Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Η Ανασύσταση της Εκκλησίας της Αλβανίας: Προσηλυτισμός ή Ορθόδοξη Μαρτυρία; - Ο Αγώνας για την Ανάκτηση και Συντήρηση των Ορθόδοξων Χριστιανικών Κειμηλίων στην Αλβανία

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Η μορφή του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου είναι μια μορφή καταλυτικής σημασίας για την Ορθόδοξη Ιεραποστολή, στο επίπεδο τόσο της θεωρίας όσο και της πράξης. Η κορύφωση του έργου και της προσφοράς του μακ. αρχιεπισκόπου στο πεδίο συνδέθηκε με την ανασύσταση, ανάσταση κατ' άλλους, της Εκκλησίας της Αλβανίας.
Από τη δεκαετία του '90 και μέχρι σήμερα, μια εργώδης, αδιάκοπη, πολυεπίπεδη προσπάθεια! Όψεις της θα παρουσιάσουν οι δύο ειδικοί ομιλητές, ο Δρ. Νικόλαος Τσιρέβελος που έχει συστηματικά μελετήσει το έργο του μακαριωτάτου και ο Μιχαήλ Λαρεντζάκης, ο οποίος είχε υπό την ευθύνη του την αναζήτηση και διαχείριση των εκκλησιαστικών κειμηλείων
Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έλαβε την πρωτοβουλία, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, για την επανασυγκρότηση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, εξονομάζοντας το 1991 ως Πατριαρχικό Έξαρχο τον τότε Μητροπολίτη Ανδρούσης Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αναστάσιο (Γιαννουλάτο) για να ερευνήσει την κατάσταση. Ο Μητροπολίτης Αναστάσιος εκλέχθηκε το επόμενο έτος από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας και ευθύς αμέσως ανέλαβε ένα τεράστιο έργο για την ανασυγκρότηση των δομών της Εκκλησίας και προ πάντων την αναζωπύρωση της πίστης των ανθρώπων, ύστερα από 24 χρόνια φοβερών κατατρεγμών. Συχνά τίθεται το ερώτημα στην έρευνα για τη μέθοδο που ακολουθήθηκε για την ανασυγκρότηση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, τους στόχους και τα αποτελέσματά της. Η «εκ τάφου προς ζωήν» πορεία της Εκκλησίας βασίσθηκε στην εμπειρία και την παράδοση της Ορθόδοξης μαρτυρίας ή ανέπτυξε μεθόδους προσηλυτισμού εξυπηρετώντας αποικοκρατικές σκοπιμότητες; Στη σύντομη αυτή παρουσίαση μελετούμε τα κίνητρα και τις μεθόδους της ανασύστασης Εκκλησίας, το αποτέλεσμά της και τη μεταξύ τους σχέση.

Ο Νικόλαος Γ. Τσιρέβελος είναι Δρ. Θεολογίας με ειδίκευση στην Ομιλητική και την Ιεραποστολική και θεολόγος καθηγητής στο 1ο Πρότυπο Λύκειο Θεσσαλονίκης «Μανόλης Ανδρόνικος». Διδάσκει ως Ακαδημαϊκός Υπότροφος στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και ως εντεταλμένος διδάσκων στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου και στο «Τμήμα Θεολογίας και Πολιτισμού» του Πανεπιστημίου «Logos» Τιράνων. Έχει συγγράψει πέντε μονογραφίες. Μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Συνεργάζεται με το περιοδικό Δωδεκάνησος, το οποίο αποτελεί επίσημο δελτίο των εν Δωδεκανήσω Επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και με το περιοδικό Πάντα τα Έθνη που εκδίδεται υπό την πρόνοια της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδας. Έχει λάβει μέρος ως εισηγητής σε ποικίλα διεθνή επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες. Είναι μέλος της Επιμορφωτικής Ομάδας της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Τέλος, διαχειρίζεται το ιστολόγιο «Η τέχνη του Θεολογείν».

Από το 1995 και για δεκαπέντε χρόνια, πήγαινα στην Αλβανία, σε μια προσπάθεια της Αρχιεπισκοπής Αλβανίας να διασωθούν τα όποια κειμήλια επιστράφηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μετά από τη σύληση του 1968 όλων των Ναών και Μοναστηριών από κρατικούς φορείς, και την επίσημη διακήρυξη ότι η Αλβανία ήταν το «πρώτο αθεϊστικό κράτος του κόσμου». Βρεθήκαμε σε ένα αρκετά δύσκολο περιβάλλον, όπου έλειπαν απλά υλικά (όπως βαμβάκι ή οινόπνευμα ή αποροφητικό χαρτί). ‘Ο,τι είχε επιστραφεί ήταν γενικά σε μέτρια κατάσταση διατήρησης ή και ολικά κατεστραμμένο, έχοντας αποθηκευτεί για χρόνια σε μη κατάλληλους χώρους με φοβερή υγρασία ή και νερό –σε κάποιες περιπτώσεις–, ενώ έλλειπαν παντελώς σπουδαία και παλιότερα του 1800 έργα και βέβαια μεταλλικά αντικείμενα (όπως δισκοπότηρα). Ξεκινήσαμε σε ένα μικρό και ανήλιο νοικιασμένο χώρο, που μετά από λίγα χρόνια μεταφερθήκαμε σε ένα ωραίο κτήριο (το εργαστήριο της Αρχιεπισκοπής «ΝΑΖΑΡΕΤ»). Η Σχολή Συντήρησης (επιπέδου ΙΕΚ) που δημιουργήσαμε σε τέσσερα χρόνια μετακόμισε σε ένα πενταόροφο νέο κτήριο που αγόρασε η Αρχιεπισκοπή και διαμορφώθηκε για τις ανάγκες μας. Οι ανθρώπινες σχέσεις και συνεργασίες βασίστηκαν όλα τα χρόνια στις κατευθυντήριες γραμμές συμπεριφοράς του Αρχιεπισκόπου. Οι μουσουλμάνοι και οι άθεοι κυρίως ήταν οι περισσότεροι των συνεργατών μας, παλιοί εμπειρικοί συντηρητές και δάσκαλοι / καθηγητές ή εργαζόμενοι.

Ο Μιχαήλ Λαρεντζάκης γεννήθηκε το 1954. Αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο και σε άλλες αθηναϊκές σχολές μουσική, δραματουργία, ξιφασκία, κλασικό χορό, αρχιτεκτονικό σχέδιο και Διακόσμηση και Συντήρηση Έργων Τέχνης & Αρχαιοτήτων στην Αθήνα με υποτροφίες, και ενδιάμεσα Β.Α. Αγγλική Φιλολογία και Κλασική Αρχαιολογία στο ΑΠΘ. Παράλληλα διδάχτηκε Σουαχίλι στο Κ.Ι.Σ. Εργάστηκε ως ηθοποιός στο Ημικρατικό Θέατρο Κρήτης, και στη συνέχεια σε επίσημες ανασκαφές αλλά και ιδιωτικά ως Συντηρητής. Δημιούργησε ένα Τουριστικό Γραφείο στην Θεσσαλονίκη ιδιομορφικού εισερχόμενου τουρισμού. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βρετανία και Ιταλία, δουλεύοντας σε Μουσεία ή ανασκαφές, διδάσκοντας σε δημόσια βραδινά σχολεία στη Βρετανία και αργότερα σε Κλασικά Γυμνάσια στην Ιταλία και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Τέχνης της Βενετίας. Έζησε ως ελεύθερος επαγγελματίας, Συντηρητής Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης στην Βερόνα της Ιταλίας. Υπήρξε Οργανωτής, Διευθυντής και Διδάσκων της Σχολής Συντήρησης Έργων Τέχνης της Αρχιεπισκοπής Αλβανίας, Τίρανα για δεκαπέντε χρόνια, διδάσκων στη Σχολή Φυσικών Μηχανικών του ΑΠΘ, συντηρητής και εκτιμητής στο Άγιον Όρος, στην Χαλκίδα, στην Μυτιλήνη και τέλος Δημόσιος υπάλληλος στις Εφορείες Αρχαιοτήτων (Κλασικών & Βυζαντινών) σε Θεσσαλονίκη και Εύβοια. Σήμερα διευθύνει την Πινακοθήκη Αλεξάνδρου Σιδέρη στην Γλώσσα Σκοπέλου, και σπουδάζει ως Μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Θρησκειολογίας, Θεματική ενότητα Φιλοσοφία της Θρησκείας και Ιεραποστολική στο ΕΚΠΑ.


Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 20οῦ ΑΙΩΝΑ Sir Steven Runciman

Γράφει ὁ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ἡ ἄλλοτε ξεχασμένη κι ἄλλοτε ὑποτιμημένη βυζαντινή ἱστορία – γιά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνες καθετί βυζαντινό αὐτομάτως ἐντασσόταν στό χῶρο τοῦ σκοταδισμοῦ – ἔγινε, εὐτυχῶς, κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἀντικείμενο σοβαρῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Οἱ ἱστορικοί, πολλοί μάλιστα ἀπό αὐτούς ἐντάσσονται στούς κύκλους τῶν διανοουμένων, πού ἀνέλαβαν ὄχι μόνο νά γεφυρώσουν τό «ἀναμέσον χάσμα» μεταξύ τοῦ Ἀρχαίου καί Νέου Ἑλληνισμοῦ - ἔτσι χαρακτήριζε τό Βυζάντιο ὁ Ν. Σαρίπολος, Καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς στόν 19ο αἰώνα - ἀλλά καί νά ἀποκαταστήσουν τή βυζαντινή οἰκουμένη, ἀποτελοῦν σήμερα ἀξιοσέβαστο πεδίο μελέτης καί κατανόησης αὐτῆς τῆς πολυεπίπεδης καί σύνθετης ἱστορικῆς διαδικασίας, πού ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται βυζαντινός πολιτισμός.
Σήμερα τό Βυζάντιο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό προσφιλῆ θέματα τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου. Ἐπιστήμονες διεθνοῦς κύρους, ἱστορικοί, θεολόγοι, ἱστορικοί τῆς τέχνης, νομικοί, ὁμολογοῦν καί τεκμηριώνουν τήν σπουδαιότητα καί τή γενναία συμβολή τοῦ βυζαντινοῦ κοσμοειδώλου, στό σημερινό πολιτισμό. Πάμπολλες μελέτες, ἀναφερόμενες στήν πολιτική, τήν κοινωνική, τή διοικητική, τή στρατιωτική καί ἐκκλησιαστική ἱστορία του, ἀναιροῦν προγενέστερες πλάνες καί ἀναγνωρίζουν τόν πολιτισμό τῶν βυζαντινῶν, ὡς τόν παράγοντα ἐκεῖνο πού διαδραμάτισε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἀνάπτυξη τόσο τῆς Ἀνατολικῆς, ὅσο καί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.


Sir Stenen Ransiman, τόν ὁποῖο ἡ ἐπιστημονική κοινότητα, πρίν εικοσιδύο χρόνια, ἀποτέλεσε φωτεινό παράδειγμα, ἀκραιφνοῦς καί ἐμβριθέστατου ἱστορικοῦ βυζαντινολόγου ἐπιστήμονα. Ὄλβιος δημιουργός, ἔγινε γιά τίς διεθνεῖς ἱστορικές σπουδές τό μέγα ἀγκωνάρι. Ὡς ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους βυζαντινολόγους κατάφερε κι ἔσυρε ἀπό τή λήθη, ὅ,τι θαυμαστό εἶχε νά ἐπιδείξει τό Βυζάντιο. Τό πολυσχιδές ἔργο του, πράγματι, ἀποτελεῖ μία τεκμηριωμένη καταγραφή, ἀλλά καί ἑρμηνεία τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας. Ἄν κάτι ἀφήνουν τά γραφτά του, εἶναι τό γεγονός ὅτι εἶδε τό Βυζάντιο ὡς μία συμπαγῆ ἱστορική ἑνότητα, τήν ὁποία ἀμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στίς ἑπόμενες γενιές τῶν ἱστορικῶν τόν τρόπο, ἀκόμη πιό στοχαστικά νά τό μελετήσουν.
Πρέπει σοβαρά νά λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Ransiman μελέτησε τό Βυζάντιο ὑπό τό πλαίσιο τῶν τριῶν συντεταγμένων πού ὁριοθέτησαν τή χιλιετῆ μοίρα τῆς θεοκρατικῆς αὐτοκρατορίας του: τόν ἑλληνισμό, τή ρωμαϊκή νομοθεσία καί τήν Ὀρθοδοξία· αὐτό δηλαδή τό περιεχόμενο πού οὐσιαστικά διαμόρφωσε τήν πολιτισμική ταυτότητά του. Τούτη τή διεργασία, πού ἄρχισε τόν 4ο καί συνεχίστηκε ἕως τά μέσα τοῦ 15ου αἰώνα, ὁ Ransiman κατάφερε νά μᾶς τήν κληροδοτήσει δίχως νά φαντάζει μακρινή καί ξένη.
Μέ ἀσκητικό βλέμμα, ὁ μέγιστος αὐτός βυζαντινολόγος, εἶδε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία καί τόν γοήτευσε. Στούς κόλπους ἀνοίχθηκε μέ διάθεση. Καί γι’ αὐτήν ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε: «οἱ Ἕλληνες ἔχουν μία κληρονομιά γιά τήν ὁποία μποροῦν νά αἰσθάνονται περήφανοι, μία κληρονομιά πού δέν πρέπει νά χαθεῖ μέσα στίς ἐναλλασσόμενες ὑλικές καταστάσεις. Στούς σκοτεινότερους αἰῶνες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία, παρ’ ὅλες τίς πολλές δυσκολίες, τίς πολλές ἀπογοητεύσεις καί αὐτές ἀκόμη τίς ταπεινώσεις, μπόρεσε ὄχι μόνο νά προσφέρει πνευματική ἀνακούφιση ἀλλά καί νά συντηρήσει καί διατηρήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ μοντερνιστές ἔχουν συχνά ὑποτιμήσει τό ρόλο της ὑπογραμμίζοντας τό κενό, τό χάσμα πού ὑπάρχει μεταξύ του ἀρχαίου καί χριστιανικοῦ κόσμου. Ἀλλά τό χάσμα δέν εἶναι ἀγεφύρωτο. Οἱ Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διέσωσαν πολλά ἀπό τά πιό ὡραία, πού εἶχε ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦμα, καί τά παρέδωσαν στήν Ἐκκλησία ὡς αὐτή τήν ἡμέρα. Ὁ ἐθνισμός μπορεῖ νά γίνει κακό πράγμα. Ὅμως ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας, πού νά μήν βασίζεται σέ φιλόδοξο σωβινισμό ἀλλά σέ μία μακριά παράδοση πολιτιστικῶν ἀξιῶν, εἶναι ζήτημα γιά νόμιμη καύχηση καί περηφάνια».
Στό πρόσωπο τοῦ Ransiman τό ἀγγλόφωνο και, κατ’ ἐπέκταση, τό διεθνές ἐπιστημονικό κοινό ἀνακάλυψε τό Βυζάντιο καί ἀφύπνισε ἀπό τήν κατάκριση πού δύο αἰῶνες πρίν ὁ Edward Gibbon ἔκανε γι’ αὐτό, χαρακτηρίζοντας τή χιλιόχρονη ἱστορία του ὡς «θρίαμβο τῆς βαρβαρότητας καί τῆς θρησκείας». Εἶναι μακρύς ὁ κατάλογος τῶν μελετῶν καί τῶν αὐτοτελῶν βιβλίων του πάνω στά ὁποῖα σήμερα, ὅσοι ἐπιζητοῦν τή ψηλάφηση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, μποροῦν χωρίς κανένα δισταγμό νά προσφύγουν. Καί μόνο μία ἁπλή παράθεση τῶν τίτλων, πού εὔκολα θά μποροῦσε κανείς νά κάμει, ἀνατρέχοντας σέ ἐνημερωμένες ἰδιωτικές καί δημόσιες βιβλιοθῆκες, μαρτυρεῖ τήν ἐμμονή του γιά ἐμφάνιση τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ὡς μείγματος διαποτισμένου μέ κάλλος καί θαυμασμό.
Στό σύνολό του τό ἔργο τοῦ Ransiman, ἰχνογραφεῖ καί διαφωτίζει τή βυζαντινή ἱστορία μέσα ἀπό τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων, τήν ποικιλία τῶν θεσμῶν, τῶν τρόπων σκέψης καί τῶν πολιτισμικῶν ἐκφράσεών του. Ἀρκετό ἀπό τό συγγραφικό ἔργο του, μεταφρασμένο στήν ἑλληνική, προσκαλεῖ κάθε φιλοβυζαντινό ἀναγνώστη σέ πραγματική θέαση τοῦ ἐπιφανοῦς μεσαιωνικοῦ κόσμου. Ὡς κλασικός ἱστορικός, ὁ Ransiman ἐπιμελῶς ἐπιστρέφει στίς βυζαντινές πηγές, προσφέροντάς μας μία σύνθετη εἰκόνα τῆς πολιτιστικῆς, κοινωνικῆς, καί πολιτικῆς δομῆς τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Γιά τό λόγο αὐτό, οἱ νεότεροι βυζαντινολόγοι, θά πρέπει νά τοῦ εἶναι εὐγνώμονες, γιατί δημιούργησε τήν πιό ἔγκυρη καί περιεκτική ἱστορική ἐπισκόπηση τῆς βυζαντινῆς περιόδου.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Βενιαμίν Λέσβιος (1759 ή 1762 - 1824)... και Νόμπελ Φυσικής!

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Πριν λίγο, στο τηλέφωνο μιλούσα με έναν φέρελπι νέο συνάδελφο που κάνει την πτυχιακή του εργασία για τον Βενιαμίν Λέσβιο. Μου ‘λεγε πως έμεινε έκπληκτος με το «Πανταχηκίνητον» του κορφυφαίου αυτού Διδασκάλου του Γένους· πώς, δηλαδή, ένας ιερωμένος του 18ου αιώνα, με καταγωγή από ένα ασήμαντο χωριουδάκι της Λέσβου, το Μεγαλοχώρι Πλωμαρίου, ασχολήθηκε με τις Φυσικές Επιστήμες και τα Μαθηματικά, συνδυάζοντάς τα μάλιστα με τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ: στις σημερινές συνθήκες, με την αλματώδη ανάπτυξη των θετικών επιστημών, αν ζούσε ο Βενιαμίν, σίγουρα θα τον τιμούσαν με το Νόμπελ Φυσικής.

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Στα χαρακώματα της αγάπης και της ειρήνης




ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ. (1992). «Προς τους συγγραφείς», στην: Ευθύνη, τχ. 248, σσ. 385-386.

Γιατί φοβάται το σχολείο τη λογοτεχνία

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το μόνο που βρήκαν να πουν οι συνδικαλιστές για την αξιολόγηση των μαθητών στη γλώσσα και στα μαθηματικά ήταν τίποτε. Απλώς κήρυξαν απεργία ή στάση εργασίας, ή δεν ξέρω τι. Η απεργία κηρύχθηκε παράνομη, αν και κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, ελάχιστοι από τους εκπαιδευτικούς ήσαν πρόθυμοι να συμμερισθούν τον αγωνιστικό οίστρο των συνδικαλιστών τους. Σε αυτούς τους τελευταίους συμπαραστάθηκε η ΑΔΕΔΥ. Ποια άποψη μπορεί να έχει η ΑΔΕΔΥ για την εκπαίδευση, ένας Θεός ξέρει. Δεν έχει σημασία και κανέναν δεν ενδιαφέρει, εκτός από τους γραφειοκράτες του συνδικαλισμού και τα αρκτικόλεξά τους.
Το υπουργείο αποφάσισε να κάνει μια προσομοίωση της αξιολόγησης PISA στο δικό μας σχολικό περιβάλλον. Προσπαθώντας, υποθέτω, να διαγνώσει τις αιτίες που σε δύο τομείς, στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά, τα Ελληνόπουλα υστερούν. Για τα μαθηματικά δεν έχω τίποτε να πω. Δηλώνω άσχετος και υποκλίνομαι με ταπεινότητα μπροστά σε όσους χειρίζονται τη μαθηματική σκέψη και αντιλαμβάνονται την πνευματική της γοητεία.
Θα μιλήσω όμως για την κατανόηση κειμένου, μια ικανότητα που δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η αδυναμία στην κατανόηση κειμένου σημαίνει αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας. Αδυναμία διαλόγου. 'Οταν δεν μπορείς να κατανοήσεις ένα κείμενο, πώς να κατανοήσεις τον συνομιλητή σου. Δεν χρειάζεται η PISA για να την εντοπίσουμε. Είναι μια κοινωνική αναπηρία, η οποία αντανακλάται σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Από την «υψηλή» πολιτική έως την ταπεινή δημοσιογραφία και τις απλούστερες καθημερινές συναλλαγές.
Τον τομέα «κατανόηση κειμένου» το υπουργείο τον βάφτισε «θέματα γλώσσας». Οι μαθητές του γυμνασίου κλήθηκαν να σχολιάσουν ένα κείμενο από το Διαδίκτυο για τις σχέσεις των σημερινών εφήβων με τον αθλητισμό και τις επιρροές που αυτή δέχεται από τα κυρίαρχα πρότυπα του «φαίνεσθαι». Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια η διαφορά αυτής της εξέτασης από τον τρόπο που διδάσκονται τα «κείμενα» στους σημερινούς μαθητές. Υποθέτω ότι οι αρμόδιοι του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής κάτι θα έχουν κατά νουν. Εγώ, ως αφελής, πιστεύω ότι η αδυναμία στην κατανόηση κειμένου οφείλεται στην αντίληψη που διαμορφώνει το σχολείο ως προς την έννοια του «κειμένου».
«Θέματα γλώσσας και λογοτεχνίας» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος της εξέτασης αν πραγματικά οι αρμόδιοι είχαν το θάρρος να ομολογήσουν ότι η ασθένεια θα θεραπευθεί μόνον όταν αλλάξει η συνταγή της θεραπείας. Για να αποκτήσεις την ικανότητα να κατανοείς ένα κείμενο, ακόμη και το πιο απλό, πρέπει να αποκτήσεις την ικανότητα να διαβάζεις. Κοινώς να γίνεις αναγνώστης. Και αναγνώστης γίνεσαι μόνον όταν έρθεις σε επαφή με τη λογοτεχνία, ήτοι την τέχνη του λόγου. Αυτή σού αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους αναπτύσσεται ο συλλογισμός, αυτή σου δείχνει τις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας σου. Η λογοτεχνία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της παιδείας μας, τα φρου-φρου και αρώματα της σοβαρότητας της γνώσης. Είναι το βασικό κύτταρο του οργανισμού της. Αυτή σου μαθαίνει πως το κείμενο είναι ένας σύνθετος οργανισμός που για να τον κατανοήσεις απαιτεί την ίδια ενέργεια με μια πολύπλοκη εξίσωση. Με δυο λόγια, αυτή σε εκπαιδεύει στην κατανόηση κειμένου.
«Άρξομαι δε από των κλασικών». Αυτοί που έχουν εξοριστεί από το σχολείο εδώ και κάτι δεκαετίες. Τους μοιράζουν σε φυλλάδια, που τα ονομάζουν εγχειρίδια με οδηγίες χρήσης και συναρμολόγησης. Και μετά απορούν για ποιον λόγο ο έφηβος, που μεθαύριο θα γίνει μεσήλικας, πάσχει από πενία κατανόησης κειμένου. Γιατί το ελληνικό σχολείο δεν τον έμαθε ποτέ να διαβάζει. Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν καταργηθούν τα εγχειρίδια, κι όταν το παιδί μάθει πως το άθλημα της ανάγνωσης της «Φόνισσας» ή του «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» είναι άσκηση καλλιέργειας. Από τότε που μετονομάσαμε την καλλιέργεια σε κουλτούρα ξεχάσαμε και την αξία της.
Γιατί φοβάται το σχολείο τη λογοτεχνία; Επειδή οι λειτουργοί της εκπαίδευσης δεν την ξέρουν. Και παλεύουν με διάφορα υποκατάστατα, που διευκολύνουν και τη δημοκρατική διόρθωση.

Σάββατο 21 Μαΐου 2022

Η γεύση του… «εξαργύρωσε Voucher 200»

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Έρευνα εξαργύρωσης «Voucher 200» σήμερα. Μέχρι και ο υπάλληλος πολυκαταστήματος εγνώριζε πως, είτε με lap top είτε με tablet εξαργυρώσεις το «Voucher 200» - πληρώνοντας βέβαια άλλα 200 ή 300 ή 400 ευρώ παραπάνω, όσα τέλος πάντων παραπάνω ένας εκπαιδευτικός μπορεί να διαθέσει – εγνώριζε λοιπόν ότι, στόχος του είναι να πετύχει καλή σύνδεση με τη Webex. Εδώ, δυστυχώς, φτάσαμε: να μας «δουλεύουν ψιλό γαζί» και οι υπάλληλοι πολυκαταστημάτων. Διερωτώμαι, αυτοί που σκαρφίστηκαν ετούτη την ξεφτίλα του εκπαιδευτικού, την ξεφτίλα του «άρτον και θεάματα», σκέφτηκαν άραγε το εξής απλό: το «Voucher 200» κάνει το μάθημα ή ο εκπαιδευτικός; Το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε όλοι οι εκπαιδευτικοί, θα ήταν η άρνησή μας να δεχτούμε τον εξευτελισμό και τη γελοιότητα: «εξαργύρωσε Voucher 200…», το ξεγύμνωμα με άλλα λόγια τής εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής  που, αντί να προστατέψει την Παιδεία και τους λειτουργούς της, τους γελοιοποιεί. Ιδού ο σοφός λόγος: «Η δουλειά του πολιτικού γελοιογράφου στην Ελλάδα όσο πάει και δυσκολεύει! Αυτά που συμβαίνουν στην πολιτική είναι τόσο γελοία που ο γελοιογράφος δεν έχει πια τι να γελοιοποιήσει…». ΚΥΡ.