Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ. «Ευρωπαϊκοί Δρόμοι του Νίκου Καζαντζάκη: από το Ηράκλειο του χθες στην Ευρώπη του σήμερα και του αύριο»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ. «Ευρωπαϊκοί Δρόμοι του Νίκου Καζαντζάκη: από το Ηράκλειο του χθες στην Ευρώπη του σήμερα και του αύριο»

ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ. 22-25 Οκτωβρίου 2026


Οι Ευρωπαϊκοί Δρόμοι του Νίκου Καζαντζάκη (P.E.K), στο πλαίσιο των εργασιών ένταξής τους στις Πολιτιστικές Διαδρομές του Συμβουλίου της Ευρώπης πραγματοποιούν, 22-25 Οκτωβρίου 2026, στο Ηράκλειο Κρήτης (Ελλάδα), διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Ευρωπαϊκοί Δρόμοι του Νίκου Καζαντζάκη: από το Ηράκλειο του χθες στην Ευρώπη του σήμερα και του αύριο», υπό με την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, της Έδρας UNESCO στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μάνατζμεντ & Τεχνολογίες στην Πολιτιστική Κληρονομιά» του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, του Δήμου Ηρακλείου, του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων. Με την υποστήριξη της Περιφέρειας Κρήτης, της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ), του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη (Μυρτιά Ηρακλείου), του Επιμελητηρίου Ηρακλείου, του Ινστιτούτου Πληροφορικής του ΙΤΕ. Χορηγοί επικοινωνίας: ΕΡΤ -Φωνή της Ελλάδας, ΕΡΤ3, ΕΡΤ Ηρακλείου, ΕΡΤ Χανίων, KRHTH TV, Hephaestus Wien, ΠΥΡΑΜΙΣ. Χορηγός φιλοξενίας Metaxa Hospitality Group. Συνεργαζόμενα ξενοδοχεία: Metaxa Hotel Heraklion, Sofia Hotel, Capsis Astoria Hotel.
Το συνέδριο επικεντρώνεται στη διερεύνηση της ευρωπαϊκής διάστασης της σκέψης και του έργου του Κρητικού στοχαστή και συγγραφέα, καθώς και στην ανάδειξη νέων αναγνωστικών και ερμηνευτικών προσεγγίσεων του καζαντζακικού έργου υπό το πρίσμα σύγχρονων θεωρητικών και διεπιστημονικών εργαλείων. Σε συνάφεια με τις προτεραιότητες του Προγράμματος Πολιτιστικών Διαδρομών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στόχος είναι η ευρωπαϊκή και διεπιστημονική προσέγγιση του καζαντζακικού έργου και η ανάδειξη της διαχρονικότητάς του σε σχέση με ζητήματα πολιτιστικής ταυτότητας, ελευθερίας, ετερότητας, βιωσιμότητας και καινοτομίας. Οι εργασίες του συνεδρίου θα πραγματοποιηθούν υβριδικά (με φυσική παρουσία, με σύνδεση zoom) στην Αίθουσα Καστελλάκη, του Επιμελητηρίου Ηρακλείου (Κορωναίου 9, Ηράκλειο).
Το συνέδριο συγκέντρωσε το έντονο ενδιαφέρον μελετητών και επιστημόνων από διαφορετικές χώρες και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Συμμετέχουν εισηγητές από 20 χώρες, των οποίων οι ανακοινώσεις καλύπτουν πλήρως το θεματικό πεδίο του συνεδρίου. Με αλφαβητική σειρά οι χώρες που συμμετέχουν είναι Αρμενία, Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ελλάδα, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Κίνα, Νότια Αφρική Ουζμπεκιστάν, Ουκρανία, Πολωνία, Ρουμανία, Σερβία, Τυνησία, Φινλανδία.
Η οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου και τα διοικητικά συμβούλια της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη και των Ευρωπαϊκών Δρόμων του Νίκου Καζαντζάκη εκφράζουν θερμές ευχαριστίες σε όλους τους συντελεστές του συνεδρίου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η Γραμματεία του συνεδρίου θα λειτουργεί από την Πέμπτη 22/10/2026, ώρα 09:00 π.μ. και καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών. - Δυνατότητα παρακολούθησης μέσω Youtube στο κανάλι European Routes of Nikos Kazantzakis https://www.youtube.com/@EuropeanRoutes.NikosKazantzaki

Κατερίνα Ζωγραφιστού
Πρόεδρος της ΔΕΦΝΚ - Αντιπρόεδρος και Εκτελεστική Διευθύντρια των Ρ.Ε.Κ.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Πώς δύο μεγάλοι Έλληνες έφεραν τον Όμηρο ξανά κοντά μας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

«Την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», αναγνωρίζει ο Πλάτων στην Πολιτεία του, παρότι γενικά δεν τρέφει και τα καλύτερα αισθήματα για την ποίηση. Στην αρχαιότητα η λέξη ποιητής, χωρίς ονομαστικό προσδιορισμό, δήλωνε έναν και μόνον: τον Όμηρο, από την πλούσια τράπεζα του οποίου δεν σιτίστηκαν μονάχα οι τραγικοί, όπως υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης, αλλά αναρίθμητοι ποιητές όλων των εποχών και πολλών γλωσσών. Μέχρι τις μέρες μας. Και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, τα ψίχουλα του Ομήρου, όποιος (ή όποιοι) κι αν ήταν, όπου κι αν γεννήθηκε, όποτε κι αν έζησε, θα παραμείνουν τράπεζα πλουσιοπάροχη.
Ο πατριάρχης της ποίησης, αυτός που, εν αντιθέσει με τον Ησίοδο, δεν μερίμνησε να ενσωματώσει αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έπη του, ακολουθώντας ως προς αυτό το ήθος των ανώνυμων ποιητών της προφορικής επικής παράδοσης, στην οποία και στηρίχτηκε, παραμένει ο μέγας διδάσκαλος. Η Δασκαλόπετρά του δεν βρίσκεται μόνο στη Χίο· είναι παντού. Οι 15.693 εξάμετροι στίχοι της Ιλιάδας και οι 12.109 της Οδύσσειας μεταφράζονται και ξαναμεταφράζονται, μελετώνται και ξαναμελετώνται, με νέα εργαλεία και οπτικές κάθε φορά, με νέες μεθόδους και νέα πορίσματα. Ένας πλούτος ανεξάντλητος, που, παρότι οριστικός και τελεσίδικος χιλιετίες τώρα, αφότου καταγράφτηκε, έχει τη μαγική ικανότητα να αυτοανανεώνεται.
Στη μακρά ιστορία των εγχειρημάτων που ανέλαβαν Έλληνες λογοτέχνες και φιλόλογοι να μεταφέρουν τα δύο ομηρικά έπη στη νεοελληνική γλώσσα, ξεχωριστή θέση έχει η από κοινού μεταφραστική αναμέτρηση με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη και του Ι.Θ. Κακριδή. Ένας βαθύνους φιλόλογος, δεινός ομηριστής, όπως πιστοποιούν τα ομηρόθεμα συγγράμματά του (Ομηρικές έρευνες, Ομηρικά θέματα, Το μήνυμα του Ομήρου κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα γνώστης και μελετητής της νεοελληνικής γραμματείας, ιδιαίτερα της δημοτικής, και ένας καταξιωμένος ποιητής και πεζογράφος, λάτρης της ανώνυμης λαϊκής ποίησης, που είχε ήδη δημοσιεύσει τη δική του Οδύσεια, το 1938, όπου ανιστορεί έμμετρα, με τερπνή φαντασία, σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, τα πάθη και τις αναζητήσεις του Οδυσσέα μετά τη μνηστηροφονία, συνασπίζονται για να μετακενώσουν στη νεοελληνική γλώσσα τα έπη του Ομήρου.
Μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;
Καζαντζάκης και Κακριδής βρέθηκαν πάρα πολύ κοντά από τα πρώτα χρόνια της βαριάς δεκαετίας του 1940, μετά δε το τέλος του πολέμου η σχέση τους απέκτησε και θεσμική υπόσταση. Ως μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων από τις κατοχικές δυνάμεις του Αξονα συνεπισκέφθηκαν πολλούς τόπους μαρτυρίου ανά την Ελλάδα, μοιράστηκαν τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες σκέψεις, συγχρωτίστηκαν επί μακρόν και συντονίστηκαν εις βάθος. Συμπορευόμενοι έως τον θάνατο του λογοτέχνη, το 1957, τήρησαν πιστά το μεταφραστικό τους πρόγραμμα και ακύρωσαν έμπρακτα το έωλο έτσι κι αλλιώς δίλημμα «μια μετάφραση πρέπει να είναι φιλολογική ή λογοτεχνική;». Ο Κακριδής, που για τις ανάγκες των δοκιμίων του μετέφραζε και ο ίδιος, σποραδικά, αρχαιοελληνικά κείμενα, μετέφερε σε πεζό λόγο τους ομηρικούς στίχους, παραμένοντας εξαιρετικά κοντά στο πρωτότυπο, και ο Καζαντζάκης, εμπειρότατος τεχνίτης του ρυθμικού λόγου, συνάρμοζε σε στίχους την απόδοση του Κακριδή. Καζαντζάκης και Κακριδής επέλεξαν να ανα-μορφώσουν τα ομηρικά ποιήματα σε δεκαεπτασύλλαβο στίχο, με την προσδοκία ότι έτσι, με τη στιχουργική επέκταση κατά δύο συλλαβές, θα μειώνονταν όσο το δυνατόν περισσότερο οι απώλειες εικόνων ή αναφορών του πρωτοτύπου, που επέρχονται σχεδόν μοιραία όταν από τον πυκνότατο αρχαιοελληνικό λόγο μεταβαίνουμε στον αναλυτικό νεοελληνικό.
Θυμάται και ιστορεί ο Κακριδής, στο κείμενό του «Το χρονικό μιας συνεργασίας», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τεύχος 779 του Δεκεμβρίου του 1959, που ήταν αφιερωμένο στον Καζαντζάκη:
«Ο φοβερός χειμώνας του 1942. Γενάρης μήνας, αν θυμούμαι καλά. Πηγαίνοντας να ιδώ τον κ. [Γεώργιο] Παπανδρέου –τα βάσανα της Δίκης των Τόνων έχουν αρχίσει– βρίσκω τον Νίκο Καζαντζάκη στο γραφείο του πολιτικού. Είναι η δεύτερη φορά που τον βλέπω στη ζωή μου. Καθώς φεύγουμε έπειτα μαζί, στο κεφαλόσκαλο ακόμα, μου μιλεί για το σχέδιό του να μεταφράσει την Ιλιάδα του Ομήρου· πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είχε έρθει να ζητήσει και τη γνώμη του κ. Παπανδρέου. Με παρακαλεί να τον βοηθήσω δανείζοντάς του στην Αίγινα που μένει λίγα βιβλία σχετικά με την ομηρική γλώσσα, τον κόσμο του επικού και το ομηρικό ζήτημα.
Του στέλνω όσα έχω πρόχειρα στη βιβλιοθήκη μου· δεν περνούν πολλές μέρες και μου τα γυρίζει – αργότερα θα βεβαιώνομαι συχνά πόσο καλά τα μελέτησε. Μου γυρεύει και άλλα· η επαφή γίνεται όλο και πιο στενή, ώσπου στις 28 του Μάρτη παίρνω από την Αίγινα το ακόλουθο γράμμα:
“Αγαπητέ φίλε!
το τέλειο θα ’ταν να κάναμε μαζί τη μετάφραση της Ιλιάδας· έργο ζωής που ταιριάζει, είμαι βέβαιος, και στους δυο μας· μπορεί να βαστάξει χρόνια, κανένας δε μας βιάζει· αν δέχεστε. Σας παρακαλώ μου το γράφετε, για ν’ αρχίσω να ετοιμάζουμαι κι έτσι, όταν θ’ αρχίσει η συνεργασία, να μην ντροπιαστώ μπροστά Σας. Ο,τι γράφετε τόσο καλά αντηχάει μέσα μου, που θαρρώ η συνεργασία αυτή θα ’ναι άρτια.
Δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω στην Αθήνα και θα Σας δω· η ελπίδα να ’ρθετε εδώ σπίτι μου είναι, δυστυχώς, πολύ αβέβαιη. […] Σκεφτείτε κι αποφασίσετε· χρόνια λαχτάριζα μια μετάφραση της Ιλιάδας· μα δεν τολμούσα. Μαζί Σας, είμαι έτοιμος.
Δικός Σας
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ”».
Διστάζει στην αρχή ο Κακριδής, «όμως πάλι», γράφει, «πώς ν’ αρνηθείς έναν τέτοιο συνεργάτη για ένα τέτοιο έργο – ένα έργο μάλιστα που του έχεις αφιερώσει τις περισσότερες και καλύτερες δημιουργικές σου ώρες; Ο Θεός βοηθός! Η απόφαση παίρνεται, μια απόφαση που ύστερα από δώδεκα χρόνων δουλειά θα μου δώσει την τιμή να βάλω τ’ όνομά μου στον τίτλο της μεταφρασμένης Ιλιάδας δίπλα σ’ ένα από τα πιο τιμημένα φιλολογικά ονόματα της σύγχρονης Ελλάδας – και του κόσμου όλου».
Τον Ιούνιο του 1942 ο Κακριδής περνάει λίγες μέρες στην Αίγινα, στο σπίτι του Καζαντζάκη. «Χαρουπόμελο, ένα κομμάτι ψωμί και πού και πού κανένα ψάρι η τροφή μας. Ξυπνάμε στις έξι το πρωί και δουλεύουμε ώσπου να νυχτώσει, για να βάλουμε τα θεμέλια». «Την πρώτη γραφή», συνεχίζει ο Κακριδής, «θα τη δώσει ο Καζαντζάκης, έτσι έχουμε κανονίσει· εγώ δε θα κάνω άλλο από το να καταγράφω τις διαφωνίες μου. Αυτό θα πει –κάτι που δεν το υποψιαζόμουν στην αρχή– πως θα γεμίσω κάπου δύο χιλιάδες σελίδες σημειώματα, προτού μυηθώ σιγά σιγά στα μυστικά του θαυμαστού δεκαεπτασύλλαβου και αποτολμήσω κι εγώ να χύνω στίχους, χωρίς να μένω στην αρνητική κριτική μόνο. Για την ώρα όμως της δουλειάς το βάρος θα το σηκώσει ο Καζαντζάκης μόνος. Δουλεύει νύχτα μέρα, παρατώντας κάθε άλλη έγνοια. Από τα γράμματα που παίρνω παρακολουθώ το δρόμο του. Και μόνο που τον ακούω λαχανιάζω, όχι όμως κι ο Καζαντζάκης. Τον έχει πιάσει η ιερή μανία της δουλειάς».
Πρώτη γραφή, λοιπόν, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη. Έλεγχος πάνω στον έλεγχο. Και συζητήσεις πολλές και πολύωρες. Για το μέτρο, τον τόνο, την απόδοση των ονομάτων, την απόδοση του ενός ή του άλλου πολυσύλλαβου αρχαίου επιθέτου όχι περιφραστικά αλλά με κάποιο σύγχρονο πολυσύλλαβο, που είτε αντλείται από δημοτικά τραγούδια («σ’ ένα δημοτικό τραγούδι», γράφει ο Κακριδής, «θ’ ανακαλύψουμε την πιστή απόδοση του “λευκώλενος Ήρη”: “κρουσταλλοβραχιονάτε μου”») είτε είναι νεόπλαστο, καζαντζακικό, που ενίοτε ηχεί περισσότερο «ιδιωματικό» από τα καθαυτό ιδιωματικά, τα λαϊκά, γιατί πρόκειται για αυστηρώς προσωπική δημιουργία στη μανιέρα της δημοτικής ποίησης.
Το μεταφραστικό σκεπτικό των δύο συνεργατών προσδιορίζεται με σαφήνεια στον πρόλογό τους στη μετάφραση της Ιλιάδας (1955), όπου έθιγαν το πρόβλημα του γλωσσικού εκσυγχρονισμού, σταθμίζοντας με αγαπητική αυστηρότητα τις προηγούμενες μεταφραστικές δοκιμές και υποδεικνύοντας τα όριά τους:
«Το ελληνικό κοινό, αυτό που δεν μπορεί να χαρεί την Ιλιάδα στο πρωτότυπο, την έχει γνωρίσει από τη μετάφραση του Αλέξαντρου Πάλλη – η μετάφραση του Πολυλά, με πολλή ευγένεια στο λόγο, μα ψυχρή και αλύγιστη, έχει πολύ πιο λίγο βοηθήσει τους Έλληνες να γνωρίσουν τον Όμηρο. Του Πάλλη η Ιλιάδα εκδόθηκε στα 1904, και στάθηκε ένα από τα πιο σημαντικά έργα της εποχής· και σήμερα ακόμα κρατάει όλη της την αξία. Από τότε όμως πέρασε μισός αιώνας· στο διάστημα αυτό η γνώση της ομηρικής ζωής και γλώσσας πλήθυνε, και η νεοελληνική γλώσσα δουλεύτηκε πιο πολύ και μελετήθηκε καλύτερα. Ήταν λοιπόν καιρός να δοκιμαστεί άλλη μια φορά η δύναμη και η ομορφιά της πάνω στο ακατάλυτο κλασικό κείμενο».
«Στον αγώνα που καταπιάστηκαν ο Καζαντζάκης και ο Κακριδής κατέβηκαν πάνοπλοι», γράφει στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας ο Θρασύβουλος Σταύρου, εξαιρετικός ενδογλωσσικός μεταφραστής ο ίδιος. «Η ποιητική απόδοση που έκαμαν είναι θεμελιωμένη σε σοβαρή, σε βαθιά μελέτη του ομηρικού λόγου και του ομηρικού κόσμου. Σε κάθε φράση το αισθάνεσαι, το βλέπεις, πως οι νέοι μεταφραστές κινούνται μέσα στον ομηρικό χώρο με άνεση και σιγουριά. Και η δική τους σιγουριά περνά και στην ψυχή του αναγνώστη, που έχει την ευχαρίστηση να αισθάνεται πως αυτό που διαβάζει είναι αλήθεια Όμηρος. Από τη στενή γνωριμιά των μεταφραστών με το κείμενο και από την εξοικείωσή τους μ’ αυτό πηγάζει χωρίς άλλο, πρώτ’ απ’ όλα, το σταθερό βάδισμα του δικού τους λόγου και η καθαρότητα της έκφρασής τους. Όλα εδώ είναι φωτεινά και ξάστερα, πραγματικά ομηρικά».
Πρωτότυπη και πρωτοφανής –εκτός από αγαστή– η συνεργασία των δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων του νεοελληνικού πνευματικού βίου, που με το ποικίλο έργο τους σφράγισαν τα γράμματά μας, υπήρξε φιλολογικά τολμηρή και καινοτόμα, πνευματικά ερεθιστική και εντέλει εξαιρετικά αποτελεσματική: ένας σταθμός, από τον οποίο όφειλαν να περάσουν υποχρεωτικά όλοι οι μεταφραστές που ακολούθησαν, όποια μεταφραστική φόρμα ή τεχνοτροπία κι αν επέλεγαν, ακόμα κι αν σκόπευαν να ακολουθήσουν διαφορετική κατεύθυνση από την κατεύθυνση του διδύμου.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης στ' Άγιον Όρος

«Οι 10 καμπάνες των Ιβήρων.

Η Προρταΐτισσα.
Θάμα!

Μάτια, χείλος.
Όλο το πέλαος.

Το στέμμα.

Η χρυσή της
ντυμασιά.
Αρματωσιά χρυσή».

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. (1988). Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Εισαγωγή – Φιλολογική Επιμέλεια Ιωάννα Κωνσταντουλάκη - Χάντζου. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, σ. 101.


«[…] Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη βαθιά και πονεμένη έκφραση των ματιών της “Πορταΐτισσας”, ή την τρυφερότητα και τη θεϊκή αγνότητα της “Γλυκοφιλούσας” στη Μονή Φιλόθεου.
[…] Η “Πορταΐτισσα” ρίχτηκε στη θάλασσα από τους εικονοκλάστες του Βυζαντίου και ευτυχώς ταξίδεψε μέχρι τις ακτές του Αγίου Όρους. Εκεί αναδύθηκε από την παλίρροια. Την περισυνέλλεξαν ευλαβείς μοναχοί, που την οραματίστηκαν στον ύπνο τους.
» Ο πάτερ Ευμένιος είναι εδώ και πενήντα χρόνια στην υπηρεσία της “Πορταΐτισσας”. Πάντα έχει μαζί του το κλειδί από το μικρό παρεκκλήσι, αριστερά της μεγάλης εισόδου του Μοναστηριού των Ιβήρων, όπου με ευλάβεια και αφοσίωση φυλάσσεται το θαυματουργό εικόνισμα. Ο πάτερ Ευμένιος δεν επιτρέπει σε κανένα να ανάβει τα κεριά στο παρεκκλήσι, να βάλει λάδι στα καντήλια του, να σκουπίσει το υγρό πλακόστρωτο, ή να στολίσει με γιρλάντες λουλουδιών και δάφνης τη μικρή σκαλιστή πόρτα τις γιορτινές μέρες.
» Ο πάτερ Ευμένιος φροντίζει για όλα, υποχρεώνοντας το εξασθενημένο και ασταθές σώμα του να υποταχθεί στη θεία δύναμη της ψυχής του.
» Κοιτάζει την Παναγιά του με ύφος υποταγής, γλυκύτητας και μυστικισμού. Μένει ολόκληρες ώρες γονατιστός μπροστά στην Παναγιά του, κουβεντιάζοντας μαζί της με οικειότητα και εμπιστοσύνη. Το πρόσωπό του λάμπει και συχνά παρακολουθώ στη μεγάλη αυλή τον πάτερ Ευμένιος να βαδίζει σαν υπνωτισμένος και απορροφημένος, παραπατώντας κάτω από τα περιπαιχτικά βλέμματα των άλλων μοναχών, που δεν γεύτηκαν ποτέ την ανισόρροπη αυτή ανωτερότητα».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2001). Σκίτσα από το Άγιον Όρος. Ηράκλειο: Μουσείο Ν. Καζαντζάκη, σσ. 28-28, 30-31.


«Γλυκοφιλούσα = ποτέ δεν θα ξεχάσω τη βαθύτ[ατη] θλίψη, όπως ακουμπά στο μάγουλο του Χρι[στού], το μακρουλό τετράγ[ωνο] πιγούνι, το λεπτό κιτρινισμ[ένο] μάγουλο, τα ωραία μάτια και το γλυκό δαχτυλιδ[ένιο] στόμα. Θαύμα πίστης και απλότητας»[*].

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2020). Άγιον Όρος. Νβρης-Δβρης 1914. Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σχόλια Χριστίνα Ντουνιά – Παρασκευή Βασιλειάδη. Ηράκλειο: Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, σ. 42.

Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, στο Αγιορείτικό Ημερολόγιο ο Σικελιανός, γράφει: «[…] Η θειότητα της / Γλυκοφιλούσας / Μονή Φιλοθέου» (σ. 177) και «Τα τρία ως τώρα θάματα / που είδαμε: / Πορταΐτισσα, / Δεδεκαετής Ιησούς, / Γλυκοφιλούσα» (σ. 180)· [η υποσημείωση δική μου].

[*] Κατά την παράδοση, μία από τις εικόνες που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πρόκειται για μια αμφιπρόσωπη εικόνα λιτανείας που βρίσκεται στη Μονή Φιλοθέου. Στην κύρια όψη εικονίζεται η Θεοτόκος να φυλά το μικρό Χριστό, ενώ στη δευτερεύουσα ιστορείται η Σταύρωση. Ο Πρεβελάκης παρατηρεί πως και ο Σικελιανός συγκινείται από την ίδια αγιογραφία «κοινή είναι η συγκίνησή τους από την "Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα"· οι δύο φίλοι την υμνούν σα δεξιός και αριστερός ψάλτης». Παντελής Πρεβελάκης, Άγγελος Σικελιανός: Τρία κεφάλαια βιογραφίας κ’ ένας πρόλογος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984, σ. 113.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Ο Ομηρος, η Ελένη, ο Οδυσσέας

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ


Για καμιά μορφή της αρχαιότητας, ιστορική ή μυθική, δεν κληρονομήσαμε μία και μόνη αφήγηση, ούτε μία και μόνη αξιολόγηση. Δίπλα σε όσες διηγήσεις επιβλήθηκαν σαν κανονικές, με τη ρυθμιστική διαμεσολάβηση συστημάτων ειδικευμένων στην κατασκευή δογμάτων και «αληθειών», έζησαν στη σκιά γουστόζικες αντισυμβατικές ιστοριούλες. Μια στο τόσο χαίρονταν το φως και ξανάπεφταν στην αφάνεια.
Μάθαμε, λ.χ., να τιμούμε την Πηνελόπη σαν σύζυγο που αντέταξε τον βράχο της πίστης της και την υφαντική πονηρία στους πολιορκητές της, μια «ετυμολογική/ερμηνευτική» παράδοση εντούτοις τη θέλει να δίνεται μία των ημερών, απαυδισμένη, εις πάντας τους μνηστήρας. Και εγεννήθη ο τραγόμορφος Παν. Για τον Οδυσσέα διδασκόμαστε πως ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας. Μόνο που ο κριτικότατος Ευριπίδης, αποφασισμένος «αναθεωρητής», επιμένει στην «Ιφιγένεια την εν Αυλίδι» να τον αποκαλεί «νόθα σπορά του Σίσυφου». Και τον εικονίζει σαν αρχομανή πρωτομάστορα των σκευωριών παρά σαν επιβιωτικά εφευρετικό και φιλάλληλα πανούργο.
Ποιος ο μύθος μέσα στον μύθο; Δύο από τους διασημότερους παμπόνηρους, ο Σίσυφος και ο Αυτόλυκος, γιος του παμπονηρότατου Ερμή και πατέρας της Αντίκλειας, βρέθηκαν αντίπαλοι. Ο Αυτόλυκος, εξοπλισμένος με τα πατρικά γονίδια της απάτης, βάλθηκε να αρπάζει γελάδια του Σίσυφου, που έβοσκαν μεταξύ Παρνασσού και Ισθμού. Τον μυρίστηκε ο Σίσυφος, όμως ο άρπαγας ξεγλιστρούσε συνεχώς. Τη λύση την έδωσε η γραφή, όπως λέει στα «Στρατηγήματα» ο Πολύαινος, Μακεδόνας ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ.:
«Είδε κι απόειδε ο Σίσυφος να του κλέβει και να του ξανακλέβει τα βόδια ο Αυτόλυκος, ώσπου έλιωσε μολύβι, το έχυσε στην οπλή των ζωντανών του και πάνω του χάραξε γράμματα που σχημάτιζαν στο χώμα το αποτύπωμα: “Με έκλεψε ο Αυτόλυκος”. Ο κλέφτης κατάφερε να απομακρύνει τη νύχτα τα βόδια, ο Σίσυφος όμως την άλλη μέρα έδειξε στους γείτονές του γεωργούς τα ίχνη των βοδιών, που μαρτυρούσαν πως την κλοπή την είχε διαπράξει ο Αυτόλυκος».
Πώς θα αποκτούσε λοιπόν ο άρχοντας του Παρνασσού έναν εγγονό πρωταθλητή της πανουργίας; Μα αν έσμιγε λαθραία με την κόρη του την Αντίκλεια αυτός που είχε καταφέρει να τον νικήσει στην πονηριά: ο Σίσυφος. Και πήρε τα μέτρα του, διευκολύνοντας την ερωτική συνεύρεση των δύο νέων, με τη βασιλοπούλα μάλιστα να μην αντιλαμβάνεται καν ότι απιστεί στον μέλλοντα σύζυγό της. Τυπικά, πατέρας του πολυμήχανου Οδυσσέα ήταν ο Λαέρτης, άνθρωπος καλοσυνάτος. Γονιδιακά, ο Σίσυφος.
Αν ο Αυτόλυκος «αμάρτησε για το εγγόνι του», κάποια άλλη «αντικανονική» διήγηση εμφανίζει τον Ομηρο να αμαρτάνει για τη δόξα. Στον ψευδοηροδότειο Βίο του Ομήρου, ο πατριάρχης της ποίησης, που «εβιότευε» (δηλ. βιοποριζόταν) στις μικρασιατικές πόλεις τραγουδώντας τα έπη του, πέφτει θύμα του λογοκλόπου Θεστορίδη, ενός κακόψυχου γραμματοδιδάσκαλου, που πέρασε στη Χίο παριστάνοντας τον επικό ποιητή με ξένα κόλλυβα και κλεμμένους στίχους. Τον κυνήγησε ο Όμηρος, περνώντας επίσης στη Χίο, για να ταυτιστεί έτσι η ζωή του με το νησί, όπου υπάρχει ακόμα η περίφημη Δασκαλόπετρα. Σύμφωνα όμως με όσα καταγράφει ο παραδοξογράφος Πτολεμαίος Χέννος, Αλεξανδρινός γραμματικός του 2ου αιώνα μ.Χ., ο Όμηρος δεν υπήρξε θύμα λογοκλοπής αλλά θύτης. Έκλεψε (ή μιμήθηκε) την ποίηση δύο γυναικών, η μία από τις οποίες μάλιστα ήταν η μοιραία Ελένη, «η τον Ιλιακόν συγγραψαμένη πόλεμον, Μουσαίου του Αθηναίου θυγάτηρ γενομένη· παρ’ ης και Όμηρον λέγεται λαβείν την υπόθεσιν». Η Ελένη δηλαδή, κόρη του Μουσαίου του Αθηναίου, συνέγραψε τον «Τρωικό πόλεμο» και από αυτήν λέγεται ότι πήρε την υπόθεση ο Oμηρος.
Στη δεύτερη παράδοξη ιστορία του Πτολεμαίου Χέννου, αντί τού «λέγεται» υπάρχει το ισοδύναμο «φασί»: «Κάποια Φαντασία από τη Μέμφιδα, θυγατέρα του Νίκαρχου, συνέγραψε πριν από τον Ομηρο τον “Τρωικό πόλεμο” καθώς και τη διήγηση της “Οδύσσειας”. Oπως λεγόταν, τα βιβλία της φυλάσσονταν στη Μέμφιδα. Πέρασε από εκεί ο Oμηρος, πήρε αντίγραφά τους από τον ιερογραμματέα Φανίτη και, βασισμένος σ’ αυτά, συνέγραψε τα δικά του».
Τον μύθο για την Ελένη τον μνημονεύει και ο Ισοκράτης, στο «Ελένης εγκώμιον»: «Κάποιοι Ομηρίδες λένε ότι μια νύχτα παρουσιάστηκε η Ελένη στον Ομηρο και τον πρόσταξε να συνθέσει ποίημα για όσους εκστράτευσαν κατά της Τροίας, γιατί ήθελε να καταστήσει τον θάνατό τους περισσότερο ζηλευτό από τη ζωή των απόλεμων. Και λένε μάλιστα πως η ομηρική ποίηση έγινε τόσο χαριτωμένη και τόσο ονομαστή στους πάντες μόνο κατά ένα μέρος χάρη στην τέχνη του Ομήρου, πρωτίστως δε χάρη στην ίδια την Ελένη».
«Πεντάλεκτρος» μυθολογήθηκε η Ελένη. Σύζυγοί της ο Θησέας (ο πρώτος απαγωγέας της, όταν ήταν κοριτσάκι άπραγο), ο Μενέλαος, ο Πάρης, ο αδελφός του ο Δηίφοβος και, μεταθανάτια, ο Αχιλλέας. «Πώς θα μπορούσε ο Ομηρος να ιδεί / τον γυρισμό τους, τα μακρά γαμήλια χρόνια; / Δεν θα σας πει πώς η λευκή Ελένη το ‘να παιδί / γεννάει πίσω απ’ τ’ άλλο, μια στρίγγλα γίνεται / στεγνή από αρετή. Κι ο Μενέλαος ο τολμηρός / ένας πολυλογάς που κούρσευε Τροίες εκατό / σε γεύμα και δείπνο ανάμεσα. Κι όσο πιο κουφός αυτός / τόσο στρίγγλιζ’ η χρυσή φωνή της. Και γέρασαν κι οι δυο», γράφει στο γυμνά ρεαλιστικό ποίημα «Μενέλαος και Ελένη (ΙΙ)» ο Ρούπερτ Μπρουκ (1887-1915), που πέθανε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο, από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού σε γαλλικό πλωτό νοσοκομείο αγκυροβολημένο στη Σκύρο, όπου και ενταφιάστηκε (βλ. «Rupert Brooke, ένας Αγγλος ποιητής στην Σκύρο», μτφρ. Κώστας Ιωάννου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Σκύρου, 1998). Σε μία από τις λογοτεχνικά απαιτητικότερες και ευτυχέστερες αναπραγματεύσεις του μεταοδυσσειακού Οδυσσέα πάντως, στη μονόσιγμη «Οδύσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, ο πορθητής της Τροίας, αφού ξεπάστρεψε τους μνηστήρες, «πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα». Αποφάσισε λοιπόν ν’ αρμενίσει στο «στερνό του, το αγύριστο ταξίδι», όπως γράφει ο ποιητής. Για να γνωρίσει κι άλλων ανθρώπων τον «νόον» και όχι υπακούοντας στη συμβουλή του Τειρεσία, στην ομηρική Νέκυια, να φορτωθεί ένα κουπί, να βγει στον κόσμο και να ξαναστήσει τη ζωή του εκεί όπου οι ντόπιοι, που δεν ξέρουν από θάλασσα, θα περάσουν το κουπί για λιχνιστήρι.
Διάλεξε συντρόφους, «ψυχές γενναίες και λεύτερες», και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. Στη Σπάρτη γλίτωσε τον Μενέλαο από τη λαϊκή ανταρσία και κατόπιν «άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της». Δεν μάκρυνε όμως ο κοινός βίος τους. Στον επόμενο σταθμό, στην παρακμιακή Κρήτη, «οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους». Εξολοθρεύουν τον βασιλιά και τους «σαπημένους αρχόντους», η Ελένη όμως «δένει έρωτα μ’ ένα ξανθό βάρβαρο» κι ο Οδυσσέας απλώνει πάλι πανιά. Εις τους αιώνας των αιώνων.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Η ηθική πάλη έχει τραγικό χαρακτήρα

ΛΩΤ

Που να με νιώσεις, γερο-Αβραάμ; Είσαι αγνός, εσύ, υπάκουος, λες Ναι! Και κολνούν τα χείλια σου· δεν έχει άγρια καρδιά, να παλεύεις μαζί της. Η ψυχή σου κι η καρδιά σου, δύο μερωμένες καμήλες, ζεμένες και σε πάνε ίσια γραμμή στο Θεό…
Κοιτάς τ’ άστρα και λες: Τόσα τ’ αγγόνια μου και τόσα τα δισέγγονα. Εγώ κοιτάζω τ’ άστρα και λέω: Τόσα τα κρίματά μου!
Η αρετή μου δεν είναι εμένα περιβόλι να σεργιανίζω το δειλινό και να κουβεντιάζω με το Θεό· είναι γκρεμός, και γκρεμίζουμαι. Ολημέρα παίζω την ψυχή μου και την κερδίζω· οληνύχτα παίζω την ψυχή μου και τη χάνω!
Άγγελε της φωτιάς, άγγελε της φωτιάς, κατέβα από τον ουρανό, κάμε με στάχτη· γέμισε τη φούχτα σου, πήγαινέ τη στο Θεό, να μερώσει… Άγγελε της φωτιάς, φύλακα άγγελέ μου, κατέβα!

ΑΒΡΑΑΜ

Μη φωνάζεις, αντάρτη, τον άγγελο της φωτιάς, θα κατέβει· φώναξε τον άγγελο της λύτρωσης!

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ. (1998). «Σόδομα και Γόμορα», στο: Θέατρο. Τραγωδίες και διάφορα θέματα, τ. Γ΄. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, σσ. 330-331· [με επιμέλεια Πάτροκλου Σταύρου είναι ανατύπωση της έκδοσης του 1956]. Τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.


RAFFAELLO Sanzio. Decoration of the Loggetta Fresco Palazzi Pontifici. Vatican. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Διδάσκοντας Θρησκευτικά με το Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Άγγελου Σικελιανού

Πάνε κάποια χρόνια που, στο τότε Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο (ΠΕΚ) Μυτιλήνης, είχα προσκληθεί να μιλήσω σε νεοδιοριζόμενους θεολόγους και φιλολόγους στη Λέσβο. Στο επιμορφωτικό τότε σεμινάριο, σε ένα γεμάτο δίωρο είχα παρουσιάσει ένα διαθεματικό σχέδιο διδασκαλίας με κεντρικό θέμα «Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Άγγελου Σικελιανού», συνδυάζοντας Θεολογία και Λογοτεχνία. Σήμερα, ως μέλος του Σωματείου «Ευρωπαϊκοί Δρόμοι του Νίκου Καζαντζάκη» της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, το οποίο υλοποιεί διαδραστικό project για τόπους που επισκέφτηκε ο μεγάλος Κρητικός, σε συνεργασία με την κα Αφροδίτη Αθανασοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία έχει αναλάβει ταξιδιωτικές αναφορές του Καζαντζάκη στην Κύπρο, με χρονικό ορίζοντα τα Χριστούγεννα του 2026, θα παρουσιάσουμε αποδελτιωμένα αποσπάσματα από ταξιδιωτικά έργα του, με τον σχετικό βέβαια υπομνηματισμό. Η αποδελτίωση αποσπασμάτων του ταξιδιού του Καζαντζάκη στο Άγιον Όρος θα βασίζεται στο δικό του ημερολόγιο, αλλά θα έχει και τις αντίστοιχες αναφορές στο Ημερολόγιο του Σικελιανού. Οι παρακάτω διαφάνειες προέρχονται από το επιμορφωτικό σεμινάριο στο ΠΕΚ Μυτιλήνης, εμπλουτισμένες με νεότερη βιβλιογραφία. Α.Ι.Κ.

Υ.Γ. Στο ίδιο επιμορφωτικό σεμινάριο, ένα ακόμη γεμάτο δίωρο, ως θέμα είχε «Διδάσκοντας το Μάθημα των Θρησκευτικών με τις Δοκιμές του Γιώργου Σεφέρη».
























Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

«Διαβάζοντας την καζαντζακική Οδύσεια»

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 

Μια ξεχωριστή βραδιά αφιερωμένη στο εμβληματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη.

Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (Δ.Ε.Φ.Ν.Κ.) και το Μουσείο Καζαντζάκη, με τη συνδιοργάνωση της Περιφέρειας Κρήτης, προσκαλούν το κοινό σε μια ανοικτή εκδήλωση με τίτλο «Διαβάζοντας την καζαντζακική Οδύσεια», που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 23 Μαΐου 2026, στις 19:30, στο Μουσείο Καζαντζάκη, στη Μυρτιά Ηρακλείου. Η εκδήλωση αποτελεί την κορύφωση του διαδικτυακού Μαραθωνίου Ανάγνωσης της Οδύσειας του Νίκου Καζαντζάκη, μια πρωτοβουλία που υλοποίησε η Δ.Ε.Φ.Ν.Κ., τα τελευταία δύο χρόνια, με στόχο να φέρει το σπουδαίο αυτό έργο πιο κοντά στο σύγχρονο κοινό και ιδιαίτερα στη νέα γενιά.
Από τον Φεβρουάριο του 2024 έως σήμερα, μαθητές από σχολεία όλης της Ελλάδας —από το Αγρίνιο, την Αθήνα, το Ηράκλειο, την Κεφαλονιά, την Κομοτηνή, τις Σάππες Ν. Ροδόπης, τη Μυτιλήνη και το Ρέθυμνο— μαζί με εκπαιδευτικούς, φοιτητές, μέλη και φίλους της Δ.Ε.Φ.Ν.Κ., από κάθε γωνιά του κόσμου, ένωσαν τις φωνές τους διαβάζοντας τους 33.333 στίχους και τις 24 Ραψωδίες της καζαντζακικής «Οδύσειας».
Ο Μαραθώνιος ξεκίνησε στις 18 Φεβρουαρίου 2024 με την ανάγνωση του προλόγου και ολοκληρώνεται συμβολικά στον χώρο του Μουσείου, μέσα από μια ζωντανή γιορτή λόγου και μνήμης. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα παρουσιαστούν ο πρόλογος, επιλεγμένα αποσπάσματα από τις 24 Ραψωδίες και ο επίλογος του έργου. Τα αποσπάσματα θα διαβάσουν εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σημαντικών πνευματικών ιδρυμάτων της Κρήτης και καζαντζακικών φορέων.
Τη βραδιά θα πλαισιώσουν μουσικά η κα Λίλυ Δάκα στο πιάνο και ο Γιάννης Κασσωτάκης στο τραγούδι, ερμηνεύοντας έργα συνθετών που έχουν μελοποιήσει τον καζαντζακικό λόγο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα βαθιάς συγκίνησης και καλλιτεχνικής συνάντησης.
Τον συντονισμό της εκδήλωσης θα έχει η Διευθύντρια του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη κα Μαριλένα Μηλαθιανάκη.


Διαβάστε το πρόγραμμα της εκδήλωσης εδώ.
Ζωντανή μετάδοση- Livestream. Η εκδήλωση θα μεταδοθεί ζωντανά (live streaming) μέσω του επίσημου καναλιού του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη στο YouTube εδώ

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια...

Παρότι δεν έχει επαληθευτεί η γνησιότητα των φωτογραφιών από κάποιον επίσημο φορέα ή ιστορικό αρχείο, φωτογραφιών που, για πρώτη φορά, μετά από 82 ολόκληρα χρόνια έρχονται στο φως της δημοσιότητας από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων αντιστασιακών από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, όταν κανείς τις βλέπει, νιώθει το μαχαίρι στην καρδιά του. Όπως είναι φυσικό, οι αντιδράσεις για το φωτογραφικό υλικό από την εκτέλεση των 200 είναι αναμενόμενες. Όταν είχα δει την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, συχνά έρχονταν στο νου μου τρεις φράσεις του μεγάλου Κρητικού Νικου Καζαντζάκη:
«Οι νεκροί σου δεν κείτονται στο χώμα. Γενήκαν ιδέες και πάθη κι ορίζουν τη βουλή και την πράξη». Ασκητική.
«H λευτεριά δεν έρχεται όχι απόξω∙ / μα δαίμονας, εντός μας και μας τρώει». Προμηθέας.
«Ελευτερία και θάνατος! Αυτό πρέπει να γράψω εγώ στο μπαϊράκι μου· αυτό 'ναι το αληθινό μπαϊράκι του κάθε αγωνιστή! Ελευτερία κ α ι θάνατος!» Ο Καπετάν Μιχάλης.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: SLpress

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ο Καζαντζάκης του Χρυσόστομου Σταμούλη

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ



Στις μέρες μας εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τα μάτια τους ανοιχτά. Πρόκειται για εκείνους τους ανθρώπους του πνεύματος που κατανικούν την απογοήτευση. Συχνά εποπτεύουν την περιρρέουσα πραγματικότητα και αναρωτιούνται για το που, τελικά, τραβάει ο πολιτισμός μας. Ένας τέτοιος πνευματικός άνθρωπος ήταν ο Χρυσόστομος Σταμούλης, που εφέτος τον Αύγουστο αδόκητα έφυγε από τα ζωή σε ηλικία 61 ετών. Ο Χρυσόστομος έκανε πράξη τη σύζευξη Θεολογίας και Λογοτεχνίας. Όπως και ο αλησμόνητος δάσκαλός του Νίκος Ματσούκας· και δάσκαλος όσων αποφοιτήσαμε από τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Στο συγγραφικό έργο του Χρυσόστομου τα γραπτά του Νίκου Καζαντζάκη κατέχουν σημαντική θέση. Σήμερα, ογδόντα χρόνια (1945) μετά την πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση της Ασκητικής, ο Χρυσόστομος μας έχει αφήσει μια άκρως σημαντική προσέγγισή της. Με θεολογική ματιά εξηγεί γιατί ο υπότιτλός της Salvatores Dei, «τουτέστιν Σωτήρες του Θεού» έχει αναφορά στην πατερική γραμματεία, κυρίως στον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Ένα μελέτημά του, «υστερόγραφο», με τίτλο «Ο άνθρωπος που έσωσε τον Θεό. Ένα σχόλιο στην Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη», στο βιβλίο του «Έρως και Θάνατος» σχολιάζει γιατί στην «κλασική χριστιανική σωτηριολογία», που γνωρίζει «πως τον άνθρωπο τον σώζει ο Θεός», το αντίθετο, ο άνθρωπος θα μπορούσε να σώσει το Θεό, δεν είναι «σκανδαλισμός». Υποστηρίζει ότι, οι «Χαιρετισμοί» του αγίου Κυρίλλου στη Θεοτόκο «ούτε λίγο ούτε πολύ λένε πως η Θεοτόκος αγιάζει την Αγία Τριάδα», συμβάν ξεκάθαρο μιας και ο «αποδιδόμενος από τον Κύριλλο αγιασμός της Τριάδος στη Θεοτόκο, σαφώς και αναφέρεται στο γεγονός της εκ μέρους της υπουργίας της σάρκωσης». Τι γράφει ο άγιος Κύριλλος; Το εξής: «Χαίροις, η τον αχώρητον χωρήσασα εν μήτρα αγία παρθενική· δι’ ης Τριάς αγιάζεται· δι’ ης σταυρός τίμιος ονομάζεται, και προσκυνείται εις πάσαν την οικουμένη…». Εδώ, να σημειώσω κι αυτό που αναφέρει ο Παύλος Ευδοκίμοφ στο βιβλίο του «Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου»: «αν ο Χριστός σώζει τον κόσμο, η Θεοτόκος είναι εκείνη που τον προστατεύει και εισάγει μέσα στην “απανθρωπία” του την τρυφερότητα της χάριτος». 
Για τον Σταμούλη ο Καζαντζάκης δεν είναι ο μόνος λογοτέχνης που έχει διάθεση να δείξει πως ο άνθρωπος σώζει τον Θεό. Την ίδια θέση συναντάμε στους ποιητές Γιώργο Θέμελη και Τάσο Λειβαδίτη. Ο μεγάλος Κρητικός «αποδεικνύει  την τραγικότητα μιας υπάρξεως που παλεύει να σώσει τον Θεό, προκειμένου να σωθεί από αυτόν». Στο ερώτημα που ο Σταμούλης θέτει, «τι έχουμε να αντιπαραθέσουμε εμείς σήμερα σε τούτη τη φλεγόμενη ύπαρξη», απαντά το εξής εκπληκτικό: «εάν τουλάχιστον είμαστε ειλικρινείς και θέλουμε να σώσουμε ότι μπορεί να σωθεί, οφείλουμε τουλάχιστον να πούμε, στεκάμενοι με σεβασμό μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, στο δράμα ενός ολόκληρου πολιτισμού, πως ο Κρητικός δεν πάει να κάνει τον Θεό. Δεν πρόκειται, όπως πολλοί υποστηρίζουν, για μια προσπάθεια κατάληψης της θέσης του Θεού, αλλά για μια αναζήτηση της θέσης του ανθρώπου. Μια πάλη απέναντι στον οποιονδήποτε απάνθρωπο και ως εκ τούτου βέβαιο θεοκεντρισμό, που αφήνοντας τον άνθρωπο έξω από τον φράχτη του Θεού, αγνοεί πως η αληθινή του υπόσταση, εφόσον θέλει να αληθεύει, δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά ανθρώπινη. Ή καλύτερα, λυτρωτικά θεανθρώπινη. Μια υπόσταση ανοικτή στο θαύμα και στην ελπίδα, ανοχύρωτη πόλη μπροστά στην προσδοκία, που παλεύει να πιστέψει ότι: “Στις πιο κρίσιμες στιγμές ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερή τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης”».
Ο Χρυσόστομος Σταμούλης δεν παραβιάζει το αιώνιο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Με φωτισμένη συνείδηση καταθέτει τίμια την πίστη στον Θεό, στον άνθρωπο και στη ζωή. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, η πρώτη κίνηση του ανθρώπου, που έχει συνείδηση της υπάρξεώς του είναι να γνωρίσει και να φιλιωθεί με τον Θεό. Πρόκειται για ερωτική και μεθυστική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, άνοιγμα του εαυτού του προς Αυτόν.  

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

Ένα ακόμη Γλωσσάριο στο έργο δύο μεγάλων Κρητικών συγγραφέων, του Νίκου Καζαντζάκη και του Παντελή Πρεβελάκη

Οι δύο κορυφαίοι κρητικοί συγγραφείς του τίτλου, “γέροντας” και “υποτακτικός”, συναποτελούν, όπως είναι γνωστό,  αχώριστη ξυνωρίδα της νεοελληνικής γραμματείας. Συνεπώς δεν χρειάζεται να αιτιολογηθεί η ασφαλώς αλληλοβοηθητική συνεξέταση του λεξιλογίου τους στο παρόν Γλωσσάριο. Αυτό  απευθύνεται κατά πρώτο λόγο στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και κατά δεύτερο σε φιλολόγους, ειδικότερα γλωσσολόγους και λεξικογράφους, από τους οποίους και αναμένονται ευπρόσδεκτες συμπληρώσεις και διορθώσεις.
Το έργο αφορά τα γνωστότερα μεγάλα και μικρά κείμενα των δύο συγγραφέων, πρωτότυπα και μεταφράσεις (λογοτεχνικά και μη, δοκίμια, επιστολές, λόγους και άρθρα). Για οικονομία χρόνου και δυνάμεων αγνοήθηκαν γραπτά τους, όταν ύστερα από έναν πρώτο έλεγχο προέκυψε ότι απουσιάζουν ή σπανίζουν ενδιαφέρουσες λέξεις. Το λημματολόγιο κατά την πρώτη φάση της αποδελτιώσεως περιλάμβανε λέξεις οι οποίες θα μπορούσαν εμπειρικά να χαρακτηριστούν ως “δυσνόητες” για τον σύγχρονο μέσο αναγνώστη ή “άγνωστες” κατά τη σχολική ορολογία. Αυτό στη συνέχεια περιορίστηκε συμβατικά μόνο σε λέξεις και χρήσεις που δεν καταχωρίζονται σε κάποιο από τα δύο νεότερα λεξικά της γλώσσας μας, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Ι. Ε. Στεφανής είναι Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.


Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Τα πρωτόλεια του Νίκου Καζαντζάκη

Του ΖΑΧΑΡΙΑ ΚΑΡΑΤΑΡΑΚΗ· Φιλολόγου.


Η Άννα – Μαρία Κατσιγιάννη είναι Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών με πλούσιο έργο. Στο βιβλίο της «Η σχεδία του λόγου», όπου εντάσσονται πολλές μελέτες, υπάρχει και μια με τίτλο «Ο Βάγκνερ στο πρώιμο αφηγηματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη».
Είναι για μένα μια από τις καλύτερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις για να κατανοήσουμε όχι μόνο το ξεκίνημα του μεγάλου συγγραφέα, αλλά τους στόχους του, την ευρυμάθειά του και να διακρίνουμε τους βασικούς θεματικούς πυρήνες που συναντούμε και στο ποιητικό και στο πεζογραφικό του έργο.
Η ανάγνωση της μελέτης αυτής μου έδωσε την αφορμή να ξαναδιαβάσω τα δύο πρωτόλεια έργα του Ν. Καζαντζάκη «Όφις και Κρίνο» και «Σπασμένες Ψυχές». Το πρώτο γράφεται πιθανότατα στο Ηράκλειο το 1905 και το εκδίδει με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.
Το ψευδώνυμο μας παραπέμπει στον Βουδισμό, όπου το Κάρμα είναι κάτι σαν τη μοίρα που μετρά τις καλές και τις κακές πράξεις ενός προσώπου και στη μετεμψύχωση αποκτά ανάλογη υπόσταση. Το Νιρβαμή μάς παραπέμπει στη Νιρβάνα που είναι η απόλυτη ευδαιμονία, όπου καταλήγουν οι ευδαίμονες ψυχές.
Είναι μια νουβέλα με μορφή ημερολογίου από 2 Μαΐου έως 2 Μαρτίου του επόμενου έτους. Καταγράφεται το μεγάλο ερωτικό πάθος στα όρια της παράνοιας ενός ζωγράφου προς μια εξωτικής ομορφιάς γυναίκα που τον τρελαίνει, χάνει την ικανότητά του για καλλιτεχνική δημιουργία, συγκλονίζεται και σε μια ρομαντική έξαρση τελικά επιλέγει τον κοινό τους θάνατο από ασφυξία σε ένα κλειστό δωμάτιο γεμάτο λουλούδια.
Έχει μορφή παραληρήματος, όπου μπλέκεται ο έρωτας ως καταστροφική δύναμη και ο θάνατος. Συχνά κρητικές μαντινάδες συνδέουν τον έρωτα με τον θάνατο που κρατούν ίδια σπαθιά και μας πολεμούν. Πιθανόν υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία και ανακαλείται η μύηση στον έρωτα του συγγραφέα από μια Ιρλανδέζα που του δίδασκε αγγλικά με την οποία χώρισε, όταν έφυγε στην Αθήνα για σπουδές και χάθηκαν χωρίς να βρεθούν ξανά.
Μας εντυπωσιάζουν οι αναφορές του σε σπάνια έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που δείχνουν ότι ο Καζαντζάκης τα γνώριζε. Το έργο δέχτηκε και θετικές κριτικές, αλλά ο ίδιος φαίνεται ότι ήταν επιφυλακτικός για την αξία του. Έχει ένα άκρατο λυρισμό και ρομαντισμό χωρίς γλωσσικές υπερβολές.
Οι «Σπασμένες Ψυχές» γράφτηκαν στο Παρίσι το 1908 και δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στο Νουμά 1909-1910. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ που απέκτησαν τα συγγραφικά δικαιώματα και αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τα έργα του μεγάλου μας συγγραφέα. Χωρίζεται σε τέσσερα μέρη με όρους μουσικούς σαν να πρόκειται για λιμπρέτο όπερας.
Πράγματι ο υφολογικός τόνος κάθε μέρους μάς παραπέμπει σε μελωδίες όπερας με αντίστοιχη συναισθηματική κατάσταση. Κεντρικοί ήρωες είναι ο Ορέστης και η σύντροφός του Χρυσούλα. Στο φόντο υπάρχουν ο φιλόλογος Γοργίας που μελετά τον Σοφοκλή και η Νόρα, μια γυναίκα όνειρο, που εμφανίζεται σε δύο σκηνές, αλλά είναι εκείνη που εκπροσωπεί το ερωτικό πάθος και το αντικείμενο του πόθου του πρωταγωνιστή.
Ο Ορέστης καλείται από την ελληνική παροικία να εκφωνήσει ένα πανηγυρικό λόγο στον τάφο του Κοραή, όπου γελοιοποιείται από τους ακροατές του. Και στο έργο αυτό μπλέκονται ο έρωτας και ο θάνατος. Η Χρυσούλα βαθιά ερωτευμένη με τον Ορέστη γίνεται θυσία, αγωνίζεται να κερδίσει την αγάπη του και τελικά πεθαίνει. Το τέλος της είναι τραγικό. Εκείνος οραματίζεται να γράψει ένα έργο ζωής, την Καινή Διαθήκη, όπου θα κηρύξει μια νέα θρησκεία.
Ζει στον κόσμο του ιδανικού, περιφρονεί την ευτυχία των καθημερινών ανθρώπων, που κάνουν παιδιά και έχουν μια ζωώδη ευτυχία. Γιατί σπασμένες ψυχές θα μας το πει η καταληκτική φράση: «Έτσι κατάντησε. Η ψυχή του είναι σπασμένη. Ψυχή όμορφη μα γυναικίσια, που δεν μπόρεσε στην κρίσιμη στιγμή να κρατήσει αντρίκεια το βάρος της Ιδέας και το βάρος της Σάρκας. Έτσι κάποια κοντάρια όμορφα και ντελικάτα σπουν, όταν η σημαία είναι μεγάλη και φυσήξει βοριάς». Το ψευδώνυμό του στο έργο αυτό ήταν Πέτρος Ψηλορείτης.
Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Καζαντζάκη εμπεριέχει σπερματικά όλα τα θέματα που θα κυριαρχήσουν στα ώριμα μυθιστορήματά του. Η πάλη του ανθρώπου ανάμεσα στο χρέος και το πάθος, το ιδανικό και η ταπεινή πραγματικότητα, η αγωνία να υπερβούμε τον εαυτό μας και τις επιθυμίες μας και να ανέβουμε τον ανήφορο που δικαιώνει τον άνθρωπο.
Διακρίνεται επίσης για τη γλωσσοπλαστική του ικανότητα με πολλές σύνθετες και παρασύνθετες λέξεις και εκφραστικούς τρόπους. Τελικά το έργο μάς αφήνει μια στυφή γεύση και την αίσθηση ότι η υπέρβαση είναι αδύνατη, γιατί η ψυχή μας δεν αντέχει τον αγώνα, τον ασκητισμό και την αγωνία για τη δημιουργία ενός άλλου κόσμου.
Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι υπάρχουν διακειμενικές αναφορές σε αρχαίους τραγικούς, στον Σαίξπηρ και στον Ρήγα Φεραίο, αλλά φαίνεται και η επίδραση του Νίτσε, τον οποίο ο Καζαντζάκης είχε μελετήσει καλά και είχε συντάξει τη διατριβή του για το έργο του.
Επίσης, φαίνεται η προτίμησή του για τη μουσική του Βάγκνερ που αρχικά ήταν φίλος με τον Νίτσε, αλλά τελικά συγκρούστηκαν και απομακρύνθηκαν. Στη διένεξή τους ο Καζαντζάκης θα προτιμήσει τον Νίτσε.
Και τα δύο έργα αξίζει να διαβαστούν και οι αναγνώστες να αποκτήσουν μια πληρέστερη εικόνα της ώριμης δημιουργίας του κρητικού συγγραφέα. Παράλληλα θα συνειδητοποιήσουν ότι τίποτε δεν του χαρίστηκε, αλλά ό,τι πέτυχε το κατόρθωσε με πολύ κόπο, ακραίο ασκητισμό και ανεξάντλητη προσπάθεια να κατακτήσει την υψηλή κορυφή της τέχνης που θεωρούσε ότι είναι ικανή να διαμορφώσει μια κοινωνία υπερήφανων ανθρώπων με στόχους υψηλούς, όπως εκείνοι που πέτυχαν οι μεγάλοι δημιουργοί που τον γοήτευσαν.

ΠΗΓΗ: ΠΑΤΡΙΣ

Πρωινό ανοιξιάτικης βροχής

«Και τώρα κάθουμαι, βλέπω από το παραθυράκι του κελιού μου τ' ανοιξιάτικα σύννεφα, και κάτω, στο περιαύλι του μοναστηρίου, προσχαμήλωσε ο ουρανός, ψιλοβρέχει, μυρίζει η γης· οι λεμονιές στα περιβόλια άνθισαν, μακριά ένας κούκος λάλησε· γελούν όλα τα φύλλα, γίνηκε ο Θεός βροχή και βρέχει στον κόσμο. Τι γλύκα είναι ετούτη, Θεέ μου, τι ευτυχία! Πώς συνταιριάζουν και γίνουνται ένα η γης, η βροχή κι η μυρωδιά της κοπριάς και της λεμονιάς με την καρδιά του ανθρώπου! Αλήθεια, χώμα ο άνθρωπος, γι’ αυτό και τόσο χαίρεται, σαν το χώμα, την ήσυχη χαϊδευτικιά βροχούλα την άνοιξη. Βρέχεται η καρδιά μου, ραγίζει, πετάει φύτρο και προβαίνεις, πάτερ Φραγκίσκο».



ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Ο φτωχούλης του Θεού.