ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1997). Πίσω απ’ την Αγια-Σοφιά. Θεσσαλονίκη: Ιανός, σσ. 16-21.
Συνθλίβω ανάμεσα στις ευγενικές μου παλάμες το ρόδι της χαράς. Ανοίγω το κλουβί των πουλιών να πετάξουν, ελεύθερα, μέσα στη νύχτα· ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Ενός λεπτού σιγή»
Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
«πόρνοι και καταδόται / βασιλείαν θεού ου κληρονομήσουσι // Θεέ μου / είναι τρομερό / να με βάζεις με τους χαφιέδες». ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1988). Ανυπεράσπιστοι και υπερασπισμένοι καημοί. Επιλογή ποιημάτων από τον Παναγιώτη Σ. Πίστα. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σ. 31.
Χαρακτήρισαν τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ποιητή, δοκιμιογράφο και στιχουργό, «μάλλον συντηρητικό, ιδιότυπο χριστιανό». Διαφωνώ. Γι’ αυτή τη διαφωνία ας μου επιτραπεί το σύντομο παρακάτω σχόλιο, ελαχίστη πρόσφορα στην εγκόσμια ζωή τού Θεσσαλονικιού λογοτέχνη, που εχθές 11 Αυγούστου 2020 μας άφησε χρόνους, ταξιδεύοντας στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ο Χριστιανόπουλος όταν μεταφράζει το Άγιο και Ιερό Ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο κι όταν, επίσης, μεταφράζει την Επί του Όρους ομιλία τού Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαια Ε΄ - Ζ΄ (εκδ. Μπιλιέτο, Θεσσαλονίκη 2007), δεν είναι ο πιστός χριστιανός που, συνήθως, στην εξωτερική του μορφή συναντάμε πολλές φορές στις εκκλησιές. Ένας τέτοιος χριστιανός είναι αυστηρά τυποποιημένος, περιορισμένος και περίκλειστος στο δικό του χώρο και στη δική του συνείδηση. Και είναι προφανές ότι, έναν τέτοιο χριστιανό ο Χριστιανόπουλος τον βλέπει αδιάφορα στην ποίησή του· γιατί ο ίδιος αναζητά το Θεό στα πιο απροσδόκητα μέρη και στους πιο απροσδόκητους ανθρώπους, ανθρώπους αμαρτωλούς, που οι προσευχές τους γίνονται δάκρυ μετανοίας. Τα ποιήματά του: «Εκατόνταρχος Κορνήλιος», «Μαγδαληνή», «Μαρία η Αιγυπτία», «Στίχοι της Αγίας Άννης για τον Άγιο Σεβαστιανό» (από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950-1951), «Μυστικός Δείπνος», «Έγκλημα της μοναξιάς» (από τη συλλογή Ξένα γόνατα, 1952-1957), είναι ποιήματα αυτοβιογραφικά και άκρως εξομολογητικά, όπου ιερά πρόσωπα (βιβλικά και εκκλησιαστικά) λειτουργούν ως σύμβολα και εικόνες τού Θεού για λυτρωμό τού ποιητή. Τύψεις και μετάνοια, στον Χριστιανόπουλο, αποκαλύπτουν την αγωνία μιας βαθιάς θρησκευτικής συνείδησης, με κέντρο την αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπο.
Ο Χριστιανόπουλος γνώριζε πως ο κόσμος μπορεί να ζήσει μέσα
στην αγάπη του Θεού, γι’ αυτό και επί σαράντα χρόνια, όπως ο ίδιος γράφει στο σημείωμα
τού μεταφραστή, καταπιάνεται με τη μετάφραση τού Κατά Ματθαίου Ευαγγελίου (εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1996), το οποίο θεωρεί «το πιο αυθεντικό αλλά και το πιο πλήρες – σ’
αυτό βασίστηκαν οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς», διότι «έχει
αρχιτεκτονική συγκρότηση και διασώζει αρκετά καλά τη ζωντάνια τής κοινής
ελληνικής και τον ποιητικό χαρακτήρα τής αραμαϊκής στην εποχή τού Χριστού».
Η αγάπη του μάλιστα γι’ αυτό το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζεται κι από το γεγονός
ότι, «είναι το πιο ωραίο,
γιατί περιέχει ολόκληρη την επί του όρους ομιλία και περιγράφει με τον δραματικότερο
και αναλυτικότερο τρόπο τα πάθη του Κυρίου».
Μέσα από μια τέτοια, λοιπόν, ματιά με το λογοτεχνικό του έργο ο
Ντίνος Χριστιανόπουλος στάθηκε απέναντι σε λογής λογής ηθικολόγους, «φανερούς και μασκαρεμένους», δίνοντάς τους
ξεκάθαρη απάντηση: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας / κι έχετε ένα χέρι να σας
σφίγγει τρυφερά, / έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, / ένα κορμί να
υπερασπίζει την έξαψή σας, // κοκκινίσατε
άραγε για την τόση ευτυχία σας, / έστω και μια φορά; / είπατε να κρατήσετε ενός
λεπτού σιγή / για τους απεγνωσμένους;» («Ενός
λεπτού σιγή» , από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος
καημός, 1955-1970).
Τρίτη 11 Αυγούστου 2020
«Είμαι εναντίον... των κουλτουριάρηδων»
«Νομίζω πως το κακό αυτό, που όλο και φουντώνει, οφείλεται όχι
μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό
τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι
άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλούνε, να σκέφτονται περισσότερο
απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για
να συμβεί αυτό θα πρέπει κανείς να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει
όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς “εγώ νομίζω”, “εγώ πιστεύω”, “έχω τη
γνώμη”, και τα συναφή. Μέσα σ’ αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας κι εγωισμού,
χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. Μια φορά ένας κομμουνιστής μού πιπίλιζε
τον Μαρξ σαν καραμέλα και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το “Κεφάλαιο”. Μα και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν
μεσάνυχτα απ’ το ευαγγέλιο; Κι άσε εκείνους που δεν
διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα
έχουν διαβάσει όλα!»
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (1990). Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων. Μια συζήτηση με τον Περικλή Σφυρίδη. Θεσσαλονίκη: Τα Τραμάκια, σ. 15.
Αποχαιρετισμός στον Ντίνο Χριστιανόπουλο (Θεσσαλονίκη 1931 - Θεσσαλονίκη 11 Αυγούστου 2020)
Κυριακή 9 Αυγούστου 2020
Κάτι… σαν μαθητικό «συναξάρι»
Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Ετούτες τις μέρες, σε πανέμορφη παραλία τού νησιού μας, ναι σε παραλία (!) διαβάζω ξανά το Ημερολόγιο (1973-1983) του +πατρός Αλέξανδρου Σμέμαν, στη νέα έκδοσή του, που έγινε τον Οκτώβριο του 2018, έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, σε μετάφραση Ιωσήφ Ροϊλίδη και με επιμέλεια του Βασίλη Αργυράδη. Την προηγούμενη έκδοση του 2002, πριν λίγα χρόνια την είχα δώσει για να τη διαβάσει ένας μαθητής μου, ύστερα από μια συζήτηση στη σχολική τάξη για την Εκκλησία, η οποία με κάποιες μικρές παύσεις, κράτησε δύο περίπου μήνες (Χριστούγεννα 2015 – Φεβρουάριος 2016). Δεν του ζήτησα ποτέ να μου επιστρέψει το βιβλίο, του το χάρισα, ως ένα μικρό έπαθλο, για την επιμονή του τότε που ήταν μαθητής, να αναζητά την Εκκλησία όχι ως θεσμική δομή αλλά ως ζωή. Τύχη αγαθή, έφερε και τους δύο να ξανασυναντηθούμε όχι στο σχολείο φυσικά, αλλά στην παραπάνω πανέμορφη παραλία, όπου ο παλαιός καλός μαθητής μου με είδε να διαβάζω το Ημερολόγιο του +π. Σμέμαν. Σήμερα τελειόφοιτος πανεπιστημιακής σχολής θετικών επιστημών, όταν είδε το βιβλίο που διάβαζα θυμήθηκε τις παλαιές καλές ημέρες στο σχολείο. Τον ρώτησα αν κάτι του έμεινε από κείνες τις συζητήσεις μας στη σχολική τάξη. Κι ευθέως μου απάντησε: «στον Σμέμαν, κύριε, κατάλαβα το πραγματικό νόημα της Εκκλησίας». Τέτοιες απαντήσεις και, κυρίως, τέτοιες στάσεις ζωής νομίζω, πως, σήμερα για τους νέους ιδιαίτερα, γεννούν την ελπίδα ότι, η Εκκλησία, όταν την αγαπάς και την πονάς, είναι Εκκλησία για όλους τους ανθρώπους, αδιάφορο αν αυτοί έχουν την αυταρέσκεια του άθεου, του αγνωστικιστή, του αδιάφορου για τη θρησκεία ή του πιστού, ακόμη και του ευσεβιστή τής «επικρατούσας θρησκείας».
Όταν η Εκκλησία εκλαμβάνεται ως θρησκεία γίνεται σέκτα και δεν αντιστέκεται στις προκλήσεις των καιρών. Γι' αυτό και οι περισσότεροι χριστιανοί αδυνατούν να δουν Εκκλησία και Ζωή ως μια ενιαία πραγματικότητα. Καταπώς γράφει κι ο μακαριστός Αλέξανδρος Σμέμαν την Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, 1973 στο Ημερολόγιό του: «Η “θρησκεία” είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο κατέχει ο άνθρωπος. Όχι μόνο ό,τι καλύτερο, αλλά και ό,τι χειρότερο: το ψεύδος τής θρησκευτικότητας, η μικρότητα κάποιων “πιστών”, η σκυθρωπή, ατάλαντη σοβαρότητά τους. Είναι αυτό όντως δυνατό αν κάποιος πιστεύει στον Θεό; Στο Αιώνιο και στο Ουσιώδες; “Τα πάντα βρίσκονται αλλού” (Julien Green: “Tour est ailleurs”)», (σ. 18).
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020
Εκπαίδευση και Αξιοκρατία
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020
«… τη στιγμή της μεταμόρφωσης»: άθλημα του κοινωνείν






