Εννιά χρόνια μετά τον θάνατο του παγκοσμίου φήμης μυθιστοριογράφου Αλέξανδρου Καστρινάκη, η πρώτη σύζυγός του αφηγείται την ιστορία του δεκαπενταετούς λευκού γάμου της με έναν άνθρωπο τόσο αφοσιωμένο στις πνευματικές και θρησκευτικές αναζητήσεις του, ώστε να την αφήσει ερωτικά ανέγγιχτη.
Η αφήγηση της εγκαταλελειμμένης γυναίκας, που ξεκινάει το 1883 και φτάνει ως το 1966, σταθμεύοντας σε Κρήτη, Αθήνα, Βιέννη, Βερολίνο και αλλού, εξερευνά και όλες τις άλλες ερωτικές σχέσεις του πρώην άντρα της, καθώς και τις αντανακλάσεις τους στα πολυμεταφρασμένα έργα του, ορισμένα από τα οποία μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο ακόμα και από το Χόλιγουντ.
Ένα ιστορικό μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη ζωή και το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, συχνά πιστό αντίγραφό τους· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].
«Μια µέρα, ετοιµαζόµασταν να πάρουµε πρωινό, εγώ έφτιαχνα τον καφέ µου και ο Αλέξανδρος ζέσταινε νερό στο καµινέτο για το τσάι του. Βουτούσε ψωµί στο καυτό τσάι και το έτρωγε µε ελιές – αυτό ήταν πάντα το πρωινό του.
Ξαφνικά, κοιτώντας τον που κρατούσε το µπρίκι πάνω στη φωτιά κάπως αφηρηµένα και χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς κάνει, τον ρώτησα µε ένα σπαρακτικό ύφος, όλο παράπονο: “Αλέξανδρε, γιατί µ’ αποφεύγεις; Δεν µε θες πια; Λόγω του γάµου; επειδή πιέστηκες να παντρευτούµε;”
Εκείνος άρχισε το γνωστό τροπάρι για την υπέρβαση του ερωτικού ενστίκτου προς όφελος της πνευµατικότητας. Και, σχεδόν στα καλά καθούµενα, µου λέει: “Το ξέρεις ότι ο Ωριγένης, ένας Αλεξανδρινός θεολόγος κι ερµηνευτής των Γραφών, είχε κόψει τα γεννητικά του όργανα, προκειµένου να ανέβει το σπέρµα στην κεφαλή του και να γίνει πνεύµα;”
Σαν έτοιµη από καιρό, και µη θέλοντας να αφήσω πια τίποτα να πέσει χάµω, έσπευσα να του απαντήσω, αποστοµώνοντάς τον: “πρώτον, ο Ωριγένης σου δεν τα έκοψε µοναχός του, αλλά του τα έκοψαν!”
Διέκοψα προς στιγµήν, σαν να ήθελα να πάρω φόρα, και τελικά συνέχισα: “Και, δεύτερον, γιατί να µην πάρουµε ως παράδειγµα έναν αληθινά µεγάλο, όπως ο Μπαχ, φέρ’ ειπείν, ο οποίος µε το έργο του δόξασε τη θεότητα, και όχι µόνο δεν έκοψε τ’ αχαµνά του, αλλά επιπλέον έκανε συνολικά είκοσι παιδιά, επτά µε την πρώτη του γυναίκα και δεκατρία µε τη δεύτερη;” Ο Αλέξανδρος βιάστηκε να εξαφανιστεί πίσω από την πόρτα του γραφείου του, όπου αποσύρθηκε για να δουλέψει, µε το φλιτζάνι το τσάι του στο χέρι, κυριολεκτικά σαν τον κλέφτη, αφήνοντάς µε ολοµόναχη».
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ. (2022). Ανέγγιχτη. Αθήνα: Κέδρος, σσ. 22-23.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου