Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Στρίβειν δια του αρραβώνος; Η Ιεραποστολή, τα Θρησκευτικά και το σύστημα

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


Στις μέρες μας (εδώ και 10-15 χρόνια) εκδηλώνεται στη χώρα μας μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Ιεραποστολή. Την αναζωπύρωση αυτή εντούτοις χρειάζεται να την ακτινογραφήσουμε, διότι σε αυτήν εγγράφονται τάσεις και αντιφάσεις που χρειάζεται να τις λογαριάσουμε.
Από τη μια είναι υπέροχο το ότι αυξήθηκαν στον θεολογικό χώρο πυρήνες και άνθρωποι οι οποίοι κοπιάζουν για το αντικείμενο της Ιεραποστολής, για την έρευνα και για την διδασκαλία του (κάμποσοι από τους ανθρώπους αυτούς βρίσκονται εδώ σήμερα, και αυτό είναι χαρά μεγάλη).
Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες. Αυτού του είδους η αναζωπύρωση τρέφεται από τα ξυλοκέρατα θριαμβολογικών αφηγήσεων, από έκσταση για εξάπλωση του βυζαντινισμού και συχνά… από καπατσοσύνη για χρηματικές ροές. Και πώς δένουν όλα αυτά; Με ομερτά απέναντι σε ανοιχτά θεολογικά ερωτήματα και σε χρόνια ζητήματα. Πώς λέμε, στρίβειν δια του αρραβώνος…;
Θα αναφέρω ενδεικτικά τέσσερα πεδία όπου χρειαζόμαστε μελέτες και κόπους. Τα πεδία αυτά αφορούν την συνάντησή μας με ολότελα άλλους πολιτισμούς, αλλά (τηρουμένων των αναλογιών) αφορούν και την συνάντηση του θεολόγου με τους εφήβους στην ελλαδική πραγματικότητα, όπου πλέον οι νεότερες γενιές βιώνουν εν πολλοίς διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα από προηγούμενες γενιές και από όσα έχουν αποκρυσταλλωθεί ως μορφές στην εκκλησιαστική γλώσσα και τις δομές. Χρειαζόμαστε λοιπόν μελέτες και κόπους:
  • για την λειτουργική ζωή των νεόφυτων, συνυφασμένη με τα πολιτισμικά και γεωγραφικά τους δεδομένα,
  • για το μπόλιασμα της εκκλησιαστικής τέχνης με την προίκα των άλλων πολιτισμών,
  • για την διατύπωση της παραδεδομένης πίστης (του δόγματος) και με τα εννοιολογικά εργαλεία άλλων πολιτισμών, οι οποίοι δεν σκέφτονται με οντολογικές έννοιες («ουσία», «υπόσταση», «πρόσωπο», όπως εμείς – και γενικά όπως η δυτική σκέψη και το Ισλάμ), αλλά σκέφτονται με εικόνες και παραστάσεις. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον πελώριο κινέζικο πολιτισμό.
  • για το τι κομίζει όχι μόνο ο ιεραπόστολος στον άλλον λαό, αλλά και αυτός ο άλλος λαός στην οικουμενική Εκκλησία. Πώς δηλαδή αυτός που δέχεται τον ευαγγελισμό δεν είναι άδειο δοχείο για γέμισμα, αλλά ήδη διαθέτει δικό του πλούτο, ο οποίος θα εμπλουτίσει και μας, αν υποψιαστούμε ότι οι ιθαγενείς δεν έχουν μόνο αυτιά, αλλά έχουν και στόμα… Εννοώ στόμα για να μιλάνε, κι όχι μονάχα για να πιπιλάνε φιλάνθρωπες καραμέλες.
Γνωρίζω ότι το καθένα από αυτά απαιτεί ιδιαίτερη συζήτηση, και μακάρι να το μπορέσουμε. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο να τα έχουμε προ οφθαλμών – ώστε μη στρίβειν δια του αρραβώνος…
Σχηματικά μιλώντας, θα έλεγα ότι τρεις είναι οι θέσεις για το τι εστί και (συνακόλουθα) τι ρόλο έχει η Ιεραποστολή. Και τις τρεις θέσεις τις συναντάμε αδιάκοπα, και στον θεολογικό χώρο, και στην ευρεία κοινωνία και, φυσικά, στον χώρο του σχολείου.
Άποψη πρώτη: Η Ιεραποστολή είναι πράγμα κακό, διότι είτε με το στανιό είτε με χαϊδολόγημα αποτελεί πολιτισμικό ιμπεριαλισμό και αλλοιώνει την ταυτότητα του άλλου. Συνεπώς, η Ιεραποστολή απορρίπτεται συλλήβδην. Η άποψη αυτή υπάρχει σε μη-χριστιανικούς κύκλους, όμως υπάρχει και παραϋπάρχει και σε χριστιανικούς. Καλώς δονείται από αγανάκτηση κατά της αποικιοκρατίας, ωστόσο μένει απελπιστικά ακατέργαστη, και ως εκ τούτου είναι σαρωτική. Και σχετίζεται με το διαβόητο αίσθημα ενοχής (the guilt feeling) του δυτικού ανθρώπου για την αποικιοκρατική Ιεραποστολή των νεώτερων χρόνων. Αυτό το αίσθημα ενοχής έχει οδηγήσει σε κάτι πολύ θετικό και σε κάτι πολύ αρνητικό:
Το θετικό είναι ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτάχυνε στην δυτική χριστιανοσύνη την σπουδαία, αξιοθαύμαστη αυτοκριτική και τον ριζικό αναστοχασμό της Ιεραποστολής, με την ανάπτυξη πάρα πολύ σημαντικής σκέψης – για την οποία βέβαια, στην πλειονότητά του, ο καθ’ ημάς εκκλησιαστικός και ακαδημαϊκός ναρκισσισμός έχει μαύρα μεσάνυχτα.
Το αρνητικό είναι ότι με την ουσιοκρατική απόρριψη κάθε έννοιας Ιεραποστολής, κάποιοι χριστιανοί δημιουργούν την χίμαιρα ενός χριστιανισμού ο οποίος στην πραγματικότητα τίποτα δικό του δεν έχει να κομίσει, και δεν αντέχει το φορτίο της ίδιας του της πίστης.
Η άποψη που αφθονεί στον θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο λέει ότι η Εκκλησία έχει Ιεραποστολή, η οποία Ιεραποστολή είναι γέννημα, προϊόν του εαυτού της Εκκλησίας. Δηλαδή (στην οπτική αυτή) πρώτα υπάρχει ο εαυτός της Εκκλησίας, και κατόπιν αυτός παράγει διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την Ιεραποστολή. Αυτή η (θετική, ας πούμε) προσέγγιση έχει, κατά τη γνώμη μου, το εξής πρόβλημα: Δεν θεωρεί την Ιεραποστολή δομικό, συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, αλλά κάτι παρεπόμενο του εκκλησιαστικού εαυτού. Όμως κάτι παρεπόμενο, καλό είναι αν υπάρχει, αλλά δεν έσταξε και η ουρά του γαϊδάρου αν δεν υπάρχει.
Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» Ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός Ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή Ιεραποστολής. Η ίδια η Ευχαριστία πηγάζει από ιεραποστολικό γεγονός, δηλαδή από την πρωτοβουλία του Θεού και την ανταπόκριση του ανθρώπου, δηλαδή από την μεταξύ τους σύναψη Διαθήκης. Και γι’ αυτό στη θεία Λειτουργία η ομολογία της πίστης προηγείται της τέλεσης της Ευχαριστίας.
Όντας λοιπόν δομικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, τι είναι η Ιεραποστολή;
Είναι η κίνηση για συνάντηση του Ευαγγελίου με τον άλλον, με κάθε τρόπο (και με λόγο και με πράξη, ακόμα και με σιωπή), παντού και πάντα. Είναι η μαρτυρία η οποία συνιστά διάσχιση συνόρων (συνόρων υπό οιαδήποτε έννοια). Οτιδήποτε στην εκκλησιαστική ζωή δεν είναι διάσχιση συνόρων, δεν είναι Ιεραποστολή. Προς τούτο δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε απλώς τους δογματικούς ορισμούς της Εκκλησίας ή να τελούμε απλώς τα της θείας λατρείας. Χρειαζόμαστε τον ιεραποστολικό στοχασμό, δηλαδή χρειαζόμαστε εκείνη την θεολογική δουλειά, η οποία αφορά ειδικά την έξοδο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα τη συνάντηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κάθε ανθρώπινης συνάφειας. Χωρίς την ιδιαίτερη, Ιεραποστολική θεολόγηση, θα έχουμε την αυτοαναίρεση μιας Εκκλησίας η οποία θα μιλά με δογματική ακρίβεια για την Πεντηκοστή, και θα τελεί με ακρίβεια την συγκλονιστική Ακολουθία της Πεντηκοστής, αλλά δεν θα είναι γεγονός Πεντηκοστής. Θα είναι μια Εκκλησία που την Μεγάλη Είσοδο την έχει μόνο ως τελετουργία, και δεν την πράττει – δεν την ζει στη ζωή. Θυμίζω ότι Μεγάλη Είσοδος είναι η πράξη της εισόδευσης του κόσμου στην Εκκλησία, πράξη που εμπεριέχει την έξοδο στα χωράφια του κόσμου, την πρόσληψή του και κατόπιν την εισόδευσή του στην Λειτουργία ως άρτου και οίνου, για να διαχυθεί κατόπιν στον κόσμο ως νέα πρόταση ζωής.
Την αποστολή της η Εκκλησία την επιτελεί τόσο με ρηματική μαρτυρία, όσο και μεταφέροντας / διαχέοντας την αγάπη του Τριαδικού Θεού και έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις της κοινωνικής αδικίας, της υποτέλειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι ρήξη χάριν των εικόνων του Χριστού, δηλαδή χάριν όλων απολύτως των ανθρώπων, και όχι συντεχνιακή δράση μόνο για τα μέλη της ή marketing για καμάκωμα νέων μελών. Η ρήξη με την κοινωνική αδικία είναι «σημείον» της Βασιλείας: φέρνει το φως των εσχάτων στο σήμερα και μαρτυρά τι λογής είναι η μέλλουσα Βασιλεία της αγάπης του Τριαδικού Θεού.
Είπα ότι Ιεραποστολή είναι η διάσχιση συνόρων. Αυτό σημαίνει, το Ευαγγέλιο να συναντά τον άνθρωπο μέσα στη συγκεκριμένη χρονική, πολιτισμική, κοινωνική και τοπική συνάφειά του. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου συνάφειες. Όχι μόνο πολιτισμούς υπό την γενική και αφηρημένη εννόησή τους (π.χ., γαλλικός πολιτισμός, νιγηριανός πολιτισμός, κορεάτικος πολιτισμός), σαν οι πολιτισμοί να είναι στατικές ουσίες. Κάθε πολιτισμός αναπλάθεται μέσα στον χρόνο, ζει διαδικασίες ανταλλαγών με άλλους πολιτισμούς και κανένας δεν είναι συμπαγής. Όλοι συντίθενται από υπο-πολιτισμούς, από ελίτ και από ευάλωτους, από δυνάμεις της ζωής και από δυνάμεις του θανάτου και του άδικου. Επιπλέον ζούμε την εμφάνιση νέων, υβριδικών πολιτισμικών μορφών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δηλαδή και μέσα στον πολιτισμό της καθημερινότητάς μας – τον σύγχρονο δυτικό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι, πώς τα ζωηφόρα δεδομένα κάθε συνάφειας θα γίνουν αποκαλυπτικό υλικό, δηλαδή νέα σάρκα του Χριστού.
Και προσοχή: Ιεραποστολή δεν είναι «η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού» – τελεία. Είναι η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού με τον τρόπο του Χριστού. Δηλαδή με την κένωση. Κήρυξη του ευαγγελίου χωρίς τον τρόπο του Χριστού γίνεται κήρυγμα αντί-χριστου. Αν μία Καινή Διαθήκη την χειριστούμε όπως ένα τούβλο, τότε ανοίγουμε κεφάλια.
Με αυτά φτάνουμε σε κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο.
Η αποστολή της Εκκλησίας καλείται να είναι συνέργεια στην Ιεραποστολή του όντως Ιεραποστόλου, του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι και η ίδια η Εκκλησία καλείται να μαθητεύει (ενεστώτας διαρκείας) στον Χριστό. Ο ζωντανός Θεός εργάζεται ακατάπαυστα για τη σωτηρία του σύμπαντος, με τρόπους φανερούς και με τρόπους αθέατους και (πολύ βασικό) με τρόπους που εκπλήσσουν. Είναι παρών και δρα πάντα και παντού: και μέσα στην Εκκλησία του, και πέρα από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας του. Τα κανονικά όρια της Εκκλησίας δεν είναι όρια του Θεού. Ο Θεός προσκαλεί και δέχεται στη Βασιλεία του (στην έσχατη προκοπή του σύμπαντος) όλους τους ανθρώπους, ακόμα και ανθρώπους που δεν θα γίνουν ποτέ –με τον τρόπο που εμείς γνωρίζουμε– μέλη της Εκκλησίας του (η περίπτωση των αβάπτιστων αγίων είναι ενδεικτική). Η Εκκλησία δηλαδή δεν εγκιβωτίζει τον Κύριό της, αλλά καλείται να είναι η διακόνισσά του και η δειγματική φανέρωση της Βασιλείας του.
Περνώ στο τελευταίο μέρος, για το πλαίσιο της διδακτικής πράξης στο εκπαιδευτικό σύστημα:
Μάθημα για την αποστολή της Εκκλησίας ή μαθήματα διαποτισμένα από την αποστολή της Εκκλησίας οφείλουν εξ αντικειμένου να παρουσιάσουν την πρόταση και πρόσκληση που κομίζει η χριστιανική πίστη. Αυτό μπορεί να ξενίζει ανθρώπους οι οποίοι ακούγοντας «πρόταση» και «πρόσκληση» καταλαβαίνουν προπαγάνδα και κατηχητικό στρατωνισμό. Χρειάζεται λοιπόν και μια έξτρα δουλειά για την νομιμοποιητική βάση αυτών των μαθημάτων σε ένα σχολείο για όλους (το οποίο σχολείο για όλους συνεχίζουμε και υπερασπιζόμαστε, ακόμα κι αν τα πράγματα δεν πάνε προς αυτή την κατεύθυνση).
Πρώτα απ’ όλα, χριστιανοί και μη-χριστιανοί να είμαστε ξεκάθαροι: Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ερμηνείας και νοηματοδότησης του ανθρωπίνου βίου (δηλαδή καμία ηθική, καμία πολιτική, καμία θρησκεία, καμία φιλοσοφία) η οποία δεν εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση – ακόμα και υπαρξιακή δόνηση από αυτή την πρόσκληση και πρόταση. Και απλό ρεπορτάζ να κάνουμε για την Αντιγόνη, αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την Αντιγόνη: πρόταση και πρόσκληση και δόνηση. Ακόμα και το ουδετερόθρησκο κράτος, επιλογή αποτελεί: εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση. Κατάφαση κάποιων αξόνων, άρνηση άλλων αξόνων.
Λέω λοιπόν το εξής: Η Ιεραποστολή εδράζεται σε μια πανίσχυρη ανθρωπολογική σπουδαιότητα, την οποία πρέπει να κατανοήσουν όλοι. Όχι όλοι να αποδεχτούν ντε και καλά την άποψη του Χριστιανισμού, αλλά όλοι να κατανοήσουν την πανανθρώπινη ανθρωπολογική βάση της: Η Ιεραποστολή συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της μεταστροφής. Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του. Με άλλα λόγια η Ιεραποστολή υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε αντικείμενα καθηλωμένα εκεί όπου η τυχαιότητα μας έριξε, αλλά είμαστε, όπως λέει ο Τέρυ Ήγκλετον, «πηλός στα ίδια μας τα χέρια».
Οπότε, αν όντως κατανοούμε τον ιεραποστολικό εαυτό του Χριστιανισμού, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε τραγικά δημοφιλείς διατυπώσεις όπως «Η Ορθόδοξη πίστη βρίσκεται στο DNA του λαού μας… Η απόδοση της θρησκευτικής ταυτότητας στο DNA (του όποιου λαού), άρα η θεώρηση της θρησκευτικής ταυτότητας ως στοιχείου ανεπίλεκτου, όπως τα βιολογικά μας δεδομένα, αποτελούν ριζική άρνηση του χριστιανικού Ευαγγελίου, το οποίο ζητά από κάθε άνθρωπο προσωπική, ελεύθερη και ολόκαρδη αποδοχή.Εν τέλει, το κάλεσμα ο άνθρωπος να εγκολπώνεται ή να απορρίπτει υπεύθυνα, αφορά ακριβώς ό,τι μισούν όλα τα συστήματα χειραγώγησης του ανθρώπου, θρησκευτικά και πολιτικά: Αφορά την κριτική ματιά «εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου».

Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομότιτλης εισήγησης του συγγραφέα (5-9-2025) στην 8η Πανελλήνια Συνάντηση του Πανελληνίου Θεολογικού Συλλόγου «Καιρός» με γενικό θέμα «H Ιεραποστολή της Εκκλησίας και η αποστολή του σχολείου σε διάλογο. Μαρτυρία χτες και σήμερα», 5-7 Σεπτεμβρίου 2025, Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλίνων, Νέο Ψυχικό, Αθήνα. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιεραποστολικής,Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας και Διαλόγου, στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών. Διευθύνει το περιοδικό «Σύναξη» και είναι μέλος της European Society for Intercultural Theology and Interreligious Studies. Διδάσκει επίσης στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Ζει στην Αθήνα με την σύζυγό του Ελένη Ταμαρέση και τον γιο τους Αλέξανδρο-Αρέθα.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Γιομόσαμε λιβελλογράφους

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Το περιστατικό με τον συνάδελφο σε Γυμνάσιο του Λαυρίου και το μάθημα των Θρησκευτικών, για ακόμα μια φορά, έφερε στην επιφάνεια καταστάσεις ανθρωποφαγίας. Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, κυρίως, αλλά οι Η/Υ και τα κινητά τηλέφωνα έχουν γεμίσει καυστικά μηνύματα και σχόλια, με θέσεις και αντιθέσεις. Πολλά απ’ αυτά, βέβαια, είναι προκλητικά, γιατί όσα με νηφαλιότητα και θεολογική – παιδαγωγική ενσυναίσθηση δημοσιεύτηκαν στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο, με ακραίο τρόπο παρερμηνεύτηκαν. Γνωστό το σκηνικό, ίδιο και απαράλλακτο εδώ και κάποια χρόνια. Επειδή προσωπικά από θέση ευθύνης έχω πάρει θέση έναντι αυτού του γεγονότος, αναρωτιέμαι αν πρέπει να απαντήσω ή να μην απαντήσω σε συκοφάντες και υποτροπιάζοντες λιβελλογράφους, τους γνωστούς «όλα τα ξέρω».
Πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα εξαιρετικό μηνιαίο περιοδικό γόνιμου φιλοσοφικού, λογοτεχνικού και κοινωνικού προβληματισμού, διάβασα ένα μικρό σημείωμα του ιδιοκτήτη και εκδότη του, στο οποίο αναρωτιόταν αν πρέπει να απαντά σε κακόβουλους επικριτές του. Ο πολυγραφότατος ιδιοκτήτης και εκδότης –διανοούμενο θα τον χαρακτήριζα- υποστήριζε ότι είχε το δικαίωμα να διαλέγει εκείνους που θα συνδιαλέγεται. Εκείνη, όμως, η φράση από το κείμενό του, που την κράτησα ατόφια μες στο μυαλό μου, τη θυμάμαι ακόμα, παρότι έχουν περάσει πάνω από τρεις δεκαετίες, είναι η εξής: «ανήκω στους εργαζόμενους, όχι στους περιεργαζόμενους».
Το περιστατικό σε Γυμνάσιο του Λαυρίου που εξέθεσε το μάθημα των Θρησκευτικών στην κοινή γνώμη, έφερε στο φως της δημοσιότητας –η δημοσιότητα βλέπετε έλκει- αρκετούς «περιεργαζόμενους». Θεολογία ή παραθεολογία, Ορθοδοξία ή ζητοορθοδοξία; Παιδαγωγική του Μυστηρίου ή παιδαγωγική ελεγχόμενη από προσωπικά αδιέξοδα και ψυχαναγκαστικές νευρώσεις; Διαλέγεται και παίρνετε. Φανερό πάντως είναι ότι κάποιοι φαντάζονται πως γεννήθηκαν μόνο για να ελέγχουν τους άλλους, με μόνιμα θύματα, το μάθημα των Θρησκευτικών και τους μαθητές.


ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Σύναξη, τχ. 77 (Ιανουάριος - Μάρτιος 2001), εξώφυλλο.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

7η Πανελλήνια Συνάντηση Θεολόγων στον Βόλο (6-8 Σεπτεμβρίου 2024)

«Το κείμενο “υπέρ της του κόσμου ζωής”. Θεολογικές, κοινωνικές και διδακτικές προτάσεις σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο».


Εδώ μπορεί να δείτε το Πρόγραμμα της 7ης Πανελλήνιας Συνάντησης Θεολόγων.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2024

Επιστολή προς τον Υπουργό του ΥΠΑΙΘΑ, από τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ»


Αθήνα, 25-7-2024

Προς τον Κύριο Κυριάκο Πιερρακάκη, Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ», του οποίου τα μέλη είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ενεργοί θεολόγοι εκπαιδευτικοί, πληροφορήθηκε με έκπληξη, μέσω δημοσιευμάτων του Τύπου, ότι το Υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει την εισαγωγή στην Εκπαίδευση ενός ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος, το οποίο θα παρακολουθούν οι μαθητές και οι μαθήτριες που απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών. Ως αιτιολογία προβάλλεται η εφαρμογή των τελευταίων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των Θρησκευτικών. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα, το μάθημα που σχεδιάζεται να εισαχθεί είναι η «Ηθική».
Ο Σύνδεσμός μας έχει εκφράσει επανειλημμένα τις θέσεις του, οι οποίες θεμελιώνονται στην ιδρυτική του Διακήρυξη και το Καταστατικό του, για μια ενιαία, συμπεριληπτική, υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση, η οποία να λαμβάνει υπόψη την τοπική θρησκευτική παράδοση και ταυτόχρονα να ανοίγεται σε ζητήματα οικουμενικού προβληματισμού, με στόχο την προετοιμασία υπεύθυνων πολιτών και την προαγωγή της ειρηνικής συνύπαρξης. Ταυτόχρονα, έχουμε επισημάνει τους κινδύνους από τυχόν μονομερείς προσεγγίσεις του ζητήματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης, το οποίο είναι πολύπλοκο, καθότι έχει σύνθετες παιδαγωγικές, θεολογικές, πολιτικές, νομικές και κοινωνικές διαστάσεις. Η ανάδυση του θρησκευτικού φανατισμού διάφορων τύπων και της εκκοσμίκευσης καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μια συμπεριληπτική θρησκευτική εκπαίδευση, η οποία θα προάγει την κριτική σκέψη, τον διάλογο, την αλληλογνωριμία και τον αλληλοσεβασμό και ταυτόχρονα θα ανταποκρίνεται στα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και στις πραγματικές ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και μαθητριών. Οι θέσεις αυτές αντλούν επιστημονική τεκμηρίωση από τη σύγχρονη θρησκειοπαιδαγωγική. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι οι θέσεις αυτές πολεμήθηκαν από ακραίους φονταμελιστικούς κύκλους του θρησκευτικού χώρου, καθώς επίσης ότι δεν εισακούστηκαν από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας.

Κύριε Υπουργέ,

Η εισαγωγή ενός ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος μοιραία θα επηρεάσει το οργανωτικό πλαίσιο και τη λειτουργία του μαθήματος των Θρησκευτικών και του σχολείου ευρύτερα. Εάν οι πληροφορίες των προαναφερθέντων δημοσιευμάτων είναι βάσιμες, εκφράζουμε τη διαμαρτυρία μας για τον τρόπο της διαχείρισης αυτού του τόσο ευαίσθητου θέματος, με προώθηση λύσεων χωρίς διάλογο, χωρίς να κληθούν οι εκπρόσωποι των θεολόγων εκπαιδευτικών για να εκφράσουν τις απόψεις τους, ενώ το ζήτημα αυτό τους αφορά άμεσα.
Ο Σύνδεσμός μας στοχεύει καταστατικά και εργάζεται άοκνα από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα για την «αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» στη χώρα μας. Διεκδικούμε συμμετοχή στον διάλογο γύρω από τις εξελίξεις οι οποίες αφορούν το μάθημά μας και το εκπαιδευτικό μας έργο.
Εκφράζουμε το αίτημά μας για συνάντηση μαζί σας, σε ημερομηνία και τόπο που εσείς θα ορίσετε, δια ζώσης ή εξ αποστάσεως, ώστε να σας εκφράσουμε τις θέσεις μας.

Με τιμή

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Χρήστος Καρακόλης
Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεώργιος Στριλιγκάς
Σύμβουλος Εκπαίδευσης – ΠΕ01

Κυριακή 28 Ιουλίου 2024

Ο Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων για την εισαγωγή του μαθήματος «Ηθικής» στα σχολεία

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων ενημερώνει για την εισαγωγή στα σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ενός Μαθήματος «Ηθικής», το οποίο θα παρακολουθούν οι μαθητές και οι μαθήτριες που απαλλάσσονται από το Μάθημα των Θρησκευτικών και μεταξύ άλλων, τονίζουν τα εξής:
«Κατανοούμε τους λόγους οι οποίοι επιβάλλουν τη διδασκαλία ενός ισότιμου με το Μάθημα των Θρησκευτικών εναλλακτικού μαθήματος.
Οι εξελίξεις αυτές θέτουν ξανά και με επιτακτικό τρόπο το κρίσιμο ερώτημα για τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό και τις επιδιώξεις του σύγχρονου σχολείου και ειδικότερα της παρεχόμενης θρησκευτικής εκπαίδευσης. Το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ Κοινωνίας και Θρησκείας, στον χρόνο και στον τόπο, βρέθηκε πολλές φορές στα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και επακόλουθα επηρέασε τις αναζητήσεις στον χώρο της θρησκευτικής εκπαίδευσης ως προς τον σκοπό, το γνωσιακό περιεχόμενο και τις ηθικές διαστάσεις της. Η ταυτότητα και οι σκοποί του θρησκευτικού μαθήματος και αντίστοιχα του αναμενόμενου, εάν ευσταθούν τα προαναφερθέντα δημοσιεύματα, Μαθήματος «Ηθικής» συνδέονται με το ουσιαστικό ερώτημα του τι είδους κοινωνία θέλουμε αύριο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο και όλως ιδιαιτέρως, ως προς τον τόπο που εμείς εργαζόμαστε, στην Κρήτη του αύριο.
Το Μάθημα των Θρησκευτικών έχει ισότιμη θέση με όλα τα άλλα υποχρεωτικά μαθήματα και συμβάλλει με τον δικό του τρόπο στην προσπάθεια μετασχηματισμού και αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης και του δημόσιου βίου, ωστόσο με πολλά ανθρωπολογικά ρίσκα. Και τούτο δεν εκφράζεται ως κινδυνολογία, αλλά ως συμβολή στον δημόσιο διάλογο που έχει αρχίσει και στην ελληνική κοινωνία.
Εάν οι φήμες περί εισαγωγής ενός Μαθήματος «Ηθικής» σχετίζονται με την πραγματικότητα, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας για όσα φαίνεται ότι σχεδιάζονται και μάλιστα χωρίς ενημέρωση ή διάλογο με τις επιστημονικές ενώσεις των εμπλεκόμενων ειδικοτήτων, ουσιαστικά ερήμην των θεολόγων εκπαιδευτικών.
Παρακαλούμε να δεχθείτε τη συμμετοχή εκπροσώπων των θεολόγων εκπαιδευτικών στον διάλογο που διεξάγεται, οι οποίοι να γνωρίζουν τις διαστάσεις του ακανθώδους αυτού ζητήματος, και συγκεκριμένα τη συμμετοχή Θεολόγων στην Επιτροπή, η οποία σύμφωνα με τα δημοσιεύματα έχει συσταθεί ή που πρόκειται να συσταθεί, με σκοπό να κάνει προτάσεις σχετικά με την εισαγωγή ενός ισότιμου με τα Θρησκευτικά εναλλακτικού μαθήματος».

Εκ της Γραμματείας

ΠΗΓΗ: ORTHODOXIA INFO

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

Θεός και Ελευθερία: Εξισώσεις ελευθερίας, πίστης και ελπίδας

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ


Στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών (στο εξής μτΘ) που, για δύο σχολικά έτη, η πιλοτική εφαρμογή του στα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία είχε θετικά αποτελέσματα, στην Α΄ Λυκείου, στο Θεματικό Πεδίο: Δημιουργία – Πτώση, η έννοια της ελευθερίας του ανθρώπου έχει κομβική σημασία όσον αφορά στη θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών/τριών. Σήμερα, σ' ένα τμήμα της Α΄ Λυκείου, με μαθητικό δυναμικό πάρα πολύ καλό, άριστο θα έλεγα, μαθητές και μαθήτριες για 20 λεπτά της διδακτικής ώρας ασκήθηκαν στη συγγραφή σύντομου δοκιμίου με θέμα: «Θεός και Ελευθερία». 
Λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα, προσκλήθηκαν στον πίνακα για να καταγράψουν εξισώσεις με λέξεις κλειδιά των δοκιμίων τους. Ενδεικτικά παραθέτω μια από αυτές, της μαθήτριας Μαρίας Ζουμπαδέλλη. 
Δεν χωρά αμφιβολία πως οι μαθητές/τριές μας, όταν το μτΘ είναι εμπλουτισμένο με δημιουργικές δραστηριότητες – τεχνικές, στον διδάσκοντα επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Σε επόμενο σημείωμά μου θα αναρτήσω όλα τα δοκίμια που, σήμερα, έγραψαν μαθητές και μαθήτριές μου.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ: «Ταυτότητα και ετερότητα στο δημόσιο σχολείο. Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα»

 Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ 


Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών σε Επιστημονική Διημερίδα, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 27 και 28 Ιανουαρίου 2023, στο Αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, με θέμα «Ταυτότητα και ετερότητα στο δημόσιο σχολείο. Το μάθημα των Θρησκευτικών σήμερα».
Το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών, μετά τις αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών, τις πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και εν όψει της εφαρμογής Νέων Προγραμμάτων Σπουδών, βρίσκεται για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του θεολογικού και του κοινωνικού χώρου. Κεντρικός σκοπός της εκδήλωσης είναι να αναδειχθούν και να μελετηθούν οι σύνθετες νομικές, πολιτικές, εκπαιδευτικές, παιδαγωγικές και θεολογικές διαστάσεις του ακανθώδους και πολύπλοκου ζητήματος της συγκρότησης και της λειτουργίας της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο.
Για τη διερεύνηση του θέματος έχουν κληθεί να συμβάλουν διακεκριμένοι εισηγητές από την Εκκλησία της Ελλάδος, την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, τα πολιτικά κόμματα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, την Ανεξάρτητη Αρχή Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, τις Θεολογικές Σχολές Ε.Κ.Π.Α., και Α.Π.Θ., το Πάντειο Πανεπιστήμιο, στελέχη της εκπαίδευσης, επιστήμονες και διανοητές από τον δημόσιο χώρο, εκπρόσωποι τάσεων κ.ά.
Η εκδήλωση περιλαμβάνει εισαγωγική διάλεξη με θέμα: «Η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο» και τρεις Θεματικές Τράπεζες Λόγου, οι οποίες θα επικεντρωθούν στα θέματα:
  • Το μάθημα των Θρησκευτικών μετά τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και η ελληνική κοινωνία.
  • Νομικές, μορφωτικές και πολιτικές διαστάσεις στο μάθημα των Θρησκευτικών.
  • Προοπτικές για ένα σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών.
Η Επιστημονική Διημερίδα είναι ανοικτή για το κοινό και φυσικά απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων που σχετίζονται με το μάθημα των Θρησκευτικών, φοιτητές και ερευνητές, αλλά και σε κάθε άλλο ενδιαφερόμενο. Στους συμμετέχοντες θα δοθούν βεβαιώσεις συμμετοχής.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Χρήστος Καρακόλης
Καθηγητής ΕΚΠΑ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεώργιος Στριλιγκάς
Συντονιστής Επιστημονικού Έργου Θεολόγων Κρήτης

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

«Η ευθύνη της Ορθόδοξης Θεολογίας για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο»

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

5η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ «ΚΑΙΡΟΣ»
Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» - για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης διοργανώνει την 5η Πανελλήνια Συνάντηση με σκοπό την ανάπτυξη του θεολογικού και διεπιστημονικού διαλόγου και της παιδαγωγικής προσέγγισης της θεολογικής γνώσης.
Η 5η Πανελλήνια Θεολογική Συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, 2-4 Σεπτεμβρίου 2022, λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι της σχολικής χρονιάς, στον φιλόξενο και λειτουργικό χώρο της Ελληνογαλλικής Σχολής Ουρσουλινών (Ψυχάρη 10), με θέμα: «Η ευθύνη της Ορθόδοξης Θεολογίας για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο».
Περισσότερες πληροφορίες, το πρόγραμμα και δηλώσεις συμμετοχής στην ιστοσελίδα του «ΚΑΙΡΟΥ»

Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

Σε λίγες ημέρες ανοίγουν τα σχολεία. Μάθημα 3ο

Επιμέλεια ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών (μτΘ), πολλές φορές, εξαρτάται από εξω-εκπαιδευτικούς και εξω-παιδαγωγικούς θεσμούς και φορείς. Κατά την τελευταία, κυρίως, δεκαετία η ύπαρξή του στην εκπαίδευση, το περιεχόμενό του και ο τρόπος διδασκαλίας του έχει λάβει καθαρά νομικίστικο χαρακτήρα. Οι ευθύνες που βαραίνουν όσους έχουν αφήσει το μάθημα στα χέρια των παραπάνω θεσμών - φορέων είναι πάρα πολλές. 
Λίγες ημέρες πριν ανοίξουν τα σχολειά μας, ο εκπαιδευτικός κόσμος και η ελληνική κοινωνία γενικότερα, φαίνεται να υποβάλλεται σ’ ένα τέστ που, με βάση από τη Γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, φέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα και από Ορθόδοξους μαθητές. Ωστόσο, γεγονός είναι ότι το ΥΠΑΙΘ δεν έχει λάβει ακόμη τη σχετική απόφαση που θα καθορίζει το ζήτημα των απαλλαγών.
Για την αξία του μτΘ, ως μάθημα ΠΑΙΔΕΙΑΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ βέβαια, μακριά από τις υπάρχουσες αγκυλώσεις διδακτικών ομολογιακών ρητορισμών αλλά και μακριά από μεγαλοστομίες που επιθυμούν την κατάργησή του, αυτό που προέχει να ακουστεί σοβαρά είναι το εξής: το μτΘ στο 21ο αιώνα είναι μάθημα βαθιάς γνώσης των χριστιανικών καταβολών του πολιτισμού μας, κυρίως του Δυτικού. Τα δύο παρακάτω αποσπάσματα είναι αποκαλυπτικά:
«Εμπρός σ’ αυτή τη βαθιά θρησκευτική ταπεινοφροσύνη, η Δύση δίνει την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει τις χριστιανικές καταβολές της. Αυτό όμως αντί να το αποδίδουμε σε ένα υποτιθέμενο ρήγμα, που δήθεν δημιούργησε ο ορθολογισμός ανάμεσα στη θρησκεία και την πνευματική εξέλιξη, θα είμαστε οπωσδήποτε πιο κοντά στην πραγματικότητα αν το δούμε ως συνύπαρξη επιστήμης και θρησκείας μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία ή, ακόμη καλύτερα ως πολλαπλούς διαλόγους ανάμεσα στις δύο, άλλους δραματικούς κι άλλους γεμάτους εμπιστοσύνη, που δεν διακόπηκαν ποτέ, παρά τα φαινόμενα. Είναι βέβαιο πως ο χριστιανισμός αποτελεί θεμελιώδη πραγματικότητα της δυτικής ζωής, η οποία σημαδεύει, χωρίς πάντα να το ξέρουν ή να το αναγνωρίζουν, ακόμη και τους άθεους. Οι ηθικοί κανόνες, η στάση εμπρός στη ζωή και το θάνατο, η αντίληψη της εργασίας, η αξία της προσπάθειας, ο ρόλος της γυναίκας και του παιδιού, όλα αυτά είναι συμπεριφορές που φαίνεται να μην έχουν πια καμία σχέση με το χριστιανικό αίσθημα, κι όμως όλα από αυτό απορρέουν.
[…] Ο δυτικός χριστιανισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η κύρια συνιστώσα της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμη και της ορθολογιστικής, που διαμορφώθηκε για να τον αντιπαλέψει, χωρίς όμως να έχει άλλη αφετηρία από τον ίδιο. Σ’ όλη την ιστορία της Δύσης, ο χριστιανισμός βρίσκεται στην καρδιά αυτού του πολιτισμού, τον οποίο ζωογονεί ακόμη και όταν αφήνεται να παρασυρθεί ή να αλλοιωθεί από αυτόν, και τον οποίο αγκαλιάζει ακόμη κι όταν εκείνος πασχίζει να του ξεφύγει. Γιατί όταν στρέφεις τη σκέψη ενάντια σε κάποιον, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στη δική του τροχιά. Ο Ευρωπαίος, ακόμη και ο άθεος, δεν παύει να είναι δέσμιος μιας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του, και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση».


F. BRAUDEL. (2009). Γραμματική των Πολιτισμών, μτφρ. Α. Αλεξάκη Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 78, 457-458.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Ανακοίνωση του «ΚΑΙΡΟΥ» για την πρόσφατη Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών


Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος "ΚΑΙΡΟΣ"
Ελ. Βενιζέλου 59Α, Τ.Κ. 15561 ΧΟΛΑΡΓΟΣ
Ιστοσελίδα: http://www.kairosnet.gr

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η   Τ Υ Π Ο Υ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με πρόσφατη Απόφασή του (1478/2022) ακύρωσε το μέχρι σήμερα ισχύον καθεστώς (Κ.Υ.Α. 61178/ΓΔ4/28-05-2021) για τη χορήγηση απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ). Η Απόφαση επικαλείται ως ουσιώδη έναν τυπικό λόγο, ότι δηλαδή ο νομοθέτης είχε παραλείψει να ζητήσει τη γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, η Απόφαση του ΣτΕ προχωρεί πέρα από το ζήτημα αυτό και επανακαθορίζει τη θέση και τον τρόπο οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Συγκεκριμένα, καλεί την Πολιτεία, μέχρι το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023, «να θεσπίσει ένα ισότιμο μάθημα συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών» στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Όσοι παρακολουθούν, στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, τις εξελίξεις σχετικά με το ΜτΘ αντιλαμβάνονται, ασφαλώς, ότι πρόκειται για μια αυτονόητη αλλά εξαιρετικά δυσοίωνη κατάληξη. Μολονότι η πρόσφατη Απόφαση αποτελεί συνέχεια προγενέστερων (βλ. Αποφάσεις ΣτΕ 1749/2019 και 1750/2019), κομίζει εμφαντικά ορισμένα νέα στοιχεία.
Καταρχάς, αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόσφατη Απόφαση εκδόθηκε ύστερα από την προσφυγή γονέων, οι οποίοι δεν επιθυμούν τα παιδιά τους να παρακολουθούν το ΜτΘ. Σε παρόμοια προσφυγή κατά το παρελθόν είχαν παρασταθεί ως αντίδικοι η Εκκλησία της Ελλάδος, η Εκκλησία της Κρήτης και οι Θεολογικές Ενώσεις. Από την άποψη αυτή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η Απόφαση αποτελεί ήττα τόσο του θεολογικού όσο και του εκκλησιαστικού χώρου.
Ακολούθως, η Πολιτεία καλείται «για πρώτη φορά», κατά την έκφραση του ίδιου του ΣτΕ, να ρυθμίσει το ζήτημα της απαλλαγής με την εισαγωγή άλλου μαθήματος, το οποίο θα είναι ισότιμο με το ΜτΘ. Το σκεπτικό της συγκεκριμένης παραγγελίας θεμελιώνεται στις σχετικές Αποφάσεις του 2019, στις οποίες ορίζεται ότι το ΜτΘ απευθύνεται «αποκλειστικά» σε Ορθόδοξους μαθητές/τριες, ότι οι αλλόδοξοι, οι ετερόθρησκοι ή οι άθεοι μπορούν να απαλλάσσονται «με την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης» και ότι η Πολιτεία οφείλει «να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος “ελεύθερης ώρας”» για τους απαλλασσόμενους.
Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι η Απόφαση του ΣτΕ για την εισαγωγή «ισότιμου μαθήματος» λήφθηκε παρά τις αντιρρήσεις του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Πράξη 7/23-07-2020), το οποίο επικαλέστηκε τις δυσχέρειες που θα έχει ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ΣτΕ περιορίστηκε να αναγνωρίσει ότι το ισχύον καθεστώς είναι προσωρινά αποδεκτό, ως μεταβατικό και υπό προθεσμία. Επομένως, η Απόφαση αποτελεί προφανή και πολλαπλή ήττα και για την Πολιτεία.
Μετά την παραπάνω εξέλιξη, στην όποια μελλοντική ρύθμιση ,η Πολιτεία οφείλει να λάβει υπόψη τις θέσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Στο σημείο αυτό, διαφαίνεται μία αντίφαση στην Απόφαση του ΣτΕ, καθότι το ίδιο έχει ορίσει ότι η απαλλαγή χορηγείται για λόγους «θρησκευτικής συνείδησης» ενώ η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει γνωματεύσει, επανειλημμένα, ότι η απαλλαγή χορηγείται «κατ’ επίκληση αποκλειστικά και μόνον λόγων συνείδησης» (Απόφαση 28/2019). Η διαφορά είναι τεράστια. Η απαίτηση για γνωμοδότηση της Ανεξάρτητης Αρχής, ως προϋπόθεσης της νομιμότητας της όποιας ρύθμισης του ζητήματος της απαλλαγής, αποτελεί, άραγε, έμμεση διολίσθηση του ΣτΕ από την αρχική θέση του;
Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» έχει εκφράσει, επανειλημμένα, τις θέσεις του για τη μορφωτική αποστολή του ΜτΘ στο δημόσιο σχολείο. Ταυτόχρονα, με σεβασμό στις αποφάσεις του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, έχει ασκήσει κριτική σε αποφάσεις του σχετικά με το ΜτΘ, επισημαίνοντας αντινομίες και κινδύνους που απειλούν, τελικά, την ίδια την ύπαρξη του μαθήματος. Με αυτό το πνεύμα, μετά την τελευταία Απόφαση του ΣτΕ, εκφράζουμε για μία ακόμη φορά την έντονη ανησυχία μας για το παρόν και το μέλλον του ΜτΘ.
Αναγνωρίζουμε ότι το άρθρο 16, 2 του Συντάγματος ορίζει ως αποστολή του Κράτους να μεριμνά για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης μέσω της εκπαίδευσης. Φρονούμε, όμως, ότι ο τρόπος ερμηνείας αυτού του άρθρου από το ΣτΕ, έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς ασφυκτικής κηδεμόνευσης του ΜτΘ, το οποίο τελικά τείνει να το καταπνίξει. Συγκεκριμένα, προβληματιζόμαστε όταν οι Αποφάσεις του ΣτΕ, πέρα από τα νομικά ζητήματα, υπεισέρχονται σε αμιγώς θεολογικά ή παιδαγωγικά ή διδακτικά θέματα. Εκφράζουμε την ανησυχία μας, όταν προτείνονται οργανωτικές λύσεις οι οποίες είναι μη εφαρμόσιμες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως αυτό λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ανησυχούμε, επίσης, για την άκριτη και χωρίς σοβαρή μελέτη προώθηση του πολυ-ομολογιακού μοντέλου οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Διαφωνούμε με κάθε πρόταση ή ενέργεια η οποία θα συρρικνώσει το ΜτΘ, υποβαθμίζοντας είτε την οργανωτική του μορφή είτε την παιδαγωγική του αποστολή. Με σεβασμό στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, για ουσιώδεις θεολογικούς και παιδαγωγικούς λόγους, είμαστε αντίθετοι με την «ομοσπονδοποίηση» του ΜτΘ. Απορρίπτουμε τις φωνές μισαλλοδοξίας και εύκολου λαϊκισμού, που εμφανίζονται συχνά στο πλαίσιο του διαλόγου για το ΜτΘ, από όπου και αν προέρχονται. Οραματιζόμαστε μια δημιουργική θρησκευτική εκπαίδευση ανοικτών οριζόντων, η οποία θα βοηθάει τους μαθητές στη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους και θα προωθεί την ειρηνική συνύπαρξη και τον διάλογο.
Αυτή την ύστατη ώρα, καλούμε όλες και όλους που ενδιαφέρονται για την ύπαρξη και τη λειτουργία της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στον τόπο μας, και ιδιαιτέρως όσες και όσους έχουν θεσμική ευθύνη για την οργάνωση και τη λειτουργία του ΜτΘ, καθώς και τις / τους εκπαιδευτικούς του μαθήματος σε όλες τις βαθμίδες, να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να επικεντρωθούν σοβαρά στο ζήτημα. Από τα λάθη του παρελθόντος διαπιστώνεται πως δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και ότι οι κάθε λογής ακρότητες μπορεί να βλάψουν το ΜτΘ ανεπανόρθωτα. Η πρόσφατη Απόφαση του ΣτΕ καθιστά ξανά επιτακτική την ανάγκη για ενδελεχή μελέτη, γόνιμο διάλογο και δημιουργικές αποφάσεις. Ο «ΚΑΙΡΟΣ» εργάζεται, ήδη, προς αυτή την κατεύθυνση.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Χρήστος Καρακόλης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεώργιος Στριλιγκάς Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων (ΠΕ01) Κρήτης.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΣΕ ΝΕΑ ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ: Εισαγωγή και διδασκαλία ισότιμου μαθήματος για όσους απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά

Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ


Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειάς του (1478/2022) προέβη κατά πλειοψηφία στην ακύρωση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία ρυθμίζεται η απαλλαγή των μαθητών / μαθητριών από το μάθημα των Θρησκευτικών, διότι πριν από την έκδοσή της δεν τηρήθηκε ως ουσιώδης τύπος η παροχή γνώμης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Πέραν, όμως, αυτού του τυπικού ελλείματος, η εν λόγω απόφαση του ΣτΕ κάνει ρητά λόγο και για την άμεση και ουσιαστική ανάγκη εισαγωγής νέου και ισότιμου μαθήματος για όσους απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ).
Συγκεκριμένα, αναφέρει τα εξής: «…Καταρχάς απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο οι αιτούντες προέβαλαν παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 του Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ, ερμηνευομένου υπό το φως του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, διότι δεν εκπληρώνεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, η υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει στους μαθητές και μαθήτριες που απαλλάσσονται από το μάθημα των θρησκευτικών τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος συναφούς περιεχομένου με το μάθημα των θρησκευτικών. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Πολιτεία λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύτηκαν με τις 1749-1750/2019 αποφάσεις της μείζονος Ολομελείας αυτού, εξέτασε ενδελεχώς το ζήτημα της θεσπίσεως ισότιμου μαθήματος συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών και κατέληξε, λόγω των δυσχερειών, όπως αυτές παρατέθηκαν, στο μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση 37/23.07.2020 πρακτικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με το οποίο εγκρίθηκε η εισήγηση της Επιστημονικής Επιτροπής για την άμεση ρύθμιση του θέματος, σε μία μεταβατική ρύθμιση που αποτυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και θα ισχύει μέχρι την ολοκλήρωση της μελέτης για την οριστική ρύθμιση του ζητήματος. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο Διευθυντής ή η Διευθύντρια της σχολικής μονάδας σε συνεργασία με τον Σύλλογο των Διδασκόντων αποφασίζουν κατά περίπτωση για τον τρόπο που απασχολούνται υποχρεωτικά οι απαλλασσόμενοι/ες μαθητές/τριες (ενδεικτικά διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης ή ερευνητική δημιουργική δραστηριότητα), είναι συνταγματικώς ανεκτή, ως μεταβατική, μέχρι την οριστική ρύθμιση του θέματος εντός ευλόγου χρόνου. Ως εύλογος δε χρόνος κρίνεται το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023, δοθέντος ότι, πέραν των δυσχερειών που ήδη εκτέθηκαν, η Πολιτεία καλείται για πρώτη φορά να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό, δηλαδή να θεσπίσει ένα ισότιμο μάθημα συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών, σύμφωνα με την ερμηνεία των συνταγματικών και υπερνομοθετικών διατάξεων της ΕΣΔΑ που δόθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου…». (Ολόκληρη η Απόφαση εδώ):

Ι. Προς μια σταδιακή εισαγωγή πολλαπλών «ομολογιακών» και «κατηχητικών» μαθημάτων;

Για το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή, της εισαγωγής νέου ισότιμου ουδετερόθρησκου μαθήματος φιλοσοφικής ηθικής ή και πολλών τύπων «ομολογιακού μαθήματος» Θρησκευτικών, ανάλογα με το χριστιανικό δόγμα ή τη διαφορετική θρησκεία των μαθητών, για τους απαλλασσόμενους μαθητές από τα νέα και ακραιφνώς ομολογιακά Θρησκευτικά, είχαμε προειδοποιήσει αμέσως μετά την έκδοση των αποφάσεων 1749-1752/2019 για τα ΦΕΚ του 2017 σε ένα ευρύτερο και διεξοδικό σχολιασμό μας στις αποφάσεις εκείνες του ΣτΕ με τις οποίες κρίθηκαν μη νόμιμα και αντισυνταγματικά τα Νέα Προγράμματα Σπουδών*. Άλλωστε, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά έγιναν για να υπάρξει ένα μάθημα Θρησκευτικών, το οποίο απευθύνεται σε όλους τους μαθητές / μαθήτριες του ελληνικού σχολείου, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους, και όχι πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα, τα οποία θα διαχωρίζουν τους μαθητές και, ενδεχομένως, θα αντιμάχονται μεταξύ τους. Πράγματι, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών προχώρησαν στην ουσιαστική επιστημονική και εκπαιδευτική αναβάθμιση του μαθήματος, διαμορφώνοντας έναν ελκυστικό μαθησιακό χώρο και προσφέροντας πολλαπλά διδακτικά υλικά και εργαλεία για την ανάδειξη του πνευματικού πλούτου και της μορφωτικής δυναμικής που περιέχει το μάθημα των Θρησκευτικών, με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση σε διάλογο με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και με ορισμένα κύρια θρησκεύματα, καθώς και με τον σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, δίχως να έχουν κατηχητικό ή προσηλυτιστικό χαρακτήρα, αποσκοπούσαν στη μελέτη, κριτική διερεύνηση, ερμηνεία και κατανόηση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης, των άλλων χριστιανικών παραδόσεων αλλά και του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό καλούνταν οι μαθητές: να κατανοήσουν τα προσωπικά βιώματά τους, τα οποία αφορούν στη δική τους θρησκευτική παράδοση ή σε αναζητήσεις, οι οποίες είναι θεμιτές στο πλαίσιο της ηλικίας τους, να αναπτύξουν την προσωπική ταυτότητά τους, καλλιεργώντας τη θρησκευτική συνείδησή τους και αποκτώντας μορφωτικά εφόδια και δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν να ζήσουν αρμονικά με άλλους ανθρώπους, σε μια εποχή όπου δεν εξέλιπαν οι θρησκευτικοί φανατισμοί και οι προκαταλήψεις, ενώ η αλληλογνωριμία, η αλληλοκατανόηση και η ειρηνική συνύπαρξη είναι πλέον επιτακτική ανάγκη.
Πράγματι, το ΣτΕ με τις Αποφάσεις 1749-1752/2019 για τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου (ΦΕΚ του 2017), αποφάνθηκε ότι «οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος ‘ελεύθερης ώρας’».

2. Οι συνέπειες της απόφασης του ΣτΕ για το ελληνικό σχολείο

Εμμέσως πλην σαφώς, το ΣτΕ με τη θέση του αυτή αναγνωρίζει ότι η αναφορά του Συντάγματος για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης δεν αφορά αποκλειστικά και μόνον την Ορθοδοξία, όπως στην πράξη γινόταν σταθερά στο ελληνικό σχολείο, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές όπου υπήρχαν κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί μαθητές (Κυκλάδες, Κέρκυρα), αλλά αφορά και άλλες ιστορικές παρουσίες και κοινότητες ετεροδόξων και ετεροθρήσκων στην Ελλάδα[1]. Στενεύοντας απόλυτα τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, το ΣτΕ για πρώτη φορά προτείνει ισότιμο, δηλαδή, ομολογιακό (ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό), ετερόθρησκο (ισλαμικό κ.λπ.) ή ουδετερόθρησκο (π.χ. φιλοσοφικής ηθικής) μάθημα «εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται». Μάλιστα, η απόφαση του ΣτΕ κάνει λόγο ή προτείνει ρητά τη δημιουργία ενός νέου ξεχωριστού μαθήματος (φιλοσοφικής) ηθικής. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται νέα και πρωτόγνωρα δεδομένα στο ελληνικό σχολείο, την επίδραση και τις συνέπειες των οποίων οφείλουμε να αναλογιστούμε για το άμεσο μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης. Αφενός, λοιπόν, επιβάλλεται ένα αποκλειστικό και στενά κατηχητικό μάθημα για την Ορθόδοξη πίστη, και από την άλλη, παρέχονται οι δυνατότητες εμφάνισης ενός άλλου ή άλλων παράλληλων μαθημάτων, τα οποία θα συγκεντρώνουν όλους όσοι δεν επιθυμούν μία στενή ορθόδοξη ομολογιακή διδασκαλία. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο για να δημιουργηθεί όχι μόνο ό,τι ακριβώς νομίζει ότι αποκλείει και καταπολεμά, δηλαδή ένα μάθημα Θρησκευτικών με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας, ωστόσο, περιεκτικό, διαλογικό και πλουραλιστικό για τη θρησκευτική ετερότητα, αλλά διευκολύνει πλέον τη σταδιακή εισαγωγή πολλών άλλων «ομολογιακών» και «κατηχητικών» μαθημάτων (ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό, ισλαμικό κ.λπ.) και κυρίως την εισαγωγή ενός απόλυτα ουδετερόθρησκου και εκκοσμικευμένου μαθήματος. Το εν λόγω ουδετερόθρησκο και εκκοσμικευμένο μάθημα, π.χ., φιλοσοφικής ηθικής, προφανώς θα ανταγωνίζεται το μοναδικό κλειστό και κατηχητικό ορθόδοξο μάθημα (ή τα πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα) με απρόβλεπτες συνέπειες για το δημόσιο σχολείο.
Είναι βέβαιο ότι μαθήματα Θρησκευτικών που περιορίζονται στενά στην ανάδειξη και κατίσχυση της δικής τους μοναδικής αλήθειας έναντι των άλλων συναφών μαθημάτων μπορούν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες στο σχολικό περιβάλλον. Αν αυτό μάλιστα συνδυαστεί με το φαινόμενο ενός τάχιστα αναπτυσσόμενου θρησκευτικού, ομολογιακού και πολιτισμικού αναθεωρητισμού, τότε χρειάζεται να σκεφθούμε με μεγάλη προσοχή τις ενδεχόμενες επιπτώσεις τέτοιων δεδομένων στο ελληνικό σχολείο. Σε κάθε περίπτωση, ούτε αυτό ακόμη το προτεινόμενο από το ΣτΕ ως «ισότιμο» ουδετερόθρησκο ηθικοφιλοσοφικό μάθημα δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικό για καμία κατηγορία μαθητών, εφόσον κανείς δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να δηλώσει τι είναι και τι δεν είναι ή ενδέχεται και να διαφωνεί ιδεολογικά ή θρησκευτικά για το περιεχόμενο ή την υποχρεωτική παρακολούθησή του. Ακόμη το νέο αυτό εναλλακτικό μάθημα πιθανόν να θεωρηθεί ότι ασκεί εκ του αντιθέτου αντι-θρησκευτική ρητορεία ή ότι προσβάλει συλλήβδην τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των άλλων μαθητών. Είναι τέλος πιθανόν να υπάρξουν και μαθητές που θα απαιτήσουν την απαλλαγή τους για ιδεολογικούς και άλλους λόγους και από το εν λόγω μάθημα.
Οπωσδήποτε, οι αποφάσεις του ΣτΕ του 2019 οι οποίες έκριναν ως μη νόμιμα και συνταγματικά τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά, επιχειρώντας να ενσωματώσουν τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και το άρθρο 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, χρειάζεται να συνεκτιμηθούν σε συνδυασμό με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα σχολικά έγγραφα, οι οποίες έγιναν άμεσα δεκτές από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο προχώρησε ακαριαία στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις για την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος σε όλους τους τίτλους σπουδών. Μάλιστα, η εν λόγω Ανεξάρτητη Αρχή στις 12.2.2020 ζήτησε από το Υπουργείο Παιδείας με επιστολή της να προβεί στην κατάργηση του πεδίου «Θρήσκευμα» και από το ενιαίο πληροφοριακό σύστημα μηχανογραφικής υποστήριξης των σχολικών μονάδων και των διοικητικών δομών της εκπαίδευσης «myschool». Μετά από αυτές τις εξελίξεις, η επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης[2] σε συνδυασμό με τη σχετική απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και με την άμεση υπουργική απόφαση για την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος από τους τίτλους σπουδών, σύντομα και από την ηλεκτρονική πλατφόρμα του «myschool», πρακτικά μπορεί να οδηγήσει κάθε μαθητή όχι στην επίκληση «λόγων θρησκευτικής συνείδησης» αλλά στην απλή επίκληση λόγων συνείδησης (όπως ακριβώς στην περίπτωση των εγκυκλίων απαλλαγής στα Θρησκευτικά επί υπουργίας Ευρ. Στυλιανίδη το 2008). Κατά συνέπεια, το μέχρι πρότινος ΜτΘ καθίσταται de facto προαιρετικό για όλους, άρα και για τους Ορθόδοξους μαθητές. Άλλωστε, πώς και από που θα τεκμαίρεται ότι κάποιος είναι ή δεν είναι Ορθόδοξος; Και βάσει ποιας κανονιστικής διάταξης θα υποχρεώνεται κάποιος να αποκαλύπτει το θρήσκευμά του και να παρακολουθεί το ορθόδοξο ή το καθολικό ή το προτεσταντικό ή το ισλαμικό ή το εβραϊκό ή το θρησκειολογικό ή το ουδετερόθρησκο ηθικοφιλοσοφικό (ισότιμο) μάθημα, παρά μόνο κατά την ατομική βούληση και επιθυμία του; Άραγε, οι εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ προστατεύουν όντως έστω ένα μονοομολογιακό και κατηχητικό μάθημα ή το εκθέτουν πλέον άμεσα σε μια σειρά απρόβλεπτων κινδύνων και νέων αντεγκλήσεων και μιας ατέρμονης περιδίνησης, θέτοντάς το σε πρωτόγνωρες συνθήκες οι οποίες όχι απλώς το αποδυναμώνουν με την προϊούσα εμπέδωση της προαιρετικότητάς του στο σχολικό ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά και το υποσκάπτουν μορφωτικά, στενεύοντας ή ακρωτηριάζοντας τον θεολογικό, διεπιστημονικό και παιδαγωγικό του ορίζοντα σε απλή κατήχηση για μικρό αριθμό μαθητών και οδηγώντας το σε σταδιακό μαρασμό, αφού δεν θα μπορεί να διαλέγεται, να σχετίζεται και να παρακολουθεί γόνιμα και δημιουργικά τον παλμό και τις εξελίξεις που διέπουν τις μαθησιακές διαδικασίες και τα σύγχρονα προγράμματα σπουδών, καθώς και τον διεπιστημονικό και διαθεματικό διάλογο των διαφόρων γνωστικών πεδίων (άλλα μαθήματα) και δράσεων (άλλα διευρυμένα προγράμματα της εν γένει σχολικής, επιστημονικής και κοινωνικής ζωής) της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

3. Ο κίνδυνος της «θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης»

Μολονότι ο βασικός νόμος 1566/1985 της εκπαίδευσης προέβλεπε, πέρα από το ορθόδοξο μάθημα, τη διδασκαλία και άλλων ετερόδοξων και ετερόθρησκων μαθημάτων στα Θρησκευτικά από ετερόδοξους και ετερόθρησκους διδάσκοντες με έστω οριακά ή ανεκτά ακαδημαϊκά προσόντα, αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη πέρα από τις Κυκλάδες και την Κέρκυρα. Μάλιστα, το Υπουργείο Παιδείας ουδέποτε επόπτευσε την εκπόνηση ή εισαγωγή αντίστοιχων προγραμμάτων σπουδών ή διδακτικών βιβλίων. Το 2003 ως νέος σύμβουλος στο τότε Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, θυμάμαι χαρακτηριστικά το αίτημα της Συνόδου των εν Ελλάδι Καθολικών για έγκριση μιας σειράς κατηχητικών τευχών που είχαν μεταφραστεί αδόκιμα από τα ιταλικά και είχαν εκδοθεί επίσης πρόχειρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη διδασκαλία του μαθήματος για τους Καθολικούς μαθητές στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο στις Κυκλάδες. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον με τη δημιουργία και συνύπαρξη πολλών και παράλληλων μαθημάτων. Όπως ήδη συμβαίνει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες με πολυομολογιακό μάθημα Θρησκευτικών (π.χ. Γερμανία), το κράτος είναι πιθανό να εκχωρήσει την εκπόνηση των προγραμμάτων σπουδών και των διδακτικών υλικών και βιβλίων απευθείας στις αντίστοιχες εκκλησιαστικές ή θρησκευτικές κοινότητες. Σταδιακά το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με την επιλογή των διδασκόντων στα εν λόγω μαθήματα. Η ενδεχόμενη ύπαρξη παράλληλων κλειστών μαθημάτων για πολλά και διαφορετικά δόγματα ή θρησκεύματα είναι δυνατόν να διαμορφώσει καταστάσεις ομοσπονδοποίησης του ΜτΘ στα σχολεία, όπου διάφορα μαθήματα Θρησκευτικών είναι δυνατόν στο μέλλον να αναπτύσσονται μονοδιάστατα και να ανταγωνίζονται άκαμπτα το ένα το άλλο, προκαλώντας εντάσεις μισαλλοδοξίας και εστίες θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ομολογιακού αναθεωρητισμού στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Από το διακριτό μάθημα για κάθε χριστιανική ομολογία και θρησκεία, υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανισθεί στο άμεσο μέλλον ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η δε θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην πλήρη παράδοση της ευθύνης του ΜτΘ από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι η κοινοτιστική, εθνοτική και θρησκευτική πολυδιάσπαση του δημόσιου σχολείου (που εγκυμονεί πολιτικούς, κοινωνικούς, θρησκευτικούς, ιδεολογικούς και εθνικούς κινδύνους[3]), αλλά η καλλιέργεια πνεύματος συνύπαρξης, συνεργασίας, αλληλοκατανόησης, ειρήνης και καταλλαγής. Η προοπτική ομοσπονδοποίησης και εισαγωγής πολλών ομολογιακών ή πολλών τύπων του ΜτΘ ανοίγει περαιτέρω τη διαδικασία της προαιρετικότητας και της σταδιακής εξόδου των Θρησκευτικών από το μορφωτικό και γνωσιακό πλαίσιο του δημόσιου σχολείου, όπως εν πολλοίς συμβαίνει στη Γερμανία, όπου το πολλαπλό ομολογιακό μάθημα διδάσκεται προαιρετικά το απόγευμα, από επισκέπτες διδάσκοντες που δεν είναι μέλη του Συλλόγου των Διδασκόντων του σχολείου. Όπως στην απογευματινή ζώνη ελευθέρων δραστηριοτήτων κάθε σχολείου αναπτύσσονται ποικίλα εθελοντικά και πολιτιστικά προγράμματα, παρόμοια εκεί θα μπορούσε να αναπτύσσονται διάφορα μαθήματα πολλαπλής θρησκευτικής εκπαίδευσης, δίχως να παρακωλύεται η ζώνη των κύριων και βασικών μαθημάτων του δημόσιου σχολείου.
Όσοι προσέφυγαν στο ΣτΕ και προκάλεσαν την ακύρωση των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά δεν περίμεναν ασφαλώς ότι οι εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ θα δικαίωναν παράλληλα και την Ένωση Αθέων, η οποία εδώ και χρόνια ζητά με επιμονή από την Πολιτεία τη δημιουργία ενός ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος ηθικοφιλοσοφικού περιεχομένου. Μάλιστα, καθώς προσδιορίζουν οι νομικοί εκπρόσωποι της Ένωσης Αθέων, το εν λόγω μάθημα οφείλει να έχει τις εξής γενικές κατευθυντήριες γραμμές και νομικές προϋποθέσεις τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη του το Υπουργείο για την εισαγωγή του μαθήματος ήδη από το μεθεπόμενο σχολικό έτος 2023-2024: «Συμμόρφωση της Πολιτείας προς την συνταγματική της υποχρέωση για θεσμοθέτηση ενός ισότιμου μαθήματος συναφούς αντίληψης, σημαίνει ότι έπρεπε ήδη να έχει εισαχθεί ένα μάθημα, με την ίδια ακριβώς θεσμική διαδικασία, όπως το μάθημα των θρησκευτικών. Αυτό σημαίνει ότι το ισότιμο μάθημα πρέπει να εισαχθεί στο σχολικό πρόγραμμα με κανονιστική πράξη, κατ’ αντιστοιχία προς τα θρησκευτικά που έχουν εισαχθεί ως υποχρεωτικό μάθημα στο Δημοτικό και Γυμνάσιο δυνάμει Υπουργικής Απόφασης (αρ. 31585/Δ2/2020 ΦΕΚ 698/Β/4-3-2020), καθώς και στο Λύκειο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5§11 του ν. 1566/1985. Επομένως, “ισότιμο” προς το μάθημα των θρησκευτικών θα είναι το μάθημα που το πρόγραμμα σπουδών του θα εισαχθεί με Υπουργική Απόφαση και που θα αφορά σε ακριβώς ίσο αριθμό διδακτικών ωρών με αυτές που ισχύουν για το μάθημα των θρησκευτικών. Οι διάφορες “ερευνητικές απασχολήσεις με θέμα την θρησκεία” δεν εισάγουν ισότιμο μάθημα συναφούς αντίληψης. “Συναφές περιεχόμενο” δεν σημαίνει φυσικά κάποιο μάθημα “θρησκειολογίας” ή θεολογίας, αφού και σε αυτή την περίπτωση θα πρόκειται για θρησκευτικά, από τα οποία θα επιτρέπεται το δικαίωμα απαλλαγής και θα δημιουργηθεί πρόβλημα κυκλικότητας (φαύλος κύκλος). Μάθημα “συναφούς περιεχομένου”, σημαίνει, όπως ενδεικτικά αναφέρει η απόφαση 1749/2019 ΟλΣτΕ ένα μάθημα “π.χ. ηθικής”. Δηλαδή, ένα μάθημα παρουσίασης της ηθικής φιλοσοφίας, με την διδασκαλία των συστημάτων σκέψης των σημαντικότερων φιλοσόφων, όχι βέβαια μόνο των αρχαίων και μόνο των Ελλήνων, αλλά και των νεώτερων και ξένων φιλοσόφων, όπως είναι οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, καθώς και οι φιλόσοφοι του 20ου και του 21ου αιώνα. Ένα τέτοιο μάθημα, ισότιμο και συναφούς αντίληψης, δεν είναι ένα φιλολογικό μάθημα, όπως τα κείμενα αρχαίας ή νεοελληνικής λογοτεχνίας, που ήδη διδάσκονται στο σχολικό πρόγραμμα, αλλά ένα μάθημα παρουσίασης όλου του φάσματος των φιλοσοφικών θεωρήσεων, των κοσμοθεωριών καθώς και των οικουμενικά γνωστών στοχαστών, πέραν εκείνων που εντάσσονται οργανικά σε θρησκευτικά δόγματα και θεολογικές σχολές»[4].

4. Το νέο ισότιμο μάθημα ως παράγοντας υπονόμευσης του υπάρχοντος ΜτΘ

Τα ανωτέρω δείχνουν ότι το νέο ισότιμο μάθημα σαφώς δεν θα έχει κανένα θρησκευτικό ή θρησκειολογικό χαρακτήρα, δεν θα συντάσσεται ούτε και θα διδάσκεται από θεολόγους, αλλά από άλλες ειδικότητες και σταθερά θα υπονομεύει το υπάρχον ΜτΘ. Θυμάμαι με πόση ελαφρότητα οι κύκλοι που υποστήριζαν το ακραιφνώς ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, υποδείκνυαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά ως κατάλληλο ισότιμο εναλλακτικό μάθημα. Κυρίως, όμως, θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικά εφικτό στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οπότε μια επιστροφή στην αποκλειστικότητα του ακραιφνώς ομολογιακού και κατηχητικού ΜτΘ θα αποτελούσε συντριπτική ιδεολογική νίκη και κατίσχυση των θέσεών τους για ένα αμιγώς ορθόδοξο κλειστό μάθημα. Αλλά και μετά την πρόσφατη ακύρωση της εγκυκλίου του Υπουργείου για τις απαλλαγές στα Θρησκευτικά, οι ίδιοι κύκλοι επιχαίρουν για την απόφαση αυτή και υπεραμύνονται του δικαιώματος για ομολογιακή και θρησκευτική κατήχηση των ετεροδόξων και ετεροθρήσκων μαθητών με την ύπαρξη παράλληλων πολυομολογιακών μαθημάτων. Δίχως καθόλου να θέλουμε να αμφισβητήσουμε τον σεβασμό των υποστηρικτών του αμιγώς ορθόδοξου ΜτΘ στα θρησκευτικά δικαιώματα αυτών των μαθητών, φοβούμαστε ότι οι κύκλοι αυτοί δεν αντιλαμβάνονται το επισφαλές ενός τέτοιου εγχειρήματος και των συνεπαγομένων κινδύνων στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Λίγα χρόνια πριν δεν ήταν δυνατό να διαμορφωθεί άμεσα και πρακτικά για όλους και όλες ιδιαίτερο μάθημα Θρησκευτικών (άλλο για τους Καθολικούς, άλλο για τους Προτεστάντες, άλλο για το Ισλάμ ή και για άλλα θρησκεύματα) και, συνεπώς, πολλοί μαθητές και μαθήτριες αποκλείονταν εκ των πραγμάτων από τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο. Στο άμεσο μέλλον, όμως, η απόφαση του ΣτΕ ανοίγει τον δρόμο όχι απλώς σε ένα μάθημα ηθικής φιλοσοφίας ή θρησκειολογίας, αλλά νομιμοποιεί και διευρύνει τη διεκδίκηση ισότιμου μαθήματος για κάθε θρησκευτική μειονότητα. Πιθανώς το μόνο μάθημα Θρησκευτικών που θα μπορεί να συγκεντρώνει ικανό αριθμό ετερόθρησκων μαθητών σε ορισμένα σχολεία θα είναι ένα μάθημα για το Ισλάμ. Είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μία τέτοια εξέλιξη ή ετοιμαζόμαστε να την αντιμετωπίσουμε υποστηρίζοντας νομικά ένα αμιγώς ορθόδοξο κλειστό και μονοφωνικό μάθημα; Ενδεχομένως, μπορεί να θεωρείται βέβαιο από εκείνους που προσέφυγαν στο ΣτΕ κατά των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά ότι διασφαλίζοντας νομικά ένα απόλυτα κλειστό και ομολογιακό μάθημα, το ενδεχόμενο εισαγωγής άλλων τύπων μαθήματος Θρησκευτικών να μην μπορεί να τελεσφορήσει στην πράξη, ώστε εν τέλει το ορθόδοξο μάθημα να βγει κερδισμένο και ενδυναμωμένο ως προς την αποκλειστική παρουσία και οριστική κατίσχυσή του στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνάγεται ούτε από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα ούτε από αυτές καθαυτές τις αποφάσεις του ΣτΕ.
Σε όλα τα παραπάνω, χρειάζεται να προσθέσουμε ακόμη μία ρεαλιστική παράμετρο: Επί του παρόντος, υπάρχει απόλυτη αδυναμία στο ελληνικό σχολείο να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα, αφού οι μαθητές που θα απαλλάσσονται από το ακραιφνώς ορθόδοξο μάθημα πιθανόν να μην καλύπτονται από το ισότιμο ουδετερόθρησκο ηθικοκοφιλοσοφικό μάθημα, αναμένοντας είτε το δικό τους ομολογιακό ή οικείο θρησκευτικό μάθημα είτε μη συμπληρώνοντας τον απαραίτητο αριθμό θα πρέπει να επιλέγουν ένα από τα δύο υπάρχοντα μαθήματα, το ομολογιακό ή το ισότιμο εναλλακτικό. Μοιραία, οι νέες αυτές συνθήκες θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στη σταδιακή έξοδο του ΜτΘ από το ωρολόγιο πρόγραμμα και στη μετατροπή του σε οιονεί επιλεγόμενο μάθημα ή σχεδόν εξωσχολική δραστηριότητα με ότι αυτό συνεπάγεται.
Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η θρησκευτική εκπαίδευση στη χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή: υπερβαίνοντας την όποια στενή κατηχητική ή μονοφωνική φυσιογνωμία του, είναι ανάγκη να ισχυροποιήσει τα επιστημονικά, θεολογικά και εκπαιδευτικά θεμέλιά της, να διευρύνει το πεδίο μελέτης στο οποίο εργάζεται και τον ορίζοντα της μαθησιακής διερεύνησης που υλοποιεί. Το ΜτΘ μπορεί να ανασυγκροτηθεί και να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου που ελευθέρα θα το παρακολουθούν, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους; Είναι βέβαιο ότι οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το ΜτΘ, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στη δευτεροβάθμια, έχουν πλέον την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν ότι το ώριμο αυτό αίτημα κατά κανένα τρόπο δεν αντιφάσκει προς την Ορθόδοξη Χριστιανική θεώρηση για την πίστη και την εκπαίδευση.
Όλοι όσοι εργαστήκαμε δημιουργικά και εμπνευσμένα στη διαμόρφωση των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών τα τελευταία είκοσι έτη –άλλοτε υπό την μέγγενη της μείωσης των ωρών, άλλοτε υπό τον κίνδυνο απώλειας του υποχρεωτικού χαρακτήρα του ΜτΘ, άλλοτε υπό την πίεση των ανεξάρτητων αρχών, ακριβώς εξαιτίας του όποιου κατηχητικού ή μονοφωνικού χαρακτήρα του– διαπιστώσαμε με έκπληξη, εν τέλει, ότι με την προστασία και νομική κάλυψη του ΣτΕ το μάθημα των Θρησκευτικών καθίσταται de facto προαιρετικό για όλους, ό,τι ακριβώς φοβόμασταν και επιχειρήσαμε με τα Νέα Προγράμματα να αποφύγουμε. Πλέον το ΜτΘ αντί να φέρνει σε διάλογο, συνύπαρξη και καταλλαγή με τη θρησκευτική ετερότητα, αποβαίνει θεμελιώδης λόγος θρησκευτικού και πολιτισμικού διαχωρισμού, θρησκευτικών αντιθέσεων και παράλληλων μονολόγων. Γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι συμβαίνει στο επίπεδο του κοινωνικού σώματος, του λεγόμενου δημόσιου χώρου και του ευρύτερου πολιτισμού μας, ώστε ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό ζήτημα να οδηγηθεί στο ΣτΕ για να διερευνηθεί δικαστικά η συνταγματικότητά του; Τι σημαίνει ότι μία απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου μπορεί να παρεμβαίνει σε ζητήματα επιστημονικά, θεολογικά, παιδαγωγικά, έστω και αν επιχειρηματολογεί τυπικά για να προστατεύσει τη θρησκευτική μας ταυτότητα, ενδοστρέφεια και αυτάρκεια με κίνδυνο να την εργαλειοποιεί ιδεολογικά και μάλιστα σε μια κοινωνία που ραγδαία εκκοσμικεύεται;
Η απόφαση του ΣτΕ χρειάζεται να συζητηθεί οπωσδήποτε πιο πέρα από την υποτιθέμενη νομική θεώρησή της, γιατί σε αυτήν υπολανθάνει και ένα πλήθος άλλων ζητημάτων που δεν ανήκουν στο πεδίο της νομοθεσίας, αλλά αποτελούν αντικείμενο ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου της θεολογίας, της παιδαγωγικής και των άλλων ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών που σχετίζονται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη και ευρύτερα με τις υπάρχουσες συνθήκες στην καθημερινή ζωή και στον σχολικό πολιτισμό μας. Έχοντας υποκαταστήσει τον επιστημονικό ρόλο των Θεολογικών Σχολών, τη θέση της Εκκλησίας, καθώς και των θεσμοθετημένων γνωμοδοτικών επιστημονικών και εκπαιδευτικών οργάνων του Υπουργείου Παιδείας, η εν λόγω απόφαση μάλλον επέλεξε να καθορίσει και να ελέγξει δικαστικά το ίδιο το περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο, αποδεχόμενη πλήρως τις αιτιάσεις και τις κατηγορίες μιας συντηρητικής ομάδας θεολόγων και ενός μητροπολίτη, δεσμεύοντας, όμως, την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική, αλλά και αυτό καθαυτό το δημόσιο σχολείο και την εν γένει εκπαιδευτική πολιτική.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας προστατευτικής δικαστικής παρέμβασης μπορεί να αποβούν μοιραίες όχι μόνο γιατί υπονομεύουν ουσιαστικά το ίδιο το ΜτΘ, αλλά σταδιακά μπορεί να οδηγήσουν σε επιστημονική συρρίκνωση και σε ομολογιακή εσωστρέφεια τις ίδιες τις θεολογικές σπουδές στη χώρα μας. Σε μια εποχή ομολογιακού και θρησκευτικού αναθεωρητισμού, ευρύτερων γεωεκκλησιολογικών, ιδεολογικών και φονταμενταλιστικών τάσεων, η ελληνική ορθόδοξη θεολογία οφείλει διαρκώς να αφουγκράζεται, να διαλέγεται και να προσλαμβάνει εμπνευσμένα και κριτικά τα σύγχρονα ρεύματα του πολιτισμού. Σήμερα, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία αποτελεί ήδη το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο για όλες σχεδόν τις χριστιανικές Εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις. Η Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να συνεργαστεί γόνιμα και διεπιστημονικά και να προσανατολίσει προς μια εκπαιδευτική αντίληψη που θα σέβεται τη διαφορά και τη θρησκευτική ετερότητα. Συνάμα, μπορεί να κατανοήσει και αυτή ότι η αλήθεια δεν αποδεικνύει τον εαυτό της θριαμβολογώντας. Εν τέλει, η απομόνωση και ο περιορισμός του ΜτΘ σε ένα είδος στενής ομολογιακής ταυτότητας, η οποία δεν διαλέγεται κριτικά με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό, μπορεί να περιθωριοποιήσει την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Θεολογίας στον δημόσιο χώρο, στην εκπαίδευση, στην κοινωνία, στις επιστήμες, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Ωστόσο, σε μία δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία, σε ένα σύγχρονο σχολείο ανοικτών οριζόντων, σε μία διαλεγόμενη με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό θεολογία δεν υπάρχουν αδιέξοδα παρά μόνο γόνιμες και δημιουργικές προκλήσεις για την υπέρβασή τους.

* Βλ. τη μελέτη μας με τίτλο «Παλινωδίες και αδιέξοδα στη θρησκευτική εκπαίδευση. Επισημάνσεις και σχόλια στις Αποφάσεις του ΣτΕ 1749-1752/2019 για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου», η οποία δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό Νομοκανονικά 1/2020, σσ. 69-112 και κατόπιν συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μας Θεολογία και πολιτισμός, Δοκίμια για τη σχέση θεολογίας, πολιτισμού και εκπαίδευσης σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021, σσ. 393-439.
[1] Ο Ν.1566 προβλέπει μάθημα για Ρωμαιοκαθολικούς ακόμη και για Προτεστάντες, ανάλογα με την πυκνότητα του μαθητικού πληθυσμού. Ν. 1566/85, άρθρο 14,17: «Με την παραπάνω διαδικασία μπορεί να ανατίθεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε αξιόλογο αριθμό αλλόδοξων μαθητών των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε ιδιώτες που έχουν πτυχίο Θεολογικής σχολής αντίστοιχου δόγματος Α.Ε.Ι. της αλλοδαπής και απολυτήριο ελληνικού λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου». Άρα, η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης αφορά, πέραν της Ορθοδοξίας, και άλλες ιστορικές παρουσίες ετεροδόξων και ετεροθρήσκων στην Ελλάδα.
[2] Το ίδιο το ΣτΕ είχε προτείνει τότε και συγκεκριμένο λεκτικό για την απαλλαγή των μαθητών ως εξής: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών». Βλ. Απόφαση 1749/2019, {16. Το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε κατόπιν την εν λόγω απόφαση για τις απαλλαγές στα Θρησκευτικά, υιοθετώντας ακριβώς το ανωτέρω λεκτικό του ΣτΕ (Εγκύκλιος 61178/ΓΔ4/2021, ΦΕΚ Β΄ 2286/1.6.2021) και πάραυτα η αντιπολίτευση ζήτησε τότε την άμεση απόσυρσή της με βάση τις σχετικές αποφάσεις της ΑΠΔΠΧ και του ΕΔΔΑ.
[3] Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοθρήσκων και αλλοδόξων μαθητών παρακολουθούν κανονικά το κοινό μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ το ποσοστό απαλλαγών από το μάθημα είναι εξαιρετικά μικρό. Αυτό οφείλεται, αφενός, στο ενδιαφέρον τους να ενημερωθούν για τον πολιτισμό και τη θρησκεία του τόπου στον οποίο διαβιούν και, αφετέρου, οφείλεται στο ότι το μάθημα παρέχει υπεύθυνα αυτή τη μαθησιακή δυνατότητα. Μάλιστα, με την εφαρμογή των Νέων ΠΣ καταγράφθηκε σημαντική μείωση των απαλλαγών. Είναι εθνικά και κοινωνικά συμφέρον οι αλλόθρησκοι μαθητές να ενημερώνονται υπεύθυνα για τον πολιτισμό και την επικρατούσα θρησκεία του τόπου στον οποίο ζουν, φυσικά, με απόλυτο σεβασμό στη δική τους θρησκευτική ταυτότητα, ενώ είναι παντελώς αδύνατο οι θρησκευτικές κοινότητες των ανά τη χώρα διαβιούντων αλλοδόξων και αλλοθρήσκων να αναλάβουν πλήρως τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του μαθήματος. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, το οποίο η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να διαχειριστεί με τη δέουσα προσοχή.
[4] Βλ. την πρόσφατη ανάρτηση του Βασίλειου Σωτηρόπουλου στο FB ως νομικού εκπροσώπου προσφευγόντων γονέων στο ΣτΕ, 16 Ιουλίου 2022.

Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής στο Τμήμα Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
To εικαστικό αποτελεί λεπτομέρεια του πίνακα “Ο Ιησούς ανάμεσα στους διδασκάλους” που φιλοτεχνήθηκε από τους μαθητές του Ισπανού ζωγράφου Χοσέ ντε Ριμπέρα (1591-1652) και σήμερα φυλάσσεται στο Kunsthistorisches Museum της Βιέννης.
Οι υπότιτλοι του άρθρου έχουν προστεθεί από την επιμελήτρια του ιστολογίου.