Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Νήφωνας ο Κελλιώτης

«Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Πορφύρης ήτανε δώδεκα χρονώ. Είδε που φέρανε από το χωράφι τo ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Μαζεύτηκε το χωριό, είπανε πως τον χτύπησε το μουλάρι στα νεφρά.
Η μάνα του Πορφύρη είχε οχτώ παιδιά. Έκλαψε τον σκοτωμένο μέρες και νύχτες - όσο μπορούν να κλάψουν δυό μάτια ανθρώπινα. Ύστερα ήρθε ο παπάς στο σπίτι, να κουβεντιάσουν με τη μάνα για τα παιδιά. Είπανε, να κρατήσει η χήρα τα μισά, τ’ άλλα μισά να βρουν αλλού ψωμί. Ο παπάς έστειλε τα δυό μεγάλα αγόρια στη χώρα, στη δούλεψη του Δεσπότη. Ίσως αργότερα να πήγαιναν και στο σχολειό. Τη μικρή αδελφούλα, τη Λενίτσα, ένα σγουρόμαλλο αγριμάκι, το πήρε η αδερφή του μακαρίτη, στο διπλανό χωριό. Και για τον Πορφύρη, αποφάσισαν να πάει λίγα χρόνια στο Όρος, στον αδερφό της μάνας, τον καλόγερο κι αργότερα αν θέλει να γίνει παπάς.
Έτσι ξεκίνησε ο Πορφύρης για το Όρος. Η μάνα ετοίμασε ένα μπογαλάκι ρούχα και λίγο παξιμάδι για το δρόμο. Φίλησε τον Πορφύρη κι ο Πορφύρης έκλαιγε. Έκλαιγε κι η μάνα, γιατί αυτός ο γιος ήταν ο πιο αγαπημένος. Ύστερα ο παπάς τον πήγε στην Αρναία - δεν ήταν μακριά. Βρήκε μια συντροφιά προσκυνητές και τους παράδωσε τον Πορφύρη.
"Ο δρόμος για το Όρος πήγαινε τότε από την ξηρά κι ήταν λιθόστρωτος, από την Ιερισσό στη Λαύρα. Ο Πορφύρης χάζευε τα δάση, τη θάλασσα κι όταν έφτασαν στο Όρος θαύμαζε τα μεγάλα μοναστήρια και τις εκκλησιές.
"Αλλά ο θειός του, ο καλόγερος, δεν ήταν σε μοναστήρι, ήταν από τους αυστηρούς και ζούσε στην έρημο. Όταν κάποτε έφτασε ο Πορφύρης ως εκεί, είδε ένα δίπατο καλύβι, χτισμένο άκρη στο βράχο. Μπροστά γκρεμός, στο πλάι γκρεμός, μόνο στο πίσω μέρος είχε μονοπάτι. Ο γέροντας τον έστησε μπροστά του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια, είπε πως μοιάζει του πατέρα του. Είδε και το παιδί τον γέροντα, που έμοιαζε της μάνας έτσι ψηλός, με ρουφηγμένο πρόσωπο και μεγάλη γενειάδα. Ήταν κι ένας διάκος, υποταχτικός, στο καλύβι. Στρώσανε στον Πορφύρη για να κοιμηθεί, μια κουρελού για στρώμα και δυό κουβέρτες για σκέπασμα. Ήρθε η νύχτα και το παιδί φοβότανε, τόση ερημιά στον τόπο και τόσο σκοτάδι. Έπιασε να κλαίει κρυφά, ώσπου αποκοιμήθηκε.
Έτσι ο Πορφύρης μπήκε στη ζωή των καλογέρων. Του φόρεσαν ένα ρασάκι κι ένα σκούφο. Έμεινε ακούρευτος κι όταν τρίχωσε το πρόσωπό του άρχισε να φτιάχνει γένι. Έμαθε όλες τις δουλειές και τις έκανε πρόθυμα. Άναβε τη φωτιά, ψευτομαγέρευε, έφερνε νερό, μάζευε και το βρόχινο. Στο καλύβι του γέροντα δεν κοιμόντουσαν τη νύχτα. Όταν σκοτείνιαζε, ο καθένας στο κελλί του έλεγε την ευχή του Ιησού. μετρώντας τους κόμπους στο κομποσκοίνι. Ο γέροντας δίδαξε και το παιδί να λέει την ευχή. Τέσσερις ώρες από τη δύση του ήλιου διάβαζαν τα γράμματα. Τέλειωναν με την πρώτη αυγή. Ύστερα αναπαύονταν λίγες ώρες. Τη μέρα πελέκαγαν μικρούς ξύλινους σταυρούς και φρόντιζαν δυό μέτρα περιβολάκι με κουκιά και δυό μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια και στις γιορτές κανένα ψάρι από τη θάλασσα.
Τα χρόνια περνούσαν κι ο Πορφύρης δεν έδειξε ποτέ κόπο ή αντίρρηση. - Έλα εδώ Πορφύρη! - Ευλογείτε γέροντα. - Τρέξε εκεί Πορφύρη! - Ευλογείτε γέροντα. Το πρόσωπό του στέγνωσε και σοβάρεψε, σα να μην ήταν πρόσωπο παιδιού. Οι αναμνήσεις απόμεναν μέσα του μακρινές, λίγο τη μάνα του θυμόταν, άλλη γυναίκα δεν ήξερε, αυτήν και την Κυρία Θεοτόκο, και συχνά κοιτάζοντας την εικόνα τις μπέρδευε. Άνθρωπος κοσμικός δεν έφτασε ποτέ στο καλύβι, ούτε ξυλοκόπος, μόνο τους καλόγερους έβλεπε στο πέρα κονάκι, όταν πήγαινε τους σταυρούς κι έπαιρνε τρόφιμα.
Έτσι έγινε είκοσι χρονώ ο Πορφύρης κι ο γέροντας είπε πως είναι καιρός να πάρει τη δωρεά του μεγάλου και αγγελικού σχήματος. Τον κάνανε λοιπόν μοναχό, μεγαλόσχημο. Του άλλαξαν το όνομα, τον είπανε Νήφωνα. Ο Πορφύρης απόμεινε μέσα στις αναμνήσεις μαζί με τη μορφή της μάνας και το κορμί του πατέρα τυλιγμένο στην κουβέρτα. Άλλο τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του, μόνο που φόρεσε τα σημάδια του μεγαλόσχημου I(ησούς, Χ(ριστός) ΝΙ(κά), στη μέση ένας σταυρός πάνω στο κρανίο του Αδάμ. Τ(ούτο) Σ(ημείον) Φ(οβερόν) Δ(αίμοσι).
Στην άκρη του βράχου οι μέρες κι οι νύχτες κυλούσαν καθώς το βρόχινο νερό. Ο γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν το βήμα του κι η φωνή αδυνάτισε. Τότε ήταν που έφτασε στο καλύβι ο πρώτος άνθρωπος από τον κόσμο, ένας αρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, με σιδερωμένο ράσο κι άσπρα μανικέτια. Τον κέρασαν σύκα και ρακί. Έμεινε μαζί τους και στην αγρυπνία. Το πρωί ξεμονάχιασε το Νήφωνα, ρωτούσε τα χρόνια του και τα γράμματα που ξέρει. - Να τον πάρω στην πόλη; είπε στο γέροντα. Θα πάει στη Σχολή να βγει κληρικός. - Ό,τι πει μονάχος του, απάντησε ο γέροντας. Κι ο Νήφωνας είπε όχι, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει καλά γιατί, μόνο που είπε όχι.
Δεν πέρασαν μέρες πολλές και κάποια νύχτα ο γέροντας άφησε στη μέση την αγρύπνια του. Ξάπλωσε στα στρωσίδια κι όταν ο ήλιος ψήλωσε το πρόσωπό του ήταν λευκό, σαν τη γενειάδα του. Δε σάλεψε. Ήρθε ο παπάς από τη σκήτη, τον δίπλωσαν στο ράσο, τον έρραψαν μέσα στο ράσο, και τον απόθεσαν στη ρίζα της μυγδαλιάς, δίπλα στο περιβολάκι. Ο Νήφωνας μάζεψε αγριολούλουδα και στόλισε το σταυρό. Έφτιαξε κι ένα καντήλι για τον τάφο με το περισσευούμενο ποτήρι του γέροντα.
Ο καινούργιος γέροντας ήτανε δύστροπος, είχε ρευματισμούς και θύμωνε, τα ’βαζε με το Νήφωνα. Ο Νήφωνας δεν ήταν πια παιδί, μα δε γύρισε ποτέ λέξη στο γέροντα. Πέρασαν οι δυο τους δέκα χρόνια ζωής. Στο τέλος των δέκα χρόνων ήρθε ο δεύτερος επισκέπτης στο καλύβι. Ήταν ο αδερφός του Νήφωνα, είχε γίνει στην πόλη παπάς. Ο Νήφωνας του φίλησε το χέρι κι εκείνος τον φίλησε στο μέτωπο. Ήταν παντρεμένος, είχε και τρία παιδιά. Του είπε για τη μάνα, που είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια. Του είπε και για την αδερφούλα, τη μικρή, τη Βάγγω, που είχε πεθάνει με το Δάγκειο. Η Λενίτσα ήταν παντρεμένη στο χωριό, ο άλλος αδελφός βγήκε γιατρός και ζούσε στην πόλη, έμεναν κι άλλοι δυο, οι πιο μικροί, που τέλειωναν τώρα το γυμνάσιο. Ο Νήφωνας χάραξε στη μέση ένα χαρτί. Έγραψε στη μια τους ζώντες, στην άλλη τους τεθνεώτες. Έβαλε πρώτο τον γέροντα, ύστερα τον πατέρα, τη μάνα και τη μικρή Ευαγγελία. Μα και οι ζώντες ήταν στη μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνά δε μπορούσε να τους ξεχωρίσει μεσ’ στη σκέψη του.
Ύστερα κι απ' αυτά ο Νήφωνας πήρε ευχή από το γέροντα να φύγει για τα Καρούλια. Είχε πεθάνει ένας ρώσος ασκητής κι ο Νήφωνας πήρε το κελλάκι του. Ήταν χτισμένο καταμεσίς στον κατακόρυφο βράχο, στο κοίλωμα μιας σπηλιάς. Εκεί έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ο Νήφωνας. Κατέβαινε το βράχο κρατημένος από την αλυσίδα, πατώντας σ’ ασήμαντες προεξοχές της πέτρας, πάνω απ’ τη θάλασσα. Το κελλί είχε μια πορτούλα στο πλάγι, μπροστά ένα παραθύρι, το άνοιγες κι έχασκε από κάτω το χάος του γκρεμού. Το χειμώνα η θάλασσα βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό. Από δω και πέρα τα χρόνια δε μετριούνται. Ο Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος κι ολοένα περσότερο κυρτωμένος. Οι νύχτες κυλούσαν άγρυπνες κι οι μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγότερους σταυρούς, έτρωγε λιγότερο παξιμάδι και τα κουκιά δεν τα ‘βραζε στη φωτιά, μόνο που τα μούσκευε για να ξεφλουδίζουν. Μάζευε τη βροχή με το λούκι σ’ ένα πιθάρι και το νερό ευωδίαζε σαν αγιασμός. Το πρόσωπο του γέροντα ήταν ήρεμο κι ένοιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε νοιώσει στη ζωή. Την Κυριακή σκαρφάλωνε στο βράχο, ν’ ανέβει στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί, να κοινωνήσει. Τις άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τα γράμματα, όπως πάντα. Έλεγε και την ευχή, ασταμάτητα. Τα καράβια περνούσαν αλάργα, μα δεν ήξερε να φανταστεί τον κόσμο και τους ανθρώπους, μόνο που έκανε το σημείο του σταυρού στα καράβια που περνούσαν, να ‘χουν ταξίδι καλό.
Είχε ακόμα κι εκείνο το χαρτί με τους ζώντες και τους τεθνεώτες καρφωμένο κάτω από τις εικόνες του. Μόνο που τώρα δε μπορούσε να ξέρει πια πόσοι από τους αγαπημένους ζουν και πόσοι έφυγαν. Γι’ αυτόν ήτανε όλοι ζωντανοί και τους μνημόνευε στους ζώντες. Ακόμα και τον πατέρα του που τον είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα και το γέροντα, που τον έθαψε με τα χέρια του.
Ο Νήφωνας έφυγε τη Λαμπρή. Είχε ανεβεί στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμπάδα του αναμμένη στο στασίδι, προχώρησε στο άγιο Βήμα και κοινώνησε. Ύστερα γύρισε στο στασίδι, σταύρωσε τα χέρια κι έγειρε το κεφάλι. Μερικοί είπαν πως τον είδαν να χαμογελάει. Η λαμπάδα έκαιγε δίπλα του. Οι μοναχοί τον σήκωσαν, τον έρραψαν στο ράσο του και τον κατέβασαν στα Καρούλια. Λίγα μέτρα από το κελλί του, σ’ ένα μικρό κοίλωμα του βράχου, έσκαψαν και τον απόθεσαν ν’ αναπαυτεί. Τον έβαλαν έτσι, σα να κοιτάζει το πέλαγο. Στο βράχο είχαν φυτρώσει αγριολούλουδα. Βρήκαν μεσ’ στο κελλί του και το σταυρό έτοιμο. Τον είχε φτιάξει ο ίδιος, “Νήφων μοναχός” έγραφε. Είχε χαράξει μόνος του τ’ όνομά του στα δίπτυχα των ζώντων».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, (1997), «Νήφωνας ο Κελλιώτης· (φανταστικό συναξάρι)», στο: Πείνα και δίψα, Αθήνα: Γρηγόρη, σσ. 129-136.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Στον πυρήνα της ποίησης

«Σαν μια φωλιά φυγής η ποίηση. Χτισμένη σε αιχμηρό ύψος, ώστε να είναι δυσπρόσιτη στην αρπαχτική περιέργεια να θέλει κανείς να δει καθαρά το εντός της επωμιζόμενο. Την αποτελεσματική προστασία τής απόκρυψης την περιέχει η αφαίρεση. Η τέχνη επαγρυπνά. Δια της ελλειπτικότητος. Ισορροπώντας στο ένα της πόδι. Γράφοντας αφαιρούμε».

Κική Δημουλά. (2010). Ο φιλοπαίγμων μύθος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 13.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Απροσμέτρητη η αξία του προσώπου και του ιερού

Simon Well. (2018). Το πρόσωπο και το ιερό: Συλλογικότητα - Πρόσωπο - Απρόσωπο - Δικαίωμα - Δικαιοσύνη, μετάφραση - επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Αθήνα: Πόλις.


Το Πρόσωπο και το ιερό είναι πολεμικό κείμενο. Στρέφεται με ένταση εναντίον της ιδέας του προσώπου και κυρίως εναντίον της σύνδεσης του ανθρώπινου προσώπου με το ιερό. Υπάρχει πράγματι κάτι ιερό στον άνθρωπο, δέχεται και η Βέιλ, αλλά αυτό δεν είναι το πρόσωπο, ιερό στον άνθρωπο είναι το απρόσωπο, και μόνο αυτό. Μέσα σε κάθε άνθρωπο ζει ανεπίγνωστα, στο βάθος της καρδιάς του, η προσδοκία του καλού. Η ιερότητα του ανθρώπου είναι ακριβώς η επιθυμία να μην του κάνουν κακό, το παράπονο όταν του κάνουν κακό, και η προσδοκία να του κάνουν καλό. Στη μακρά ιστορία του κακού, οι αναρίθμητοι άνθρωποι που έχουν βασανιστεί από τους κάθε λογής ισχυρούς, οι τσαλαπατημένοι άνθρωποι, οι σκλάβοι, αυτή την επιθυμία και προσδοκία δεν μπορούν πάντα να την εκφράσουν. Μένει ωστόσο ανεξάλειπτα ζωντανή, ένας αλάλητος στεναγμός, μια ανεκφώνητη διαμαρτυρία. Αντηχεί μέσα τους αδιάκοπα η βουβή κραυγή «γιατί μου κάνετε κακό;». Ο αλάλητος στεναγμός των αδικημένων, το ψέλλισμά τους, η βουβή κραυγή της οδυνηρής έκπληξής τους όταν τους κάνουν κακό, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει προσωπικά χαρακτηριστικά. Αυτή η απρόσωπη, βουβή διαμαρτυρία ενάντια στο κακό, αξεχώριστα με την ανεπίγνωστη προσδοκία του καλού, αυτό είναι το ιερό!

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Παραμυθία το διάβασμα καλών λογοτεχνικών βιβλίων

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, βιβλίων  καλά δουλεμένα, που εμβαθύνουν στο υπόβαθρο ιστορικών γεγονότων και ιδεών, όπως αυτά του Ισίδωρου Ζουργού, για τα οποία λίγο παρακάτω θα πω ολίγα τινά, βιβλία κατά την ταπεινή μου άποψη, που δεν εντάσσονται στην εμπορευματοποίηση της Λογοτεχνίας, φαινόμενο άλλωστε σύνηθες στις μέρες μας, βιβλία εν τέλει, που οδηγούν τον αναγνώστη σε ατραπούς αναζήτησης του νοήματος της ζωής - ως γνωστόν, απαιτεί πρωτίστως, αναγνώστες απαιτητικούς. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε αυτομάτως πέφτουμε στις «αισθητικές επιφάνειες», όπως έλεγε κι ο πολύς Ζήσιμος Λορεντζάτος. 
Το διάβασμα καλών, λοιπόν, λογοτεχνικών βιβλίων γίνεται κάθε μέρα του χρόνου, κυρίως, όμως, γίνεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε που ψυχή και σώμα στοχάζεται και ζουν διαφορετικά από το χειμώνα, γέγνοιαστα. Ομολογώ πως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του συναδέλφου Δασκάλου Ισίδωρου Ζουργού: Στη σκιά της πεταλούδας, Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανούΗ αηδονόπιτα, Φράουστ, Ανεμώλια, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο και, βέβαια, το τελευταίο του: Λίγες και μια νύχτες
Εφέτος το καλοκαίρι, μπήκα ξανά στον πειρασμό να τα ξαναπιάσω στο χέρι μου, να τα ξεφυλλίσω, να ξαναδιαβάσω αποσπάσματά τους. Λένε πολλοί πως η δεύτερη ανάγνωση ενός βιβλίου δημιουργεί στον αναγνώστη περισσότερες αισθητικές αξίες, τον πραγματώνει περισσότερο υπαρξιακά και οντολογικά. Καθώς φαίνεται, πράγματι, έχουν δίκιο. Διαπιστώνω πως ο Ισίδωρος Ζουργός είναι σπάνιος συγγραφέας, είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς της γενιάς μου, ο οποίος σέβεται τον αναγνώστη. Αυτό τον τιμά ιδιαίτερα. Κι έχει δίκιο που, στο ερώτημα, αν ο συγγραφέας σήμερα κάνει παραχωρήσεις στην ποιότητα του έργου του χάριν της εμπορικότητας, απαντά: «Ο πραγματικός δημιουργός, ο καλλιτέχνης γενικότερα, δύσκολα το κάνει αυτό. Κι αν ακόμα εμφανιστεί ο πειρασμός και τελικά ενδώσει, έχει να χάσει περισσότερα από όσα να κερδίσει. Το σημαντικό για κάθε συγγραφέα είναι να κάνει πράξη τα οράματά του για τον κόσμο. Οι παραγγελίες στην τέχνη ήταν μοτίβο των προηγούμενων αιώνων και είχαν να κάνουν κυρίως με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Για οποιονδήποτε προσπαθεί σήμερα να συμμορφωθεί με επιταγές της αγοράς έχοντας ταυτόχρονα το όνειρο της τέχνης και όχι μια οποιαδήποτε αφήγηση, νομίζω ότι είναι προδιαγεγραμμένο να αποτύχει. Μπορεί να υπάρξει μια πρώτη ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού, αλλά αργά ή γρήγορα οι αναγνώστες διακρίνουν την ποιότητα και την αλήθεια των κειμένων»· http://www.protagon.gr/apopseis/blogs/syzitisi-me-ton-isidwro-zourgo-27230000000 
Αξιολογότατος, λοιπόν, συγγραφέας ο Δάσκαλος Ισίδωρος Ζουργός. Με συγγραφικό ταλέντο, που δεν προσβάλλει τον αναγνώστη. Διαβάστε τον!

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Άγγελου Σικελιανού

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ[*]

Πολλές και ιδιαίτερα αξιόλογες είναι σήμερα οι μελέτες που καταγράφουν τη συνάντηση Θεολογίας και Λογοτεχνίας· λόγου χάριν βλ. Παντελής Καλαϊτζίδης, «Ορθοδοξία και νεοελληνική ταυτότητα»Ίνδικτος, τχ. 17 (Ιούνιος 2003) 44-94, Νέα Εστία, τχ. 1765, (Μάρτιος 2004), Νέα Εστία, τχ. 1776, (Μάρτιος 2005), καθώς και την ωραία μελέτη της Κίρκης Κεφαλά, Κραταιά ως θάνατος αγάπη. Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2015. Στη συνάντηση, όμως, αυτή οφείλουμε σοβαρά να λάβουμε υπόψιν το εξής γεγονός: πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία κοιτάζει μόνο προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Αυτό, αυτομάτως, σε σχέση με το εδώ θέμα μας, καταδεικνύει πόσο ανυποψίαστοι είμαστε σε ζητήματα που σχετίζονται με τη μακρόχρονη ελληνορθόδοξη παράδοση και τις προοπτικές της στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση όταν ομιλούμε γι' αυτήν, συχνά πυκνά την αναγάγουμε σε ιδεολόγημα, με όλες εκείνες τις συνεπαγωγές που, πολλές φορές γεννούν και τις γνωστές ιδεοληψίες, πιστές στο άλλοτε γιγαντιαίο σύνθημα «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», (σημαντικά για το θέμα αυτό είναι όσα γράφει η Έφη Γαζή στη μελέτη της, Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια. Ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011), σύνθημα παλαιών κακών ημερών. Όταν, λοιπόν, κάμουμε λόγο για συνάντηση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, πρωτίστως πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η πρώτη συνδέεται με χίλια νήματα με τον δεύτερο, την ελληνικότητα και το ελληνικό έθνος. Και τα δύο αυτά μεγέθη, στη μακρά διάρκεια της Ιστορίας του Ελληνισμού δέθηκαν μεταξύ τους, τόσο στη γλώσσα όσο και στα ήθη - έθιμα. Με ποια όμως έννοια; Φυσικά, όχι με την έννοια της οποιαδήποτε ταύτισης. «Η Ορθοδοξία δεν είναι προϊόν ούτε και έκφανση της ζωής του ελληνικού έθνους, σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανικού Ευαγγελίου, ούτε το ελληνικό έθνος», όπως παλαιότερα υποστήριζε ο κορυφαίος πανεπιστημιακός διδάσκαλος Σάββας Αγουρίδης, μπορεί να «παραστήσει εν παντί το διάκονο της Ορθοδοξίας», γιατί αυτό θα σήμαινε «παραγνώριση της ουσίας του Χριστιανισμού και εν πολλοίς παραχάραξη της Ιστορίας». Συνεπώς, αν συνέβαινε αυτό τότε θα είχαμε εκείνη τη λανθασμένη σύνδεση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, η οποία, δυστυχώς, όπως παραπάνω ετόνισα, δημιούργησε το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανισμού. Εκείνο, λοιπόν, που πραγματικά συνέβη ήταν πρόσληψη, κρίση και μεταμόρφωση, αναφαίρετα άλλωστε «χαρακτηριστικά οποιασδήποτε κοινωνίας της Ορθοδοξίας με οποιοδήποτε έθνος», (βλ. «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα», στον τόμο: Θεολογία και επικαιρότητα, εκδ. Άρτος ζωής, Αθήνα 1996, σσ. 66-67.) 
Την παραπάνω θα ‘λεγα θεολογική και λογοτεχνική θέση μπορεί κανείς να τη δει αν μελετήσει ένα από έργα του Άγγελου Σικελιανού, το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Αυτό γράφτηκε όταν ο Σικελιανός, με συνταξιδιώτη τον Νίκο Καζαντζάκη, επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος, παραμένοντας εκεί κάποιο χρονικό διάστημα. Στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της Αγιορείτικης Πολιτείας και οι δυο τους φαίνεται πως παρακολούθησαν προσεκτικά την ησυχαστική πρακτική των μοναχών, μελετώντας μάλιστα και τα σχετικά με τον ησυχασμό κείμενα. Ειδικότερα, ο Σικελιανός μελέτησε τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, δίτομο σύγγραμμα που εκδόθηκε το 1782 στη Βενετία από τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη και τον άγιο Μακάριο Νοταρά. Από αυτήν ερανίζεται χωρία της ορθόδοξης πνευματικότητας και τα καταγράφει στο Ημερολόγιό του: «Κομποσκοίνι. Πνευματική προσευχή. Εκπνοή: ελέησόν με. Εισπνοή: Κύριε Ιησού Χριστέ. Αυτή είναι η καθαρά προσευχή των μοναχών από την ώρα του ξυπνητηριού μέχρι της στιγμής της ακολουθίας», (σσ. 112-113). «Η συγκέντρωσις του νοός εν τη καρδία. Νηπτικοί πατέρες, οι επιδιδόμενοι εις την νοεράν προσευχήν. Γρηγόριος Παλαμάς, ο κατεξοχήν νηπτικός, εις το βιβλίον Φιλοκαλία. Το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι», (σσ. 115-117). 
Όπως σωστά υποστηρίζει ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Σικελιανός υπήρξε «ανέκαθεν καλός χριστιανός». Κατά την τελευταία μάλιστα περίοδο του βίου του, «τον παρακολουθούμε να εκκλησιάζεται τακτικά και να μετέχει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε κοινωνία αγάπης με τους πιστούς», γεγονός που δείχνει πως η «άσκησή του υπό την καθοδήγηση ενός δασκάλου – ας είναι και δια μέσου ενός συγγράμματος – ακολουθεί μια γνήσια θρησκευτική παράδοση», (βλ. Άγγελος Σικελιανός. Τρία κεφάλαια βιογραφίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1984, σσ. 83-84). Σε αυτό το πλαίσιο ο Σικελιανός διαπιστώνει πως η διδασκαλία της Ορθοδοξίας είναι ασκητική. Δεν αρκεί μόνο ο εξαγιασμός της ψυχής, αλλά απαιτείται και ο καθαγιασμός του σώματος. Νηστεία και προσευχή για τον Σικελιανό δρουν αγιαστικά. Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητας του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ως ολοκληρωτικό δόσιμο στο Θεό, η άσκηση προϋποθέτει υπέρβαση των ορίων της ατομικής και αισθητής ύπαρξης του ανθρώπου και άνοδό του από τον επίγειο χώρο στην πνευματική εκείνη κατάσταση, όπου τον πλημμυρίζει το φως της Μεταμόρφωσης του Χριστού. Την κατάσταση αυτή οι Πατέρες της Εκκλησίας την ονομάζουν μανικό έρωτα. Εδώ, ο Σικελιανός είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός μιας και αρέσκεται στο λειτουργικό λεξιλόγιο: «τελείωμα του αθλητού. Αστερίσκος, λόγχη, σπόγγος, λαβίς, ριπίδια, ζέον. Εξαφτέρυγα. Λειτουργικός αέρας», (σ. 22). Ως ποιητής εμπνέεται από τον ευαγγελικό λόγο: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ», (Ιω. 6: 56). «Είναι η δεύτερη Μετάληψη που πήρα σήμερα έπειτ’ από το Μεγάλο Σάββατο. Ζω σε μια άμετρη συγκέντρωση που δεν πρέπει τίποτα να τη διασπάσει», (Γράμματα στην Άννα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1981, σ. 153). 
Υπ’ αυτήν την έννοια στον αυτοδιδασκόμενο ποιητή είναι έκδηλη η διάθεση να προσεγγίσει το Θεό μέσα από το δρόμο της καρδιάς. Ακόμη και οι πολλαπλές καταγραφές του για την Παναγία, την υμνολογία και την αγιογραφία καταδεικνύουν πως θέτει στον εαυτό του το καίριο μεταφυσικό πρόταγμα: ο Θεός είναι απρόσιτος στη λογική σκέψη, αλλά το φως του μπορεί να καταυγάσει την καρδιά που φλέγεται από τον θείον έρωτα. Η απορία περί Θεού είναι εγγενής στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο, επειδή αντιλαμβάνεται τα αισθητά πράγματα ως σύμβολα του υπεραισθητού κόσμου. Από το χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής, δύο κορυφαίοι κριτικοί, με ισχυρές επιδράσεις από την Ορθοδοξία, ο Φίλιππος Σέρραρντ και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, αποτιμώντας συνολικά το έργο του Σικελιανού, υποστηρίζουν ότι φιλοδόξησε να είναι θρησκευτικός αλλά και μεταφυσικός ποιητής. Κατά συνέπεια, καθώς λέγει ο πρώτος: «η αίσθησή του για την Ελλάδα και για το τι σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας, καθώς και η αντίληψή του για το τι συνιστά τη βαθύτερη μορφή της ελληνικής παράδοσης, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εκτίμησή του για την πνευματική κατάσταση του Δυτικού κόσμου του καιρού του», (βλ. Η μαρτυρία του ποιητή. Προοπτικές και παραλληλισμοί, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 1998, σ. 103)· και ο δεύτερος: «ο αμάλαγος ποιητής του Αλαφροΐσκιωτου ανακατώνει την ιστορία με την ιερή ιστορία, τη βασιλεία του Καίσαρα με τη βασιλεία του Θεού», (βλ. Μελέτες, τ. Α΄, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994, σ. 276), κηρύττοντας μια ενιαία πνευματική ενόραση ολάκερης της γήινης ιστορίας. 

Υ. Γ. Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο μπορεί κανείς να το βρει στις εκδόσεις της Ακαδημίας Αθηνών / Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, με φιλολογική επιμέλεια και κατατοπιστική εισαγωγή της Ιωάννας Κωνσταντουλάκη – Χάντζου, η οποία για τη σύνδεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επιχειρεί ο Σικελιανός, με καίριο τρόπο επισημαίνει πως η «μυστική συμβίωση με το Παν είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα του ημερολογίου. Υπερευαίσθητες, οι αισθήσεις σκιρτούν στο παραμικρό ερέθισμα: στη δροσιά του νερού, στη μυρωδιά του δεντρολίβανου, στους πιο διαφορετικούς ήχους (χαρούμενο σήμαντρο, σφυράκι του ηγούμενου, κόχυλας του ρώσικου μοναστηριού…). Το κάθε δέντρο, το κάθε φυτό είναι μήνυμα: το έλατο, η λεύκα, το κυπαρίσσι, η βαλανιδιά, ο κισσός, ο άγριος μενεξές, η δάφνη… Βαθύτατο μουσικό κάλεσμα της ζωής, η τέλεια ταύτιση με τα στοιχεία, η πανθεϊστική έξαρση του ποιητή, είναι συναφής με την αρχαιολατρία του και τη χριστιανική του αντίληψη… Η Ποίηση έχει μυσταγωγικό χαρακτήρα κι ο Ποιητής είναι ιεροφάντης», (σ. XI). 

[*] Εισήγηση που έγινε στο ΠΕΚ Μυτιλήνης, στο πλαίσιο της Επιμόρφωσης Νεοδιόριστων Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λέσβου (Θεολόγων και Φιλολόγων), τον Σεπτέμβριο του 2007. Εδώ, δημοσιεύεται με κάποιες περαιτέρω προσθήκες, κυρίως βιβλιογραφικές.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Ποίηση της «εποχής προς την Εδέμ» ή ποίηση της «καλής παρηγοριάς και του καλού μύθου»

«Εχτές το βράδυ μερικοί άκουσαν τη φοβερή φωνή 
του Λεβιάθαν, ερχόμενη από το μέρος της θάλασσας»


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ. (1996). Ποιήματα 1934-1937. Συνοδευόμενα από τρεις υδατογραφίες, δεκαεννέα σχέδια της ίδιας εποχής και τρεις παντομίμες – μπαλέτα. Αθήνα: Άγρα, σ. 61.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

«Είναι η Υποταγή...»

«Από την αρχή της παραμονής μου, απέκτησα το συνήθειο να πηγαίνω κάθε μέρα στο παρεκκλήσι της Νοτρ-Νταμ, και να κάθομαι για λίγα λεπτά μπροστά στη Μαύρη Παρθένο – την ίδια που εδώ και χίλια χρόνια ενέπνεε προσκυνήματα, μπροστά στην οποία είχαν γονατίσει τόσοι άγιοι και βασιλείς. Ήταν ένα αλλόκοτο γλυπτό, μάρτυρας ενός σύμπαντος που είχε εξαφανισθεί ολοσχερώς. Η Παρθένος καθόταν πολύ ευθυτενής· το πρόσωπό της, με κλειστά μάτια, τόσο απόμακρο ώστε έμοιαζε εξωγήινο, ήταν στεφανωμένο με ένα διάδημα. Ο μικρός Ιησούς – που αλήθεια είναι ότι δεν είχε καθόλου παιδικά χαρακτηριστικά, αλλά μάλλον ενήλικου, ή και γέρου ακόμα – καθόταν, πολύ ευθυτενής κι αυτός, στα γόνατά της· είχε και αυτός τα μάτια κλειστά, και το γωνιώδες, σοφό και δυνατό του πρόσωπο ήταν και αυτό στεφανωμένο. Δεν υπήρχε καθόλου τρυφερότητα, καθόλου μητρική αμεριμνησία στις στάσεις τους. Δεν αναπαριστανόταν εδώ ο μικρός Ιησούς· ήταν ήδη βασιλιάς του κόσμου. Η γαλήνη του, η εντύπωση πνευματικής ισχύος, η άυλη δύναμη που εξέπεμπε, ήταν σχεδόν τρομακτικές.
»Αυτή η υπερανθρώπινη αναπαράσταση ήταν στον αντίποδα του βασανισμένου, πονεμένου Χριστού που είχε αναπαραστήσει ο Ματίας Γκρύνεβαλντ, και η οποία είχε τόσο εντυπωσιάσει του Ουισμάνς. Ο Μεσαίωνα του Ουισμάνς ήταν εκείνος της γοτθικής περιόδου, της όψιμης γοτθικής περιόδου μάλιστα: παθητικός, ρεαλιστικός και ηθικός, ήταν ήδη πιο κοντά στην Αναγέννηση παρά στη ρωμαϊκή περίοδο. Θυμήθηκα μια συζήτηση που είχα, χρόνια πριν, μ’ έναν καθηγητή ιστορίας στη Σορβόννη. Στις αρχές του Μεσαίωνα, μου είχε εξηγήσει, το ζήτημα της ατομικής κρίσης σχεδόν δεν ετίθετο· πολύ αργότερα, με τον Ιερώνυμο Μπος για παράδειγμα, εμφανίστηκαν αυτές οι τρομακτικές αναπαραστάσεις όπου ο Χριστός διαχωρίζει την ορδή των εκλεκτών από τη λεγεώνα των καταραμένων· όπου οι διάβολοι σέρνουν τους μη μετανοημένους αμαρτωλούς προς τα μαρτύρια της κολάσεως. Η ρομαντική οπτική ήταν διαφορετική, πολύ πιο ενοποιητική: πεθαίνοντας ο πιστός εισέρχεται σε μια κατάσταση βαθύ ύπνου και ανακατεύεται με το χώμα. Αφού εκπληρωθούν όλες οι προφητείες, την ώρα της δεύτερης έλευσης του Χριστού, ολόκληρος ο χριστιανικός λαός, ενωμένος και αλληλέγγυος, σηκώνεται από τον τάφο του, αναστημένος στο ένδοξο σώμα του, για να ξεκινήσει την πορεία προς τον παράδεισο. Η ηθική κρίση, η ατομική κρίση, η ίδια η ατομικότητα δεν είναι έννοιες που κατανοούσαν πλήρως οι άνθρωποι της ρωμαϊκής εποχής, και ένιωθα κι εγώ την ατομικότητά μου να αποσυντίθεται στις ονειροπολήσεις μου, τις ολοένα πιο παρατεταμένες μπροστά στην Παρθένο του Ροκαμαντούρ».


ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ. (2015). Υποταγή, μτφρ. Λίνα Σιπητάνου. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σσ. 171-172.

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

Η «Σοσιετά των Γραικών» (Società dei Greci) και η ιεροποίηση του Έθνους

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Κ. ΠΑΠΟΥΛΙΔΗΣ, Το πολιτικό και θρησκευτικό κίνημα του Ιεροεθνισμού και οι πρωτοπόροι του. Σεραφείμ ο Μυτιληναίος (ci. 1667 - ci 1735), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 276. 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ 

Για τον Σεραφείμ Μυτιληναίο, τον επονομαζόμενο Στέφανο Πωγωνάτο, η μέχρι σήμερα ιστορική έρευνα δεν έχει καταφέρει να αποκαταστήσει την προσφορά του στο υπόδουλο Γένος. Κι αυτό διότι ο Λέσβιος αυτός λόγιος του δεύτερου μισού του 17ου και του πρώτου μισού του 18ου αιώνα υπήρξε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Σ’ ένα μεγάλο ποσοστό η υπάρχουσα βιβλιογραφία τον αποτιμά αρνητικά, ενώ δεν λείπουν και οι θετικές κρίσεις για την προσωπικότητά του. Όσον αφορά στην αρνητική θεώρηση ενδεικτικά αναφέρω εδώ δύο βασικούς εκπροσώπους της ελληνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, τον Γαλαξιδιώτη Κωνσταντίνο Σάθα και τον Μακεδόνα Γεώργιο Ζαβίρα, οι οποίοι στα δύο βασικότερα έργα τους, την Νεοελληνική Φιλολογία, Αθήνα 1868, ο πρώτος, και το Νέα Ελλάς ή Ελληνικόν Θέατρον, Θεσσαλονίκη 1972, ο δεύτερος, βασιζόμενοι στα ιδιαίτερα επικριτικά σχόλια του συγχρόνου του Σεραφείμ Λαρισαίου λογίου Αλέξανδρου Ελλάδιου, τον κατατάσσουν στις προσωπικότητες εκείνες που με την παρουσία του στις πόλεις όπου έδρασε, δημιούργησε πολλά προβλήματα. Όσον αφορά στη θετική θεώρηση, ο Σεραφείμ Μυτιληναίος, με πρωτεργάτη τον Γεώργιο Βαλέτα, υπήρξε ο λόγιος εκείνος που με το εθνοδιαφωτιστικό του έργο έγινε πρόδρομος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της εθνεγερσίας της Επανάστασης του 1821, (βλ. «Σεραφείμ Μυτιληναίος. Πρόδρομος της Εθνεγερσίας και του Διαφωτισμού», Αιολικά Γράμματα, 1 (1971) 226-235). Την ίδια θεώρηση κάμει και ο Στυλιανός Μπαϊρακτάρης στη μονογραφία του Σεραφείμ Μυτιληναίος. Ο λησμονημένος πρωτοπόρος (1670-1735), Αθήνα 1973. Στην περίπτωση αυτή αξίζει να αναφέρω και το γεγονός ότι στη νεότερη Λεσβιακή ιστοριογραφία, ο Σεραφείμ παραμένει ο φωτισμένος και δραστήριος κληρικός, που με το φωτεινό και μαχητικό του πνεύμα αγωνίστηκε να σκορπίσει το ζόφο της δουλείας από τα Γένος, (Π. Παρακευαΐδης, Η Λέσβος κατά την Τουρκοκρατία. Οι αιώνες της ανάκαμψης (17ος -18ος), Μυτιλήνη 2001, σσ. 95-97. Πρβλ., και την μυθιστορηματική βιογράφηση του Σεραφείμ από τον Στράτο Χατζηγιάννη, Οι Πωγωνάτοι της Λέσβου, Μυτιλήνη 1980, σσ. 77-126). 


Ενώ, λοιπόν, μέχρι σήμερα η βιβλιογραφία ήταν διχασμένη, η παρουσιαζόμενη εδώ μονογραφία του Κυριάκου Κ. Παπουλίδη, Λέκτορα Νεοελληνικών Σπουδών στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Adam Mickiewcz στο Poznam της Πολωνίας, έρχεται και καλύπτει το υπάρχον κενό και αποκαθιστά την παρουσία του Σεραφείμ Μυτιληναίου στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 
Όπως είναι γνωστό, οι απαρχές του 18ου αιώνα χαρακτηρίζονται από τις πρώτες οργανωμένες πολιτικές δραστηριότητες των Ελλήνων για την απελευθέρωση του Ελληνισμού από τον οθωμανικό ζυγό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις Ελλήνων λογίων που έδρασαν κυρίως στη μακρινή Ρωσία, όπως του «κλεινού» Ευγένιου Βούλγαρι, που με τα αλλεπάλληλα υπομνήματά του προς την Αικατερίνη Β΄, έκαμε πράξη το εθνικό του όραμα για εθνική αποκατάσταση. Στα πλαίσια αυτά είναι που αντίστοιχες πατριωτικές πρακτικές αποτέλεσαν το προοίμιο των συλλογικών αγώνων των Ελλήνων για εθνική χειραφέτηση. Ο λόγιος ιερομόναχος Σεραφείμ ο Μυτιληναίος και το κίνημα του Ιεροεθνισμού, εμφανίστηκαν ιστορικά ως οι δυο κύριες συνιστώσες μιας εταιριστικής κίνησης, οι οποίες δραστηριοποιήθηκαν τόσο με τον πολιτικό, όσο και με το θρησκευτικό τους ρόλο, στη μάχη για την απελευθέρωση των Ελλήνων. 
Στην παρούσα μελέτη του Κυριάκου Παπουλίδη, για πρώτη φορά παρουσιάζεται λεπτομερώς η πολύπλευρη προσωπικότητα του λογίου ιερομόναχου Σεραφείμ Μυτιληναίου, ως βασικού πρωταγωνιστή και πρωτεργάτη της οργανωμένης πολιτικής δραστηριότητας των υποδούλων Ελλήνων. Μια σειρά από ανέκδοτες και εκδιδόμενες αρχειακές πηγές, φέρνουν στο φως την πολυσχιδή δραστηριότητα του Σεραφείμ Μυτιληναίου στην ανάπτυξη του κινήματος του Ιεροεθνισμού, μέσα στα πλαίσια των ευρωπαϊκών πολιτικών και θρησκευτικών ανταγωνισμών κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. 
Στη εν λόγω μελέτη γίνεται λόγος για το βίο και τη δράση του Σεραφείμ Μυτιληναίου, η οποία ξεκινά από τη γενέτειρά του Μυτιλήνη και διέρχεται μια σειρά από πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Μόσχα, το Λονδίνο, το Άμστερντάμ, η Βιέννη, η Κοπεγχάγη, η Κωνστάντζα, η Βαρσοβία, η Αγία Πετρούπολη, (σσ. 19-124). Στις πόλεις αυτές ο Σεραφείμ βρέθηκε όχι μόνο για σπουδές, όπως στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και στο Ελληνικό Κολλέγιο της Οξφόρδης στο Λονδίνο, αλλά και για πολιτική δράση, είτε ως απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μ. Πέτρο στη Ρωσία, είτε ως ενεργά αναμειγμένος στη σύσταση της Εταιρείας των Ελλήνων, την ορθά από το Ζαχαρία Τσιρπανλή χαρακτηριζόμενη «Σοσιετά των Γραικών», της οποίας προκήρυξης συντάκτης ήταν ο ίδιος ο Σεραφείμ, τυπωμένη σε τυπογραφείο της Κρακοβίας 1720, με σαφή πατριωτικό και πολιτικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και ο όρος Ιεροεθνισμός. Καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια των αλλεπάλληλων μετακινήσεών του, ο Σεραφείμ ήρθε σε επαφή σημαντικά πολιτικά και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Καλλίνικο Β΄, τον λόγιο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο Νοταρά, τον Μ. Πέτρο, τον ελληνιστή καθηγητή στην Οξφόρδη Dr. Benjamin Woodroffe, τον λόγιο και πολυμαθή ιεράρχη Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Νεόφυτο, την βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας Άννα, τον πρίγκιπα της Σαβοΐας Ευγένιο, τον καγκελάριο της Πολωνίας Σεμπέκ, τον Ρώσο Αρχιεπίσκοπο Νόβγοροδ Θεοφάνη Προκόποβιτς, κ.ά. 
Το μεταφραστικό έργο του Σεραφείμ σχετίζεται με την αναθεώρηση της μετάφρασης της Καινής Διαθήκης, του γνωστού λογίου ιερομονάχου Μάξιμου Καλλιουπολίτη στα 1703, γεγονός που τον έφερε αντιμέτωπο με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄. Το ζήτημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα της Καινής Διαθήκης στην Ιστορία της Εκκλησίας, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δυστυχώς είχε οδυνηρές διαστάσεις και δημιούργησε πολλαπλά προβλήματα. Ήδη, πριν από τον 17ο αιώνα, υπήρξαν ευάριθμες μεταφράσεις βιβλικών κειμένων που δεν δημιούργησαν σοβαρό πρόβλημα στην Εκκλησία, εκτός από την μετάφραση του Ιωαννίκιου Καρτάνου της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης το 1536. Από την εποχή όμως της μετάφρασης του Μάξιμου Καλλιουπολίτη που εκδόθηκε στη Γενεύη το 1638, όταν ο Μάξιμος είχε πεθάνει, μολονότι είχε την υποστήριξη του μαρτυρικού Οικουμενικού Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι, η ίδια γνώρισε τρεις καταδίκες από ισάριθμες Τοπικές Συνόδους, στην Κωνσταντινούπολη, το 1638 και το 1642 και στο Ιάσιο το 1641-1642, (βλ. Μ. Ι. Μανούσακας, «Νέα στοιχεία για την πρώτη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη δημοτική γλώσσα από το Μάξιμο Καλλιουπολίτη», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 2 (1986) 7–70. Για το θέμα των μεταφράσεων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η βιβλιογραφία είναι ιδιαιτέρα σημαντική. Ο πρωτοπρ. Γ. Δ. Μεταλληνός, μας έχει δώσει μια εξαιρετική μελέτη, Το ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2004). 
Η επανέκδοση, λοιπόν, της μετάφρασης της Καινής Διαθήκης από τον Σεραφείμ Μυτιληναίο, αν και συνάντησε τη μήνιν του Αλέξανδρου Ελλάδιου, στόχο είχε να δώσει τη δυνατότητα στον υπόδουλο Ελληνισμό να μελετά την Καινή Διαθήκη στη γλώσσα του. Ο Κυριάκος Παπουλίδης, στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του (σσ. 125-184), με σαφήνεια εκθέτει όλα τα προβλήματα που προέκυψαν απ’ αυτό το εγχείρημα του Σεραφείμ. Αναφέρεται στη γλώσσα της μετάφρασης, τα προβλήματά της, το λεξιλόγιο, την ορθογραφία και παραθέτει σχετικό παράρτημα με τον πρόλογο του έγραψε ο Σεραφείμ στο Λονδίνο το 1703, κάνοντας σχετικά σχόλια, δημοσιεύοντας το καταδικαστικό συνοδικό γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄ το 1704. 
Σύμφωνα με τον Ρώσο συγγραφέα G. Episov, που στα 1876 σε ένα άρθρο του βιογράφησε τον Σεραφείμ (το άρθρο αυτό μεταφράστηκε από τον Κ. Παλαιολόγο και με τίτλο: «Ο Έλλην κληρικός Σεραφείμ» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Παρνασσός, 4 (1886) 28-51), ο Λέσβιος λόγιος κληρικός, στα 1732 συνελήφθη στην Αγία Πετρούπολη για κατασκοπία, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια εξορία στην κωμόπολη Οχότσκ της Σιβηρίας. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί το γεγονός αυτό, δημοσιεύοντας το κείμενο της καταδίκης από τα ρωσικά αρχεία, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι ο Σεραφείμ καταδικάστηκε χωρίς καν να δικαστεί, (σσ. 185-232). Τα πρόσωπα που άμεσα αναμείχθηκαν στην καταδίκη, ήταν η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Άννα Ιβάνοβνα και ο Αρχιεπίσκοπος Νόβγοροδ Θεοφάνης Προκόποβιτς. Ωστόσο, πίσω από την καταδίκη ως ηθικός αυτουργός ήταν ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, γεγονός που κατά τον συγγραφέα, ενισχύει την άποψη ότι οι ανακριτικές αρχές της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, στηρίχθηκαν στις κατηγορίες που ο ίδιος είχε δημοσιεύσει στα 1714, δεκαοκτώ δηλαδή χρόνια πριν, στο έργο του Status Praesens Ecclesiae Graecae
Το βιβλίο του Κυριάκου Παπουλίδη, στηριζόμενο σε αρχειακή έρευνα και αξιοποιώντας την υπάρχουσα βιβλιογραφία, πιστεύω ότι επιλύει αρκετά προβλήματα της ιδεολογικής ταυτότητας και δράσης του λησμονημένου Σεραφείμ Μυτιληναίου, και ταυτόχρονα ανοίγει νέους δρόμους στην έρευνα, δείχνοντας τον τρόπο με τον οποίο αυτή οφείλει να είναι γόνιμη, αντικειμενική και αξιόπιστη.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Τεριρέμ με Νίκο Γαβριήλ Παντζίκη

«Όλα τα πράγματα του κόσμου, σκέφτηκα, όποια χέρια κι' αν τα 'πλασαν, όπως κι' αν γίνηκαν, είναι άξια της προσοχής μας. Τίποτα δεν υπάρχει μηχανικά απλώς για να 'ναι χρήσιμο. Δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος με τα πράγματα, τα ζώα ή τα σίδερα αν αυτά δεν είναι γεμάτα από έρωτα»

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. (1992). Το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης. Αθήνα: Άγρα, σ. 125.