Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Σχολείο και Πανελλαδικές Εξετάσεις vs Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας

Με την ανακοίνωση της βαθμολογίας των Πανελλαδικών Εξετάσεων, εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς και φροντιστήρια συζητούν για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας: Τι πήγε καλά και τι στραβά στις καλές και κακές βαθμολογίες. Η συζήτηση σχετίζεται μόνο με την αξιολόγηση κι όχι με την ΑΝΑΓΝΩΣΗ λογοτεχνικών βιβλίων, και για να είναι ουσιαστική οφείλει να λάβει υπόψη της δύο βασικά δεδομένα. Πρώτον, έχει σχέση με τον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα και δεύτερον, με το ερώτημα γιατί το σχολείο δεν εμπνέει τους μαθητές να διαβάζουν λογοτεχνία. Αυτό συμβαίνει για τον εξής λόγο: στο σχολείο λείπει το «πανηγύρι» της αγάπης προς τη λογοτεχνία. Οι πρακτικές και τα προγράμματα φιλαναγνωσίας δεν φτάνουν αλλά γίνονται και με λάθος τρόπο. Α.Ι.Κ.
«Τι είναι όμως τα κείμενα λογοτεχνίας, τα ποιήματα, τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα; Αν υποθέσουμε ότι πέρα από τις καλλίγραμμες διατυπώσεις τους, πέρα από τα γοητευτικά τους ματοτσίνορα που ανοιγοκλείνουν με στόχευση την καλαισθησία και υπαινιγμούς, που χαλούν το μακάριο ύπνο μας, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό, ποιο είναι τάχα αυτό; Ίσως, λέω πάλι, τα βιβλία να είναι ταμιευτήρια, οι κουμπαράδες των συγγραφέων τους, οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Αν είναι έτσι, τότε με τα κείμενα γνωρίζουμε κι άλλες ζωές –η δική μας μόνο δεν είναι ποτέ αρκετή- και έτσι με τη βοήθεια των άλλων, με τα μάτια και των άλλων διευρύνεται η δική μας θέαση του κόσμου. Αν είναι έτσι, κείμενα και αναγνώστες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διευρυμένη κοινότητα με εκρηκτικές δυνατότητες ως προς το μέγεθος και την επιρροή της, μια κοινότητα με πολλές ζωές αντάμα, με ζώντες και τεθνεώτες. Ποιος θα ήθελε να λείπει από ένα τέτοιο πανηγύρι;
Μιλάει όμως σήμερα η λογοτεχνία, ποιος άραγε τη διακρίνει παρά τις κυκλώπειες διαστάσεις της και που ταξιδεύει η φωνή της, ποια πουλιά την αρπάζουν στο ράμφος τους και που την πάνε; Σήμερα που η παρουσία γονιών και δασκάλων έγινε πάλι σκιά, σήμερα που ο Γιάνους Κόρτσακ είναι μια ανάμνηση, σήμερα που την επιζητούμε τόσο, που είναι άραγε η φωνή της; Κι όμως αυτή υπάρχει αλλά ως ψίθυρος. Αν τα λόγια της φτάνουν μισά στα αυτιά των παιδιών μας, φταίει ο θόρυβος, φταίνε οι πριονισμένες εξατμίσεις της τηλεόρασης και όλα τα θορυβώδη δίκυκλα του λάιφ στάιλ. Αυτή είναι όμως μια εύκολη και κοινότυπη απάντηση, καθώς η περιδίνηση του ερωτήματος συνεχίζεται.
[…]
Η ανάγνωση της λογοτεχνίας απ’ τους νέους στη χώρα μας είναι απηνώς διωκόμενη από το εκπαιδευτικό σύστημα και κυρίως από το κρεματόριο των εισαγωγικών εξετάσεων και έτσι λαθροβιεί σε χερσότοπους και θίνες. Όταν αναφέρομαι στην ανάγνωση, εννοώ αυτή τη γεμάτη πάθος ελεύθερη βοσκή των βιβλίων που δεν υπαγορεύεται από καμία εξωτερική αναγκαιότατα παρά μόνο από το πάθος της νεότητας να συναντηθεί με το άπαν και το μηδέν της γραφής, καθώς πάντα αυτή μπορεί να φαντάζει στα μάτια τους ένα κλειδωμένο συρτάρι γεμάτο απαντήσεις. Όσο για τη θεσμοθέτηση της ένταξης λογοτεχνικών κειμένων στην ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επιπλέον εφιάλτης στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Μα έτσι, θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος, γνωστοποιούμε σε όλους τους νέους τη λογοτεχνία κι όχι μόνο σε αυτούς που έχουν κάποια έφεση ή επιρροή από το περιβάλλον τους. Σ’ εμένα προσωπικά αυτό το μέτρο θυμίζει τις καλλιτεχνικές παραστάσεις του Νέρωνα, όταν στις αίθουσες όπου τις παρουσίαζε, κλείδωνε πάντα όλες τις πόρνες μην τύχει και φύγει κανείς πριν από τέλος. Η σχέση με τη λογοτεχνία ή θα είναι αβίαστη και ελεύθερη ή δε θα είναι.
Όταν η λογοτεχνία ψιθυρίζει και δεν είναι εξεταστέα ύλη, η γητεία της μετασχηματίζει την όραση. Η νεότητα μέσα απ’ τα μάτια της βλέπει αυτό το οποίο ο περίγυρος της στερεί, την αίσθηση πως η ύπαρξη μπορεί να βιωθεί στα όρια της αλήθειας της, πως ο έρωτας μπορεί να κατακτηθεί, ο κόσμος να ανακτήσει τις μυρωδιές και τα χρώματά του και οι άνθρωποι να ξεδιπλωθούν ως εκεί που φτάνουν τα άκρα και οι ανάσες τους. Όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν μέσα στα σύνορα μιας αναγνωστικής κοινότητας, να κοινοποιούνται, να γίνονται αντικείμενο εξομολόγησης, ίσως όμως και τίποτα από αυτά. Τα βιβλία μπορούν να διασφαλίσουν, αν χρειαστεί, και μια γόνιμη σιωπή, είναι μέσα στη φύσης τους, μια σιωπή που η εφηβεία ιδιαίτερα κάποτε τη χρειάζεται».


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. (2011). «Η λογοτεχνία ως ψίθυρος», στο: Τάξη + Αταξία: Οι νέοι φωνάζουν. Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 131-134.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου