Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Μακρυγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

«Χασαπόσκυλα»

Είναι κοινή η διαπίστωση πως η πατρίδα μας διέρχεται μία παρατεταμένη κρίση του πολιτικού βίου της η οποία οφείλεται σε απουσία οράματος, με συνέπειες που οδηγούν σε εθνικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Δύο αποσπάσματα, άκρως επίκαιρα, για το σημερινό «Ελλαδιστάν» – «Ελλαδέξ» των πολιτικών, κυβερνώντων και μη κυβερνώντων -τα «χασαπόσκυλα» καταπώς έλεγε ο «άγιος» Μακρυγιάννης- νομίζω ότι είναι σημαντικά. Το πρώτο προέρχεται από τη γραφίδα του Κωνσταντίνου Τσάτσου και το δεύτερο από τη γραφίδα του Γιώργου Σεφέρη. Ο πρώτος γράφει για την απουσία πολιτικής δεοντολογίας, ενώ ο δεύτερος επικρίνει τις παθογένειες του «Ελλαδιστάν» - «Ελλαδέξ» της εποχής που ζούσε οι οποίες, βέβαια, ισχύουν μέχρι σήμερα: απώλεια εθνικής κυριαρχίας, οικονομική υποδούλωση, δημογραφική κατάρρευση, αναξιοκρατία, έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνης. Α.Ι.Κ.
«Κάτω από τους σκληρούς και ακίνητους νομικούς τύπους υπάρχει το πέλαγος των πραγμάτων. Από το πέλαγος αυτό αναδύονται δύο δυνάμεις που καταλαμβάνουν την εξουσία και καθορίζουν οι ιδέες κάθε φορά τον νομικό τύπο κατά τον οποίο θέλουν η εξουσία τους να διαμορφώνεται· έναν τύπο που συνήθως ανταποκρίνεται σχετικά, αλλά κάποτε και ελάχιστα, προς τις πραγματικές δυνάμεις που ορίζουν την πολιτική κοινωνία.
»Στην πραγματικότητα δεν εξουσιάζει ποτέ μόνος ένας και ποτέ όλοι. Εξουσιάζουν πάντα λιγώτεροι ή περισσότεροι που συμπίπτουν άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγώτερο, με τους τύποις εξουσιαστές. Οι μερικοί αυτοί που εξουσιάζουν όταν είναι περισσότεροι, πλησιάζουν την πολιτεία στον τύπο της δημοκρατίας, όταν είναι λιγώτεροι την απομακρύνουν από αυτήν και την πλησιάζουν στον τύπο είτε της μοναρχίας είτε της ολιγαρχίας. Παρεμβάλλεται όμως και ο νομικός τύπος της πολιτείας. Όταν ο τύπος είναι δημοκρατικός τότε αποκτούν κάποια σχετική επιρροή, δηλαδή μετέχουν κατά κάποιον τρόπο οι περισσότεροι, οι πολλοί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας και πλησιάζει έτσι περισσότερο και η ουσία προς τη δημοκρατία. Όταν ο τύπος είναι μοναρχικός, τότε αποκτά επιρροή κυρίως ένα πρόσωπο, ο μονάρχης, ο τύραννος, ο δικτάτωρ, χωρίς βέβαια να παύη να είναι η πολιτεία ουσιαστικά ολιγαρχική. Έτσι έχομε πάντα στην ιστορία ολιγαρχίες που άλλοτε είναι «μοναρχίζουσες» και άλλοτε «δημοκρατίζουσες» και άλλοτε τέλος μένουν στη μέση, πολιτείες των λίγων» · [τηρείται η ορθογραφία του συγγραφέα].

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ. (2000). Πολιτική: Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας, τ. Α΄. Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων.
«Αποκαρδιωμένος όπως πάντα ύστερα από κάτι τέτοια, μολονότι τα είδα τόσες και τόσες φορές, όπου η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Γιατί; Γιατί είμαι δεμένος με αυτό τον τόπο και μολονότι δεν έχω καμιά απολύτως φιλοδοξία για πολιτική δράση, μου φαίνεται σαν ένα είδος ακρωτηριασμού να πω ξαφνικά να σας χέσω και να αποξενωθώ από όλα αυτά. Γιατί είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και υπάρχουν άγνωστοι, πολλοί που δεν ξέρουν, αλλά που αξίζουν, που σε φωνάζουν».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. (1985). Πολιτικό Ημερολόγιο: 1945-1947, 1949, 1952, τ. Β΄, Αθήνα: Ίκαρος.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Τα κωλόπαιδα της πολιτικής, της τηλεόρασης και των δημοσκοπήσεων

Για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μου και στον κόσμο, βλέπω και διαβάζω τις συνεντεύξεις πολιτικών που μας κυβερνούν, πολιτικών της αντιπολίτευσης παιδικής χαράς (όλοι ανεξαιρέτως λαγοί των κυβερνώντων), των δημοσιογράφων και των δημοσκόπων που, άλλο ρόλο δεν έχουν, από το να διαμορφώνουν όπως αυτοί θέλουν - η ηθική του συμφέροντος, όπως έλεγε κι ο μακαρίτης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος- την κοινή γνώμη, κι έρχονται στο νου μου οι ωραίοι στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Α.Ι.Κ.


«καημένε Μακρυγιάννη να ‘ξερες
γιατί το τσάκισες το χέρι σου

το τσάκισες για να χορεύουν σέικ
τα κωλόπαιδα»

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (31998). Ποιήματα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Διαγωνίου, σ. 211.

Σάββατο 24 Αυγούστου 2024

Ο Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα, 10 Απριλίου 1935 - 24 Αυγούστου 2024) για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό (24 Αυγούστου 1779)

«Μένει μόνο ανεξήγητη η εκπληκτικότερη πτυχή, που είναι η ίδια η προσωπικότητα του Κοσμά και οι ιστορικές της ρίζες: Από ποια σχολειά, ποιους δασκάλους, ποιόν εκκλησιαστικό περίγυρο άντλησε αυτός ο άνθρωπος, αφού όλες οι προϋποθέσεις της εποχής του λειτουργούσαν σε κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη προς τη δική του ποιότητα. Πως έφτασε να δίνει στις θεολογικές αλήθειες –για τον Τριαδικό Θεό, τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, την αδιάλειπτη “νοερά προσευχή”, τον έρωτα του Θεού για τον κάθε άνθρωπο- τη σάρκα της εμπειρικής αμεσότητας, την ενάργεια της άμεσης πράξης του καθημερινού βίου. Να αρθρώνει μιαν απτή αίσθηση της ευαγγελικής σωτηρίας, που μόνο στα κορυφαία κείμενα της πατερικής παράδοσης μπορεί κανείς να συναντήσει».
«Παραμένουν μόνο, πάντοτε ζωτικά επίκαιροι, οι δρομοδείχτες παραπομπής στην όντως ελληνικότητα – στην ελληνική ιστορική σάρκα του εκκλησιαστικού ευ-αγγελίου- οι κορυφαίες εκπλήξεις του ιστορικού κύκλου της παρακμής που τώρα ολοκληρώνεται: Ο πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄, ο πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Μακάριος Νοταράς, ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι συνεργοί της απρόσμενης ελληνικής ανθοφορίας στα τέλη της δεύτερης χριστιανικής χιλιετηρίδας».


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. (1996). Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα. Αθήνα: Δόμος, σσ. 175-176, 489.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

Εξεζητημένος Ρεαλισμός

Γράφει η Μαρία – Αργυρώ Πρώια[*]


Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει τα Απομνημονεύματά του και τρεις μήνες μετά αρχίζει να συνθέτει τα Οράματα και Θάματα. Τα Οράματα και Θάματα αναφέρονται συνολικά στα έτη από το 1837 έως το 1850. Πολλές σελίδες από αυτά ανήκαν στα Απομνημονεύματά του, απ΄ όπου τις απέσπασε ο Μακρυγιάννης, καθώς και άλλες σελίδες που τις φύλαξε σ΄ ένα τενεκέ. Είναι ένα ερώτημα: γιατί απομονώνει αυτές τις σελίδες και μάλιστα τις καταχωνιάζει κάπου; Απ΄ ότι εξηγεί ο ίδιος, «τα είχα τα ίδια γραμμένα εις τ΄ άλλο το στορικόν και επειδήτους πάντοτες με κατατρέχουν να μη ψάξουν στο σπίτι μου και τα βρουν, τα ξέκλισα από κει και τα βάνω σε τούτο, και θα βάλω και όσα είχα χωμένα τόσα χρόνια…»
Το τετράδιο με τα Οράματα και Θάματα είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο. Όταν άρχισε να το γράφει ο Μακρυγιάννης ήταν 53 ετών. Το τετράδιο θα μείνει ημιτελές. Από τον Αύγουστο του 1851, ο Μακρυγιάννης ετέθη υπό περιορισμό στην οικία του, μετά από την κατηγορία του δικηγόρου Ν. Στεφανίδη, ότι επιβουλεύεται τη ζωή του βασιλέως Όθωνος και μετά τις 25 Μαρτίου του 1852 αρχίζει συστηματικά η δίωξή του. Ο τίτλος πάντως Οράματα και Θάματα όπως σημειώνει ο Ζ. Λορεντζάτος δεν θυμίζει καθόλου Μακρυγιάννη. Τετράδιο ή προσωπικό ημερολόγιο θα ήταν ένας καλός τίτλος. Άλλωστε, ο ίδιος ο Μακρυγιάννης το ονόμαζε «στορικόν», όπως και τα Απομνημονεύματα. Το ότι τα φύλαξε αυτά τα γραπτά, τα ξεχώρισε, και ένα μέρος τους σάπισε τελείως, να 'χει σχέση με το ότι διαισθάνθηκε, πως τις προσωπικές του εμπειρίες θα τις ονόμαζαν Οράματα και Θάματα; Επειδή στον Μακρυγιάννη η πραγματικότητα και η εμπειρία δεν διαχωρίζεται σε εγκόσμιο και έσχατο, σε θρησκευτικότητα και εξωτερική πραγματικότητα, σε πνευματικότητα και καθημερινότητα, γι΄ αυτό τα Οράματα και Θάματα αλλά και τα Απομνημονεύματα αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο. Επίσης, γιατί φοβάται τα κείμενα αυτά και τα καταχωνιάζει; Θα πρέπει να ‘ξερε ότι η κοινή γνώμη δεν είναι μέρος του· ότι ήδη στη σκέψη των συνανθρώπων του η ενιαία πραγματικότητα έχει υποστεί ένα πλήγμα. Ο απλοϊκός ρεαλισμός ήδη διακήρυσσε τα πρωτεία του, τεμαχίζοντας την εμπειρία. 
Έναν αιώνα πριν το κίνημα του σουρεαλισμού, ο Μακρυγιάννης αμφισβητεί τον απλοϊκό ρεαλισμό, αποδεχόμενος το υπέρλογο και καταργώντας τη διχαστική λογική του αιώνα του. Και ενώ στη Δύση ταυτιζόταν προ πολλού το συντηρητικό πνεύμα με τη θρησκεία, στον ελληνικό χώρο, συνταιριάζεται με φυσικό τρόπο το επαναστατικό πνεύμα με τη θρησκευτικότητα. Αυτό είναι εμφανές, άλλωστε, στους περισσότερους ήρωες του ‘21, αλλά και στους αντίστοιχους Επτανήσιους ριζοσπάστες αγωνιστές ενάντια στην Αγγλοκρατία (βλέπε την έντονη θρησκευτικότητα του πρωτοπόρου ριζοσπάστη Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου). Ο Μακρυγιάννης βλέπει αυτά τα Οράματα όταν κινδυνεύει η ζωή του. Όταν βρίσκεται σε οριακές καταστάσεις, «έρχεται η τρίτη Σεπτεμβρίου τη νύχτα που μας είχαν τριγυρισμένα όλα τα στρατέματα και εγώ χωρίς δύναμην και την αυγή θα μ΄έβαιναν στην τζελατίνα […] τότε περικαλιόμαι τον Θεόν και την χάρη της να μας προφθάσουνε», αναφέρεται στα γνωστά επαναστατικά γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, των οποίων υπήρξε ο κύριος συντελεστής τους. Το 1844 βλέπει ένας φίλος του στον ύπνο του ένα γέρο με άσπρα ρούχα να προειδοποιεί τον Μακρυγιάννη ότι θα κινδυνέψει η ζωή του. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: «δεν πέρασε δυο τρεις μέρες, ήρθαν και με ‘ρέθιζαν και μόταζαν να μπω σε ξένες φατρίες κ΄ εις κόμματα». Στο παιχνίδι των κομμάτων και της εξουσίας δεν παίρνει μέρος: «ήμουν άμαθος» ομολογεί «από τέτοια». «Αφελής, αγνοών τα τοιαύτα, παρατηρεί και τείνει την ακοήν προς τας έξωθεν εισηγήσεις ίνα δυνηθή να σχηματίση γνώμην» γράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. 
Ο ασυμβίβαστος, αυτός που υπερασπίζεται τον Ανδρούτσο και τον Γκούρα έναντι της κυβερνήσεως και του Άρειου Πάγου, θεωρώντας ότι η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να υποχωρεί προς τους ήρωες αυτούς, ο ίδιος είναι που, όταν ο Ανδρούτσος του ζητά βοήθεια υπέρ των ατακτούντων για τις ταραχές στη Σαλαμίνα, τάσσεται με την μεριά της κυβέρνησης. Ο ίδιος είναι που αντιδρά αρνητικά στις φιλάρπαγες διαθέσεις του Γκούρα στο Κάστρο της Ακρόπολης και διαχωρίζει τη θέση του, ορίζοντας στρατιωτική επιτροπή, προκειμένου να περιορίσει τη φιλοκέρδεια του Γκούρα και του Ανδρούτσου. Πράξεις που οδηγούν στη ρήξη του Μακρυγιάννη και με τους δύο και σε εχθρική διάθεση του Γκούρα εναντίον του. Η ζωή του Μακρυγιάννη ήταν ένας διαρκής κατατρεγμός. Βρίσκεται πάντα αντιμέτωπος με όλους. Με την κυβέρνηση, με τους άλλους οπλαρχηγούς, με τους πολιτικούς και τα κόμματά τους. «Την άλλη μέρα όπου ΄γινε το κίνημα, ούτε εις την χώρα μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπό τους, ούτε στο σπίτι μου, όταν ήλθαν πεζούρα και καβαλαρία και με κλείσαν μέσα». Η συγγραφή των Οραμάτων και Θαμάτων σταματά απότομα. Στα μέσα του Μαρτίου του 1852 δικάζεται στο στρατοδικείο, κρίνεται ένοχος για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μεταβάλλεται σε ισόβια και τελικά σε δέκα χρόνια φυλάκισης. Ζει δέκα χρόνια μετά την αποφυλάκισή του. Άρρωστος, γεμάτος τραύματα από τον πόλεμο και απομονωμένος. Πεθαίνει στις 27 Απριλίου του 1864. Τα γραπτά του, όπως γράφει ο Σπ. Ασδραχάς, εκφράζουν το σύνολο των βιωμάτων του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Για τα Οράματα και Θάματα γράφτηκε πως είναι έργο τρελού. Η καθυστέρηση της έκδοσης τους οφείλεται κυρίως στο Βλαχογιάννη, γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης, ή «αν προτιμάτε σε μία τελείως εξωεπιστημονική προκατάληψη που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς νομίζω, παρά ως αντιθρησκοληψία ή τάχα "φωτισμένη» λογοκρισία"»
Ο Νίκος Σβορώνος θα γράψει ότι στα Οράματα και Θάματα βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος των αρχετύπων και των κωδίκων των ανάλογων λαϊκών δημιουργημάτων. Ο επικήδειος όμως λόγος που εκφωνήθηκε από τον Α. Ν. Γούδα την ημέρα του θανάτου του στρατηγού Μακρυγιάννη είναι σαφής: «Αλλά βαβαί της αστασίας των ανθρωπίνων πραγμάτων! Ο της Γραβιάς ήρως ευρέθη νεκρός εν φυλακαίς∙ ο καθ΄ όλον τον αγώνα θαλασσοκράτωρ της Μεσογείου ετελεύτησεν εξ απελπισίας∙ ο τουρκοφάγος απέθανεν επί της ψάθης∙ ο προκείμενος ήρως προ δωδεκαετίας ετάφη ζων και σήμερον μόλις ενταφιάζεται επισήμως∙ χθες δε, προβλέπων το τέλος αυτού, μεταλαβών των αχράντων μυστηρίων, συγχωρήσας εξ όλης ψυχής και αυτούς τους ενταφιάσαντας αυτόν ζώντα και συλλέξας όλας αυτού τας δυνάμεις, δις εξεφώνησε μεγάλη τη φωνή εις το νοσοκομείον, εις το νοσοκομείον, και ανεπαύθη εν Κυρίω. Ποίον άραγε φρικώδες μυστήριον καλύπτει η τελευταία αύτη λέξις;» Λίγο πιο κάτω στον ίδιο επικήδειο, ο Γούδας ερμηνεύει την τελευταία αυτή λέξη του στρατηγού Μακρυγιάννη, ως συγχώρεση για αυτούς που στο νοσοκομείο φυλακισμένο τον αφήσαν να γίνει βορά της πείνας των σκωλήκων: «καιρός είναι ήδη να εξηγήσω και το μυστήριον της τελευταίας λέξεως, ην δις επρόφερεν ο Μακρυγιάννης, παραδίδων το πνεύμα εις τον πλάστην του∙ κατά την διαβεβαίωσιν αξιοτίμου συναδέλφου το δωμάτιον του νοσοκομείου, εις ο έκλεισαν τον Μακρυγιάννην, ουδέποτε είδεν, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να ιδή ήλιος∙ δι΄αυτού ρέουσι πάσαι αι ακαθαρσίαι των νοσηλευομένων, εν αυτώ έμεινε μεμονωμένος και αβοήθητος επί δέκα οκτώ όλους μήνας ο Μακρυγιάννης, εν αυτώ ήθελε γείνει ίσως έκτοτε βορά των σκωλήκων, αν μη η κατοχή επέβαλλεν ως υπουργόν τον συναγωνιστήν του Μακρυγιάννη Καλλέργην∙ ο αγαθώτατος δε την καρδίαν ούτος ανήρ, ο από της νεανικής ηλικίας σύντροφος του Μακρυγιάννη, και τοι παντοδύναμος ων τότε και σώσας τον Μακρυγιάννη από της ειρκτής του νοσοκομείου, δεν ηδυνήθη όμως ούτε ούτος, ούτε πάσαι αι μετά ταύτα επί Όθωνος κυβερνήσεις να αποσπάσωσι τον Μακρυγιάννην και εκ της βοράς των εκ της πείνης σκωλήκων… Ο Μακρυγιάννης λοιπόν, καίτοι δώδεκα όλα έτη και ζων διεβιβρώσκετο υπό παντοειδών σκωλήκων, εν τη τελευταία στιγμή του βίου του δεν ελησμόνησεν ίσως και τους παραδώσαντας αυτόν ως τροφήν των σκωλήκων εις το νοσοκομείον, αλλ΄ώς χριστιανός και τούτους εσυγχώρησε δις αναβοήσας "εις το νοσοκομείον"».

[*] Η Μαρία – Αργυρώ Πρώια είναι Κοινωνιολόγος και δρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

Στη σκιά των ιστορικών γεγονότων


Στη σκιά των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία αυτών των «πρώτων» διακοσίων ετών, στο υπόβαθρο της ελληνικής κοινωνίας, το ρεύμα του θυμού δεν έπαψε ποτέ να παρασύρει με την ορμή του τη συλλογική μας συμπεριφορά. 
Πώς επηρέασε τις εμφύλιες συγκρούσεις που ξεκίνησαν από την εμβρυακή κιόλας ηλικία του νεοελληνικού κράτους; Πώς λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη της Μεγάλης Ιδέας που αποδείχθηκε αυτοκτονική; Πώς οι «θυμωμένες πληγές» του Μακρυγιάννη έγιναν ο συναισθηματικός οδηγός της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας; Και πώς ο «θυμός», που σήμαινε ψυχή στον Όμηρο, έφτασε να σημαίνει για τους Νεοέλληνες οργή και να θεωρείται ως πιστοποιητικό γνησιότητας της εθνικής μας ταυτότητας, ταυτίζοντας υποσυνείδητα την ψυχή μας με την οργή;
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στο σύντομο αυτό κείμενο συνθέτει το ψυχογράφημα των δύο πρώτων αιώνων της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους. Ένα κράτος που παλεύει να βρει τα όρια ενός οργισμένου Έθνους· [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].


«Λέγεται πως ο Καβάφης διάβαζε τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο ως livre de chevet, βιβλίο που έχεις στο κομοδίνο και σε λυτρώνει από τον κάματο και τις σκέψεις της ημέρας. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, δεν θυμάμαι καν πού το διάβασα, όμως δεν χρειάζεται να είναι αλήθεια. Φτάνει η ποίηση του Καβάφη για να το πιστοποιήσει. […] 
»Έργο αναφοράς είναι η βιογραφία που του αφιέρωσε ο Κ. Θ. Δημαράς. Εκεί μαθαίνουμε για τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τον διορισμό του, για την ισόβια οικονομική του δυσπραγία, για την αξιοπρέπειά του. Του άρεσε, λέγεται, να ντύνεται κομψά και ο Δημαράς παρατηρεί ότι φορούσε κίτρινα γάντια. Ως το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο έκανε ένα ταξίδι στις πόλεις της Ευρώπης για να ζητήσει από του φίλους του βοήθεια για την Ελλάδα. Ήταν χτυπημένος από τη μοίρα. Ο γιός του, ο ποιητής Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, αυτοκτόνησε νεότατος. Ο τάφος του ιστορικού βρίσκεται στο Α΄ Νεκροταφείο. Τελευταία φορά που τον επισκέφθηκα, πριν από χρόνια, ήταν σε πλήρη εγκατάλειψη, όπως και το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.
»Προ καιρού η επιτροπή για τους εορτασμούς των διακοσίων ετών αναφέρθηκε σ’ αυτόν με ένα tweet, αν δεν κάνω λάθος. Το μόνο που βρήκαν να πουν ήταν ότι απάντησε στον Φαλμεράιερ και στις θεωρίες του για τον εκσλαβισμό των Ελλήνων με ένα σύντομο κείμενο που φέρει τον τίτλο “Περί της εποικήσεως σλαβικών τινών φυλών εις την Πελοπόννησον”. Τον αναφέρουν επίσης ως υπέρμαχο της Μεγάλης Ιδέας που επηρέασε αρκετούς από τους πολιτικούς της εποχής του. Ξεμπερδεύουν δε με το έργο του λέγοντας ότι έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής ιδεολογίας. Με δυό λόγια, για τους σημερινούς κήνσορες πάσης προόδου, οι οποίοι κρίνουν τη δημιουργία βάσει δικών τους ιδεολογικών συντεταγμένων, ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένας επίδοξος προπαγανδιστής της Μεγάλης Ιδέας. Αναρωτιέμαι πόσοι απ’ αυτούς έχουν διαβάσει την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και πόσοι είναι εις θέσιν να συλλάβουν το μεγαλείο μιας αφηγηματικής ιδιοφυίας που οδηγεί τον αναγνώστη ξεκινώνοντας από τη βαθιά μυθολογία, τον Κρόνο και τη Ρέα, και φτάνει μέσα από τον λαβύρινθο των αιώνων ως την Επανάσταση του 1821. Και πόσοι είναι εις θέσιν σήμερα να αντιληφθούν τη γενναιοδωρία της συγγραφικής του δημιουργίας, που οικοδόμησε έναν καθεδρικό ναό για να κατοικήσει η εθνική συνείδηση και για να αποκτήσει η αντίληψη περί “πατρίδος” ένα ορίζοντα ευρύτερο από το χωριό και τις πληγές του κάθε εγώ – όσο ηρωικό κι αν ήταν».

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΛΥΛΟΣ. (2020). Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα. Δύο αιώνες νευρικής κρίσης. Αθήνα: Μεταίχμιο, σσ. 98, 103-105.

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

ΜΙΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥΣΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γράφει ο ΑΝΤΩΝΗΣ Λ. ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ

Η ιστοριογραφία, ως στοχασμός του χρόνου και στις τρεις του διαστάσεις, είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη υπόθεση, την οποία ως ιστορικοί αλλά και ως αναγνώστες της ιστορίας θεωρώ ότι οφείλουμε να την προσεγγίζουμε με δέος. Όσον αφορά ειδικά τους ιστορικούς, οι οποίοι την περίοδο αυτή διεκδικούν κάπως και το ρόλο των λοιμωξιολόγων, ας τονίσουμε προκαταβολικά ότι δεν είναι ούτε ιδιοκτήτες ούτε διαιτητές της ιστορίας (ακόμη και αν το επιζητούν διακαώς...), αλλά δυναμικά ευαίσθητοι υπουργοί του αινίγματός της, αίνιγμα το οποίο ακριβώς συγκροτεί το ίδιο το μυστήριο του ανθρώπου και του κόσμου του. H Jacqueline de Romilly μάλιστα θα παρομοιάσει τον ιστορικό με έναν φωτογράφο, “από τον οποίο θα ζητούσαμε βεβαίως απόλυτη ακρίβεια στο έργο του, θα του αναθέταμε όμως να φωτογραφίζει ένα αδιάκοπα μεταβαλλόμενο αντικείμενο, χίλιες φορές πιο μεγάλο από το πεδίο του φακού του”. Χρειάζεται συνεπώς, όχι μια αλγοριθμική, αλλά μια βαθιά φιλοσοφική προσέγγιση της ιστορίας, που λογαριάζει λ.χ., περισσότερο τη ρευστότητα των υποκειμενικοτήτων από τον εκάστοτε ορθολογικό σχεδιασμό, ο οποίος επιβάλλεται μάλιστα στο παρελθόν εκ των υστέρων. Διότι, όπως θα τονίσει και ο Alan Munslow, «η άρνηση της ανάγκης για εκφιλοσόφηση της ιστορίας εισάγει την παρηγορητική αντίληψη ότι η ιστορία είναι μια επιστήμη που κατέχει την αλήθεια», ενώ πρόκειται ουσιαστικά για μια, πάντοτε εκκρεμή, «μορφή διανοητικής αλλά και συναισθηματικής δραστηριότητας που είναι ταυτόχρονα ποιητική, επιστημονική και φιλοσοφική».
Αν έλθουμε λοιπόν στο ζήτημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με αφορμή την μεθαυριανή επέτειο των 200 χρόνων της, και θελήσουμε να υπερβούμε την προφανή αυτάρκεια της σχολικής ιστορίας, εμβαθύνοντας, επί πολύ όμως, στις πολυπληθείς πρωτογενείς πηγές της Ελληνικής Επανάστασης, τότε είναι πιθανό ότι θα αντικρίσουμε ένα πολύ διαφορετικό τοπίο από αυτό που περιμέναμε. Τότε, όπως συμβαίνει ειδικά με κάθε μεγάλη ρήξη μέσα στον χρόνο, τόσο οι αμιγώς ηρωολατρικές όσο και οι αμιγώς ηρωοπληκτικές διαστάσεις εκείνου του εξαιρετικού φαινομένου ενδεχομένως να υποχωρούσαν μπροστά στο ουσιαστικά απροσπέλαστο μυστήριό του, το οποίο συχνά κρυσταλλώνουμε, ακινητοποιούμε, στην προσπάθειά μας να το κατανοήσουμε για να το χρησιμοποιήσουμε, στο παρόν μας. Όρος όμως εγγενής κάθε αινίγματος είναι το διαρκώς αλυσιτελές των ερμηνειών του. Πάντα κάτι περισσεύει, πάντα κάτι ελλοχεύει, πάντα κάτι προσμένει τη μελλοντική ή και εσχατολογική του αποτίμηση, εφόσον και ο ίδιος ο άνθρωπος, ο πρωτουργός της ιστορίας, αποτελεί πάντοτε ένα ιδιόμορφο «ον της περίσσειας», σύμφωνα με τον Μπατάιγ. Το εγχείρημα λοιπόν να περικλειστεί σε αδιάβροχες, θετικές ή αρνητικές, νόρμες το εκάστοτε αίνιγμα, και συνεπώς η Ελληνική Επανάσταση, μπορεί να εξυπηρετεί βεβαίως πολιτικές, πολιτιστικές ή άλλες σκοπιμότητες [κι αυτό, από την άλλη μεριά, είναι βαθιά ανθρώπινο…], αλλά του αφαιρεί την διαρκώς απερίσταλτη γονιμότητά του να δημιουργεί νέους κόσμους νοήματος που τέμνουν εγκάρσια την πραγματικότητά του. Γι’ αυτό εξάλλου υπάρχουν και τα αινίγματα στον κόσμο: για να δραπετεύουμε από τον εγκλεισμό στο δεδομένο, στο παγιωμένο και στο προφανές, για να μελετήσουμε την ιστορία ως το κατ’ εξοχήν βασίλειο της ελευθερίας. Και η Επανάσταση εκείνη ήταν πράγματι ένα ανεξάντλητο μεταλλείο των ορυκτών που αποτελούν το ίδιο το ανθρώπινο είδος, μέσα στις δαιδαλώδεις στοές του οποίου οι πιο ανεξήγητες συμπεριφορές, οι πιο τρελές προσδοκίες, τα πιο ηρωικά ανδραγαθήματα αλλά και οι πιο αλλόκοτες βιαιοπραγίες βρήκαν τον βαθύτατο χαρακτήρα τους.
Στην πάντοτε αινιγματώδη λοιπόν υφή της προσερχόμαστε για να καταθέσουμε κάποιες, κατά τη γνώμη μας, ιδιάζουσες όψεις της. Θα προσπαθήσουμε να αρθρώσουμε λόγο για «μια παιδαγωγούσα Επανάσταση», μια Επανάσταση που εξέπεμψε θετικές, αρνητικές, αλλά και μεικτές, αμφίσημες παιδαγωγίες κατά τη διάρκειά της, καθώς και μετά από αυτήν, μέχρι σήμερα. Γιατί όμως τις ονομάζουμε «παιδαγωγίες»; Διότι αποτελούν μηνύματα και διαδικασίες που εκπαίδευσαν τους ανθρώπους τότε, αλλά και εκπαιδεύουν όλους μας έκτοτε, σε έναν βαθύτατο στοχασμό πάνω στην πάντοτε μεικτή ανθρώπινη φύση, η οποία στην περίπτωση της Επανάστασης υπέστη έναν εντατικό και βίαιο, ηφαιστειώδη μετασχηματισμό. Βασισμένοι λοιπόν στις, οπωσδήποτε υποκειμενικές και διαμεσολαβημένες, ιστορικές πηγές της εποχής, τις μόνες δηλαδή που έχουμε, θα επιχειρήσουμε να ψηλαφήσουμε τα είδη και τις ποιότητες αυτών των παιδαγωγιών.
Πρώτη και θεμελιώδης λοιπόν παιδαγωγία, πολύ σημαντική μάλιστα για τους επιγόνους, εμάς δηλαδή, είναι το εντέλει ανέφικτο μιας καθαρολογικής προσέγγισης της Επανάστασης. Συμπλέκοντας μαξιμαλισμούς με μινιμαλισμούς και επιτελώντας πολλές φορές μια ετεροχρονισμένη και αναχρονιστική ερμηνεία των προσώπων και των γεγονότων από τη δραστική ερημία του γραφείου μας, επιχειρούμε να εξηγήσουμε ενέργειες και καταστάσεις που βρίσκονται πολύ μακριά, μα πολύ μακριά από τη δική μας βιωτή, από το δικό μας περίγυρο, από τη δική μας αντίληψη και εμπειρία των πραγμάτων. Γι’ αυτό και κάθε προσέγγιση, κάθε ερμηνεία εκείνων των γεγονότων πρέπει να γίνεται με δέος, με αφουγκρασμό, με περίσκεψη και, αν θέλετε, με σεβασμό, με εικασίες και όχι με τελεσίδικες εξηγήσεις. Νομίζω ότι καμιά σύγχρονη ενσυναίσθηση, λέξη με μεγάλη καταχρηστική όμως διασπορά σήμερα, δεν είναι ικανή να αγγίξει εκείνον τον πυρετώδη κόσμο της Επανάστασης. Μας είναι ολότελα ξένος. Έτσι κι αλλιώς το παρελθόν είναι πάντοτε ανεπίσκεπτο, και, όπως θα τονίσει ένας Ολλανδός ιστορικός, στην ιστορία «το μόνο που έχουμε είναι κείμενα» και «μπορούμε να συγκρίνουμε μόνο κείμενα με κείμενα», χωρίς να «έχουμε τη δυνατότητα να επαληθεύσουμε τα συμπεράσματά μας, συγκρίνοντας τα κείμενα αυτά με το ίδιο το παρελθόν». Επιτρέψτε μου λοιπόν να προτείνω ότι, αν θέλουμε να προσεγγίσουμε έστω και λίγο το πνεύμα της Επανάστασης, θα πρέπει να επιχειρήσουμε ίσως μια κένωση, μια κενωτική λειτουργία, γνωστή εξάλλου και από τη θρησκευτική μας παράδοση, να παραιτηθούμε δηλαδή προκαταβολικά από το συχνά αλαζονικό δικαίωμα και την πεποικιλμένη ικανότητα ενός ιστορικού ή ενός αναγνώστη της ιστορίας που λειτουργεί αφ’ υψηλού, θα λέγαμε σήμερα, ως drone.
Για να εισέλθουμε στην ατμόσφαιρα αυτής της κενωτικής λειτουργίας, ας επιχειρήσουμε λοιπόν να σκιαγραφήσουμε, αρχικά, μια εικόνα μόνο των επαναστατικών συναισθημάτων που βρίσκουμε μέσα στις ίδιες τις ιστορικές πηγές, για να δούμε τι θα μπορούσε να ξεπηδήσει από μέσα τους. Πώς ξεκινάει λοιπόν η Επανάσταση; Θα τολμούσα να πω ότι αρχίζει μέσα σε μια αμφίρροπη κατάσταση ζήλου, φόβου, πόθου, μυστικοπάθειας, εκδίκησης, σχεδιασμών, αποκοτιάς, αναμονής, εξαπάτησης και ρομαντισμού, στοιχεία που τα βρίσκουμε σε διαφορετικές ποσοστώσεις στις διαφορετικές πάντα ιδιοσυγκρασίες της Επανάστασης. Και σαν να ήταν μοιραίο, ήδη από την αρχή αχνοφαίνονται και στη συνέχεια γιγαντώνονται οι διχασμοί, οι εμφύλιες συγκρούσεις, οι δολοφονίες των αγωνιστών από φίλια πυρά, οι παρεξηγήσεις, οι συκοφαντικές φήμες, οι υπέρμετρες φιλοδοξίες, τα πείσματα, οι δειλίες, οι δολιότητες, τα «ανοσιουργήματα»… Κι όλα αυτά, τα όντως τρομερά για την Επανάσταση εμπόδια, τίθενται αιφνιδίως κατέναντι πολυάριθμων οθωμανικών στρατιών που κατέβαιναν μανιασμένες να πάρουν εκδίκηση από τους «αχάριστους», όπως τους έλεγαν Έλληνες, οι οποίοι είχαν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις, έβγαζαν άπειρα χρήματα και πηγαινοέρχονταν ελεύθερα στην Ευρώπη, όμως κάποια στιγμή, παράδοξα, τα αψήφησαν όλα για να ταράξουν την ολύμπια, πολυ-ανεκτική γαλήνη της σουλτανικής κυριαρχίας.
Απέναντι λοιπόν σε αυτές τις οργισμένες στρατιές, που απαιτούσαν το δικό τους εκδικητικό δίκαιο, στέκεται ο αγωνιστής, η ανθρωπογεωγραφία του οποίου είναι βεβαίως ποικίλη, αλλά για την οικονομία του χρόνου θα σημειώσουμε μερικές μόνο από τις όψεις της. Είναι αυτός που αντιμετωπίζει τον εχθρό στη αρχή χωρίς όπλα, με ξύλα και βούκεντρα, χωρίς εφόδια επίσης, με το ένα μάτι στον εχθρό και το άλλο στα λάφυρα. Τον τρώει όμως και η αρχηγία που πήρε ο συναγωνιστής του, το δίπλωμα που του έδωσε η κυβέρνηση, τα γρόσια που εξασφάλισε πριν από κείνον, τον καταναλώνει η δόξα που θα στεφανώσει πρώτα εκείνον κι από κοντά τον συνέχει κι ο πειρασμός της λιποταξίας, όταν δυσαρεστείται ή απελπίζεται. Νιώθει πολύ συχνά μετέωρος, εκτεθειμένος στους πέντε ανέμους του πολέμου, και έχει και πίσω του οικογένεια, παιδιά και γέροντες, που ίσα που πρόλαβε να τους ασφαλίσει σε μια σπηλιά στα μετόπισθεν κι όταν τελειώσει ετούτη η μάχη θα τους πάει σε άλλη σπηλιά παρακάτω και από κει σε άλλη, σε άλλη…
Πεινάει πολύ, διψά, είναι κατάκοπος, βρεγμένος ως το κόκκαλο, γεμάτος αφόρητες ψείρες, έχει και πέντε λαβωματιές από την τελευταία μάχη, τα εφόδια συνεχώς αργούν, κρύβει τον φόβο μέσα του να μην εκδηλωθεί ούτε στον εαυτό του, πρέπει πάση θυσία να κατατροπώσει τον εχθρό, για να δώσει δύναμη στον εαυτό του και στους συντρόφους του… Κι όλη αυτή η υπομονή και η επιμονή που καταβάλλει θα ονομαστεί αργότερα ηρωισμός, κι έτσι θα μοιάσει στους προγόνους του, του λένε, κι αυτός θέλει δεν θέλει, μπορεί δεν μπορεί, το πιστεύει, πρέπει να το πιστέψει, δεν έχει άλλη επιλογή, δεν έχει άλλον ορίζοντα: ελευθερία ή θάνατος! Και απάνω απ’ όλα, πρέπει να σκοτώσει, ξανά και ξανά… Πότε και ποιος τον έμαθε να σκοτώνει; Τον αλλόφυλο μαχητή, τον ομόφυλο κατάσκοπο ή τον προσκυνημένο από απόγνωση ή δειλία, αλλά και τον αιχμάλωτο εχθρό, τα γυναικόπαιδα, με τα άφωνα παρακάλια στα μάτια; Ποιος του δίδαξε το θάνατο του εχθρού; Πού φώλιαζε όλη αυτή η εκδίκηση τεσσάρων αιώνων; Ο ηρωισμός συνεπαγόταν τότε άμετρη βία, αλλά η βία καθαγιάζεται πάντοτε με ηρωισμό; Από την άλλη μεριά, τι να τους κάνει όμως τους αιχμαλώτους, όταν κατέβαιναν δρομαίως οι οθωμανικές στρατιές; Πού να τους φυλάξει; Ποιος να τους φυλάξει, ώστε να μην αυτομολήσουν αργότερα στους συμπατριώτες τους με διπλάσιο μίσος, γιατί εκείνος και οι σύντροφοί του σκότωσαν προηγουμένως τους δικούς τους, λεηλάτησαν το βιός τους, έκαψαν το σπίτι τους;
Έπρεπε όμως να νικήσει! Γιατί τον περίμενε ο ανασκολοπισμός, όπως πριν τη μάχη στο Βαλτέτσι, όταν οι Τούρκοι ξεκινώντας από την Τρίπολη, «ητοίμασαν και έως διακόσια παλούκια και τα εχρωμάτισαν να τα πάρουν μαζί τους διά να παλουκώσουν τούς αρχηγούς και υπαρχηγούς των Ελλήνων, τους οποίους είχον την πεποίθησιν ότι θα τους συλλάβουν ζώντας»… Έπρεπε να νικήσει! Αλλιώς ας έπεφτε στην Αραπίτσα, ας ανατιναζότανε στο Μεσολόγγι, γιατί τον περίμεναν άγρια βασανιστήρια. Γι’ αυτό και ο αποκεφαλισμός από τον εχθρό ήταν μάλλον μια ακαριαία παρηγοριά, γιατί σε μια μονάχα στιγμή άλλαζε ταχύτατα το στρατόπεδο των ζωντανών, αυτό που διαστιζόταν από τον πλήρη τρόμο, με το βασίλειο των νεκρών, όπου «ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»... Γιατί αυτή την ατελεύτητη ζωή του έταζαν οι ιερείς, γι’ αυτήν του κήρυτταν στεντόρεια πριν από κάθε μάχη οι αρχιερείς: θα γίνει μάρτυρας, θα κατοικήσει στον Παράδεισο, λίγος πόνος εδώ και μετά ένα φως απόκοσμο θα τον τυλίξει απρόοπτα, βραβεύοντας τον αγώνα και την αγωνία του… Παρόμοια όμως έταζαν και οι δερβίσηδες στους απέναντι μαχητές, μάρτυρες του Αλλάχ, γαζήδες που οσονούπω θα απολάμβαναν τα ουρί του παραδείσου…
Μια δεύτερη παιδαγωγία που αντλούμε από τη μελέτη των ιστορικών πηγών είναι ότι η Επανάσταση επιτάχυνε εξαιρετικά και σε πολλές περιπτώσεις κατέστησε ακαριαία την «επαναστατική στιγμή» όλων των εμπλεκομένων. Υπήρξε δηλαδή ένα σοκ, όχι μόνο γι’ αυτούς που υπέστησαν απρόοπτα την επαναστατική πίεση, όπως οι Οθωμανοί, αλλά ακόμη και γι’ αυτούς που την προετοίμαζαν μυστικά για χρόνια, ένας αιφνιδιασμός που έπρεπε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να τον συνειδητοποιήσουν και να διαχειριστούν τα κέρδη και τις ζημιές. Το επαναστατικό πρόταγμα μιας δυναμικής, αν και ετερόκλητης, μειοψηφίας, στηριγμένο οπωσδήποτε στη μακροχρόνια οθωμανική αδικοπραγία, διέσπειρε τον επαναστατικό ζήλο στους υπόλοιπους Έλληνες πότε με την πειθώ, πότε με απατηλές ή μη υποσχέσεις, ακόμη και με εκβιασμούς, συντομεύοντας ριζικά τον αδρανή χρόνο της καθημερινότητας. Κάθε επανάσταση αφήνει εποχή. Και, όπως θα σημειώσει ο Μικαέλ Λεβύ, «το να αφήσεις εποχή δε σημαίνει να επέμβεις παθητικά στη χρονολογία, σημαίνει να επισπεύσεις τη στιγμή». Έτσι εκείνη η στιγμή μετέτρεψε, κάποτε κεραυνοβόλα, την αμηχανία, τον φόβο, τον δισταγμό, τη δειλία αλλά και τη σύνεση, δηλαδή εντελώς φυσιολογικά ανθρώπινα συναισθήματα, σε ορμή, σε αφοβία, σε ηρωισμό, σε ασυγκράτητη βιαιότητα, δηλαδή σε αναβαθμούς, όπου τα ανθρώπινα συναισθήματα μετέρχονται μιας ριζοσπαστικής κορύφωσης.
Θα γράψει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, ο Φωτάκος: «…Στην αρχή της Επανάστασης οι περισσότεροι από τους προσερχόμενους να αγωνιστούν ήσαν χωρίς άρματα και άλλοι είχαν μαχαίρας, άλλοι σουγλιά, και αι σημαίαι των περισσοτέρων ήσαν οι τσεμπέρες των γυναικών των· τότε ερωτούσαν οι απλοί Έλληνες ο ένας τον άλλον ‘διατί εμαζώχθημεν εδώ και τι θα κάμωμεν;’ Οι δε καπεταναίοι τους έλεγαν, ότι εμαζώχθημεν να σκοτώσωμεν τους Tούρκους δια να ελευθερωθώμεν…». Κι αργότερα θα περιγράψει μια συνταρακτική σκηνή, ιδρυτική, νομίζω, εκείνης της Επανάστασης: «…Aφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επιστρέψαμεν εις το χωριό Bαλτέτσι ηύραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Eκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους… O δε Kολοκοτρώνης διά να μας ενθαρρύνη εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας, ότι αυτοί είναι άγιοι, και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν».
Μια τρίτη παιδαγωγία της Επανάστασης ήταν η σταδιακή κατάρτιση όλων των εμπλεκομένων στην αμφισημία, την αβεβαιότητα, την αστάθεια και την ανασφάλεια. Ίσως ήταν μια από τις σημαντικότερες και τις πιο βασανιστικές παιδαγωγίες ειδικά των επαναστατημένων, αν λάβει κανείς υπόψη τη διαφορά δυναμικού των δυο αντιπάλων στα στρατεύματα, την εκπαίδευση, τις επιμελητείες, τις εφεδρείες και τη στρατιωτική προϋπηρεσία. Αν λάβει υπόψη τις ματαιωμένες υποσχέσεις και ελπίδες των υπόδουλων, την παλιμβουλία των Μ. Δυνάμεων αλλά και τις εσωτερικές διαμάχες, τις προδοσίες, τις πρόσκαιρες αποσύρσεις ηγετών και ομάδων κ.λπ. Ήταν μια εκπαίδευση στο ρίσκο, στην παράδοξη εναλλαγή νικών και ηττών, στα σκαμπανεβάσματα της ιστορίας, ήταν μια εντατική συγκατεργασία της ελπίδας με την απόγνωση. Η μανιώδης αντίδραση των Τούρκων, βασισμένη στον αιφνιδιασμό που υπέστησαν αλλά και στην παραπλανητική ιδέα που έτρεφαν για την ελληνική «αχαριστία» απέναντι σε μια δήθεν «ανεκτική» οθωμανική διοίκηση, η αμφίρροπη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά και η εξαιρετική δυναμική των εκάστοτε συγκυριών, άνοιγε έτσι ένα ευρύ πεδίο ανάμεσα στη νομοτέλεια και την τυχαιότητα. Η μόνη σταθερά της Επανάστασης ήταν λοιπόν η διακινδύνευση και η αντιφατικότητα, από την οποία πήγαζε όμως και η αλλοτριοφαγία, εντός ή εκτός του ιδίου στρατοπέδου, κάποτε και η ανήθικη, για ηθικιστικά όμως βλέμματα, διγλωσσία: «Ωχ αδελφέ Στορνάρη», φώναξε κάποτε ο Καραϊσκάκης στον συναγωνιστή του, «κάνεις ωσάν να διαπραγματεύεται η Ρωσσία με την Τουρκιά! Κλείω την ειρήνην τώρα· δεν με άρεσεν μεθαύριον, την αποπατώ κ’ εγώ, κ’ εσύ, και όλοι μας!».
Μια τέταρτη παιδαγωγία ήταν η αναζήτηση, η ανάδειξη ή και η «κατασκευή» ηγετών, καθ΄ όλη μάλιστα τη διάρκειά της. Απέναντι σε έναν αναποφάσιστο ή φοβισμένο λαό, φορτωμένο με τις αιματηρές μνήμες παλαιότερων αποτυχημένων εξεγέρσεων, έπρεπε να αναζητηθεί, να αλληλο-συμφωνηθεί, να προβληθεί αλλά και να επιβληθεί μια ηγεσία, η οποία με πειθώ, με το προσωπικό ηρωικό παράδειγμα, αλλά και με απάτη ή βία, θα μετέβαλε τον τρεμάμενο σπινθήρα της Επανάστασης σε πυρσό και εντέλει σε πυρκαγιά. Μια πυρκαγιά, η οποία μάλιστα έπρεπε να τροφοδοτείται συνεχώς για να μη σβήσει, όπως συνέβαινε όταν κυριαρχούσαν οι Τούρκοι ή οι εμφύλιες διαμάχες. Μια πυρκαγιά που κινδύνευε εξαιρετικά μέσα στην πανταχού και πάντοτε παρούσα πολυ-ηγεσία της Επανάστασης.
Μια πέμπτη παιδαγωγία ήταν η αιφνίδια ή η σταδιακή κατάρτιση στον ηρωισμό, μια λέξη που έχει αποκτήσει σήμερα διφορούμενη σημασία, όταν οι ήρωες είναι μάλλον πρότυπα υπερκατανάλωσης. Τι περικλείει όμως αυτή η έννοια για εκείνη την εποχή; Θα μπορούσαμε να την αναλύσουμε με μια σειρά από συνώνυμες λέξεις, όπως ανδρεία, αυτοθυσία, αφοβία, σκληραγωγία σώματος και ψυχής, ευψυχία, σταθερότητα αποφάσεων, ευφυΐα και ευελιξία, επιμονή, αντίσταση στη μηδενιστική απόγνωση και την υποταγή και, τέλος, σκληρότητα. Όλα αυτά τα συναντούμε σε πολλούς αγωνιστές της Επανάστασης, αλλά και στους Τούρκους. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι Έλληνες ιστορικοί, που έχουν συχνά κατηγορηθεί για μεροληψία, τολμούσαν να μνημονεύουν ακόμη και την ανδρεία των Οθωμανών. Αλλά βεβαίως είναι ανάγκη να θυμηθούμε ότι ο ηρωισμός του ενός μεταφραζόταν σχεδόν πάντα σε εξαιρετική σκληρότητα προς τον άλλον, και η Επανάσταση συμπεριέλαβε εντός της τέτοιες συμπεριφορές.
Μια έκτη παιδαγωγία ήταν αυτή στο μίσος και στην εκδίκηση, ως στοχασμός πάνω στα εξαμβλώματα της ανθρώπινης φύσης. Όχι μόνο οι νίκες, αλλά και τα αντίποινα απέναντι κυρίως στους αμάχους ή τους αιχμαλώτους, έσπερναν μεν τον τρόμο στους ηττημένους αλλά και αναμόχλευαν την αντεκδίκησή τους. Ήταν αντίποινα που δεν χώνευαν αλλά αναπαρήγαγαν τη βία, η οποία, πρέπει να σημειώσουμε, ότι προερχόταν συχνά και από τον προσωπικό, οικογενειακό, τοπικό ή γενικό μετεωρισμό, τη βαθιά αβεβαιότητα δηλαδή που τους κατείχε απέναντι στο εγγύς μέλλον. Όπως θα τονίσει ο Άγγλος ιστορικός της Επανάστασης George Finley, «όταν ένα έθνος λαχταράει την ανεξαρτησία του, η Επανάσταση είναι ενδεχόμενη, όταν όμως, μαζί με το πάθος για την ελευθερία, το έθνος αυτό οιστρηλατείται και από την ορμή για εκδίκηση, τότε η Επανάσταση είναι αναπόφευκτη». Ο Jean-Paul Sartre, μιλώντας για αυτή την αντίστροφη γενοκτονία, αυτή που διαπράττουν «όχι πλέον οι εξουσιαστές αλλά οι υπόδουλοι», θεωρεί ότι οι τελευταίοι, μέσω ακριβώς αυτών των βιαιοπραγιών, «ανακαλύπτουν ξανά τη χαμένη τους αθωότητα», επανιδρύοντας έτσι τον εαυτό τους. Και η Lindner αναλύοντας ειδικά τα αισθήματα της ταπείνωσης που βιώνουν οι υπόδουλοι αλλά και τον φόβο για μια νέα ταπείνωση που θα έρθει από την ενδεχόμενη αποτυχία της εξέγερσης, θα αναγνωρίσει ότι αποτελούν «την πυρηνική βόμβα των συναισθημάτων… το πιο δυνατό όπλο μαζικής καταστροφής».
Μια έβδομη παιδαγωγία ήταν αυτή που αφορούσε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της Επανάστασης, ο οποίος απαντάται και στις δυο αντίπαλες παρατάξεις. Δεν μπορούμε να μην βεβαιώσουμε ένα είδος «ιερού πολέμου» μεταξύ τους. Η θρησκευτική αναφορά όλων των εμπολέμων ήταν συνεχής, πριν, κατά και μετά τις μάχες, ιδρύοντας το πλαίσιο ενός δυναμικού εθνικο-θρησκευτικού συντονισμού, ο οποίος τους πρόσφερε αφειδώλευτα και δωρεάν το δυναμωτικό και ιαματικό ακούμβησμα του ουρανού πάνω στις τραγωδίες της γης. Σε αυτό μπορούμε να εντάξουμε τίς προσευχές που αναπέμπονταν κάθε πρωί πριν από τη μάχη και από τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς και πολλές άλλες καθημερινές θρησκευτικές εκδηλώσεις, οι οποίες στον χώρο των Ορθοδόξων περιλαμβάνουν τον εκκλησιασμό, την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, τις παρακλήσεις, τις νηστείες, την ενεργό παρουσία πολλών ιερωμένων στις μάχες, είτε ως εμψυχωτών είτε ως οπλαρχηγών, τις δοξολογίες και τις ευλογίες των όπλων, τους θρησκευτικούς όρκους, τις λιτανείες κ.λπ.
Η ιστοριογραφία της Επανάστασης είναι πράγματι ένα ανεξάντλητο μεταλλείο και είναι αμέτρητες οι παιδαγωγίες, τα νοήματα, τα διδάγματα και οι προσανατολισμοί, που μπορεί να αντλήσει κανείς από εκείνη τα μακρινά γεγονότα, τα ιδρυτικά του νεοελληνικού μας κράτους. Μόνο ελάχιστες προσπάθησα σήμερα να αρθρώσω σε αυτή την εισήγηση, την οποία θα ολοκληρώσω ευθύς αμέσως με μια όγδοη παιδαγωγία, που αφορά την αναπόφευκτη μυθοποίηση των επαναστατικών γεγονότων. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αν και συχνά το αγνοούμε ή το λοιδορούμε, ότι χωρίς μύθο και μυθοποίηση δεν νοείται εξέγερση και επανάσταση. Διότι δεν νοείται καν ζωή, ούτε επιβίωση. Κάθε εποχή, επαναστατική ή μη, στηρίζεται κυρίως στις μυθοπλασίες της, εφόσον «για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από αυτήν», όπως θα μας θυμίσει ο Οδυσσέας Ελύτης στη “Μαρία Νεφέλη”, προβάλλοντας την αναγκαιότητα του ονειρικού/οραματικού ισοδύναμου της ανθρώπινης ύπαρξης. Μάλιστα, όσο πιο μεγάλο, βίαιο, αινιγματικό, αδυσώπητο είναι ένα ιστορικό γεγονός, τόσο περισσότερο υποχρεωτικά και αθέλητα μυθοποιείται: είναι στη φύση την ανθρώπινη, είναι στη γλώσσα την ανθρώπινη, να διαστέλλει τις εγκαυστικές ειδικά εμπειρίες της, να υπερχειλίζει τους λόγους της, να λειτουργεί με αλληγορίες, μετωνυμίες, μεταφορές και σχήματα καθ’ υπερβολήν. Εξάλλου, «μια ολόκληρη μυθολογία είναι εγκατεστημένη στη γλώσσα μας», θα μας προειδοποιήσει και ο Βιτγκεστάιν. Αν λοιπόν η ίδια η ιστορία του εκάστοτε παρελθόντος δεν λειτούργησε ποτέ με μοντέλα και αλγορίθμους, ας μην επιμένει να το κάνει η ιστοριογραφία. Ας αναγνωρίσει επιτέλους ότι χωρίς ρομαντικές, οικοδίαιτες και βιοπάροχες μυθοπλασίες μόνο ίσως οι μισθοφόροι κάθε εποχής πολεμούν, αν και αυτοί μετέρχονται οπωσδήποτε το δικό τους προσωπικό μύθο. Από την άλλη μεριά, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι και οι σύγχρονες, θριαμβολογικές απομυθοποιήσεις βασίζονται πάντα σε κάποιον άλλο, ανομολόγητο, μύθο, διότι δεν υφίσταται ποτέ και πουθενά κανένα μυθολογικό κενό στην ανθρώπινη ιστορία. Αν αυτό λοιπόν γίνει από όλους αρχικά αποδεκτό, τότε μπορούμε στη συνέχεια να αρχίσουμε νόμιμα να ανιχνεύουμε και τα εκάστοτε ψήγματα αλήθειας ή τους εντελώς ανθρώπινους συνδυασμούς αληθειών και μυθοπλασιών που κυκλοφορούν ελεύθερα και χωρίς λογιστικές δεσμεύσεις μέσα στους λόγους του παρελθόντος. Διότι, ό,τι περιέσωσε εντέλει την Ελληνική Επανάσταση ήταν ακριβώς η μυθοπλασία της, δηλαδή το πλειοψηφικά μονοδιάστατο όραμα της απελευθέρωσης, που δοκιμάστηκε όμως ανηλεώς και πολυτρόπως μέσα στο αφόρητο καμίνι των αβεβαιοτήτων και των αμφισθενειών, των ανθρώπων και των πραγμάτων εκείνης της πραγματικά κεκαυμένης εποχής. Γιατί ήταν αυτή η μυθοπλασία που γέννησε και την περίφημη αντοχή του ελληνικού λαού, η οποία, σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Mark Μαζάουερ, κινητοποίησε στο τέλος και τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μεσολαβήσουν δραστικά στην εξελισσόμενη εκείνη τραγωδία, εφόσον τους έγινε κάποια στιγμή περισσότερο από σαφές ότι «οι Έλληνες αντέχουν και δεν θα υποχωρήσουν». Έτσι, δυο αιώνες μετά, ο Μαζάουερ θα υπομνηματίσει πρόθυμα τον Μακρυγιάννη, ο οποίος, προβάλλοντας λαϊκότροπα τη σταθερή απόφαση της ελευθερίας, θα διακηρύξει πως “αυτείνη την λευτερίαν δεν την ηύραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμε εύκολα πίσω εις του αυγού το τζόφλιο”… Σας ευχαριστώ!

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και Μακρυγιάννης

Ευαγγελή Αρ. Ντάτση, (1999), Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός. Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής ανάγνωσης των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Γεγονός είναι ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό τρόπο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτή επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία. 
Όσον αφορά τώρα στην μελέτη της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, επιθυμώ να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στα εδώ εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού», που μόρφωνε και εκπολίτιζε ολιγογράμματους Έλληνες - αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στον «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό, που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος», που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με ένα ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που σκέφτονται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που και αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη. 
Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου: την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι χριστιανοί και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του υπήρξε η εντελέχεια της Ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας θεωρεί πως ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης»

















Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που, ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας», έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάσει της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, εκφραζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. 
Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, σε έκδοση φροντισμένη, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού βίου του Νέου Ελληνισμού.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Καλύτερα με «αγώνες πατρικούς» και με «βαθιά συνείδηση του Γένους»

«Δεν θα πω κατόρθωμα δικό μου ό,τι ήταν έργο του δασκάλου μου. Χωρίς, ως την ώρα εκείνη, να μου πει ρητά ο δάσκαλός μου σε ποιο Γένος ανήκω και ποιά είναι για το Γένος μου η πιο φυσική κεφαλή και εξουσία, με είχε χρόνια προετοιμάσει για ν’ απαντήσω μόνος μου στα δύο αυτά ερωτήματα. Μου είχε μιλήσει τόσες φορές για τον Πλάτωνα, για τον Αριστοτέλη, για τον Ευκλείδη και άλλους! Μου είχε μάθει καλά την ιστορία των Αθηναίων και των Σπαρτιατών, και φυσικά, ειδικώτερα, την ιστορία της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Και μου είχε μιλήσει πολύ για τον Μεγαλέξανδρο. Εκτός από την ένδοξη ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είχα μάθει και ολόκληρο τον κύκλο των ζωντανών μύθων που γύρω από τ’ όνομα και τη μορφή του είχαν αναπτυχθεί, μέσα σε χίλια πεντακόσια χρόνια, στη χώρα μας, στη γλώσσα μας και στην υπόκωφη και κρυμμένη συνείδηση του Γένους. Ο Μέγας Αλέξανδρος, όπως μου έλεγε ο δάσκαλός μου, είναι η ενσάρκωση του Διονύσου, όπως η ενσάρκωση του Διονύσου ήταν και ο Αχιλλεύς. Ο δάσκαλός μου, γνήσιος Χριστιανός, δε θεωρούσε τις ενσαρκώσεις αυτές (όπως θα τις θεωρούσε ίσως ο Πλήθων) πραγματικές. Τις θεωρούσε ιδανικές παρομοιώσεις που η ψυχή ή μάλλον η φαντασία του λαού ένιωθε την ανάγκη να πραγματοποιεί και που εμφανίζουν τον Αλέξανδρο να ενσαρκώνεται και σε αγίους ακόμα καβαλλάρηδες, στον τροπαιούχο άγιο Δημήτριο, τον σωτήρα της αγαπημένης του Θεσσαλονίκης, και στον άγιο Γεώργιο που νίκησε το φοβερό τέρας που πήγαινε να πνίξει την αλήθεια. Κι’ αυτός ο Βασιλεύς ο Μακεδών, καθώς και ο Βουλγαροκτόνος, είναι η ενσάρκωση του Μεγαλέξανδρου. Και ο Διγενής Ακρίτας, που ο επικός κύκλος του είναι για μας τους νεώτερους ό,τι ήταν για τους αρχαίους ο Όμηρος, δεν είναι άλλος από τον Διόνυσο, τον Αχιλλέα, τον Αλέξανδρο. Ο δάσκαλός μου μού είχε μιλήσει συχνά για όλες αυτές τις μυστηριώδεις ενσαρκώσεις και αναστάσεις που σημειώνονται στην ιστορία. Ωστόσο, δεν θέλησε ποτέ να μου πει ο ίδιος ρητά ότι τα θαυμαστά αυτά φαινόμενα έχουν σχέση με το δικό μου Γένος. Ήθελε να φθάσω μόνος μου στο συμπέρασμα τούτο. Ήθελε – όπως μου είπε, όταν στα δεκαπέντε μου χρόνια έγινε συνειδητό μέσα μου το μεγάλο γεγονός – να μη θεωρήσω ότι ανήκω στο Γένος μου μόνο και μόνο γιατί τ’ άκουσα ότι ανήκω, αλλά να βρω μόνος μου την αλήθεια. Δε γεννιέσαι όποιος είσαι, αλλά γίνεσαι (μου έλεγε συχνά ο δάσκαλός μου)· και γίνεσαι στ’ αλήθεια, μονάχα αν γίνεις μόνος σου όποιος  είσαι. Έτσι, όταν μια μέρα του σωτήριου έτους 1417 του είπα ότι έχω το αίσθημα πως είμαστε Έλληνες, με κοίταξε κάμποση ώρα στα μάτια, ακούμπησε τις παλάμες του στους ώμους μου, χαμογέλασε γεμάτος χαρά και μου απάντησε μ’ ένα μεγάλο, ωραίο και απλό Ναι.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (2006). Γεννήθηκα στο Χίλια Τετρακόσια Δύο, τ. Α΄. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σσ. 87-88.

«Ο Ήλιος εβασίλεψε (Έλληνά μου, βασίλεψε) και το φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά η πούλια, / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· - Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μοιργιλόγια / γι’ αυτό τα ‘ρωϊκά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, / και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτηγμένα. / Για την πατρίδα πήγανε στον Άδη τα καϊμένα».

ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ. (χ.χ.). Απομνημονεύματα. Αθήνα: Α. Καραβία, σ. 564.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Μακρυγιάννη... βίος

«Το ανελέητο της ζωής των Ελλήνων υπό οθωμανική κυριαρχία, και η επακόλουθη σκληρότητα που έδειχναν οι Έλληνες μεταξύ τους, φανερώνεται στα “Απομνημονεύματα” του στρατηγού Μακρυγιάννη, ενός από τους ήρωες του πολέμου της ανεξαρτησίας και, ίσως, του βασικού οργανωτή της επιτυχημένης εξέγερσης, κατά του αυταρχικού καθεστώτος του Όθωνος, του πρώτου βασιλέως του Βασιλείου της Ελλάδος το 1843.
Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε από φτωχούς γονείς στο χωριό Αβορίτη της περιοχής Λιδωρικίου, που βρίσκεται στα βουνά της ανατολικής Αιτωλίας. Όταν ήταν παιδί, το χωριό κτυπήθηκε από ανθρώπους του Αλή Πασά· τρεις άνθρωποι, μαζί και ο πατέρας του Μακρυγιάννη, σκοτώθηκαν στο σπίτι της οικογένειάς του· και οι επιζήσαντες χωρικοί γλίτωσαν τη ζωή τους φεύγοντας από τη Λειβαδιά. Ο Μακρυγιάννης άρχισε να δουλεύει στην ηλικία επτά χρονών. Το 1811, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, βρήκε δουλειά σε ένα καλό εργοδότη στην Άρτα. Εδώ ο Μακρυγιάννης κέρδισε την εμπιστοσύνη των ντόπιων Ελλήνων προεστών και εμπόρων, τους έπεισε να του δανείσουν χρήματα, αυτός τα ξαναδάνεισε στους αγρότες, αγόρασε σιτηρά πριν από τη σοδειά και τα πούλησε στη διάρκεια λιμού τέσσερις φορές πιο πάνω από την αξία που είχε πληρώσει για να τα αγοράσει. Την εποχή που ξέσπασε η Επανάσταση το 1821, όταν ο Μακρυγιάννης ήταν είκοσι χρονών είχε με τέτοιες μεθόδους συσσωρεύσει, με τέτοια μέσα, μια περιουσία σαράντα χιλιάδων γροσίων. Το μόνο σχόλιο που κάνει ο Μακρυγιάννης για τις οικονομικές του δραστηριότητες είναι ότι κέρδισε τόσα χρήματα όσα ήθελε, ότι έγινε οικονομικά ανεξάρτητος και ότι έκανε πολλούς φίλους[1].
Το 1821 ο Μακρυγιάννης μετέθεσε τα ενδιαφέροντά του από την απόκτηση χρημάτων στον πόλεμο και στην πολιτική. Δεν τον πείραζε να χάσει την περιουσία που είχε συγκεντρώσει· στην Επανάσταση έφθασε να γίνει στρατηγός· μετά την επίτευξη της ανεξαρτησίας ήταν ο βασικός υποκινητής στην επανάσταση του 1843 και το 1864, πέθανε φημισμένος και αξιοσέβαστος, αλλά όχι πλούσιος…
[…] Ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του το 1829, όταν ήταν 32 χρονών και είχε ήδη γίνει εξέχον μέλος της δημόσιας ζωής του υπό σύστασιν ελληνικού εθνικού κράτους. Δεν παρακινήθηκε από κάποιον άλλον να καταγράψει τις εμπειρίες του· το έκανε αυθόρμητα. Δεν υπαγόρευε, έγραφε τα Απομνημονεύματά του ο ίδιος. Η γλώσσα του, όπως αυτός την έγραφε, κρατήθηκε ομοιόμορφη για μια μακρά χρονική περίοδο – από το 1829 έως το 1850 – στη διάρκεια της οποίας έγραφε. Έγραφε χωρίς καμιά επιτήδευση, ποτέ δεν συνέβη ο Μακρυγιάννης να “εξελληνίσει” τη γλώσσα του ηθελημένα, με τον τρόπο που υποδείκνυε ο Κοραής. Και όμως η δημοτική του Μακρυγιάννη δεν είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιούσε αν η Επανάσταση δεν τον είχε φέρει από την παραδοσιακή ζωή του Ρουμελιώτη αγρότη στις δημόσιες υποθέσεις ενός εθνικού – στην πραγματικότητα διεθνούς – στίβου».

[1] «Απόκτησα ό,τι ήθελα και δεν είχα την ανάγκη αλλουνού· έκατζα εις Άρτα ως δέκα χρόνια, έκαμα πολλούς φίλους», Απομνημονεύματα, Αθήνα 1907, τ. Β΄, σ. 13.


ARNOLD TOYNBEE. (1992). Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, μτφρ. Νίκος Γιανναδάκης. Αθήνα: Καρδαμίτσα, σσ. 281-282, 337.