Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Α. Τσανανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Α. Τσανανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ενθύμηση καλοκαιριάτικη Γιώργου Α. Τσανανά!

«Σε πολύ μικρή κλίμακα η χριστιανική συνείδηση είναι ακόμα έτοιμη για την πολιτική διακονία. Τα πράγματα χειροτερεύουν, όταν η διακονία αυτή, στο κριτικο-απελευθερωτικό της έργο και υπό την πίεση ανυπόφορων συνθηκών βίου, αναγκασθεί να πάρει μαχητική κατεύθυνση και επαναστατικές διαστάσεις. Τόσον οι οργανωμένες ομάδες αδικίας όσο και η “κατεστημένη” ή η ανέτοιμη χριστιανοσύνη σπεύουν αμέσως να εκτοξεύσουν το “ανάθεμα”, καθώς και τις δυνάμεις τους για πάταξη. Πάντως πρέπει να ομολογηθεί ότι πρόκειται για σοβαρότατο πρόβλημα, που συζητείται σήμερα ευρύτερα από τη λεγόμενη “θεολογία της επανάστασης” (“απελευθέρωσης” την αποκαλούν οι νοτιοαμερικανοί θεολόγοι). Ωστόσο ας επιχειρήσουμε εδώ να αρθρώσουμε κάποια απάντηση με σημεία.
α) Το επαναστατικό στοιχείο είναι συνυφασμένο με το Ευαγγέλιο, που δεν χωρούσε σε “ασκούς παλαιούς” (Ματθ. 9,17). Ο Ιησούς με τον λόγο και το έργο του, απευθυνόμενος προς όλους και αποκαλύπτοντας το φιλάνθρωπο πρόσωπο του Θεού, σχετικοποίησε και κλόνισε κάθε “κατεστημένο” θρησκευτικό, φυλετικό, ηθικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, εθνικό, φυλετικό, διαπροσωπικό. Βέβαια, παρά την επαναστατικότητά του αυτή, δεν τάχθηκε με το μέρος καμιάς μερίδας, ούτε και της πιο επαναστατικής, όπως ήταν τότε η των “ζηλωτών”. Όλες τις προκάλεσε δημιουργικά. Η δική του επανάσταση ήταν άλλης ποιότητας, πέρα και πάνω από κάθε άλλη, πιο ριζική, και γι’ αυτό μόνιμη και παντοτινή. Κατηγορήθηκε ως αιρετικός, ψευδοπροφήτης, υβριστής του Θεού, λαοπλάνος και επαναστάτης. Ο θάνατός του ήταν η απόδειξη της θεανδρικής επαναστατικής ζωής του. Από τους οπαδούς του κλονίστηκε η ασφάλεια και η υπεροψία του Imperium Romanum. Έτσι εξηγείται ο διωγμός. Αν όμως το μαρτύριο ήταν η εκλογή των χριστιανών τότε, τούτο δεν σημαίνει ότι εξαντλήθηκαν όλες οι μορφές της προφητικής παρουσίας και διακονίας τους. Σήμερα που ακούστηκε και που είναι γραμμένο ότι πρέπει κανείς να ανέχεται τη βαρβαρότητα ή να παραδίνεται -με σταυρωμένα χέρια- βορά στους απανθρώπους;
β) Η αγάπη, και γενικά η χριστιανικότητα, έχει επαναστατικό χαρακτήρα, δηλαδή, μεταβάλλει τον κόσμο. Λέει κάποιο σύγχρονο στρατευμένο τραγούδι: “Από την ιερή οργή γεννιέται πάντα νέος κόσμος”. Γεγονός είναι πάντως πως η επαναστατικότητα, η εξέγερση μάλλον, έγινε καθοριστική κατηγορία ύπαρξης. “Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε” λέει ο Αλμπέρ Καμύ. Εκτός από τον κοινωνικο-πολιτικό χώρο έχουμε επανάσταση και στη γνώση, στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση, στην τέχνη, παντού.
γ) Όλες οι μεγάλες και αληθινές κοινωνικές επαναστάσεις, με το αναμφισβήτητο σ’ αυτές προφητικό στοιχείο, δεν είναι στα αιτήματά τους ξένες προς το ευαγγελικό μήνυμα. Η εξέγερση μαζί με τις ουτοπίες αποτελούν κραυγή και προσπάθεια εξόδου από το αρνητικό παρόν, για κάτι καλύτερο και ανθρωπινότερο, για έναν κόσμο ολοκληρωμένο. Μια επανάσταση δημιουργεί κρίση και σ’ αυτούς που την διεξάγουν, όπως και σ’ αυτούς κατά των οποίων στρέφεται. Μπορεί να αφυπνίσει και να εξαγνίσει. Βέβαια, όταν λατρευθεί σαν “θεά”, διατρέχει τον κίνδυνο να αλλάξει απλώς τους ρόλους και τους εξουσιαστές. Στην καλύτερη περίπτωση όμως οι δούλοι, οι ταπεινοί και οι καταπιεσμένοι δεν ζητούν παρά απελευθέρωση από τους ισχυρούς. Βέβαια, όχι σπάνια προκαλούν νέες συμφορές. Αυτές είναι ο σταυρός τους. Ο κυνισμός των κρατούντων τις επικαλείται με μανία. Εδώ υπάρχει όντως πολύς χώρος για μαρτυρία από τους χριστιανικά λυτρωμένους επαναστάτες.
δ) Επανάσταση από επανάσταση διαφέρει τόσο στην αφετηρία και τα αιτήματα όσο και στους σκοπούς και τα αμέσα διεξαγωγής. Το να ταυτίζουμε κάθε επανάσταση με την ένοπλη είναι κάτι που είναι ευρύτατα διαδεδομένο και υποθάλπεται από την προπαγάνδα των άτολμων και αντικοινωνικών παραγόντων, οι οποίοι θεωρούν αυτονόητη την κρατική και αστυνομική βία, όχι όμως και την επανάσταση!...»


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΤΣΑΝΑΝΑΣ. (1980). Ελπίδα, Διακονία και Σωτηρία. Δυναμικότητα και στράτευση του Χριστιανισμού σήμερα. Αθήνα: Μήνυμα, σσ. 46-48.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

«Η Εκκλησία πάροικη και παρεπίδημη στον κόσμο, αλλά και φύραμα που αλλάζει τον κόσμο»

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η Διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος συνεκλήθη. Κι αποφάσισε· (εδώ) Στις ώρες που μέχρι τώρα έχουν περάσει η ειδησεογραφία, εκκλησιαστική και μη εκκλησιαστική, «πληροφορεί» πως πολλά συνέβησαν κεκλεισμένων των θυρών της συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κι ο ενσυνείδητος Ορθόδοξος χριστιανός πιστός αυτού του τόπου διερωτάται: η Εκκλησία είναι κοινωνία δύο τάξεων; Από τη μια Επισκόπων και από την άλλη κληρικών; Από τη μια Επισκόπων και κληρικών μαζί κι από την άλλη λαϊκών; Η ιερωσύνη είναι ένα «στρώμα ηγεσίας μέσα στην Εκκλησία» ή «χάρισμα διακονικό»; Φρονώ ότι στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα, ένα μεγάλο μέρος των Ιεραρχών μάλλον δεν επιθυμούν να απαντήσουν γιατί περί άλλων «μεριμνούν και τυρβάζουν». Έχω την ταπεινή γνώμη πως η Διοικούσα Εκκλησία δεν είναι δομή εξουσίας, αλλά μια «ιδιαίτερη δομή ευθύνης και διακονίας που η αυθεντία της θεμελιώνεται» στην «κοινότητα αγάπης που κατ’ εξοχήν είναι η Εκκλησία», για να θυμηθώ τον ακριβό λόγο του Γιώργου Τσανανά, πανεπιστημιακού διδασκάλου στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Εν προκειμένω, στο κρίσιμο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που τον τελευταίο καιρό για ακόμη μια φορά ανέκυψε, οι προεστώτες της Εκκλησίας μεμψιμοιρούν και αρνούνται στην πραγματική τους ουσία να δουν τα εκκλησιαστικά πράγματα· (εδώ) Στον κρίσιμο μίτο, δηλαδή, στο νήμα εκείνο γύρω από το οποίο αιώνες διαπλέκονται οι σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία, δεν λαμβάνεται υπόψη όλο το πρόβλημα της σχέσης του ανθρώπου με την Εκκλησία και την Ιστορία, που στις δυο άκρες του βρίσκεται η αρχή, τουτέστιν η αιτία αλλά και το τέλος, τουτέστιν η λύση όλου αυτού του σκηνικού που ονομάζεται σχέσεις θρησκευτικής εξουσίας και πολιτικής εξουσίας. Συνεπώς, στην προοπτική να τεθεί τέλος στην εκμετάλλευση της Εκκλησίας από την Πολιτεία, και στην εκμετάλλευση της Πολιτείας από την Εκκλησία, η Διοικούσα Εκκλησία οφείλει να βρει ξανά το εσχατολογικό της όραμα. Ο αείμνηστος Βασίλειος Στογιάννος, κι αυτός πανεπιστημιακός διδάσκαλος στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ κατά τη δεκαετία του ’80, σχολιάζοντας τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, σ’ ένα βιβλίο του γράφει τα εξής σημαντικά: «η αποξένωση της Εκκλησίας από την πολιτική και κοινωνική προβληματική, που περιορίζει τις διαστάσεις της στα πλαίσια μιας συμβατικότητας θρησκευτικής και ανώδυνης για τον κόσμο είναι αντίθετη με την πρακτική των Αποστόλων και των Πατέρων. Η Εκκλησία είναι πάροικη και παρεπίδημη στον κόσμο, αλλά συγχρόνως και φύραμα που αλλάζει τον κόσμο», [Β. Π. ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΣ. (1980). Πρώτη Επιστολή Πέτρου, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 255]. Άραγε, πόσο σοβαρά υπ’ όψιν λαμβάνονται τα παραπάνω από τους Αρχιερείς της Εκκλησίας; Επιπλέον, είναι τόσο καταδικαστέα οιαδήποτε πρωτοβουλία τίμιας και ειλικρινούς ρύθμισης - στην προκειμένη περίπτωση, για να είμαι ακριβοδίκαιος, της λεγόμενης «Συμφωνίας Εκκλησίας και Πολιτείας», είναι μια αρχή αλλά έχει πολλά κενά που για πολλούς την καθιστούν μη τίμια και ειλικρινή, με αποτέλεσμα να μην επιλύουν χρόνια προβλήματα - των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στον 21ο αιώνα; Σε ποιο, άραγε, σημείο τέμνονται αυτές οι σχέσεις; Στο σημείο όπου οι εμπλεκόμενοι κλήρος και λαός του Θεού, στο σύνολό του, απλά επιβιώνει; Ή στο κυρίαρχο αίτημα της ελπίδας ό,τι στην πράξη η Εκκλησία διακονεί ετούτον το λαό, αναβαπτιζόμενη στις ευαγγελικές και πατερικές παραδοσιακές ρίζες της; Όλα αυτά τα ερωτήματα επιζητούν ουσιαστικές απαντήσεις, μακριά από προσωπεία και μάσκες υποκρισίας.


Η Εκκλησία ως «ναυς», σχέδιο Ράλλη Κοψίδη (1957).