«Οι 10 καμπάνες των Ιβήρων.
Η Προρταΐτισσα.
Θάμα!
Μάτια, χείλος.
Όλο το πέλαος.
Το στέμμα.
Η χρυσή της
ντυμασιά.
Αρματωσιά χρυσή».
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. (1988). Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο. Εισαγωγή – Φιλολογική Επιμέλεια Ιωάννα Κωνσταντουλάκη - Χάντζου. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, σ. 101.
«[…] Τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη βαθιά και πονεμένη έκφραση των ματιών της “Πορταΐτισσας”, ή την τρυφερότητα και τη θεϊκή αγνότητα της “Γλυκοφιλούσας” στη Μονή Φιλόθεου.
[…] Η “Πορταΐτισσα” ρίχτηκε στη θάλασσα από τους εικονοκλάστες του Βυζαντίου και ευτυχώς ταξίδεψε μέχρι τις ακτές του Αγίου Όρους. Εκεί αναδύθηκε από την παλίρροια. Την περισυνέλλεξαν ευλαβείς μοναχοί, που την οραματίστηκαν στον ύπνο τους.
» Ο πάτερ Ευμένιος είναι εδώ και πενήντα χρόνια στην υπηρεσία της “Πορταΐτισσας”. Πάντα έχει μαζί του το κλειδί από το μικρό παρεκκλήσι, αριστερά της μεγάλης εισόδου του Μοναστηριού των Ιβήρων, όπου με ευλάβεια και αφοσίωση φυλάσσεται το θαυματουργό εικόνισμα. Ο πάτερ Ευμένιος δεν επιτρέπει σε κανένα να ανάβει τα κεριά στο παρεκκλήσι, να βάλει λάδι στα καντήλια του, να σκουπίσει το υγρό πλακόστρωτο, ή να στολίσει με γιρλάντες λουλουδιών και δάφνης τη μικρή σκαλιστή πόρτα τις γιορτινές μέρες.
» Ο πάτερ Ευμένιος φροντίζει για όλα, υποχρεώνοντας το εξασθενημένο και ασταθές σώμα του να υποταχθεί στη θεία δύναμη της ψυχής του.
» Κοιτάζει την Παναγιά του με ύφος υποταγής, γλυκύτητας και μυστικισμού. Μένει ολόκληρες ώρες γονατιστός μπροστά στην Παναγιά του, κουβεντιάζοντας μαζί της με οικειότητα και εμπιστοσύνη. Το πρόσωπό του λάμπει και συχνά παρακολουθώ στη μεγάλη αυλή τον πάτερ Ευμένιος να βαδίζει σαν υπνωτισμένος και απορροφημένος, παραπατώντας κάτω από τα περιπαιχτικά βλέμματα των άλλων μοναχών, που δεν γεύτηκαν ποτέ την ανισόρροπη αυτή ανωτερότητα».
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2001). Σκίτσα από το Άγιον Όρος. Ηράκλειο: Μουσείο Ν. Καζαντζάκη, σσ. 28-28, 30-31.
«Γλυκοφιλούσα = ποτέ δεν θα ξεχάσω τη βαθύτ[ατη] θλίψη, όπως ακουμπά στο μάγουλο του Χρι[στού], το μακρουλό τετράγ[ωνο] πιγούνι, το λεπτό κιτρινισμ[ένο] μάγουλο, τα ωραία μάτια και το γλυκό δαχτυλιδ[ένιο] στόμα. Θαύμα πίστης και απλότητας»[*].
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. (2020). Άγιον Όρος. Νβρης-Δβρης 1914. Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σχόλια Χριστίνα Ντουνιά – Παρασκευή Βασιλειάδη. Ηράκλειο: Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, σ. 42.
Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, στο Αγιορείτικό Ημερολόγιο ο Σικελιανός, γράφει: «[…] Η θειότητα της / Γλυκοφιλούσας / Μονή Φιλοθέου» (σ. 177) και «Τα τρία ως τώρα θάματα / που είδαμε: / Πορταΐτισσα, / Δεδεκαετής Ιησούς, / Γλυκοφιλούσα» (σ. 180)· [η υποσημείωση δική μου].
[*] Κατά την παράδοση, μία από τις εικόνες που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πρόκειται για μια αμφιπρόσωπη εικόνα λιτανείας που βρίσκεται στη Μονή Φιλοθέου. Στην κύρια όψη εικονίζεται η Θεοτόκος να φυλά το μικρό Χριστό, ενώ στη δευτερεύουσα ιστορείται η Σταύρωση. Ο Πρεβελάκης παρατηρεί πως και ο Σικελιανός συγκινείται από την ίδια αγιογραφία «κοινή είναι η συγκίνησή τους από την "Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα"· οι δύο φίλοι την υμνούν σα δεξιός και αριστερός ψάλτης». Παντελής Πρεβελάκης, Άγγελος Σικελιανός: Τρία κεφάλαια βιογραφίας κ’ ένας πρόλογος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984, σ. 113.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου