Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα Γαλανάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρέα Γαλανάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Είκοσι τέσσερα πεζά ποιήματα για τη γυναικεία ταυτότητα


«Μετά τη δικτατορία, οι γυναίκες ήταν αυτές που επέμεναν να κάνουν τον παραλληλισμό ανάμεσα στη λογοκρισία της πατριαρχίας και τη λογοκρισία του αυταρχισμού. Γι’ αυτές η ποίηση εξακολουθούσε να είναι ένα φόρουμ όπου εξερευνά κανείς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Το κέικ (που απαρτίζεται από είκοσι τέσσερα πεζά ποιήματα σε έξι ενότητες) είναι ένα μεταβατικό έργο που σηματοδοτεί το πέρασμα από την ποίηση στην πρόζα. Αποτελεί το πιο απερίφραστα φεμινιστικό έργο της Γαλανάκη μέχρι σήμερα».

KAREN VAN DYCK (Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Columbia), Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές στην ελληνική ποίηση 1967-1990, Άγρα 2002.

***

Το Κέικ (1980) είναι το μόνο μου έργο που εστιάζεται αποκλειστικά σε μια προσωπική μου ιστορία κι εξαντλείται σ’ αυτή, ενώ συνήθως ο «εαυτός» μου φιλτράρεται στα βιβλία μου μέσα από άλλα πρόσωπα, άλλους χρόνους και άλλες ιστορίες. Αποτελεί το πρώτο άνοιγμα της γραφής μου από τα μικρά επιγραμματικά ποιήματα στην αφηγηματική ποίηση, γραφή στην οποία γράφτηκε δυο χρόνια αργότερα και το Πού ζει ο λύκος;.
Η επανέκδοση του Κέικ συμπίπτει με το κλείσιμο πενήντα (και ενός) χρόνων συνεχούς παρουσίας μου στα γράμματα, από την έκδοση της ποιητικής μου συλλογής Πλην εύχαρις το 1975 · [από το οπισθόφυλο του βιβλίου].

***

«Όταν γεννήσεις, γιατί πάντα θα γεννήσεις· τότε θα κάνεις ένα πιο μεγάλο κέικ να μοσχοβολά. Όταν γεννήσεις και θα το μοιράσεις σε πολλά κομμάτια και πάνω σε κάθε κομμάτι θα υπάρχει ένα κερασάκι. Όταν γεννήσεις· και για να μοιράσεις τέτοιο κέικ θα χρειαστείς ένα μεγάλο· το σπαθί που χάρισες θα χρειαστείς, που το κρατά εκείνο το μπαλάκι του πιγκ πογκ, γιατί έτσι μοιάζει όπως τινάζεται στα ξαφνικά και σε ακολουθεί. Και μοιάζει να σε κυνηγά. Εδώ που στέκεσαι, ένα κομμάτι κέικ αχνιστό εδώ, σ’ αυτό το τρίστρατο· ένα κομμάτι κέικ βουτηγμένο στο δικό σου αίμα γιατί φοβάσαι τη γέννα όπως φοβάσαι τον κυνηγό κι όπως εσκέφτηκες τον άσπρο θάλαμο με φόβο. Ένα καταφύγιο. Σαν ξόρκι. Η νοσταλγία ενός καταφύγιου και αγκαλιάζεις με τα δυο χέρια σου τη μεγάλη σου κοιλιά· βυθίζεσαι στη μήτρα του παλιότερου μύθου· να σε κυοφορήσει, έμβρυο που κυοφορείς έν’ άλλο έμβρυο. Εκεί ευδαίμονη σιωπή και χαραγμένη μόνο από το ξερό τραγούδι της μπάλας του πιγκ πογκ. Έρχεται κατά δω, ξύλινο χελιδόνι πληγωμένο και κάθεται στη φούχτα σου. Το χαϊδεύεις. Το βάζεις φύλακα στα μάγια σου, να ψέλνει ώσπου να ψοφήσει».

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (2026). Το κέικ. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 29-30.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Γυναικείες συγγραφικές εμμονές

«[…] γράφω γιατί στα νιάτα μου έζησα μιαν εξέγερση και την καταστολή της, αλλά και το γύρισμα της σελίδας, και μέσα μου ακόμη δεν έχουν καταλαγιάσει ούτε οι αιτίες ούτε οι συνέπειες». ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ.

«Νιώθω πως αν μπορέσουμε να απελευθερωθούμε από τα δεσμά όλων των βεβαιοτήτων μας, όλα θα ήταν δυνατά». ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ.

«Και τι σημαίνει λογοτέχνης χωρίς τον μόχθο του με τις λέξεις, χωρίς την αγωνία του για την εκ νέου διατύπωση και ανάδειξή τους μέσα στην πρόταση;». ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ.

«Ο έρωτας τώρα, και δη οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, οι πικροί, οι σχεδόν απόκοσμοι ή “καταραμένοι”, που γεύονται το μέλι πάνω στο τεσκούρι… Γιατί άραγε είναι αυτοί κυρίως που κοσμούν τις σελίδες μου και όχι οι άλλοι; Πρώτα πρώτα, μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτηθώ ποιοι άλλοι; Ο έρωτας αν δεν έχει κάτι το ανέφικτο να διεκδικήσει, μεταναστεύει (ο Παπαγιώργης το είπε αυτό), και στο κάτω κάτω, συμβολιστικά αν το δούμε, στο χέρι του κρατάει βέλος που λαβώνει τις καρδιές κι όχι μεταξωτό γαντάκι ή ένα πούπουλο». ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ.

«Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος πλαστογραφίας – ενώ γράφεται τώρα, παριστάνει πως τάχα έχει γραφεί άλλοτε». ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ.

«Οι ήρωες και οι ηρωίδες μου κυκλοφορούν από βιβλίο σε βιβλίο σε πλέγμα αυτοαναφορών – μια ιδιότυπη προσωπική διακειμενικότητα – που αποτελεί το δικό μου μυθιστορηματικό σύμπαν». ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ.


«Χωρίς να αρνούνται τη γυναικεία τους φύση, οι έξι συγγραφείς ξεδιπλώνουν την ανθρωπινή τους υπόσταση, μιλώντας γι' αυτά που τις φοβίζουν και γι' αυτά που τις ωθούν στο γράψιμο και, ίσως, γι' αυτά που τις φρενάρουν». Ανταίος Χρυσοστομίδης. 

ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ (επιμέλεια). (2007). Συγγραφικές εμμονές. Ρέα Γαλανάκη – Λένα Διβάνη – Μάρω Δούκα – Ζυράννα Ζατέλη – Αθηνά Κακούρη – Ευγενία Φακίνου. Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 36, 47, 60-61, 79, 93, 113.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Η Αγία Σοφία του Ισμαήλ Καντερέ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Προχθές το μεσημέρι βρέθηκα στο Book and Art, βιβλιοπωλείο φάρο πολιτισμού στη Μυτιλήνη (εδώ)· ας μη το παραλείψω, οφείλω το παρακάτω ευχαριστήριο: η Βάλια άριστη βιβλιογνώστρια και ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου, ότι βιβλίο ζητώ και παραγγέλνω άμεσα μου το φέρνει. Ψάχνοντας στα ράφια άκουσα τη συζήτηση που έκαμαν τέσσερεις καλοί θαμώνες του βιβλιοπωλείου – ένας εξ αυτών ήταν ο σύζυγος της Βάλιας - για την Αγία Σοφία. Οι απόψεις-τους νηφάλιες με αφορμή το βαρύ κλίμα των ημερών για αυτήν. Με παρότρυνση της Βάλιας κατέθεσα κι εγώ τον προβληματισμό μου, αναλύοντας στους αγαπητούς συζητητές τη θέση του καλού καθηγητή στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ κ. Πέτρου Βασιλειάδη, που το 2014 σε ειδική μελέτη-του - τιτλοφορείται «Το τουρκικό πείραμα και το μέλλον της Αγίας Σοφίας» - καταλήγει στην παρακάτω πρόταση· απευθυνόμενος προσωπικά στον Ερντογάν, τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «[…]Προσωπικά υποστηρίζω ένα είδος επιστροφής όλων των τόπων λατρείας στην αυθεντική-τους χρήση. Αντίθετα από όλους σχεδόν τους οπαδούς της εκκοσμίκευσης, που επιμένουν στην παρούσα χρήση-τους ως μουσείων, προτιμώ να υπάρχουν – εν μέρει τουλάχιστον – ως λατρευτικοί τόποι. Αυτό λοιπόν που θα τολμούσα, πολύ φιλικά, να συμβουλέψω τον Τούρκο Πρωθυπουργό, βασισμένος και στην εμπειρία-μου από την προώθηση του διαθρησκειακού διαλόγου, είναι να εξετάσει την πιθανότητα να επιτρέψει στην Αγία Σοφία να χρησιμοποιηθεί, όχι μονομερώς από Μουσουλμάνους, αλλά επίσης και από (Ορθοδόξους) Χριστιανούς. Τρεις ώρες τις Παρασκευές για ισλαμική προσευχή, τρεις ώρες τις Κυριακές για Ορθόδοξη Λειτουργία, και την υπόλοιπη εβδομάδα να παραμένει ένας πολιτιστικός χώρος για όλους από κοινού, και για όλον τον κόσμο.[…]». Ολόκληρη η μελέτη του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη είναι αναρτημένη στο Academia.edu
Φεύγοντας από το βιβλιοπωλείο, περπατώντας στο στενό δρομάκι που οδηγεί στο ναό του Αγίου Συμεών, ήρθε στο νου-μου το βιβλίο του Ισμαήλ Καντερέ, διάσημου Αλβανού λογοτέχνη και συγγραφέα - τα βιβλία-του, όλα σχεδόν, κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου – Η Εκκλησία της Αγίας Σοφίας & άλλες ιστορίες. Αμέσως πήρα τηλέφωνο τη Βάλια και της είπα να το διαβάσει. Εχθές μου είπε ότι το παράγγειλε για να το διαβάσει πρώτα ο σύζυγός της. 
Η ιστορία της Αγίας Σοφίας του Ισμαήλ Καντερέ, ως λογοτέχνημα έχει νομίζω την αξία-της, αν όμως λάβουμε υπόψη μας όσα γράφει ο βαθύς γνώστης του έργου του Καντερέ Γάλλος συγγραφέας και λογοτέχνης Eric Faye στον πρόλογό του: «πιο σημείο του κόσμου μπορεί, καλύτερα από την Κωνσταντινούπολη, να συμβολίσει την συνάντηση των δύο αυτών τεκτονικών πλακών, της Ευρώπης και της Ασίας; Και, στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, ποιο άλλο σημείο μπορεί καλύτερα να ανακαλεί αυτήν την σύγκρουση από την Αγία Σοφία; Από την πλατεία με τα τζαμιά, η θέα απλώνεται ως την Ασία απ’ όπου, στα 1453, ήρθαν εκείνοι που προκάλεσαν την πτώση του Βυζαντίου. Βρισκόμαστε μετά το 1453, η πόλη έχει μόλις αλλάξει όνομα. Ένα αρχιτέκτονας (ο Γκιαούρ, ερμαφρόδιτος κι ο ίδιος που τον έχουμε στα Ταμπούρλα της βροχής) θα μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τόπο λατρείας τού Ισλάμ, διατηρώντας όμως ορισμένα από τα χριστιανικά χαρακτηριστικά της. Κάτω απ’ τον ίσκιο αυτού του οικοδομήματος συγκεντρώνονται όλα τα σύμβολα των Βαλκανίων: λαοί άλλοτε εκχριστιανισμένοι κι άλλοτε εξισλαμισμένοι· ονόματα άλλοτε εξισλαμισμένα, κι άλλοτε εκβουλγαρισμένα (δεκαετία του 1980)· τόποι λατρείας μεταμορφωμένοι, την εποχή του κομμουνισμού, σε αθλητικές αίθουσες ή μουσεία· τα Βαλκάνια δεν έπαψαν να είναι σαν τον Ιανό, με ένα πρόσωπο ασιατικό και ένα ευρωπαϊκό»[1]
Από λογοτεχνικής σκοπιάς τα αποσπάσματα που παρακάτω παραθέτω από την 23 σελίδων ιστορία «Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας», έχουν την αξία τους και συμπλέουν με ιστορικά γεγονότα. Υπό την αυστηρή, βέβαια, προϋπόθεση: «ο λογοτέχνης δεν υποκρίνεται τον ιστορικό. Η δική του ευαισθησία, όταν επιχειρεί τη σύνδεση του δικού-του παρόντος και μιας στιγμής του παρελθόντος, επικεντρώνεται στη μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και περιπέτειας μέσα από το πλαίσιο που του παρέχουν συγκεκριμένοι βίοι ή περιστατικά. Γι’ αυτό εξάλλου και υποστηρίζει ότι η εστίαση ενός λογοτέχνη σε ένα ιστορικό θέμα εντάσσεται στη διαχρονική σταθερή σχέση της λογοτεχνίας και του “παρελθόντος”», όπως πολύ σωστά γράφει η Ρέα Γαλανάκη[2]. Ετούτη η διαχρονικότητα της σχέσης της λογοτεχνίας με την Ιστορία, νομίζω πως στη σύντομη ιστορία του Καντερέ για την Αγία Σοφία είναι πραγματικότητα. Λέτε ο Ερντογάν να διάβασε τον Καντερέ και να μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί. Χαριτολογώ, βέβαια! Είναι προφανές ότι είναι αδύνατον. Ο Τούρκος Πρόεδρος αλλού έχει το μυαλό του: στο σουλτανάτο-του! 
Ιδού τα αποσπάσματα: 
[…]«Μεγαλειότατε, είναι αδύνατο να κάνετε πιο ωραία την Αγία. Σοφία», τόλμησε ν' αρθρώσει ο αρχιτέκτονας.
Ο σουλτάνος χαμογέλασε. Ο Γκιαούρ ήταν ο μόνος που τον αποκαλούσε Κύριο και Μεγαλειότατο, όπως συνήθιζαν οι χριστιανοί, κι αυτό του άρεσε. 
«Ναι, είναι δυνατό, Γκιαούρ», απάντησε. «Θα μετατρέψω την Αγία Σοφία από εκκλησία σε τζαμί. Κι εσύ, που είχες το θάρρος να πεις όχι, θα επιφορτιστείς μ' αυτό το έργο». 
Όλοι οι παρευρισκόμενοι περίμεναν να δουν τον αρχιτέκτονα να πέφτει στα γόνατα, να ζητάει συγχώρεση για το πρώτο-του «όχι», να προφέρει ένα δεύτερο πριν παραδώσει την ψυχή-του, να αναλύεται σε ευχαριστίες για την εμπιστοσύνη που του έδειχναν, να διαμαρτύρεται: «Σκοτώστε με, αλλά είμαι ανίκανος γι’ αυτή την πράξη», να ζητάει μια αναβολή, χρήματα, το θάνατο… Εκείνος όμως δεν έκανε τίποτε απ’ όλ’ αυτά στεκόταν μονάχα σαν απολιθωμένος, με το πρόσωπο άσπρο σαν σεντόνι. 
«Διάλεξα εσένα γιατί είσαι ο πιο ικανός και... ο πιο ενδεδειγμένος για κάποιον άλλο λόγο», συνέχισε ο σουλτάνος. «Εσύ μόνο βρίσκεσαι στην τομή: ούτε χριστιανός, ούτε μουσουλμάνος... Άκουσα ακόμα πως είσαι ένα πλάσμα υβριδικό, ούτε άντρας ούτε γυναίκα...». Το πρόσωπο του αρχιτέκτονα είχε γίνει πιο άσπρο απ' τον ασβέστη. Ο αυτοκράτορας είχε πάλι καρφώσει με τα μάτια το συνομιλητή-του στο μέσο του κορμιού-του. «Εμείς πιστεύουμε πως οι ερμαφρόδιτοι είναι ιεροί», πρόσθεσε με την ίδια κουρασμένη φωνή. «Να γιατί σου εμπιστεύομαι την καρδιά του κόσμου...». 
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια, και δεν πρόσμεναν απόκριση. Γυρίζοντας τη ράχη-του στην ομήγυρη, βγήκε, ακολουθούμενος από τη φρουρά-του.[…] 
[…]Ήταν δίχως αμφιβολία το μοναδικό οικοδόμημα στον κόσμο που υποβαλλόταν στη δοκιμασία μιας παρόμοιας μετάλλαξης. Ο αρχιτέκτονας δεν πίστευε πως ήταν ικανός να ξεριζώσει από μέσα-της το χριστιανισμό, έλπιζε μάλλον να την κάνει την πρώτη εκκλησία που θα φιλοξενούσε κάτω απ’ την ίδια στέγη τις δύο μεγάλες παγκόσμιες θρησκείες.[…] 
[…]Περνούσαν με κόπο τις βούρτσες-τους με τον ασβέστη πάνω στα πρόσωπα του Χριστού και της μητέρας-του. Όμως το στρώμα ήταν τόσο λεπτό που, μόλις στέγνωνε, άφηνε να ξαναφανούν καταρχήν το αγκάθινο στεφάνι, το πρώτο που έμοιαζε να σκίζει το κάλυμμα, έπειτα οι πληγές της σταύρωσης, και στη συνέχεια όλα τ’ άλλα. 
Οι αρχιμάστορες έρχονταν να τον συμβουλευτούν· στα πρόσωπά τους διάβαζες την ερώτηση που δε διατύπωναν: θα πύκνωναν επιτέλους τον ασβέστη; Ο αρχιτέκτονας έκανε το αντίθετο: τον αραίωνε, λες και ήθελε να του δώσει τη διαύγεια του ουρανού».[…]. 
[...]Πλησίασε την κολώνα, πρόσεξε πάνω-της μια αχνή κηλίδα από υγρασία, έπειτα έκλεισε τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε, έλπιζε πως κάποιο σημάδι θα είχε φανερωθεί μες στο χλομό κύκλο της κηλίδας. Μα ο κύκλος είχε μείνει απαράλλαχτος, ίσως λιγάκι πιο πυκνός, αλλά με μια γραμμή στη μέση σαν από κάποιο ράγισμα. Πλησίασε κι άλλο, ακούμπησε το μέτωπό του στον κορμό και περίμενε. Η κολόνα ήταν παγωμένη. Κι όμως, ένοιωθε ολοένα και πιο καθαρά ένα συγκρατημένο χτύπο που προερχόταν μάλλον απ’ το μέτωπό του. «Μίλα μου», ψιθύρισε ο αρχιτέκτονας πιέζοντας όλο το κορμί-του πάνω-της. «Δος μου ένα μήνυμα, αν σου είναι μπορετό».[..][3]
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι ενδεικτικά της λογοτεχνικής μαστοριάς του Καντερέ να μεταδώσει τον συμβολισμό της Αγίας Σοφίας, στη δυαδικότητα των τόπων «όπου διαφορετικοί πολιτισμοί έρχονται σε επαφή». Κι αυτό γιατί ο Καντερέ «δεν είναι ούτε μουσουλμάνος ούτε χριστιανός». 


[1] ΙΣΜΑΗΛ ΚΑΝΤΕΡΕ. (1996). Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες, μτφρ. Δέσποινα Σαραφείδου. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σσ. 10-11. 
[2] ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (1997). «Λογοτεχνία και Ιστορία», στο: Βασιλεύς ή στρατιώτης. Σημειώσεις, σκέψεις, σχόλια για τη λογοτεχνία. Αθήνα: Άγρα, σσ. 66-67. 
[3] Τα αποσπάσματα στις σσ. 21-22, 27, 28, 33.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Λογοτεχνία και ιστορικό παρελθόν

«Ωστόσο κάθε εποχή, κάθε καθρέφτης, έχει τα δικά του συστήματα ιδεών. Ετούτη ή εκείνη η ερμηνεία, που ένα ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός μπορεί να λάβει, ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν και με θεμελιώδη τρόπο στο συγκεκριμένο σύστημα ιδεών, στο οποίο συμβαίνει να καθρεφτίζεται τότε που ζει ή συμβαίνει. Κατά δεύτερο λόγο, μπορεί να επιδεχθεί κάποιες από τις ερμηνείες που προκαλεί η διαχρονική περιπέτεια των ιδεών. Έτσι, όταν ένας συγγραφέας γράφει για τα ιστορικά συμβάντα, οφείλει να μελετήσει και το συγχρονικό και το διαχρονικό είδωλο του αντικειμένου του από πηγές και βιβλιογραφία, εφόσον δεν θέλει να υπεραπλουστεύσει αυτό το εξαιρετικό σύνθετο σε ιδέες και πράξεις που είναι η ιστορία, ούτε βέβαια και το εξίσου σύνθετο που είναι η λογοτεχνία. Από κει και πέρα ο δικός του τρόπος, αν κάπου ενδέχεται να συγγενέψει με τρόπους των ιστορικών, ποτέ, και για κανένα λόγο, δεν πρέπει να θεωρείται ότι ταυτίζονται, γιατί από τη φύση τους είναι αδύνατον να ταυτιστούν.
»Στα παραπάνω θα ήθελα να προσθέσω δύο σχόλια: Πρώτον, ότι καμιά εποχή ή αντίληψη δεν επιτρέπεται να θεωρεί τον εαυτό της εξαιρετικά σοφότερο, επομένως επ’ άπειρον αυτάρκη. Δεύτερον, ότι ο καθρέφτης, που ανακαλεί, επιλέγει σύμφωνα με τις δικές του ιδιαιτερότητες εκείνο το οποίο για ένα διάστημα θα τον ενοικήσει ως είδωλο. Για τη λογοτεχνία η συγκίνηση πρέπει, νομίζω, να είναι μια από τις βασικές αιτίες επιλογής, αιτία που θα συμπλέξει βαθιά και για καιρό ένα πολύ συγκεκριμένο υποκείμενο με ένα από τα αμέτρητα σημεία του παρελθόντος. Η κινητήρια δύναμή της (και όχι η μόδα), από κοινού με το σεβασμό για ό,τι έχει οριστικά διαβεί και κάποιος κάποτε τολμά να το ανακαλέσει και το φανταστεί, θα συνδράμουν το συγγραφέα – που μέσα από τα κάτοπτρα του χρόνου δεν μπορεί να γράψει παρά για τη δική του εποχή και την ίδια του τη ζωή. Δίχως αυτή τη θυμική μέθεξη, αλλά δίχως κι αυτό το δέος μπροστά στο τελειωμένο κι όμως ατελεύτητο, αμφιβάλλω αν είναι δυνατή οποιαδήποτε αξία λόγου προσέγγιση του παρελθόντος. Και δεν μιλώ για τη λογοτεχνία μόνο»


ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (1997). «Λογοτεχνία και Ιστορία», στο: “Βασιλεύς ή Στρατιώτης”; Σημειώσεις, σκέψεις, σχόλια για τη λογοτεχνία. Αθήνα: Άγρα, σσ. 63-65.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

Ποιά Εξάρχεια και ποιά Μονμάρτρη;

Σχολιάζει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τις τελευταίες ημέρες με θλίψη διαβάζω και βλέπω όσα συμβαίνουν στα Εξάρχεια. Αναρωτιέμαι υπάρχει κανείς να αντιδράσει και να πει την αλήθεια, την τίμια εκείνη αλήθεια που κάθε νηφάλιος και ειλικρινής άνθρωπος, αγωνιά και ενδιαφέρεται γι’ αυτήν; Άραγε, τι μπορούμε να μαρτυρήσουμε για την εποχή μας; Έχω τη γνώμη πως στα ερωτήματα αυτά απαντά η εξαιρετική γραφή της Ρέας Γαλανάκη, στο πολύ καλό λογοτέχνημά της Η Άκρα Ταπείνωση, το οποίο καταγράφει όσα κατά καιρούς συμβαίνουν στο κλεινόν άστυ, την Αθήνα. Για όποιον δεν έχει διαβάσει την Άκρα Ταπείνωση, είναι μια ευκαιρία να αρχίσει εδώ και τώρα το διάβασμά της, για να νιώσει σύγκορμα την αλήθεια. Ιδού, λοιπόν, ένα μικρό κομμάτι αυτής της αλήθειας: «Τα χρόνια που κυκλοφορούσες ελεύθερα στους δρόμους της μητέρας πόλης, ήξερες ότι γύρω από το κάτω επίπεδο της πλατείας μυρμήγκιαζε καθημερινά το σούρτα – φέρτα των κατοίκων της σ’ αυτήν την αγορά που ταυτόχρονα ήταν και η Αγορά, με την αρχαία σημασία της λέξης, της σύγχρονης όμως Αθήνας, αφού τα μείζονα πολιτικά γεγονότα διαδραματίζονταν μέσα στην ευρεία περιφέρεια του κύκλου της».

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

Ποιητική άσκηση

                                     Διονυσίου του εκ Φουρνά 

«Τρεις κύκλοι ομόκεντροι ζωγραφισμένοι 
με το σοφό, με το καιρούς του χρόνου 
μήνες και ζώδια σε δώδεκα σπιτόπουλα, 
με τις επτά ηλικίες του άντρα, 
τον τάφο με τον δράκοντα και με τον θάνατο, 
τους αγγέλους κρατώντας τα ημίωρια. 

Η γοητεία μιας αφήγησης σκληρής, τελειωμένης, 
      αναντίρρητης».


ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (1994). «Πως ιστορίζεται ο μάταιος βίος του κόσμου τούτου», στο: Πλην Εύχαρις – Τα Ορυκτά. Αθήνα: Άγρα, σ. 50.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Δύο γυναίκες, δύο θεές

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ. (2018). Δυο γυναίκες, δυο θεές. Αθήνα: Καστανιώτη.


Με αφορμή το γλυπτό του Χαλεπά «Αθηνά βοσκοπούλα», η πρώτη νουβέλα εστιάζεται στα είκοσι οκτώ χρόνια που έζησε ο Χαλεπάς στην Τήνο, μετά το φρενοκομείο της Κέρκυρας και μέχρι να επιστρέψει στην Αθήνα, αναγνωρισμένος για δεύτερη φορά. Στο διάστημα αυτό, που ο θάνατος της μάνας μοίρασε στα δυο, ο Χαλεπάς δούλευε και ως βοσκός. Ποια ήταν η θυελλώδης σχέση με τη μάνα, πώς διασταυρώνονταν πρόσωπα και χρόνοι εντός του, γιατί «νεκραναστήθηκε» σ’ αυτό το διάστημα ο «παρίας γλύπτης», είναι κάποια από τα αινίγματα που θίγονται.
Το ερωτικό πάθος της Αριάδνης για τον ξένο κι εχθρό στη μινωική Κνωσό Θησέα εξιστορείται στη δεύτερη νουβέλα από την ίδια. Η αφήγησή της διαφέρει από τον μύθο που μας παρέδωσε η ελληνική αρχαιότητα. Όχι μόνον επειδή παίρνει τον λόγο μια γυναίκα, αλλά κι επειδή δίπλα στην ερωτευμένη κόρη αναδύεται το κύρος μιας πριγκίπισσας, ιέρειας και θεάς. Ωσάν να έπρεπε να κάνουν τα πράγματα τον μοιραίο, τον τελετουργικό τους κύκλο, ακόμη και σε έναν κόσμο που έφθινε καθώς αναδυόταν ο καινούργιος.
Στο Επίμετρο του βιβλίου η συγγραφέας παραθέτει τη βιωματική της σχέση με τις παραπάνω νουβέλες, που, ως όφειλαν, διαφέρουν αναμεταξύ τους σε πολλά.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].