Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

200 χρόνια. Κάλβος - Σολωμός: Οι Διδάχοι

Γράφει ο ΤΖΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΕΛΛΗΣ

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι του βιβλίου.

Με πολύ μεγάλη χαρά αποδέχτηκα την εξόχως τιμητική πρόσκληση του κ. Στρατή Αθανάση να παρουσιάσω το νέο βιβλίο του (το τρίτο που επιδαψιλεύει στα ελληνικά γράμματα), και το οποίο επιγράφεται: 200 χρόνια. Κάλβος - Σολωμός: Οι Διδάχοι. Ο επικαιρικός χαρακτήρας αυτής της νέας συγγραφικής του κατάθεσης κάθε άλλο παρά τυχαίος μπορεί να θεωρηθεί. Ο εορτασμός των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 εύλογα σηματοδοτεί πλήθος δράσεων, εκδηλώσεων και εκδόσεων. Από τις τελευταίες δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και ο συγγραφέας του βιβλίου που σήμερα συστήνεται επίσημα στο Λεσβιακό -και όχι μόνο- αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος απλός· σχεδόν αυτονόητος θα έλεγα. Ένας άνθρωπος που με τόση συνέπεια και σταθερότητα διακόνησε το εκπαιδευτικό λειτούργημα, από κάθε μετερίζι του -βραβευμένος μάλιστα για την προφορά του σε αυτό από το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα της χώρας, την Ακαδημία Αθηνών- δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το προσκλητήριο των πνευματικών ανθρώπων που σηματοδοτεί, εντός και εκτός συνόρων, η 200ή επέτειος της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας.
Κι αν ίσως η υγειονομική συγκυρία δεν έχει επιτρέψει τη διοργάνωση ανοικτών, και πολυπληθών τιμητικών εκδηλώσεων, πάντα με την προσήκουσα σεμνή μεγαλοπρέπεια που επιβάλλει το μέγεθος του ιστορικού γεγονότος, τουλάχιστον είναι παρήγορο το γεγονός ότι θα αποθησαυριστούν σπουδαίες συγγραφικές εργασίες σαν και την παρούσα. Κτήματα ες αεί, κατά τη Θουκυδίδεια επιστημονική, ιστοριογραφική σύλληψη. Επίσης, η ένταξη της σημερινής μας βιβλιοφιλικής συνάντησης στο πλαίσιο της 1ης Έκθεσης Βιβλίου του Δήμου Μυτιλήνης «Στράτης Μυριβήλης» -και μάλιστα στο άνοιγμα της αυλαίας των σχετικών βιβλιοπαρουσιάσεων- αναδεικνύει και τονίζει εμφαντικά, έτι περαιτέρω, τη σπουδαιότητα του υπό παρουσίαση έργου.
Αν θα έπρεπε να εστιάσω σε μία μόνο παράμετρο ως βασικότερου προτερήματος -ας μού επιτραπεί ο προσωποποιημένος λόγος, τα βιβλία άλλωστε έχουν ψυχή- του έργου του κ. Αθανάση, θα απαντούσα, χωρίς δεύτερη σκέψη, ότι αυτή είναι η ισορροπημένη, σχεδόν γεωμετρημένη προσέγγιση και μελέτη αυτών των δύο τεράστιων ποιητικών και εν γένει πνευματικών αναστημάτων. Τα πράγματα σε αυτές τις περιπτώσεις κάθε άλλο παρά απλά και αυτονόητα είναι, κυρίες και κύριοι. Αν ο δημιουργός δεν διαθέτει στέρεα γνωστική κατάρτιση, αλλά και κατακτημένη συγγραφική υποδομή, δεν είναι καθόλου δύσκολο να τον «καταπιεί» ένα τέτοιο εγχείρημα, οδηγώντας -στην καλύτερη των περιπτώσεων- σε μια συγκαταβατική, κυρίως για λόγους ευγένειας, αποδοχή ενός μέτριου τελικού αποτελέσματος.
Ο κ. Αθανάσης δεν ανήκει στην κατηγορία αυτή. Αναμετρήθηκε με τους δύο Επτανήσιους γίγαντες των ελληνικών γραμμάτων και τους τιθάσευσε «ανώδυνα και ειρηνικά», όπως αναφέρεται και στην εκκλησιαστική γλώσσα που τόσο καλά γνωρίζει και εμμελώς υπηρετεί. «Συνομίλησε» με σεβασμό και με τους δυο. Τους γνώρισε καλά και από κοντά, μέσα από την επίμοχθη και μεθοδική ερευνητική του μελέτη, κατορθώνοντας να τους φέρει πιο κοντά και στους αναγνώστες του βιβλίου του. Και όχι μόνο αυτό. Αξιώθηκε να μετατρέψει σε κινητήριο δύναμη γνώσης, ιστορικού αναστοχασμού και εθνικής ενατένισης και οράματος το έργο τους. Θα ακουστεί κάπως παράδοξο, αλλά θα ήθελα να το πω όπως ακριβώς το ένιωθα, τόσο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, όσο και μετά την ολοκλήρωσή του, στη φάση της στοχευμένης επαναπροσέγγισης και μελέτης συγκεκριμένων χωρίων και στοιχείων του.
Για έναν αδιευκρίνιστο -ίσως πάλι και όχι- λόγο είχα διαρκώς στο μυαλό μου τον στίχο από ένα ρεμπέτικο τραγούδι του 1934, του Γιώργου Μπάτη: Κι ο θερμαστής στο στόκολο με δυο βουνά μαλώνει… Στόκολο λέγεται το διαμέρισμα του πλοίου όπου βρίσκονται οι ατμολέβητες, το λεβητοστάσιο. Η λέξη είναι της ναυτικής ορολογίας, δάνειο από τα αγγλικά (stokehold). Εμφανίζεται σε πολλά λογοτεχνικά έργα με ναυτικό θέμα –όπως στον Καραγάτση, και βέβαια σε γνωστά ποιήματα του Καββαδία, όπως η «Εσμεράλδα»: Ο παπαγάλος σου ‘στειλε στερνή φορά το γεια σου/κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής.
Αυτά, λοιπόν, τα «βουνά» ο κ. Στρατής Αθανάσης, όχι μόνο τα ανέβηκε, δρασκελίζοντας με βήματα σταθερά, και τα κατέκτησε, αλλά και τα μετέτρεψε σε αστείρευτη και αδαπάνητη προωθητική δύναμη του βιβλίου του (όπως ο θερμαστής τους λέβητες των παλιών καραβιών), στέλνοντάς το να πλεύσει, σαν καλοχτισμένο σκαρί, με ασφάλεια και σταθερή ρότα, στην όχι πάντα γαλήνια θάλασσα των ελληνικών γραμμάτων. Χωρίς να λογαριάζει ανέμους, ρεύματα, σκοπέλους και υφάλους, ακόμη και τους κάθε λογής καραδοκούντες «σαλταδόρους - πειρατές».
Επίσης, ας μη διαφύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι οι πολυάριθμες προσεγγίσεις στη ζωή και το έργο, τόσο του Διονυσίου Σολωμού, όσο και του Ανδρέα Κάλβου, καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη κάθε νέα απόπειρα να προστεθεί κάτι καινούργιο και πρωτότυπο στο υπάρχον, ευρύτατο βιβλιογραφικό corpus. Και αυτή, όμως, η κακοτοπιά ξεπερνιέται με όπλα την ενδελεχή έρευνα και μελέτη των κειμένων, την απλότητα και τον μεστό, εναργή και δροσερό λόγο. Πάνω απ’ όλα, όμως, με τη γεμάτη σεβασμό και αλήθεια, αφτιασίδωτη φιλοπατρία, που εμφορείται από «συγκίνηση και ψυχική ανάταση» -εδώ μεταφέρω επί λέξει τα λόγια του συγγραφέα- «που νιώθει κανείς με την ανάγνωση των δημιουργημάτων των δύο αυτών πολύ σπουδαίων ποιητών, του Κάλβου και του Σολωμού».
Όλα αυτά θα είχαν πολύ μικρότερη βαρύτητα και σημασία αν στερούνταν ισορροπίας και εξαιρετικά προσεκτικής επιλογής όσων θα προκύψουν μέσα από την κρησάρα του συγγραφέα αποκτώντας, τελικά, έντυπη ζωή. Μια αρχιτεκτονική επινόηση που οφείλει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να είναι αντίστοιχη με αυτήν της συγγραφικής τεχνικής των δύο Διδάχων.
Φυσικά, ο κ. Αθανάσης δεν επιχειρεί να φιλοτεχνήσει μια «αγιογραφία» των υπό εξέταση ποιητών. Άλλωστε, κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν και τελικά θα υπονόμευε την επιστημονική πληρότητα και επάρκεια του πονήματός του. Στον αντίποδα, με χειρουργική ακρίβεια και αδιαπραγμάτευτη δικαιοσύνη, χωρίς συμψηφισμούς, με όπλο τη βαθιά ιστορική γνώση και την αξιοποίηση της σχέσης αιτίου και αιτιατού, ερμηνεύει πτυχές τόσο του Καλβικού, όσο και του Σολωμικού έργου, με τις τόσες θεμελιώδεις διαφορές, αλλά και με το αδιαπραγμάτευτα πνευματικά υψηλό τελικό αποτέλεσμα. Ένα απλό και πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα εντοπίζουμε στη σελ. 32., αναφορικά με τον τρόπο που επεξεργάζονταν και έδιναν την τελική μορφή στο ποιητικό τους υλικό οι δύο Επτανήσιοι δημιουργοί: «Ο Κάλβος, είναι περισσότερο παθιασμένος για την ελευθερία, από τον Σολωμό. Διακατέχεται από έναν χείμαρρο ενθουσιασμού και για αυτό η ποίησή του είναι ορμητική και συναρπαστική. Γι’ αυτό ίσως και η ποίησή του να έχει και μερικές ανισότητες. Δίπλα σε αριστουργηματικούς στίχους βρίσκουμε και μερικούς, οι οποίοι δεν είναι αντάξιοι του ποιητικού μεγέθους του. Αυτό όμως φαίνεται ότι δεν τον ενδιέφερε. Κι ενώ ο Σολωμός, όπως ξέρουμε επεξεργαζόταν στους στίχους του (βλέπε τα σχεδιάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων), ο Κάλβος βιαζόταν να παραδώσει τις ωδές του γιατί έτσι ένιωθε».
Ο Στρατής Αθανάσης δεν αφήνει να διαφανεί, ούτε κατ’ ελάχιστον, η προσωπική προτίμηση –απολύτως κατανοητή και ανθρώπινη. Αν δεν είχε υπάρξει, μάλιστα, η συγκεκριμένη αναφορά σε κατ’ ιδίαν συζήτηση, θα ήταν αδύνατο να το αντιληφθώ, όπως άλλωστε ακόμη και ο πιο σχολαστικός και εμβριθής αναγνώστης να υποπτευθεί με ποιον από τους δύο βρίσκεται πιο κοντά σε επίπεδο ιδεών, αλλά και ποιητικής γραφής και τεχνικής. Κι αυτή είναι μια μείζονος σημασίας επιτυχημένη πτυχή της μεθοδολογίας που αξιοποιήθηκε, αλλά και του τελικού αποτελέσματος που προέκυψε.
Η επιλογή να μην παρουσιαστούν τόσο το Καλβικό όσο και το Σολωμικό έργο με την ευκολία της γραμματολογικής ή της ευθύγραμμης χρονικής τους σειράς πιστώνεται στη συνολική ποιότητα του πονήματος. Σε ό,τι αφορά τον Κάλβο, για παράδειγμα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η πρόκριση της θεματικής-ιδεολογικής ομαδοποίησης των Ωδών (πατρίδα, θάλασσα, αγώνας και θυσία για την ελευθερία), αντλημένων κατά περίπτωση από τη Λύρα και τα Λυρικά. Στον Σολωμό, αντίστοιχα, αναδεικνύονται μαεστρικά ο ανεξάντλητος πόθος για ελευθερία και τη γλώσσα (μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;), αλλά και η μεγαλοσύνη της ημιτελούς τελειότητας των εκτεταμένων ποιητικών του συνθέσεων (Ο Σολωμός τα έργα του τα έγραφε, αλλά ποτέ του δεν τα έγραψε, όπως επισημαίνει και ο Κώστας Βάρναλης).
Μια ακόμη αξιοσημείωτη, θετική πτυχή του βιβλίου, που δεν μπορεί να ξεφύγει από την πρώτη κιόλας επαφή ενός προσεκτικού αναγνώστη μαζί του, είναι ο εκπαιδευτικά χρηστικός και διδακτικός του χαρακτήρας. Θα ήταν εξόχως βοηθητικό αν το πόνημα του κ. Αθανάση συνόδευε τα σχολικά εγχειρίδια διδασκαλίας της λογοτεχνίας, ειδικά ενόψει της θρυλούμενης και πολλά υποσχόμενης εισαγωγής και εφαρμογής του πολλαπλού βιβλίου στο ελληνικό σχολειό, έστω και με διαφορά φάσης, όπως πολλές ακόμη τεχνικές και μέθοδοι. Η ερμηνευτική προσέγγιση και ο σχολιασμός των αποσπασμάτων από τα έργα των κορυφαίων Επτανησίων λογοτεχνών που επιχειρείται μπορεί να ενσωματωθεί και να λειτουργήσει στη διδακτική πράξη ως μια επιστημονικά τεκμηριωμένη, αλλά και με ενάργεια διατυπωμένη θεώρηση. Κι όλα αυτά ως καρπός συστηματικής δουλειάς ενός ανθρώπου, που με δεδομένη τη μακρά εμπειρία τάξης και συμβουλευτικής ξέρει τι και πώς πρέπει να πει. Πώς να απευθυνθεί σε δασκάλους και μαθητές και πώς να προσφέρει απλόχερα και στους δύο σημαντικό και πρωτότυπο υλικό, απαραίτητο για τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού και χρονικά ελεγχόμενου σχεδίου μαθήματος.
Η προσεκτικά δομημένη σύνθεση του ερμηνευτικού σχολιασμού των αποσπασμάτων που επιλέγονται από τον συγγραφέα επιτρέπουν στον αναγνώστη να παρακολουθήσει με ευκολία την ιστορική τους ένταξη και σύνδεση με συγκεκριμένα γεγονότα. Παράλληλα, αναδεικνύεται το ιδεολογικό υπόβαθρο του καθενός. Γεγονός κάθε άλλο παρά τυχαίο, αφού απορρέει από την πλατιά γνώση και αξιοποίηση της σχετικής βιβλιογραφίας, σε συνδυασμό με την εύστοχη και ακριβή προσωπική οπτική.
Οι παράμετροι αυτές γίνονται ακόμη πιο σημαντικές -απαραίτητες θα έλεγα- ειδικά σε μια ανησυχητικά παρατεταμένη χρονική περίοδο απαξίωσης των ανθρωπιστικών μαθημάτων, εξοβελισμού και ποιοτικής υποβάθμισης του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας απ’ το ελληνικό σχολειό, σε όλες τις βαθμίδες του. Παρά τις μεγαλόστομες υπουργικές εξαγγελίες περί καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας και της κριτικής σκέψης, η διδασκαλία της νεοελληνικής γραμματείας ασφυκτιά καταδικασμένη, αρχικά στην επιφανειακότητα του Δημοτικού και του Γυμνασίου και στη συνέχεια εγκλωβισμένη στον βαθμοθηρικό και εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Ειδικά στην περίπτωση του Κάλβου (ο Σολωμός κάπως… «διασώζεται» ως εθνικός ποιητής), η άγνοια της συντριπτικής πλειονότητας των μαθητών είναι, δυστυχώς, πολύ μεγάλη. Σε τέτοιο βαθμό που -αν δεν τον αγνοούν παντελώς- να αδυνατούν να τον κατατάξουν χρονολογικά και κατ’ επέκταση να τον συνδέσουν με τα ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης, αλλά και την απόλυτη στράτευσή του στον αγώνα της Ελευθερίας. Συνεπώς, μια πρώτη αδρομερής, αλλά και λεπτομερέστερη -σε δεύτερο επίπεδο- επαφή με το έργο του μπορεί άνετα να υλοποιηθεί μέσα από το εν λόγω βιβλίο, με το συγκριτικό πλεονέκτημα της αποδέσμευσης από τα τυποποιημένα και συνήθως δύσπεπτα και απεραντολογούντα βοηθήματα.
Στο ίδιο μήκος κύματος και τα εξαιρετικά βιοεργογραφικά σημειώματα. Παρατίθενται, εμπλουτισμένα με πολύ προσεκτικά επιλεγμένες σχετικές κειμενικές αναφορές, συνιστώντας μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για κάθε ενδιαφερόμενο να γνωριστεί με τη ζωή και το έργο των δύο τόσο διαφορετικών, αλλά και τόσο σπουδαίων εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής. Ειδικά σε επίπεδο διδακτικής πράξης, ο ευσύνοπτος και ουσιαστικός χαρακτήρας τους κάλλιστα μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή βάση για περαιτέρω αναλυτική προσέγγιση και ερμηνευτικό σχολιασμό, ανάλογα πάντα με τον διαθέσιμο χρόνο και το επίπεδο της τάξης. Μάλιστα, σε ουκ ολίγα σημεία η ανάγνωση του βιβλίου αποκτά χαρακτηριστικά σφιχτοδεμένης μυθιστορηματικής αφήγησης, με ισχυρή ποιητική επιφάνεια και εύκολα ανιχνεύσιμο ιστορικό υπόβαθρο. Και μήπως δεν ήταν μυθιστορηματική η ζωή των δύο ποιητών, αν αναλογιστούμε τον χωροχρόνο μέσα στον οποίο έζησαν και δημιούργησαν;
Σε άλλες, εκπαιδευτικά πιο προηγμένες χώρες βιβλία σαν κι αυτό για το οποίο μιλάμε σήμερα θα είχαν περίοπτη θέση σε καλά οργανωμένες και λειτουργικά συνδεδεμένες με το καθημερινό μάθημα βιβλιοθήκες· παραδοσιακές και ψηφιακές. Στη χώρα μας δυστυχώς εξακολουθούμε να συζητάμε για τα αυτονόητα… Ας ελπίσουμε ότι τουλάχιστον η τοπική αυτοδιοίκηση του νησιού μας θα αναλάβει να χορηγήσει επαρκή αριθμό αντιτύπων του συγκεκριμένου βιβλίου σε όλα τα σχολειά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργούν εντός των ορίων του.
Στο σημείο αυτό, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, και φτάνοντας στην ολοκλήρωση της τοποθέτησής μου, θα ήθελα να μού επιτρέψετε μια προσωπική κατάθεση που σχετίζεται με την επισήμανση που μόλις διατύπωσα. Όταν μού ζητείται κάποια βιβλιοπαρουσίαση, συνηθίζω να μη διαβάζω -αρχικά- τα προλογικά και εισαγωγικά σημειώματα, ούτε ακόμη και τα σύντομα ενημερωτικά κείμενα των οπισθόφυλλων. Ο λόγος προφανής. Να μελετήσω προσεκτικά το κεντρικό κειμενικό σώμα και -όσο το δυνατόν πιο ανεπηρέαστος- να διαμορφώσω προσωπική άποψη για το περιεχόμενό του, καθώς και για άλλα επιμέρους γλωσσικά, δομικά, τεχνικά, ακόμη και αισθητικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε βιβλίου.
Στην περίπτωση μας, όταν ήρθε η στιγμή να διαβάσω τον πρόλογο, στάθηκα στις τελευταίες σειρές του και στην απολύτως εύλογη επιθυμία-προσδοκία του συγγραφέα: «Θα ήταν χαρά μου, αν έβρισκε το βιβλίο περισσότερη ανταπόκριση στους μαθητές των σχολείων μας» ένιωσα απόλυτη ταύτιση με την άποψη αυτή. Με μία μικρή προσθήκη -ας μού επιτραπεί- αγαπητέ κ. Αθανάση, εκλεκτέ φίλε Στρατή, αντί οποιουδήποτε άλλου επιλόγου: Περισσότερη ανταπόκριση και στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων…
Με την προσδοκία να μην αργήσει η στιγμή που θα παρουσιάσουμε την επόμενη δουλειά σου εύχομαι από καρδιάς Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο σου!
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας!

1 σχόλιο:

  1. Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του ΣΤΡΑΤΗ Ν. ΑΘΑΝΑΣΗ. (2021). 200 χρόνια: Κάλβος και Σολωμός. Οι Διδάχοι. Μυτιλήνη• αύλειος χώρος Δημοτικού Θεάτρου Μυτιλήνης, στο πλαίσιο της 1ης Έκθεσης Βιβλίου του Δήμου Μυτιλήνης «Στράτης Μυριβήλης», (18 Αυγούστου 2021).
    Ο Τζάνος Στεφανέλλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Μυτιλήνη απ’ όπου έλκει την καταγωγή του. Σπούδασε Ιστορία & Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δημοσιογραφία, επίσης στο ΕΚΠΑ, και στο Κέντρο Αθλητικού Ρεπορτάζ. Εργάστηκε ως αθλητικός και πολιτιστικός συντάκτης σε έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης της Αθήνας (εφημερίδα «Έθνος», Ρ/Σ Sport FM, Πειραιάς Κανάλι 1 κ.ά.). Για περισσότερα από δέκα χρόνια διετέλεσε αρχισυντάκτης και αρθρογράφος της εφημερίδας «ΒΗΜΑ της Γέρας», ενώ παραμένει αρθρογράφος στην εφημερίδα «ΓΕΡΑ». Το 2004 εξέδωσε βοήθημα για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, (εκδόσεις Πατάκης), ενώ έχει συμμετάσχει στην επιμέλεια βιβλίων κι θεματικών ημερολογίων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή