε από την κρίση του πολιτικού συστήματος.

[1] Σταύρος Ζουμπουλάκης. (1998). «Ο Θεός επιστρέφει στην Ευρώπη: Δοκίμιο για τη θρησκευτική δυνατότητα άθεης θρησκείας», στο: Ζαν Ντανιέλ. Ο Θεός είναι φανατικός; Αθήνα: Πόλις, σ. 15.
[2] Δ. Γ. Μαγριπλής. (2003). «Αποτελεί η θρησκεία στις μέρες μας κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή;», Σύναξη, τχ. 87, σ. 23.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ: «Ταυτότητα και ετερότητα στο δημόσιο σχολείο. Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα»

 Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών σε Επιστημονική Διημερίδα, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 27 και 28 Ιανουαρίου 2023, στο Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, με θέμα «Ταυτότητα και ετερότητα στο δημόσιο σχολείο. Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα».
Το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών, μετά τις αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών, τις πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και εν όψει της εφαρμογής Νέων Προγραμμάτων Σπουδών, βρίσκεται για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θεολογικού και του κοινωνικού χώρου. Κεντρικός σκοπός της εκδήλωσης είναι να αναδειχθούν και να μελετηθούν οι σύνθετες νομικές, πολιτικές, εκπαιδευτικές, παιδαγωγικές και θεολογικές διαστάσεις του ακανθώδους και πολύπλοκου ζητήματος της συγκρότησης και της λειτουργίας της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο.
Για τη διερεύνηση του θέματος έχουν κληθεί να συμβάλουν διακεκριμένοι εισηγητές από την Εκκλησία της Ελλάδος, την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, τα πολιτικά κόμματα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, την Ανεξάρτητη Αρχή Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τις Θεολογικές Σχολές Ε.Κ.Π.Α., και Α.Π.Θ., το Πάντειο Πανεπιστήμιο, στελέχη της εκπαίδευσης, επιστήμονες και διανοητές από τον δημόσιο χώρο, εκπρόσωποι τάσεων κ.ά.
Η εκδήλωση περιλαμβάνει εισαγωγική διάλεξη με θέμα: «Η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο» και τρεις Θεματικές Τράπεζες Λόγου, οι οποίες θα επικεντρωθούν στα θέματα:
  • Το μάθημα των Θρησκευτικών μετά τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και η ελληνική κοινωνία.
  • Νομικές, μορφωτικές και πολιτικές διαστάσεις στο μάθημα των Θρησκευτικών.
  • Προοπτικές για ένα σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών.
Η Επιστημονική Διημερίδα είναι ανοικτή για το κοινό και φυσικά απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων που σχετίζονται με το μάθημα των Θρησκευτικών, φοιτητές και ερευνητές, αλλά και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο. Στους συμμετέχοντες θα δοθούν βεβαιώσεις συμμετοχής.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Χρήστος Καρακόλης
Καθηγητής ΕΚΠΑ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεώργιος Στριλιγκάς
Συντονιστής Επιστημονικού Έργου Θεολόγων Κρήτης

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Είναι ο Πούτιν πραγματικά Χριστιανός;

Των SARAH RICCARDI-SWARTZ και ROBERT SALER

Είναι ο Πούτιν πραγματικά Χριστιανός;[*] Για την κατανόηση αυτής της σύγκρουσης είναι αναγκαίο να απαντήσουμε σε μια σειρά από ερωτήματα.


Η αιματηρή στρατιωτική εισβολή του Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία έφερε στο προσκήνιο μια σειρά από ερωτήματα που σχετίζονται με τις μακροχρόνιες θρησκευτικές του διασυνδέσεις και ώθησε πολλούς μελετητές και δημοσιογράφους να αμφισβητήσουν την πολυδιαφημισμένη «ευσέβειά» του καί τη φαινομενικά βαθιά αφοσίωσή του στην ρωσική ορθόδοξη πνευματικότητα, η οποία εκφράζεται συχνά μέσα από τους στενούς του δεσμούς με το μετα-σοβιετικό Ρωσικό Πατριαρχείο. Από θρησκειολογικής άποψη, τίθεται συχνά το ερώτημα αν και κατά πόσον οι κατηγορίες της ειλικρινούς και αυθεντικής θρησκευτικής πίστης είναι κατάλληλες για την ανάλυση σύνθετων κινήτρων και ενεργειών των εκάστοτε πιστών.
Όταν οι θρησκευόμενοι είναι δημόσια πρόσωπα με παγκόσμιες γεωπολιτικές επιδιώξεις, η ταξινόμηση της αληθούς θρησκευτικής υποκειμενικότητας συχνά παραχωρεί τη θέση της σε ένα είδος πνευματικής αγυρτείας ή κίβδηλων θρησκευτικών προθέσεων που κατασκευάστηκαν μόνο και μόνο για να κερδίσουν την εύνοια των πιστών κάποιας θρησκευτικής κοινότητας. Στόχος μας εδώ, δεν είναι να επιχειρηματολογήσουμε για την προσωπική πίστη του Πούτιν· επιδιώκουμε περισσότερο να προβληματιστούμε σχετικά με τους τρόπους, με τους οποίους οι ατομικές θρησκευτικές πρακτικές και πεποιθήσεις πολλές φορές αναλύονται με βάση κατηγορίες που τυπικά βρίσκουν αρχή και τέλος σε δυτικές αντιλήψεις αναφορικά με το τι θεωρείται ορθή και ολόψυχη πνευματικότητα. Με άλλα λόγια επιθυμούμε να υποβάλλουμε στη βάσανο της κριτικής την αμφισβήτηση της θρησκευτικότητας του Πούτιν.
Είτε πρόκειται για θρησκευτικούς ηγέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, που καλούν εκλεγμένους αξιωματούχους να λογοδοτήσουν για υποτιθέμενες αναντιστοιχίες μεταξύ των διακηρυγμένων θρησκευτικών τους πεποιθήσεων και των νομοθετικών τους προτεραιοτήτων (όπως για παράδειγμα «αν ο Ντόναλντ Τραμπ είναι χριστιανός, πως είναι δυνατόν να τάσσεται υπέρ του κλειδώματος παιδιών μέσα σε κλουβιά;») είτε για διαφωνίες σχετικά με το αν η χριστιανική εθνικιστική ρητορική αφορά πραγματικά το φύλο, τη σεξουαλικότητα ή τη φυλή, η αντίληψη ότι η θρησκευτική ειλικρίνεια ενός συγκεκριμένου πολιτικού παράγοντα οφείλει να είναι ευδιάκριτη και σε αντιστοιχία με τις πράξεις του είναι δύσκολο να καταρριφθεί.
Πιθανόν αυτό να συνδέεται με την πεποίθηση ότι η αυθεντική και καθαρή πίστη μπορεί κατά κάποιον τρόπο να χρησιμεύσει ως ανάχωμα στις απροκάλυπτες πολιτικές φιλοδοξίες, ακόμα κι αν οι ειδικοί μελετητές μας προειδοποιούν επίσης ότι η αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης θρησκείας ως ενός sui generis φαινομένου που δεν έχει μολυνθεί από την πολιτική, αποτελεί κι αυτό μια μορφή συσκοτισμού παρά αποσαφήνισης. Η θρησκευτική έκφραση, με άλλα λόγια, εξαρτάται βαθιά από πολιτικές, πολιτισμικές και υλικές, τουτέστιν «κοσμικές» συνθήκες.
Στην περίπτωση της τωρινής σύγκρουσης μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, ορισμένοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η τελευταία προσπάθεια του Πούτιν να καταστρέψει την Ουκρανία είναι ένας ιερός πόλεμος και ότι ο Ρώσος πρόεδρος αντιλαμβάνεται τον ιμπεριαλιστικό του ρόλο στην παγκόσμιο πολιτική ως σχεδόν θεϊκά εμπνευσμένο ή εντεταλμένο. Κάπως παράδοξα, ωστόσο, όταν οι ατομικές πεποιθήσεις του Πούτιν τοποθετούνται σε αυτό το δημόσιο πλαίσιο συχνά περνιέται για θρησκευτικά υποκινούμενος, όχι όμως για πραγματικά πιστός· θεωρείται κακός και απατεώνας. Αυτές οι ανακολουθίες παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ αξιολογήθηκε από τους μελετητές και τα Μέσα Ενημέρωσης την τελευταία δεκαετία, και συνήθως όσοι γράφουν για τους δυο πολιτικούς δεν έχουν διερευνήσει πλήρως τις ψυχο-κοινωνικές διαστάσεις της θρησκευτικότητάς τους.
Φαίνεται ότι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε πως εκείνοι που είναι πιο αδιαπραγμάτευτοι σχετικά με την ιερότητα των εθνικιστικών αιτημάτων αποτελούν, με κυνικό τρόπο, οι ίδιοι, τους λιγότερο αυθεντικά θρησκευόμενους. Ενδεχομένως αυτό να συμβαίνει στην περίπτωση του Τραμπ, αλλά αν επιλέξουμε αμέσως το πλαίσιο του παράγοντα κακής πίστης, όπως πολλοί κάνουν με τον Πούτιν, χάνουμε από το εποπτικό μας πεδίο τους πιθανούς παράγοντες που, συμβάλλοντας μέσω της προσωπικής πίστης, καθορίζουν τις πολιτικές του πράξεις. Αν δεν λάβουμε σοβαρά υπόψιν το πώς η θρησκεία συνδέεται προσωπικά και διαμορφώνει το περίγραμμα της ατζέντας του Πούτιν για την οικοδόμηση ενός κοσμοειδώλου, τότε χάνουμε το ιστορικό και θεολογικό υπόβαθρο που χρησιμοποιεί για να ενισχύσει τις αξιώσεις της πολιτικής του εξουσίας.
H περίπτωση της σχέσης του Βλαντίμιρ Πούτιν με τη μετα-σοβιετική Ρωσική Ορθοδοξία καταδεικνύει τόσο τον πειρασμό να αξιολογήσουμε τις θρησκευτικές του ενέργειες με αυτούς τους όρους ειλικρίνειας και αυθεντικότητας –«είναι ο Πούτιν πραγματικά Χριστιανός ή χρησιμοποιεί απλώς μια θρησκευτική ρητορική για να κερδίσει την υποστήριξη της Εκκλησίας στα σχέδια και τις φιλοδοξίες του;»– όσο και τα όρια αυτού του εγχειρήματος. Περιττό να σημειώσουμε ότι κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζεται την εσωτερική ψυχοσύνθεση του άλλου, πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση του Πούτιν, ο οποίος ως γνωστόν είναι ο πλέον αδιαφανής όσον αφορά τα πραγματικά κίνητρα και τις πεποιθήσεις του.
Από την άλλη μεριά, οι υπέρμαχοι του Πούτιν υποστηρίζουν ότι οι δημόσιες πράξεις ευλαβείας – συμπεριλαμβανομένων των καταδύσεων χωρίς μπλούζα στα ευλογημένα πλην όμως παγωμένα νερά της Ρωσίας κατά την εορτή των Θεοφανίων, των προσκυνημάτων του σε προορισμούς όπως το Άγιον Όρος και των θρυλούμενων τακτικών εξομολογήσεων του σε κάποιον πνευματικό – είναι επαρκή δείγματα μιας προσωπικής ευσέβειας που τον καθιστά κατάλληλο πολιτικό αλλά και άξιο πνευματικό κληρονόμο πολλών από τους Ρώσους τσάρους. Μέσα απ’ αυτά τις πράξεις επιτελεστικής ευσέβειας, ο Πούτιν συνδέει τον εαυτό του θεολογικά και πολιτικά με τη δύναμη της ρωσικής ορθόδοξης ιστορίας και τη μοναδική σχέση της με την κρατική, σχεδόν πάντα μονοπρόσωπη, αυταρχική εξουσία. Σε τμήματα της Ρωσικής Εκκλησίας και των Δυτικών θαυμαστών της, οι μονάρχες θεωρούνται συχνά άγιοι και εγκόσμιοι προστάτες της Χριστιανοσύνης αλλά και της ορθής σχέσης της τελευταίας με την πολιτική εξουσία.
Βέβαια, ο πόλεμος που διεξάγει ο Πούτιν στην Ουκρανία, με τις ρωσικές βόμβες να πλήττουν αδιάκριτα οικίες αμάχων, νοσοκομεία και χώρους λατρείας, οδηγεί τα Δυτικά Μέσα Ενημέρωσης να αναρωτηθούν πως είναι δυνατόν κάποιος που προβάλλει συστηματικά τον εαυτό του ως χριστιανό να μπορεί να εγκρίνει μια τέτοιου είδους καταστροφική εκστρατεία. Πέρα από τον έτσι κι αλλιώς προβληματικό συλλογισμό ότι όποιος είναι αυθεντικά θρησκευόμενος οφείλει εξ ανάγκης να είναι και καλός, θα μπορούσαμε με τη σειρά μας να αναρωτηθούμε τι σηματοδοτεί με όρους ειλικρινούς θρησκευτικότητας η επί χρόνια πολιτική του Πούτιν για την αμφισβήτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία. Σε τελική ανάλυση, έχουμε την τάση να αναγνωρίζουμε τις βαθιές θρησκευτικές πεποιθήσεις διάφορων Αμερικανών δημοσίων προσώπων, όπως για παράδειγμα ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, οι οποίοι συχνά υποστηρίζουν πολλές θέσεις από την αντζέντα εναντίωσης προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ακριβώς κάνει και ο Πούτιν.
Δεδομένης της αντίθεσης μεταξύ την επιτελεστικής ευσέβειας του Πούτιν από τη μια πλευρά και των πολιτικών προκατάληψης και διακρίσεων που εφαρμόζει στη Ρωσία από την άλλη, είναι φυσικό όσοι προβληματίζονται για τις ενέργειές του (συμπεριλαμβανομένης της εισβολής στην Ουκρανία) να αμφισβητούν το αφήγημα για την προσωπική του ευλάβεια και να υιοθετούν μια περισσότερο σκεπτικιστική προσέγγιση, που ερμηνεύει την θρησκευτικότητα του απλά ως ένα κυνικό τέχνασμα για να ξεγελάσει τη Ρωσική Εκκλησία που υπέστη ένα αληθινό τραύμα κάτω από τη σοβιετική καταπίεση. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση είναι κατά βάση ουσιοκρατική. Προβαίνει σε υποθετικές ερμηνείες της προσωπική θρησκευτικότητας που πολλές φορές παραμένουν αδιευκρίνιστες ακόμα και για τον ίδιο τον πιστό. Επιπλέον, η χρήση ενός Δυτικά (παθητικά Προτεσταντικού) εννοιολογικού πλαισίου για την κατανόηση της Ορθόδοξης θρησκευτικότητας επαναφέρει ξεπερασμένα οριενταλιστικά υποθετικά σχήματα αναφορικά την πολιτική επιτήδευση του μη Δυτικού Χριστιανισμού.
Το Δυτικό φαντασιακό χαρακτηρίζεται από καχυποψία απέναντι σε επικλήσεις στο θρησκευτικό συναίσθημα, τύπου Elmer Gantry, για πολιτικά οφέλη. Αυτό, βέβαια, λαμβάνει χώρα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί από μια γενική τάση του Προτεσταντισμού, όσο εκκοσμικευμένος κι αν είναι, να αξιολογεί την ένταση και την αληθοφάνεια της θρησκευτικότητας ανάλογα με την ειλικρίνεια του πιστού.
Αυτή η τάση για κριτική, ωστόσο, τίθεται υπό αμφισβήτηση, όταν αναλογιστούμε ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα μετά την περεστρόικα, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία (ΡΟΕ) έχει διαμορφώσει ένα εξαιρετικά περίπλοκο μείγμα πολιτικής, θρησκείας, αυτοκρατορικής νοσταλγίας και φονικής στρατιωτικής δύναμη στο όνομα της αναβίωσης της «Αγίας Ρωσίας» ή, ακόμα πιο ανησυχητικά, ενός πολυεθνικού «Ρωσικού Κόσμου».
Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, σε πολλές από τις εκφάνσεις της, έχει συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση του οράματος του Πούτιν για παγκόσμια κυριαρχία. Ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν είναι απλά ένας πρόθυμος συμμέτοχος στην διακρατική επέκταση της ρωσικής επιρροής και δύναμης μέσα από τον πολιτισμό και την Ορθοδοξία αλλά πολύ περισσότερο ένας συν-εμπνευστής αυτού του παγκοσμίων διαστάσεων Ρωσικού κοσμοειδώλου πίστης και πολιτικής.
Το ζήτημα όμως υπερβαίνει τα στενά όρια της ίδιας της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Από τους ιερείς που ευλογούν και υποστηρίζουν ενεργά την ανάπτυξη ενός πυρηνικού οπλοστασίου μέχρι την επίκληση του δημοφιλούς αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ για να λειτουργήσει ως στρατιωτική αποτρεπτική «ασπίδα» γύρω από τα εδαφικά συμφέροντα της Ρωσίας, και την πλέον πρόσφατη προθυμία του Πατριαρχείου της Μόσχας να παρουσιάσει την εισβολή στην Ουκρανία με όρους ιερού πολέμου κατά των διεφθαρμένων δυνάμεων της άθεης εκκοσμίκευσης του Δυτικού κόσμου, η Ρωσική Εκκλησία έχει συμμετάσχει ενεργά στην κατασκευή ενός μύθου τερατωδών διαστάσεων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της οπλοποιημένης πίστης, τα όρια μεταξύ του «θρησκευτικού» και του «πολιτικού» είναι σχεδόν αδύνατο να διακριθούν επειδή στην πραγματικότητα οι δυο αυτές κατηγορίες είναι αλληλένδετες σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν αδιαχώριστες.
Η ανάμειξη πίστης και πολιτικής, καλώς ή κακώς, αποτελεί μέρος της ιστορίας του Ορθόδοξου Χριστιανισμού (Βυζαντινή Συναλληλία, Εθνικισμός, Μοναρχία). Υπό μια οπτική, πρόκειται για μια σύζευξη αντιθέτων που έχει καταφέρει να επιβιώσει σε συνθήκες πολιτικών διευκολύνσεων, θρησκευτικής ελευθερίας, κοινωνικής καταπίεσης ή ακόμα και πνευματικής περιθωριοποίησης. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη σύγχρονη προσήλωση του Πούτιν στην εξουσία χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τους τρόπους με τους οποία η Ρωσική Ορθοδοξία και πολιτική εξουσία συμπορεύτηκαν μέσα από διαλεκτικές εντάσεις σε ιστορικό βάθος, τόσο κατά την προ-επαναστατική εποχή, όσο και κατά την Σοβιετική περίοδο αλλά και την μετα-Σοβιετική πραγματικότητα.
Δεν μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε την τρέχουσα κρίση χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τους τρόπους με τους οποίους η εθνικιστική κοσμοθεωρία του Πούτιν έχει διαμορφωθεί από την Ορθοδοξία, μια έκφραση της χριστιανική πίστης που παλεύει με τον δαίμονα του εθνικισμού εδώ και αιώνες. Ο Πούτιν και η Ρωσική Εκκλησία εμπλέκονται σε μια θεο-πολιτική σχέση εξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Το να υποθέσουμε ότι κάποιος από τους δυο είναι ανειλικρινής ως προς τους θρησκευτικούς του στόχους, σημαίνει ότι δεν κατανοούμε πλήρως και σε όλες του τις διαστάσεις το αυτοκρατορικής κοσμοαντίληψης σχέδιο της Ρωσικής Ορθοδοξίας εν γένει.
Ενώ οι Δυτικοί σχολιαστές της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας θα πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να την αντιμετωπίσουν ως κάτι το εξωτικό, υπερτονίζονταν υπάρχουσες διαφορές με άλλες πιο οικείες μορφές του Χριστιανικού εθνικισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, η αλήθεια είναι ότι οι όποιες σοβαρές διακρίσεις μεταξύ αυθεντικής και καθαρής πίστης από τη μια μεριά και κυνικής πολιτικής χειραγώγησης από την άλλη (ή ως επακόλουθο μεταξύ ειλικρινούς θρησκευτικής πεποίθησης και πραγματιστικής οικειοποίησης της για πολιτικούς σκοπούς), προδίδουν ένα είδος χαρακτηριστικά Προτεσταντικού τύπου ιεράρχησης της πίστης έναντι της δράσης, της πεποίθησης έναντι της τελετουργίας, της καθαρής Εκκλησίας έναντι της πολιτικής εμπλοκής. Στην περίπτωση της Ρωσίας και των εκκλησιαστικών και πολιτικών ιεραρχιών της, αυτού του είδους οι διχοτομικές προσεγγίσεις περίσσοτερο συσκοτίζουν παρά φωτίζουν.
Το ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τη Ρωσική Εκκλησία και την ενεργή συνενοχή της με την ατζέντα του Πούτιν στην Ουκρανία, σε σημείο που ενδεχομένως να θυμίζει τις αναδυόμενες και ενισχυόμενες μορφές Λευκού Χριστιανικού Εθνικισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, είναι ότι για να αντιληφθούμε τι ακριβώς συμβαίνει πρέπει να ξεπεράσουμε οποιαδήποτε προκατειλημμένη καθαρότητα της θρησκευτικής έκφρασης ή τις κατηγορίες που χρησιμοποιούμε για να την περιγράψουμε, για να κατανοήσουμε πόσο αλληλένδετες είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, η πολιτική και η αυτοκρατορία στην παγκόσμια γεωπολιτική.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε τελικά, αν ο Πούτιν είναι πραγματικός ή ειλικρινής πιστός χριστιανός, επειδή οι κατηγορίες για την ανάλυση της πίστης καταρρέουν μπροστά στην πολύπλοκη μετα-σοβιετική Ρωσική Ορθόδοξη εμπειρία. Κι ενώ συνήθως μέχρι τώρα τα ερωτήματα σχετικά με τη σημασία της πίστεως είναι απλώς ακαδημαϊκά και δεν γίνονται ζητήματα ζωής και θανάτου, οι μέρες που αυτό θα συμβεί βρίσκονται ακριβώς μπροστά μας.

[*] Η Sarah Riccardi-Swartz είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο «Κέντρο για τη Μελέτη Θρησκείας και Συγκρούσεων» του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αριζόνα στις ΗΠΑ ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται και στο ερευνητικό πρόγραμμα «Ορθοδοξία και Ανθρώπινα Δικαιώματα» του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Fordham, και ο Robert Saler είναι Καθηγητής Θρησκείας και Πολιτισμού στο Χριστιανικό Θεολογικό Σεμινάριο στην Ινδιανάπολη των ΗΠΑ. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Religion Dispatches και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Δρ. Νίκο Κουρεμένο. H φωτογραφία αποτωπώνει μια από τις αμέτρητες εκδηλώσεις προσωπικής ευσέβειας του Ρώσου προέδρου μπροστά στο φωτογραφικό φακό.