Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;



«Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός αγνώστου δρό-
    μου ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι. Τι μας θυμίζουν; Ποιόν
    αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
    να ζείς πιο αληθινά –
πράγματα που θα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον κήπο.
    Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφί-
    τα κι έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο…

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις
    γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
    σκόρπιζε γιασεμιά
φωτίζοταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
                                                        αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα»
.


Αποτέλεσμα εικόνας για α χειρόγραφα του Φθινοπώρου

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ. (1990). «Ο πρώτος στίχος», στο: Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου, Αθήνα: Κέδρος, σ. 14.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου