Γράφει ο ΓΙΩΡΓΗΣ - ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
Δεν της έφθανε της νεοφασίστριας πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι το πικρό ποτήρι που ήπιε από τη βαριά ήττα στο δημοψήφισμα για την κατακρεούργηση του ιταλικού Συντάγματος ήλθε και μία δεύτερη ταπείνωση, τούτη τη φορά από οικεία βέλη. Ο αλαζονικός τρόπος με τον οποίον ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου απαγόρευσε την είσοδο στον Ναό της Ανάστασης στην Ιερουσαλήμ στον αρχιεπίσκοπο των Καθολικών στους Αγίους Τόπους Καρδινάλιο Πιερμπατίστα Πιτσαμπάλα, να μεταβεί για να τελέσει την λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων μόλις με άλλους δύο ιερείς -πολύ λιγότερη συνοδεία από τους 50 επισκέπτες που όριζε η διαταγή για την ασφάλεια- ήταν μία υπενθύμιση orbi et urbi πως είναι εκείνος ο κύριος της Μέσης Ανατολής κι ότι εκείνος καθοδηγεί τις εξελίξεις, μη διακρίνοντας εχθρούς ή φίλους. Και παράλληλα, αποδεικνύει προς άπαντες πλέον ότι ο ισραηλινός φονταμενταλισμός και σουπρεματισμός, που η κυβέρνησή του διαρρήδην αντιπροσωπεύει, δεν συγχωρεί, θυμάται κι μνησίκακα εκδικείται όποτε έλθει η κατάλληλη στιγμή.
Ακόμη και η τελική υπαναχώρηση απέναντι στην απαγόρευση για «λόγους ασφαλείας» επιτρέποντας στη συνέχεια την είσοδο του Πιτσαμπάλα στον Ναό της Ανάστασης, ως πράξη «μεγαθυμίας», εκφράζει την κομπαστική συγκατάβαση του κυρίαρχου των εξελίξεων και ποσώς ότι είναι μία πράξη καλής θέλησης. Ο Νετανιάχου με το «καψώνι» στον Πιτσαμπάλα τράβηξε το αυτί, πρώτα στον ίδιον τον «ατίθασο» καρδινάλιο και το Βατικανό, για τις θέσεις τους κατά της γενοκτονίας στη Γάζα και σε δεύτερο επίπεδο στην ίδια τη Μελόνι, η οποία τόλμησε να υποτονθορίσει μαζί με τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, κάτι ενάντια στη θανατική ποινή στο Ισραήλ.
Ένα ισραηλινό χαστούκι στη Μελόνι
Η τεράστια και υπεροπτική αυτή προσβολή του Ισραήλ προς την Εκκλησία της Ρώμης ανάγκασε την ομογάλακτη του Νετανιάχου, Τζόρτζια Μελόνι σε μια βασανιστική, αλλά αναγκαία, αναδίπλωση. Το γεγονός ότι μετά και την αντίδραση του Βατικανού ψέλλισε κάτι περί «τεράστιας προσβολής» μαρτυρά πως η εξωτερική πολιτική που ακολουθούσε η ιταλική κυβέρνηση μέχρι τώρα, αυτή η αδιατάρακτη, πεισματική και ακλόνητη συμμαχία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καταλήγει θαμμένη κάτω από τα ερείπια μιας τελικής διαπίστωσης.
Η τελευταία, κυνική και φονική, επίθεση των Ντόναλντ Τραμπ και Νετανιάχου, που έχουν διαμορφώσει μη διαχειρίσιμες συνέπειες στην Ευρώπη κι ειδικότερα στη συνοδοιπόρο τους Ιταλία, έχουν αρχίσει να προκαλούν και τεράστια πολιτική ζημιά στην ιταλική κυβέρνηση. Τούτο φάνηκε σαφώς και στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αλλά και στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις που έβγαλαν εκατομμύρια ανθρώπους σε όλες τις ιταλικές πόλεις στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον πόλεμο. Χώρια η γκρίνια που έχει αρχίσει να κυριαρχεί σε όλην την κοινωνία της χώρας για την ακρίβεια που χρειάζεται αυτή να πληρώσει, προκειμένου να υλοποιήσει τα μακάβρια σχέδιά του για τη Μέση Ανατολή ο Νετανιάχου και για το λόμπι του πετρελαίου ο Τραμπ.
Η απαγόρευση στον Πιτσαμπάλα μοιάζει να κόβει τον ιδιαίτερο εκείνο δεσμό που είχαν συστήσει οι δύο νεοφασίστες ηγέτες, που είχε παγιωθεί όταν μετά την ιταμή επίθεση της Χαμάς στις 8 Οκτωβρίου 2023 στο Παλάτσο Κίτζι είχε υψωθεί το άστρο του Δαυίδ. Και όταν η Ιταλία μετατρεπόταν σε ησυχαστήριο κι αναρρωτήριο για τους αδειούχους Ισραηλινούς μακελάρηδες της Γάζας, ώστε μετά ξεκούραστοι να συνεχίσουν το θανατηφόρο έργο τους. Πλέον, η εξωτερική πολιτική της Μελόνι, η οποία πληρώνει το γεγονός ότι δεν έσπευσε από την αρχή, όπως η πρόθυμη Ελλάδα να συνδράμει με τα ραντάρ των πλοίων της–που υποτίθεται ότι θα ‘υπερασπίζονταν’ την Κύπρο–την αεράμυνα και τις επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο, τίθεται σε ευθεία αμφισβήτηση.
Ποια είναι η πραγματική αιτία της απαγόρευσης στον Πιτσαμπάλα
Η απαγορευθείσα λειτουργία την Καθολική Κυριακή των Βαΐων δεν ήταν η κανονική πομπή που συνήθως γίνεται στην παλαιά πόλη της Ιερουσαλήμ -και ταυτόχρονα το ίδιο πρωί και στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου. Η «παράλογη» αστυνομική απαγόρευση, όπως τη χαρακτήρισε το Λατινικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων σε δημόσια διαμαρτυρία του που παραβαίνει τον προσήκοντα «σεβασμό του Status Quo» έχει ακριβώς τούτη την έννοια. Να θέσει σε δοκιμασία πάλι αυτό το «Status Quo» -δηλ. την κεκτημένη ελευθερία στη λατρείας για όλους Εβραίους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους- και ταυτόχρονα αυτοδιαχείριση των αντίστοιχων θρησκευτικών τόπων εντός και στα όρια της Παλιάς Πόλης. Όπως είχε γίνει και τον Ιούνιο του 1967, όταν ο Ισραηλινός στρατηγός Μοσέ Νταγιάν εισήλασε από την Πύλη της Γιάφα, καταλαμβάνοντας το ιορδανικό τμήμα της Ιερουσαλήμ.
Τούτη η ελευθερία μέσα στις επόμενες δεκαετίες όλο και συρρικνωνόταν: από την απαγόρευση προσευχής τις Παρασκευές στην Πλατεία των Τεμενών για τους νεαρούς Μουσουλμάνους άνδρες, «για λόγους ασφαλείας και προς αποφυγή αντι-ισραηλινών διαδηλώσεων». Η ισραηλινή αστυνομία σταδιακά απέκλειε τους από 25 ετών και κάτω, μετά τους από 30, ύστερα από 40 και 45 ετών και κάτω και πλέον η αστυνομία είναι μονίμως πάνω στην πλατεία. Παράλληλα επετράπη η είσοδος σε ολοένα και πιο πολυάριθμες και επιθετικές ομάδες Εβραίων εποίκων, αφαιρώντας κάθε δικαίωμα απαγόρευσης από το Waqf, το μουσουλμανικό συμβούλιο που θα έπρεπε, βάσει του Status Quo, να επιβλέπει την Πλατεία των Τεμενών. Επικεφαλής των εποίκων ήταν για πολύ καιρό ένας νεαρός τότε δικηγόρος, ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, ο οποίος στην τελευταία κυβέρνηση Νετανιάχου έγινε υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας και είναι ο πολιτικός υπεύθυνος της ισραηλινής αστυνομίας, η εξουσία της οποίας στην Παλαιά Πόλη -όπου κατοικούν ακόμη μέλη όλων των κοινοτήτων έχει ενισχυθεί.
Μάλιστα, πρόσφατα η αρμενική κοινότητα στην Παλαιά Πόλη έμεινε απροστάτευτη απέναντι στις επιδρομές Εβραίων εποίκων που διεκδικούσαν την αρχαία κατοχή ορισμένων κτιρίων. Αλλά και τα χριστιανικά σχολεία πλήττονται αυτές τις ημέρες από τον φονταμενταλισμό του Μπεν Γκβιρ, που απαγόρευσε την είσοδο σε δασκάλους που κατοικούσαν εκτός του Δήμου και μετακινούνταν από τη Δυτική Όχθη, εξαναγκάζοντας μαθητές κι εκπαιδευτικούς να κάνουν μία μακρά και δραματική απεργία.
Ο ισραηλινός φονταμενταλισμός εναντίον του Βατικανού
Η φονταμενταλιστική τάση, κυρίαρχη μέσα στην ισραηλινή κυβέρνηση, των Μπεν Γβιρ, Σμότριτς και Νετανιάχου, που επικαλείται βιβλικές ρήσεις για να δικαιολογήσει τη δίψα της να περάσει εν στόματι μαχαίρας τους λαούς της περιοχής, δεν συμπαθεί φωνές που τους εναντιώνονται. Όπως εκείνα που είχε προφέρει ο Πιτσαμπάλα ή ο νέος Πάπας Λέων ΙΔ’. Εκείνος που, τις προηγούμενες ημέρες, δέχθηκε στο Βατικανό σε ακρόαση τους επικεφαλής του Γιαντ Βασέμ (του Μνημείου του Ολοκαυτώματος). Εκείνον που αυτές τις μέρες δήλωσε πως ο Θεός δεν εισακούει τις προσευχές όσων κάνουν πόλεμο και έχουν χέρια που στάζουν αίμα. Το «στοπ» στον Πιτσαμπάλα συμβαδίζει με τις επαναλαμβανόμενες «εισβολές» εξτρεμιστών υπουργών στην πλατεία των Μουσουλμανικών Τεμενών στην Ιερουσαλήμ, ειδικά μετά τις 7 Οκτωβρίου.
Βέβαια με το Λατινικό Πατριαρχείο και τη Φραγκισκανική Κουστωδία της Αγίας Γης (της οποίας ο Πιτσαμπάλα ηγήθηκε από το 2004 έως το 2016), το Ισραήλ διατηρούσε πάντα περίπλοκες σχέσεις. Ιδίως μετά την πλήρη κατάληψη της Ιερουσαλήμ στον πόλεμο του 1967. Η μεγαλύτερη ένταση χρονολογείται από το 2002, κατά τη διάρκεια της «δεύτερης Ιντιφάντα» στα παλαιστινιακά εδάφη -όταν πρωθυπουργός του Ισραήλ ήταν ο ακροδεξιός Αριέλ Σαρόν κι ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου ήταν μεν βουλευτής του Λικούντ, αλλά είχε διατελέσει ήδη πρωθυπουργός από το 1996 έως το 1999. Τα τανκς του ισραηλινού στρατού (IDF) πολιορκούσαν για 40 ημέρες τη Βασιλική της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, όπου είχαν βρει καταφύγιο περίπου δέκα Παλαιστίνιοι μαχητές. Η Αγία Έδρα τους υπερασπίστηκε μέχρι που απομακρύνθηκαν χάρις σε μια συμφωνία.
Η ουσιαστική κατρακύλα του Ισραήλ στον θρησκόληπτο φονταμεντολισμό ξεκινά το 2009 μετά την κατακλυσμιαία επάνοδο του Νετανιάχου στην εξουσία και την όλο και μεγαλύτερη κυβερνητική του συνεργασία με τα υπερορθόδοξα κόμματα. Η αύξουσα επεκτατική πολιτική του, με τον πολλαπλασιασμό του εποικισμού στη Δυτική Όχθη και την ακραία καταστολή, που επιτρέπει στους φονταμενταλιστές να αυθαιρετούν και να εφαρμόζουν τακτικές παρόμοιες με την ισλαμιστική μισαλλοδοξία και τρομοκρατία. Σε βαθμό που η «ιδεολόγος» των εποίκων δηλώνει πως «θα κατοικήσουμε έως και τη Γάζα».
Το Ισραήλ του Νετανιάχου (και τούτο το περιγράφει καθαρά όχι κανένας άλλος, αλλά ο έγκριτος Ισραηλινός οικονομολόγος Εράν Γιασίβ -τον οποίο κανείς βεβαίως δεν μπορεί να ψέξει κανείς για προκαταλήψεις κατά της Ιερουσαλήμ ή για εύνοια προς την Τεχεράνη- σε άρθρο του για τα «δύο Ισραήλ» στο περιοδικό Foreign Affairs, αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο στον ίδιο τον εχθρό κατά του οποίου ο ακροδεξιός ηγέτης έχει ξεκινήσει την τελική αναμέτρηση.
ΠΗΓΗ: Κοσμοδρόμιο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου