Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η θρησκεία ως όπλο της πολιτικής εξουσίας. Όταν τα ιερά και όσια επιστρατεύονται για την ενίσχυση της κρατικής εξουσίας.

Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αλεξανδρόπουλος· Διευθυντής Ιδιαιτέρου Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου.


Η ένταξη της θρησκείας στη στρατηγική της πολιτικής εξουσίας αποτελεί μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την ίδια τη θρησκευτική αλήθεια. Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι η θρησκεία, ως χώρος ενότητας, ελπίδας και ηθικού προσανατολισμού, ο οποίος προορίζεται να λειτουργεί υπέρ της ελευθερίας του ανθρώπου, μετατρέπεται σε όργανο κρατικής εξουσίας, δια μέσω της οποίας νομιμοποιούνται πολιτικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται ως μηχανισμός ιδεολογικής επιβολής και πειθάρχησης των πιστών. Το φαινόμενο αυτό, συναντάται κυρίως σε απολυταρχικά ή θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά είναι απολύτως σύγχρονο και ιδιαίτερα ορατό και στον ορθόδοξο κόσμο.
Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι: μπορεί η θρησκεία, χωρίς να αλλοιωθεί ο πνευματικός της χαρακτήρας, να συμπορευθεί με την στρατηγική της πολιτικής εξουσίας; Η απάντηση δεν είναι απλή, επειδή προϋποθέτει σαφή διάκριση ρόλων, αφού η συμπόρευση προϋποθέτει θεσμική αυτονομία και κριτική απόσταση. Διαφορετικά, ο ρόλος της Εκκλησίας, που πρέπει διατηρεί την πνευματικότητά της, μετατρέπεται σε παρακολούθημα της πολιτικής εξουσίας και, εν τέλει, σε υποτελή της και ιδεολογικό της στήριγμα.
Σε αυτήν την περίπτωση η θρησκεία χειραγωγείται και η Εκκλησία χάνει την αυτοτέλεια, που οφείλει να διατηρεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, καθώς η στενή σύμπλευση του ρωσικού κράτους με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, με την επίκληση του «πνευματικού εθνικισμού της Ρωσίας», χρησιμοποιείται για να προσδώσει ιερότητα στη γεωπολιτική στρατηγική της χώρας. Ο θρησκευτικός μανδύας της ρητορικής περί «ιερής Ρωσίας» χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει πολιτικές επιλογές και στρατιωτικές ενέργειες, όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας.[1] Η ευλογία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πολιτική ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποκαλύπτουν πώς η θρησκευτική πίστη μπορεί να μετατραπεί σε στήριγμα κρατικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Αναγνωρίζοντας το 2018 το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ουκρανίας, όπως είχε δικαίωμα βάσει των κανονικών προνομίων του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπερασπίστηκε την εκκλησιαστική ελευθερία και την κανονική τάξη. Η Ρωσία αντέδρασε έντονα, σε εκκλησιαστικό επίπεδο (διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας) και σε πολιτικό, εξαπολύοντας επιθετική προπαγάνδα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί «παπικών πρακτικών» και επεδίωξε την απονομιμοποίησή του στη διεθνή κοινότητα. Αντίστοιχη αντίδραση υπήρξε και κατά του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας: η ρωσική Εκκλησία προχώρησε σε αντικανονικές ενέργειες στην αφρικανική ήπειρο, επιχειρώντας να υπονομεύσει την κανονική δικαιοδοσία του δεύτερου ιστορικού Πατριαρχείου με οικουμενική ιεραποστολική προσφορά.
Σε αυτές τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν εκκλησιαστικά ζητήματα ως μοχλός πολιτικής πίεσης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναδεικνύεται ως ισχυρός θεσμός πνευματικής αντίστασης απέναντι στην πολιτική χειραγώγηση της θρησκευτικής πίστης. Η κανονική του ευθύνη, η οικουμενική του φυσιογνωμία και ο ιστορικός του ρόλος ως εγγυητή της εκκλησιαστικής ελευθερίας, το καθιστούν σημείο αναφοράς για μια Ορθοδοξία που δεν υποτάσσεται στην κρατική σκοπιμότητα.
Ανακύπτει, έτσι, ένα δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: πότε η επίκληση της θρησκευτικής παράδοσης παύει να αποτελεί πολιτισμική αναφορά και μετατρέπεται σε ιδεολογικό – πολιτικό όπλο προώθησης κρατικών συμφερόντων; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο χρήσης της παράδοσης ως αποκλειστικού κριτηρίου πολιτικής νομιμότητας, δηλαδή όταν χρησιμοποιείται σε κάθε επίπεδο ως πλαίσιο αναφοράς ή όταν χρησιμοποιείται επιλεκτικά και αποσπασματικά για να νομιμοποιήσει πολιτικές επιλογές ή να αποκλείσει άλλες εκκλησιαστικές φωνές. Η αμφισβήτηση του κανονικού ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2] από κρατικά ελεγχόμενες εκκλησιαστικές δομές, προφανώς, δεν αποτελεί θεολογική διαφωνία, αλλά πολιτική στρατηγική. Η περίπτωση της Ουκρανίας ανέδειξε με σαφήνεια ότι η σύγκρουση δεν αφορά απλώς εκκλησιαστικά / γεωγραφικά όρια[3], αλλά τη σύγκρουση μεταξύ μιας ελεύθερης, συνοδικής Ορθοδοξίας και μιας κρατικά χειραγωγούμενης Εκκλησίας.[4] Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου συνιστά σαφή υπεράσπιση της κανονικής τάξης και της εκκλησιαστικής ελευθερίας. Η σταθερή θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη υπέρ του διαλόγου, η άρνηση ταύτισης με οποιαδήποτε πολιτική εξουσία και η ανάδειξη της Ορθοδοξίας ως πνευματικής -και όχι εθνικής ταυτότητας- αναδεικνύουν την θεολογική του συνέπεια.
Όμως, η χρήση της θρησκείας για την εξυπηρέτηση στρατηγικών στόχων της πολιτικής εξουσίας παρατηρείται και σε άλλες θρησκείες και καθεστώτα, όπως στην περίπτωση του Ιράν. Στην χώρα αυτή, η θρησκεία λειτουργεί ως διαχωρισμός μεταξύ «πιστών» και «απίστων», δηλαδή εχθρών της πραγματικής πίστης, ξεπερνώντας το όριο του πολιτισμικού αφηγήματος. Στο Ιράν, η θεοκρατική δομή του κράτους επιβάλει στην πολιτική εξουσία να ταυτίζεται πλήρως με την καθεστωτική ερμηνεία του Κορανίου. Επομένως, οι διαφωνίες είναι ανεπίτρεπτες ως θρησκευτικές αποκλίσεις[5], περιορίζοντας την ελευθερία, των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων, εν ονόματι ενός θεοκρατικού καθεστώτος, που νομιμοποιείται από τη μόνη ορθή ερμηνεία της ισλαμικής θρησκείας.
Όμως, και στις δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται η εργαλειοποίηση της θρησκείας, μέσω της πολιτικής ρητορικής της εξουσίας. Η επίκληση «χριστιανικών αξιών» από πολιτικά κινήματα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ δεν χρησιμοποιείται για να προωθήσει το ήθος, την αγάπη και την αλληλεγγύη, αλλά για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μεταναστών, θρησκευτικών μειονοτήτων ή διαφορετικών τρόπων ζωής[6], λειτουργώντας ως φόβητρο και μέσο αποκλεισμού και όχι ως πρόταση ελπίδας.
Έτσι, προκύπτει ένα τρίτο, καίριο ερώτημα: ποια είναι η ευθύνη των θρησκευτικών ηγεσιών όταν εργαλειοποιείται η θρησκευτική πίστη από την κρατική εξουσία; Η ευθύνη τους είναι πρωτίστως ηθική και θεολογική. Ως εκ τούτου, η σιωπή ή η ανοχή ισοδυναμούν με συνενοχή. Συνεπώς, όταν οι θρησκευτικοί θεσμοί ευλογούν άκριτα την εξουσία ή αποφεύγουν τον δημόσιο λόγο για χάρη της «καλής σχέσης» Κράτους – Εκκλησίας, συναινούν εν τοις πράγμασι στην αλλοίωση της θρησκευτικής πίστης. Αντίθετα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επιλέγει διαχρονικά τον δύσκολο δρόμο της μαρτυρίας της Αλήθειας, ασκεί κριτική στην αδικία, υπερασπίζεται τον άνθρωπο και υπενθυμίζει ότι καμία πολιτική εξουσία δεν μπορεί να οικειοποιηθεί τον Θεό, παρά το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος.
Εν κατακλείδι, ο ρόλος της θρησκείας δεν είναι να υπηρετεί την εξουσία, αλλά να υπενθυμίζει τα όριά της[7]. Σε αυτή την αποστολή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει θεσμικός και πνευματικός φρουρός μιας Ορθοδοξίας που παραμένει δρόμος Αλήθειας και ελευθερίας, μετατρέποντας τον διάλογο σε ηθική συνείδηση της κοινωνίας.

[1] Arjakovsky A., What is Orthodoxy?, Fortress Press, 2012.
[2] Β. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία. Από την άλωση μέχρι σήμερον (1453- 2014), εκδόσεις Αποστολικη Διακονία, Αθήνα 2014.
[3] Ν. Αρβανίτης, Ορθοδοξία και Γεωπολιτική, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2020.
[4] C. Hovorun, Political Orthodoxies, Fortress Press, 2018.
[5] O. Roy, Holy Ignorance. When Religion and Culture Part Ways, Columbia University Press, 2010.
[6] J. Habermas, Between Naturalism and Religion, Polity Press, 2008.
[7] Χρ. Γιανναράς, Η καταστροφή ως ευκαιρία. Επιφυλλίδες, εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2011.

Ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αλεξανδρόπουλος ανήκει στην Ι. Μ. Νιγηρίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Είναι υποψήφιος Διδάκτορας Βιοηθικής της Ιατρικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης- Msc «Διεθνούς Πολιτικής και Ασφάλειας», Msc «Θεολογίας» & Msc «Βιοηθικής» - Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος & Θεολόγος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου