Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική Αγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική Αγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Τι Εκκλησία χρειαζόμαστε;

Του ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΥΔΑΡΟΥ

Μπείτε σε έναν οποιοδήποτε ναό· ρωτήστε όποιον βρείτε μπροστά σας διάφορα σχετικά με τις τελετουργίες, την πίστη, την παράδοση κ.τ.λ. Από τις συνομιλίες που θα κάνετε θα διαπιστώσετε τα εξής:
  • Οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι βλέπουν και τι ακούν αλλά το κάνουν γιατί «έτσι γίνεται». Άλλοι θα σπεύσουν να δηλώσουν γνώστες, θα τα ξέρουν βέβαια στραβά κι ανάποδα και κάποιοι τρίτοι, λίγοι δυστυχώς, θα είναι οι «διαβασμένοι». Βέβαια οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι οι μόνοι.
  • Μια μεγάλη μερίδα ιεροψαλτών δεν ξέρουν τι σημαίνουν αυτά που ψάλλουν. Αυτούς τους καταλαβαίνετε ευκολότερα στα αναγνώσματα, όπου οι τονισμοί είναι να τους κλαις και το άκουσμα μοιάζει περισσότερο με Σουαχίλι παρά με Αρχαία Ελληνικά.
  • Φυσικά έχουμε και μια νέα γενιά κληρικών που επίσης δυσκολεύονται να κατανοήσουν το μήνυμα που υποτίθεται περνούν. Η στιγμή της αλήθειας γι’ αυτούς είναι η ανάγνωση του Ευαγγελίου. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε! Για τους συγκεκριμένους η Μεγάλη Πέμπτη είναι ο προσωπικός τους Γολγοθάς. 
Κάπως έτσι οι μυσταγωγικές λειτουργικές συνάξεις μετατρέπονται σε κακές εκτελέσεις ενός ακατανόητου «σεναρίου», που δεν καταλαβαίνει κανείς. Σαν τις ταινίες του μακαρίτη του Αγγελόπουλου, το μήνυμα των οποίων έφθανε σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό. Μπορεί βέβαια η Θ. Λειτουργία, τα Μυστήρια καθώς και όλες οι ιεροπραξίες να μην είναι σενάρια, έχουν όμως ένα κοινό με αυτά. Έχουν δομηθεί με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να εκπέμπονται μηνύματα. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων η Εκκλησία βρήκε τους τρόπους εκείνους ώστε οι άνθρωποι που συμμετέχουν στα τελετουργικά της, να μαθαίνουν, να συμμετέχουν, να κατανοούν. Οι κληρικοί δηλαδή με κάθε κίνηση τους δεν εκτελούν κάποια «χορογραφία» ούτε οι ψαλμοί είναι κάποιου είδους «ρεπερτόριο». Προφανώς κάποιος θα μπορούσε να πει πως σε ορισμένες τελετουργίες υπάρχουν δραματουργικά στοιχεία, αλλά στην δική μας περίπτωση η ζητούμενη «ψυχαγωγία» είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του, ας πούμε, κοσμικού δράματος. Εδώ όλα σημαίνουν κάτι. Όλα υποδεικνύουν κάτι. Όλα συμβολίζουν κάτι. Είναι σαν την όπερα. Αν ξέρεις ιταλικά ή αν έχεις διαβάσει τους διαλόγους και ξέρεις την πλοκή θα τα καταλάβεις όλα. Θα συμμετάσχεις. Αν πάλι όχι, απλά θα ακούσεις ωραία μουσική, θα θαυμάσεις δυνατά λαρύγγια… αλλά μέχρι εκεί. Όπως θα μπεις, έτσι θα βγεις. Κοντολογίς η Εκκλησία των πρώτων αιώνων, σε εποχές που η λέξη επικοινωνία, όπως την χρησιμοποιούμε σήμερα, ήταν παντελώς άγνωστη, είχε βρει τον τρόπο να επικοινωνήσει τα μηνύματα της. Και μάλιστα, παρόλες τις δυσκολίες, το έκανε απλά, ξεκάθαρα και πάνω απ’ όλα κατανοητά.
Αν βγούμε από το τελετουργικό και πάμε στο διδακτικό, θα δούμε επίσης πως και εκεί υπήρχε μια συνέπεια. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευαν τα γεγονότα με βάση την γνώση και την επιστημονική πρόοδο της εποχής τους. Κάποτε για παράδειγμα η Γένεση θεωρείτο από τους εκκλησιαστικούς και δι' αυτών από τον λαό, ως η αποκάλυψη του πραγματικού τρόπου με τον οποίο φτιάχτηκε ο κόσμος. Όταν όμως η επιστημονική γνώση άρχισε να ανακαλύπτει πράγματα που τις εποχές της βεβαιότητας ήταν άγνωστα στην ανθρωπότητα, η Εκκλησία κατανόησε και πλέον όλοι λένε πως η Γένεση είναι ένα αλληγορικό κεφάλαιο.
Είναι πολλά αυτά που έχουν υιοθετηθεί από την Εκκλησία με βάση την επιστημονική γνώση διαφόρων εποχών κι άλλα τόσα εκείνα που έχουν ενσωματωθεί στις διδασκαλίες της με βάση τις κοινωνικές αντιλήψεις. Για παράδειγμα τις εποχές που μια γυναίκα διαζευγμένη δεν μπορούσε καν να κυκλοφορήσει στο δρόμο γιατί στα μάτια της κοινωνίας έφερε στίγμα το να γίνει συζήτηση περί δεύτερου ή τρίτου γάμου ήταν ανούσια. Όταν όμως η κοινωνία ξεπέρασε αυτές τις αγκυλώσεις, η Εκκλησία όχι μόνο το συζήτησε, αλλά και το κανονικοποίησε ή μάλλον το εκκλησιαστικοποίησε. Σήμερα έχουμε και δεύτερο και τρίτο γάμο.
Τις εποχές που οι αυτοκτονίες ήταν σπάνιες και η αυτοκτονία ήταν επίσης μια μορφή στίγματος για την οικογένεια του αυτόχειρα, κανείς δεν είχε σκεφτεί να αμφισβητήσει την εντολή «ου κηδεύσεις» τον αυτόχειρα. Οι καιροί όμως πέρασαν και οι αυτόχειρες κηδεύονται. Εδώ, βέβαια, δεν άλλαξε η εντολή αλλά ήρθε η οικονομία. Και πάλι όμως, κοινωνική η πίεση στην Εκκλησία.
Να πούμε για τις προγαμιαίες σχέσεις; Για δείτε. Μέχρι πότε η Εκκλησία μπορούσε να κοιμάται ήσυχη πως η εντολή τηρείται; Μέχρι να καταργηθεί το σεντόνι… Τις δεκαετίες που η κοινωνία άρχισε να βλέπει αλλιώς το θέμα, η Εκκλησία άρχισε να χάνει τον ύπνο της. Κι όταν τελικά για την κοινωνία το άλλοτε ζήτημα ζωής και θανάτου έπαψε να είναι ζήτημα, ο κανόνας ας πούμε πως «ξεχάστηκε».
Αντίστοιχα συμβαίνουν και με τις καύσεις των νεκρών και με χίλια δυο άλλα θέματα.Είναι άπειρα τα παραδείγματα που μπορεί να βρει κάποιος με διορθωτικές κινήσεις που έχουν γίνει από την Εκκλησία σε αρμονία με την επιστήμη και τις κοινωνικές αλλαγές.
Τώρα στις μέρες μας το θέμα που έχει αρχίσει να πιέζει την Εκκλησία είναι οι νέες μορφές συμβίωσης και η νέα μορφή οικογένειας. Οι εποχές που πατέρας πάντρευε με το ζόρι τον ομοφυλόφιλο γιο ή την ομοφυλόφιλη κόρη για να σταματήσουν τα κουτσομπολιά στο σοι και την γειτονιά έχουν περάσει. Η κοινωνία τα βλέπει αλλιώς τα πράγματα και για μια ακόμη φορά οι πιέσεις έχουν αρχίσει να στρέφονται προς την Εκκλησία.
Βέβαια, επειδή η κοινωνία δεν έχει καταλήξει, αν αποδέχεται, τι αποδέχεται, πως το αποδέχεται… ακόμη, η Εκκλησία έχει τον χώρο της να ελιχθεί. Δεν ξέρω πότε θα γίνει, ό,τι γίνει, και που θα καταλήξει η κοινωνία αλλά κάτι μου λέει πως τότε και η Εκκλησία θα το δει αλλιώς. Αυτό ακριβώς το debate εκκλησίας και κοινωνίας, αυτό το μπέρδεμα απόψεων και θεωριών είδαμε όλοι να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας με την Βάπτιση στη Βουλιαγμένη. Άλλοι δεν ήθελαν να βαπτιστούν τα παιδιά, άλλοι να βαπτισθούν μεν, στα μουλωχτά δε. Άλλοι έλεγαν χωρίς Δεσπότη κι άλλοι χωρίς τους κηδεμόνες. Χωρίς φωτογραφίες υποστήριζαν οι πιο «πρακτικοί» κι άλλοι απορούσαν «είναι αυτό οικογένεια;». Άλλοι έλεγαν «μπράβο στον παπά που το τόλμησε».
Σε διοικητικό επίπεδο δε… ο στόχος ήταν να μην ξεμείνουμε με τον «μουτζούρη». Πολλοί λοιδόρησαν την Εκκλησία για αυτήν την τρικυμία της. Όμως μόνο η Εκκλησία σκέφτεται έτσι; Η κοινωνία μας; Έχουμε όλοι την ίδια άποψη για το θέμα; Μήπως τελικά τα όσα πέρασε η Εκκλησία ήταν μια μικρογραφία των όσων συμβαίνουν στην κοινωνία; Των συζητήσεων που κάνουμε στα σαλόνια μας στις γιορτές και τις μαζώξεις;
Ξεκίνησα να σας γράφω για τις ακαταλαβίστικες τελετουργίες και τις νεκρές παραδόσεις για να φτάσω στο θέμα που συζητάμε και θα συζητάμε για χρόνια ακόμη, γιατί θεωρώ πως όσοι ασχολούμαστε με τα της Εκκλησίας χάνουμε την μεγάλη εικόνα και για να υπενθυμίσω σε όλους μας πως η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Κι όπως κάθε τέτοιος οργανισμός οφείλει στον εαυτό του να ελίσσεται μα πάνω απ’ όλα να εξελίσσεται.
Δυστυχώς οι ανθρώπινες κοινωνίες τρέχουμε αρκετά γρηγορότερα απ’ όσο τρέχαμε σε παλαιότερες εποχές, ίσως και πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχουμε και το νέο παλιώνει γρήγορα. Η πίστη, σε λαούς σαν τον δικό μας, ακόμη κι όταν πιστεύαμε αλλού, είναι σημαντικό κομμάτι της ταυτότητας και της ψυχοσύνθεσης μας. Αν λοιπόν σε άλλες εποχές που είχαν τις δυσκολίες τους, είχαμε μια φορά ανάγκη μια σοβαρή και ουσιαστική πνευματική καθοδήγηση, σήμερα την έχουμε χίλιες φορές. Αλλά για να μπορέσεις να καθοδηγήσεις θα πρέπει πρώτα να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Να σηκωθείς ψηλά και να δεις το τοπίο που έχει σχηματιστεί. Να κατανοήσεις το ακροατήριο σου και τις ανάγκες του και πάνω απ’ όλα… να ξεβολευτείς. Ειδάλλως είσαι καταδικασμένος να ξεμείνεις με τους λίγους που ξέρουν τι τους γίνεται, με όσους συνεχίσουν να ακολουθούν το «μονοπάτι» επειδή είναι έθιμο χωρίς να ξέρουν καν γιατί το ακολουθούν και με τους λάτρεις της «νεκράς φύσης» των δογματοποιημένων “παραδόσεων” και του θρησκευτικού καθωσπρεπισμού που βγάζουν όλες τις νευρώσεις και τους ψυχαναγκασμούς τους μέσω του θρησκεύειν και έτσι βέβαια να χάσεις τους πολλούς. Αυτούς που θέλουν να είναι κοντά σου αλλά δεν μπορούν, γιατί στα μάτια τους είσαι πια ένα κακοσυντηρημένο μνημείο που θυμίζεις μόνο περασμένα μεγαλεία.

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΕ ΝΕΑ ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ: Εισαγωγή και διδασκαλία ισότιμου μαθήματος για όσους απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά

Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ


Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειάς του (1478/2022) προέβη κατά πλειοψηφία στην ακύρωση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία ρυθμίζεται η απαλλαγή των μαθητών / μαθητριών από το μάθημα των Θρησκευτικών, διότι πριν από την έκδοσή της δεν τηρήθηκε ως ουσιώδης τύπος η παροχή γνώμης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Πέραν, όμως, αυτού του τυπικού ελλείματος, η εν λόγω απόφαση του ΣτΕ κάνει ρητά λόγο και για την άμεση και ουσιαστική ανάγκη εισαγωγής νέου και ισότιμου μαθήματος για όσους απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ).
Συγκεκριμένα, αναφέρει τα εξής: «…Καταρχάς απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο οι αιτούντες προέβαλαν παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 του Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ, ερμηνευομένου υπό το φως του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, διότι δεν εκπληρώνεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, η υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει στους μαθητές και μαθήτριες που απαλλάσσονται από το μάθημα των θρησκευτικών τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος συναφούς περιεχομένου με το μάθημα των θρησκευτικών. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Πολιτεία λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύτηκαν με τις 1749-1750/2019 αποφάσεις της μείζονος Ολομελείας αυτού, εξέτασε ενδελεχώς το ζήτημα της θεσπίσεως ισότιμου μαθήματος συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών και κατέληξε, λόγω των δυσχερειών, όπως αυτές παρατέθηκαν, στο μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση 37/23.07.2020 πρακτικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με το οποίο εγκρίθηκε η εισήγηση της Επιστημονικής Επιτροπής για την άμεση ρύθμιση του θέματος, σε μία μεταβατική ρύθμιση που αποτυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και θα ισχύει μέχρι την ολοκλήρωση της μελέτης για την οριστική ρύθμιση του ζητήματος. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο Διευθυντής ή η Διευθύντρια της σχολικής μονάδας σε συνεργασία με τον Σύλλογο των Διδασκόντων αποφασίζουν κατά περίπτωση για τον τρόπο που απασχολούνται υποχρεωτικά οι απαλλασσόμενοι/ες μαθητές/τριες (ενδεικτικά διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης ή ερευνητική δημιουργική δραστηριότητα), είναι συνταγματικώς ανεκτή, ως μεταβατική, μέχρι την οριστική ρύθμιση του θέματος εντός ευλόγου χρόνου. Ως εύλογος δε χρόνος κρίνεται το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023, δοθέντος ότι, πέραν των δυσχερειών που ήδη εκτέθηκαν, η Πολιτεία καλείται για πρώτη φορά να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό, δηλαδή να θεσπίσει ένα ισότιμο μάθημα συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών, σύμφωνα με την ερμηνεία των συνταγματικών και υπερνομοθετικών διατάξεων της ΕΣΔΑ που δόθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου…». (Ολόκληρη η Απόφαση εδώ):

Ι. Προς μια σταδιακή εισαγωγή πολλαπλών «ομολογιακών» και «κατηχητικών» μαθημάτων;

Για το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή, της εισαγωγής νέου ισότιμου ουδετερόθρησκου μαθήματος φιλοσοφικής ηθικής ή και πολλών τύπων «ομολογιακού μαθήματος» Θρησκευτικών, ανάλογα με το χριστιανικό δόγμα ή τη διαφορετική θρησκεία των μαθητών, για τους απαλλασσόμενους μαθητές από τα νέα και ακραιφνώς ομολογιακά Θρησκευτικά, είχαμε προειδοποιήσει αμέσως μετά την έκδοση των αποφάσεων 1749-1752/2019 για τα ΦΕΚ του 2017 σε ένα ευρύτερο και διεξοδικό σχολιασμό μας στις αποφάσεις εκείνες του ΣτΕ με τις οποίες κρίθηκαν μη νόμιμα και αντισυνταγματικά τα Νέα Προγράμματα Σπουδών*. Άλλωστε, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά έγιναν για να υπάρξει ένα μάθημα Θρησκευτικών, το οποίο απευθύνεται σε όλους τους μαθητές / μαθήτριες του ελληνικού σχολείου, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους, και όχι πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα, τα οποία θα διαχωρίζουν τους μαθητές και, ενδεχομένως, θα αντιμάχονται μεταξύ τους. Πράγματι, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών προχώρησαν στην ουσιαστική επιστημονική και εκπαιδευτική αναβάθμιση του μαθήματος, διαμορφώνοντας έναν ελκυστικό μαθησιακό χώρο και προσφέροντας πολλαπλά διδακτικά υλικά και εργαλεία για την ανάδειξη του πνευματικού πλούτου και της μορφωτικής δυναμικής που περιέχει το μάθημα των Θρησκευτικών, με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση σε διάλογο με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και με ορισμένα κύρια θρησκεύματα, καθώς και με τον σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, δίχως να έχουν κατηχητικό ή προσηλυτιστικό χαρακτήρα, αποσκοπούσαν στη μελέτη, κριτική διερεύνηση, ερμηνεία και κατανόηση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης, των άλλων χριστιανικών παραδόσεων αλλά και του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό καλούνταν οι μαθητές: να κατανοήσουν τα προσωπικά βιώματά τους, τα οποία αφορούν στη δική τους θρησκευτική παράδοση ή σε αναζητήσεις, οι οποίες είναι θεμιτές στο πλαίσιο της ηλικίας τους, να αναπτύξουν την προσωπική ταυτότητά τους, καλλιεργώντας τη θρησκευτική συνείδησή τους και αποκτώντας μορφωτικά εφόδια και δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν να ζήσουν αρμονικά με άλλους ανθρώπους, σε μια εποχή όπου δεν εξέλιπαν οι θρησκευτικοί φανατισμοί και οι προκαταλήψεις, ενώ η αλληλογνωριμία, η αλληλοκατανόηση και η ειρηνική συνύπαρξη είναι πλέον επιτακτική ανάγκη.
Πράγματι, το ΣτΕ με τις Αποφάσεις 1749-1752/2019 για τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου (ΦΕΚ του 2017), αποφάνθηκε ότι «οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος ‘ελεύθερης ώρας’».

2. Οι συνέπειες της απόφασης του ΣτΕ για το ελληνικό σχολείο

Εμμέσως πλην σαφώς, το ΣτΕ με τη θέση του αυτή αναγνωρίζει ότι η αναφορά του Συντάγματος για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης δεν αφορά αποκλειστικά και μόνον την Ορθοδοξία, όπως στην πράξη γινόταν σταθερά στο ελληνικό σχολείο, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές όπου υπήρχαν κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί μαθητές (Κυκλάδες, Κέρκυρα), αλλά αφορά και άλλες ιστορικές παρουσίες και κοινότητες ετεροδόξων και ετεροθρήσκων στην Ελλάδα[1]. Στενεύοντας απόλυτα τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, το ΣτΕ για πρώτη φορά προτείνει ισότιμο, δηλαδή, ομολογιακό (ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό), ετερόθρησκο (ισλαμικό κ.λπ.) ή ουδετερόθρησκο (π.χ. φιλοσοφικής ηθικής) μάθημα «εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται». Μάλιστα, η απόφαση του ΣτΕ κάνει λόγο ή προτείνει ρητά τη δημιουργία ενός νέου ξεχωριστού μαθήματος (φιλοσοφικής) ηθικής. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται νέα και πρωτόγνωρα δεδομένα στο ελληνικό σχολείο, την επίδραση και τις συνέπειες των οποίων οφείλουμε να αναλογιστούμε για το άμεσο μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης. Αφενός, λοιπόν, επιβάλλεται ένα αποκλειστικό και στενά κατηχητικό μάθημα για την Ορθόδοξη πίστη, και από την άλλη, παρέχονται οι δυνατότητες εμφάνισης ενός άλλου ή άλλων παράλληλων μαθημάτων, τα οποία θα συγκεντρώνουν όλους όσοι δεν επιθυμούν μία στενή ορθόδοξη ομολογιακή διδασκαλία. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο για να δημιουργηθεί όχι μόνο ό,τι ακριβώς νομίζει ότι αποκλείει και καταπολεμά, δηλαδή ένα μάθημα Θρησκευτικών με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας, ωστόσο, περιεκτικό, διαλογικό και πλουραλιστικό για τη θρησκευτική ετερότητα, αλλά διευκολύνει πλέον τη σταδιακή εισαγωγή πολλών άλλων «ομολογιακών» και «κατηχητικών» μαθημάτων (ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό, ισλαμικό κ.λπ.) και κυρίως την εισαγωγή ενός απόλυτα ουδετερόθρησκου και εκκοσμικευμένου μαθήματος. Το εν λόγω ουδετερόθρησκο και εκκοσμικευμένο μάθημα, π.χ., φιλοσοφικής ηθικής, προφανώς θα ανταγωνίζεται το μοναδικό κλειστό και κατηχητικό ορθόδοξο μάθημα (ή τα πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα) με απρόβλεπτες συνέπειες για το δημόσιο σχολείο.
Είναι βέβαιο ότι μαθήματα Θρησκευτικών που περιορίζονται στενά στην ανάδειξη και κατίσχυση της δικής τους μοναδικής αλήθειας έναντι των άλλων συναφών μαθημάτων μπορούν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες στο σχολικό περιβάλλον. Αν αυτό μάλιστα συνδυαστεί με το φαινόμενο ενός τάχιστα αναπτυσσόμενου θρησκευτικού, ομολογιακού και πολιτισμικού αναθεωρητισμού, τότε χρειάζεται να σκεφθούμε με μεγάλη προσοχή τις ενδεχόμενες επιπτώσεις τέτοιων δεδομένων στο ελληνικό σχολείο. Σε κάθε περίπτωση, ούτε αυτό ακόμη το προτεινόμενο από το ΣτΕ ως «ισότιμο» ουδετερόθρησκο ηθικοφιλοσοφικό μάθημα δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικό για καμία κατηγορία μαθητών, εφόσον κανείς δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να δηλώσει τι είναι και τι δεν είναι ή ενδέχεται και να διαφωνεί ιδεολογικά ή θρησκευτικά για το περιεχόμενο ή την υποχρεωτική παρακολούθησή του. Ακόμη το νέο αυτό εναλλακτικό μάθημα πιθανόν να θεωρηθεί ότι ασκεί εκ του αντιθέτου αντι-θρησκευτική ρητορεία ή ότι προσβάλει συλλήβδην τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των άλλων μαθητών. Είναι τέλος πιθανόν να υπάρξουν και μαθητές που θα απαιτήσουν την απαλλαγή τους για ιδεολογικούς και άλλους λόγους και από το εν λόγω μάθημα.
Οπωσδήποτε, οι αποφάσεις του ΣτΕ του 2019 οι οποίες έκριναν ως μη νόμιμα και συνταγματικά τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά, επιχειρώντας να ενσωματώσουν τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και το άρθρο 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, χρειάζεται να συνεκτιμηθούν σε συνδυασμό με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα σχολικά έγγραφα, οι οποίες έγιναν άμεσα δεκτές από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο προχώρησε ακαριαία στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις για την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος σε όλους τους τίτλους σπουδών. Μάλιστα, η εν λόγω Ανεξάρτητη Αρχή στις 12.2.2020 ζήτησε από το Υπουργείο Παιδείας με επιστολή της να προβεί στην κατάργηση του πεδίου «Θρήσκευμα» και από το ενιαίο πληροφοριακό σύστημα μηχανογραφικής υποστήριξης των σχολικών μονάδων και των διοικητικών δομών της εκπαίδευσης «myschool». Μετά από αυτές τις εξελίξεις, η επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης[2] σε συνδυασμό με τη σχετική απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και με την άμεση υπουργική απόφαση για την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος από τους τίτλους σπουδών, σύντομα και από την ηλεκτρονική πλατφόρμα του «myschool», πρακτικά μπορεί να οδηγήσει κάθε μαθητή όχι στην επίκληση «λόγων θρησκευτικής συνείδησης» αλλά στην απλή επίκληση λόγων συνείδησης (όπως ακριβώς στην περίπτωση των εγκυκλίων απαλλαγής στα Θρησκευτικά επί υπουργίας Ευρ. Στυλιανίδη το 2008). Κατά συνέπεια, το μέχρι πρότινος ΜτΘ καθίσταται de facto προαιρετικό για όλους, άρα και για τους Ορθόδοξους μαθητές. Άλλωστε, πώς και από που θα τεκμαίρεται ότι κάποιος είναι ή δεν είναι Ορθόδοξος; Και βάσει ποιας κανονιστικής διάταξης θα υποχρεώνεται κάποιος να αποκαλύπτει το θρήσκευμά του και να παρακολουθεί το ορθόδοξο ή το καθολικό ή το προτεσταντικό ή το ισλαμικό ή το εβραϊκό ή το θρησκειολογικό ή το ουδετερόθρησκο ηθικοφιλοσοφικό (ισότιμο) μάθημα, παρά μόνο κατά την ατομική βούληση και επιθυμία του; Άραγε, οι εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ προστατεύουν όντως έστω ένα μονοομολογιακό και κατηχητικό μάθημα ή το εκθέτουν πλέον άμεσα σε μια σειρά απρόβλεπτων κινδύνων και νέων αντεγκλήσεων και μιας ατέρμονης περιδίνησης, θέτοντάς το σε πρωτόγνωρες συνθήκες οι οποίες όχι απλώς το αποδυναμώνουν με την προϊούσα εμπέδωση της προαιρετικότητάς του στο σχολικό ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά και το υποσκάπτουν μορφωτικά, στενεύοντας ή ακρωτηριάζοντας τον θεολογικό, διεπιστημονικό και παιδαγωγικό του ορίζοντα σε απλή κατήχηση για μικρό αριθμό μαθητών και οδηγώντας το σε σταδιακό μαρασμό, αφού δεν θα μπορεί να διαλέγεται, να σχετίζεται και να παρακολουθεί γόνιμα και δημιουργικά τον παλμό και τις εξελίξεις που διέπουν τις μαθησιακές διαδικασίες και τα σύγχρονα προγράμματα σπουδών, καθώς και τον διεπιστημονικό και διαθεματικό διάλογο των διαφόρων γνωστικών πεδίων (άλλα μαθήματα) και δράσεων (άλλα διευρυμένα προγράμματα της εν γένει σχολικής, επιστημονικής και κοινωνικής ζωής) της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

3. Ο κίνδυνος της «θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης»

Μολονότι ο βασικός νόμος 1566/1985 της εκπαίδευσης προέβλεπε, πέρα από το ορθόδοξο μάθημα, τη διδασκαλία και άλλων ετερόδοξων και ετερόθρησκων μαθημάτων στα Θρησκευτικά από ετερόδοξους και ετερόθρησκους διδάσκοντες με έστω οριακά ή ανεκτά ακαδημαϊκά προσόντα, αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη πέρα από τις Κυκλάδες και την Κέρκυρα. Μάλιστα, το Υπουργείο Παιδείας ουδέποτε επόπτευσε την εκπόνηση ή εισαγωγή αντίστοιχων προγραμμάτων σπουδών ή διδακτικών βιβλίων. Το 2003 ως νέος σύμβουλος στο τότε Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, θυμάμαι χαρακτηριστικά το αίτημα της Συνόδου των εν Ελλάδι Καθολικών για έγκριση μιας σειράς κατηχητικών τευχών που είχαν μεταφραστεί αδόκιμα από τα ιταλικά και είχαν εκδοθεί επίσης πρόχειρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη διδασκαλία του μαθήματος για τους Καθολικούς μαθητές στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο στις Κυκλάδες. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον με τη δημιουργία και συνύπαρξη πολλών και παράλληλων μαθημάτων. Όπως ήδη συμβαίνει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες με πολυομολογιακό μάθημα Θρησκευτικών (π.χ. Γερμανία), το κράτος είναι πιθανό να εκχωρήσει την εκπόνηση των προγραμμάτων σπουδών και των διδακτικών υλικών και βιβλίων απευθείας στις αντίστοιχες εκκλησιαστικές ή θρησκευτικές κοινότητες. Σταδιακά το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με την επιλογή των διδασκόντων στα εν λόγω μαθήματα. Η ενδεχόμενη ύπαρξη παράλληλων κλειστών μαθημάτων για πολλά και διαφορετικά δόγματα ή θρησκεύματα είναι δυνατόν να διαμορφώσει καταστάσεις ομοσπονδοποίησης του ΜτΘ στα σχολεία, όπου διάφορα μαθήματα Θρησκευτικών είναι δυνατόν στο μέλλον να αναπτύσσονται μονοδιάστατα και να ανταγωνίζονται άκαμπτα το ένα το άλλο, προκαλώντας εντάσεις μισαλλοδοξίας και εστίες θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ομολογιακού αναθεωρητισμού στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Από το διακριτό μάθημα για κάθε χριστιανική ομολογία και θρησκεία, υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανισθεί στο άμεσο μέλλον ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η δε θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην πλήρη παράδοση της ευθύνης του ΜτΘ από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι η κοινοτιστική, εθνοτική και θρησκευτική πολυδιάσπαση του δημόσιου σχολείου (που εγκυμονεί πολιτικούς, κοινωνικούς, θρησκευτικούς, ιδεολογικούς και εθνικούς κινδύνους[3]), αλλά η καλλιέργεια πνεύματος συνύπαρξης, συνεργασίας, αλληλοκατανόησης, ειρήνης και καταλλαγής. Η προοπτική ομοσπονδοποίησης και εισαγωγής πολλών ομολογιακών ή πολλών τύπων του ΜτΘ ανοίγει περαιτέρω τη διαδικασία της προαιρετικότητας και της σταδιακής εξόδου των Θρησκευτικών από το μορφωτικό και γνωσιακό πλαίσιο του δημόσιου σχολείου, όπως εν πολλοίς συμβαίνει στη Γερμανία, όπου το πολλαπλό ομολογιακό μάθημα διδάσκεται προαιρετικά το απόγευμα, από επισκέπτες διδάσκοντες που δεν είναι μέλη του Συλλόγου των Διδασκόντων του σχολείου. Όπως στην απογευματινή ζώνη ελευθέρων δραστηριοτήτων κάθε σχολείου αναπτύσσονται ποικίλα εθελοντικά και πολιτιστικά προγράμματα, παρόμοια εκεί θα μπορούσε να αναπτύσσονται διάφορα μαθήματα πολλαπλής θρησκευτικής εκπαίδευσης, δίχως να παρακωλύεται η ζώνη των κύριων και βασικών μαθημάτων του δημόσιου σχολείου.
Όσοι προσέφυγαν στο ΣτΕ και προκάλεσαν την ακύρωση των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά δεν περίμεναν ασφαλώς ότι οι εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ θα δικαίωναν παράλληλα και την Ένωση Αθέων, η οποία εδώ και χρόνια ζητά με επιμονή από την Πολιτεία τη δημιουργία ενός ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος ηθικοφιλοσοφικού περιεχομένου. Μάλιστα, καθώς προσδιορίζουν οι νομικοί εκπρόσωποι της Ένωσης Αθέων, το εν λόγω μάθημα οφείλει να έχει τις εξής γενικές κατευθυντήριες γραμμές και νομικές προϋποθέσεις τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη του το Υπουργείο για την εισαγωγή του μαθήματος ήδη από το μεθεπόμενο σχολικό έτος 2023-2024: «Συμμόρφωση της Πολιτείας προς την συνταγματική της υποχρέωση για θεσμοθέτηση ενός ισότιμου μαθήματος συναφούς αντίληψης, σημαίνει ότι έπρεπε ήδη να έχει εισαχθεί ένα μάθημα, με την ίδια ακριβώς θεσμική διαδικασία, όπως το μάθημα των θρησκευτικών. Αυτό σημαίνει ότι το ισότιμο μάθημα πρέπει να εισαχθεί στο σχολικό πρόγραμμα με κανονιστική πράξη, κατ’ αντιστοιχία προς τα θρησκευτικά που έχουν εισαχθεί ως υποχρεωτικό μάθημα στο Δημοτικό και Γυμνάσιο δυνάμει Υπουργικής Απόφασης (αρ. 31585/Δ2/2020 ΦΕΚ 698/Β/4-3-2020), καθώς και στο Λύκειο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5§11 του ν. 1566/1985. Επομένως, “ισότιμο” προς το μάθημα των θρησκευτικών θα είναι το μάθημα που το πρόγραμμα σπουδών του θα εισαχθεί με Υπουργική Απόφαση και που θα αφορά σε ακριβώς ίσο αριθμό διδακτικών ωρών με αυτές που ισχύουν για το μάθημα των θρησκευτικών. Οι διάφορες “ερευνητικές απασχολήσεις με θέμα την θρησκεία” δεν εισάγουν ισότιμο μάθημα συναφούς αντίληψης. “Συναφές περιεχόμενο” δεν σημαίνει φυσικά κάποιο μάθημα “θρησκειολογίας” ή θεολογίας, αφού και σε αυτή την περίπτωση θα πρόκειται για θρησκευτικά, από τα οποία θα επιτρέπεται το δικαίωμα απαλλαγής και θα δημιουργηθεί πρόβλημα κυκλικότητας (φαύλος κύκλος). Μάθημα “συναφούς περιεχομένου”, σημαίνει, όπως ενδεικτικά αναφέρει η απόφαση 1749/2019 ΟλΣτΕ ένα μάθημα “π.χ. ηθικής”. Δηλαδή, ένα μάθημα παρουσίασης της ηθικής φιλοσοφίας, με την διδασκαλία των συστημάτων σκέψης των σημαντικότερων φιλοσόφων, όχι βέβαια μόνο των αρχαίων και μόνο των Ελλήνων, αλλά και των νεώτερων και ξένων φιλοσόφων, όπως είναι οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, καθώς και οι φιλόσοφοι του 20ου και του 21ου αιώνα. Ένα τέτοιο μάθημα, ισότιμο και συναφούς αντίληψης, δεν είναι ένα φιλολογικό μάθημα, όπως τα κείμενα αρχαίας ή νεοελληνικής λογοτεχνίας, που ήδη διδάσκονται στο σχολικό πρόγραμμα, αλλά ένα μάθημα παρουσίασης όλου του φάσματος των φιλοσοφικών θεωρήσεων, των κοσμοθεωριών καθώς και των οικουμενικά γνωστών στοχαστών, πέραν εκείνων που εντάσσονται οργανικά σε θρησκευτικά δόγματα και θεολογικές σχολές»[4].

4. Το νέο ισότιμο μάθημα ως παράγοντας υπονόμευσης του υπάρχοντος ΜτΘ

Τα ανωτέρω δείχνουν ότι το νέο ισότιμο μάθημα σαφώς δεν θα έχει κανένα θρησκευτικό ή θρησκειολογικό χαρακτήρα, δεν θα συντάσσεται ούτε και θα διδάσκεται από θεολόγους, αλλά από άλλες ειδικότητες και σταθερά θα υπονομεύει το υπάρχον ΜτΘ. Θυμάμαι με πόση ελαφρότητα οι κύκλοι που υποστήριζαν το ακραιφνώς ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, υποδείκνυαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά ως κατάλληλο ισότιμο εναλλακτικό μάθημα. Κυρίως, όμως, θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικά εφικτό στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οπότε μια επιστροφή στην αποκλειστικότητα του ακραιφνώς ομολογιακού και κατηχητικού ΜτΘ θα αποτελούσε συντριπτική ιδεολογική νίκη και κατίσχυση των θέσεών τους για ένα αμιγώς ορθόδοξο κλειστό μάθημα. Αλλά και μετά την πρόσφατη ακύρωση της εγκυκλίου του Υπουργείου για τις απαλλαγές στα Θρησκευτικά, οι ίδιοι κύκλοι επιχαίρουν για την απόφαση αυτή και υπεραμύνονται του δικαιώματος για ομολογιακή και θρησκευτική κατήχηση των ετεροδόξων και ετεροθρήσκων μαθητών με την ύπαρξη παράλληλων πολυομολογιακών μαθημάτων. Δίχως καθόλου να θέλουμε να αμφισβητήσουμε τον σεβασμό των υποστηρικτών του αμιγώς ορθόδοξου ΜτΘ στα θρησκευτικά δικαιώματα αυτών των μαθητών, φοβούμαστε ότι οι κύκλοι αυτοί δεν αντιλαμβάνονται το επισφαλές ενός τέτοιου εγχειρήματος και των συνεπαγομένων κινδύνων στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Λίγα χρόνια πριν δεν ήταν δυνατό να διαμορφωθεί άμεσα και πρακτικά για όλους και όλες ιδιαίτερο μάθημα Θρησκευτικών (άλλο για τους Καθολικούς, άλλο για τους Προτεστάντες, άλλο για το Ισλάμ ή και για άλλα θρησκεύματα) και, συνεπώς, πολλοί μαθητές και μαθήτριες αποκλείονταν εκ των πραγμάτων από τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο. Στο άμεσο μέλλον, όμως, η απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο όχι απλώς σε ένα μάθημα ηθικής φιλοσοφίας ή θρησκειολογίας, αλλά νομιμοποιεί και διευρύνει τη διεκδίκηση ισότιμου μαθήματος για κάθε θρησκευτική μειονότητα. Πιθανώς το μόνο μάθημα Θρησκευτικών που θα μπορεί να συγκεντρώνει ικανό αριθμό ετερόθρησκων μαθητών σε ορισμένα σχολεία θα είναι ένα μάθημα για το Ισλάμ. Είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μία τέτοια εξέλιξη ή ετοιμαζόμαστε να την αντιμετωπίσουμε υποστηρίζοντας νομικά ένα αμιγώς ορθόδοξο κλειστό και μονοφωνικό μάθημα; Ενδεχομένως, μπορεί να θεωρείται βέβαιο από εκείνους που προσέφυγαν στο ΣτΕ κατά των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά ότι διασφαλίζοντας νομικά ένα απόλυτα κλειστό και ομολογιακό μάθημα, το ενδεχόμενο εισαγωγής άλλων τύπων μαθήματος Θρησκευτικών να μην μπορεί να τελεσφορήσει στην πράξη, ώστε εν τέλει το ορθόδοξο μάθημα να βγει κερδισμένο και ενδυναμωμένο ως προς την αποκλειστική παρουσία και οριστική κατίσχυσή του στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνάγεται ούτε από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα ούτε από αυτές καθαυτές τις αποφάσεις του ΣτΕ.
Σε όλα τα παραπάνω, χρειάζεται να προσθέσουμε ακόμη μία ρεαλιστική παράμετρο: Επί του παρόντος, υπάρχει απόλυτη αδυναμία στο ελληνικό σχολείο να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα, αφού οι μαθητές που θα απαλλάσσονται από το ακραιφνώς ορθόδοξο μάθημα πιθανόν να μην καλύπτονται από το ισότιμο ουδετερόθρησκο ηθικοκοφιλοσοφικό μάθημα, αναμένοντας είτε το δικό τους ομολογιακό ή οικείο θρησκευτικό μάθημα είτε μη συμπληρώνοντας τον απαραίτητο αριθμό θα πρέπει να επιλέγουν ένα από τα δύο υπάρχοντα μαθήματα, το ομολογιακό ή το ισότιμο εναλλακτικό. Μοιραία, οι νέες αυτές συνθήκες θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στη σταδιακή έξοδο του ΜτΘ από το ωρολόγιο πρόγραμμα και στη μετατροπή του σε οιονεί επιλεγόμενο μάθημα ή σχεδόν εξωσχολική δραστηριότητα με ότι αυτό συνεπάγεται.
Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η θρησκευτική εκπαίδευση στη χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή: υπερβαίνοντας την όποια στενή κατηχητική ή μονοφωνική φυσιογνωμία του, είναι ανάγκη να ισχυροποιήσει τα επιστημονικά, θεολογικά και εκπαιδευτικά θεμέλιά της, να διευρύνει το πεδίο μελέτης στο οποίο εργάζεται και τον ορίζοντα της μαθησιακής διερεύνησης που υλοποιεί. Το ΜτΘ μπορεί να ανασυγκροτηθεί και να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου που ελευθέρα θα το παρακολουθούν, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους; Είναι βέβαιο ότι οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το ΜτΘ, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στη δευτεροβάθμια, έχουν πλέον την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν ότι το ώριμο αυτό αίτημα κατά κανένα τρόπο δεν αντιφάσκει προς την Ορθόδοξη Χριστιανική θεώρηση για την πίστη και την εκπαίδευση.
Όλοι όσοι εργαστήκαμε δημιουργικά και εμπνευσμένα στη διαμόρφωση των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών τα τελευταία είκοσι έτη –άλλοτε υπό την μέγγενη της μείωσης των ωρών, άλλοτε υπό τον κίνδυνο απώλειας του υποχρεωτικού χαρακτήρα του ΜτΘ, άλλοτε υπό την πίεση των ανεξάρτητων αρχών, ακριβώς εξαιτίας του όποιου κατηχητικού ή μονοφωνικού χαρακτήρα του– διαπιστώσαμε με έκπληξη, εν τέλει, ότι με την προστασία και νομική κάλυψη του ΣτΕ το μάθημα των Θρησκευτικών καθίσταται de facto προαιρετικό για όλους, ό,τι ακριβώς φοβόμασταν και επιχειρήσαμε με τα Νέα Προγράμματα να αποφύγουμε. Πλέον το ΜτΘ αντί να φέρνει σε διάλογο, συνύπαρξη και καταλλαγή με τη θρησκευτική ετερότητα, αποβαίνει θεμελιώδης λόγος θρησκευτικού και πολιτισμικού διαχωρισμού, θρησκευτικών αντιθέσεων και παράλληλων μονολόγων. Γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι συμβαίνει στο επίπεδο του κοινωνικού σώματος, του λεγόμενου δημόσιου χώρου και του ευρύτερου πολιτισμού μας, ώστε ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό ζήτημα να οδηγηθεί στο ΣτΕ για να διερευνηθεί δικαστικά η συνταγματικότητά του; Τι σημαίνει ότι μία απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου μπορεί να παρεμβαίνει σε ζητήματα επιστημονικά, θεολογικά, παιδαγωγικά, έστω και αν επιχειρηματολογεί τυπικά για να προστατεύσει τη θρησκευτική μας ταυτότητα, ενδοστρέφεια και αυτάρκεια με κίνδυνο να την εργαλειοποιεί ιδεολογικά και μάλιστα σε μια κοινωνία που ραγδαία εκκοσμικεύεται;
Η απόφαση του ΣτΕ χρειάζεται να συζητηθεί οπωσδήποτε πιο πέρα από την υποτιθέμενη νομική θεώρησή της, γιατί σε αυτήν υπολανθάνει και ένα πλήθος άλλων ζητημάτων που δεν ανήκουν στο πεδίο της νομοθεσίας, αλλά αποτελούν αντικείμενο ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου της θεολογίας, της παιδαγωγικής και των άλλων ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών που σχετίζονται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη και ευρύτερα με τις υπάρχουσες συνθήκες στην καθημερινή ζωή και στον σχολικό πολιτισμό μας. Έχοντας υποκαταστήσει τον επιστημονικό ρόλο των Θεολογικών Σχολών, τη θέση της Εκκλησίας, καθώς και των θεσμοθετημένων γνωμοδοτικών επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργάνων του Υπουργείου Παιδείας, η εν λόγω απόφαση μάλλον επέλεξε να καθορίσει και να ελέγξει δικαστικά το ίδιο το περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο, αποδεχόμενη πλήρως τις αιτιάσεις και τις κατηγορίες μιας συντηρητικής ομάδας θεολόγων και ενός μητροπολίτη, δεσμεύοντας, όμως, την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική, αλλά και αυτό καθαυτό το δημόσιο σχολείο και την εν γένει εκπαιδευτική πολιτική.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας προστατευτικής δικαστικής παρέμβασης μπορεί να αποβούν μοιραίες όχι μόνο γιατί υπονομεύουν ουσιαστικά το ίδιο το ΜτΘ, αλλά σταδιακά μπορεί να οδηγήσουν σε επιστημονική συρρίκνωση και σε ομολογιακή εσωστρέφεια τις ίδιες τις θεολογικές σπουδές στη χώρα μας. Σε μια εποχή ομολογιακού και θρησκευτικού αναθεωρητισμού, ευρύτερων γεωεκκλησιολογικών, ιδεολογικών και φονταμενταλιστικών τάσεων, η ελληνική ορθόδοξη θεολογία οφείλει διαρκώς να αφουγκράζεται, να διαλέγεται και να προσλαμβάνει εμπνευσμένα και κριτικά τα σύγχρονα ρεύματα του πολιτισμού. Σήμερα, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία αποτελεί ήδη το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο για όλες σχεδόν τις χριστιανικές Εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις. Η Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να συνεργαστεί γόνιμα και διεπιστημονικά και να προσανατολίσει προς μια εκπαιδευτική αντίληψη που θα σέβεται τη διαφορά και τη θρησκευτική ετερότητα. Συνάμα, μπορεί να κατανοήσει και αυτή ότι η αλήθεια δεν αποδεικνύει τον εαυτό της θριαμβολογώντας. Εν τέλει, η απομόνωση και ο περιορισμός του ΜτΘ σε ένα είδος στενής ομολογιακής ταυτότητας, η οποία δεν διαλέγεται κριτικά με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό, μπορεί να περιθωριοποιήσει την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Θεολογίας στον δημόσιο χώρο, στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στις επιστήμες, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Ωστόσο, σε μία δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία, σε ένα σύγχρονο σχολείο ανοικτών οριζόντων, σε μία διαλεγόμενη με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό θεολογία δεν υπάρχουν αδιέξοδα παρά μόνο γόνιμες και δημιουργικές προκλήσεις για την υπέρβασή τους.

* Βλ. τη μελέτη μας με τίτλο «Παλινωδίες και αδιέξοδα στη θρησκευτική εκπαίδευση. Επισημάνσεις και σχόλια στις Αποφάσεις του ΣτΕ 1749-1752/2019 για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου», η οποία δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό Νομοκανονικά 1/2020, σσ. 69-112 και κατόπιν συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μας Θεολογία και πολιτισμός, Δοκίμια για τη σχέση θεολογίας, πολιτισμού και εκπαίδευσης σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021, σσ. 393-439.
[1] Ο Ν.1566 προβλέπει μάθημα για Ρωμαιοκαθολικούς ακόμη και για Προτεστάντες, ανάλογα με την πυκνότητα του μαθητικού πληθυσμού. Ν. 1566/85, άρθρο 14,17: «Με την παραπάνω διαδικασία μπορεί να ανατίθεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε αξιόλογο αριθμό αλλόδοξων μαθητών των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε ιδιώτες που έχουν πτυχίο Θεολογικής σχολής αντίστοιχου δόγματος Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής και απολυτήριο ελληνικού λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου». Άρα, η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης αφορά, πέραν της Ορθοδοξίας, και άλλες ιστορικές παρουσίες ετεροδόξων και ετεροθρήσκων στην Ελλάδα.
[2] Το ίδιο το ΣτΕ είχε προτείνει τότε και συγκεκριμένο λεκτικό για την απαλλαγή των μαθητών ως εξής: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών». Βλ. Απόφαση 1749/2019, {16. Το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε κατόπιν την εν λόγω απόφαση για τις απαλλαγές στα Θρησκευτικά, υιοθετώντας ακριβώς το ανωτέρω λεκτικό του ΣτΕ (Εγκύκλιος 61178/ΓΔ4/2021, ΦΕΚ Β΄ 2286/1.6.2021) και πάραυτα η αντιπολίτευση ζήτησε τότε την άμεση απόσυρσή της με βάση τις σχετικές αποφάσεις της ΑΠΔΠΧ και του ΕΔΔΑ.
[3] Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοθρήσκων και αλλοδόξων μαθητών παρακολουθούν κανονικά το κοινό μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ το ποσοστό απαλλαγών από το μάθημα είναι εξαιρετικά μικρό. Αυτό οφείλεται, αφενός, στο ενδιαφέρον τους να ενημερωθούν για τον πολιτισμό και τη θρησκεία του τόπου στον οποίο διαβιούν και, αφετέρου, οφείλεται στο ότι το μάθημα παρέχει υπεύθυνα αυτή τη μαθησιακή δυνατότητα. Μάλιστα, με την εφαρμογή των Νέων ΠΣ καταγράφθηκε σημαντική μείωση των απαλλαγών. Είναι εθνικά και κοινωνικά συμφέρον οι αλλόθρησκοι μαθητές να ενημερώνονται υπεύθυνα για τον πολιτισμό και την επικρατούσα θρησκεία του τόπου στον οποίο ζουν, φυσικά, με απόλυτο σεβασμό στη δική τους θρησκευτική ταυτότητα, ενώ είναι παντελώς αδύνατο οι θρησκευτικές κοινότητες των ανά τη χώρα διαβιούντων αλλοδόξων και αλλοθρήσκων να αναλάβουν πλήρως τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του μαθήματος. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, το οποίο η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να διαχειριστεί με τη δέουσα προσοχή.
[4] Βλ. την πρόσφατη ανάρτηση του Βασίλειου Σωτηρόπουλου στο FB ως νομικού εκπροσώπου προσφευγόντων γονέων στο ΣτΕ, 16 Ιουλίου 2022.

Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής στο Τμήμα Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
To εικαστικό αποτελεί λεπτομέρεια του πίνακα “Ο Ιησούς ανάμεσα στους διδασκάλους” που φιλοτεχνήθηκε από τους μαθητές του Ισπανού ζωγράφου Χοσέ ντε Ριμπέρα (1591-1652) και σήμερα φυλάσσεται στο Kunsthistorisches Museum της Βιέννης.
Οι υπότιτλοι του άρθρου έχουν προστεθεί από την επιμελήτρια του ιστολογίου.

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

«Προς τη σωστή κατεύθυνση» για τα Θρησκευτικά. Το ζήτημα χορήγησης απαλλαγής από το μάθημα και μια νέα προοπτική

Γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Επτά εγκύκλιοι μέσα σε μία σχεδόν δεκαπενταετία εκδόθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων για να ρυθμίσουν τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά. Αυτό καταδεικνύει τον διαφορετικό χειρισμό του θέματος από τις κυβερνήσεις, οι οποίες επιθυμούν να δώσουν πολιτική λύση που πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τις επιταγές του Συντάγματος και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επίσης, την απόφαση επηρεάζουν οι αποφάσεις των Ανεξάρτητων Αρχών, εθνικών και ευρωπαϊκών.
Χαρακτηριστικά, ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «Καιρός» ανέφερε χθες ότι «το ζήτημα της χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά είναι σύνθετο και με μακρά ιστορία. Όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να προβλέπει το δικαίωμα απαλλαγής για λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Παρ’ όλα αυτά, η οργάνωση και η διαχείριση της διαδικασίας απαλλαγής συχνά δεν ήταν αποτελεσματική κατά το παρελθόν, με αποτέλεσμα μόνο κατά την περίοδο 2008-2015 να εκδοθούν διαδοχικά πέντε διαφορετικές εγκύκλιοι». Εκ των πέντε, η τελευταία εκδόθηκε επί υπουργίας Λοβέρδου στις 23/01/2015. Σύμφωνα με την εγκύκλιο, η απαλλαγή χορηγείτο ύστερα από υπεύθυνη δήλωση του μαθητή ή και των δύο γονέων του, στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει.
Οι Υπουργοί επί ΣΥΡΙΖΑ διατήρησαν την εγκύκλιο. Στις αρχές Αυγούστου του 2020 η τέως Υφυπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη εξέδωσε νέα, προσαρμόζοντας το καθεστώς στις αποφάσεις του ΣτΕ, ενώ σε νέα απόφαση προχώρησε στις αρχές Ιουνίου η αρμόδια υπουργός Νίκη Κεραμέως. Με το ισχύον καθεστώς δικαίωμα να ζητήσουν εξαίρεση από τα Θρησκευτικά, επικαλούμενοι λόγους θρησκευτικής συνείδησης, έχουν μόνον οι γονείς παιδιών που δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όχι όμως και οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ο πρώην Υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης έκανε λόγο για «νέο κρούσμα υποταγής της ηγεσίας του υπουργείου στις ακραίες εκκλησιαστικές αξιώσεις που παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών», ωστόσο η απάντηση της Ν. Κεραμέως είναι πως εφαρμόζει απόφαση του ΣτΕ, ενώ στελέχη με πείρα στο θέμα επεσήμαναν στην «Κ» πως ο κ. Φίλης είχε αλλάξει την εγκύκλιο Λοβέρδου.
Ο «Καιρός» ανέφερε χθες ότι «η πρόσφατη ρύθμιση της διαδικασίας απαλλαγής κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθότι δεν υποσκάπτει τη συνταγματικά αναγνωρισμένη υποχρεωτικότητα του μαθήματος, εξασφαλίζει επαρκώς το δικαίωμα απαλλαγής σε όσους τη δικαιούνται και ορίζει διεξοδικότερα τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη χορήγησή της, συμβάλλοντας στην εύρυθμη λειτουργία των σχολείων. Είναι θετικό ότι για πρώτη φορά ορίζεται ο τρόπος διαχείρισης των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων από τις σχολικές μονάδες, έπειτα από πολλές δυσλειτουργίες που σημειώθηκαν κατά το παρελθόν».

Ενίσχυση αυτονομίας

Από την άλλη, ο Σύνδεσμος φωτίζει μία ακόμη προοπτική για το μάθημα. «Η αναμενόμενη θέσπιση του πολλαπλού βιβλίου μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της αυτονομίας του εκπαιδευτικού και του μαθητή στη διδακτική διεργασία, φτάνει να μη γίνουν τα διδακτικά βιβλία βορά αλλότριων συμφερόντων», λέει. Και καταλήγει με νόημα: «Αυτοί που προπαγάνδιζαν και επιδίωκαν για πολλά χρόνια την αποχή ακόμη και των Ορθόδοξων μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος, διακινώντας σωρό “γνωματεύσεων” και άλλων εντύπων για τον σκοπό αυτό και οι οποίοι ρίσκαραν το μέλλον των Θρησκευτικών με δικαστικές προσφυγές, ρίχνοντας νερό στον μύλο των υποστηρικτών της κατάργησης ή της συρρίκνωσής του, δεν μπορούν να παριστάνουν, σήμερα, τους κήνσορες του ζητήματος της απαλλαγής από τα Θρησκευτικά».

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

«Οι άλλες γλώσσες του Θεού. Ο διάλογος της θεολογίας με την τέχνη»

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 

Με ιδιαίτερη χαρά σας προσκαλούμε στην 4η Συνάντηση Θεολόγων που οργανώνει ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «Καιρός» για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης, από 14 έως 15 Μαΐου 2021, με θέμα: «Οι άλλες γλώσσες του Θεού. Ο διάλογος της θεολογίας με την τέχνη».


Λόγω των υγειονομικών περιορισμών, η Συνάντηση θα πραγματοποιηθεί Διαδικτυακά, σε περιβάλλον τηλεδιάσκεψης (zoom meeting).
Ο Διαδικτυακός σύνδεσμος, μέσω του οποίου μπορείτε να συμμετέχετε είναι: https://bit.ly/3u4Q9vT
Η εκδήλωση απευθύνεται στους θεολόγους της εκπαιδευτικής και της ακαδημαϊκής κοινότητας, στους εκπαιδευτικούς του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, σε ερευνητές και φοιτητές από τους χώρους της θεολογίας και της τέχνης και κάθε ενδιαφερόμενο. Την οργανωτική και την επιστημονική ευθύνη της συνεδριακής συνάντησης έχουν αναλάβει μέλη του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «Καιρός» για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης από το Παράρτημα της Θεσσαλονίκης και του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου. Η Συνάντηση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Για τη συμμετοχή δεν απαιτείται προεγγραφή. Θα δοθούν βεβαιώσεις συμμετοχής.
Διαβάστε το πρόγραμμα: εδώ 

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Η θέση του ζωγράφου και αγιογράφου Μπάμπη Πυλαρινού για το εξώφυλλο του βιβλίου Θρησκευτικών της Γ΄ Γυμνασίου

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για τα άστοχα και άκρως επικριτικά σχόλια που δημοσιεύθηκαν σε εκπαιδευτική ηλεκτρονική εφημερίδα για το εξώφυλλο του βιβλίου Θρησκευτικών της Γ΄ Γυμνασίου, ο ζωγράφος και αγιογράφος Μπάμπης Πυλαρινός, νηφάλια νομίζω πως δίνει την απάντησή σου. 
Πάντως, δεν χωρά αμφιβολία πως, ενώ βρισκόμαστε στην αρχή της σχολικής χρονιάς, τα μεταβατικά βιβλία Θρησκευτικών ήδη βρίσκονται στο στόχαστρο. Έχω τη γνώμη πως θα γίνουμε ξανά θεατές του γνωστού σκηνικού, που επί μια δεκαετία ήταν στο προσκήνιο με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών. Ελπίζω το μάθημα των Θρησκευτικών για ακόμη μια φορά να μη βρεθεί λαβωμένο. 


Η απάντηση του κ. Μπάμπη Πυλαρινού εδώ: Μπάμπης Πυλαρινός

Στο στόχαστρο τα μεταβατικά βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Δημοσίευμα σε Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα για την Παιδεία δίνει λαβή και βήμα σε εμπαθείς ομάδες, που είτε έχουν είτε δεν έχουν σχέση με το μάθημα των Θρησκευτικών, να επικρίνουν τα μεταβατικά βιβλία του μαθήματος, τα οποία από εφέτος θα διδάσκονται και στις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια. Το δημοσίευμα, της κατά τα άλλα «έγκριτης ηλεκτρονικής εφημερίδας» αναφέρει ότι, στην εικόνα του εξώφυλλου του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου έχει αφαιρεθεί ο σταυρός από το καμπαναριό κι έχει αντικατασταθεί από μια, «περίεργη» τη χαρακτηρίζει, «κατακόρυφη γραμμή». 


Τα σχόλια που συνοδεύουν την εν λόγω «εκπαιδευτική ενημέρωση» είναι ενδεικτικά της αμάθειας και της αισθητικής για την Τέχνη, ιδιαίτερα της Αγιογραφίας και, βέβαια, καταδεικνύουν την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού προς το πρόσωπο ενός σημαντικού καλλιτέχνη της εποχής-μας, του Μπάμπη Πυλαρινού. Σε σχόλιό μου προς την παραπάνω Ηλεκτρονική Εφημερίδα για την Παιδεία, δίχως ίχνος προσβολής προς τους άλλους σχολιαστές, θέλησα να αποκαταστήσω την αλήθεια, τονίζοντας την αξία του αγιογραφικού έργου του Μπάμπη Πυλαρινού, παρακινώντας μάλιστα τους σχολιαστές να επισκεφθούν την ιστοσελίδα του Μπάμη Πυλαρινού για να έχουν ολοκληρωμένη άποψη. Εις μάτην! Οι διαχειριστές της Ηλεκτρονικής Εφημερίδας για την Παιδεία δεν δημοσίευσαν το σχόλιό μου, το οποίο επαναλαμβάνω ούτε συκοφαντικό ούτε υβριστικό ήταν. 
Από μια έγκυρη Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα για την Παιδεία, θα περίμενε κανείς, τα δημοσιεύματά της να μην διακρίνονται για την προχειρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, θα περίμενε κανείς, να μην διακρίνονται και για την άγνοια των στόχων ενός μαθήματος που, κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, έχει βρεθεί στο στόχαστρο ποικίλων φονταμενταλιστικών ομάδων.

Υ.Γ. Η γνώση της Ζωγραφικής και της Αγιογραφίας δεν μπορεί να είναι ένα στατικό επίτευγμα. Σε κάθε εποχή, τα παραγόμενα καλλιτεχνήματά τους, προσβλέπουν σε ένα βαθύτερο και ευρύτερο προβληματισμό. 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: μάθημα για «γερά… νεύρα»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Με αφορμή την Εισήγηση Επιστημονικής Επιτροπής για τα Θρησκευτικά, της οποίας έργο είναι να εισηγηθεί: πρώτον τη βέλτιστη δυνατή μεταβατική λύση του ζητήματος, με στόχο την πλήρη συμμόρφωση των Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), για το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι τη συγγραφή και εφαρμογή των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του αντιστοίχου διδακτικού υλικού, και δεύτερον τους τρόπους και τις μεθόδους εφαρμογής των αποφάσεων του ΣτΕ, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), όσον αφορά σε όλες τις υπόλοιπες πτυχές των αποφάσεων αυτών, που συνδέονται με το μάθημα των Θρησκευτικών, με έμφαση στη διατήρηση της υποχρεωτικότητάς του και τη διαδικασία απαλλαγής των μαθητών/τριών, σίγουρο είναι ότι, γνωστοί για τις αγκυλώσεις-τους θεολογικοί και εκκλησιαστικοί κύκλοι θα ξαναστήσουν ακόμη ένα σώου για να πολεμήσουν και να ακυρώσουν όσα η Επιστημονική Επιτροπή προτείνει προς το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Αυτό για πολλοστή φορά θα σημάνει την απουσία θεολογικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα του μαθήματος, αλλά και την πλήρη διαστρέβλωση για το τι μάθημα Θρησκευτικών επιθυμούμε να έχουμε σ’ ένα σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο και, βέβαια, από τους παραπάνω θεολογικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, επιβολή στο ίδιο το μάθημα, στους διδάσκοντες (δασκάλους και θεολόγους) και στους μαθητές ενός εξαμβλωματικού νομικίστικου νάρθηκα. Ο Θεός κι η Παναγιά του Δεκαπενταύγουστου να βάλουν το χέρι-τους ούτως ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών να ξεπεράσει κι αυτόν τον σκόπελο. 


ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Αρσανάς στο Άγιον Όρος· 1935. Λάδι σε μουσαμά, 76 x 83 εκ.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Αναμασήματα δικαστικών αποφάσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, έγκριτη εφημερίδα, διάβασα την επιστολή του Εντιμολογιοτάτου κ. Ιωάννη Θ Χαΐνη, Ομότιμου Καθηγητού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (εδώ). Στην εν λόγω επιστολή ο κ. Χαΐνης, σχολιάζει τη γνωστή δίωξη που υπέστησαν οι διευθυντές τριών Γυμνασίων Νάουσας, όταν κλήθηκαν να καταθέσουν σε Αστυνομικό Τμήμα για το αν τελικά, μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), στα σχολεία τους διδάσκονταν οι Φάκελοι Μαθητών του μαθήματος των Θρησκευτικών (μτΘ) των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών (ΝΠΣ), μιας και αυτοί όπως είναι γνωστό ακυρώθηκαν από το ΣτΕ. Ο κ. Καθηγητής αρνείται ότι η κλήση των διευθυντών ήταν «προσπάθεια εκφοβισμού». Και μάλιστα παίρνει θέση υπέρ της Ένωσης Γονέων και Κηδεμόνων Νάουσας. Υποστηρίζει ότι σωστά ενήργησε. Με έμφαση μάλιστα τονίζει: «το ότι το μάθημα των Θρησκευτικών δεν έπρεπε να διδαχθεί με τα βιβλία που δόθηκαν είναι απολύτως ακριβές», υπενθυμίζοντας αρκετές πτυχές της υπ. αριθ. 660/2018 απόφασης του ΣτΕ και επισημαίνοντας παράλληλα πως «το ζήτημα είναι διοικητικής φύσεως και όχι της Ποινικής Δικονομίας». Επίσης, δεν χάνει την ευκαιρία να κατηγορήσει και το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δεν έλαβε υπ’ όψιν του παλαιότερες επιστολές του προς την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ για το ίδιο θέμα. 
Έχω τη ταπεινή γνώμη πως στην παραπάνω επιστολή του ο κ. Χαΐνης φάσκει και αντιφάσκει: από τη μια γράφει ότι το ζήτημα εφαρμογής της απόφασης του ΣτΕ «είναι διοικητικής φύσεως και όχι της Ποινικής Δικονομίας» και από την άλλη στην κυριολεξία αραδιάζει παραγράφους του Συντάγματος και της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, για να καταλήξει σε προτάσεις που, για τα εκπαιδευτικά πράγματα σ’ ένα σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο, είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Γράφει επί λέξει: «Προσωπικά προτείνω τα βιβλία των Θρησκευτικών ως προς το περιεχόμενό τους να μην τυπώνονται από το υπ. Παιδείας εάν δεν έχουν την έγκριση της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για το σχολικό έτος 2020-2021 να επανέλθουν για ένα χρόνο τα παλαιά βιβλία των Θρησκευτικών και να αποσυρθούν άμεσα τα βιβλία της θρησκειολογίας. Το υπ. Παιδείας ας το προσέξει αυτό για να μη δημιουργηθούν προβλήματα στο υπ. Παιδείας και τα οποία δεν θα είναι και τόσο ευχάριστα. Προτείνω το περιεχόμενο των βιβλίων και η έγκριση αυτών πρώτα να γίνεται από τη ΔΙΣ και το τυπικό μέρος ως προς την εκτύπωση να γίνεται από το υπ. Παιδείας. Έτσι την ευθύνη των Θρησκευτικών αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία έχει και το συνταγματικό δικαίωμα. Φιλοφρονήσεις δεν χωρούν σε θέματα πίστεως»· οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. 
Δια γυμνού οφθαλμού, ετούτες οι προτάσεις διακρίνονται για την άγνοια θεολογικής και παιδαγωγικής πραγματικότητας, και από την πίσω πόρτα εισάγουν στο σχολείο την επιστημονική ακύρωση των θεολόγων καθηγητών σε δύο θεμελιώδη ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με το επιστημονικό κύρος τους, όταν επιτυχώς τελειώνουν τις δύο θεολογικές σχολές της πατρίδας μας: τη θεολογική - παιδαγωγική ευθύνη και αυτοσυνειδησία τους. 
Με άλλα λόγια, για τον κ. Χαΐνη την ευθύνη για το αν ένας θεολόγος καθηγητής είναι άξιος καικατάλληλος να διδάξει το μτΘ σε ένα δημόσιο δημοκρατικό και σύγχρονο σχολείο, αντί να την έχει η Πολιτεία, πρέπει να την έχει η Διοικούσα Εκκλησία ή, ακόμη κι ο εκάστοτε μητροπολίτης μιας τοπικής Εκκλησίας. Φοβάμαι πως μια τέτοια εξέλιξη, που είναι πιθανή αν λάβουμε υπ’ όψιν τις περιπέτειες που τα τελευταία χρόνια περνά το μτΘ, (προσφυγές στα δικαστήρια, παραπληροφόρηση και κινδυνολογία από συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους κ.λπ.), θα επιφέρει το τελικό χτύπημα σ’ αυτό, με αποτέλεσμα την de facto υποβάθμισή του στο Ωρολόγιο Πρόγραμμα, αφού πια θα καθίσταται προαιρετικό. 
Μια πρόταση, την οποία όσοι εμπλεκόμαστε στα της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, καλό είναι σοβαρά άμεσα και πριν είναι αργά να συζητήσουμε. Την προτείνει ο αγαπητός φίλος και συνάδελφος κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου και τη σχολιάζει ο συνάδελφος Χάρης Ανδρεόπουλος, σε άρθρο του για το θεματικό τεύχος «Θρησκεία και Εκπαίδευση. Υπό το φως της πρόσφατης νομολογίας» του επιστημονικού περιοδικού Νομοκανονικά (εδώ). Γράφει ο κ. Ανδρεόπουλος για το άρθρο του κ. Γιαγκάζογλου «Παλινωδίες και αδιέξοδα στη θρησκευτική εκπαίδευση»: «η απόφαση του ΣτΕ χρειάζεται να συζητηθεί πιο πέρα από τη νομική θεώρησή της, διότι, κατά τη γνώμη του, σ΄ αυτή υπολανθάνει και ένα πλήθος άλλων ζητημάτων που δεν ανήκουν στο πεδίο της νομοθεσίας, αλλά αποτελούν αντικείμενο ευρυτέρου επιστημονικού διαλόγου της θεολογίας, της παιδαγωγικής και των άλλων ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών που σχετίζονται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη»· οι υπογραμμίσεις είναι ξανά δικές μου. 


ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ, Ο Χριστός σε δόξα με αρμονικές χαράξεις, μολύβι και κόκκινο κραγιόνι σε λαδόκολλα, Συλλογή Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Ο τραγέλαφος των δικαστικών αποφάσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Η παρακάτω «είδηση» κυκλοφορεί σε αρκετές ιστοσελίδες και blog: «Kλήθηκαν στην αστυνομία οι διευθυντές τριών Γυμνασίων της Νάουσας να καταθέσουν αν μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΤΕ) διδάσκονταν στο σχολείο τους ο Φάκελος Θρησκευτικών "Γαβρόγλου"» (βλ. εδώ). Δυστυχώς, κι αυτό το γράφω με πικρία, σε τέτοιες κωμικοτραγικές καταστάσεις οδήγησαν και συνεχίζουν να οδηγούν το μάθημά μας κάποιοι αρτηριοσκληρωτικοί εκκλησιαστικοί - θεολογικοί κύκλοι. Αν στο άμεσο μέλλον δούμε τα Θρησκευτικά να φιγουράρουν στα επιλεγόμενα μαθήματα, ή στη χειρότερη περίπτωση εξοβελιστούν κι αυτά από το Ωρολόγιο Πρόγραμμα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ας μη μας κακοφανεί. Ενώ οι υπαίτιοι θα 'χουν πάρουν τη συνταξούλα τους, δεν θα πάψουν να κοκορεύονται πως κάποτε πάλεψαν κι αγωνίστηκαν για τη διάσωση του "Ορθόδοξου" χαρακτήρα του μαθήματός μας - τρομάρα να τους 'ρθει - και, βέβαια, κάποιοι δήθεν προοδευτικοί κομματάνθρωποι (μπλε, πράσινοι, πορτοκαλί, κόκκινοι) δεν θα έχουν πρόβλημα να αναμασούν αυτό που, παλαιότερα, υποστήριζε ο πολύς πανεπιστημιακός καθηγητής Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «απομένει, βέβαια, το τεράστιο επί της ουσίας πρόβλημα της ενδεχόμενης αποκατάστασης των θεολόγων, διορισμένων, αδιόριστων ή σε λίστα αναμονής. Αυτή όμως είναι η μοίρα πολλών επαγγελμάτων που παύουν να αντιστοιχούν στις θεσμικές, κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Οι καθηγητές θεολόγοι θα κινδυνεύουν ίσως πράγματι να ακολουθήσουν τη μοίρα των σαγματοποιών, των ελληνοραπτών και των αείμνηστων λεμβούχων»· αυτά εγράφησαν στην εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, εν έτει 1995 (25 Ιουνίου), με αφορμή την Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 3356/95). Με γλαφυρό τρόπο τη σχολιάζει ο μακαρίτης Αθανάσιος Θ. Νίκας, σύμβουλος τότε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, (το παράθεμα από το βιβλίο του: Κατά καιρούς. Άρθρα και μελέτες εκπαιδευτικού περιεχομένου, Αθήνα 1996, σσ.100-101). Δυστυχώς!

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Ετερόφωτη και αυτόφωτη μάθηση

«Υπάρχει μια συγγένεια εκλεκτική μεταξύ αφ’ ενός της ετερόφωτης μάθησης και του δογματισμού, και αφ’ ετέρου της αυτόφωτης μάθησης και του κριτικού στοχασμού. Όσοι δέχονται ανέλεγκτα τις έτοιμες αλήθειες των άλλων και βολεύονται μέσα σ’ αυτές, γίνονται δογματικοί: “έτσι είναι τα πράγματα”, “δεν μπορούν παρά να είναι έτσι”, “πρέπει να είναι έτσι”. Αντίθετα η κριτική σκέψη τρέφεται από την αυτόφωτη μάθηση και την τρέφει: “θα βεβαιωθώ άμα πεισθώ μόνος μου”, “δείξε μου τους τίτλους της αλήθειας που πρεσβεύεις”, “πρώτος θα ομολογήσω την πλάνη μου, εάν την ανακαλύψω”. Πρόκειται για δύο στο έπακρο διαφορετικές όχι μόνο θεωρητικές αλλά προπάντων ηθικές στάσεις (τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς). Γι’ αυτό, τόσο τα χαρακτηρολογικά όσο και τα ηθικά γνωρίσματα των δύο τύπων είναι εντελώς αντίθετα. Ο δογματικός είναι απερίσκεπτος, πείσμων, αδιάλλακτος, φανατικός. Δεν σε αφήνει να αντιμιλήσεις, δεν επιτρέπει διαφωνίες. Αποφαίνεται με αποφθέγματα και εντυπωσιακές φράσεις. Επειδή δεν αισθάνεται την παραμικρή αμφιβολία για όσα υποστηρίζει, ο ίδιος γίνεται θύμα της βεβαιότητας και της ακαμψίας του. Είναι μισαλλόδοξος και επιθετικός. Απορρίπτει προκαταβολικά κάθε αντίθετη άποψη ως ανάξια λόγου ή γελοία· και αν τύχει η άποψη αυτή να έχει αιχμές που τις φοβάται, μαίνεται και τη χαρακτηρίζει εγκληματική, ολέθρια για την ανθρωπότητα. 
Ο άνθρωπος του κριτικού στοχασμού βρίσκεται στον άλλο πόλο. Αυτός προσέχει, εξετάζει, ζυγίζει, ελέγχει κάθε γνώμη που παρουσιάζεται με την αξίωση ότι είναι ορθή. Και δεν αποφαίνεται οριστικά παρά μόνο εάν πεισθεί ότι ικανοποιεί τους όρους της αλήθειας. Στη δική του άποψη δεν αναγνωρίζει περισσότερα από των άλλων τα προνόμια. Για να βεβαιωθεί μάλιστα ότι η θέση του είναι πραγματικά ισχυρότερη, όχι μόνο μ’ ευχαρίστηση ακούει τον αντιφρονούντα, αλλά και τον αναζητεί για να “διαλεχθεί” μαζί του. Ο δογματικός μονολογεί· ο κριτικός αγαπά και καλλιεργεί τη συζήτηση. Τη θέλει όχι τόσο για να διαφωτίσει τους άλλους, όσο για να διαφωτισθεί ο ίδιος. Ξέρει ότι μόνο με αυτό τον τρόπο φαίνεται καθαρή η αλήθεια, όπως ο χρυσός με τη φωτιά. (Η μεταφορά είναι του Πέρση ευγενή Αρτάβανου και αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, VII 10). Διαλεγόμενος ο κριτικός αγωνίζεται όχι να επιβάλει τη γνώμη του, αλλά να ζυγίσει την αξία της. Οι δογματικοί και όταν δέχονται να συζητήσουν, παραποιούν τον διάλογο· δεν μετακινούνται από τη θέση τους, έστω και αν τους αποδείξεις ότι πατούν σε σαθρό έδαφος. Μοιάζουν μ’ εκείνους που έρχονται να σε συμβουλευτούν, όχι για να πάρουν τη δική σου γνώμη, αλλά για ν’ ακούσουν από τα χείλη σου αυτήν που έχουν ήδη σχηματίσει… Αυταρχισμός και ιδεοληψία, μισαλλοδοξία και φανατισμός προσιδιάζουν στον δογματικό και ετερόφωτο, όχι στον άνθρωπο του κριτικού στοχασμού και της αυτόφωτης μάθησης.


Ε. Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ. (1973). «Η μάθηση», στο: Πρακτική Φιλοσοφία. Α΄ Βιοσοφία. Β΄ Μικρές τομές σε μεγάλα ζητήματα. Αθήνα: Δωδώνη, σσ. 62-63.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Η λοιμική του εμφύλιου θεολογικού «πολέμου»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αντί προλόγου

Η μακαρίτισσα γιαγιά-μου, αγράμματη μα θρήσκα γυναίκα, από την οποία έμαθα πάρα πολλά για την Ορθόδοξη πίστη-μας – πρώτη «μεταλαβιά» την ονομάζω – θυμάμαι συχνά να μου λέει την παροιμία «το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός»· και την εξηγούσε με τον δικό-της απλό και πρωτότυπο τρόπο: ότι δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλοί που πουλάνε την πίστη-τους στο Θεό σαν πραμάτεια, φτάνει αυτή η πίστη για δαύτους να είναι εξαργυρώσιμη και να έχει αντάλλαγμα… Ο νοών νοείτω. 

Πατρίδα-μας τα Θρησκευτικά

Κύμβαλα αλαλάζοντα όσοι εδώ και μια δεκαετία έχουν κηρύξει ανελέητο πόλεμο κατά των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών (ΝΠΣ) στο μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ). Δεν λένε να ησυχάσουν. Φωνασκούν και ξανά φωνασκούν, μετά βδελυγμίας. Λένε και ξανά λένε, γράφουν και ξανά γράφουν, τα ίδια και τα ίδια. Με τις δόλιες πρακτικές-τους, αντί να σκεφτούν σε τι λαβυρίνθους και σε τι περιπέτειες έχουν ρίξει το μάθημα των Θρησκευτικών, ούτε με τη νέα απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (εδώ και εδώ) είναι ευχαριστημένοι. Ο δογματισμός-τους και ο στείρος πέρα για πέρα νομικισμός-τους δεν λέει να κοπάσει. Σήκωσαν παντιέρα, πανηγυρίζοντας με τις καταδικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για τα ΝΠΣ, αλλά τηρούν σιγήν ιχθύος για το ότι με τη δική-τους συνεισφορά, από τούδε και εξής οι απαλλαγές στο μτΘ, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, θα γίνονται αναιτιολόγητα. Αλλά τι να πουν και τι να ομολογήσουν; Με τις αποφάσεις του ΣτΕ δικαιώθηκε, λένε και γράφουν, ο αγώνας τους για ένα μτΘ απαλλαγμένο από την πολυθρησκεία. Δικαιώθηκε όμως κι αγώνας της Ένωσης Αθέων για τις απαλλαγές. Και να σκεφθεί κανείς ότι, και τα δύο στρατόπεδα, χεράκι - χεράκι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη. Η πιο περίεργη «σύμπραξη» ετερώνυμων ομάδων πήρε σάρκα και οστά, στην πλάτη χιλιάδων συναδέλφων θεολόγων, με θύματα όχι μόνο τους ίδιους αλλά και το ίδιο το μτΘ, για το οποίο τώρα η νέα επιστημονική επιτροπή, καθ’ όλα άξια σε στελέχη (εδώ) καλείτε να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά», μήπως για ακόμη μια φορά διασωθεί το κύρος του μτΘ, τόσο από θεολογικής όσο κι από παιδαγωγικής πλευράς. Ότι η Πολιτεία αποφάσισε στη νέα επιστημονική επιτροπή να μην συμμετάσχουν μέλη συγκεκριμένου θεολογικού σωματείου, αυτό νομίζω πως δείχνει κάτι σημαντικό: ας ψάξουν, επιτέλους, γιατί οι αφεντιές-τους δεν έχουν ερείσματα στο θεολογικό και παιδαγωγικό εκπαιδευτικό κόσμο, ούτε βέβαια και στον πολιτικό. 
Ειλικρινά, λυπάμαι που τα γράφω όλα αυτά, κάνοντας οξεία κριτική σε συναδέλφους θεολόγους. Δεν τους απορρίπτω, ούτε τους κατακρίνω. Απεναντίας τους αγαπώ και νοιάζομαι για αυτούς, όπως νοιάζομαι και πονάω για όσα συμβαίνουν στο μτΘ. Ούτε, βέβαια, διεκδικώ το αλάθητο στις απόψεις και τις θέσεις-μου. Αν τους πικραίνω, ας με συγχωρέσουν. Όμως, αδυνατώ να σιωπώ. Ψάχνω να βρω τι τέλος πάντως είναι αυτό που εξακολουθεί να διχάζει τον θεολογικό χώρο. Κι όσο ψάχνω, «τόσο περισσεύουν τα γιατί», καθώς γράφει κι η Ρέα Γαλανάκη. 


Λεπτομέρεια από την εικόνα του Ι. Κορνάρου “Μέγας ει Κύριε“, με την παράσταση του “θαλασσίου Γέροντος” και ενός καραβιού που με κυβερνήτη το Χριστό αντιμετωπίζει νικηφόρα την τρικυμία (1770). Κρήτη. Μονή Τοπλού· στο: Μ. Ζ. ΚΟΠΙΔΑΚΗΣ. (2002). “Θάλαττα, θάλαττα!”. Η άλλη Ελλάδα, η θαλασσινή. Αθήνα: Υπουργείο Αιγαίου, σ. 47. 

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

«Ομολογιούχοι» θρησκευόμενοι

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

I. Φίλος αγαπητός, πολύ καλός γνώστης των θεολογικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων, αν και μη θεολόγος της σχολικής τάξης, μιας και δεν ακολούθησε το καθηγητικό επάγγελμα - καιρό είχαμε να μιλήσουμε στο τηλέφωνο - προχθές με ρώτησε: «Βρε Θανάση, τι γίνεται με αυτά τα Θρησκευτικά, τι αφορισμοί είναι αυτοί, κι από την μια κι από την άλλη μεριά;». «Γιατί αυτός ο εμφύλιος των θεολόγων;» «Άκουσε αγαπητέ μου», του είπα. «Πολλές φορές τα ‘χουμε πει. Είμαστε χρόνια φίλοι και σε πολλά συμφωνούμε. Άλλωστε μην ξεχνάς είχαμε καλούς δασκάλους στο πανεπιστήμιο, όταν σπουδάζαμε τη Θεολογία. Θα σου τα πω λίγο διαφορετικά σήμερα. Άκουσέ τα, λοιπόν: η μια μεριά, η ακραία, φοβάται. Φοβάται μήπως και η Ορθόδοξη πίστη των μαθητών μας πάθει καμιά σύγχυση από τον «θρησκειολογικό πολτό», όπως λένε, που διδάσκεται με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών. Η άλλη, η νηφάλια όπως συχνά σου τονίζω μεριά, που ξέρει καλά τα θεολογικά και παιδαγωγικά πράγματα, μολονότι κι αυτή έχει κάνει κάποια λάθη, μιλάει μόνον όταν την καλούν οι περιστάσεις, δηλαδή όταν κρίνει πως στο έργο εμάς των θεολόγων της σχολικής τάξης, παρεμβαίνουν οι μη ειδικοί». «Τι εννοείς;», με ρώτησε ξανά, χαμογελώντας. Κατάλαβα ότι κατάλαβε τι του είπα, αλλά σαν πειραχτήρι που είναι ο αγαπητός φίλος θεολόγος, θέλησα κι εγώ να τον πειράξω κι ευθέως του ξεστόμισα έναν αφορισμό τού μη θρησκευόμενου Λ. Βιττγκενστάιν: «Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείς τη λέξη “Θεός” δεν δείχνει ποιόν εννοείς, αλλά τι εννοείς». «Τάδε έφη ο φιλόσοφος Βιττγκενστάιν». «Καλός αφορισμός», μου είπε, «αλλά στους “ομολογιούχους” των Θρησκευτικών, σίγουρα θα προκαλέσει αμηχανία». «Μπράβο», του απάντησα, «καλά το λες, είσαι παλικάρι, αλλά επειδή χτυπάει το κουδούνι και μπαίνω στα πρωτάκια της Α΄ Λυκείου για μάθημα, όταν ανέβω στη Σαλονίκη θα τα πούμε κι από κοντά, όπως κάνουμε πάντα...»
Ο καλός αυτός φίλος, είναι από τους θεολόγους, που θέλει το μάθημα των Θρησκευτικών να είναι μάθημα ελευθερίας και η Εκκλησία να είναι Εκκλησία αγάπης και προσευχής. Ευτυχώς!

II. Οι παρακάτω τρεις εικόνες είναι σελίδες (ενδεικτικές) από τα «παλαιά» βιβλία Θρησκευτικών, τα οποία οι επικριτές των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών επιθυμούν να μπουν ξανά στις σχολικές τάξεις, μέχρι να εκπονηθούν νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, όπως λένε, (ΑΠΣ... πεισματωδώς υποστηρίζουν) κι όχι Προγράμματα Διαδικασίας («μα τι είναι αυτό που θα διδάξω εγώ; Είναι δυνατόν να διδάξω κείμενο του F. Lenoir που παρουσιάζει τον Ιησού ως φιλόσοφο;» διερωτόταν πριν δύο χρόνια συνάδελφος όταν είδε το Φάκελο Μαθήματος της Α΄ Λυκείου. Όμως, ο καλός συνάδελφος μάλλον δεν έβλεπε καλά ή έβλεπε μόνον ότι τον βόλευε, γιατί ο Φάκελος είχε κι άλλα παράλληλα κείμενα, Ορθοδοξότατα). Τέλος πάντων, επειδή θεωρώ ότι τα βιβλία Θρησκευτικών των ΑΠΣ είναι πολύ αξιόλογα διδακτικά εγχειρίδια, γραμμένα από συναδέλφους με ανοιχτό πνεύμα – ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο αξέχαστος Γιώργος Τσανανάς («Ποτέ δεν θα πεθάνουμε, κουφάλα νεκροθάφτη. Χριστός Ανέστη!») - η επάνοδός τους στη διδακτική πράξη είναι σίγουρο ότι, για ακόμη μαι φορά δεν θα ξεβολέψει τους επικριτές των ΝΠΣ από την εσωστρέφειά τους. Γι’ αυτό αναρωτιέμαι και συνάμα φοβάμαι, μήπως τα μαθητούδια της Α΄ και Β΄ Γυμνασίου πάθουν καμιά σύγχυση, όταν λόγου χάριν στα διδασκόμενα μαθήματα: «20. Ο προφήτης Μιχαίας: το όραμα της παγκόσμιας ειρήνης», (Α΄ Γυμνασίου), και «19. Η Κυριακή προσευχή (“Πάτερ ημών”): Στον καινούργιο κόσμο του Θεού οι άνθρωποι προσεύχονται», (Β΄ Γυμνασίου), δουν τα εικονιζόμενα πρόσωπα των φωτογραφιών. Λέω, μήπως, πάθουν σύγχυση κι απ’ αυτόν τον «θρησκειολογικό πολτό», για κάνω και λίγο χιούμορ. Αναρωτιέμαι, επίσης, μήπως ξανά οι επικριτές των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών, όταν τα παλαιά βιβλία επανέλθουν στις σχολικές τάξεις, χάριν της συνταγματικής «κανονικότητας» (τι λέξη κι αυτή, την υιοθετήσαμε κι εμείς οι θεολόγοι από τους πολιτικάντηδες), προσφύγουν ξανά στο ΣτΕ για να τα κρίνει ως ακατάλληλα για Ορθόδοξη διδαχή. Έτσι για να λέμε ότι παίζουμε πολύ καλά το παιχνίδι της κολοκυθιάς! Επιτέλους, ας σοβαρευτούμε. Γιατί και στα παλαιά βιβλία όχι μόνο του Γυμνασίου και του Λυκείου αλλά και Δημοτικού, υπάρχουν αναφορές σε άλλες θρησκευτικές πίστεις. Μόνο εκείνοι που αλληθωρίζουν δεν τις βλέπουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το καλό παλαιό βιβλίου Θρησκευτικών της ΣΤ΄ τάξης: «Αναζητώντας την αλήθεια στη ζωής μας», όπου στο έκτο κεφάλαιο γίνονται διακριτές αναφορές σε ετερόδοξους και αλλόθρησκους (Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες, Εβραίους, Μουσουλμάνους). Διακριτές, βέβαια, είναι και στα Νέα Προγράμματα Σπουδών, κι ας κινδυνολογούν οι επικριτές τους.





III. Ο καβγάς που έγινε για το τραγούδι «Ο μπαγάσας» του Νικόλα Άσιμου ήταν η αιτία να αποσυρθεί από τον Φάκελο Μαθήματος της Α΄ Λυκείου. Δες τε τώρα ένα ακόμη "παράδοξο", το οποίο οι επικριτές των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών κι αυτό αρνούνται να κατανοήσουν. Στο προηγούμενο βιβλίο Θρησκευτικών της Γ΄ Λυκείου, ο καλός συνάδελφος Θ. Ν. Παπαθανασίου, στην έκτη διδακτική ενότητα: «Οι εξτρεμιστές της ελευθερίας, την περίπτωση των "δια Χριστόν σαλών"», ως αφορμή γόνιμου προβληματισμού για συζήτηση προτείνει το τραγούδι "Εν κατακλείδι" του Παύλου Σιδηρόπουλου. Και δεν είναι μόνον αυτό. Σε άλλη ενότητα του διδακτικού εγχειριδίου, την εισαγωγική, πριν τη διδασκαλία των δύο μαθημάτων για την ηθική συνείδηση, τις εντολές και τα δόγματα, προτείνει την παράλληλη διδασκαλία κειμένων του Νίκου Καζαντζάκη (από τον Καπετάν Μιχάλη) και του Ηλία Βενέζη (από Το νούμερο 313128). Κι αυτά τα αποσπάσματα, στα 1999, κρίθηκαν ότι θα σκανδάλιζαν τους μαθητές, γι' αυτό και δεν εντάχθηκαν στη διδακτέα ύλη. Ωστόσο, προς τιμήν του ο συγγραφέας, σε άρθρο του στη Σύναξη υποστήριξε ότι, αποδέχθηκε τη γνώμη τής πλειοψηφίας τής κριτικής επιτροπής τού σχολικού εγχειριδίου, η οποία καθώς γράφει, επιχειρηματολόγησε με αγάπη, [βλ. Θ. Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. (1999). «Εδώ σε θέλω, κάβουρα. Μερικές προτάσεις για τη διδακτική πράξη των Θρησκευτικών», στη: Σύναξη. 71:97-107]. Επανέρχομαι, όμως, στο τραγούδι του Παύλου Σιδηρόπουλου κι ερωτώ: αντέχει η θεολογική κοινότητα άλλο καβγά για ακόμη ένα τραγούδι από τα "παλαιά" βιβλία Θρησκευτικών, παρόμοιο με του Νικόλα Άσιμου; Και το ερωτώ αυτό γιατί όπως και το «Εν κατακλείδι» έτσι και «Ο μπαγάσας», ακόμη και κατηχητικό – ομολογιακό μάθημα ο θεολόγος να κάνει στην τάξη θα πετύχει το διδακτικό του στόχο, υπό την εξής, βέβαια, προϋπόθεση: «ο λόγος της Κατηχήσεως για να είναι γνήσιος, δηλαδή εκκλησιαστικός, και για να γίνεται αντιληπτός, μετέρχεται και προσλαμβάνει τρόπους, μέσα και σχήματα καιρικά, όπως φωτισμένα η πατερική πρακτική εδίδαξε ανά τους αιώνες», [βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΓΚΑΚΟΣ. (2005). «Ο μπαγάσας (Σχεδίασμα μαθήματος)», στη: Σύναξη. 95:82–83)· και: «Ο μπαγάσας» του Νικόλα Άσιμου και η σπουδή της Ορθοδοξίας στη σχολική τάξη].