Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Εγκώμιο στη «σαλή» αγιότητα

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ


Η Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης συμπλήρωσε τον Ιούνιο που μας πέρασε τον πρώτο χρόνο της ζωής της και θα συνεχίσει τον Σεπτέμβριο με ανανεωμένο κέφι. Στην τελευταία συνάντηση συζητήθηκε το βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ «Γκίμπελ ο σαλός και άλλες ιστορίες» (Κίχλη, 2002), εξαιρετικά μεταφρασμένο από τον Βάιο Λιαπή.
Ας διευκρινίσω αρχικά ότι το βιβλίο που εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο αυτό δεν αποτελεί μετάφραση του βιβλίου που εξέδωσε ο Σίνγκερ το 1957 με τον ίδιο ακριβώς τίτλο («Gimpel the Fool and Other Stories»). Από την πρωτότυπη αμερικανική έκδοση του 1957, που περιελάμβανε έντεκα διηγήματα, η ελληνική κράτησε μόνο τέσσερα και τα συμπλήρωσε με άλλα πέντε.
Πρόκειται ουσιαστικά για ανθολογία. Θα συζητήσω το πρώτο διήγημα της συλλογής, αυτό που έδωσε τον τίτλο του στην πρωτότυπη έκδοση του 1957 και στην ελληνική ανθολογία. Το διήγημα «Gimpel the Fool» πρωτοδημοσιεύθηκε σε περιοδικό στα γίντις (Gimpel tam), το 1945, μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Σολ Μπέλοου (Saul Bellow) και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Partisan Review (Μάιος 1953). Η μετάφραση από τον Μπέλοου και η δημοσίευσή της στο περιώνυμο περιοδικό έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην προβολή του έργου του Σίνγκερ και οφείλονται στον ενθουσιασμό για το διήγημα αυτό των σπουδαίων κριτικών Ελιέζερ Γκρίνμπεργκ (Eliezer Greenberg) και Ερβινγκ Χάου (Irving Howe), που το συμπεριέλαβαν και στην ανθολογία τους «A Treasury of Yiddish Stories» (Viking Press, 1954).
Ο Γκίμπελ είναι το μπαίγνιο όλων, στο Φράμπολ, όπου γεννήθηκε και ζει, τον περιπαίζουν, τον προσβάλλουν και τον εκμεταλλεύονται. Θεμέλιο του εμπαιγμού είναι η ευπιστία του: ο Γκίμπελ δεν κρίνει ποτέ, τα πιστεύει όλα, ακόμη και τα πιο τερατώδη.
Κορύφωση της γελοιοποίησής του είναι ο γάμος στον οποίο τον παγίδεψαν, με μια χωλή πόρνη, την Έλκα, η οποία δεν τον αφήνει να την πλησιάσει και σπέρνει παιδιά με άλλους. Eκείνος πάντως τα αγαπάει σαν δικά του και την ίδια δεν την κακίζει.
Θύμα κοροϊδίας
Σε τούτο το διαρκές περιγέλασμα του Γκίμπελ συνοψίζεται όλη η ζωή της Έλκα, κατά πως παραδέχεται πικρά και η ίδια: «Κορόιδεψα τον Γκίμπελ. Αυτό ήτανε το νόημα της μικρής μου ζωής» (σ. 29). Και το νόημα της ζωής του Γκίμπελ ποιο είναι τάχα; Ότι ήταν θύμα κοροϊδίας και εκμετάλλευσης; Μπορεί πράγματι να το πει κανείς. Ο Σίνγκερ όμως βλέπει διαφορετικά: το νόημα της δικής του ζωής ήταν η εμπιστοσύνη, η αθωότητα, η καλοσύνη, το έλεος, η συγχώρηση, η αγάπη. Ναι, ο Γκίμπελ ήταν άγιος, πάει να πει ό,τι πιο άβολο υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, ένας άνθρωπος που αναποδογυρίζει όλα όσα είμαστε συνηθισμένοι να κάνουμε, που ανατρέπει όλους τους κώδικες, γι’ αυτό και δεν είναι διόλου εύκολο να τον έχεις δίπλα σου.
Δεν ξέρω τη νοηματική απόχρωση της λέξης tam στα γίντις, αλλά η λέξη fool με την οποία μεταφράστηκε από τον Μπέλοου και εγκρίθηκε από τον Σίνγκερ δεν αποδίδει αυτό που είναι ο Γκίμπελ. Μόνο η ελληνική λέξη σαλός το αποδίδει.
Συμβαίνει και αυτό στη λογοτεχνία: η λέξη της μετάφρασης να αποδίδει καλύτερα από την πρωτότυπη λέξη (αν θεωρήσουμε το αγγλικό κείμενο πρωτότυπο, όπως απαιτεί ο ίδιος ο Σίνγκερ).
Η λέξη είναι ενεργός ακόμη στη γλώσσα μας, χάρη στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αριθμεί στις τάξεις της σαλούς αγίους, δηλαδή αγίους που κρύβουν την αγιότητά τους κάτω από αλλόκοτη συμπεριφορά και προκαλούν σκόπιμα τη χλεύη του κόσμου, για να αποφύγουν την κενοδοξία, ή εκτίθενται ζώντας κοντά σε αμαρτωλούς (πόρνες, ληστές, μέθυσους) για να τους οδηγήσουν στη μετάνοια. Ο Γκίμπελ δεν είναι τρελός, ο Γκίμπελ είναι άγιος σαλός, και μάλιστα χωρίς να προσποιείται.
Η εκδίκηση
Μια μέρα ο Σατανάς πείθει τον Γκίμπελ να πάρει την εκδίκησή του από τους κατοίκους του Φράμπολ για όσα του έκαναν και μαγαρίζει –είναι φούρναρης– τα ψωμιά που έψησε. Θα εμφανιστεί τότε στον ύπνο του η Έλκα, με κατάμαυρο πρόσωπο, από την Κόλαση όπου βρίσκεται, και θα τον συγκρατήσει: «Επειδή ήμουνα εγώ ψεύτρα, πάει να πει πως είναι όλα ψέμα; […] Και τώρα το πληρώνω, Γκίμπελ. Εδώ που είμαι δεν έχει λύπηση καμιά» (σ. 31). Ο Γκίμπελ κλονίζεται, συνειδητοποιεί ότι παρά τρίχα να έχανε την αιώνια ζωή (σ. 31) και παίρνει πίσω τη απόφασή του. Ύστερα από αυτό μοιράζει τα λεφτά του στα παιδιά της Έλκα και φεύγει από το Φράμπολ. Γυρίζει τον κόσμο λέγοντας ιστορίες, πεπεισμένος πως όλα είναι δυνατά!
Όταν κλείνει τα μάτια του ξαναβρίσκεται στο Φράμπολ και βλέπει την Έλκα: «Στέκεται πλάι στη σκάφη, όπως την πρώτη φορά που την είδα, μα το πρόσωπό της λάμπει και τα μάτια της ακτινοβολούν όπως τα μάτια των αγίων» (σ. 33). Την ικετεύει να πάει κοντά της, μα εκείνη του λέει να υπομονέψει ακόμη λίγο, και τον χαϊδεύει και τον φιλάει!
Ο Γκίμπελ δεν φοβάται τον θάνατο: «Όταν έρθει η ώρα μου, θα φύγω πασίχαρος. Ό,τι κι αν υπάρχει εκεί πέρα θα είναι αληθινό, δίχως μπερδέματα, δίχως περιγελάσματα, δίχως κοροϊδίες. Δόξα να ‘χει ο Μεγαλοδύναμος, εκεί πέρα δεν πιάνεται κορόιδο μήτε καν ο Γκίμπελ» (σ. 34).
Στον κόσμο του Σίνγκερ, στον αφανισμένο εβραϊκό κόσμο της Ανατολικής Ευρώπης, ο Γκίμπελ είναι άγιος, επειδή ο Θεός είναι άγιος και εν αγίοις επαναπαύεται, επειδή υπάρχει άλλη ζωή, αιώνια ζωή αλήθειας και δικαιοσύνης.
Η ιστορία του Γκίμπελ με συγκινεί μέχρι δακρύων, κάθε φορά που τη διαβάζω, όπως και πολλούς άλλους, ανεξαρτήτως μεταφυσικών πεποιθήσεων. Και θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: Θα ήθελα ο γιος μου να είναι σαν τον Γκίμπελ;
Υπάρχει πράγματι κάποιος που να το ήθελε; Και τότε γιατί τις διαβάζουμε αυτές τις παλιές ιστορίες, για να συγκινούμαστε όσο κρατάει η ανάγνωση;


Ο βραβευμένος με Νομπέλ Λογοτεχνίας Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ, στο σπίτι του στο Μαϊάμι, το 1978. Το διήγημά του «Γκίμπελ ο σαλός» το πρωτοέγραψε στα γίντις και δημοσιεύθηκε το 1945, πριν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον –έτερο νομπελίστα– Σολ Μπέλοου και δημοσιευθεί στο περιοδικό Partisan Review τον Μάιο του 1953. [A.P. Photo/Kathy Willens]

ΠΗΓΕΣ:

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

«Η αγιότητα σήμερα»


Η τρίτη εκδήλωση του φετινού κύκλου «Καιρός του ποιήσαι» θα πραγματοποιηθεί σήμερα, Δευτέρα 27 Απριλίου 2026 στις 6:30μ.μ., με θέμα: «Η αγιότητα σήμερα». Θα συμμετάσχουν ως ομιλητές ο Peter Bouteneff, Καθηγητής Συστηματικής Θεολογίας και Θρησκευτικής Τέχνης στο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του αγίου Βλαδίμηρου (Νέα Υόρκη, ΗΠΑ), η Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Καθηγήτρια Καινής Διαθήκης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και ο Παναγιώτης Υφαντής, Καθηγητής Πατρολογίας και Αγιολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Συντονιστής της συζήτησης θα είναι ο Ανδρέας Αλεξόπουλος, επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στο σύνδεσμο μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση https://us06web.zoom.us/j/89965865933.

Αρχικά θα εξεταστεί η έννοια της αγιότητας στο σύγχρονο κόσμο και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται στην καθημερινή ζωή των πιστών. Αποτελεί κοινό μυστικό μεταξύ των πιστών ότι οι άνθρωποι είναι γεμάτοι πάθη, καταδικασμένοι να σκέφτονται και να πράττουν το κακό. Στις καθημερινές προσευχές μας, αποκαλούμε τον εαυτό μας «αμαρτωλό», «άθλιο», «αξιολύπητο» και «άξιο κατάκρισης». Μπορεί η εκκλησιαστική αυτή γλώσσα να ηχεί παράξενη ή υπερβολική για τις τυχόν σύγχρονες ευαισθησίες μας, σε κάθε περίπτωση ωστόσο, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εάν αποδεχθούμε, λοιπόν, ότι είμαστε αμαρτωλοί, τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτό για την ταυτότητα και τη κοινωνική ζωή μας σήμερα, πάντοτε στον ορίζοντα της κλήσης προς την αγιότητα;
Στη συνέχεια η συζήτηση θα εστιάσει στην αγιότητα στα παλαιοδιαθηκικά κείμενα, ενώ θα παρουσιαστούν οι νέες νοηματοδοτήσεις της αγιότητας στην Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα στον Παύλο, ο οποίος αποδεσμεύει την αγιότητα από την παλαιότερη τελετουργική και λατρευτική της διάσταση και την ανάγει σε εκκλησιολογική κατηγορία με χριστολογική αναφορά και εσχατολογική προοπτική: ο χαρακτηρισμός «ἅγιος» δεν ορίζει πλέον έναν τελετουργικό χώρο ή κατάσταση, αλλά ένα νέο ήθος ζωής εν Χριστώ, που χαρακτηρίζει την εκκλησιαστική κοινότητα και διαμορφώνει τις σχέσεις των μελών μεταξύ τους.
Εν τέλει, θα επιχειρηθεί μια κριτική προσέγγιση των αγιολογικών μοντέλων που δεσπόζουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα. Ο κοινωνικός χάρτης που συνθέτουν οι πρόσφατες και τρέχουσες αγιωνυμίες με γνώμονα το φύλο, την ηλικία, τη θέση ή το αξίωμα στον εκκλησιαστικό οργανισμό κ.λπ., είναι αποκαλυπτικός για τις πνευματικές τάσεις και ανθρωπολογικές προτεραιότητες του εκκλησιαστικού οργανισμού στο σύνολό του, οι οποίες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενες ως προς τη βιβλική συνέπεια και την ανθρωπολογική τους περιεκτικότητα.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

4η Αυγούστου: Των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω

Oι Άγιοι Επτά Παίδες (1925)

Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον:
«ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς» με τους αγίους
«κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες,
«ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι»
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν.

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν -
και την επαύριον εξύπνησαν. Επαύριον γι' αυτούς.
Μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες.

Ξύπνησε την επαύριον και πήγε
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον,
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον,
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς.

Κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες,
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί -
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς,
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου,
και τους προσκύνησεν κι αυτός,ως πρέπον, ο ευλαβέστατος.

Και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον Χριστιανικόν,
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς.

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά,
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν,
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή)
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες,
από άλλον κόσμο φθάσαντες,
από σχεδόν δυό αιώνες πριν,
και νύσταξαν μες στην συνομιλία -
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν.

K. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ. (1994). Ατελή ποιήματα 1918-1932. Φιλολογική Επιμέλεια και Σχόλια Renata Lavagnini. Αθήνα: Ίκαρος· [Βιβλιοκρισία βλ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. (1996). «Τα “Ατελή” ποιήματα του Καβάφη», στο: Ενδεχομένως. Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου. Αθήνα: Άγρα, σσ. 67-71. Επίσης, βλ. «Εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων»… στο: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: https://www.kathimerini.gr/culture/150073/en-merei-ethnikos-k-en-merei-christianizon/ ].


Οι εν Εφέσω Επτά Παίδες. Από το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄: https://digi.vatlib.it/view/MSS_Vat.gr.1613/


Χειρόγραφο του ποιήματος «Οι Άγιοι Επτά Παίδες», με διαγραφές και διορθώσεις, στις δύο όψεις φύλλου και στο recto δεύτερου φύλλου. Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τίτλο και χρονολογική ένδειξη. Στο: Onassis Cavafy Archive https://cavafy.onassis.org/el/object/3ctb-29pm-f927/

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

Αύριο γιορτή, πανηγύρι χαράς: της Αγίας Σοφίας και των τριών θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης

«Μητέρα τριών θυγατέρων παρθένων και καλλινίκων μαρτύρων, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης[*]. Τις ανέθρεψε χριστιανικά, υπομένοντας η ίδια μακροχρόνια χηρεία. Πρόσεχε η Σοφία ώστε τα ονόματα των θυγατέρων της να έχουν συμφωνία με την πολιτεία τους. Πράγματι, κατόρθωσε η φιλότεκνη μητέρα να γεμίσει τις καρδιές τους από αρετές, των οποίων τα ονόματα έφεραν. Γι’ αυτή την πίστη, ελπίδα και αγάπη τους προς τον Χριστό παρουσιάζονται ν’ απολογηθούν. Η ομολογία της μητέρας ξαφνιάζει τον άρχοντα. Κολακείες, υποσχέσεις κι απειλές δεν επηρεάζουν καμμιά τους. Μετά από το μαρτυρικό τέλος των τριών παρθένων, η μακαρία μητέρα έμενε ευχαριστημένη για την προσφορά της. Τρεις ημέρες μετά το τέλος της τελευταίας κόρης της, την βρήκε ο θάνατος προσευχόμενη στο κοινό τους μνήμα. Οι πιστοί την έθαψαν μαζί με τις τρεις παρθενομάρτυρες (Ρώμη, 2ο αιώνας)».


+Αγιορείτου Μοναχού Μωυσέως. (1995). Οι έγγαμοι Άγιοι της Εκκλησίας. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 162-163, 170.



[*] Η μνήμη τους τιμάται την ίδια ημέρα. Η Πίστη ήταν 12, η Ελπίς 10 και η Αγάπη 9 ετών.

Αύριο γιορτή, πανηγύρι χαράς: της Αγίας Σοφίας και των τριών θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. Η μακαρίτισσα γιαγιά μου, ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχή της, ευλαβούνταν πάρα πολύ την Αγία Σοφία και τις Αγίες κόρες της. Ακόμα θυμάμαι την εικόνα που είχε στο εικονοστάσι του δωματίου της. Α.Ι.Κ.

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Κυριακή των Αγίων Μυροφόρων Γυναικών. Γιορτάζει ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ο παπα-Στρατής κάνει λόγο για θαύματα! Και πράγματι είναι πολλά τα θαύματα που γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται στο λαμπρό Ιερό Προσκύνημα του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο. Είδα και άκουσα προσεχτικά όσα λέγει στο βίντεο ο παπα-Στρατής. Το θαύμα εμπεριέχει την ελπίδα για το επέκεινα. Προϋποθέτει πίστη και ταπεινότητα· αλλά και αποστασιοποίηση από την κυριαρχία της λογικής ότι, δηλαδή, όλα μπορούν να εξηγηθούν με λογικά επιχειρήματα. Ο πιστός άνθρωπος μπορεί να σταθεί όρθιος σε καταστάσεις πόνου, να τις αντέξει και να ελπίσει στο θαύμα. Οπότε η μεγαλύτερη χάρη που προσφέρει ο Θεός είναι να τον κάνει να αντέξει στον πόνο και να ελπίσει στο θαύμα.
Βλέποντας και ακούγοντας όσα λέγει ο παπα-Στρατής ήρθαν στο νου-μου οι συμβουλές προς τους ενορίτες-του του «παπά των αγρών», στο μικρό διήγημα του Πέτρου Χάρη: «Όταν οι Άγιοι κατεβαίνουν στη γη» -ο αναγνώστης μπορεί να το διαβάσει στο ομώνυμο βιβλίο-του που εκδόθηκε από τον οίκο Γεωργίου Φέξη στα 1965- στο οποίο ο πολυγραφότατος συγγραφέας και ακαδημαϊκός διηγείται ένα θαύμα που έγινε στους κατοίκους του χωριού Κάτω Περιβόλια, όταν ένας εργάτης γυρίζοντας από την Αθήνα στο χωριό-του διηγήθηκε στους συγχωριανούς-του το θαύμα πως, το κλεινόν άστυ «γέμισε από Αγίους, που τους έβλεπαν οι άνθρωποι στα τζάμια και στα κρύσταλλα μεγάλων και μικρών σπιτιών». Το πεντασέλιδο διήγημά του ο Πέτρος Χάρης το τελειώνει τις συμβουλές του ταπεινού παπά των Κάτω Περιβολιών: «Πηγαίνετε ήσυχοι στα σπίτια-σας, χριστιανοί. Αφού είδε την Παναγία και τους Αγίους ο Παναγιώτης, ο Γιώργης, ο Θανάσης και η Μαριγούλα, θα πει πως δεν είμαστε όλοι αμαρτωλοί. Και τα Κάτω Περιβόλια θα σωθούν». 
Πολύ καλά τα λέγει ο παπα-Στρατής: «...όπου υπάρχει πόνος, υπάρχει πίστη και ελπίδα· όταν καλοπερνάς, η πίστη αμβλύνεται· όταν υποφέρεις, η πίστη γίνεται πιο δυνατή». Τη βλέπουν και τη ζουν αυτήν την πίστη καθημερινά στο Ιερό Προσκύνημα του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο. 
Ο Πέτρος Χάρης όταν έγραφε το παραπάνω διήγημα ήταν εποχή μετά τον πόλεμο: «Ήταν η εποχή που άρχισαν να γίνονται η μια έπειτ’ από την άλλη οι μεταπολεμικές εφευρέσεις και τη μια μέρα έδιναν ελπίδα στον κόσμο και την άλλη τον προετοίμαζαν για τη Δευτέρα Παρουσία. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, μα η Χιροσίμα ήταν πάντα ο μεγάλος τρόμος-μας, η μαύρη φτερούγα που σκέπαζε στεριές και θάλασσες και πουθενά δεν άφηνε τη σκέψη ήρεμη και ήσυχο τον ύπνο. Κ’ ένα πρωί ήρθε στην Αθήνα το μεγάλο μήνυμα. Το έδινε η Παναγία, το έδιναν οι Άγιοι κι ο άγγελος με τη σάλπιγγα που θα καλούσε ζωντανούς και πεθαμένους. Δεν ήταν ακόμα η ώρα. Δεν ήταν όμως και πολύ μακρυά. Οι άνθρωποι αμάρτησαν πολύ, δεν άντεχε πια ο Κύριος να τους βλέπει στο δρόμο που είχαν πάρει, τους φώναξε να κρατηθούν στον κατήφορο, να μην κάνουν το τελευταίο βήμα, το ολέθριο, το αμετάκλητο. Είχαν απλώσει τα χέρια-τους και λίγο έλειπε ακόμα για να εξουσιάσουν το μυστικό που ήταν και δύναμη απίστευτη και θάνατος του γένους, όλου του ανθρώπινου γένους. [...] Και τα σημάδια της αμαρτίας που δεν είχε συχώρεση, όποιος είχε καθαρό μάτι τάβλεπε και στην άλλη προετοιμασία του ανθρώπου, στην άλλη τρέλα-του, που ζήταγε να τον στείλει ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό, να τον ξεπεράσει τον ουρανό, να τον τρυπήσει, να βγάλει την κεφαλή-του, να δει το Θεό και λίγο - λίγο να πάει να καθίσει πλάι-του. Ήταν, λοιπόν, μικρή η προθεσμία που είχαν οι αμαρτωλοί για νάρθουν στο σωστό δρόμο. Και κατέβηκαν οι επουράνιες δυνάμεις να τους βοηθήσουν». 
Το λέγει στο βίντεο κι ο παπα-Στρατής: «...η ελπίδα που φυτρώνει κοντά στο Θεό, κοντά σε τόπους που λατρεύεται ο Θεός είναι ζωντανή».  Κανένας λαός όσο ο ελληνικός δεν σηκώνει τόση και τέτοια παράδοση. Ας την προσέχουμε, ας την τιμούμε κι ας την μεταδίδουμε στα παιδιά-μας, για να προσθέτουν κι αυτά πάνω σ' αυτή το δικό-τους λιθαράκι.
Και του χρόνου, στη Γιορτή των Μυροφόρων στο Ιερό Προσκύνημα του Ταξιάρχη, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με τις φτερούγες και τη σπάθα-του να μας καλεί στο «ήμαρτον, Κύριε, ήμαρτον»! 
Χριστός Ανέστη!


Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

80 χρόνια από τον αποκεφαλισμό του Αυστριακού Φραντς Γαιγκερσταίτερ που αρνήθηκε να υπηρετήσει τους ναζί

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

​​Μεταφράστηκαν φέτος (2018) στη γλώσσα μας και εκδόθηκαν δύο πολύ καλά μυθιστορήματα, που φωτίζουν με δυνατό φως, όπως μόνο το μυθιστόρημα μπορεί να κάνει, την Προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ΄ Ράιχ, το Άνσλους. Οι συγγραφείς τους είναι σχεδόν συνομήλικοι, ο ένας Γάλλος, ο άλλος Αυστριακός: α) Ερίκ Βυϊγιάρ (γενν. 1968), «Ημερήσια διάταξη» (Πόλις, 1η γαλλική έκδοση 2017) και β) Ρόμπερτ Ζέεταλερ (γενν. 1966), «Ο καπνοπώλης» (Ποταμός, 1η γερμανική έκδοση 2012). Η «Ημερήσια διάταξη» αποτυπώνει με εξαιρετική ιστορική ακρίβεια και λογοτεχνική συμπύκνωση τα γεγονότα που οδήγησαν τελικά στην Προσάρτηση, με αφετηρία την 20ή Φεβρουαρίου 1933, όταν συγκεντρώθηκαν 24 κορυφαίοι βιομήχανοι της Γερμανίας στο μέγαρο του Προέδρου της Βουλής. Ο «Καπνοπώλης» αφηγείται την ενηλικίωση ενός χωριατόπαιδου στη Βιέννη, την εποχή του Άνσλους, του αντισημιτικού μίσους και της ναζιστικής βίας. Δεν είναι ίσως τυχαίο που δυο πενηντάχρονοι συγγραφείς στρέφουν ξανά σήμερα το βλέμμα τους στο Άνσλους και θέλουν να φωτίσουν το μοιραίο γεγονός: στις 12 Μαρτίου 1938 η Βέρμαχτ διασχίζει τα αυστριακά σύνορα, στις 13 ανακηρύσσεται η Προσάρτηση και στις 15 Μαρτίου ο Χίτλερ απευθύνεται από τον εξώστη του αυτοκρατορικού παλατιού σε εκατοντάδες χιλιάδες παραληρούντες Αυστριακούς.
Οι συνέπειες της εθελούσιας εντέλει Προσάρτησης είναι υπαρκτές μέχρι σήμερα. Η Αυστρία από συνεργάτης του Γ΄ Ράιχ και θύτης μαζί του της Ευρώπης εμφανίστηκε μετά το τέλος του πολέμου, με τις ευλογίες και των Συμμάχων, ως θύμα, η αυστριακή κοινωνία στο σύνολό της δεν είδε ποτέ αυτοκριτικά τη στάση της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γι’ αυτό και μπόρεσε να εκλέξει ανένοχα τον ναζί Κουρτ Βαλντχάιμ ως πρόεδρό της (1986-1992) και σήμερα να κυβερνιέται από ακροδεξιούς. Δεν είναι βεβαίως η σημερινή ακροδεξιά άβυσσος ίδια με τη ναζιστική, μα καταπώς γράφει ο Βυϊγιάρ στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματός του: «Δεν πέφτουμε ποτέ δυο φορές στην ίδια άβυσσο. Αλλά πέφτουμε πάντα με τον ίδιο τρόπο, με γελοιότητα και τρόμο». Με τη σειρά μου, τούτες τις μέρες του θεομητορικού Αυγούστου, που γράφεται αυτό το κείμενο, στρέφω και εγώ ευλαβικά το βλέμμα μου στον Franz Jägerstätter (Φραντς Γαιγκερσταίτερ), άγιο της Καθολικής Εκκλησίας, που μαρτύρησε στις 9 Αυγούστου 1943. Ανακηρύχθηκε μακάριος (beatus) το 2007, με πρωτοβουλία του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄. Είναι από τους λίγους αγίους της Καθολικής Εκκλησίας που είχε γυναίκα και παιδιά.
Για να νομιμοποιηθεί η Προσάρτηση, οργανώνεται στις 10 Απριλίου του 1938 δημοψήφισμα. Οι πάντες, ιερείς, επίσκοποι, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, σοσιαλδημοκράτες, καλούν τον κόσμο να ψηφίσει υπέρ. Αποτέλεσμα: 99,75% υπέρ της Προσάρτησης. Στο χωριό Σανκτ-Ράντεγκουντ της Ανω Αυστρίας, στα σύνορα με τη Βαυαρία, θα βρεθεί αναπάντεχα μία αρνητική ψήφος. Ανήκει στον αγρότη Γαιγκερσταίτερ. Δεν είναι πολιτικοποιημένος, δεν ανήκει σε καμία πολιτική οργάνωση, είναι πιστός χριστιανός, που τοποθετεί καθημερινά τον εαυτό του και τα έργα του ενώπιον του Θεού. Η βαθιά πίστη του θα τον οδηγήσει το 1943 να αρνηθεί να υπηρετήσει στον ναζιστικό στρατό και να συμπολεμήσει με τους ναζήδες σε έναν άδικο πόλεμο. Τη στάση του δεν την καταλαβαίνει κανείς απολύτως, κληρικοί, συγχωριανοί, φίλοι, η ίδια η γυναίκα του, κανείς. Ολοι προσπαθούν να τον μεταπείσουν με διάφορους τρόπους. Εκείνος όμως μένει αμετάπειστος, θεωρεί ότι υπάρχουν στιγμές στη ζωή, και τώρα είναι μια τέτοια ακριβώς στιγμή, που είναι καλύτερα να υπακούς στον Θεό παρά να ακούς τους ανθρώπους. Ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ παίρνει τοις μετρητοίς την εντολή της αγάπης για τον πλησίον και δεν παίζει με τη μέλλουσα κρίση του Θεού. Το στρατοδικείο τον καταδικάζει σε θάνατο και η ποινή εκτελείται, με γκιλοτίνα, στη φυλακή Μπράντενμπουργκ, στο Βερολίνο. Πεθαίνει άφοβα για την πίστη του, μαρτυρεί ως χριστιανός, όχι ως πολιτικός αγωνιστής. Εχει τρία μικρά παιδιά, κορίτσια, το μεγαλύτερο έξι χρόνων.
Μετά το τέλος του πολέμου, η Αυστρία τιμά ως ήρωες τους στρατιώτες που γυρίζουν πίσω στην πατρίδα, αφού έκαναν το πατριωτικό καθήκον τους. Ποιο καθήκον; Το ότι πολέμησαν μαζί με τους Γερμανούς ναζί εναντίον των λαών της Ευρώπης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μια περίπτωση σαν και αυτή του Φραντς Γαιγκερσταίτερ δεν είναι απλώς ακατανόητη, είναι και ενοχλητική. Πρέπει να ξεχαστεί. Από τη γυναίκα του ζητούν να μην πολυμιλάει για τον άντρα της. Ο π. Ζήγκφριντ Λόχνερ (Siegfried Lochner), στρατιωτικός ιερέας της Βιέννης, το 2007, την εποχή της beatificatio του Γαιγκερσταίτερ, θα δηλώσει, ενάντια στην πρωτοβουλία του ίδιου του Πάπα: «Ο Γαιγκερσταίτερ δεν υπήρξε μάρτυρας της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά αξιολύπητο θύμα της πλανημένης συνείδησής του».
Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει: έχουν εκδοθεί βιογραφίες του, έχουν εκδοθεί τα γράμματά του από τη φυλακή (υπάρχει και μετάφρασή τους στα αγγλικά), έχουν γυριστεί ταινίες και ντοκιμαντέρ, κάθε χρόνο, την ημέρα του αποκεφαλισμού του, στις 9 Αυγούστου, τιμάται πανηγυρικά η μνήμη του στον καθεδρικό ναό του Λιντζ, με πρωτοβουλία της χριστιανικής οργάνωσης Pax Christi. Ωστόσο, παρά τα όσα έχουν γίνει, ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ εξακολουθεί να μην είναι γνωστός ούτε καν στους πιστούς Καθολικούς. Προσδοκώ ότι η ταινία του Αμερικανού Τέρενς Μάλικ «Radegund», που θα προβληθεί τους προσεχείς μήνες σε όλο τον κόσμο –ελπίζω και στην Ελλάδα–, θα συμβάλει στη διάδοση της μνήμης του νεοφανούς αγίου.



Σήμερα, 09 Αυγούστου 2023, κλείνουν 80 χρόνια από τον αποκεφαλισμό του Αυστριακού Φ. Γαιγκερσταίτερ που αρνήθηκε να υπηρετήσει τους ναζί.
Οι εκδόσεις ΜΗΝΥΜΑ, το 1974, εξέδωσαν το εικονιζόμενο βιβλίο του Γκόρντον Τσαν για τη ζωή του σε μετάφραση του μακαριστού Γ. Ροδίτη.
Προχθές το βράδυ η ΕΤ2 πρόβαλε την εξαιρετική ταινία για τη ζωή του: Α Hidden Life / Μία Κρυφή Ζωή, η οποία είναι διαθεσιμη έως 05 Οκτωβρίου από το κανάλι ERTFLIX https://www.ertflix.gr/vod/vod.291481-mia-kruphe-zoe

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Αντίσταση στη δικτατορία του ναζισμού

«Το μαρτύριό τους θα μας υπενθυμίζει το καθήκον μας ως μελών της Εκκλησίας να υπεραμυνθούμε του ευαγγελικού μηνύματος της απελευθέρωσης από κάθε δουλεία, να γίνουμε εκφραστές ενός αυθεντικού Χριστιανισμού, ενός Χριστιανισμού που ελκύει και εμπνέει. Οι χριστιανοί αν θέλουν να είναι συνεπείς με την πίστη τους οφείλουν διαχρονικά να αγωνίζονται στο πλευρό των αδύναμων, των αδικημένων, των καταπιεσμένων, όπως οι μάρτυρές τους. Σε διαφορετική περίπτωση ισχύει αυτό που έγραφε ο Αντόνιο Φραγκόζο (Βραζιλιάνος θεολόγος, υποστηρικτής της "Θεολογίας της Απελευθέρωης"): “Ο χριστιανός που δεν αγωνίζεται… είναι μια καρικατούρα της εικόνας του Θεού Δημιουργού, της καλοσύνης του Πατέρα και της ευσπλαχνίας του Κυρίου”».


ELENA PEPEKRESTOV. (2019). Αλεξάντερ Σμορέλ. Η γερμανική αντίσταση και κίνημα του «Λευκού Ρόδου», μτφρ. Πολυξένη Τσαλίκη, πρόλογος Ανδρέας Αργυρόπουλος. Αθήνα: Πορφύρα, σσ. 19-20.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Δεδομένης της συζήτησης που στις μέρες μας γίνεται για την εγκληματική και ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή, σημαντική θα είναι η Διαδικτυακή συζήτηση "H Αγιότητα και το Μαρτύριο στον σύγχρονο κόσμο", την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, ώρα 6:00 μμ.
Με αφορμή το παραπάνω βιβλίο της Elena Perekrestov, θα συζητήσουν οι: Ανδρέας Αργυρόπουλος, Όλγα Νικολαΐδου, Θανάσης Παπαθανασίου και θα παρέμβει ο Νίκος Κοσμίδης.
Για την παρακολούθηση της συζήτησης ζωντανά χρειάζεται να πατηθούν οι παρακάτω σύνδεσμοι:

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Ο διαφωτιστής κι ο Άγιος


Έμοιαζε ένα συνηθισμένο πρωινό, η νύχτα είχε μόλις δώσει τη θέση της στη μέρα, κι όλα φαίνονταν να κυλούν σύμφωνα με την προκαθορισμένη ρουτίνα μου. Ήπια τον καφέ μου και, όπως απαιτούσε η καθημερινότητα μου, κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη μου για να επιλέξω με ποιο βιβλίο θα συνέχιζα τη μέρα μου. Ψάχνοντας, το χέρι μου έπεσε πάνω σε ένα χοντρό ημερολόγιο, που δεν είχε ούτε συγγραφέα, μα ούτε και τίτλο. Μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον, το άρπαξα και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ήταν χοντρό, από μαλακό δέρμα και για κούμπωμα είχε ένα δερμάτινο καφέ λουρί. Άρχισα να γυρνάω τις σελίδες με μανία, να δω όλο και πιο πολλά· ένιωθα ότι ανακάλυπτα έναν άλλο κόσμο. 
Κάποια στιγμή σταμάτησα, το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια σελίδα με την ημερομηνία 24 Αυγούστου του 1779. Η σελίδα ήταν μισοσκισμένη και στη μια γωνιά της λίγες σταγόνες κεριού είχαν χυθεί. Το ημερολόγιο έγραφε τα παρακάτω συγκλονιστικά και σας τα μεταφέρω όπως ακριβώς τα διάβασα κι εγώ: 
Εκείνος; Όχι, εκείνος δεν ήταν Άγιος, για να τον καταλάβεις δεν αρκούν μερικές λέξεις, ούτε γράμματα στη σειρά, μα μήτε και βιβλία. Για να τον φτάσεις πρέπει να τον ζήσεις, να τον ακολουθήσεις. Μα πρόσεχε, μη προσπαθήσεις με τα χέρια, τα μάτια ή τα αυτιά σου, βάλε την ψυχή σου να κρυφοκοιτάξει λίγο, για μια στιγμή στο πνεύμα, στη σκέψη, στη θέληση αυτού του ανθρώπου. Και τότε όλα άξαφνα θα τα καταλάβεις, πως δεν έκανε απλώς θαύματα, μα ήταν ο ίδιος ένα θαύμα, θαύμα αγιότητας κι ανθρωπισμού, που χαρίστηκε στο σκλαβωμένο Γένος, όταν εκείνο σιωπηλά κραύγαζε για λίγη ελπίδα λευτεριάς. 
Όλα ξεκίνησαν τότε, ένα πρωινό που ο ήλιος είχε μόλις ξυπνήσει, χαϊδεύοντας με τις σιταρένιες ακτίνες του, τα γύρω σύννεφα. Τότε ξεκίνησαν σιγά -σιγά να φαίνονται τέσσερις άνδρες κρατώντας, άλλος δύο κομμάτια ξύλο, άλλος λίγα καρφιά και άλλος κάτι εργαλεία. Τα πρόσωπά τους περίεργα, έβλεπες σ’ αυτά μια κούραση, μα όχι απτή. Η ψυχή τους, η ψυχή τους σιγογελούσε, ένα γέλιο τόσο γλυκό και απαλό που σε έκανε να ζηλεύεις, να το αναζητάς και εσύ ο ίδιος. Πως; Θα ’θελες να μάθεις για εμένα; Ας σου πω, για να καταλάβεις καλύτερα. 
Στη Ρουμανία βρέθηκα, από μικρό παιδί κιόλας. Σαν με ρωτούσες, Έλληνας σου έλεγα πως είμαι, έτσι το ένοιωθα. Στο Βουκουρέστι μάλιστα μεγάλωσα, πόλη απ’ τις πιο όμορφες, κάθε γωνιά της τη γέμιζαν θάμνοι, δέντρα και ξεθωριασμένα παγκάκια. Και οι άνθρωποι της; Το πιο όμορφο στόλισμά της, οι άνθρωποι, πάντα θα σε κοιτούν με ένα υγρό χαμόγελο στην άκρη του οποίου λέξεις βαστιούνται με το ζόρι, να μη ξεπηδήσουν και σου αρχίσουν τη κουβέντα. Εκεί, λοιπόν, πέρασα πολλά χρόνια, μέχρι που πήρα και το τελευταίο πτυχίο μου στη Φιλοσοφία και θα άρχιζα το δικό μου ταξίδι, ώσπου ένα γράμμα έφτασε σπίτι, λέγοντας πως οι Τούρκοι, αυτοί οι βάρβαροι, ξεκίνησαν σφαγές σ’ όποιον δε πίστευε στον εγωιστή θεό τους, τον Αλλάχ. Έτσι έπρεπε το όνειρο να περιμένει και να πάω πίσω στης καρδιάς μου το χώμα, την πατρίδα μου, να βοηθήσω την υπόλοιπη οικογένειά μου. 
Έτσι, λοιπόν, χωρίς πολλά - πολλά πήρα δύο τρεις αλλαξιές, λίγο ψωμί και την ανασφάλειά μου και ξεκίνησα για την Ήπειρο. Ύστερα από μέρες έφτασα στο χωριό μου. Έμοιαζε αλλιώτικο, σα ξένο, το είχαν απογυμνώσει το έρμο, μα όχι από πλούτη και στολίσματα, αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους του. Κάθε κέφι, κάθε σταλιά όρεξης για ζωή την είχαν ρουφήξει κείνοι οι αχόρταγοι! Έσπρωξα τη βαριά κυπαρισσένια πόρτα για να μπω στο πατρικό μου. Μεγαλοπρεπές έμοιαζε, μα η σκόνη του αναζητούσε τον οικοδεσπότη. Τα έπιπλα βαριά και ξύλινα, σα τα θυμόμουνα, και οι τοίχοι κιτρινισμένοι κι αυτοί, έκρυβαν τη κατάντια τους, πίσω από λίγα κάδρα με κεντητά τριαντάφυλλα. Μα ήταν ακόμα ωραίο το σπιτάκι μου, και τώρα στα γεράματά του. 
Έτσι, λοιπόν, κυλούσε η ζωή μου, για να μη στα πολυλογώ, πολλή δουλειά στα χωράφια για να ‘χουμε να ζήσουμε σαν οικογένεια και καμιά κουβέντα γοργή και σύντομη, μη μας βάλει στο μάτι κάνας από δαύτους, τους ξένους, τους τυράννους. Περνούσε έτσι η ζωή, με το φόβο της επόμενης μέρας, ώσπου μια μέρα, σα σου είπα, πολύ νωρίς το πρωί άρχισαν κάτι άνδρες να καλοσχηματίζουν τα ξύλα και όλοι μαζί να καρφώνουν τα χοντρά καρφιά. Κάθε φορά ρωτούσα: «Γιατί τον βάζετε ετούτον τον σταυρό καημένοι;» Κι όλο περηφάνια μ’ απαντούσαν: «Έρχεται ο Πατροκοσμάς, αυτός θα μας σώσει!» Και κάθε φορά εγώ σιγογελούσα, σκεφτόμουν πόσο ανόητοι και μικροί είναι που ψάχνουν για θαύματα. Αφού η μέρα άφησε πέντε ώρες να περάσουν, έφτασε εκείνος στο χωριό, ο περιβόητος. Μικρός στο ανάστημα, με γένια καστανά και γκρίζες τρίχες να ξεπροβαίνουν, τα ρούχα του απλά, μαύρα, ριχτά, μου φάνηκε ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, αλλά με έκανε να απορήσω, γιατί καθώς έμπαινε στο χωριό πλήθος τον συνόδευε. Τί το σπουδαίο είχε κάνει; Αναρωτήθηκα. 
Τα βήματά του ήταν βαριά και έμοιαζε κουρασμένος. Ξάφνου κοντοστάθηκε και άρχισε να μιλά, η βραχνή φωνή του πάλευε να μοιραστεί, να φτάσει στα αυτιά του καθενός. Κείνος μιλούσε για την Ανάσταση του Χριστού και για τα σχολειά. Για λίγο σκέφτηκα να προσφερθώ εγώ, μήπως και μάθω ποιος πραγματικά είναι και ποια η σπουδαιότητα του, μα όλα αυτά έμειναν σκέψεις, αφού μες στο πλήθος δεν ήξερε ποιος να τον πρωτοβοηθήσει. Ύστερα είπε πως θα επέστρεφε για να τους πει για το Θεό, για τους Αγίους και πως θα τους διδάξει να ζουν καλύτερα. Αχ, και να ‘βλεπες πως λαμπύριζαν τα μάτια τους, σαν μικρού παιδιού για την ελπίδα που τόσο περιμένανε. Και εγώ εκεί, τίποτα, συνέχιζα να γελάω απογοητευμένος από δαύτους. 
Τέλειωσε η μέρα κι ήρθε η επόμενη, έμοιαζε συνηθισμένη, που να ‘ξερα πως θα άλλαζε εμένα και τη ζωή μου. Ξύπνησα λοιπόν νωρίς το πρωί, έβαλα βιαστικά το κεραμιδί παντελόνι μου, ένα καρό σακάκι και κάτι παλιοπάπουτσα και ξεκίνησα για τα χωράφια. Εκεί που περπατούσα βλέπω απέναντι μια φιγούρα να με πλησιάζει αργά. Ήταν εκείνος! Έτσι άδραξα την ευκαιρία… 
«Γεια σου, τί ψέμα θα σκαρφιστείς να μου πεις για το Θεό σου;», είπα. 
«Γεια σου και εσένα νεαρέ μου, κολακευτική η αμφισβήτηση που έχεις στο πρόσωπό μου, βαρέθηκα πια τόσο σεβασμό», είπε και γέλασε. 
Τότε και εγώ του αποκρίθηκα: «Επιπόλαια η κολακεία μου, ίσως, ούτε που έχω σχηματίσει γνώμη στο νου μου, για μένα είσαι άλλος ένας αγράμματος, φανατικός θρήσκος που ξέρει να λέει ότι έχουν οι άλλοι ανάγκη να ακούσουν, έτσι για να ικανοποιήσεις λίγη από τη φιλοδοξία σου». 
Τότε μου σφίξε το χέρι με μια χειραψία, πέρασε ένα χαρτί στο χέρι μου και είπε «ορίστε διάβασε το και θα μάθεις όσα χρειάζεται για τη πίστη, την ελπίδα, τη θέληση που τούτοι οι αμόρφωτοι, όπως λες είχαν, μόνο από τούτο και αν θες μετά στάσου στη πλατεία να ακούσεις όσα έχω να πω και έπειτα καταδίκασε με στο νου σου». 
Αμέσως σκέφτηκα να κάνω το χαρτί χίλια κομμάτια, δίχως καν να το ξεδιπλώσω Δεν το έκανα, απλά το έβαλα περιφρονητικά στη τσέπη του πουκάμισού μου. 
Αφού τελείωσα όσες δουλειές είχα, προχωρούσα με σκυμμένο το κεφάλι προς το σπίτι, ώσπου άκουσα έναν άνδρα να μιλά, σπάζοντας κάθε κομματάκι σιωπής. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και είδα πάλι εκείνο το μικρό γέροντα να μιλά με σιγουριά, πειστικότητα και κύρος που για λίγα λεπτά έκανε το μυαλό μου να τον πιστέψει. Εκεί, έλεγε, έλεγε, και τι δεν έλεγε, για ένα ελεύθερο Γένος, για τη αφύπνιση του λαού, για τη συνεχή πίστη στο Θεό κι όσο έλεγε τόσο αγανακτούσα εγώ ώσπου μίλησε και για τη μόρφωση. Η εκπαίδευση, έλεγε, και οι νέοι είναι η μόνη μας ελπίδα και πως μόρφωση σημαίνει δύναμη. Η αλήθεια είναι ότι θαύμασα εκείνη του τη σκέψη και με απασχόλησε για ώρα, ώσπου κατέληξα πως θα ήταν απλά φερέφωνο κάποιου λόγιου. Κι έτσι μ’ αυτή την αόριστη σκέψη να απασχολεί το μυαλό μου συνέχισα για το σπίτι. Μέχρι και για προφητείες μίλησε, έδειξε το χώμα και είπε: «Τα βάσανα είναι ακόμη πολλά. Θυμηθείτε τα λόγια μου· προσεύχεσθε, ενεργείτε και υπομένετε στερεά. Έως ότου να κλείσει η πληγή του πλατάνου, το χωριό σας θάνε σκλαβωμένο και δυστυχισμένο!». 
Τότε κάποιος από το πλήθος τον διέκοψε: 
«Καλά τα όσα μας λες γέροντα» είπε, «μα εμείς έχουμε πρόβλημα με το νερό, οι πηγές μας στέρεψαν». 
«Καθόσαστε πάνω στα νερά» απάντησε ο Πατροκοσμάς, μα τότε κανένας δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενά του, ούτε κι εγώ. 
Μα πόσο αλαφροΐσκιωτος ήταν. Νόμιζε ότι θα κορόιδευε και εμένα μ’ αυτές τις προφητείες του. Τέτοια φτηνά κόλπα έχω ξαναδεί και διόλου δεν με πείθουν. Δεν μίλησα όμως, ούτε λέξη δεν ξεπήδησε από το στόμα μου, παραήμουν κουρασμένος για να ασχοληθώ με εκείνον τον αλαφροΐσκιωτο και έτσι μ’ αυτή την αόριστη σκέψη να απασχολεί το μυαλό μου συνέχισα για το σπίτι. 
Έφαγα ένα πιάτο ζεστό φαγητό και πήγα να ξαπλώσω. Μπαίνοντας, όμως, στο δωμάτιο μου τι να δω. Δεκάδες εικόνες από δήθεν αγίους κατέπνιγαν τους τοίχους. Θύμωσα τόσο πολύ. Μα καλά πώς σκέφτηκαν πως θα ’θελα εγώ για συντροφιά τούτους τους αλαφροΐσκιωτους; Αμέσως τις άρπαξα όλες και άρχισα να τις πετάω κάτω, κι έτσι όπως τις άκουγα να σπάνε φχαριστιόταν η ψυχή μου, σα να έδειχνα την ανωτερότητα μου. 
Ύστερα ξάπλωσα και μια μοναξιά με κουκούλωσε, μια νοσταλγία με νίκησε. Άξαφνα θυμήθηκα τα πάντα. Πως ήμουνα μικρό παιδί ακόμα και με το κολλαριστό μου πουκάμισο και το παντελονάκι μου πήγαινα βόλτα με το πατέρα μου. Πόσα όνειρα έκανα τότε, πως θα γινόμουν μεγάλος και σπουδαίος επιστήμονας και θα άλλαζα τον κόσμο για να με θυμούνται όλοι. Ύστερα θυμήθηκα τη Μόνικα, εκείνο το κορίτσι με τις σταρένιες πλεξούδες. Πόσο όμορφη ήταν! Της είχα τάξει πως μια μέρα θα τη παντρευτώ. Τώρα, όμως, έχει κάνει ολόκληρη οικογένεια και είναι δασκάλα. Σαν τα σκέφτηκα όλα αυτά, μια θλίψη με κυρίευσε, αφού κατάλαβα πως τίποτα απ’ όσα ήθελα δεν κατάφερα να κάνω. 
Έτσι όπως είχα κουλουριαστεί και ζαλιζόμουν από τις σκέψεις μου, τα δάχτυλα μου ακούμπησαν ένα τραχύ ξύλο, το τράβηξα και ήταν μια τόσο δα εικονίτσα με τη μορφή του Χριστού. Το πρόσωπο του φαινόταν τόσο ήρεμο και ανακουφισμένο, απλά στεκόταν εκεί και με κοίταζε έτοιμος να με ακούσει. Ένοιωσα την ανάγκη τότε να του μιλήσω, έλεγα κι έλεγα, σταματημό δεν είχα, θαρρείς και ήλπιζα να μου απαντήσει και να μου πει πως όλα θα πάνε καλά. Για λίγο ντράπηκα γιατί ολόκληρος επιστήμονας, γαλουχημένος με τις ιδέες των μεγάλων σοφών της Ευρώπης, του Βολταίρου, του Ρουσσώ, μιλούσα σε μια εικόνα, όμως εκείνη τη στιγμή δεν με ένοιαζε, είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να του τα πω και να παραπονεθώ. Μέχρι που με πήρε ο ύπνος. 
Την άλλη μέρα το πρωί ετοιμάστηκα πάλι για τη δουλειά, άρπαξα και το εικόνισμα, το ‘βαλα στον κόρφο μου ξεκίνησα για το χωράφι. Εκείνη τη μέρα η κούραση έμοιαζε διαφορετική, λυτρωτική και κάθε σταγόνα του ιδρώτα ήταν και πιο ανακουφιστική. Η ώρα περνούσε και εγώ δεν ένοιωθα την ανάγκη να επιστρέψω σπίτι, ώσπου ένα χέρι με ακούμπησε στον ώμο και άκουσα μια φωνή από πίσω μου να λέει: 
«Φτάνει γιε μου η δουλειά, πρέπει να πας σπίτι». 
Ήταν εκείνος! Του απάντησα: «Τι θες γέροντα; Δεν έχεις να κάνεις άλλα κηρύγματα;» 
Σώπασε. Με κοίταξε με απογοήτευση και χαμήλωσε το βλέμμα του… Μα ξάφνου γεμάτος ενθουσιασμό με ρώτησε: «Πιστεύεις στον Χριστό, έτσι δεν είναι;» 
«Όχι, μόνο στον εαυτό μου πιστεύω, απλά χτες ένοιωσα τόσο μεγάλη ανάγκη να μιλήσω σε τούτο εδώ , δείχνοντας την εικόνα που είχα στον κόρφο μου, πες με και τρελό», του είπα. 
Πόσο χάρηκε με το που το άκουσε! 
«Γνώρισες τον Θεό βλέπω. Και πως σου φάνηκε;», με ρώτησε. 
«Τι είναι αυτά που μου λες γέροντα; Εγώ μήτε το Θεό σου είδα, μήτε του μίλησα», του αποκρίθηκα. 
«Μα τι περίμενες; Τίποτε παραπάνω; Αυτό είναι ο Θεός μας, να’ σαι ολομόναχος και φοβισμένος και εκείνος να ’ρχεται ξάφνου, να στέκεται και απλά να του μιλάς και εκείνος θα σταθεί εκεί, θα σου κάνει παρέα και θα σ’ ακούσει. Ακόμα και σε τούτο το μικρό σπουργίτι αν μιλήσεις, θα γνωρίσεις την αγάπη του Θεού, γιατί αυτός είναι ο Θεός μας, ο πιο γλυκός σύντροφος που πάντα θα σου παραστέκεται». 
Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα τόσο ανόητος, τόσα πτυχία, τόσο διάβασμα, για το τίποτα. Βρισκόμουν και πάλι στο μηδέν, σα να είχα γεννηθεί μόλις τώρα, δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή, τίποτα για μένα, όλα ήταν μια ψευδαίσθηση ανάμεσα σ’ εμάς τους μορφωμένους και να που η απάντηση σ’ όλα την ήξεραν τούτοι εδώ, χωρίς κανένα βιβλίο και εγώ τους χλεύαζα… 
Του ’σφιξα το χέρι τόσο δυνατά, δάκρυσα και του ζήτησα να μου πει τα πάντα για Εκείνον, τον Χριστό. Για το ποιος ήταν, τι δίδασκε, γιατί ήταν τόσο καλός σύντροφος, τα πάντα. Και μου ‘λεγε, μου ‘λεγε, κι εγώ ενθουσιαζόμουν όλο και πιο πολύ, κιι ήθελα να μάθω πιο πολλά, με τη παραμικρή λεπτομέρεια. Ώσπου έφτασε η νύχτα, με το ζόρι βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Έτσι, με μόνο οδηγό τη μνήμη μας, καταφέραμε να φθάσουμε σπίτι. Λίγο πριν μ’ αφήσει για να πάει να ξεκουραστεί, μου υποσχέθηκε δυο βιβλία, το ένα ήταν η Αγία Γραφή και το άλλο η Φιλοκαλία. 
Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, οι σκέψεις γαργαλούσαν το μυαλό μου και με τραβούσαν μια από εδώ, μια από εκεί, ενθουσιάζοντας με ακόμη παραπάνω. Επιτέλους ξημέρωσε. Μονομιάς πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, ετοιμάστηκα και έτρεξα στο σπίτι που τον φιλοξενούσε, χτύπησα δυνατά την πόρτα και τον φώναζα. Εκείνος αμέσως, λες και με περίμενε, άνοιξε τη πόρτα και με καλημέρισε με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση, μου ‘δωσε τα δυο βιβλία και χωρίς καμιά κουβέντα παραπάνω χώρισαν οι δρόμοι μας. 
Τρεις μέρες έκανα να βγω απ’ το σπίτι, μήτε θυμάμαι αν έφαγα ή αν μίλησα σε κανέναν, το μόνο που έκανα ήταν να διαβάζω εκείνες τις σκονισμένε σελίδες σα να ’ταν αέρας και εγώ χρειαζόμουν απεγνωσμένα να αναπνεύσω. Έτσι, όπως θα περίμενε ο καθένας τα διάβασα και τα δυο, και αφού έριξα ένα καλό ύπνο, πήγα γεμάτος ζωντάνια να ανακοινώσω την ιδέα μου στον Πατροκοσμά. Έτρεχα στο δρόμο για να φθάσω όσο πιο νωρίς γίνεται σπίτι του, ώσπου έπεσα πάνω του, αφού κι εκείνος περνούσε από τον ίδιο δρόμο. Όμως τούτη τη φορά έμοιαζε διαφορετικός, έμοιαζε σκυθρωπός και εξαντλημένος, κάτι που δε ταίριαζε σε εκείνον… Τον ρώτησα τι είχε συμβεί και εκείνος μου αποκρίθηκε πως δεν είχε αλλάξει κάτι. Δεν τον πίστεψα, μα ο ενθουσιασμός για την ιδέα μου με είχε κυριεύσει και μονάχα αυτή με ένοιαζε. 
«Άντε λέγε», μου είπε. «Ξέρω πως σκέφτηκες κάτι μεγάλο, έλα πες το». 
«Λοιπόν, άκου, τελικά είχες δίκιο, έτσι θα απαλλαγούμε μια και καλή από τους Τούρκους, το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσουμε λίγη ελπίδα σ’ αυτόν τον τόπο και κουράγιο, τόσο ώστε να γίνει ο φόβος τους, ο καλύτερος δάσκαλος». 
Κείνος δεν γύρισε να με δει, συνέχισε να μ’ ακούει σιωπηλός. 
«Θα τους μορφώσουμε όλους, αλλά όχι για να τους μάθουμε μόνο γραμματική και μαθηματικά, αλλά θα τους μάθουμε για την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα, μα πάνω από όλα για την πίστη στο Χριστό, γιατί εκείνη θα τους δώσει ελπίδα!». 
«Είσαι νέος και μ’ αρέσει ο ενθουσιασμός σου, μα μην παραβιαστείς γιατί εμείς είμαστε λίγοι. Συνέχισε να πιστεύεις, γιατί η πίστη σώζει ζωές. Τώρα πρέπει να φύγω, να κανονίσω κάτι δουλειές, έλα αύριο νωρίς το πρωί σπίτι για να με προλάβεις». Αυτά είπε και έφυγε με σκυμμένο κεφάλι. 
Επιστρέφοντας στο σπίτι μου ξαναβούτηξα στις σκέψεις μου, τελειοποιώντας την παραμικρή λεπτομέρεια για το διωγμό αυτών των τυράννων, μέχρι που με πήρε ο ύπνος. 
Το πρωί ξύπνησα απ’ τις καμπάνες, ο ήχος τους ήταν βαρύς και τόσο θλιβερός, που μπορούσε να μαραζώσει ολόκληρη τη φύση. Ανησύχησα. Πήγα αμέσως στο σπίτι του Πατροκοσμά να ρωτήσω τι συνέβη. Δεν ήταν εκεί, έλειπε. Συνάντησα γυναίκες στο δρόμο να κλαίνε και να σπαράζει η ψυχή τους. Ρώτησα τι έγινε, μα απάντηση δεν έπαιρνα, απλά συνέχιζαν όλοι να ανεβαίνουν εκείνη την ανηφόρα. Άρπαξα, λοιπόν, μια γυναίκα από το χέρι και της ζήτησα να μου εξηγήσει. Τα νέα απίστευτα, αβάσταχτα. Μου είπε απλά ότι τον σκοτώσανε και εγώ τα κατάλαβα όλα, λες και το ήξερα κατά βάθος και απλά το αγνοούσα. Τον κρεμάσανε λέει οι Τούρκοι με τη κατηγορία ότι ετοίμαζε ξεσηκωμό εναντίον τους. Μα πώς τους βάσταξε η καρδιά τους να το κάνουν αυτό; Δεν θυμάμαι και πολλά, απλά γονάτισα και έκλαιγα με τις ώρες, ενώ προσευχόμουν να ΄ταν όλα μια παραίσθηση, ένα ψέμα. 
Ύστερα από ώρα είδα ένα χαρτί καταχωμένο κάτω από μια πέτρα, το τράβηξα από μια γωνιά του, το πήρα στη φούχτα μου και το ξεδίπλωσα. Ήταν ένα γράμμα, ένα γράμμα για εμένα, από εκείνον, τον Πατροκοσμά. Το κρατούσα τόσο σφιχτά, που τα χέρια μου έτρεμαν… 
Εδώ το ημερολόγιο τελείωνε. Οι παρακάτω σελίδες έλειπαν. Είχαν μείνει μόνο κάτι φθαρσίματα. Ακολουθώ τη φαντασία μου για να συμπληρώσω και το υπόλοιπο ημερολόγιο. Πολύ πιθανόν στο γράμμα αυτό ο Πατροκοσμάς να ζητούσε να συνεχιστεί το έργο του, να έλπιζε στην απελευθέρωση του Γένους μας και να ευγνωμονούσε τον παππού μου. 
Αυτό το ημερολόγιο με συνάρπασε, μέρες και μέρες το συλλογιόμουν, προσπαθούσα να καταλάβω, όχι τι λέγανε οι λέξεις, αλλά τι άκουγε η ψυχή μου. Εκείνος ο γέρος, μέσα από λίγη ανθρωπιά και επιμονή κατάφερε να αλλάξει έναν ολόκληρο τόπο. Ίσως, τελικά, αυτό να χρειαζόμαστε κι εμείς, πίστη στο Χριστό και τους Αγίους, και ανθρωπιά, πάνω από όλα ανθρωπιά, έτσι για να συνεχίσουμε το έργο εκείνου… Σου φαίνομαι κουτός έτσι; 
Και πως τα θυμήθηκα όλα αυτά; Σήμερα το πρωί σα διάβασα την πρωινή γαζέτα, ένοιωσα τόσο κουτός! Διάβασα το ημερολόγιο του παππού μου και γέλασα γεμάτος ειρωνεία, σκεφτόμενος πόσο αλαφροΐσκιωτοι ήταν και οι δυο τους που πίστευαν στα θαύματα. Μα δεν πίστευαν στα θαύματα, πίστευαν στο Χριστό, στο Θεό που κουρνιάζει μέσα σου, μέσα μου, μέσα σ’ όλη την πλάση. Ένοιωσα, λοιπόν, μηδαμινός και μικρός μπροστά τους… Ύστερα απ’ αυτό το άρθρο στη γαζέτα κατάλαβα… 
Δεν άκουσες, λοιπόν, που βρήκανε νερό στο χωριό μας! Εκατοντάδες ζωές σώθηκαν, χάρη σε εκείνον τον Άγιο άνθρωπο, που όπως έλεγε κι ο παππούς μου έτυχε να γυρνά ολόκληρη τη σκλαβωμένη πατρίδα μας… Έτσι, ας σου γίνει παράδειγμα και εσένα τούτη η ιστορία και ξέχνα τα πτυχία σου και τα διαβάσματά σου, να ‘σαι άνθρωπος πάνω απ’ όλα, με τούτο γεννήθηκες και μόνον εκείνο θα σου απομείνει όταν φύγεις…

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Οικουμενική Χριστιανοσύνη

Θανάσης. Ν. Παπαθανασίου. (2018). Ένας Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτι: Νικόλαος Κασάτκιν, ο ευαγγελιστής των Ιαπώνων. Αθήνα: Αρμός.


Ένας άνθρωπος που άνοιξε δρόμους με τα ίδια του τα βήματα! Έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί ο Νικόλαος Κασάτκιν, ο κληρικός που πρόσφερε την Ορθόδοξη πίστη στον ιαπωνικό λαό κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Με πελώριο σεβασμό προς τους Ιάπωνες και τον πολιτισμό τους, μακριά από κάθε έννοια επιβολής και αποικιοκρατίας, ο Ρώσος Νικόλαος έζησε τη ζωή του λαού που αγάπησε, έγινε στην πράξη Ιάπωνας, και τελικά άγιος της οικουμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το βιβλίο μελετά τους νευρώνες του οράματός του, τα κριτήρια του ιεραποστολικού έργου του και την μεθοδολογία του, η οποία στην εποχή του είχε προκαλέσει τον διεθνή θαυμασμό και σήμερα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Ο Θανάσης Παπαθανασίου προχωρά την έρευνα πέρα από μια τυπική βιογραφία. Επιχειρεί να ψηλαφήσει πτυχές από τις ιστορικές συγκυρίες, τις θεολογικές αναμετρήσεις και τις ιδεολογικές συγκρούσεις, μέσα στις οποίες σαρκώθηκε ο κόπος του αγίου Νικολάου Κασάτκιν και διαμορφώθηκε η κληρονομιά του.
Μαρτυρία και συνύπαρξη, διάλογος και αλήθεια, πολιτισμοί και θρησκείες είναι τα τοπία απ’ όπου περνά ο δρόμος τον οποίον άνοιξε αυτός ο Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτια, με πυξίδα του το πανανθρώπινο Ευαγγέλιο της Ανάστασης!

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]