Στέλιος Ράμφος: σταθερά ερωτήματα και μεταστροφές
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Ο Στέλιος Ράμφος προτού φύγει το 1965 για το Παρίσι θήτευσε και αυτός στην Αριστερά -ήταν μέλος της ΕΔΑ- και πρωταγωνίστησε στο αριστερό φοιτητικό κίνημα, στην έκδοση της περίφημης Πανσπουδαστικής και στο 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο τον Απρίλιο του 1963. Όποια και αν είναι η σημασία αυτής της δράσης για την ιστορία του αριστερού κινήματος της δεκαετίας του ’60 ή για την προσωπική του βιογραφία, αφορά πάντως την προϊστορία του έργου του, και όχι το ίδιο του το έργο, το οποίο άρχισε να χτίζεται στο Παρίσι με την εντατική σπουδή της Αρχαίας Ελλάδας.
Οι πρώτοι καρποί αυτής της σπουδής θα δημοσιευτούν στα γαλλικά, στον πρώτο (1971) και στον δεύτερο τόμο (1972) της Φιλοσοφίας, της επετηρίδας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Μολονότι η μελέτη του της αρχαίας φιλοσοφίας δεν είχε ακαδημαϊκό χαρακτήρα, αλλά υπηρετούσε προσωπικές πνευματικές αναζητήσεις και επιδιώξεις, όταν επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, το 1974, αποφάσισε να διεκδικήσει πανεπιστημιακή έδρα, οπότε χρειαζόταν διατριβή. Μπήκε έτσι στον ζυγό του κατεξοχήν ακαδημαϊκού είδους πνευματικής εργασίας, με επόπτη τον καθηγητή της Σορβόννης Πιερ Ωμπάνκ (Pierre Aubenque), έναν από τους κορυφαίους τότε μελετητές της αρχαίας φιλοσοφίας στον κόσμο. Δεν θέλησε όμως και δεν άντεχε ψυχικά να συμμορφωθεί με τις αυστηρές ακαδημαϊκές προδιαγραφές του είδους, οπότε κατέθεσε τη διατριβή του για τον Πλάτωνα, χωρίς υποσημειώσεις και χωρίς βιβλιογραφία. Το επιχείρημά του ήταν αποστομωτικό: δεν παραπέμπω πουθενά, γιατί αυτά που γράφω δεν τα έχει πει κανείς άλλος. Αναγκάστηκε ωστόσο την τελευταία στιγμή να υποχωρήσει και έσπευσε στη Βιβλιοθήκη της Σορβόννης να προσθέσει βιβλιογραφία. Η επιτροπή κρίσεως της διατριβής του ήταν, και με δική του επιθυμία, ό,τι πιο απαιτητικό μπορούσε να υπάρξει, δείγμα και αυτό της μεγάλης αυτοπεποίθησής του. Ήμουν παρών κατά την υποστήριξή της, τον Ιούνιο του 1978, και δεν ξεχάσω ποτέ το εγκώμιο του Εμμανουήλ Λεβινάς, ο οποίος ξεκινούσε κάθε ενότητα της τοποθέτησής του με τη φράση «σας τιμώ για …» («je vous rends hommage…»), με μόνη επιφύλαξη -και σωστά- την απόδοση μονοθεϊσμού στον Πλάτωνα. Το ότι παρά τη διατριβή της Σορβόννης η υποψηφιότητα του Ράμφου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την ίδια χρονιά (1978) απορρίφθηκε δεν αφορά τον ίδιο αλλά μάλλον το Πανεπιστήμιο.
Το πρώτο βιβλίο του Ράμφου στα ελληνικά είναι ο «Τόπος υπερουράνιος» (1975), το οποίο εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι. Θυμίζω την αρχική φράση: «Αυτός ο τόπος είναι η Ελλάδα». Επιστρέφει πανηγυρικά στην Αρχαία Ελλάδα («ό,τι λέω το χρωστώ στους αρχαίους», σ. 40), για να κηρύξει την ιδέα της παράδοσης ως δημιουργικότητας και την ενότητα Αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου, Πλάτωνα και Χριστού («ο Χριστός γεννήθηκε στην Ελλάδα», σ. 20). Το μικρό βιβλίο γραμμένο με την έξαρση του μανιφέστου, αποφαίνεται και χρησμολογεί, δεν επιχειρηματολογεί, και αποκαλύπτει εξαρχής πώς αντιλαμβάνεται το πνευματικό του εγχείρημα ο Ράμφος: δεν θέλει απλώς να μιλήσει και να λυτρώσει την ψυχή του, θέλει να ταράξει τα νερά, να ξεσηκώσει, να καθοδηγήσει. Θα προσθέσω ότι το υφολογικό επίτευγμα του «Τόπου Υπερουράνιου» ο Ράμφος δεν το κατάφερε έκτοτε σε κανένα από τα υπόλοιπα βιβλία του.
Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το έργο του Ράμφου σε τρεις περιόδους: αρχαία Ελλάδα και πλατωνισμός, Ορθοδοξία, εκσυγχρονισμός και εξατομίκευση. Η πρώτη διατρέχει όλο το έργο, μέσα στη γενική αποδοχή -ποιος δεν θαυμάζει την αρχαία Ελλάδα;- αλλά η τρίτη, που η αρχή της ορίζεται με το βιβλίο του «Ο καημός του ενός» (Αρμός, 2000), δεν αποτελεί απλώς μετακίνηση από τη δεύτερη, στον ίδιο πάντως δρόμο, αλλά άρνησή της. Και οι τρεις περίοδοι ωστόσο, όση και αν είναι η διαφορά και αντιφορά μεταξύ τους, ενοποιούνται από τα κεντρικά και σταθερά ερωτήματα της σκέψης του Ράμφου, που είναι η μοίρα του Νέου Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και η συγκρότηση μιας κοινωνίας ανθρώπων με εσωτερικότητα, δηλαδή με αυτογνωσία και ευθύνη. Αν η διεκδίκηση και κατάκτηση μιας ξεχωριστής δημιουργικής θέσης της Ελλάδας δεν μπορεί να γίνει με την αναγέννηση της ελληνικής σκέψης, με οδηγό τον Πλάτωνα, επειδή ακριβώς ο πλατωνισμός δεν έχει ιστορική σάρκα στον σημερινό κόσμο, αυτό θα μπορούσε να γίνει με την Ορθοδοξία, γεγονός που σημαίνει ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν γίνεται με όρους πίστης αλλά με όρους πολιτιστικής ταυτότητας και ιστορικού ρόλου. Η δεύτερη αυτή περίοδος έδωσε αρκετούς συγγραφικούς καρπούς, άλλους ώριμους, όπως οι «Πελεκάνοι Ερημικοί» (Αρμός 1994), ένα από τα καλύτερα βιβλία του Ράμφου γενικά, και άλλους ρηχούς, όπως «Η Πολιτεία του Νέου Θεολόγου» (Κέδρος, 1981), αφιερωμένο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, την κιβωτό του ελληνισμού (όχι της πίστης). Εννοείται πως όταν λέω εδώ ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν έγινε με όρους πίστης, δεν κρίνω αν μέσα στην ψυχή του πίστευε ή δεν πίστευε στον Χριστό -άλλος είναι αρμόδιος να το κρίνει αυτό-, αναφέρομαι αποκλειστικά σε όσα γράφει στα βιβλία του.
Από τον «Καημό του ενός» και μετά ο Ράμφος δεν εγκαταλείπει απλώς την Ορθοδοξία, αλλά από εκεί που τη θεωρούσε μεγάλο πνευματικό πλούτο, τη θεωρεί τώρα εμπόδιο και τροχοπέδη για τη γόνιμη πορεία του Νέου Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και για μια κοινωνία ανθρώπων δημιουργικών και υπεύθυνων. Κατά τη γνώμη του, όλα κρίθηκαν μεταξύ του 10ου και 12ου αιώνα, όταν το Βυζάντιο δεν κατάφερε αυτό που κατάφερε η Δύση, δηλαδή τη συνύπαρξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας με ένα εγκόσμιο σχέδιο που να παίρνει στα σοβαρά τις ανθρώπινες δυνάμεις (σ. 106). Δεν μπορώ να συζητήσω εδώ αναλυτικά το επιχείρημά του, αλλά μόνο να θέσω το ερώτημα: πόσο είναι δυνατό μια πνευματική πρόταση του 12ου αιώνα να καθορίζει ιστορικά τον σημερινή ελληνική κοινωνία και τον ψυχισμό του σημερινού Έλληνα; Ο Ράμφος πάντως θα συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση και δέκα χρόνια αργότερα, στο βιβλίο του «Το αδιανόητο τίποτα» (Αρμός, 2010) θα αναζητήσει τις ρίζες νεοελληνικού μηδενισμού στη Φιλοκαλία.
Ο Στέλιος Ράμφος είναι πια το έργο του. Ας στραφούμε σε αυτό και ας το μελετήσουμε με την προσοχή που του αξίζει, αφήνοντας στην άκρη πάθη και αντιδράσεις, που προκαλούσαν κυρίως οι παρεμβάσεις του στην επικαιρότητα. Σε αυτή τη μελέτη κεντρική θέση θα λάβουν ασφαλώς οι μεταστροφές και οι μετακινήσεις του, αλλά ας μην τις αντιμετωπίσουμε ηθικολογικά, είτε θετικά, ως έκφραση διανοητικού δυναμισμού και πνευματικής ειλικρίνειας, είτε αρνητικά, ως έκφραση ιδεολογικού καιροσκοπισμού. Oι μεταστροφές του, σε συνάρτηση με τα σταθερά ερωτήματά του, μας αφορούν και εμάς, ατομικά και συλλογικά.
ΠΗΓΗ: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Στέλιος Ράμφος ως σημείο συνάντησης
Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΡΔΗ
Ο αποδημήσας Ράμφος ήταν πράγματι το σημείο συνάντησης των μετανεωτερικών φιλελεύθερων αριστερών και των συντηρητικών δυτικο-σπουδαγμένων. Αυτό το κατόρθωσε αφού διήνυσε την «επώδυνη» οδό της ορθόδοξης πνευματικότητας. Πολλά μπορεί να πει κανείς: για την πλατωνίζουσα ή νεο-πλατωνίζουσα σκέψη του, για την έπαρσι των μη παραπομπών (α λα Νίτσε), για τον ιδιαίτερο πάντα λόγο του, για την Γαλλικότητα του, για τις συνάξεις με τις εύπορες Κυρίες των Βορείων Προαστείων. Για μένα, η σημαντικώτερη όλων προσφορά του ήταν η ανάδειξη του χρονισμού της Ορθοδοξίας, όσο κι αν αυτό με ξενίζει. Είναι ένα πολύ σημαντικό και πάντα επίκαιρο θέμα. Ακόμα και η ταύτισι της ορθόδοξης ψυχής με τον υπαρκτό παλαιοκομμουνισμό δεν ήταν λάθος εκ μέρους του, μολονότι είχε μία ιδεολογική εργαλειοποίησι από πίσω της. Θυμάμαι πολύ καλά τα σχόλια του, δίκην επιφυλλίδων, για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και για τα ομόφυλα ζευγάρια. Ήταν του δε πόιντ! Καλό ταξίδι να’ χει. Μας λείπουν τέτοιες προσωπικότητες. Μας κουράζουν οι οπαδοί τους.
ΠΗΓΗ: manolisgvardis
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου