Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Α. Ματσούκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Α. Ματσούκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

«Η θρησκευτική αρχή μέσα στον άνθρωπο εκφράζεται από τη γυναίκα»

«[…] αν ο Χριστός σώζη τον κόσμο, η Θεοτόκος είναι εκείνη που τον προστατεύει και εισάγει μέσα στην “απανθρωπία” του την τρυφερότητα της χάριτος. Αν ο Ντοστογιέφσκι ξεπερνά τις πιο σκοτεινές αβύσσους για να ριχτή στη χαρά, αυτό το οφείλει στη Μητέρα του Θεού, όπως δείχνει η σταθερή προσευχή του· “την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθιμι, Μήτερ του θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου”. Η Μητέρα του θεού είναι η Μεγάλη Μητέρα, “η πηγή της γης” (Γεν. 2,6). Η αλήθεια αυτή περιέχει μια μεγάλη χαρά για τους ανθρώπους. Η καταβρεγμένη γη, η τροφός γη, είναι η εικόνα του μητρικού κόλπου. Δια της Παρθένου, συμμετέχει στη γέννηση του Θεού και παρουσιάσει την κοσμική μορφή της γεννήσεως. Η προσέγγιση ανάμεσα στην Παρθένο και τον κόσμο είναι πολύ συχνή στα λειτουργικά κείμενα· “Γη αγαθή, ευλογημένη Θεόνυμφε, τον στάχυν η βλαστήσασα τον αγεώργητον και σωτήριον κόσμω, αξίωσόν με τούτον τρώγοντα σώζεσθαι” (προσευχή πριν τη Θεία Κοινωνία). Η κοσμική χαρά, ουράνια και γήινη, είναι σύμφυτη με την Μαριολογία. Πολλές προσευχές αποκαλούν την Παρθένο “χαρά κάθε δημιουργήματος” και προτρέπουν για τη χαρά, γιατί η Παναγία είναι η μορφή της θείας σοφίας. Δια μέσου της Παναγίας, η γυναικεία πνευματικότητα φαίνεται “σοφιανική” και συνδεδεμένη οργανικά με το Άγιο Πνεύμα».


ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ. (32002). Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου, μτφρ. Νίκου Ματσούκα. Θεσσαλονίκη: Πουρναρά, σ. 223.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Λίγες σκέψεις για τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο

Του Νικολάου Τσιρέβελου· Δρ Θεολογίας ΑΠΘ / ΕΔΙΠ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ


Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος (1929-2025) υπήρξε πρωτοπόρος της αναβίωσης της ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας στον κόσμο. Άνθρωπος του διαλόγου και της συμφιλίωσης εργάστηκε άοκνα για την ειρήνη και την ενότητα των Ορθοδόξων και των χριστιανών, αλλά και την αρμονική συνύπαρξη των θρησκευτικών ετεροτήτων.
Το επιστημονικό του έργο διέπεται από θεολογική εμβρίθεια και ταυτόχρονη αγωνία για ιεραποστολική αφύπνιση. Ανέπτυξε σπουδαίο εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο στην Αφρική, ενώ μέριμνά του υπήρξε η σάρκωση του λόγου του Θεού σε κάθε πολιτισμό. Τα χρονογραφήματά του αποτυπώνουν ρεαλιστικά τις ποικίλες δυσκολίες, αλλά και τη χαρά της διακονικής μαρτυρίας.
Μελέτησε τις Μεγάλες και Ζωντανές Θρησκείες με επί τόπια έρευνα και αντικειμενικό τρόπο. Διετέλεσε Καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ, υπήρξε Πρόεδρος (Συντονιστής) της Επιτροπής Παγκοσμίου Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού του ΠΣΕ, Επίτιμος Πρόεδρος της «Παγκοσμίου Διασκέψεως των Θρησκειών για την Ειρήνη» (2006 κ.ε.). Ως Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδας έθεσε τις βάσεις για τον επανευαγγελισμό μέσα από το κήρυγμα και τη χριστιανική αγωγή.
Το έτος 1992 η εκλογή του στην εκ θεμελίων κατεστραμμένη Εκκλησία της Αλβανίας αποτελεί την κορύφωση της ιεραποστολικής του διακονίας, ενώ μέχρι σήμερα κατόρθωσε μέσα από τεράστιες δυσκολίες να ανασυγκροτήσει την επί 23 έτη διαλυμένη Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Τα επόμενα έτη έλαβε πλήθος από τιμητικές διακρίσεις.
Έζησε και δίδαξε απλόχερα την Αγάπη του Χριστού, εργάσθηκε για την Ειρήνη, την Ενότητα και την Αλληλεγγύη με τρόπο αυτοθυσιαστικό και γι’ αυτό Αναστάσιμο.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον συνάντησα στο πλαίσιο της έρευνάς μου. Με ξάφνιασε με την απλότητα, την ειλικρίνεια, τη γαλήνη, το νηφάλιο λόγο και την πατρική του υποδοχή. Ένας άνθρωπος με οικουμενικό έργο, παγκόσμια ακτινοβολία και αποδοχή, και συνάμα τόσο προσιτός, ταπεινός, αλλά και προσωπικός στη σχέση του!
Για τον βίο και το επιστημονικό έργο του έχουν γραφτεί αρκετές βιογραφίες, μεταπτυχιακές εργασίες, διδακτορικές διατριβές και άρθρα, ενώ έχω την αίσθηση ότι τα επόμενα χρόνια θα αυξηθεί η έρευνα για την επιστημονική του εργασία.
Εν κατακλείδι, για τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο ισχύουν περισσότερο τα λόγια του Νίκου Ματσούκα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος είναι ο κατά Γρηγόριον Θεολόγον κατορθωκώς βίον και λόγον».
Αιωνία η μνήμη του!


Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

Φλόγα, φωτιά, φως και ήλιος ο ΘΕΟΣ

«Μπήκαμε στο εκκλησάκι της κορφής. Ο πάτερ Παχώμιος έξυνε με τα νύχια του τη γης, έψαχνε να βρει ίχνη από τους παλιούς τοίχους της βυζαντινής εκκλησιάς, μας έδειχνε θριαμβευτικά πέτρες πελεκημένες, τοξωτά, μικρές βυζαντινές κολονίτσες των παραθυριών, σταυρούς, γράμματα, παλιές δεξαμενές, έψαχνε μαινόμενος. Άξαφνα έσυρε μεγάλη κραυγή: είχε ανακαλύψει σ’ ένα μάρμαρο δύο βυζαντινά περιστέρια –σύμβολα του Αγίου Πνεύματος- με τα ράμφη ενωμένα. 
»Έβλεπα με δυσφορία την αγαθή αυτή ψυχή να κυριεύεται από τη στυγνή μανία να βρει, ν’ αναστυλώσει, ν’ ακινητήσει τη ζωή, όσο μπορεί, να μην αφήσει τα περασμένα να περάσουν. Απάνω στην κορυφή αυτή, όπου ο Θεός είναι φλόγα ασύλληπτη, κυματιστή, κατατρώγουσα, το πνέμα αυτής της ανασκαφής και της συντήρησης αηδίασε την καρδιά μου. 
Στράφηκα και του είπα: 
-Πάτερ Παχώμιε, πως φαντάζεσαι το Θεό; 
Ο Παχώμιος με κοίταξε ξαφνιασμένος, σκέφτηκε λίγο κι είπε: 
- Σαν Πατέρα που αγαπά τα παιδιά του. 
-Δεν ντρέπεσαι; Του φώναξα. Απάνω στο όρος Σινά τολμάς έτσι να μιλάς για το Θεό; Ο Θεός είναι πυρ καταναλίσκον! 
– Γιατί μου το λες; 
- Για ν’ αφήσεις όλα αυτά τα χαλάσματα να τα κάψει. Μη σαλεύεις τα χέρια, Παχώμιε, ενάντια στο Θεό!». ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (1999). Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, σσ. 116-117.

«Μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός, ή η βυθισμένη τούτη μνήμη, κοντά μου. Και είπα: “κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”. Ήταν μια εμπειρία που πρέπει να έρχεται πραγματικά πολύ σπάνια στη ζωή μας και τη φωτίζει ολόκληρη· δεν μπορεί κανείς ρηματικά να τη μεταδώσει. Φτάνει τόσο». ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. (1974). «Ξεστρατίσματα από τους ομηρικούς ύμνους», στο: Δοκιμές, τ. Β΄. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 245.

«Είπες εδώ και χρόνια: / “Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”». ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. (191998). Ποιήματα. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 280.

«...και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον». Προς Εβρ. 12,29.

«Φλόγα, φωτιά, φως και ήλιος πλημμυρίζουν το καζαντζακικό έργο». ΝΙΚΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ. (1989). Η ελληνική παράδοση στο Νίκο Καζαντζάκη. Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σσ. 18-24.

«Η αποθέωση του φωτός, που απαντά στα κείμενα και στις τελετουργίες της Ορθοδοξίας, δεν έχει το όμοιό της στην εξέλιξη των θρησκειών». ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗΣ. (2006). Η αυτοβιογραφία του φωτός. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 78.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Κόσμος σφαγείο!

«Η βία και η βιασύνη είναι καθαρώς ανθρώπινα γνωρίσματα και εφευρήματα. […] Τα πάντα μπορείς να πάρεις με τη βία, τίποτα δεν μπορείς να προσφέρεις».

«Πολλές φορές η πολιτική τής δύναμης, τυφλή και παράφορη, για μεγάλα αλλά φτηνά συμφέροντα σωριάζει ερειπιώνες, όπως οι γίγαντες της μυθολογίας όρη επί ορέων. Στις μέρες μας, με τη βοήθεια της τεχνολογίας και της πολύπλοκης οργάνωσης διωκτικών και πολεμικών συστημάτων, το κακό γίνεται ολοένα και περισσότερο αόρατο και επομένως δριμύτερα σατανικό».

«Στη σφαγή και στο αίμα κυλιέται ο μισός κόσμος / κι ο άλλος μισός ενημερώνεται κάθε μέρα / από εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. / Και δε νοιάζεται μη τυχόν κι αλλάξουν οι όροι: / αυτός να σφάζεται κι οι άλλοι να ενημερώνονται».


ΝΙΚΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ (1934-2006).

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Ξεφυλλίζοντας βιβλία για τον χρόνο

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«…Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς…»
Οδυσσέας Ελύτης, Το Μονόγραμμα.

Κάθε τέλος της χρονιάς και αρχή της νέας, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναζητούν απάντηση στο ερώτημα: τι είναι χρόνος; Φιλόσοφοι, θεολόγοι, θετικοί επιστήμονες και ποιητές, ο καθένας από δική του σκοπιά, εδώ και αιώνες, προσπαθούν να δώσουν σαφή απάντηση. Πριν λίγα χρόνια, όταν εκδόθηκε η συλλογή 1210 καταγραφών ενός από τους κορυφαίους των ελληνικών γραμμάτων, του Ζήσιμου Λορεντζάτου, ομιλώ για τα Collectanea –τις «χαμάδες» όπως ο ίδιος τις έλεγε- (εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2009), διαβάζοντάς τες έπεσα πάνω σε μια που αναφέρονταν στο χρόνο κι έμεινα έκπληκτος με τη σαφήνεια με την οποία ο εμβριθής κριτικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μιλά για τον χρόνο· διαπίστωσα μάλιστα πόσο κοντά είναι η σκέψη του στη βιβλική και πατερική παράδοση, η οποία θεωρεί ότι «δεν υφίσταται χρόνος ανεξάρτητος, αλλά οργανικά συνημμένως – συμφύεται τω κόσμω- με κάθε τρόπο, χώρο, κίνηση, συμβάντα και όλα τα συμπαρομαρτυρούντα», κατά Νίκο Ματσούκα, (Δογματική και Συμβολική θεολογία. Ανακεφαλαίωση και αγαθοτοπία. Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας. Θεσσαλονίκη 1997: Πουρναράς, σ. 182). Δια του λόγου το αληθές αντιγράφω όσα γράφει ο Λορεντζάτος: «Ο χρόνος είναι αχώριστος. Εμείς τον χωρίζομε σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όπως και ο χώρος. Εμείς τον χωρίζομε ή τον μετράμε. Ψευδαισθήσεις αυτά όλα δικές μας. Αλλά και ο χωροχρόνος είναι αχώριστος. Εμείς τον χωρίζομε σε χώρο και χρόνο. Ακόμα μια – τρίτη – ψευδαίσθηση. Αυτά είναι συμπεράσματα της φυσικής (όχι δικές μου ή δικές σου αποκαλύψεις). Και όμως ζούμε υποταγμένοι στις ψευδαισθήσεις αυτές, που για εμάς δεν είναι ψευδαισθήσεις (όπως η φυσική), αλλά σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα με τιμές πραγματικές και για το χρόνο (ο χρόνος είναι χρήμα) και για το χώρο (ο χώρος πουλιέται και αγοράζεται, γίνεται σύνορα με συνθήκες να τα κατοχυρώνουν, ή στρατούς να τα υπερασπίζουν και άλλους στρατούς να τα παραβιάζουν ή να τα διεκδικούν). Τελικά μεγάλες αμφισβητήσεις, γύρω από τα δύο αυτά μεγέθη, μπορούν να οδηγήσουν σε ατομικές, οικογενειακές ή ομαδικές διεκδικήσεις και αναστατώσεις, ακόμα και σε πολέμους, παγκόσμιους και τοπικούς – η ιστορία είναι γεμάτη – δίχως να παύουν οι ψευδαισθήσεις αυτές (που για εμάς δεν είναι) να είναι ψευδαισθήσεις. Αϊ να βρεις άκρη, λοιπόν, με τέτοια διάσταση ανάμεσα πραγματικότητα και ψευδαίσθηση, ανάμεσα ψέμα και αλήθεια. Ταυτόχρονα, όμως, η διάσταση αυτή μηδενίζεται με μια ανεπαίσθητη διόρθωση στην οπτική γωνιά μας. Παράξενος κόσμος», (σ. 591, καταγραφή 1007).
Ο δρόμος, όμως, για όποιον ψάχνει την έννοια του χρόνου, τόσο στη Φιλοσοφία και τη Θεολογία όσο και στην Ποίηση είναι ατέλειωτος. Διαβάζοντας σχετικά βιβλία, όσο και να θέλει να καταλήξει σε μια τελική απάντηση για το τι είναι χρόνος, δεν παύει να αναζητά.
Ευθύς αμέσως παραθέτω κάποια βιβλία που έχω κατά νου, οφειλή σε φιλομαθείς αναγνώστριες και αναγνώστες. Ομολογώ ότι το διάβασμά τους δεν είναι εύκολο εγχείρημα, μιας και διαπερνά δύσκολες φιλοσοφικές, θεολογικές, επιστημονικές και ποιητικές  θεωρήσεις για το χρόνο.
  • Giorgio Agamben. (2003). Χρόνος και Ιστορία: Κριτική του στιγμιαίου και του συνεχούς, μτφρ. Δημήτριος Αρμάος. Αθήνα: Ίνδικτος· εξαιρετικό βιβλίο με αναφορές στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο, τη Βίβλο, το Άγιο Αυγουστίνο, τον Καρτέσιο, τον Καντ, τον Νίτσε, τον Χάιντεγκερ.
  • Martin Heidegger. (2009). Η έννοια του χρόνου, μτφρ. Δημήτριος Υφαντής. Αθήνα: Ροές· μια διάλεξη και μια πραγματεία. Ιδιαιτέρα αξιόλογο έργο.
  • Martin Heidegger. (1978-1985). Είναι και Χρόνος. Πρόλογος – Μετάφραση - Σχόλια Γιάννης Τζαβάρας, ττ. 2. Αθήνα: Δωδώνη· μνημειώδες έργο.
  • Στέλιος Ράμφος. (2012). Time out: Η ελληνική αίσθησι του χρόνου. Αθήνα: Μούσες· ευσύνοπτη έκθεση από έναν κορυφαίο γνώστη του θέματος.
  • Φίλιππος Δρακονταειδής. (2018). Εκτός πλαισίου. Αθήνα: Εκκρεμές· πολύ καλή ανάλυση για το χρόνο στη σύγχρονη επιστήμη και την τεχνολογία.
  • Jean – Francois Lyotard. (2019). Το απάνθρωπο. Κουβέντες για το χρόνο, μτφ. Βασίλειος Πατσογιάννης. Αθήνα: Πλέθρον· βιβλίο άκρως σημαντικό.
Η βιβλιογραφική σοδειά για τον χρόνο δεν είναι μόνο η παραπάνω. Κατέγραψα ό,τι βρίσκεται στην προσωπική βιβλιοθήκη μου. Στα θεολογικά έργα ξεχωρίζει το κλασικό βιβλίο του Oscar Cullmann. (1997). Χριστός και Χρόνος. Αθήνα: Κέντρο Βιβλικών Μελετών Άρτος Ζωής, με γενική φροντίδα του Σάββα Αγουρίδη, σε αρχική μετάφραση Αρχιμ. Παλ. Κουμάντου και σε επιμέλεια κειμένου της Καίτης Χιωτέλη. Γι’ αυτό ο αξέχαστος Νίκος Ματσούκας, στον τρίτο τόμο της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, (Θεσσαλονίκη1997: Πουρναράς) γράφει ότι οι σύγχρονοι βιβλικοί θεολόγοι –μεταξύ αυτών και ο Culmann- «έχοντας a priori κατά νου το φιλοσοφικό σχήμα της δυαδικότητας άχρονης, νοητής αιωνιότητας και χρόνου, και θέλοντας να πουν ότι αυτό το πρότυπο δεν ισχύει στη βιβλική αποκάλυψη, δημιουργούν την εντύπωση ότι η Αγία Γραφή και τον ίδιο το Θεό τον θεωρεί χρονικό, όπως και την αιωνιότητά του, μια και φοβούνται τη δυαδικότητα άχρονης αιωνιότητας και χρονικής ιστορίας. Όμως κανένας τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει, ενώ η ασάφεια αυτή των βιβλικών θεολόγων αδικεί κατάφωρα την πατερική θεολογία, την οποία εύκολα μπορούν να θεωρήσουν ως εξελληνισμένη! Απλούστατα, μύριες όσες εικονικές παραστάσεις της Αγίας Γραφής προβάλλουν πρώτα τον απόλυτα απρόσιτο Θεό (επομένως άχρονο και ριζικά διαφορετικό από την κτίση, και έπειτα τον ίδιο παρόντα μέσω της δόξας του στην κτίση και την ιστορία. Άλλη είναι η αιωνιότητα του Θεού, ως απόλυτη και άλλη η αιωνιότητα της κτίσης και του ανθρώπου ως εξαρτώμενη κι σχετική. Χρονική είναι η αιωνιότητα ολάκερης της κτίσης, αισθητής και νοητής, σε μια άπαυστη πορεία –εξού η ριζική διαφορά από τη δυαδικότητα της φιλοσοφίας-, ενώ η αιωνιότητα του Θεού είναι ριζικά διαφορετική από την αιωνιότητα της χρονικής της δημιουργίας. Καμιά σχέση, λοιπόν, προς το πρότυπο της δυαρχικής φιλοσοφίας έτσι κι αλλιώς, τόσο του βιβλικού κόσμου, όσο και της ερμηνεία των θεολόγων πατέρων», (σ. 342).
Για να καταλάβει κανείς τι είναι ο χρόνος, από θεολογική βέβαια σκοπιά, οφείλει να αναμετρηθεί όχι μόνο με τα έργα των θετικών επιστημών αλλά και με τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Παραπάνω ανέφερα τον Νίκο Ματσούκα, κορυφαίο δάσκαλο θεολόγο στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, που στο μνημονευθέν έργο του αφιερώνει κάμποσες σελίδες για τον χρόνο και την αιωνιότητα, αντιπαραβάλλοντας τη θεολογία των Πατέρων, κυρίως του Μεγάλου Βασιλείου, με φιλοσοφικές σκέψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Εκείνο, ωστόσο, το έργο του που κάνει εκτενή λόγο για το χρόνο είναι το: Επιστήμη, Φιλοσοφία και Θεολογία στην Εξαήμερο του Μεγάλου Βασιλείου (2η έκδοση, Θεσσαλονίκη 1990: Πουρναράς), όπου και η διαπίστωση για «άχρονο (ή υπέρχρονο) Τριαδικό Θεό», σε σαφή αντιδιαστολή με την «παροδικότητα και τη χρονικότητα κάθε κτιστής πραγματικότητας», (σ. 148). Η έγνοια του σοφού πανεπιστημιακού δασκάλου να δείξει πόσο σημαντική είναι η προσφορά της θεολογικής σκέψης στον πολιτισμό και την επιστήμη, φαίνεται και σ’ ένα άλλο βιβλίο του, το: Νεοελληνικός πολιτισμός και διανόηση, (Θεσσαλονίκη 2006: Πουρναράς). Και σ’ αυτό, δεν χάνει την ευκαιρία, με εξαιρετική μαστοριά λόγου και πειθώ να αναφέρει τα εξής αποκαλυπτικά, σε ειλικρινή πάντοτε διάλογο της θεολογίας με την επιστήμη, στον οποίο πίστευε ακράδαντα: «Ενώ , λοιπόν, από τον Αριστοτέλη ως τον Νεύτωνα ο χρόνος θεωρείται ως μια ανεξάρτητη διάσταση, κατά τη θεολογία χρόνος και κόσμος, χρόνος και δημιουργία με άλλα λόγια, συμφύονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Θεολογικά είναι εσφαλμένη κατά πάντα η άποψη ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εν χρόνω· τα πάντα δημιουργήθηκαν με το χρόνο. Επομένως κόσμος και χρόνος είναι πραγματικές διαστάσεις, αδιαχώριστες εξολοκλήρου. Εν προκειμένω ο Μ. Βασίλειος με χαρκατηριστικές εκφράσεις έχει επισημάνει τούτη την ολοκληρωτική συμφυία κόσμου και χρόνου αφενός, και το ασύλληπτο του χρόνου αφετέρου. Μαζί με τον κόσμο και όλα τα συνυπάρχοντα με αυτόν ο χρόνος ρέει ακατάπαυστα. Έτσι είναι άπιαστος εξολοκλήρου, αφού το παρελθόν είναι άφαντο, τα μέλλον αναμένεται και το παρόν πριν καν γίνει γνωστό, δραπετεύει από την αίσθησή μας. "Συμφυής άρα τω κόσμω και τοις εν αυτώ ζώοις τε και φυτοίς η του χρόνου διέξοδος υπέστη, επειγομένη αεί και παραρρέουσα μηδαμού παυομένη του δρόμου. Ή ουχί τοιούτος ο χρόνος, ου το με παρλεθός ηφανίσθη, το δε μέλλον ούπω πάρεστι, το δε παρόν πριν γνωσθήναι διαδιδράσκει την αίσθησιν;"», (Εις την Εξαήμερον PG. 29, 13B). Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός δάσκαλος δεν παραλείπει μάλιστα να αναφέρει και την εξάρτηση του Αυγουστίνου από τον Μ. Βασίλειο, γεγονός που αγνοούν μερικοί διανοούμενοι της νεοελληνικής κοινωνίας μας, αφού με την πεισματική εμπάθειά τους προς τη Θεολογία δείχνουν την επιστημονική αλαζονεία τους, (σσ. 99-102).
Στις θεολογικές μελέτες για τον χρόνο συγκαταλέγεται και εκείνη του επίσης πανεπιστημιακού δασκάλου στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, του αείμνηστου Δημητρίου Γ. Τσιάμη. Όσοι είχαμε την τύχη να τη διαβάσουμε στα φοιτητικά μας χρόνια κατά τη δεκαετία του 1980, θα θυμόμαστε τις σημειώσεις σε δύο τόμους του βιβλίου του: Εισαγωγική στην πατερική σκέψη. Ενώ ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει μελέτες για την χριστιανική ανθρωπολογία, τη βίωση της εν Χριστώ ζωής κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο, την ειρωνεία στα αντιαιρετικά συγγράμματα του Μ. Βασιλείου, την έννοια της μεσότητας κατά τον άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, την παράδοση και την ανανέωση, την πίστη και τη γνώση κατά το Γρηγόριο Θεολόγο και τη θέωση κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά –όλες ανεξαιρέτως είναι αξιόλογες-, στον δεύτερο τόμο, οι μελέτες του Δημητρίου Τσιάμη αναφέρονται στην ορθόδοξη κοσμολογία, με ειδική αναφορά στη διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και του Μ. Αθανασίου, καθώς και στις έννοιες ογδόη ημέρα, άγγελοι - δαίμονες. Σ’ αυτές, ο συγγραφέας εκκινώντας από τη θεώρηση του χρόνου κατά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, οικοδομεί μια ορθόδοξη θεώρηση, με ερμηνευτικά κλειδιά «εκχριστιανισμού φιλοσοφικών ιδεών», τα οποία θα ζήλευαν οι θετικοί επιστήμονες.
Φιλοσοφία και Θεολογία άλλοτε σε σύνθεση κι άλλοτε σε αντίθεση, για την έννοια του χρόνου, ουδέποτε έπαψαν η καθεμιά να καταθέτει την άποψή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος και ο βυζαντινός φιλόσοφος και θεολόγος Νικόλαος Μεθώνης. Για τις αντιθετικές θέσεις τους έχει γράψει δύο άρθρα ο Χρήστος Τερέζης, Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Το πρώτο είναι δημοσιευμένο στο περ. Δωδώνη, τ. ΚΑ΄ (1992), της Επιστημονικής Επετηρίδας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με τίτλο: «Η έννοια του “χρόνου” κατά τον Νικόλαο Μεθώνης». Το δεύτερο άρθρο δημοσιεύθηκε στην Φιλοσοφία, την Επετηρίδα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τ. 23-24 (1993-1994), με τίτλο: «Η έννοια του χρόνου στο έργο “Στοιχείωσις Θεολογική” του νεοπλατωνικού Πρόκλου». Και στα δύο άρθρα οι έννοιες χρόνος και αιών διερευνούνται στο πλαίσιο της διαφοροποίησης ανάμεσα στη φιλοσοφική και τη θεολογική θεώρησή τους, εξού και τα διαφορετικά συμπεράσματα· για τον μεν Πρόκλο α) ο χρόνος αποτελεί «αντικειμενική πραγματικότητα με αυτόνομους όρους ανάπτυξης, είναι προϋποθετικός και οριοθετικός διαδικασιών και εκφράζει μια ανεξάρτητη από τις εξ υποκειμενικές μορφές εποπτείας κατάσταση», β) «λειτουργεί ως μια δυναμική μεταβολών», αποκλείοντας «τα στατικά κοσμικά συστήματα», μεταφέροντας «στον κόσμο της εμπειρίας ό,τι διατηρεί από το μεταφυσικό αρχέτυπό του, τον αιώνα» και γ) «εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για μια αέναη κοσμική αρμονία, είναι ο όρος υπέρβασης του χάους και της αταξίας και εισάγει στην περιοχή των αισθητών όντων αριθμητικές αναλογίες τέτοιες που αρθρώνουν ένα συνεκτικό σύστημα νόμων», (σσ. 211-212)· για τον δε Νικόλαο Μεθώνης, με τις θέσεις του να είναι ευρύτερα ενταγμένες στην διδασκαλίας της ορθόδοξης παράδοσης. Στο έργο του: «Ανάπτυξις της Θεολογικής Στοιχειώσεως Πρόκλου Πλατωνικού Φιλοσόφου», α) «αποκλείει οποιαδήποτε εκδοχή του χρόνου ως a priori μορφή εποπτείας του νοούντος αντικειμένου» και β) «η χρονική διαδοχή είναι αντικειμενικό γεγονός οντικής αιτιολόγησης και καθίσταται εμπειρικά διαπιστώσιμη στο πλαίσιο του κοσμικού γίγνεσθαι και των κινητικών μεταβολών», (σ. 109).
Στη Φιλοσοφία της Ιστορίας τα ερωτήματα «για ποιο λόγο συνδέουμε γεγονότα καλύπτοντας χάσματα αιώνων ή χιλιετηρίδων;» και «τι εκφράζει αυτή η ανάγκη μας για ανάγνωση συνέχειας, συγγένειας, συνδέσεως;», φέρνουν στο προσκήνιο την έννοια της χρονικής κλίμακας, η οποία είναι καθοριστική για τη σπουδή της Ιστορίας και βασική προϋπόθεση για τη φιλοσοφική ανάγνωσή της. Χάρη σ’ αυτή την χρονική κλίμακα διακρίνουμε σημαντικές περιόδους της Ιστορίας· γι’ αυτό και είναι απαραίτητη, στη γραμμική διάσταση όπου το παρελθόν είναι ό,τι προηγείται του παρόντος και το μέλλον ό,τι έπεται. Ο Παναγιώτης Δρακόπουλος, στο εξαιρετικό βιβλίο του: Μεσαίωνας. Ελληνικός και Δυτικός, (Αθήνα 1985: Εποπτεία) που, επί τέσσερεις δεκαετίες από τη χρονιά που εκδόθηκε, παραμένει αξεπέραστο, για να τονίσει τη σημασία της χρονικής κλίμακας χρησιμοποιεί «λέξεις αγιασμένες από τον Ηράκλειτο» (τωρινός, περασμένος, αναμενόμενος, σύγχρονος), υποστηρίζοντας πως το μεγαλύτερο μέσο της κοσμολογίας του Εφέσιου φιλοσόφου είναι «φιλοσοφία για τη ροϊκή κίνηση του ανθρώπου», (σσ. 15-20).
Το πόση σημασία δίνει η επιστήμη στην έννοια του χρόνου αποδεικνύεται από τη βιβλιογραφία η οποία, κυρίως, προέρχεται από τις φυσικές επιστήμες. Οι περιπτώσεις του Stephen Hawking και του Γιώργου Γραμματικάκη είναι χαρακτηριστικές για τον τρόπο που μιλούν για τον χρόνο. Ο Hawking, στην αντίληψη πολλών ειδικών και μη ειδικών, θεωρείται άθεος. Η άρνηση της ύπαρξης του Θεού, στη Δύση, δεκαετίες τώρα, δεν χωρά αμφιβολία πως προέρχεται από την άγνοια κορυφαίων επιστημόνων -όπως άλλωστε ήταν ο Hawking- φιλοσοφικών και θεολογικών έργων της Ανατολής. Έχω τη γνώμη ότι ο Hawking αν διάβαζε έργα των N. Μπερντιάγιεφ, George Steiner, Χρήστου Μαλεβίτση, Χρήστου Γιανναρά, Νίκου Ματσούκα –ενδεικτικές εδώ οι αναφορές των ονομάτων- θα απαντούσε με διαφορετικό τρόπο στια ερωτήματα που του τέθηκαν στο τελευταίο, για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα βιβλίο του, το: Σύντομες απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα, (μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, Αθήνα 2018). Παρότι άθεος, όπως δηλώνει, ο Hawking στο βιβλίο του: Το χρονικό του χρόνου, (Αθήνα 1997: Κάτοπτρο), σε κάποια σημεία κάνει έναν «ιδιότυπο λόγο» περί Θεού. Γράφει: «Μέσα σ’ ένα αμετάβλητο Σύμπαν μια αρχή στο χρόνο είναι κάτι που πρέπει να έχει επιβληθεί από κάποιο ον έξω από το Σύμπαν· δεν υπάρχει μια φυσική αναγκαιότητα που να επιβάλλει την ύπαρξή της. Θα μπορούσε λοιπόν να φανταστεί κανείς ένα παντοδύναμο Θεό που να δημιούργησε το Σύμπαν σε οποιαδήποτε στιγμή του παρελθόντος το θέλησε. Αντίθετα, αν το Σύμπαν διαστέλλεται, μπορούν να υπάρχουν φυσικοί λόγοι που να επιβάλλουν μια αρχή του χρόνου. Θα μπορούσε λοιπόν και τώρα να φανταστεί κανείς ένας Θεό που δημιούργησε το Σύμπαν τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, ή ακόμη και μετά, με ένα ακριβώς τρόπο που να φαίνεται σαν να είχε υπάρχει κάποτε μια Μεγάλη Έκρηξη. Δεν θα είχε όμως νόημα να υποθέσει κανείς ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε πριν τη Μεγάλη Έκρηξη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένα διαστελλόμενο Σύμπαν δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης του Θεού, βάζει όμως χρονικούς προσδιορισμούς στην παντοδυναμία του! […]
[…] Ο τελικός αντικειμενικός σκοπός της φυσικής είναι μία μοναδική θεωρία που να περιγράφει ολόκληρο το Σύμπαν. Η προσέγγιση όμως που σήμερα ακολουθούν οι περισσότεροι επιστήμονες συνίσταται στο διαχωρισμό του προβλήματος σε δύο μέρη. Κατά πρώτον, υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι· αυτοί καθορίζουν την εξέλιξη του Σύμπαντος, το πώς αλλάζει το Σύμπαν με τν πάροδο του χρόνου. (Αν γνωρίζουμε πως φαίνεται το Σύμπαν σε κάποια χρονική στιγμή, οι φυσικοί νόμοι περιγράφουν πω θα φαίνεται σε κάποια επόμενη). Κατά δεύτερον, υπάρχει το ερώτημα για την αρχική κατάσταση του Σύμπαντος. Μερικοί νομίζουν πως η επιστήμη της φυσικής πρέπει να ασχολείται μόνο με το πρώτο μέρος του προβλήματος. Θεωρούν ότι το ερώτημα για την αρχική κατάσταση του Σύμπαντος ανήκει στο χώρο της μεταφυσικής ή της θεολογίας. Φαντάζονται ένα Θεό που, επειδή είναι παντοδύναμος, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα Σύμπαν σε οποιαδήποτε αρχική κατάσταση ήθελε. Αν είναι έτσι, τότε θα μπορούσε επίσης να το δημιουργήσει έτσι που να αναπτύσσεται με εντελώς τυχαίο τρόπο. Φαίνεται, όμως, ότι το Σύμπαν εξελίσσεται με πολύ κανονικό τρόπο, σύμφωνα με κάποιους νόμους. Είναι λοιπόν εξίσου λογικό να υποθέσουμε ότι υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την αρχική κατάσταση του Σύμπαντος, όπως ακριβώς υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την εξέλιξή του», (σσ. 30, 32-33)[*].
Σε αντίθεση με τον Χόκινγκ, η συμβολή του Γιώργου Γραμματικάκη είναι πολύ κοντά στην ελληνική φιλοσοφική και θεολογική παράδοση. Στα δύο βιβλία του: Η Κόμη της Βερενίκης, (Ηράκλειο: 1998, με πάρα πολλές επανεκδόσεις) και: Η Αυτοβιογραφία του Φωτός, (Ηράκλειο: 2006, κι αυτό με πολλές επανεκδόσεις· και τα δύο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), ο συγγραφέας κάνει πλείστες αναφορές στο πως ελληνική φιλοσοφία και θεολογία μιλούν για τη γένεση του κόσμου και την εμφάνιση της ζωής. Στην προκειμένη περίπτωση, σημαντικές είναι και οι επισημάνσεις στο βιβλίο του: Ένας Αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής, (Ηράκλειο 2013: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Γράφει: «Αξίζει […] να φανταστούμε κι εδώ μιαν επανάσταση. Μια επανάσταση όμως αλλιώτικη από τις άλλες: την πειρατεία του χρόνου! Ας υποθέσουμε ότι μια επαναστατική οργάνωση, που έχει στον πυρήνα της παιδιά και ποιητές, καταλαμβάνει το Γραφείο Μέτρων και Σταθμών στο Παρίσι. Δεν θα είναι άλλωστε δύσκολο: ένας φύλακας και εξειδικευμένοι επιστήμονες αποτελούν το προσωπικό τού Γραφείου. Καθώς λοιπόν η Επαναστατική Επιτροπή κηρύσσει την απελευθέρωσή μας από το χρόνο και τον καταπιεστικό του μηχανισμό, μια νέα – άχρονη – εποχή αρχίζει για την ανθρωπότητα. Στο σχετικό διάγγελμά της η Επιτροπή, που αποτελείται από ποιητές και παιδιά, αναφέρει ότι για να αποφευχθούν η σύγχυση και ο πανικός, όπως και άλλες δυσάρεστες συνέπειες, ο παγκόσμιος χρόνος θα σιγήσει οριστικά με την έλευση του Νέου Έτους, ώρα 12 τα μεσάνυχτα ακριβώς. Το διάγγελμα καταλήγει με μια έκκληση στους “προλετάριους όλου του χρόνου” να ενωθούν.
»Χαράς ευαγγέλια από εκείνη την ιστορική στιγμή που ο παγκόσμιος ιστός τού χρόνου θα παύσει να υπάρχει! Καθώς στο εξής κανένα κρατικό ή ανθρώπινο ρολόι δεν θα μπορεί να πείσει ότι εκείνο έχει το σωστό χρόνο, η απορρύθμιση διαρκώς θα αυξάνεται. Η απελευθέρωση από τον χρόνο θα γίνει παγκόσμια τάξη, πολύ πιο ευεργετική από αυτήν που έχει επιβληθεί σήμερα. Ας φαντασθεί κανείς την καθημερινότητα: οι υπάλληλοι δεν θα υπακούουν σε ωράριο, αλλά στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους πολίτες· στα σχολεία ή τα πανεπιστήμια οι καθηγητές θα διδάσκουν μόνον όταν εκδηλώνεται ενδιαφέρον από τους φοιτητές· οι φιλίες και οι κοινωνικές συναντήσεις θα αποκτήσουν εκ νέου χαλαρότητα και νόημα· ενώ ο έρωτας, που από μόνος του αρέσκεται να καταργεί τον χρόνο, θα ανακτήσει και τυπικά τον ελεύθερό του εαυτό.
»Στον χώρο της δημιουργίας, άλλωστε, μια πραγματική έκρηξη θα αντικαταστήσει το σημερινό τέλμα: συγγραφείς και σκηνοθέτες, καλλιτέχνες ή ποιητές, ζωγράφοι και φιλόσοφοι, απελευθερωμένοι από την απειλή τού χρόνου και τις πολλαπλές δεσμεύσεις που εκείνη επιβάλλει, θα αφεθούν απερίσπαστοι στα κύματα της φαντασίας και της πραγματικής εμπνεύσεως.
»Εκτός όμως από την αποκατάσταση ευγενέστερων αξιών, που δεν θα υπακούουν στην τυραννία τού χρόνου αλλά στη φυσική ροή του, μια ξεχασμένη εμπειρία θα αρχίσει πάλι να συντροφεύει την ανθρώπινη ζωή: εκείνη της επαφής με τη φύση και τον ουράνιο κόσμο. Η διαδρομή τού χρόνου θα συνοδεύεται ξανά από αλλαγές και θαύματα, όπως καλά εγνώριζαν οι παλιοί ναυτικοί και οι γεωργοί. Η κίνηση των πλανητών και η θέση των αστερισμών, τα καιρικά φαινόμενα και η διαδοχή των εποχών θα ανακτήσουν τη δεσπόζουσα θέση τους στη νέα τάξη πραγμάτων.
»Καθώς τότε τα ρολόγια θα είναι σταματημένα και σε αχρηστία, οι κυβερνήσεις δεν θα αναλώνονται σε στείρους ανταγωνισμούς. Νηφάλιος ο άνθρωπος, θα ανακαλύψει πάλι ότι ο Ήλιος ανατέλλει καθημερινά και το φως του εισχωρεί ανεπαίσθητα στα σπίτια, ενώ οι κινήσεις των άστρων και των πλανητών συνδέονται με τις εποχές και τη μαγεία τους. Στη νέα αυτή παγκόσμια τάξη, ένα πλοίο θα ορίζει τη ράθυμη αναχώρησή του με τη δύση τού Ήλιου· ή μια σπουδαία συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών, που έχει ορισθεί να γίνει στην Ελλάδα, θα διαρκέσει όσο η Αφροδίτη διακρίνεται στον ουρανό», (σσ. 329-330).
Το παραπάνω ξεφύλλισμα βιβλίων για τον χρόνο δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός την ποίηση. Ποιητές όπως ο Κ. Π. Καβάφης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Νίκος Καρούζος, ο Κλείτος Κύρου, για να αναφέρω μερικούς, στα ποιήματά τους καταδεικνύουν την αγωνιώδη προσπάθειά τους να ορίσουν τι είναι χρόνος. Ο Κ. Π. Καβάφης, στα Κεριά, γράφει στίχους για την αναπόφευκτη φθορά του ανθρώπου από το παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον: «Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα. / Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα εικάζει· / Είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα. / Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει», και ο Τάσος Λειβαδίτης, στην 25η Ραψωδία της Οδύσσειας, για «όσα δεν ζήσαμε / αυτά μας ανήκουν»: «Αηδίες – ο χρόνος έγινε για να κυλάει, / οι έρωτες τελειώνουν, / η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο / κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο δρασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού». Ο Νίκος Καρούζος, στη συλλογή Πενθήματα, στο ποίημα Θεραπευτική αγωγή, θεωρεί τον χρόνο γενικό και κοροϊδευτικό: «Ο χρόνος είναι γενικός. / Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τα οράματα. / Δεν μπορούμε να μοιράζουμε αστραπές / απ’ τα κλωστήρια τ’ ουρανού με δόσεις. / Ένα σκαθάρι το στοχαζόμαστε απέριττα / η πιο μεγάλη ώρα της ζωής, υπάρχει σαν τις άλλες… / Δεν πάει μια βδομάδα που έβλεπα / δυο μουλάρια στην ύπαιθρο / να ξεραίνουν το θάνατο στη ράχη τους. / Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. / Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση». Τέλος, ο Κλείτος Κύρου, στη συλλογή Εν όλω συγκομιδή, γράφει: «Πέρα από τον χρόνο / Ακόμα κι όταν οι αγάπες τελειώνουν / ο χρόνος προχωρεί. / Στη στιλπνή επιφάνεια αφήνεις αποτυπώματα διαμπερή / πάντα ευανάγνωστα για τους ειδικούς που αποτιμούν το κόστος».


Επίγραμμα, κάτι σαν επίλογος

Ομολογώ ότι το παρόν αρθράκι μου άρχισα να το γράφω τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς, στο γύρισμα από τον παλιό προς τον νέο χρόνο. Είχα σκοπό να είναι σύντομο, για να το στείλω ως ευχές σε πρόσωπα αγαπημένα και φιλικά. Τελικά εξελίχθηκε σ’ ένα άρθρο όπου εκθέτω βασικές θέσεις για την έννοια του χρόνου διακεκριμένων θεολόγων, φιλοσόφων, επιστημόνων και ποιητών. Ωστόσο, όσο και αν οι θέσεις και οι απόψεις των παραπάνω παρουσιαζόμενων προσωπικοτήτων είναι διαφορετικές, πιστεύω ότι μπορούν να έχουν την καθολικότητά τους και τη σύνθεσή τους. Κι αυτό το στηρίζω στα γραφόμενα του αλησμόνητου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, που στο πεζογράφημά του: «Η Πορεία και το Σταμάτημα», στο βιβλίο του: Συνοδεία. Πεζογραφήματα 1936-1968, (Θεσσαλονίκη 1984: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, σ. 18), γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «Αυτά όμως τα πράγματα, όταν πρόκειται μάλιστα να χάσουν κάθε χαρακτήρα γενικότητας, μένοντας στο συγκεκριμένο για να το εξαντλήσουν, ώστε να φτάσουν από άλλη μεριά στην καθολικότητα, απαιτούν άπειρες γνώσεις που θα μ’ έβαζαν σε φασαρίες με τους ειδικούς επιστήμονες ή επαγγελματίες, πραχτικούς και θεωρητικούς. 
»Η Γεωλογία, η Πετρογραφία, η Εδαφολογία, η Μετεωρολογία, η Βοτανική, η Ζωολογία θα χρειαζόταν για τη συστηματική μελέτη από τα διάφορα και ποικίλα πράγματα που θα ήταν δυνατόν να παρατηρήσουμε. Η Αστρονομία, η Φυσική, η Χημεία, η Μηχανική, τα Μαθηματικά εν γένει θα ήταν απαραίτητα για τον καθορισμό από τις σχέσεις ανάμεσα σε διάφορα πράγματα ή στα τμήματά τους προς το σύνολο. Η Παλαιοντολογία, η Παλαιογραφία, η Επιγραφολογία, η Αρχαιολογία, η Ιστορία θα ‘διναν στα πράγματα του τοπίου την προοπτική του χρόνου. Η Φιλολογία, η Νομική, η Κοινωνιολογία θα εξηγούσαν τη σημασία που αυτά τα πράγματα πήραν και έχουν για κάθε άνθρωπο και στις σχέσεις ανάμεσα σ’ άνθρωπο με άνθρωπο. Η Θρησκειολογία και η Θεολογία θα μας έλεγε, τέλος, τις ενότητες που ο άνθρωπος αποτέλεσε ενούμενος με τα πράγματα του κόσμου, κάνοντας με μυστικό γάμο από τα δύο, ένα σώμα και μια ψυχή».

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

[*] Ένα λίαν ενδιαφέρον άρθρο του Ηλία Μαγκλίνη, διακεκριμένου δημοσιογράφου στην εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, με τίτλο: «Είχε και ο Στίβεν Χόκινγκ τα τρωτά του σημεία…», κάνει αναφορά σ’ ένα βιβλίο του Τσαρλς Σάιφ (Charles Seife), συγγραφέα πολλών αξιόλογων βιβλίων επιστημονικής θεματολογίας που έγραψε για τον Χόκονγκ. Σ’ αυτό, ο συγκεκριμένος συγγραφέας, «δίχως να μειώνει στο παραμικρό το μεγαλείο του επιστήμονα» Χόκινγκ «σκιαγραφεί ένα εξαιρετικά γειωμένο πορτραίτο ανθρώπου που “ξεπουλήθηκε”, σιγά σιγά αλλά σταθερά». Με κριτικό τρόπο δεν παραλείπει μάλιστα να αναφέρει ότι προς το τέλος της ζωής του, ο Χόκινγκ «προβαίνει σε δηλώσεις και αποφάνσεις πάνω σε θέματα και ζητήματα για τα οποία δεν είχε επαρκή εποπτεία, όπως, π.χ., τους κινδύνους της εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης». Για τον Σάιφ, Το χρονικό του χρόνου ήταν το βιβλίο που έκανε τον Χόκινγκ «κάτι σαν γκουρού». Σε καμιά περίπτωση, βέβαια, το βιβλίο του Σάιφ δεν επιδιώκει να μειώσει τη κορυφαίο επιστήμονα Χόκινγκ. Απλούστατα αυτό που πετυχαίνει είναι να «αναδείξει τις αντιφάσεις που φωλιάζουν όχι μόνο στους κοινούς θνητούς αλλά και σε ζωντανούς θρύλους όπως ήταν ο Χόκονγκ», (βλ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Κυριακή 23 Μαΐου 2021).

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023

Εκπαίδευση: 5η αλήθεια

Για την πειθαρχία στις σχολικές τάξεις δημοσιεύω ένα απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του αείμνηστου πανεπιστημιακού δασκάλου-μου Νίκου Ματσούκα, με τίτλο: Γλυκόπικρες ρίζες. Τα ολίγα εισαγωγικά που συνοδεύουν τα γραφόμενα του δασκάλου-μου είναι προσωπικές-μου θέσεις. Και για αποφύγω πιθανές παρεξηγήσεις, λέω κι ετούτο: σέβομαι απόλυτα τους κανόνες και τους κανονισμούς των σχολείων όταν, βέβαια, λαμβάνουν υπ’ όψιν-τους όσα αποφασίζονται από τα συλλογικά όργανα των συναδέλφων εκπαιδευτικών. Ωστόσο, επειδή πιστεύω ακράδαντα αυτό που έλεγε πριν ένα σχεδόν αιώνα ο βαθυστόχαστος Γερμανός φιλόσοφος και παιδαγωγός Eduard Spranger (Έντουαρντ Σπράνγκερ), ότι «κάθε παιδευτική ενέργεια σχεδόν αρχίζει με το χτίσιμο ενός εσωτερικού κόσμου μέσα στα δικά-μας στήθη», δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστες νοοτροπίες που βλέπουν την πειθαρχία των μαθητών στις σχολικές τάξεις μόνο με το φόβο της τιμωρίας. Σε παλαιότερες εποχές, οι γνωστές αποβολές μαθητών και μαθητριών ήταν συχνό φαινόμενο στα σχολεία-μας. Σήμερα, είναι γεγονός, τις έχουμε ξεχάσει ή, στην καλύτερη περίπτωση, λόγω των αρνητικών παρεμβάσεων γονέων και κηδεμόνων στο εκπαιδευτικό έργο-μας, αρνούμαστε και φοβόμαστε να τις εφαρμόσουμε. Παρά ταύτα, δεν είναι λίγοι οι εκπαιδευτικοί που θεωρούν τις αποβολές και τις ποινές ως ένα καλό παιδαγωγικό μέτρο, το οποίο συμμορφώνει τους άτακτους, τους απείθαρχους, τους ταραξίες, τους δυσάγωγους μαθητές. Έχω την ταπεινή γνώμη πως κάνουν λάθος. Α.Ι.Κ.
 
«Συμφωνούσα με τους δασκάλους ότι είναι αδύνατη η σχολική πειθαρχία χωρίς τιμωρίες και αυστηρότητα. Αλλά ποτέ δεν είδα συμμαθητές-μου, που είχαν τιμωρηθεί, να ωφελούνται, να μαθαίνουν τα πρεπούμενα και να βελτιώνονται στη λεγόμενη ηθική συμπεριφορά. Δεν θυμάμαι μήτε μια περίπτωση, που να βελτιώθηκε τιμωρημένος συμμαθητής-μου. Απεναντίας θυμάμαι πολλούς, που τιμωρήθηκαν με πολυήμερες αποβολές και άλλες κυρώσεις, όπως έλεγαν, και επαναστάτησαν, πήγαν πίσω στα μαθήματα, έγιναν αντικοινωνικοί, κι άλλοι έπαθαν βαριές ζημιές. Τι να την κάνουμε λοιπόν, έλεγα, την πειθαρχία, αν δεν έχουμε αποτελέσματα στη συμπεριφορά και στη μάθηση; (Πολύ αργότερα διαβάζοντας τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου, εντυπωσιάστηκα απ’ τον καημό-του, που μας λέει πως δεν έμαθε Ελληνικά, γιατί είχε αυστηρούς δασκάλους, ενώ τα Λατινικά τα έμαθε στην τρυφερή αγκαλιά της μάνας-του. Κι αν ένας Αυγουστίνος ήξερε Ελληνικά, ίσως τούτο μετρούσε περισσότερο από τη μεγάλη μύτη της Κλεοπάτρας). Πάντοτε είχα μια απορία· τι θέλει το σχολείο, πειθαρχία ή καλλιέργεια γνώσεων και χαρακτήρων; Βέβαια “δυσάγωγον ζώον” ο άνθρωπος, καταπώς άκουγα τους παιδαγωγούς-μου να λένε (αργότερα διάβαζα συγγράμματα των σοφών πως ο άνθρωπος είναι και ζώον πολιτικόν, κοινωνικόν, λογικόν, τρεπτόν, θεούμενον, και σίγουρα άκρως εγωκεντρικόν και εξουσιαστικόν –το τελευταίο χαρακτηρίζει περισσότερο τους λεγόμενους αντιεξουσιαστικούς), και επομένως ίσως να του χρειάζεται κάποτε κάποτε και η βίτσα- αλλά το ερώτημα μένει, ποιος αναμάρτητος θα κρατάει τούτη τη βίτσα; Πάντως σ’ αυτό το πρόβλημα μήτε τότε κατάφερα μήτε τώρα μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση».

ΝΙΚΟΣ Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ. (1991). Γλυκόπικρες ρίζες. Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία. Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σσ. 174-175.

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Δεν καινοτομεί... αλλά ορθοτομεί....

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΣ· Δρ Θεολογίας ΑΠΘ


Με αφορμή το γεγονός που αποτυπώνει η παραπάνω φωτογραφία, όπου την Κυριακή της Πεντηκοστής στη Θεία Λειτουργία, στο ναό του αγίου Νικολάου Ραγκαβά στην Αθήνα συμμετέχουν κορίτσια ως παπαδάκια, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό περιστατικό και λίγες σκέψεις γι’ αυτό το γεγονός.
Όταν τα Δωδεκάνησα απελευθερώθηκαν από την ιταλική φασιστική και τη γερμανική ναζιστική κατοχή, ο άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου εισηγήθηκε στον Μητροπολίτη Εδέσσης και Πέλλης Παντελεήμονα (Παπαγεωργίου), Έξαρχο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να χειροθετήσει τη Γερόντισσα Ευστοχία σε διακόνισσα, για να μπορεί «σε ώρα ανάγκης να μεταδίδει τη θεία Κοινωνία σε ασθενείς και ετοιμοθάνατες μοναχές»[1] Ο Μητροπολίτης Παντελεήμων τη χειροθέτησε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1946. Η διακόνισσα Ευστοχία και Γερόντισσα των μοναζουσών της Ιεράς Μονής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της Πάτμου συνέχισε τη διακονική της προσφορά στις μοναχές αλλά και στην κοινωνία, ακολουθώντας τις υποδείξεις του οσίου Γέροντα.[2]
Η πρόταση αυτή του οσίου Αμφιλοχίου είναι σύμφωνη με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας για τον θεσμό των διακονισσών[3]. Προφανώς ο όσιος Γέροντας επηρεάστηκε από τον άγιο Νεκτάριο Επίσκοπο Πενταπόλεως, με τον οποίο είχε συνδεθεί πνευματικά σε νεαρή ηλικία.
Ωστόσο, ξέχωρα από τις όποιες σχετικές θεολογικές και ιστορικές αναφορές, το ζήτημα που πλέον τίθεται είναι να κατανοηθεί ποια είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι στα αιτήματα και τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής[4].
Σύμφωνα με την Ομότιμη Καθηγήτρια Δήμητρα Κούκουρα ο θεσμικός περιορισμός των γυναικών συνδέεται με παρωχημένες κοινωνικές αντιλήψεις και πολιτισμικές συνθήκες, οι οποίες «προσέλαβαν το κύρος της αναλλοίωτης παράδοσης»[5] και έτσι τελικά εμποδίζουν την αποστολή της Εκκλησίας. Εξάλλου ο Ομότιμος Καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης επισημαίνει τα εξής: «Όταν άλλοτε επικρατούσε στην κοινωνία ανδροκρατική αντίληψη, η Εκκλησία είχε γυναίκες αποστόλους, ισαποστόλους και διακόνισσες, που ανήκαν στον ανώτερο παρακαλώ κλήρο. Σήμερα που στην κοινωνία υπάρχει ή επιδιώκεται πλήρης ισοτιμία, συμμετοχικότητα, και δημοκρατία, δυστυχώς η Εκκλησία συμπεριφέρεται ανορθόδοξα, αντιχριστιανικά, αντικοινωνικά, σε τελευταία ανάλυση αντι-δημοκρατικά»[6].
Για το ίδιο ζήτημα ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας αναφέρει ότι όσον αφορά «την ιερωσύνη των γυναικών, καμία δογματική απόφαση δεν την αποκλείει, παρά μόνο κανονική απαγόρευση και λόγοι κοινωνικοί»[7]. Επιπρόσθετα, οι όποιες αλλαγές στις κατά τόπους Εκκλησίες είναι δυνατές, εφόσον δεν υπάρχει δογματικό ζήτημα. Για παράδειγμα και τηρουμένων των όποιων αναλογιών στον Καταστατικό Χάρτη της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας προβλέπεται από την πρώτη στιγμή η ισορροπημένη ποσόστωση κλήρου και λαού σε όλα τα μεικτά συμβούλια. Αυτή η ποσόστωση αναφέρεται στη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου και την ισόρροπη συμμετοχή ανδρών και γυναικών[8].
Αν σήμερα απαριθμήσει κανείς τις δράσεις των γυναικών στην Εκκλησία, θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν τη δράση των διακονισσών του 4ου αιώνα, δηλαδή τη διδαχή, την κατήχηση, το φιλανθρωπικό έργο, αλλά και τη γενικότερη συμμετοχή στις εκδηλώσεις της τοπικής εκκλησίας σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και δυνατότητες[9].
Με βάση όλα τις παραπάνω σκέψεις έχω την αίσθηση ότι τελικά ο π. Αλέξανδρος Καρυώτογλου δεν καινοτομεί αλλά ορθοτομεί τον λόγο της ζωντανής παράδοσης.
Αν επιθυμούμε πραγματικά να αναφερόμαστε στο γνήσιο ευχαριστιακό βίωμα που οδηγεί στη «λειτουργία μετά τη Λειτουργία», τη μαρτυρία στα έθνη και τον επανευαγγελισμό των χριστιανών, τότε επείγει η Ορθόδοξη Εκκλησία να εξετάσει σοβαρά τις προοπτικές που προσφέρει η επαναφορά από την αδράνεια του θεσμού των διακονισσών στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και μάλιστα με βάση τις ανάγκες της εποχής μας[10].
Μπορούν άραγε οι σύγχρονες εκκλησιαστικές κοινότητες να ακολουθήσουν το παράδειγμά του;

[1] Ελένη Κουλοπούλου. (2006). Η μακαριστή Γερόντισσα Ευστοχία: Το πολύεδρο διαμάντι του Μοναχισμού. Πάτμος: Ιερά Μονή Ευαγγελισμού, σ. 67.
[2] Νικόλαος Τσιρέβελος. (2019). Ένας πρόδρομος της Ορθόδοξης μαρτυρίας στην Οικουμένη: Άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου. Θεσσαλονίκη: Ostracon Publishins.
[3] Ευάγγελος Θεοδώρου. (1954). Ο θεσμός των Διακονισσών εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και η δυνατότης αναβιώσεως αυτού. Αθήνα, σ. 112. Ν. Ματσούκα (2005). Οικουμενική Θεολογία: Έκθεση της Χριστιανικής Πίστη – Προϋποθέσεις ενός Οικουμενικού Διαλόγου. Θεσσαλονίκη: Πουρναρά, σσ. 276-281.
[4] Στις μέρες μας ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος χειροθέτησε διακόνισσες που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Αφρικανική Εκκλησία. Στο https://ierapostoli.wordpress.com/2017/02/18/historic-day-for-the-patriarchate-of-alexandria-the-institution-of-deaconesses-women/ [ανακτήθηκε 05-06-2023].
[5] Δήμητρα Κούκουρα. (2006). Η θέση της γυναίκας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και μελετήματα οικουμενικού προβληματισμού. Θεσσαλονίκη: Σφακιανάκη, σ. 118.
[6] Πέτρος Βασιλειάδης. (2019). Ρινίσματα Καθημερινότητας: Θεολογικά και Κοινωνικά. Θεσσαλονίκη, σ. 195.
[7] Νίκος Ματσούκας. (1990). «Η Εύα της θεολογίας και η γυναίκα της ιστορίας» Σύναξη. τχ. 36, σ. 15.
[8] Αναστασίος (Γιαννουλάτος). (Αρχιεπισκόπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας). 2013. Η ανασύσταση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας 1991-2012. (Συνοπτική αναφορά). Τίρανα: Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας.
[9] [9] Δήμητρα Κούκουρα, όπ. π., σ. 118.
[10] Νικόλαος Τσιρέβελος. (2022). «Ο άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου και η γυναίκα στη ζωή και τη μαρτυρία της Εκκλησίας». Στο Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Αικατερίνη Δροσιά και Αντωνία Κυριατζή (επιμ.). Χριστιανές γυναίκες στην αγία τράπεζα: Μελέτες για την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών. Αθήνα: Αρμός, σσ. 443-458. Πρβλ. N. Tsirevelos. (2023). «The Role of Women in the Life of the Church according to St. Amphilochius of Patmos». Στο J. Chrysavgis, Niki Papageorgiou, Marilyn Rouvelas, Petros Vasileiadis (ed.). Diaconesses. A tradition for Today and Tomorrow. Massachusetts: Holy Cross Orthodox Press, pp. 317-328.

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΕΝΑ ΡΩΜΑΛΕΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Με αφορμή την τέλεση του μυστηρίου της εξομολόγησης και της μετάνοιας στα σχολεία

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Συχνά – πυκνά, κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής, από χείλη πολλών ιερέων, θεολόγων, θεοσεβούμενων και ουκ ολίγων χριστιανομαθημένων ακούγονται πολλά για τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, ιδιαίτερα βέβαια, εκείνη τη σχέση, την ανηφορική – κατά Νίκο Καζαντζάκη – που διαμέσου της νηστείας, της εξομολόγησης και της μετάνοιας οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού. Τα περισσότερα απ’ αυτά που ακούγονται, λυπάμαι που το γράφω, ουδεμία σχέση έχουν με τη θεολογική και εκκλησιαστική πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή ατόφια βγαίνει μέσα από τη βιβλική και πατερική παράδοση. Πρόκειται για εκείνον τον λανθάνοντα θεολογικό και εκκλησιαστικό λόγο, τον οποίο ο αξέχαστος δάσκαλός μου στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ Νίκος Ματσούκας, χαρακτήριζε ως τον κρότο που κάνουν όσοι επικαλούνται βιβλικά και πατερικά κείμενα· κι αυτόν τον κάνουν για να καλύψουν την αμηχανία και τις οποιεσδήποτε αγκυλώσεις τους. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.
Έναντι αυτής της θεολογικής αφασίας, αποφάσισα να δημοσιεύσω αυτούσια δύο αποσπάσματα από ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του αείμνηστου δασκάλου μου. Κείμενα που έχουν θεολογική και λογοτεχνική αξία. Όσοι με προσοχή τα διαβάσουν ίσως κατανοήσουν τι σημαίνει ανηφορική συνάντηση με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό. Γράφει, λοιπόν, ο αξέχαστος δάσκαλός μου Νίκος Ματσούκας, στο βιβλίο του Γλυκόπικρες ρίζες, (1991), Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σσ. 142-146: «Η πρώτη γνωριμία μου με τη θρησκεία ήταν ο φόβος. Θα ήμουν πέντε ή έξι χρονών, όταν πέρασα μια ολάκερη μαρτυρική εβδομάδα, έως ότου φτάσει η μέρα που θα μεταλάβαινα. Λίγο πριν απ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα, η μητέρα μας είπε πως όλοι θα μεταλαβαίναμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Ως τότε έπρεπε να νηστέψουμε, να μη φάμε διόλου κρέας, τυρί, γλυκά, γάλα κι ό,τι άλλο απαγορεύει η νηστεία. Την άλλη μέρα, χωρίς να σκεφτώ τι έκανα, μηχανικά κι από πείνα άνοιξα το φανάρι και πήρα μια φέτα ψωμί με τυρί, όπως το συνηθίζαμε. Αμέριμνος εκείνο το απόγευμα μασούσα το ψωμάκι μου, όταν με πρόσεξαν οι δικοί μου, αδέλφια και μάνα - δε θυμάμαι ακριβώς ποιοι ήταν - κι έμπηξαν κάτι κραυγές, που μπορούσαν να σε λαχταρίσουν μέχρι θανάτου. Άξαφνα, εκεί στην αυλή, βλέπω μπροστά μου τη μάνα απογοητευμένη και θυμωμένη, άλαλη και χτυπημένη, δείχνοντάς μου το τυρί με το δάχτυλο, κι εγώ τότε θυμήθηκα. Ένιωσα τα γόνατά μου να τσακίζονται, ενώ συνάμα κάποιου τη φωνή την έπιασα κυριολεκτικά αλαφιασμένος: “τη Μεγάλη Πέμπτη, στην εκκλησιά, ο παπάς θα σου κόψει τη γλώσσα”. Αμέσως περίλυπος παρέδωσα το υπόλοιπο ψωμοτύρι, κι άρχισα να βάζω κάποια τάξη στην μπερδεμένη πια σκέψη μου, για να δω τι είχα κάνει και τι θα πάθαινα ενδεχομένως.
Έμεινα λίγη ώρα συντριμμένος και βαθιά συλλογισμένος. Μετά πάσχιζα να βρω έναν τρόπο που θα διόρθωνε τα πράγματα. Εξέταζα όλες τις πιθανότητες. Στην αρχή πίστεψα πως ο παπάς μπορούσε να μου κόψει τη γλώσσα, αλλά οι δικοί μου δε θα τον άφηναν, δεν ήταν μπορετό να συνέβαινε ένα τέτοιο φοβερό πράγμα, κι οι δικοί μου, που με πρόσεχαν σαν τα μάτια τους μην πέσω και χτυπήσω λιγάκι, να μείνουν εντελώς αδιάφοροι ή να συμφωνήσουν. Έπειτα δεν απέκλεισα και το ενδεχόμενο οι δικοί μου να μη με πάνε στην εκκλησιά, αλλά να μ’ αφήσουν μόνο στο σπίτι. Όμως έπρεπε να μεταλάβω κι εγώ εξάπαντος. Θα με πήγαιναν λοιπόν, αλλά δε θα άφηναν τον παπά να κάνει τη φοβερή αυτή πράξη - αυτό ήταν πια σίγουρο. Άλλο ενδεχόμενο ήταν να μη βρισκόταν κανένας παπάς που θα ήθελε να κάνει αυτή την πράξη. Πολλά ενδεχόμενα, λοιπόν, αλλά και πλήθος τυραννικές αμφιβολίες. Από μερικές εμπειρίες μου, πίστευα πως η εκκλησία ήταν ένα πράγμα πέρα για πέρα διαφορετικό από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος. Θα μπορούσαν όλες αυτές οι υποθέσεις και τα ενδεχόμενα να μην ισχύουν στο χώρο της. Η εκκλησία για μένα ήταν πραγματικά ο οίκος του φοβερού Θεού, που περισσότερο απειλούσε τα παιδιά, παρά τους μεγάλους.
Ένα αλάθητο ένστικτό μου έλεγε πως μια τέτοια μεγάλη συμφορά δε θα άφηνε ασυγκίνητες τη μάνα μου και την αδελφή μου, κι αποφάσισα να τις πλησιάσω, για να δω τις αντιδράσεις τους. Αλλά καθώς τριγύριζα στα πόδια τους, δεν έβλεπα να με προσέχουν ιδιαίτερα, απεναντίας μάλιστα, ήταν πολύ αδιάφορες. Μήτε λυπημένες τις έβλεπα, μήτε πως μου δείχνουν έστω και μια μικρή συμπάθεια μπορούσα να διαπιστώσω. Είπα σε μια στιγμή να τις ρωτήσω, αλλά από φόβο έβαζα φρένο σε μια τέτοια απόφαση. Προτιμούσα την αμφιβολία, παρά τη φοβερή βεβαιότητα.
Το πρωινό της Μεγάλης Πέμπτης, μολονότι η κρίση μιας καλπάζουσας φοβίας είχε κορυφωθεί, αισθανόμουνα ανακούφιση. Επιτέλους θα ξεκαθαρίζονταν τα πράγματα! Έτσι, από ό,τι θυμάμαι, στην εκκλησιά μπήκα τρακαρισμένος, αλλά αποφασιστικός. Κι έπειτα, για πρώτη φορά, με κυρίεψε ένας σωτήριος και λαγαρός ορθολογισμός. Πολύ σωστά, ο παπάς θα μπορούσε να μου κόψει τη γλώσσα, αλλά πώς θα ήξερε την πράξη μου; Αδύνατο πέρα για πέρα. Απέκλεια τελείως το ενδεχόμενο οι δικοί μου να μαρτυρούσαν την αλήθεια. Πάντως, τρέμοντας ελαφρά, ζύγωσα την ωραία πύλη, έχοντας καρφωμένη τη ματιά μου σ’ έναν παπά γεροντάκι, που κρατούσε το Άγιο Ποτήρι με τρεμάμενα χέρια. Ο καημένος έσπασε τη μέση του μάλλον με κάποιον πόνο, και μου έδωσε τη μεταλαβιά με μια άπειρη θεϊκή γαλήνη. (Η μορφή του σεβάσμιου αυτού γέροντα αργότερα έγινε για μένα σύμβολο της γνήσιας θρησκευτικότητας.) Κι εγώ όμως έτρεμα, μολονότι ήμουν πια πεπεισμένος πως κανένας κίνδυνος δεν υπήρχε. Φεύγοντας απ’ την εκκλησιά, έδειχνα λυτρωμένος κι ευτυχισμένος πέρα για πέρα. (Ύστερα από χρόνια, όταν οι κατηχητές μου έλεγαν ότι ο άνθρωπος λυτρώνεται μέσα στην εκκλησία, αμφέβαλλα αν κι οι ίδιοι είχαν ζήσει ποτέ αυτό που είχα αισθανθεί τότε, βγαίνοντας απ’ την εκκλησιά βαθιά λυτρωμένος.)
Όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι, το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από κείνη τη θεία κοινωνία κι απ’ την οργισμένη ματιά του Χριστού Παντοκράτορα, που τώρα, αργά - αργά έπαιρνε μια γλύκα κι ένα χαμόγελο απ’ τη γαληνεμένη εκείνη όψη του παπά, καθώς όλα αυτά τα έφερνα μπροστά μου με τη φαντασία. Δε χρειαζόμουνα πια τον ορθολογισμό για να γλυκάνω τα πράγματα. Μόνο μ’ έναν τέτοιο τρόπο μπορούσε να γλυκάνει η μορφή του Χριστού. Άλλοτε πίστευα πως ο Χριστός είναι περισσότερο θυμωμένος με τα παιδιά κι όχι με τους μεγάλους. Όμως ένα αλάθητο ένστικτο με έπειθε πως οι μεγάλοι στην εκκλησία δεν είχαν φόβο Θεού, δεν τον ένιωθαν καθόλου, ακόμη κι όσοι μας έλεγαν πως ο Θεός θα μας τιμωρούσε για κάθε παρακοή και κακή πράξη. Γι’ αυτό αργότερα, ως μαθητής γυμνασίου, που διάβαζα το Ευαγγέλιο, με συγκλόνισε βαθιά η ανακάλυψή μου πως ο Χριστός αγαπούσε μονάχα τα παιδιά, κι οι μεγάλοι όφειλαν να γίνουν κι αυτοί παιδιά, αν ήθελαν την αγάπη του Χριστού. Τούτη η ανακάλυψη δεν ήταν μικρό πράγμα, είχε συγκλονίσει για καλά μέσα μου την αυθεντία των μεγάλων. Η αρχή βέβαια έγινε με κείνη τη λυτρωτική μεταλαβιά, που με βοήθησε να αμφισβητώ τα λόγια των μεγάλων. Τελικά οι παπάδες δεν έκοβαν γλώσσες. (Αργότερα, όταν διάβαζα μεσαιωνική και βυζαντινή ιστορία, διαπίστωσα με πολύ ενδιαφέρον πως εξουσιαστές ποικίλης μορφής έκοβαν τις γλώσσες μερικών ανθρώπων, που δεν είχαν καμμιά παράβαση, μήτε ακόμη και τη δική μου)».

«Ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο κατηχητικό της πόλης μας, δέσποζε ένας ροδαλός, ξανθός και κοκκινογένης αρχιμανδρίτης. Μολονότι είχε ευφράδεια κι έκανε πύρινα κηρύγματα, δεν μπόρεσα εξ αρχής να τον συμπαθήσω. Το ένστικτό μου δεν έπεσε έξω. Μια μέρα, κι ενώ γύρω μου ήταν κι άλλοι, με πιάνει και με ρωτάει καταιγιστικά: “Αδυνατούλης είσαι, ε, πολύ αδυνατούλης, γιατί αυτό; Πες μου, τρώτε κρέας στο σπίτι;” Εγώ κοκκίνισα και δε μιλούσα. “Θα μου πεις… Εγώ είμαι παπούλης”, μου ξαναείπε, μάλλον με ύφος απειλητικό, που δε σήκωνε άλλο. Κι έτσι του απάντησα πως έτρωγα απ’ όλα. Κάνοντας να φύγω αμέσως, δεν κατάλαβα πως έπεσα πάνω του, αφού έπιανε για καλά την πόρτα, είχε κάνει άλμα και την έπιασε πιο γρήγορα από μένα! Θέλησε κάτι να μου πει επιπρόσθετα, ευτυχώς χωρίς παρουσία άλλων. “Πρόσεξε, παιδί μου, μήπως είναι καμμιά αμαρτία στη μέση;” Του είπα αμέσως “όχι”, κι έφυγα σα να με είχε δαγκάσει σκυλί.
Όλα του τα κηρύγματα ήταν χειμαρρώδη, πύρινα κι εντυπωσιακά. Όμως δε μου άρεσαν καθόλου. Θυμάμαι ένα κήρυγμά του για τη μέλλουσα κρίση. Η διήγηση αυτή - που για μένα είναι παραβολή - παρ’ όλο το δραματικό και φοβερό χαρακτήρα, ήταν κάτι το πολύτιμο. Με ενδιαφέρον κι αγωνία περίμενα ν’ ακούσω τι θα έλεγε. Είπε αμέσως πως ο Κύριος της δόξης θα βάλει δεξιά τους πιστούς κι αριστερά τους αμαρτωλούς, λέγοντας στους μεν και στους δε να δώσουν λόγο των πράξεών τους. Όμως δεν κατάλαβα πως λοξοδρόμησε αμέσως απ’ το νόημα της διήγησης (είχε μια τέτοια μαεστρία) κι άρχισε να μας λέει πως ο Χριστός θα κατακάψει όλους τους σαρκολάτρες κι ακόλαστους, πόρνους, μοιχούς κι οπαδούς του ελεύθερου έρωτα. Σα να έτριζε τα δόντια του και οι φλέβες του φούσκωναν, καθώς ο λαιμός του τεντωνόταν, λες και ήταν λαστιχένιος. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε περισσότερο, κι είχα πιστέψει τότε πως τα γένια του θα έπαιρναν φωτιά.
Την ίδια μέρα το απόγευμα, πήρα να διαβάσω τη διήγηση για τη μέλλουσα κρίση, όπως είχα κάνει αμέτρητες φορές. Έπεσα σε βαθιά συλλογή. Πρόσεξα τη φορά αυτή πως η παραβολή κάνει λόγο για δικαίους και αδίκους. Συνάμα ξεχώρισα επιτέλους τι ήταν αυτό που με γοήτευε πάντα: ο Χριστός κάνει λόγο για μια αδελφότητα αγάπης, όπου οι άδικοι δεν είχαν κανένα μερίδιο, δε συμμετείχαν καν. Όλη η υπόθεση είναι το μοίρασμα του ψωμιού και της αγάπης. (Τότε δεν ήξερα πως η διήγηση αυτή στρεφόταν εναντίον των Φαρισαίων. Και ο αριστουργηματικά παραβολικός τόνος ξετυλίγει στα μάτια μας ένα ζωντανό και συγκλονιστικό δράμα)… Απορούσα λοιπόν με τους κατηχητές μου, και δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν λέγοντας πως ο Θεός είναι αγάπη. Η ιδιότητα αυτή διώχνει κάθε άλλη αντίθετη. Φόβος και τιμωρία δε συμβιβάζονται με την αγάπη. Βέβαια, σκεφτόμουν, η Αγία Γραφή και τόσα άλλα ιερά κείμενα κάνουν λόγο για φόβο Θεού, για φοβερή όψη του Θεού και για τιμωρίες. Όμως όλα αυτά σωστά διατυπώνονται με τέτοιον τρόπο, επειδή έτσι τα βλέπει ο αλύτρωτος, ο φοβισμένος και ο ανέραστος άνθρωπος. Η αγάπη είναι ξέχειλη παντού. Κι όταν ο άνθρωπος μοιάζει με το Θεό, τότε ακριβώς νικάει - και οφείλει κατά τα ιερά κείμενα να το πράξει - όλα τα παραπάνω σκιάχτρα», (σσ. 162-165).


Η εικόνα με τον «Παιδικό Οδηγό Εξομολογήσεως» προέρχεται από τη ηλεκτρονική εφημερίδα stonisi.gr Πριν τέσσερα χρόνια, λίγες ημέρες προτού τα σχολεία κλείσουν για τις διακοπές του Πάσχα, είχε μοιραστεί σε μαθητές... Νομίζω πως τα σχόλια περιττεύουν.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Προοπτικές για ένα σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι,

«Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις»[1]. Η επίσκεψη, δηλαδή, των λέξεων προκειμένου να λειτουργηθεί το μυστήριο της συνεννόησης και να αναδειχθεί ο επιδιωκόμενος τρόπος. Να δοκιμασθεί με άλλα λόγια το ρεαλιστικό του εγχειρήματος, να επιχειρηθεί η κίνηση και να αναζητηθούν οι οσφραντικές υποψίες μιας επιζητούμενης αλλαγής.
Οι προοπτικές, λοιπόν, το σύγχρονο και το μάθημα των Θρησκευτικών. Ψηφίδες για τη δημιουργία έργου -ψηφιδωτού-, ικανού να κομίσει νόημα. Και εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, διότι πάντα το σαφές αντιστέκεται, τουλάχιστον να επιτρέψει την, διά της διωκόμενης από συστήματα και συστημικούς φαντασίας, αναζήτηση μιας ποιητικής, καθώς θα έλεγε ο Χαίλντερλιν, εγκατοίκησης. Και το λέγω τούτο, διότι μοιάζει ο κόσμος να γλιστρά, αργά αλλά σταθερά, σε μια διεκπαιρεωτική αντιποιητική, σε μια πεζότητα άκρως αντιερωτική και γι’ αυτό άκρως αντιδημιουργική.
Ξεκινώ από την πρώτη ψηφίδα. Την προοπτική, η οποία, σε μια βασική και γενική περιγραφή της, είναι η τέχνη προβολής του τρισδιάστατου χώρου σε επιφάνεια δύο διαστάσεων και η δημιουργία αίσθησης βάθους σε μια επίπεδη επιφάνεια. Πρόκειται για μέθοδο απεικόνισης, η οποία «έχει πολλά κοινά με την εμπειρική προοπτική, τον τρόπο δηλαδή που οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε το χώρο και τα αντικείμενα μέσα σ’ αυτόν». Βέβαια, η προοπτική επειδή «στην πραγματικότητα […] βασίζεται στη στατική άποψη ενός σημείου οράσεως και σε γεωμετρικούς υπολογισμούς, επιτυγχάνει μια προσέγγιση μόνο του σύνθετου τρόπου της λειτουργίας της όρασης». Πράγμα που σημαίνει, πως «η προοπτική σαν επιστήμη σχετίζεται με την οπτική, δηλαδή τη μελέτη των νόμων της όρασης, επιστήμη που άρχισε και άνθισε στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Το προοπτικό σύστημα απεικόνισης όμως αναπτύχθηκε και οριστικοποιήθηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, με τους πρωτοποριακούς πειραματισμούς του Filippo Brounelesci (1377 – 1446) και του Leon Battista Alberti (1406 – 1472). Ο τελευταίος ειδικά θεωρούσε την επιφάνεια προβολής της προοπτικής εικόνας σαν “ανοιχτό παράθυρο, μέσα από το οποίο βλέπουμε το ζωγραφικό θέμα”»[2]. Ο Γιάννης Τσαρούχης, μάλιστα, αναφερόμενος στο θέμα της προοπτικής, σημειώνει, πως ανήκει στα βασικά της ζωγραφικής, στα ουσιώδη της τέχνης, καθώς αποτελεί τη μια από τις τρεις γραίες, οι άλλες δύο είναι η ανατομία και η λογική, οι οποίες «εξαφανίστηκαν, για να αντικατασταθούν με τις άνευ λόγου ελευθερίες». Και είναι τέτοια η ματιά του, που με άνεση κινείται, στα όρια του «εύκαιρου και εύλογου» τρόπου κατανόησης, συνεχώς ανάμεσα στην ανάγκη της προοπτικής, τον περιορισμό της, την άρνησή της, αλλά και την ανεστραμμένη κατά τα βυζαντινά πρότυπα λειτουργία της. Και το λέγω τούτο για να δείξω, πρώτον, ότι η προοπτική αποτελεί στ’ αλήθεια φυσικό στοιχείο του τρόπου μας, καθώς συνδέεται με την ανθρώπινη οπτική, τη ματιά και το βλέμμα -δεν αποτελεί, δηλαδή, μια καινοτομία, έναν νεωτερισμό-, αλλά μαζί και δεύτερον, σημείο δοκιμασίας της ελευθερίας μας και των αναγκών που δημιουργεί η ίδια η φυσιολογία του σώματος, η ίδια ζωή[3].
Και προχωρώ στη δεύτερη ψηφίδα, στο σύγχρονο. Διαβάζουμε στον Ριζοσπάστη της 14ης Ιουνίου του 1998: «Πριν λίγες μέρες, συγκεκριμένα στις 29 Μάη, ήταν η ογδοηκοστή πέμπτη επέτειος της πρεμιέρας ενός από τα πιο διάσημα μπαλέτα στην ιστορία του χορού: της “Ιεροτελεστίας της Άνοιξης”. Η πρεμιέρα έγινε στις 29 Μάη 1913, στο θέατρο “Champs Elysees” (“Σανζ Ελιζέ” του Παρισιού) και στη συνέχεια, στις 11.7.1913, στο Λονδίνο από τα “Ρωσικά Μπαλέτα” του Σ. Ντιαγκίλεφ (ο πρώτος ιμπρεσάριος του χορού). Τα “Ρωσικά Μπαλέτα” ήταν μια χορευτική ομάδα που επηρέασε βαθιά το χορό της Δύσης και προκάλεσε ριζικές αλλαγές στο χορό. Θεωρήθηκε η αρχή του “σύγχρονου μπαλέτου”. (Ο όρος χρησιμοποιείται για να γίνεται σαφής η διάκριση μεταξύ “ρομαντικού μπαλέτου”, “κλασικού μπαλέτου” κτλ. και δεν έχει την έννοια του “σύγχρονου χορού” που ξέρουμε) […] Από την άλλη, η μουσική του Στραβίνσκι χαρακτηρίστηκε από την πρώτη στιγμή “επαναστατική”, γιατί έσπασε την παραδοσιακή μελωδική γραμμή και την αρμονία της μουσικής. Οι καινοτομίες του, στο ρυθμό και την ενορχήστρωση, έμελλε να αλλάξουν τη δυτική μουσική»[4].
Και στη σελίδα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης διαβάζουμε τα εξής: «Στόχος του ΕΜΣΤ είναι να γίνει ο κορυφαίος εθνικός θεσμός για τη σύγχρονη τέχνη και τον οπτικό πολιτισμό στην Ελλάδα και ένας από τους ηγετικούς θεσμούς της Νότιας Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Για το Μουσείο, η τέχνη και ο οπτικός πολιτισμός (μήπως η θεολογία-το μάθημα των θρησκευτικών) αποτελούν σημαντικό παράγοντα μετασχηματισμού της εκπαίδευσης, της παραγωγής γνώσης, των εναλλακτικών αφηγήσεων, και κινητήρια δύναμη για τη διάδοση αξιών προόδου και χειραφέτησης στην κοινωνία. Το Μουσείο (η θεολογία-το μάθημα των Θρησκευτικών) εστιάζει σε πρακτικές που εξετάζουν με κριτικό βλέμμα συνολικά την κοινωνία και τις πολιτικές της προτεραιότητες και πραγματεύονται κεντρικά ζητήματα της εποχής μας όπως η δημοκρατία, η διακυβέρνηση, η ισότητα, η οικονομία, το περιβάλλον, οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας της τεχνολογίας, ενώ ταυτοχρόνως αναδεικνύουν τη σημασία του δημόσιου διαλόγου και των “κοινών”. Το ΕΜΣΤ δίνει έμφαση σε θεματικές και ομαδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης αλλά και σε άλλες μορφές οπτικού πολιτισμού, και αναπτύσσει (η θεολογία-το μάθημα των Θρησκευτικών) αφηγήσεις που προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν το πολυσύνθετο και διαρκώς επιταχυνόμενο παρόν μας, την στιγμή που η ανθρωπότητα πασχίζει να συμβαδίσει με τον καλπάζοντα ρυθμό των αλλαγών. Παράλληλα, το Μουσείο (η θεολογία-το μάθημα των Θρησκευτικών) έχει σαν στόχο να αμφισβητήσει την παροντολατρική κουλτούρα της εποχής μας, και πιο συγκεκριμένα να φέρει στο προσκήνιο την ιστορική αυτοσυνειδησία, που λείπει από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Στόχος του ΕΜΣΤ δεν είναι απλώς να αποτυπώσει το zeitgeist (Τσάιτγκαϊστ)[το γενικό πολιτιστικό, πνευματικό, ηθικό και / ή πολιτικό κλίμα μέσα σε ένα έθνος ή ακόμη και σε συγκεκριμένες ομάδες, παράλληλα με τη γενική ατμόσφαιρα, τα ήθη, και κοινωνικοπολιτιστική κατεύθυνση ή διάθεση μιας εποχής (παρόμοια με την αγγλική λέξη mainstream ή trend)] αλλά να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις επιλογές που έγιναν στο παρελθόν, κοιτώντας τες μέσα από την οπτική γωνία του παρόντος, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον»[5].
Θα μπορούσα εδώ να σταματήσω, διότι τα υπόλοιπα για το μάθημα των Θρησκευτικών θεωρώ πως έχουν συζητηθεί ικανοποιητικά, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν και ιδιαίτερα σε τούτο το άκρως δημιουργικό συνέδριο. Δεν θα το κάνω, όμως, για λόγους συνέπειας. Θα φτάσω ως το τέλος. Θα ήθελα όμως πριν προχωρήσω στην τρίτη ψηφίδα, να εξηγηθώ. Θεωρώ τη θεολογία επιστήμη, μα και τέχνη μαζί. Τούτο με κάνει, όπως ήδη καταλάβατε, να κοιτώ τις λειτουργικές αναλογίες, τις συμπεριφορές και τις στάσεις θεολογίας και τεχνών. Με θλίψη πολλές φορές διαπιστώνω ότι η θεολογία μοιάζει άφιλη. Αρνείται την κοινή αγωνία, τους κοινούς καημούς και οδηγείται σε δρόμους επικίνδυνης ιδιώτευσης. Το ίδιο και το μάθημα των Θρησκευτικών, διότι όπως καταλαβαίνετε η μοίρα θεολογίας και μαθήματος είναι κοινή. Με αυτά δεν θέλω να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η ένταξη θεολογίας και μαθήματος των Θρησκευτικών στη χορεία των επιστημών και των τεχνών οδηγεί σε απόλυτες ταυτίσεις. Πολύ περισσότερο οφείλω να ομολογήσω ότι δεν εισηγούμαι την άρση της ετερότητας. Βρισκόμαστε, όμως, για να χρησιμοποιήσω μια θεολογική ορολογία ενώπιον του μυστηρίου του εκκλησιασμού των ετεροτήτων στο κοινό σώμα που είναι η δημόσια πλατεία και ο πολιτισμός. Τόσοι άλλοι και τόσα άλλα είμαι εγώ και θέλω να πιστεύω πως αυτό τουλάχιστον στο παρόν συνέδριο δεν αμφισβητείται.
Και έρχομαι τώρα στο τελευταίο μέρος της εισήγησής μου, στη συζήτηση για την ψηφίδα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Θέλω να πιστεύω, πως η συζήτηση αυτή συνδέεται πλήρως με τη θέαση, την όραση του καινούριου κόσμου. Ενός κόσμου απέναντι στον παρόντα διηρημένο, τραυματισμένο και παντελώς αβέβαιο κόσμο, που χαρακτηρίζεται από φαινόμενα πολύτροπης βίας και άγριου φονταμενταλισμού. Και είναι αλήθεια πως η τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα για το μάθημα των Θρησκευτικών τα τελευταία χρόνια, με παρεμβάσεις πολιτικές και εκκλησιαστικές, οδηγούν το καράβι στα βράχια. Θεωρώ, πως οι προτάσεις για την αποτροπή μιας τέτοιας πορείας έχουν κατατεθεί και είναι σαφείς. Θα συνεχίσω και εδώ, ανάμεσα στις υπόλοιπες σοφές παρεμβάσεις ανθρώπων που εργάστηκαν σκληρά όλα αυτά τα χρόνια που συζητούμε το θέμα, να υπενθυμίζω την μνημειώδη εισήγηση του μακαριστού δασκάλου Νίκου Ματσούκα, σαράντα χρόνια πριν, το 1981, στο κέντρο της οποίας υπήρχε η πρόταση για μια πολιτιστική και πολιτισμική θεώρηση του μαθήματος και απομάκρυνσή του από κάθε κατηχητικό και ομολογιακό προσανατολισμό.
Συγκεκριμένα, κατά Ματσούκα, η εξέταση του θέματος σχετίζεται με προβλήματα Φιλοσοφίας της Παιδείας. Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση δεν είναι νοητό να γίνεται ανεξάρτητα από τα δεδομένα της πολιτιστικής παραδόσεως και της ζωής του Νεοελληνισμού (σίγουρα ο Ματσούκας βρίσκεται εδώ στην καρδιά της Άνοιξης του ελληνορθόδοξου πολιτισμού του οποίου υπήρξε συν-εισηγητής και θιασώτης). Και τα δεδομένα τούτης της πολιτιστικής παραδόσεως και της ζωής του Νεοελληνισμού, επιβάλλουν την αποδοχή δύο βασικών προϋποθέσεων. Σύμφωνα με την πρώτη, «το μάθημα των Θρησκευτικών δεν πρέπει κατ’ αρχήν με κανέναν τρόπο να διαχωρίζεται ριζικά από τα άλλα μαθήματα» και σύμφωνα με τη δεύτερη, «ο πανανθρώπινος και διαχρονικός χαρακτήρας του μαθήματος δεν παραβλέπει το συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και την εκκλησιαστική ζωή, ενώ συνάμα εντάσσεται στους γενικούς σκοπούς της Παιδείας». Μιας Παιδείας που ο λειτουργικός της χαρακτήρας προϋποθέτει και συνεπώς επιβάλλει την ένταξη των νέων «σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο περιβάλλον, όπου από τη μια μεριά υπάρχει ο φυσικός χώρος με όλη την τεχνική και οικονομική υποδομή και από την άλλη ο πνευματικός χώρος στην κοινωνική διάσταση». Μια τέτοια θεώρηση της Παιδείας επέτρεψε στον Ματσούκα να υποστηρίξει με έμφαση πως το μάθημα των Θρησκευτικών, απαλλαγμένο από ακραίους ιδεολογικούς διαποτισμούς και ενταγμένο στα πλαίσια ενός δημιουργικού σχολείου, πρέπει να αποδεσμευτεί από οποιεσδήποτε ηθικιστικές, κατηχητικές και ομολογιακές εξαρτήσεις και να καταστεί μάθημα πολιτισμού με περιεχόμενο απόλυτα γνωσιολογικό, εντός του οποίου πρωτεύουσα θέση θα έχουν η Βίβλος, τα πατερικά κείμενα, τα λειτουργικά κείμενα, όλα τα μνημεία της τέχνης και η εκκλησιαστική ιστορία, που αποκαλύπτουν το πρόσωπο του Χριστού, που δεν μπορεί, κατά Ματσούκα, παρά να αποτελεί το κέντρο του θρησκευτικού μαθήματος. Φυσικά, όπως τονίζει ο δογματολόγος της Θεσσαλονίκης, σε μια τέτοια συνάφεια απαραίτητη είναι και η προσφορά θρησκειολογικών γνώσεων, η οποία λευτερωμένη από οποιαδήποτε απολογητική διάθεση θα στοχεύει στη διεύρυνση των επιστημονικών οριζόντων του μαθητή και στη λειτουργική ανάδειξη της διαφορετικότητας. Μαζί με την πρόταση Ματσούκα να υπενθυμίσω και την πρόταση του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, το 2008, η οποία κοντά στα άλλα έβαζε στη συζήτηση και το δεύτερο μάθημα των Θρησκευτικών εάν και εφόσον φθάναμε σε μια κατάσταση σαν τη σημερινή. Διαβάζουμε σχετικά: «Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση θα μπορούσε να υπάρχει ένα κοινό μάθημα πολιτιστικού και γνωσιακού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, σύμφωνα με την προαναφερθείσα δεύτερη αρχή. Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, μπορεί να βελτιωθεί το υπάρχον μάθημα, παίρνοντας έναν περισσότερο οικουμενικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, με στόχο να το παρακολουθούν καταρχήν οι Χριστιανοί. Ταυτόχρονα πρέπει να προστεθεί ως εναλλακτική δυνατότητα, για όσους δεν θα ήθελαν να το παρακολουθούν για λόγους συνείδησης, ένα δεύτερο μάθημα διαθρησκειακό ή γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους μαθητές να επιλέγουν να παρακολουθήσουν όποιο από τα δύο θα ήθελαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν το λόγο της επιλογής τους. Έτσι, δεν θα είναι απαραίτητο να ζητήσουν εξαίρεση για λόγους συνείδησης, αφού θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής». Στην προοπτική υλοποίησης κάποιας από τις παραπάνω προτάσεις «πρέπει», σύμφωνα πάντα με το Τμήμα Θεολογίας, «να μετεκπαιδευτούν οι υπηρετούντες θεολόγοι στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αφού κατά τεκμήριο είναι οι μόνοι ειδικοί για να διδάξουν οτιδήποτε σχετίζεται με τη θρησκεία ή τις θρησκείες». Τούτη η μετεκπαίδευση μπορεί να γίνει από τα Θεολογικά Τμήματα της χώρας, τα οποία «διαθέτουν», τόσο με το υπάρχον πρόγραμμα σπουδών τους, αλλά πολύ περισσότερο θα διαθέτουν με ένα αναβαθμισμένο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών -κατεύθυνση στην οποία ήδη εργάζεται το Τμήμα θεολογίας-, «την απαραίτητη υποδομή για να ανταποκριθούν στην ανάγκη αυτή, αφού στο πρόγραμμά τους περιλαμβάνονται θρησκειολογικά, κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, πολιτιστικά και παιδαγωγικά μαθήματα». Είναι σαφές πως με μια τέτοια πρωτοβουλία και πρόταση το Τμήμα Θεολογίας δεν είχε τη ψευδαίσθηση της οριστικής επίλυσης του θέματος, αλλά άνοιγε την πόρτα για έναν δημιουργικό και έντιμο διάλογο, για μια άσκηση αυτοσυνειδησίας, που θα έβγαζε την εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και την Εκκλησία από το αδιέξοδο στο οποίο τις οδήγησε η οποιαδήποτε ιδιώτευσή τους και άρνηση συνάντησης με το διαφορετικό, το άλλο, που χτυπούσε ήδη από τότε με επιμονή την πόρτα της νεοελληνικής κοινωνίας και εκπαίδευσης, που ταλανίζονταν και συνεχίζει να ταλανίζεται μεταξύ της Σκύλας του επιφανειακού εκσυγχρονισμού και της Χάρυβδης της στείρας παραδοσιαρχίας[6]. Δυστυχώς, η εκπαιδευτική μας αφασία και ο ιδεολογικός μας προσανατολισμός -παρόλες τις φιλότιμες και δημιουργικές προσπάθειες που προηγήθηκαν των τελευταίων τραγικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας-, οδήγησαν στην ταύτιση της εκάστοτε συνήθειας με την παράδοση. Δυστυχώς, η συνειδητοποίηση του γεγονότος, του κάθε γεγονότος, βρίσκεται σε απόσταση από το γεγονός. Ανάμεσά τους το κενό. Το απόλυτο κενό. Γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη, πως «όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας». Στον φαντασιακό - ιδεολογικό μας κόσμο η αφαίμαξη της ευθύνης λειτούργησε τον εωσφορικό αυτοεγκλωβισμό. Ή αντιστρέφοντας τους όρους, ο εωσφορικός αυτοεγκλωβισμός οδήγησε στην αφαίμαξη, στην ολική αφαίμαξη, της ευθύνης. Και έτσι, το μάθημα των Θρησκευτικών βυθίζεται. Μαζί βυθίζεται και η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός της ετερότητας. Το όνειρο ενός κόσμου στον οποίο χωρούν οι πάντες. Το όνειρο ενός γελοίου με συλλογική συνείδηση και παρουσία. Και είναι αυτός ακριβώς ο λόγος, που η προοπτική, ως άλλος τρόπος να δούμε το ίδιο μας το σώμα, θα πρέπει ίσως να αναμετρηθεί με τα μετρημένα, τα υπολογισμένα μιας ουδέτερης ή άνευρης πολιτικής και να συνδεθεί πλήρως με αυτό το όνειρο. Το όνειρο ενός γελοίου που βλέπει τον κόσμο «αλλιώς». Το όνειρο ενός γελοίου με ευθύνη. Το όνειρο ενός γελοίου που το βλέμμα του αγγίζει το ανθρώπινο.

Φίλες και φίλοι,

Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά δεν μπορώ παρά να ζω επ’ ελπίδι[7]. Να ζω, δηλαδή, με την προσδοκία πως η όσο το δυνατόν ταχύτερη συνειδητοποίηση της ήττας που φάγαμε[8] -διότι περί αυτού πρόκειται-, μπορεί να οδηγήσει σε μια δημιουργική ανατροπή, σε μια νέα στροφή, σε μια εκπαιδευτική έκπληξη.

[1] Αντισθένης και Γρηγόριος ο Θεολόγος.
[3] «Είναι δύσκολο να πει κανείς τι είναι "ο ζωγραφικός χώρος". Είναι κάτι που το υπαγορεύει ένα δαιμόνιο σαν του Σωκράτη. Και αλίμονο μου αν δεν το ακούσω. Θα παρουσιάσω απλώς σκέτα μεροκάματα. Οι αρχαίοι Έλληνες βρήκαν την προοπτική. Αλλά και ένα σωρό αντίδοτα που προστατεύουν τον ζωγράφο από παραπατήματα και υπερβολικό ζήλο λογικής. Ο Παρθενώνας σταματάει εκεί που αρχίζει να αποκτάει προοπτική. Στη ζωγραφική της Πομπηίας, που συχνά μιμείται την ελληνική, η προοπτική γίνεται δεκτή υπό όρους. Λειτουργεί για πενήντα πόντους βάθος. Όσο είναι ο όγκος σε βάθος του ανθρώπινου σώματος. Από εκεί και πέρα, όσο αληθοφάνεια κι αν υπάρχει, οι τέσσερις πλευρές του πίνακος και οι αρμονίες δύο διαστάσεων διευθύνουν τη σύνθεση. Και όχι η κοινή λογική. Απ’ όλους τους ευρωπαίους ζωγράφους, ο Βερμέερ και ο Βελάσκεθ κατάφεραν να συνδυάζουν την προοπτική με τις αισθητικές ανάγκες δύο διαστάσεων. Φυσικά, πριν απ΄ όλους ο Γκρέκο. Αυτός είναι ο πρώτος διδάξας. Πώς να οδηγήσει κανείς με λόγια κάτι που μερικά άτομα εξαιρετικά γνωρίζουν ανά τους αιώνες; Και όμως! Οι ιδέες αυτές, όταν πραγματοποιηθούν σε ένα έργο, δίνουν ευφορία ακόμα και στους πιο ανίδεους θεωρητικούς. Ο Μπραν ή ο Πικάσο –δεν θυμάμαι ακριβώς– είχε πει κάποτε ότι κάθε πίνακας χρειάζεται ένα άσπρο σε μιαν ορισμένη μεριά. αλλά έχει τεράστια σημασία αν το άσπρο αυτό δικαιολογείται μέσα στη σύνθεση σ’ ένα φλιτζάνι, σε ένα λουλούδι ή σ’ ένα φόρεμα γυναικός. Στα έργα μου του 1936-1938 επιδιώκοντας το καθαρό και ζωηρό χρώμα, το βάθος που συνήθως είναι καφέ ή μαύρο, το απέδιδα με ροζ ή λεμονί ή κόκκινο ζωηρό. Είναι κάτι σαν την ανεστραμμένη προοπτική που, σε ορισμένες εικόνες βυζαντινές, κάνει ώστε η σύναξη των αγγέλων να είναι πιο μεγάλη όσο πιο πίσω βρίσκονται. Αυτά δεν διδάσκονται. Αλλά πρέπει να τα καταλαβαίνεις μόνος σου, όταν ένθεος πιάνεις το πινέλο», Γ. Τσαρούχης, Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990, σ. 158-159.
[4] Σ. Ζήκα, εφημ. Ριζοσπάστης 14/06/1998 https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3729777
[6] Βλ., σχετικά Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Το μάθημα των Θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση https://antidosis.wordpress.com/2012/11/05/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CF%89/
[7] «Καυχώμεθα επ’ ελπίδι τῆς δόξης του Θεουύ, ου μόνον δε, αλλά και καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν», Ρωμ. 5, 2-3.
[8] Βλ. σχετικά, Χ. Α. Σταμούλης, Φάγαμε ήττα. Κείμενα για τον αυτοεγκλωβισμό της Ορθοδοξίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021.

Εισήγηση στο Συνέδριο του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «Καιρός», στο πλαίσιο της εορτής των Τριών Ιεραρχών, με θέμα «Ταυτότητα και ετερότητα στο δημόσιο σχολείο – Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα». (Αθήνα 27/01/23 | Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων).

ΠΗΓΗ: ANTIDOSIS